Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Ξανά το γούστο της πλειοψηφίας στο προσκήνιο

Με αφορμή την επικείμενη ψήφιση του νόμου για την απόδοση της ελληνικής υπηκοότητας σε όσους μετανάστες πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, που ο εν λόγω νόμος θέτει, αλλά και τη συμμετοχή τους στις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης, το Διαδίκτυο έχει πάρει φωτιά από τους ένθερμους εχθρούς της κίνησης αυτής. Πέρα από τα σχόλια, που μπορεί κανείς να απολαύσει εδώ και τα οποία είναι ενδεικτικά του πολιτισμού μας(διόλου τυχαία τα πιο ανορθόγραφα σχόλια ανήκουν στους πολέμιους του εν λόγω νόμου), κυριαρχεί το αίτημα περί διενέργειας δημοψηφίσματος για το αν πρέπει, τελικά, να αλλάξει ο νόμος για τη χορήγηση της ελληνικής υπηκοότητας στους μετανάστες.
Προφανώς η πολεμική αυτή εμπνέεται από την πρόσφατη περίπτωση της Ελβετίας, όπου οι πολίτες κλήθηκαν να αποφασίσουν, αν θα πρέπει να επιτραπεί η ανέγερση μιναρέδων στο τζαμιά, που υπάρχουν στη χώρα τους. Οι Ελβετοί ενέκριναν, τελικά, τη σχετική πρόταση απαγόρευσης στο οριακό ποσοστο του 57%, εκπλήσσοντας όσους θεωρούσαν, ότι είναι μια απελευθερωμένη από προκαταλήψεις κοινωνία και, ταυτόχρονα, πυροδοτώντας ποικίλες αντιδράσεις ανά τον κόσμο. Βέβαια, η Ελβετία είναι μια χώρα με μακρά παράδοση σε παρόμοια δημοψηφίσματα, ενώ υπάρχει και η σχετική πρόβλεψη στο σύνταγμά της.
Όμως :
.- Για να έχει συνέπειες το εν λόγω δημοψήφισμα, θα πρέπει να γίνει δεκτό από την πλειονότητα των καντονιών της Ελβετίας. Με δεδομένη την αντίθεση της ελβετικής κυβέρνησης αλλά και του ελβετικού κοινοβουλίου στο δημοψήφισμα αυτό, η αποδοχή του από τα καντόνια δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη.
.- Στο ελληνικό Σύνταγμα δεν υπάρχει ανάλογη πρόβλεψη για δημοψήφισμα. Οι σχετικές προβλέψεις των άρθρων 35 παρ. 3, 44 παρ. 2 και 100 παρ. 1 περ. β' αυτού δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες. Συνεπώς, αδίκως αιτούνται τη διενέργεια αυτού οι διαμαρτυρόμενοι συμπολίτες μας αλλά και ο νεοκόπος πρόεδρος της Ν.Δ. κ. Σαμαράς.
.- Ζητήματα, που άπτονται θεμελιωδών ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν μπορούν να ρυθμιστούν με δημοψήφισμα, χωρίς να τεθεί υπό αμφισβήτηση η συνταγματικότητά τους. Ακόμα και αν η πλειονότητα του πληθυσμού μιας χώρας ζητήσει να διεξαχθεί δημοψήφισμα για το ζήτημα της απόδοσης της ελληνικής υπηκοότητας και του δικαιώματος του εκλέγειν στους μετανάστες εκείνους, που συγκεντρώνουν ορισμένες νόμιμες προϋποθέσεις, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει, ότι δίκαιο δεν μπορεί να αποτελεί η προσταγή των περισσοτέρων. Το δίκαιο εφαρμόζεται σε κάθε περίσταση και, κυρίως, όταν πλήττονται τα δικαιώματα μιας μειονότητας προσώπων. Και καμμία πλειονότητα δεν δικαιούται να επιβάλει με οποιαδήποτε νομικιστική κατασκευή καταστάσεις, οι οποίες κάθε άλλο παρά δικαιικούς σκοπούς εξυπηρετούν.
Είναι στο χέρι της νέας κυβέρνησης να μην τρομάξει από τις φωνές των αντιρρησιών του νομοσχεδίου αυτού και να προβεί σε μια σημαντική τομή, η οποία θα εμπλουτίσει το δυναμικό της χώρας μας και σε πολιτικό επίπεδο. Οψόμεθα.

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

Κάλλιο να μην ήσουν άνθρωπος

Κάπου στην εφηβεία σου κατάλαβες, ότι ήσουν διαφορετικός μα δεν τολμούσες να το πεις. Και σε ποιόν να το πεις, που ζούσες σε μια ταπεινή επαρχιακή πόλη, όπου τέτοια φαινόμενα ήταν αδιανόητα και κάθε άλλο παρά αποδεκτά; Οι γονείς σου θα τρελλαίνονταν, πιθανότατα θα σε απέδιωχναν, και ο περίγυρός σου θα σε περιθωριοποιούσε, οπότε το κατάπιες και προσπάθησες να πείσεις τον εαυτο σου, ότι είσαι σαν τους πολλούς. Μόνο που σου καθόταν στο στομάχι αλλά δεν ήθελες να κάνεις αλλιώς. Οι περιστάσεις, βλέπεις.
Κάποτε πέρασες στο πανεπιστήμιο και μετακομίσατε οικογενειακώς στη μεγάλη πόλη, όπου έδρευε η σχολή σου. Φυσικά, συνέχισες να κρύβεις αυτό, που αισθανόσουν. Μπορεί η πόλη να ήταν μεγαλύτερη αλλά η νοοτροπία ελάχιστα διέφερε από αυτή της ιδιαίτερης πατρίδας σου και πάντως όχι τόσο, ώστε να το εξωτερικεύσεις. Συνήψες σχέσεις με το άλλο φύλο, ποιος ξέρει με ποια πραγματικά συναισθήματα αλλά το σαράκι συνέχιζε να σε κατατρώει, που υποκρινόσουν κάτι, το οποίο δεν ήσουν. Τα βράδυα έπεφτες για ύπνο γεμάτος ενοχές, που δεν ήθελες να πεις την αλήθεια, τουλάχιστον στους γεννήτορές σου. Και ντρεπόσουν να το πεις και στους φίλους σου, αφού πίσω από τα χαμόγελα και τις φιλοφρονήσεις τους δεν ήξερες, μήπως κρυβόταν κάποια μισαλλοδοξία κατά των προσώπων, που ανήκαν στην ίδια κατηγορία με σένα. Και όταν ερχόταν η κουβέντα σε πρόσωπα, που είχαν τις ίδιες τάσεις με σένα, τότε αυτή διολίσθαινε σε χοντρά καλαμπούρια και ρατσιστικά σχόλια, που σε ωθούσαν να κλειστείς ακόμα περισσότερο στο καβούκι σου.
Και τα χρόνια περνούσαν και εσύ υπέφερες, που δεν ήξερες πως να εκφράσεις αυτό, που ένοιωθες, χωρίς να σε πάρουν με τις κοτρώνες. Διότι είχες την ατυχία να ζεις στην ωραιότερη χώρα του κόσμου, σύμφωνα με τη διαφημιστική καμπάνια του Ε.Ο.Τ., στην οποία, όμως, μόνο ανάλογες αντιλήψεις δεν επικρατούν για πρόσωπα, όπως εσύ. Στη χώρα, όπου ο ανώτατος εκκλησιαστικός άρχων μιλούσε για ανθρώπους με "κουσούρι" και κανένας πολιτικός δεν τολμούσε να το συνετίσει, έκρινες, ότι δεν ήταν σώφρων να μιλήσεις. Χώρια, που ήσουν οικονομικά εξαρτημένος από τους δικούς σου και δεν έπαιρνες και όρκο, ότι θα αποδέχονταν την ιδιαιτερότητά σου. Μώκο, λοιπόν, και έχει ο Θεός!
Κάποτε έφυγες για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. Άλλα ήθη αλλά εσύ εκεί κουμπωμένος, αφού οι ενοχές, που σου είχε φορτώσει η κοινωνία της χώρας σου, δεν σου επέτρεπαν να εκδηλωθείς και ας έβλεπες, ότι ήσουν σε άλλη χώρα. Και αν το μάθουν οι γονείς μου ή οι φίλοι μου, αναρωτιόσουν και σε έλουζε κρύος ιδρώτας. Τους λυπόσουν και δεν έβλεπες, ότι δεν λυπόσουν τον ίδιο σου τον εαυτό. Οι φοβίες, με τις οποίες σε ανέθρεψαν, εξακολουθούσαν και αποτελούσαν τα βαρίδια, που δεν σε άφηναν να ξεσκεπάσεις τον πραγματικό εαυτό σου.
Τελικά, το πήρες απόφαση, ότι δεν άντεχες άλλο να υποκρίνεσαι, και φανερώθηκες. Πλέον ζούσες σε κάποια δυτικοευρωπαϊκή χώρα. Και όχι μόνο σε δέχθηκε ο κόσμος εκεί, τουλάχιστον οι περισσότεροι από αυτούς, με χαρά αλλά σεβάστηκε τις προτιμήσεις σου. Ούτε κουδούνια ούτε κραξίματα, σαν αυτά που θα σε φιλοδωρούσαν οι λιπαροί ιεροκήρυκες της, δήθεν, σεξουαλικής ορθότητας, που η νοοτροπία τους έχει διαποτίσει την πλειονότητα της χώρας μας. Ο απόλυτος σεβασμός στην ιδιαιτερότητα! Οπότε και εσύ μας μούντζωσες - και πολύ καλά έκανες - και αποφάσισες να ριζώσεις εκεί στα ξένα. Άσε, που είχες μια δουλειά πολύ καλή, η οποία δεν εξαρτιόταν από πολιτικές αλλαγές και ουρανοκατέβατα βύσματα-αντικαταστάτες σου.
Σε έτρωγε, όμως, να το πεις στους δικούς σου. Οι γεννήτορές μου είναι, γαμώτο, σκέφτηκες, και αποφάσισες να τους το φανερώσεις, όταν θα έρχονταν να γιορτάσουν μαζί σου τα Χριστούγεννα. Και το έπραξες.
Μια περήφανη καταστροφή, έγραψες στο προφίλ σου στο φατσοβιβλίο λίγα λεπτά μετά τα αποκαλυπτήρια. Οι γονείς σου έπεσαν του θανατά στο άκουσμα των μαντάτων, λες και ήσουν ο χειρότερος εγκληματίας του κόσμου. Οι αντιδράσεις τους ξεκίνησαν από την έκληξη, κυμάνθηκαν στην άρνηση και μετεξελίχθηκαν σε ασυγκράτητη οργή. Και η οργή αυτή εκφράστηκε με απρεπείς εκφράσεις και βίαιες χειρονομίες και κατέληξε στην αποχώρησή σου από την οικία σου, μέχρι που σου τηλεφώνησε ο αδελφός σου να σε ενημερώσει, ότι οι δικοί σου έφυγαν εσπευσμένα για την Ελλάδα, αφήνοντας στο σπίτι σου όσα τους είχες δωρίσει για τις γιορτινές αυτές ημέρες. Α, και δηλώνοντας κατηγορηματικά, ότι θα μηνύσουν το πρόσωπο, που θεωρούν υπεύθυνο για την τάση σου, λες και η ομοφυλοφιλία είναι σαν τις κομματικές πεποιθήσεις να την ασπάζεσαι ανάλογα με τις παρέες σου. Χώρια, που απείλησαν, ότι θα πουν παντού, τι είσαι.
Κάθησες μόνος σου στο σαλόνι του σπιτιού σου, προσπαθώντας να ξεκουράσεις τη σκέψη σου. Δεν ήξερες πως να νοιώσεις. Από τη μια είχες βγάλει από μέσα σου αυτό, που σε βασάνιζε από την εφηβεία σου αλλά δεν ήσουν ξαλαφρωμένος. Είχες, βλέπεις, διαρρήξει οριστικά τις σχέσεις σου με τους γονείς σου και αυτό σου είχε τσακίσει την ψυχή. Παραήταν βαριά όσα σου είπαν και ας οφείλονταν στην έκπληξη, που ένοιωσαν, όταν τους το είπες. Τέτοια λόγια δεν επιτρέπεται να ακουστούν από γονείς, σου ψιθύριζε η φωνή της συνείδησής σου. Και εσύ συγχυζόσουν. Και όσο συγχυζόσουν, τόσο έλεγες μέσα σου, ότι κάλλιο να μην είχε γεννηθεί άνθρωπος αλλά οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός στη φύση, χωρίς οικογενειακούς δεσμούς και την υποχρέωση να απολογείσαι σε μια κοινωνία για τις σεξουαλικές προτιμήσεις σου, ενώ έξω από το σπίτι σου το χιόνι έπεφτε στους έρημους δρόμους.

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Ξεχωρίζοντας από το σωρό : Η περίπτωση του π. Γερβασίου Ραπτόπουλου

Για τον π.Γερβάσιο Ραπτόπουλο έχω ξαναγράψει στο παρελθόν. Αποτελεί μια από τις πιο σημαίνουσες μορφές της Ορθοδοξίας και ένα από τα πρόσωπα εκείνα, που με το έργο τους δείχνουν, ότι μέσα στον κυκεώνα των σκανδάλων της Εκκλησίας της Ελλάδος υπάρχουν και μερικά πρόσωπα διαφορετικά από όσα πρωταγωνιστούν στην καθημερινότητά μας για αρνητικούς λόγους. Εδώ και χρόνια, ο συγκεκριμένος ιερέας συγκεντρώνει χρήματα, προκειμένου να αποφυλακίζει απόρους κρατουμένους καταδικασμένους σε μετατρέψιμες ποινές φυλάκισης, ενώ έχει βοηθήσει κατ' αυτό τον τρόπο και κρατουμένους σε φυλακές εκτός Ελλάδος.
Στον ενδιαφέροντα ιστότοπο freeinquiry.gr διάβασα ένα άρθρο (freeinquiry.gr/prod.php?id=53), το οποίο αναφέρεται στην επαφή του εν λόγω ιερέα με το διαβόητο κακοποιό Κώστα Πάσσαρη, ο οποίος κρατείται σε ρουμανικές φυλακές καταδικασμένος για διάφορα εγκλήματα, ενώ εκκρεμεί η σύλληψή του και καταδίκη του για σωρεία βαρυτάτων εγκλημάτων και στην Ελλάδα. Ο π. Γερβάσιος ήλθε, λοιπόν, σε επαφή με τον παραπάνω κρατούμενο και, κατά δήλωσή του, ο κ. Πάσσαρης "βρίσκεται στο δρόμο της μετάνοιας και επιθυμεί να γίνει μοναχός, όταν αποφυλακιστεί". Περαιτέρω, δήλωσε, ότι «η φυλακή άλλαξε τον Πάσσαρη, ο οποίος πλέον επικοινωνεί καλύτερα και είναι πιο ανοιχτός, έχοντας στραφεί στο Θεό…», ενώ επικαλείται τη γνωστή χριστιανική ρήση, ότι "Η Ορθοδοξία δέχεται στην αγκαλιά της όλους τους ανθρώπους και δεν κάνει διακρίσεις, ακόμα κι αν πρόκειται για τους πιο επικίνδυνους κακοποιούς". Η αντίληψη αυτή του π. Γερβασίου μπαίνει στο στόχαστρο του αρθρογράφου του παραπάνω ιστότοπου, κ. Κωνσταντίνου Παραβάτη, ο οποίος στηλιτεύει την πρακτική του χριστιανισμού να συγχωρεί τους εγκληματίες και, ιδίως, την τακτική του παραπάνω ιερέα και της οργάνωσής του "να συγχωρεί κάθε είδους εγκληματία και δολοφόνο, καταστρατηγώντας κάθε δικαστήριο, κάθε νόμο και κάθε απόφαση της πολιτείας. Αρκεί να πιστέψει κανείς στον θεό… ". Όσο για το έργο του π. Γερβασίου, ο παραπάνω αρθρογράφος το περιγράφει με άκρως μελανά χρώματα, ήτοι "Ο ογδοντάχρονος αρχιμανδρίτης είναι ιδρυτής της αδελφότητας Οσία Ξένη - Διακονία Αποφυλακίσεως Απόρων Κρατουμένων και Φυγόποινων, δηλαδή αυτών των καταδίκων που αποφεύγουν τις ποινές! Τα τελευταία χρόνια μπαινοβγαίνει ό,τι ώρα θέλει στα κελιά των κρατουμένων της Ρωμιοσύνης και όχι μόνο προσπαθώντας μέσω προσυλητισμού ν΄ αποκτήσει νέα θύματα, που θα επανδρώσουν τα μοναστήρια της επικράτειας".
Μάλλον πρέπει να ξεκαθαριστούν κάποια πράγματα προς αποφυγή των παρεξηγήσεων, που ενδεχόμενα θα προκύψουν από την ανάγνωση του εν λόγω άρθρου. Κατ' αρχάς, σέβομαι την άποψη του κ. Παραβάτη αλλά και το δικαίωμά του να την εξωτερικεύει. Πλην, όμως, φρονώ, ότι το εν λόγω άρθρο αντιμετωπίζει με άκρα εμπάθεια έναν από τους πιο ξεχωριστούς - για το θετικό του έργο - ιερείς της Ορθοδοξίας μόνο και μόνο επειδή έκρινε τον κ. Πάσσαρη. Και τούτο διότι πουθενά ο π. Γερβάσιος δεν αθωώνει τον κ. Πάσσαρη για τα εγκλήματα, που έχει πράξει άλλως δεν αξιώνει από την πολιτεία να τον αφήσει ατιμώρητο. Η συγχώρεση αποτελεί το ενδεχόμενο επακόλουθο της αμαρτίας, μιας έννοιας συνυφασμένης με το χριστιανισμό, και αποτελεί τη λύτρωση του χριστιανού απ' όσα άνομα έχει διαπράξει, εφόσον η μετάνοιά του είναι ειλικρινής. Και ο π. Γερβάσιος δηλώνει, ότι έχει συγχωρέσει τον κ. Πάσσαρη και ενδεχόμενα θα συναινούσε, αν ο τελευταίος περιεβάλλετο το μοναχικό σχήμα, αλλά πουθενά δεν αναφέρει, ότι θα συναινούσε, εάν αυτό συνέβαινε μετά την αποφυλάκιση του κ. Πάσσαρη από τις ρουμανικές φυλακές και προτού καν δικαστεί για τα αδικήματα, που του αποδίδονται στην Ελλάδα από ελληνικό δικαστήριο.
Εκείνο, όμως, που πιστοποιεί την αρνητική διάθεση, με την οποία ο κ. Παραβάτης αντιμετωπίζει τον π. Γερβάσιο, είναι η άποψή του για το έργο του εν λόγω ιερέα. Πράγματι, ο π. Γερβάσιος έχει ως έργο ζωής την αποφυλάκιση των κρατουμένων, που έχουν καταδικαστεί σε ποινές φυλάκισης μετατραπείσες σε χρηματική ποινή, αλλά και των φυγοποίνων, δηλαδή όσων έχουν καταδικαστεί σε ποινές φυλάκισης και πάλι μετατραπείσες όπως παραπάνω αλλά χωρίς να έχουν παρασταθεί στο δικαστήριο. Πλην, όμως, ο π. Γερβάσιος απλά τηρεί στις περιπτώσεις αυτές το νόμο, ήτοι εφόσον προβλέπεται από την εκδοθείσα καταδικαστική απόφαση η μετατροπή της ποινής σε χρηματική, τότε ο καταδικασθείς έχει τη δυνατότητα, καταβάλλοντας το ορισμένο ποσό, να αφεθεί ελεύθερος. Και αν δεν έχει αυτή τη δυνατότητα ο ίδιος, πας τρίτος μπορεί να καταβάλει αυτό το ποσό. Συνεπώς, ο π. Γερβάσιος ενεργεί καθ' όλα νόμιμα και είναι προς τιμή του, ότι συγκεντρώνει χρηματικά ποσά, προκειμένου να αφεθούν ελεύθεροι άποροι κρατούμενοι.
Παρακάτω, ο παραπάνω αρθρογράφος αναφέρεται στον προσηλυτισμό του π. Γερβασίου στις φυλακές, ώστε να επανδρώσει με πρώην κρατουμένους τα μοναστήρια της επικράτειας. Θα ήταν πολύ διαφωτιστικό το εν λόγω άρθρο, αν ο κ. Παραβάτης φρόντιζε να παραθέσει τα σχετικά στοιχεία, ώστε να αποδείξει το αληθές των ισχυρισμών του. Αλλά κάτι τέτοιο δεν πράττει παρά αρκείται στα περί προσηλυτισμού χωρίς περαιτέρω ανάλυση, ίσως επειδή η πλειονότητα των χριστιανών ιερέων δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοιου είδους ανιδιοτελείς χειρονομίες. Δέχομαι, ότι υπάρχει το παράδειγμα της Μητέρας Τερέζας, η οποία είχε κατηγορηθεί για παρόμοιες ενέργειες στα υποτυπώδη νοσοκομεία, που είχε χτίσει στις ταπεινές συνοικίες των ινδικών μεγαλουπόλεων αλλά εκεί, τουλάχιστον, υπήρξαν δημοσιογράφοι, όπως ο Κρίστοφερ Χίτσενς, που ασχολήθηκαν εντατικά με το εν λόγω θέμα και στο τέλος αποκάλυψαν πλείστα όσα στοιχεία, από τα οποία αναφαίνονταν οι προσηλυτιστικές τακτικές της αγιοποιηθείσης μοναχής αλλά και λοιπές κάθε άλλο παρά χριστιανικές παρασπονδίες της ( διαβάστε tvxs.gr/news/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%B1-%CE%AE-%CE%B4%CE%B9%CF%80%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8D). Κάθε παράδειγμα, όμως, έχει και τις αποδείξεις του. Και στην περίπτωση του π. Γερβασίου δεν υπάρχουν σχετικές αποδείξεις ή, τουλάχιστον, δεν παρατίθενται από τον παραπάνω αρθρογράφο, με αποτέλεσμα οι αποκαλύψεις αυτές να υποβιβάζονται σε συκοφαντίες σε βάρος του εν λόγω ιερέα, τακτική απρεπή για ένα ιστότοπο, ο οποίος έχει καταφερθεί επανειλημμένα κατά των ανάλογων πρακτικών της Εκκλησίας της Ελλάδος αλλά και πολλών προσωπικοτήτων του Χριστιανισμού.
Ουσιαστικά επιχειρείται με το παραπάνω άρθρο- τουλάχιστον έτσι το εξέλαβε ο υποφαινόμενος - μια προσπάθεια σύνδεσης ενός ιερωμένου εγνωσμένης ιεροσύνης, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, με το κοινό έγκλημα και δη με το δράστη μερικών ειδεχθών εγκλημάτων. Το παρελθόν του χριστιανισμού, ιδίως της Ορθοδοξίας, βρίθει, άλλωστε, από παρόμοιες καταστάσεις. Μόνο που ο εν λόγω ιερέας απέχει από το να χαρακτηριστεί συνεργός του παραπάνω προσώπου πολλώ δε μάλλον να θεωρηθεί, ότι επαινεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την εγκληματική δράστηριότητα του κ. Πάσσαρη. Αναφέρεται υποθετικά κάποια προσηλυτιστική δράση του π. Γερβασίου, καθόσον δεν αποδεικνύεται κάποια σχετική ενέργειά του, ενώ στιγματίζεται η καθαρά χριστιανική άλλως φιλάνθρωπη κίνησή του να καταβάλει το ποσό των ποινών των καταδικασθέντων, προκειμένου αυτοί να αποφυλακιστούν, με το χαρακτηρισμό της ως αποκλειστικά προσηλυτιστικής τακτικής.
Δέχομαι, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος αλλά και πολλοί εκ των λειτουργών της καταπατούν καθημερινά το Λόγο του Κυρίου, τον οποίο υποτίθεται, ότι υπηρετούν. Μόνο που μέσα στον εκκλησιαστικό βόρβορο, που τόσο αρνητικά συναισθήματα γεννά σε όσους σκέφτονται ελεύθερα και πέρα από προκαταλήψεις, υπάρχουν κάποιοι χαρακτήρες, που ξεχωρίζουν και επιμένουν να προσφέρουν έργο ζωής, μετουσιώνοντας την Αγάπη σε πράξη. Αρκεί να είμαστε σε θέση να τους ξεχωρισουμε ανάμεσα στο σωρό των παρατύπων θρησκευτικών λειτουργών. Και, κυρίως, να μπορέσουμε να αποδείξουμε, πότε ακόμα και οι φερόμενοι ως ξεχωριστοί ιερείς δεν αποτελούν παρά τμήμα του σωρού αυτού.

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

Τα έθιμα (των άλλων) είναι αποκρουστικά

Η αποδοχή των μεταναστών, που κατοικούν στην Ελλάδα, από τους γηγενείς, φαίνεται, μεταξύ άλλων, και από την αντιμετώπιση των εθίμων τους από τα ημεδαπά Μ.Μ.Ε. Και επειδή, δυστυχώς, τα μέσα αυτά αποτελούν και μια εικόνα του λαού μας, τα συμπεράσματα για την ανοχή ενός σημαντικού μέρους της ελληνικής κοινωνιας προς τα έθιμα των μεταναστών, που διαμένουν δίπλα από εμάς, είναι μάλλον θλιβερά.
Έτσι, λοιπόν, ναι μεν μας προκαλεί απέχθεια το φαινόμενο των αυτομαστιγούμενων σιιτών μουσουλμάνων, που διαβιούν στην Ελλάδα, στα πλαίσια του εορτασμού της Ασούρα προς τιμή του ιμάμη Χουσεΐν, όπως αυτό παρουσιάστηκε χτες με μελανά χρώματα από ορισμένα Μ.Μ.Ε., το οποίο φαινόμενο χαρακτηρίστηκε ως βάρβαρο,
Άλλα μήπως έχουμε αναλογιστεί, εάν το φαινόμενο του σουβλίσματος του οβελία είναι εξίσου βάρβαρο στα μάτια αρκετών Δυτικών (φίλοι μου, που τήρησαν το εν λόγω έθιμο κατά τα φοιτητικά τους χρόνια στην Αγγλία, έγιναν αποδέκτες έντονων παραπόνων από τους γηγενείς γείτονές τους, οι οποίοι ένοιωσαν αποστροφή στο θέαμα του γδαρμένου και σουβλιζόμενου αμνού) ομού μετά του φαινομένου της μαζικής σφαγής χιλιάδων αμνών τις παραμονές του Πάσχα, προκειμένου να γεμίσουμε τα στερημένα, λόγω νηστείας, νεοελληνικά στομάχια; Ή, μήπως, το έθιμο της σφαγής ζώων με την ευκαιρία διαφόρων εορτασμών, ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες σε διάφορα σημεία της Ελλάδος, προκαλεί λιγότερο αποτροπιασμό σε τρίτους μη Έλληνες αλλά εσχάτως και σε αρκετούς Έλληνες;
Κάθε λαός έχει τις παραδόσεις του και τις τηρεί με διαφόρους τρόπους. Η αισθητική των εκδηλώσεων εορτασμού των παραδόσεων αυτών ποικίλλει και εξαρτάται από τις συνήθειες κάθε λαού, στο μέτρο, που αποδέχεται κανείς την παράδοση ως αφηρημένη έννοια. Η παράδοση μπορεί να είναι σεβαστή, εάν δεν παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα εκείνου, που την τηρεί ή αναγκάζεται να την τηρήσει. Το ίδιο συμβαίνει και με την ανοχή των τρίτων στις παραδόσεις των άλλων, ήτοι είναι σεβαστή, εφόσον δεν προσβάλλει θεμελιώδη δικαιώματά του. Όταν, όμως, αναφερόμαστε σε μια εορταστική συνήθεια, με σκοπό να κρίνουμε δυσμενώς κάποιο λαό ή κάποια κατηγορία προσώπων, που κατοικούν σε ένα τόπο, όπως, εν προκειμένω, τους οικονομικούς μετανάστες, που προέρχονται από μουσουλμανικές χώρες, τότε πλέον δεν ομιλούμε τόσο για θέμα αισθητικής όσο για θέμα ανοχής προς το διαφορετικό. Δεν εννοώ, ότι πρέπει να μας αρέσει το θέαμα της πληγωμένης πλάτης ενός πιστού έπειτα από τον εορτασμό της Ασούρα, όπως, βέβαια, δεν μπορούμε να εξαναγκάσουμε κάποιο Δυτικό να λατρέψει το θέαμα του σουβλιζόμενου οβελία, αλλά από μόνες τους αυτές οι καταστάσεις δεν πρέπει να αποτελούν κριτήριο, ώστε να αμφισβητήσουμε το δικαίωμα αυτού του προσώπου να ασκεί τα λατρευτικά του καθήκοντα έστω και κατ' αυτό τον τρόπο.
Κυρίως, όμως, το μήνυμα, που εξέπεμψαν τόσο τα Μ.Μ.Ε., που αναφέρθηκαν απαξιωτικά στο φαινόμενο του αυτομαστιγώματος στα πλαίσια της παραπάνω γιορτής, όσο και ατομικά ορισμένοι παρευρισκόμενοι ημεδαποί αλλά και κάποιοι διαδικτυακοί τόποι, ήταν άκρως ελληναράδικο και δεν είχε να κάνει με την αισθητική των διαμαρτυρομένων ημεδαπών αλλά με την άρνησή τους προς το διαφορετικό. Η εκδήλωση του διαφορετικού, έστω και στην ακραία μορφή της, που, όμως, δεν προσβάλλει τα δικαιώματα τρίτων, αποτελεί μια εικόνα, που έπειτα από αρκετά χρόνια συμβιώσεως με οικονομικούς μετανάστες προερχόμενους από μουσουλμανικές χώρες οφείλαμε αν όχι να την έχουμε συνηθίσει τουλάχιστον να την αποδεχόμαστε ως τμήμα της κουλτούρας κάποιων τρίτων προσώπων. Η αποδοκιμασία του τρόπου εκδηλώσεως του παραπάνω εορτασμού, όταν δεν συνοδεύεται από ανάλογη αποδοκιμασία για τον τρόπο, με τον οποίο υλοποιούνται ορισμένες παραδόσεις εν Ελλάδι, συνιστά μεγίστη υποκρισία και επιλεκτική ευαισθησία, καθόσον στρέφεται κατά των απεχθών αισθητικά μορφών εξωτερίκευσης των παραδόσεων ενός λαού, χωρίς να επικαλείται ανάλογη επίταση των συναισθημάτων, όταν οι εκδηλώσεις ενός εορτασμού προέρχονται από ομοεθνείς.
Η αισθητική δεν μπορεί με κανένα τρόπο να υποκαταστήσει το δικαίωμα των τρίτων να εορτάζουν με τον τρόπο τους και εντός των ορίων της νομιμότητας κάποιο έθιμό τους. Και η κρίση, ότι ο τρόπος εκδήλωσης ενός εθίμου, όχι συμπτωματικά τηρούμενου από αλλοδαπούς μουσουλμάνους μετανάστες, είναι αποκρουστικός, είναι υποκριτική και φανερώνει το ρατσισμό, που εντείνεται εσχάτως στην κοινωνία μας.

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Διαδικτυακή παλαβομάρα

Το αναδημοσιεύω από τη στήλη της κας. Έλενας Ακρίτα στα "ΝΕΑ", διότι πολύ με άρεσε : www.tanea.gr/default.asp?pid=10&la=1&ct=13&artid=4551869 . Αξίζει για όσους εντρυφούν στο φατσοβιβλίο (ελληνιστί facebook). Διότι αποδεικνύει, ότι η ιλαρότητα, που κυριαρχεί στη συγκεκριμένη εφαρμογή, παράγει ενίοτε ορισμένα παλαβά διαδικτυακά γκρουπ.
Ας προσθέσουμε μερικά ακόμα :
"Υφαντή... άντε γ... εσύ και το παριζάκι σ!!!!" Το αντικείμενο συζήτησης του γκρουπ αυτού παραμένει μεγάλο ερωτηματικό.
"Συνδέεις τα ψιψιψίνια με τα κοκοψόψαρα, πάει το χάσαμε το κορμί πατριώτη."Και το μυαλό, μου φαίνεται.
"Κάποτε μου άρεσες κ κόλλησα μαζί σου..Μα τώρα σε ξεπέρασα κ άντε κ γ......!"Δεν σου φαίνεται, θα έλεγα.
"ΕΙΜΑΙ ΓΚΡΙΝΙΑΡΗΣ ΚΑΙ ΓΟΥΣΤΑΡΩ..ΑΝ ΔΕ Σ ΑΡΕΣΕΙ ΚΑΝΕ ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΑ ΣΤΡΟΥΜΦΑΚΙΑ!"Και αυτό θα σε βοηθήσει να μαζέψεις κόσμο για το γκρουπ;
"Και γω οταν ημουν στο δημοτικό φύτευα φακές σε κεσεδάκι απο γιαούρτι"Και από τοτε δεν προόδευσες;
"Pws tha htan h zwh xwris TANQUERAY ?????? " Όπως θα ήταν και χωρίς αυτο το γκρουπ, καλύτερη.
"We're Lawyers, we're always right!"Κάτι τέτοια ακούν όσοι είναι έξω από το επάγγελμά μας και μας έχουν πάρει με τις κοτρώνες.
"Αν δεν ξυπνάω εύκολα το πρωί είναι επειδή τη νύχτα γίνομαι σουπερ-ήρωας".Και αυτή η νυχτερινή μετάλλαξή σου σε ωθεί σε τέτοιες εμπνεύσεις;

Καθόλου τιμητική εικόνα

Δέχομαι, ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος απέχει αρκετά από τον προκάτοχό του, τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χριστόδουλο. Ούτε τον αρρωστημένο έρωτα με τα Μ.Μ.Ε. έχει ούτε τον άκομψο και εμπρηστικό λόγο εκφέρει. Διαθέτει περισσότερη μόρφωση και το ταμπεραμέντο του είναι σαφώς πιο ήπιο. Η συκοφαντική εκστρατεία, που είχε εξαπολύσει εναντίον του ο προκάτοχός του, τον είχε καταστήσει συμπαθή στα μάτια του κόσμου. Και όλοι περίμεναν, ότι ο ιεράρχης, που δεν είχε τεθεί αρνητικά στο ενδεχόμενο του χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας, θα παρουσίαζε ένα περισσοτερο προοδευτικό πρόσωπο.
Η πρόσφατη, όμως, εικόνα του στο υπουργικό συμβούλιο πλάι, μάλιστα, στον κ. Πρωθυπουργό ήταν ακριβώς ό,τι δεν θα περιμένε κανείς να δει από ένα προοδευτικό ιεράρχη. Απλά θλίψη προκαλεί αυτό το θέαμα, αφού αναιρεί ό,τι προοδευτικό πρέσβευαν οι δύο πρωταγωνιστές αυτής της εικόνας. Και αν από ένα πολιτικό αναμένει κανείς τέτοιες ενέργειες, αφού το χρηστεπώνυμο πλήθος υπόσχεται μπόλικα ψηφαλάκια, από ένα ιεράρχη, που έδειχνε διαφορετικό πρόσωπο, αυτό δεν ήταν και τόσο αναμενόμενο.
Ίσως, τελικά, δόθηκε μεγάλη σημασία στην εικόνα, που παρουσίαζε προς τα έξω ο νέος Αρχιεπίσκοπος και, έτσι, πέρασε σε δεύτερη μοίρα η ουσία. Ναι μεν το μπρούτο και συχνά ελάχιστα πολιτισμένο ύφος του μακαρίτη Χριστόδουλου δεν επαναλήφθηκε αλλά η ουσία παραμένει, δυστυχώς, σε πολλά ουσιώδη σημεία η ίδια.

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Γλυκόπικρα κάλαντα

Έχουμε και λέμε :
Είδα πιτσιρικάδες να ψάλλουν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα μέχρι το στίχο "...χαίρει η φύσις όλη" και μετά να τείνουν την παλάμη τους χωρίς να πουν έστω ένα "και του χρόνου".
Είδα πιτσιρικάδες να στερούνται των στοιχειωδών τρόπων κατά τη διαδικασία των καλάντων.
Είδα πιτσιρικάδες ντυμένους με ό,τι είχαν βρει πρόχειρο. Τουλάχιστον κάποια εποχή φρόντιζαν κάποιοι γονείς του ντύσιμο των βλασταριών τους, προτού αυτού βγουν να πουν τα κάλαντα.
Είδα γονείς να μετρούν βλοσυροί το χαρτζιλίκι, που είχαν αποκομίσει τα τέκνα τους από τα κάλαντα και θυμήθηκα κάτι παλιές ελληνικές ταινίες, όπου το παιδί, που δεν είχε πουλήσει αρκετά γιασεμιά και, εκ του λόγου αυτού, δεν είχε φέρει αρκετά χρήματα στο σπίτι του, έτρωγε της χρονιάς του.
Είδα πιτσιρικάδες να σχολιάζουν μεγαλόφωνα "κοίτα το μαλ...., δεν μας άφησε να πουμε τα κάλαντα". Λεπτομέρεια : επρόκειτο για 5χρονα.
Κατά τα άλλα, το έθιμο των καλάντων τηρήθηκε και τη φετινή χρονιά.
Χρόνια πολλά σε όλους!

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

Νεοελληνική κρατική λαϊκιστική επιπολαιότητα

Πριν από αρκετά χρόνια, οι τηλεοπτικοί μας δέκτες είχαν γεμίσει με ιστορίες ανθρώπων, που καταστράφηκαν από τον τζόγο. Και μια και βρισκόμαστε σε εποχή προηγμένης τεχνολογίας, την τιμητική του είχε ο ηλεκτρονικός τζόγος και, συγκεκριμένα, τα διαβόητα "φρουτάκια", τα οποία εκείνη την εποχή κοσμούσαν κάθε σφαιριστήριο και καφενείο. Οι συνεντεύξεις δεκάδων ανθρώπων, που έχασαν ολόκληρες περιουσίες εξαιτίας του πάθους τους αυτού απασχόλησαν την κοινή γνώμη για αρκετό καιρό, με τη βοήθεια των γνωστών τηλε-εισαγγελέων, που στηλίτευσαν την τότε κυβέρνηση, επειδή δεν είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να παταχθεί αυτή η κατάσταση.
Μπροστά στη λαϊκή κατακραυγή, η τότε κυβέρνηση σύρθηκε στην ψήφιση του Ν.3037/2002, προκειμένου να περιορίσει τον τζόγο. Και, ως είθισται σε παρόμοιες περιπτώσεις, η μπάλα πήρε το σύνολο των ηλεκτρονικών παιγνίων, καθένα εκ των οποίων μπορούσε με τον κατάλληλο μηχανισμό να μετατραπεί σε "φρουτάκι", με αποτέλεσμα να απαγορευτούν τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Η υπόθεση, φυσικά, έφτασε μέχρι την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία το περασμένο καλοκαίρι επέβαλε πρόστιμο στη χώρα μας, ύψους περίπου 3.000.000 ευρώ αλλά και επιπρόσθετο ημερήσιο πρόστιμό, μέχρις ότου η χώρα μας καταργήσει το σχετικό νόμο, ενώ το Δ' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει κρίνει, ότι η γενική αυτή απαγόρευση, όπως προκύπτει από τον παραπάνω νόμο, αντίκειται στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Λαμβανομένου υπόψη και του άρθρου 28 του Συντάγματός μας, σύμφωνα με το οποίο "Oι γενικά παραδεγμένoι κανόνες τoυ διεθνoύς δικαίoυ, καθώς και oι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τoυς με νόμo και τη θέση τoυς σε ισχύ σύμφωνα με τoυς όρoυς καθεμιάς, απoτελoύν αναπόσπαστo μέρoς τoυ εσωτερικoύ ελληνικoύ δικαίoυ και υπερισχύoυν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμoυ", μπορεί κανείς να βγάλει εύκολα τα συμπεράσματά του. Και, βέβαια, να αντιληφθεί, ότι πρόκειται για μια, ακόμα, ελάχιστα τιμητική ενέργεια της χώρας μας.
Πρόσφατα και με αφορμή την περίπτωση του πρώην Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, κ. Βουλγαράκη, η νέα κυβέρνηση μελέτησε το ενδεχόμενο της απαγόρευσης συμμετοχής των μελών της, των βουλευτών και των γενικών και ειδικών γραμματέων σε υπεράκτιες εταιρείες, προκειμένου να αποφευχθεί ο προκλητικός πλουτισμός προσώπων, τα οποία συμμετέχουν στην εκάστοτε κυβέρνηση και αποκομίζουν σημαντικά οικονομικά οφέλη, πλέον των νομίμων αποδοχών τους, ένεκα της θέσης τους αυτής (για περισσότερα www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=1084379&lngDtrID=244).
Και στις δύο περιπτώσεις, η κυβέρνηση κινήθηκε με βάση ηθικά και μόνο κριτήρια. Η περιλάλητη, πλέον, φράση, που αποδίδεται στον κ. Βουλγαράκη, ότι "το νόμιμο είναι και ηθικό" προκάλεσε πραγματικά αλγεινή εντύπωση σε πάρα πολύ κόσμο, ο οποίος βιώνει καθημερινά τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και της συρρίκνωσης της αγοραστικής του δύναμης, ενώ την ίδια στιγμή ο παραπάνω πολιτικός αλλά και αρκετοί άλλοι, τους οποίους ο εν λόγω επεσκίασε, είχαν τη δυνατότητα, λόγω των πολιτικών θέσεων, που κατείχαν, να αυξήσουν την περιουσία τους.
Μόνο που η ηθική δεν μπορεί να υποκαταστήσει το δίκαιο. Για την ακρίβεια, η ηθική αποτελεί ένα εκ των βασικών αξόνων, πάνω στους οποίους κινείται και διαπλάθεται το δίκαιο, πλην, όμως, δεν αποτελεί υπέρτερη του δικαίου αξία, καθόσον δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια για τον προσδιορισμό της σε αντίθεση με το δίκαιο, το οποίο αποτελεί μια κατάκτηση διαμορφωμένη με την πάροδο του χρόνου, που τα τελευταία χρόνια έχει ξεφύγει από το σφιχτό εναγκαλισμό με τα ήθη και έθιμα της κοινωνίας.
Κακά τα ψέμματα, όσο και αν ακούγεται ανήθικο, το δικαίωμα του πλουτισμού δεν μπορεί να απαγορευθεί με την απειλή ποινών. Αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα σε μια ελεύθερη κοινωνιά, όπου παρέχεται η δυνατότητα στην καθένα να συσσωρεύσει πλούτο, αν αυτός δεν προέρχεται από παράνομες ενέργειες. Μηχανισμοί ελέγχου του πλουτισμού κάθε πολίτη αυτής της χώρας υπάρχουν και μπορούν να τεθούν σε λειτουργία, με την έννοια του ελέγχου πιθανής σύνδεσης του πλουτισμού αυτού με κάποια παράνομη δραστηριότητα, αρκεί να υπάρξει η κατάλληλη βούληση προς τούτο. Με άλλα λόγια, αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα ακόμα και ενός πολιτικού η ενασχόλησή του με δραστηριότητες, οι οποίες έχουν ως στόχο την αύξηση του εισοδήματός του, αν αυτές δεν εμπίπτουν σε διατάξεις του ποινικού κώδικα και των πάμπολλων ειδικών ποινικών νόμων, που ισχύουν στη χώρα μας. Αν, τώρα, η έντονη ενασχόληση του εν λόγω πολιτικού με την τσέπη του συνεπάγεται την αμέλειά του ως προς την άσκηση των πολιτικών καθηκόντων του, εναπόκειται στους πολίτες αυτής της χώρας να τον κρίνουν και, ενδεχόμενα, να μην τον ξαναψηφίσουν. Η πραγματικότητα αφήνει μάλλον δυσάρεστα συμπεράσματα για το επίπεδο της κρίσης μας, ακόμα και για αυτή καθαυτή την ύπαρξή της.
Όσον αφορά την κοινή λογική, η οποία φρύαξε στο άκουσμα της παραπάνω φράσης από τον κ. Βουλγαράκη, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε, ότι η κοινή λογική, στο μέτρο που γίνεται δεκτή η ύπαρξη μιας τέτοιας αφηρημένης έννοιας, δεν μπορεί να επιβάλλει συμπεριφορές κατά παράβαση βασικών κανόνων δικαίου. Και, όπως προαναφέρθηκε, το δικαίωμα του πλουτισμού είναι αναφαίρετο, ακόμα και για ένα πολιτικό, ο οποίος έχει τη δυνατότητα, λόγω της θέσεως, που κατέχει, να έχει ευκολότερη πρόσβαση στις διόδους αυτού του πλουτισμού. Όταν η κοινή λογική, λοιπόν, σύρει την εκάστοτε κυβέρνηση στην ψήφιση νόμων, όπως οι παραπάνω, τότε κανένας δεν θα πρέπει να αποκλείσει αύριο μεθαύριο και όσο συντηρητικοποιείται η κοινωνία μας να ασκηθούν πιέσεις, ώστε να κριθούν παράνομα ως ανήθικα τα γκέι - μπαρ. Το παράδειγμα, βέβαια, είναι τυχαίο αλλά ενδεικτικό της ηθικής, που η κοινή γνώμη επιθυμεί ενίοτε να επιβάλει σε βάρος του νόμου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του πολίτη.
Ας παύσουμε, λοιπόν, να διαρρηγνύουμε τα ιμάτιά μας για την ηθική των πολιτικών μας και την κατάπτωση των ηθικών αξιών στον τόπο μας! Διότι ναι μεν δεν πρέπει να αγνοούνται τα παραπάνω φαινόμενα, πλην, όμως, η αντιμετώπισή τους με κατασταλτικά νομικά μέσα όχι μόνο δεν επιλύει το πρόβλημα αλλά φέρνει και την Ελλάδα αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο παραβίασης βασικών κανονων δικαίου, που πηγάζουν, μεταξύ άλλων, και από διεθνείς συμβάσεις και σχετικά νομοθετήματα.

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Ένας σκοταδιστής "αντιεξουσιαστής"

Υπέπεσε στην αντίληψή μου πρόσφατα, σε κάποια δημόσια υπηρεσία, μια αφίσα, η οποία διαφήμιζε μια εκδήλωση του "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ", που έλαβε χώρα τον περασμένο Σεπτέμβριο με θέμα "Ο ΟΣΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ". Δε γνωρίζω, τι ακριβώς συζητήθηκε στο εν λόγω συνέδριο αλλά η εκδήλωση αυτή αποτέλεσε την αφορμή, ώστε να επισκεφτώ την ιστοσελίδα του παραπάνω ινστιτούτου (www.papoulakos.org/).
Σε ένα κράτος, όπου επιτρέπεται η ελευθερία της έκφρασης, είναι λογικό να έρχεται κανείς αντιμέτωπος με απόψεις, με τις οποίες δεν συμφωνεί. Πλην, όμως, το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, ως απόρροια του δικαιώματος στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, όχι μόνο επιτρέπει τη διατύπωση μιας άποψης χωρίς προσκόμματα αλλά και επιβάλλει το σεβασμό σε αυτή, χωρίς αυτό, βέβαια, να αποκλείει τον αντίλογο στην άποψη αυτή.
Μια προσεκτική ανάγνωση της εν λόγω ιστοσελίδας, όμως, αποδεικνύει, ότι το δικαίωμα στον αντίλογο μερικές φορές είναι επιβεβλημένο, κυρίως όταν διατυπώνονται απόψεις, οι οποίες πηγαίνουν κόντρα στην πραγματικότητα. Θα ήταν απαράδεκτο, βέβαια, να αρνηθεί κανείς στους δημιουργούς της παραπάνω ιστοσελίδας αλλά και όσους σέβονται και τιμούν τον Παπουλάκο να εκφράζονται ευμενώς για το βίο και την πολιτεία του. Ωστόσο, ορισμένα θέματα στην εν λόγω ιστοσελίδα μάλλον βγάζουν μάτι.
Διαβάζει κανείς, λοιπόν, στην εν λόγω ιστοσελίδα, ότι "ο μοναχός Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος από τον Aρμπουνα των Καλαβρύτων, με την ζωή του και τον αγώνα του εξέφραζε μία αντίδραση του γαλουχημένου στην Ορθόδοξη παράδοση λαού, έναντι των αλλοιώσεων από το ισχυρό κοσμικό πνεύμα του διαφωτισμού, που με την υλική του λάμψη, άρχισε να εισέρχεται και να επιβάλλεται από το νεοσύστατο κράτος, θαμπώνοντας και ανατρέποντας συθέμελα στις ψυχές των ανθρώπων τις πατροπαράδοτες αξίες του ταλαίπωρου γένους μας": Και ποιά είναι, άραγε, αυτή η Ορθόδοξη παράδοση, που επικαλείται ο συκτάκτης της ιστοσελίδας αυτής; Από τις ελάχιστες πληροφορίες, που υπάρχουν για τον Παπουλάκο, γνωρίζουμε, ότι επρόκειτο για ένα πρόσωπο αγράμματο, που εργαζόταν ως χοιροσφάκτης στον Άρμπουνα Καλαβρύτων, τόπο καταγωγής του, και έπειτα από κάποια ασθένεια - χωρίς αυτό να είναι απόλυτα επιβεβαιωμένο - εγκατέλειψε τα εγκόσμια και περιεβλήθη το μοναχικό σχήμα. Μετά από παραμονή αρκετών ετών είτε στη σκήτη, που αυτός (φημολογείται ότι) έφτιαξε, είτε στο Μέγα Σπήλαιο, έλαβε άδεια ιεροκήρυκα και άρχισε να κηρύττει αρχικά στην περιοχή των Καλαβρύτων και μεταγενέστερα στην υπόλοιπη Πελοπόννησο και σε κάποια νησιά του Αργοσαρωνικού. Στα πρώτα κηρύγματά του αρκούνταν σε θέματα ηθικής και ερμηνείας των γραφών- πράγμα αρκετά παράδοξο, αν αναλογιστεί κανείς, ότι έμαθε γράμματα σε προχωρημένη ηλικία και σε συνθήκες, που κάθε άλλο παρά ευνοούσαν τις θεολογικές σπουδές. Σταδιακά, όμως, άρχισε να στρέφεται κατά των μεταρρυθμίσεων, που είχαν πραγματοποιηθεί από τους Βαυαρούς. Εστράφη, λοιπόν, κατά των σχολείων, που δίδασκαν τα "άθεα γράμματα", σύμφωνα με προσφιλή του ρήση, και προέτρεπε τους γονείς να αποσύρουν τα παιδιά τους από αυτά. Παράλληλα, κήρυττε, ότι τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν τα ιερά βιβλία, εννοώντας την Οκτώηχο και το Ψαλτήρι, και μόνο αυτά. Περαιτέρω, χαρακτήριζε τα πανεπιστήμια "διαβολοεπιστήμια", τα δικαστήρια "γυφτόσπιτα", τα ατμόπλοια "καρότσες του διαβόλου" και άλλα πολλά. Επίσης, κήρυττε, ότι οι μεγάλες δυνάμεις επιβουλεύονταν τον τόπο και ήθελαν να τον μοιράσουν, ώστε να μας αποσπάσουν από την ορθόδοξη παράδοσή μας. Στο τέλος, τα έβαλε με τον Όθωνα, τον οποίο αποκαλούσε "ψωριάρικο κατσίκι", ενώ με τους οπαδούς του έφτασε ένα βήμα πριν από την εισβολή του στην Καλαμάτα.
Από τα παραπάνω αντιλαμβάνεται κανείς, ότι η ορθόδοξη παράδοση του τόπου μας, όπως ο Παπουλάκος την αντιλαμβανόταν και διέχεε στις εξαθλιωμένες αλλά και αμόρφωτες μάζες του μετεπαναστατικού ελληνικού κράτους, ήταν εντελώς αντίθετη με τη μόρφωση, τη δικαιοσύνη και τις εξελίξεις στην τεχνολογία. Τα επιτεύγματα του Διαφωτισμού απειλούσαν την "παράδοση" αυτή όχι επειδή σκοπός των διαφωτιστών ήταν η αποκοπή των Ελλήνων από τις ρίζες τους αλλά επειδή διαφώτιζαν το νου των ανθρώπων και τους απομάκρυναν από τη διαβρωτική επιρροή μιας εκκλησίας, η οποία ουδέποτε εκτίμησε τη γνώση πολλώ δε μάλλον δεν προέτρεψε τους πιστούς να μορφωθούν, ώστε να δύναται να τους χειραγωγεί. Τέτοιου είδους "αλλοιώσεις" απειλούνταν από το Διαφωτισμό και κατά αυτών των αλλοιώσεων κήρυξε την αντίσταση ο Παπουλάκος.
Όσο για το θάμπωμα και την ανατροπή, που επέφερε ο Διαφωτισμός στις ψυχές των Ελλήνων της εποχής του Παπουλάκου, πρόκειται για επιχείρημα, που απλά δεν αντέχει σε καμμία κριτική. Περισσότερο ενοχλούσε η αδυναμία ή απροθυμία των Ελλήνων της εποχής εκείνης να ακολουθήσουν πραγματικά τις εξελίξεις παρά τα επιτεύγματα του Διαφωτισμού, τα οποία έψεξε ο Παπουλάκος, γνωρίζοντας, ότι οι αμόρφωτοι άνθρωποι εύκολα δαιμονοποιούν όσα τους υποδείξει κάποιος επιτήδειος ρασοφόρος.
Όσον αφορά την αντίδραση του του γαλουχημένου στην Ορθόδοξη παράδοση λαού "έναντι των αλλοιώσεων από το ισχυρό κοσμικό πνεύμα του διαφωτισμού", δυστυχώς αυτή εξαντλήθηκε στη συλλογή των πετρών, στις οποίες πατούσε ο Παπουλάκος κατά τις περιοδείες του, στο ξήλωμα του ράσου του, αφού ο εν λόγω καλόγερος είχε αφήσει να διαρρεύσει η φήμη, ότι μια κλωστή από το ράσο του αρκούσε, ώστε να φουσκώσει η ζύμη για το ψωμί ή να έχει καλή ψαριά ο αλιέας, αν την έδενε στα δίχτυα του, και στα εσχατολογικά κηρύγματα και τις προφητείες του.
Παρακάτω, διαβάζει κανείς, ότι "το αποτέλεσμα της βίαιης αυτής υιοθέτησης του ξενόφερτου τρόπου ζωής στον έλληνα, οδήγησε στο σημερινό αδιέξοδο". Αν σας έρχονται στο νου αναλόγου περιεχομένου κηρύγματα του προαναφερθέντος, σχετικά προσφάτως μεταστάντος, ιεράρχη, δεν πέφτετε έξω. Η παλαιά τακτική της επίσημης εκκλησίας - τουλάχιστον ενός σημαντικού τμήματός της - να λασπολογεί το σύγχρονο τρόπο ζωής, χωρίς τουλάχιστον να εστιάζει σε εκείνα τα σημεία του, που πραγματικά βλάπτουν, είναι σύμφυτη με το σκοταδιστικό λόγο της, κατά τον οποίο η επιστροφή στις ρίζες προωθείται ως η κατάλληλη λύση για τα προβλήματα του λαού μας. Ως ρίζες, βεβαίως, εννοείται η ελληνορθόδοξη αγωγή, όπου οι θετικές επιστήμες και τα γεγονότα, που δεν τιμούν την Ορθοδοξία και τη θρησκεία γενικότερα, δεν έχουν καμμία, απολύτως, θέση. "Όπισθεν ολοταχώς", όπως έλεγε ο ανωτέρω μεταστάς ιεράρχης, δηλαδή, ο οποίος σε κάποια κηρύγματά του είχε επικαλεστεί τον Παπουλάκο (λίαν κατατοπιστικός ο κ. Μανώλης Βασιλάκης στο βιβλίο του "Η μάστιγα του Θεού" αλλά και www.papoulakos.org/kefalaio-7-4.html, όπου οι τιμές αρκετών άλλων ανώτατων ιεραρχών προς τον Παπουλάκο).
Φυσικά, η εν λόγω ιστοσελίδα αναφέρεται και στην απροκάλυπτα φιλόρωσση Φιλορθόδοξη Εταιρεία, μέλη της οποίας, όπως ο Κοσμάς Φλαμιάτος αλλά και τότε ο ηγούμενος του Μεγάλου Σπηλαίου Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος επηρέασαν, και μάλλον κατήχησαν, τον Παπουλάκο. Η εν λόγω εταιρεία "κατέκρινε το διωγμό των κρατούντων κατά του μοναχισμού και έλεγχε τον ξενόφερτο τρόπο ζωής ως υπεύθυνο για την αλλοίωση του Ορθόδοξου φρονήματος", σύμφωνα με την παραπάνω ιστοσελίδα. Ωστόσο, σε μια πάμφτωχη μετεπαναστατική Ελλάδα, η ύπηρξη τόσων μοναστηριών, τα οποία κατείχαν τεράστιες εκτάσεις, ήταν τουλάχιστον προκλητική και η πολιτική της Αντιβασιλείας προέβλεπε τη διάλυση των περισσοτέρων από αυτά και την περιέλευση της περιουσίας τους στο κράτος, όπως και έγινε. Βέβαια, η πανταχού παρούσα νεοελληνική κακοδαιμονία δεν επέτρεψε την απόδοση των ακινήτων αυτών στους ακτήμονες χωρικούς. Αλλά το ορθόδοξο φρόνημα παρέμεινε και ας έτρωγαν πέτρες οι πάμφτωχοι ακτήμονες.
Αλλού "Η «αντιεξουσιαστική» του δράση δημιουργούσε πρόβλημα στην ευρύτερη επίσημη αναγνώρισή του". Σε λίγο θα διαβάσουμε, ότι ο Παπουλάκος πετούσε μολότοφ στα "γυφτόσπιτα" και τις "καρότσες του διαβόλου". Τέλος πάντων, η αλήθεια είναι, ότι η όποια "αντιεξουσιαστική" του δράση περιορίστηκε σε κατάρες προς ό,τι δεν προερχόταν από την ορθοδοξία, όπως το είχε πλάσει στο νου του αλλά και όπως του το είχαν μεταφέρει οι της Φιλορθοδόξου Εταιρείας. Κοινώς, κήρυττε κατά της μόρφωσης και της προόδου, στοιχεία κάθε άλλο παρά αντιεξουσιαστικά.
Αλλού διαβάζουμε, ότι "έχουν ιστορηθεί σύγχρονες εικόνες του οσίου Χριστοφόρου ". Η οσιοποίηση ενός προσώπου, αν δεν απατώμαι, εξαρτάται από την ίδια την Εκκλησία, η οποία, όμως, δεν γνωρίζω, αν έχει προχωρήσει στη διαδικασία αυτή. Και, σε κάθε περίπτωση, προκαλεί τουλάχιστον θυμηδία η οσιοποίηση ενός προσώπου, του οποίου η αντίσταση εξαντλήθηκε στη δαιμονοποίηση της γνώσης και της προόδου. Εδώ, που τα λέμε, δεν θα είναι ο πρώτος.
Τέλος, αξίζει η αναφορά, ότι "πολλά από τα δεινά που συμβαίνουν στην εποχή μας τα είχε προφητέψει ο Παπουλάκος, και γι' αυτό είναι γνωστή η φράση στον Μοριά «ζούμε τις μέρες του Παπουλάκου".Οι παντός είδους προφητείες είναι τόσο γενικόλογες, που μπορούν να συμπεριλάβουν πολλές καταστάσεις, χώρια που μπορούν να ερμηνευτούν με περισσότερους τρόπους, κανένας εκ των οποίων δεν μπορεί να γίνει αντικειμενικά αποδεκτός. Περαιτέρω, αναφέρονται σε θέματα, τα οποία ναι μεν δεν είχαν έλθει, τότε, στην Ελλάδα, όπως η "προφητεία", ότι θα έλθει εποχή, που ο κόσμος θα δεθεί με κλωστές, αναφορά στον τηλέγραφο, ο οποίος ήταν ήδη γνωστός στην Ιταλία, την οποία ο εκ των κεφαλών της Φιλορθοδόξου Εταιρείας, Κοσμάς Φλαμιάτος, είχε επισκεφτεί και πιθανότατα την ανέφερε στον αμόρφωτο και φανατικό θρησκόληπτο Παπουλάκο ως κάτι το δαιμονικό. Κυρίως, όμως, αποτελούν αντιγραφή και συνέχεια αναλόγων προφητειών, που κυκλοφορούσαν σε έντυπα και χειρόγραφα ήδη από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπως αυτών, που περιλαμβάνονταν στη διαβόητη "φυλλάδα του Αγαθάγγελου". Όλως τυχαίως, η "φυλλάδα" αυτή αναφερόταν στο "ξανθό γένος", που θα απελευθέρωνε τους Έλληνες. Η Φιλορθόδοξος Εταιρεία ήταν ακραιφνώς φιλορωσσική. Άρα οι προφητείες του "οσίου" δεν ήταν τόσο αθώες.
Η εν λόγω ιστοσελίδα καταλήγει στον επίλογό της, ότι "συμπεραίνεται ότι το ερώτημα που θέσαμε στην αρχή του επιλόγου (αν, δηλαδή, ο Παπουλάκος είναι άγιος ή αγύρτης) δέχεται απάντηση και προσδιορίζεται υποκειμενικά ανάλογα με την προσωπική τοποθέτηση του καθενός στα θέματα πίστεως και την αγάπη του για την Αλήθεια". Μόνο, που η αλήθεια, είτε με κεφαλαίο "Α" είτε με μικρό, είναι εντελώς διαφορετική, ακόμα και για εκείνους, που εμμένουν να πιστεύουν αλλά δεν αποδέχονται αναντίρρητα ό,τι πρεσβεύουν ορισμένοι εκ των πιστών. Και δεν είναι καθόλου τιμητική για τον "όσιο" Παπουλάκο, καθόσον τείνει περισσότερο προς τη δεύτερη άποψη γι' αυτόν.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Περισσεύουν οι Κλαζομένιοι στις μέρες μας;

Πριν από αρκετά χρόνια, ο τότε δημοσιογράφος της "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ" και νυν εκδότης κ. Θέμος Αναστασιάδης είχε τη φαεινή έμπνευση να σατιρίσει την αντιδικτατορική οργάνωση "ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΡΑΙΟΣ" με ένα τρόπο, ο οποίος θεωρήθηκε αρκετά χοντροκομμένος και προκάλεσε θύελλα επιστολών διαμαρτυρίας στην παραπάνω εφημερίδα, την προσωρινή διαγραφή του κ. Αναστασιάδη από το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό όργανο της Ε.Σ.Η.Ε.Α. αλλά και μια έντονη συζήτηση γύρω από τα όρια της ελευθερίας του λόγου. Ανάμεσα στους διαμαρτυρόμενους για την εν λόγω ενέργεια του κ. Αναστασιάδη υπήρξε και ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, κ. Αθανάσιος Διαμαντόπουλος, η επιστολή του οποίου κατέληγε με την άκρας κομψότητας φράση "ΑΓΑΜΟΙ ΘΥΤΑΙ, ΜΑΥΡΗ ΤΡΥΠΑ"(η αλήστου μνήμης στήλη του κ. Αναστασιάδη την εποχή εκείνη στην "Ε").
Μερικά χρόνια αργότερα, ήταν η σειρά του φιλολόγου και αρθρογράφου των σαββατιάτικων "ΝΕΩΝ", κ. Κώστα Γεωργουσόπουλου, με αφορμή μια συνέντευξη του κ. Βασίλη Λαμπρόπουλου, καθηγητή νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν των Η.Π.Α., να δώσει ρεσιτάλ καλωσύνης. "Οικουμενικό Μιτσιγκάνο" και "μπουμπούνα" χαρακτήριζε τον κ. Λαμπρόπουλο ο κ. Γεωργουσόπουλος, ο οποίος κάποτε δίδασκε σε σχολείο μέσης εκπαίδευσης, ελπίζω όχι χρησιμοποιώντας παρόμοιους επιθετικούς προσδιορισμούς (για περισσότερα, διαβάστε www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=56614).
Πιο πρόσφατα, διαβάσαμε τις οξύτατες κριτικές κατά της τριάδας των κ.κ. Αποστόλου Δοξιάδη, Τάκη Θεοδωρακόπουλου και Πέτρου Μάρκαρη, οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν πέρσυ τέτοια εποχή για τις διακοπές διαφόρων θεατρικών παραστάσεων από ομάδες νεαρών. Ήταν ο ταραγμένος περσυνός Δεκέμβριος και μια από τις πιο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις ήταν και η παραπάνω, η οποία, σημειωτέον, συνοδεύτηκε, μεταξύ άλλων, και από την διακόσμηση των τοίχων του Εθνικού Θεάτρου με πολιτιστικά συνθήματα, τύπου "Σκ..... στους κουλτουριάρηδες". Εκ των ανωτέρω, ο κ. Δοξιάδης είχε την τιμητική του από μια μερίδα των υμνητών των εξεγερμένων νέων. "Ανεπάγγελτος", "μεγαλοαστός", "από ευνοημένη οικογένεια" και "κρατικοδίατιος λογοκριτής της κινηματογραφικής τέχνης" ήταν μόνο μερικές από τις τιμές, που του επιδαψίλευσαν οι πολέμιοί του εκείνες τις ημέρες. Ο κ. Θεοδωρακόπουλος πλήρωσε τη στήλη, που διατηρεί στα σαββατιάτικα "ΝΕΑ". Και οι τρεις μαζί χαρακτηρίστηκαν βολεμένοι και χωρίς προβληματισμούς ευκατάστατοι διανοούμενοι, οι οποίοι ουδέποτε, όπως ειπώθηκε, διαμαρτυρήθηκαν για άλλα θέματα. Ίσως επειδή μόνο οι απρόβλητοι ίσως και απόβλητοι αυτής της κοινωνίας έχουν το δικαίωμα να αρθρώνουν λόγο.
Και, τέλος, ακόμα πιο πρόσφατα και με αφορμή τη συμπλήρωση ενός χρόνου από το θάνατο του Αλεξάνδρου Γρηγορόπουλου ακούσαμε κόσμο και από τις δύο πλευρές να επιδίδεται σε όργιο χαρακτηρισμών εναντίον των εκφραστών της αντίθετης άποψης. Φέτος είχε την τιμητική του, μεταξύ άλλων, και ο κ. Κανέλλης εξαιτίας ενός επικριτικού, κατά πολλούς αηθούς, άρθρου του στην ιστοσελίδα protagon.gr, όπου επέκρινε προηγούμενη ανάρτηση του προέδρου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., κ. Τσίπρα για τα γεγονότα του περσυνού Δεκεμβρίου. Αρκεί να πληκτρολογήσετε στο γκουγκλ τις λέξεις "ΚΑΝΕΛΛΗΣ" και "ΤΣΙΠΡΑΣ", ώστε να έλθετε αντιμέτωποι με ένα άγριας ομορφιάς απάνθισμα της εφαρμογής του διαδικτυακού σαβουάρ βιβρ.
Κανένας δεν διαφωνεί, ότι η πολυφωνία είναι συστατικό της δημοκρατίας και για την κατοχύρωσή της αγωνίστηκαν χιλιάδες άνθρωποι στο πέρασμα των αιώνων και συνεχίζουν να αγωνίζονται για το κάθε άλλο παρά αυτονόητο αυτό στοιχείο. Το δικαίωμα να εκφράζει κάποιος τη δική του άποψη αποτελεί τη μια όψη του νομίσματος, ενώ στην άλλη υπάρχει το δικαίωμα στον αντίλογο στην άποψη αυτή, η οποία ενδεχόμενα να βρίσκει αντίθετους κάποιους τρίτους. Και σε ένα σύγχρονο πολίτευμα αυτή η ανταλλαγή απόψεων πρέπει να συμπορεύεται με το σεβασμό προς την αντίθετη άποψη.
Ε, ακριβώς αυτό το σεβασμό δεν βλέπουμε σε αρκετές περιπτώσεις στην ημεδαπή. Και οι πρόσφατες ανταλλαγές απόψεων και η πολεμική μεταξύ των εκφραστών των αντιθέτων απόψεων, με αφορμή την επέτειο από τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008 αλλά και τα παλαιότερα παραπάνω ενδεικτικά παραδείγματα αποδεικνύουν, ότι ως λαός στερούμεθα, ακόμα, ορισμένων στοιχειωδών γνωρισμάτων ενός δημοκρατικού και σε κάθε περίπτωση πολιτισμένου ανθρώπου. Αν μια άποψη είναι αντίθετη προς τη δική μας, επιλέγουμε για την αντίκρουσή της όχι κάποια λογικά επιχειρήματα αλλά χτυπήματα κάτω από τη μέση, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με την τακτική της επιχειρηματολογίας και της πολιτισμένης ανταλλαγής απόψεων, ή λεξιλόγιο διόλου κολακευτικό, που ελάχιστα αρμόζει σε συζητητή σοβαρών θεμάτων. Και, δυστυχώς, η πρακτική αυτή έχει υιοθετηθεί ακόμα και από πρόσωπα, που λόγω πανεπιστημιακών περγαμηνών και διανοητικών επιδόσεων δεν έδιδαν την εντύπωση, ότι θα κατέφευγαν στό τόσο αγοραίο ύφος και επιχειρηματολογία. Διότι δεν μπορώ να χαρακτηρίσω αλλιώς πως είτε την επιλογή λέξεων, που δε συνάδουν με το ήθος και τη μόρφωση των προσώπων, που τις εκτόξευσαν, είτε με τη στόχευση της προσωπικής ζωής εκείνων, με των οποίων την άποψη τυγχάνει να διαφωνούν.
Το θλιβερότερο, όμως, της υπόθεσης αυτής είναι ,ότι είδαμε πρόσωπα, που αυτοπροσδιορίζονται "αριστεροί", να ακολουθούν αυτή την οδό και να επιτίθενται με αηθείς εκφράσεις και περιφρονητικό ύφος προς όσους έλαχε να υποστηρίζουν τα αντίθετα από αυτούς. Και οι στόχοι τους, δυστυχώς, δεν ήταν οι γνωστοί φασίστες, που με πρώτη ευκαιρία ξιφουλκούν κατά των πολεμίων τους, όταν δεν επιχειρούν να φιμώσουν δια της βίας τις αντίθετες με τα πιστεύω τους φωνές, όπου μια επιθετικότητα εκ μέρους των αριστερών ίσως ήταν αποδεκτή, αλλά διανοούμενοι ή απλοί εκφραστές μιας άποψης, οι οποίοι είδαν από διαφορετική οπτική γωνία το ίδιο με αυτούς θέμα, χωρίς να εντάσσονται στο όποιο φασιστικό μπλοκ ή να συμμερίζονται έστω κατ' ελάχιστο τις απόψεις τους. Ακόμα, όμως, και στην περίπτωση της "ΜΑΥΡΗ ΤΡΥΠΑΣ", με τους αστεϊσμούς της οποίας διαφωνούσε πολύς κόσμος και χαρακτήριζε τη νοοτροπία της ως φασιστική, είναι τουλάχιστον άσχημο για ένα καθηγητή πανεπιστημίου να απαντά με τέτοιους χαρακτηρισμούς, ακριβώς επειδή περιμένει κανείς από ένα πρόσωπο, το οποίο διδάσκει νέους ανθρώπους σε κάποια πανεπιστημιακή σχολή, να μην υιοθετεί εκείνες ακριβώς τις εκφράσεις, που χαρακτηρίζουν αυτούς, των οποίων τις ενέργειες στηλιτεύει, ήτοι τους φασίστες και τους αγροίκους (συχνότατα οι ιδιότητες αυτές απαντούν στα ίδια πρόσωπα).
Κύριο γνώρισμα όλων των πολεμίων με τα παραπάνω μέσα των απόψεων, που δεν τους αρέσουν, είναι η άρνηση της αντίθετης άποψης (για την αποφυγή παρεξηγήσεων, εξαιρώ τον κ. Διαμαντόπουλο από την κατηγορία αυτή, αρκούμενος απλά να επισημάνω το αηθές της περιόδου κατακλείδας της επιστολής διαμαρτυρίας του). Η πληθώρα επιθετικών προσδιορισμών και η αλύπητη επίθεση με την έκθεση προσωπικών δεδομένων όσων διετύπωσαν μια αντίθετη άποψη φανερώνει την αδυναμία ενός σημαντικού μέρους της κοινωνίας μας να σκεφτεί δημοκρατικά και πολιτισμένα και να επιτρέψει να ακουστεί μια φωνή διαφορετική από τη δική της. Κυρίως, όμως, προδίδει μια απουσία δημοκρατικής αγωγής, συστατικού απαιτούμενου σε μια πολυφωνική κοινωνια.Και η κοινωνία εκείνη, όπου οι μεν αντιμάχονται τους δε με επιχειρήματα κάτω από τη μέση, δεν μπορεί να βαυκαλίζεται, ότι είναι δημοκρατική κατά βάθος παρά κατ' επίφαση και πάλι με ερωτηματικό.
"'Εξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν", έλεγαν οι αρχαίοι Σπαρτιάτες απηυδυσμένοι από τη συμπεριφορά των απεσταλμένων των Κλαζομενών στην πόλη τους. Εκεί, σύμφωνα με το ιστολόγιο του κ. Σαραντάκου (διαβάστε www.sarantakos.com/arx/arx_klazom19.html), οι Έφοροι όρισαν κάποιο κήρυκα, ο οποίος βγήκε στους δρόμους της αρχαίας Σπάρτης και φώναζε την παραπάνω φράση, ώστε αφενός να δικαιολογήσει τους άξεστους Κλαζομένιους αφετέρου να τους συνετίσει. Μόνο που ένας τέτοιος ντελάλης στις μέρες μας θα ακουγόταν σα φωνή βοώντος εν τη ερήμω, αφού θα περίσσευαν τα βουλωμένα αυτιά. Εκτός αν παρηγορεί, που θα δικαιολογούνταν, έτσι, η έλλειψη αγωγής, που μας διακρίνει σε μεγάλο βαθμό.

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Μια βιβλιοθήκη από το παρελθόν

Όταν ήμουν μαθητής του Δημοτικού και ετύγχανε το σχολείο μου να λειτουργεί σε απογευματινή βάρδια, ένα από τα πιο ευχάριστα καταφύγιά μου ήταν η βιβλιοθήκη του παππού μου. Μεγάλωσα μεν σε ένα σπίτι, όπου οι γονείς μου διάβαζαν αλλά τα βιβλία τοποθετούνταν σε ράφια, κάτω από τα οποία μπορούσε κανείς να βρει μπιμπελό, διακοσμητικά και άλλα αντικείμενα, ήτοι δεν ήταν η καθαυτή βιβλιοθήκη, που με ενέπνεε να την εξερευνήσω, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι γλύτωσαν τα βιβλία αυτά από την περιέργειά μου.
Η βιβλιοθήκη του παππού μου ήταν μια πραγματική και αμιγής βιβλιοθήκη. Κανένα παράταιρο αντικείμενο δεν κατελάμβανε το χώρο της παρά μόνο βιβλία απλώνονταν στις τέσσερις σειρές των ραφιών της. Παρακινημένος από ένα άγνωστο τότε σε μένα ένστικτο άρχισα να κατεβάζω τα βιβλία αυτά και να τα φυλλομετρώ. Τα ιστορικά βιβλία είχαν την τιμητική τους, υπήρχαν αρκετές μονογραφίες για πολιτικά και νομικά ζητήματα της εποχής ανάμεσα στο '30 και το '60, κάποιοι λογοτέχνες, όπως ο Καραγάτσης και ο Κάσδαγλης, ελάχιστες ποιητικές συλλογές, λ.χ. του Σεφέρη, και ορισμένες πολύτομες παγκόσμιες ιστορίες, τις οποίες, τρελλός ων με την ιστορία, διάβαζα συνεχώς.
Ελάχιστοι φίλοι μου διάβαζαν εκείνο τον καιρό. Ίσως έφταιγε η μικρή μας ηλικία - ήμαστε, ακόμα, μαθητές των πρώτων τάξεων του δημοτικού - αλλά και η ταπεινή καταγωγή ορισμένων εκ των συμμαθητών μου, στις οικογένειες των οποίων προτεραιότητα είχε η εξασφάλιση του επιούσιου, ενώ τα βιβλία είχαν επιεικώς εξοβελιστεί από τη σκέψη τους. Ήταν μια εποχή όχι πολύ μακρυά από τη σημερινή, όπου ελάχιστες μανάδες εργάζονταν και, ως εκ τούτου, τα οικονομικά πολλών συμμαθητών μου ήταν περιορισμένα. Έτσι, σχεδόν κανένας τους δεν διάβαζε, ενώ ακόμα και τα δημοφιλή κόμικς εκείνης της εποχής ήταν απαγορευτικά για το βαλάντιό τους. Συνεπώς, ανήκα στην τάξη των προνομιούχων μαθητών, οι οποίοι οχι μόνο είχαν πρόσβαση σε βιβλία αλλά και η οικογένειά μου με ενεθάρρυνε, ώστε να διαβάζω.
Ύστερα, μεγαλώσαμε, συνταξιοδοτήθηκαν οι δικοί μου και δεν υπήρχε, πλέον, λόγος να μας αφήνουν στο σπίτι του παππού μου. Επιπλέον, ο ελεύθερος χρόνος μας είχε μειωθεί δραστικά, συνεπεία των φροντιστηρίων για την προετοιμασία μας για τις πανελλαδικές εξετάσεις, οπότε η ανάγνωση εξωσχολικών βιβλίων παραπέμφθηκε στις καλένδες. Ευτυχώς όχι στις ελληνικές!
Πέρασαν αρκετά χρόνια, μέχρι να ξαναβρεθώ στο δωμάτιο, όπου ο παππούς μου είχε τη βιβλιοθήκη του. Με νοσταλγία ξεκίνησα να αγγίζω τις δερματόδετες ράχες των σκονισμένων βιβλίων του και να προσπαθώ να ανακαλέσω στην επιφάνεια της μνήμης μου τους τίτλους και το περιεχόμενό τους. Και τότε κατάλαβα κάτι, που δεν θα μπορούσα με την πενιχρή γνώση των μικράτων μου να συλλάβω.
Ο παππούς μου, όπως και όλη μου η οικογένεια, ανήκε στο στρατόπεδο των νομιμοφρόνων, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο. Τοποθετούνταν κάπου στο κέντρο, με συνέπεια να αποφύγει τις ακραίες κομμουνιστοφαγικές εκδηλώσεις των μετεμφυλιακών ετών, που τόσο στιγμάτισαν τον τόπο. Ωστόσο, λόγω της θέσης του στην επαρχιακή μας πόλη, επιθυμούσε να μη δινει λαβές, με αποτέλεσμα να απουσιάζουν από τη βιβλιοθήκη του βιβλία γραμμένα από ύποπτους πολιτικά συγγραφείς. Ενώ, λοιπόν, υπήρχε πλεόνασμα σε Καραγάτση, δεν έβρισκες στη βιβλιοθήκη του ούτε σελίδα από το Δημήτρη Χατζή. Ο Σεφέρης ήταν παρών αλλά απουσίαζε ο Ρίτσος. Και στα όποια ιστορικά βιβλία αναφέρονταν στον Εμφύλιο πόλεμο κυριαρχούσε το λεξιλόγιο αλλά και η συναισθηματική φόρτιση της εποχής, χώρια, που γινόταν αναφορά στην αντίσταση του ΕΔΕΣ στους κατακτητές αλλά καμμία νύξη για ανάλογες ενέργειες του ΕΛΑΣ πολλώ δε μάλλον στις αγριότητες σε βάρος των κομμουνιστών.
Δεν επιθυμώ να κατηγορήσω τον παππού μου για τη σύνθεση της βιβλιοθήκης του. Οι συνθήκες της εποχής επέβαλαν να διαθέτει κανείς αρκετά αποθέματα γενναιότητας, ώστε να εξοπλίζει τη βιβλιοθήκη του με βιβλία ή μελέτες, οι συντάκτες των οποίων είχαν την ατυχία, εκείνη την εποχή, να διαλέξουν το στρατόπεδο των ηττημένων του Εμφυλίου Πολέμου. Και όταν είχε κανείς πίσω του μια οικογένεια, η επιβίωση της οποίας εξαρτιόταν από αυτόν, τότε ήταν ίσως άστοχο να προβαίνει κανείς σε τέτοιους ηρωισμούς, οι οποίες στιγμάτιζαν το μέλλον των παιδιών του και έθεταν σε κίνδυνο την επιβίωσή τους.
Είναι πολύ εύκολο να κατηγορήσει κανείς για ενδοτισμό και παθητικότητα εξομοιούμενη με συνέργεια όσους δεν αντιστάθηκαν τότε στον υστερικό αντιαριστερισμό, που χαρακτήρισε τη νεότερη Ελλάδα από την εποχή του Ελευθερίου Βενιζέλου έως τη Μεταπολίτευση. Σαφώς και υπήρξαν πρόσωπα, τα οποία πήραν το ρίσκο και δεν έκρυψαν τις αναγνωστικές τους συνήθειες, που ήταν λίγο πολύ συνυφασμένες με τις πολιτικές τους αντιλήψεις. Σε μια πόλη, όπως λ.χ. η Αθήνα, κάτι τέτοιο ίσως μπορούσε να γίνει σχετικά άνετα, αφού μέσα στο χάος της όποιος αγόραζε βιβλία "υπόπτων" συγγραφέων, μπορούσε να χαθεί στο πλήθος, ενώ στην επαρχία κάτι τέτοιο ισοδυναμούσε με πιθανό στιγματισμό του με ό,τι επακόλουθα μπορούσε αυτό να είχε για τον βιβλιόφιλο και, κυρίως, για την οικογένειά του. Και οι εποχές εκείνες μπορεί να προσφέρονταν για ηρωισμούς αλλά δεν είχαν όλοι τις απαιτούμενες αντοχές, ώστε να αντέξουν τις συνέπειές τους, ιδίως αν διέτρεφαν οικογένεια η δε απουσία αντοχών δεν κατατάσσει αυτοματα όσους δεν στηλίτευσαν τον ακραίο αντικομμουνισμό της εποχής εκείνης στη λίστα των βολεμένων.
Συνέχιζα να χαϊδεύω τα παμπάλαια βιβλία αναλογιζόμενος πόσο άσχημες συνθήκες ανάγκαζαν τους ανθρώπους της εποχής εκείνης να περιορίζουν τα αναγνώσματά τους, προκειμένου να μην έλθουν αντιμέτωποι με τη μετεμφυλιακή λογική, που είχε διαποτίσει τον κρατικό μηχανισμό των ημερών τους και μαζί ένς υπολογίσιμο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας της εποχής εκείνης. Και μακάρισα τον εαυτό μου, που έχει τη δυνατότητα να ζει σε ένα κόσμο όχι τέλειο ούτε ιδανικό αλλά, τουλάχιστον, χωρίς τις πολιτικές υπερβολές του πρόσφατου παρελθόντος και τις συνέπειές τους στις αναγνωστικές προτιμήσεις του κόσμου.

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Ένα τζάμπα Νόμπελ;

Πέρσυ είχα κατακρίνει όσους έκριναν, ότι ο νέος, τότε, πρόεδρος των Η.Π.Α., κ. Μπάρακ Ομπάμα, θα συνεχίσει απλά την πολιτική, που είχαν ήδη χαράξει πριν από αυτόν οι προκάτοχοί του, πιστοί στο παρεμβατικό δόγμα της χώρας του, η οποία, χωρίς, πλέον, να διακατέχεται από το φόβο της διατάραξης της ισορροπίας του τρόμου, μπορεί να αλωνίζει μόνη και άνευ ανταγωνισμού. Τότε πολύς κόσμος, ανάμεσά τους και ο γράφων, θεωρούσε, ότι ο νέος αυτός πρόεδρος θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα των Η.Π.Α., που τόσο άγαρμπα είχε τσαλακώσει ο άξεστος προκάτοχός του.
Αμ δε! Η εικόνα της χώρας αυτής δεν άλλαξε. Ή, μάλλον, άλλαξε ως προς τον τρόπο προβολής της ισχύος της. Από τα βλοσυρά βλέμματα και την ολοφάνερη πολεμοχαρή νοοτροπία του επιτελείου του κ. Τζωρτζ Μπους το νεότερου περάσαμε στο υποκριτικό χαμόγελο και το παιχνίδι των λέξεων του κ. Μπάρακ Ομπάμα, το οποίο λειτουργεί ως προπέτασμα καπνού, προκειμένου να συγκαλυφθούν οι σκοποί του. Δεν τρίβει στη μούρη του κόσμου τα σχέδια των Η.Π.Α. με τον ίδιο άτσαλο τρόπο του προκατόχου του ούτε ακολουθεί για τη διατύπωσή τους τη θεόπληκτη, πατριδολάγνη και εν γένει ακραία γλώσσα των νεοσυντηρητικών του κοντινού παρελθόντος αλλά τα προσφέρει σε λαμπερό περιτύλιγμα. Φυσικά, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο : δεν πείθει κανένα.
Η πρόσφατη απονομή του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης στον κ. Ομπάμα αποτέλεσε ένα, ακόμα, παράπτωμα στην ιστορία του εν λόγω θεσμού. Σαφώς και δεν είναι η πρώτη φορά, που η επιτροπή αυτή υποπίπτει σε τέτοιο ολίσθημα. Πέρσυ, ήταν ο κ. Αχτισαάρι (αν τον έγραψα σωστά), παλαιότερα ο Χένρυ Κίσινγκερ και ίσως η λίστα να έχει και άλλους οπαδούς του πολέμου. Η εν λόγω απονομή διανθίστηκε με σχόλια εκ μέρους του βραβευθέντος περί δίκαιου πολέμου, θέλοντας, έτσι, να δώσει μια νομιμοποιητική βάση στην εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. Και χωρίς να έχω παρακολουθήσει κάποιο βίντεο της εν λόγω απονομής, φαντάζομαι, ότι αρκετά αμήχανα βλέμματα των παρευρισκομένων λειτούργησαν ως εικόνα των πραγματικών συναισθημάτων τους για την επιλογή να βραβευτεί ο συνεχιστής, ουσιαστικά, ενός επιθετικού δόγματος, που προσβάλλει το διεθνές δίκαιο.
Πραγματικά κρίμα για μια επιτροπή, που στο παρελθόν είχε, τουλάχιστον, τιμήσει πραγματικούς αγωνιστές της ειρήνης, όπως τη Ριγκομπέρτα Μέντσου, τη Σούου Κίι και άλους.

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Βιβλία : "ΚΙΝΕΖΙΚΑ ΚΟΥΤΙΑ", της Σώτης Τριανταφύλλου

Η Σώτη Τριανταφύλλου αποτελεί ένα από τα πιο δυνατά χαρτιά της εγχώριας λογοτεχνίας. Συγγραφέας με ευρύ πνεύμα, πολέμια των προκαταλήψεων, που μαστίζουν τη σύγχρονη Ελλάδα, πολυταξιδεμένη, με αρκετά χρόνια διαμονής στο εξωτερικό και άριστη χρήστης της ελληνικής γλώσσας, έχει δώσει ουκ ολίγα δείγματα τόσο του συγγραφικού ταλέντου της όσο και των εν γένει ανησυχιών της σχετικά με την πορεία της ελληνικής κοινωνίας.
Το τελευταίο βιβλίο της "ΚΙΝΕΖΙΚΑ ΚΟΥΤΙΑ" (Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ) εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετιας του '90, την εποχή, που οι δείκτες εγκληματικότητας στην πόλη αυτή ευρίσκοντο στα ύψη, λίγο πριν την εφαρμογή της πολιτικής της μηδενικής ανοχής στο έγκλημα. Ο ιδιωτικό ντετέκτιβ Στούαρτ Μαλόουν περιφέρεται στις κεντρικές συνοικίες της Νέας Υόρκης αναλογιζόμενος τη σύντροφό του, η οποία τον εγκατέλειψε, δημιουργώντας του ένα κενό, που δεν έχει καταφέρει να αναπληρώσει και αναδιφώντας στο κινέζικο ωροσκόπιο και την κινέζικη κουλτούρα. Μια σειρά από φόνους προσώπων προερχομένων από φυλετικές και κοινωνικές μειονότητες, που όλα τους βρίσκονται με ένα τατουάζ, που παριστάνει ένα ελάφι, συνταράσσει την πόλη. Η αστυνομία έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά. Και ο Μαλόουν αναζητεί με τη βοηθό του ένα χαμένο νεαρό, ενώ η αστυνομία ζητάει τη βοήθειά του, προκειμένου να βρει τη λύση στους φόνους αυτούς.
Ο κεντρικός ήρωας είναι ο κλασσικός "λούζερ", ένα ναυάγιο, που δεν έχει κανένα στόχο στη ζωή του, εκτός της διακαούς επιθυμίας του να ξεπεράσεις τις βασανιστικές αϋπνίες του και να μπορέσει, επιτέλους, να κοιμηθεί και φυτοζωεί ως ιδιωτικός ντετέκτιβ, χωρίς καμμία κοινωνική επαφή και χωρίς να έχει ξεπεράσει το τραύμα, που του άφησε ο χωρισμός του από τη σύντροφό του, στην οποία τριγυρνάει ακατάπυστα η σκέψη του. Στο ίδιο μοτίβο της ηττοπαθούς μορφής κινείται και η βοηθός του, Ντήνι Λαμούρ, μια κοπέλα της διπλανής πόρτας της αμερικανικής επαρχίας, η οποία έχει βρεθεί στη Νέα Υόρκη προς αναζήτηση του ονείρου της, αφού έχει διακόψει τις σχέσεις με την οικογένειά της. Στον ίδιο χώρο με αυτούς κινούνται και οι αστυνομικοί της Νέας Υόρκης, πρόσωπα με κατεστραμμένη ή ανύπαρκτη προσωπική ζωή. Όλοι τους κυκλοφορούν στο βόρβορο των λιγότερο προνομιούχων συνοικιών της Νέας Υόρκης, όπου το έγκλημα ζει και βασιλεύει και τις οποίες λυμαίνονται οι συμμορίες των απογόνων των μεταναστών και η αδιαφορία της πολιτείας.
Η συγγραφέας σηκώνει την κουρτίνα των Η.Π.Α. και μας αποκαλύπτει τί κρύβεται πίσω από το φανταχτερό ιλλουστρασιόν εξώφυλλο αυτής της χώρας. Η αποκομμένη από τις εξελίξεις των αμερικανικών μητροπόλεων επαρχία με τους απολίτιστους, ρατσιστές και βορά των συνομωσιολόγων κατοίκους, η είσοδος λαθρομεταναστών και η εκμετάλλευσή τους από τα πάσης φύσεως κυκλώματα, η φθορά και παρακμή των συνοικιών της Νέας Υόρκης από το έγκλημα και την ανικανότητα της πολιτική ηγεσίας αλλά και η αγγίζουσα τα όρια της παραφροσύνης μοναξιά του σύγχρονου κατοίκου των Η.Π.Α. αποτελούν τον καμβά της κας. Τριανταφύλλου, η οποία γράφει μετά λόγου γνώσεως, ούσα κάτοικος αυτής της χώρας για αρκετά χρόνια. Το άρωμα της κοσμοπολίτικης μεγαλουπόλεως δεν φτάνει μέχρι τις περιθωριακές συνοικίες της, όπου ένας άγριος κόσμος πασχίζει να επιβιώσει, πατώντας ακόμα και σε πτώματα, κατάσταση, που γλαφυρότατα περιγράφεται στο εν λόγω βιβλίο. Εν ολίγοις, παρουσιάζεται μια χώρα σε αδιέξοδο, το οποίο συμβολίζουν και τα κινέζικα κουτιά, από τα οποία η συγγραφέας εμπνεύστηκε τον τιτλο του βιβλίου της αυτού.
Μόνο, που η κεντρική ιστορία χωλαίνει σημαντικά, αν υποθέσει κανείς, ότι πρόθεση της συγγραφέως ήταν να δημιουργήσει μια τέτοια ιστορία ως κεντρικό άξονα του βιβλίου. Ο αναγνώστης αντιμετωπίζει και αυτός αδιέξοδο, καθώς προσπαθεί να ανεύρει τί επιθυμεί να πει η συγγραφέας με την ιστορία αυτή πέρα της περιγραφής της ζωής και των προβλημάτων ενός μέσου αμερικανού κατοίκου μιας μητροπόλεως των Η.Π.Α. Η περιπλάνηση του κεντρικού ήρωα δεν δείχνει να οδηγεί κάπου συγκεκριμένα και μόνο η ελκυστική γραφή της συγγραφέως σώζει μεν το βιβλίο από την απόλυτη ανία.
Δυσκολεύομαι να εντοπίσω τα αίτια της αδιέξοδης πλοκής ττου εν λόγω βιβλίου. Αν πρόθεσή της ήταν να καταδείξει το αδιέξοδο του μέσου ανθρώπου στις Η.Π.Α., τότε πολύ φοβάμαι, ότι το μετέφερε εις τρόπον, ώστε να έρχεται και ο αναγνώστης σε αδιέξοδο, αφού η υπόθεση καταλήγει στο κενό. Και αυτό δεν είναι ακριβώς ό,τι περιμένει κανείς από μια εκ των δυνατών πενών της ελληνικής λογοτεχνίας.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Κατά διαπόμπευσης

Η ιστορία ξεκίνησε από μια ομάδα προσώπων, η οποία θέλησε να γνωστοποιήσει περιπτώσεις εύπορων δυτικοευρωπαίων με παιδοφιλικές τάσεις, που συνήθιζαν να επισκέπτονται μέρη, όπως η Ταϋλάνδη και η Καμπότζη, προκειμένου να ικανοποιήσουν τα γενετήσια ένστικτά τους. Η μέθοδος ήταν απλή : Κάποια στελέχη της ομάδος αυτής ελάμβαναν γνώση, ότι ο τάδε παιδόφιλος θα επισκεπτόταν την τάδε χώρα και το δείνα ανήλικο παιδί και αφού κατελάμβαναν τον παιδόφιλο να αποπειράται να έλθει σε σαρκική συνάφεια με το ανήλικο, τον φωτογράφιζαν και έδιδαν στη δημοσιότητα τα στοιχεία του.
Ουσιαστικά, επρόκειτο για μια μέθοδο, με την οποία η παραπάνω ομάδα θεωρούσε, ότι αποδίδεται δικαιοσύνη σε χώρες, τις οποίες είθισται να επισκέπτονται πρόσωπα με τις τάσεις, που παραπάνω αναφέρονται. Και λαμβάνοντας υπόψη, ότι στις χώρες αυτές η μέριμνα για τα ανήλικα παιδιά των κατώτερων οικονομικών τάξεων είναι επιεικώς ανύπαρκτη και τα μέτρα σε βάρος των παιδόφιλων ποτέ δεν επιβάλλονται, αποτελεί ίσως τη μοναδική περίπτωση, ώστε να παύσει αυτή η απαράδεκτη σεξουαλική εκμετάλλευση. Κυρίως, όμως, αναφερόμαστε σε περιπτώσεις, όπου ο δράστης καταλαμβάνεται, ενώ διαπράττει το αδίκημα.
Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια αναφέρθηκαν αρκετά παρόμοια κρούσματα. Και επειδή ως χώρα έχουμε μια κάποια σημαντικότερη εξοικίωση με την τεχνολογία, δημιουργήθηκαν κυκλώματα, που διακινούν διαδικτυακά πορνογραφικό υλικό με πρωταγωνιστές ανηλίκους και των δύο φύλων. Πολλά εξ αυτών έχουν εξαρθρωθεί και τα μέλη τους έχουν τιμωρηθεί με βαρύτατες ποινές, ενώ οι σχετικές υποθέσεις έχουν καταστεί γνωστές μέσω των Μ.Μ.Ε. αλλά και μέσω ομάδων, που ευαισθητοποιούνται σε παρόμοιες καταστάσεις. Η μέθοδος δημοσιεύσεως των ονομάτων των προσώπων, που ενεπλάκησαν σε υποθέσεις σεξουαλικού περιεχομένου με ανηλίκους πρωταγωνιστές επελέγη, προκειμένου, σύμφωνα με τη γνώμη των εμπνευστών, να διαπομπεύονται τα πρόσωπα αυτά, ώστε να αποθαρρύνονται τρίτοι από την τέλεση παρομοίων αδικημάτων.
Πλην, όμως, η συγκεκριμένη μέθοδος έχει ένα πολύ σοβαρό μειονέκτημα, το οποίο οι θερμόαιμοι οπαδοί της διαπόμπευσης δεν φαίνεται να λαμβάνουν υπόψη. Και αυτό είναι το ενδεχόμενο τα πρόσωπα, που κατηγορούνται για συμμετοχή σε τέτοιο κύκλωμα, να αθωωθούν ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων. Προσοχή, δεν αναφέρομαι σε απαλλαγή λόγω δικαστικής πλάνης - την οποία, για να είμαστε ειλικρινείς, μπορούν να την κρίνουν μόνο όσοι παρίστανται στη δίκη - αλλά για περιπτώσεις, όπου οι κατηγορούμενοι αποδειχθηκε, ότι δεν τέλεσαν τα αδικήματα, που τους αποδίδονταν. Ένα πρόσωπο, που έχει αθωωθεί δικαστικά και τελεσίδικα πόσες, άραγε, ελπίδες έχει, ώστε να καθαρίσει το όνομά του, όταν έχει προηγηθεί αυτό το ξεμπρόστιασμα; Αστειεύεστε, φαντάζομαι. Η απαίδευτη κοινωνία μας είναι πρόθυμη να καταδικάσει τον φερόμενο ως δράστη ενός εγκλήματος πολλώ δε μάλλον, όταν το έγκλημα αυτό έχει ιδιαίτερη απαξία, όπως η γενετήσια εκμετάλλευση ανηλίκου, πλην, όμως, δεν μπορεί να αποδεχθεί, ότι ενδέχεται να αθωωθεί κάποιος εκ των κατηγορουμένων. Συμφωνώ, ότι το σύστημα απονομής δικαιοσύνης στη χώρα μας πάσχει σε πολλά θέματα αλλά ακόμα και έτσι οφειλουμε να σεβαστούμε την ετυμηγορία του δικαστηρίου, ιδίως όταν δεν έχουμε αποδείξεις, ότι η απόφαση πάσχει.
Το κυριότερό, όμως, είναι, ότι με τη μέθοδο της δημοσίευσης των ονομάτων των προσώπων, που εμπλέκονται σε τέτοιες υποθέσεις, καταργείται το τεκμήριο της αθωότητας, η υπέρτατη, ίσως, κατάκτηση του νομικού πολιτισμού, στο όνομα μιας πρωτόγονης διαπόμπευσης, που μας γυρίζει πολλά χρόνια πίσω. Δεν παραβλέπω την ευαισθησία όσων επιθυμούν να προστατεύσουν τους ανηλίκους από τη σεξουαλική εκμετάλλευση αλλά απέχει από τη νομιμότητα η δημοσίευση των ονομάτων προσώπων, τα οποία μπορεί να κατηγορούνται για την τέλεση ειδεχθών αδικημάτων αλλά δεν έχουν, ακόμα, δικαστεί και καμμία ευαισθησία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δικαιοσύνη. Και καμμία κοινωνία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη Δικαιοσύνη ακριβώς επειδή στερείται της σχετικής κατάρτισης, μέρος της οποίας είναι και η αναγνώριση του τεκμηρίου της αθωότητας, αλλά και της απαραίτητης ψυχραιμίας, για να κρίνει τα όποια αδικήματα.
Για τους λόγους αυτούς, λοιπόν, είμαι κάθετα αντίθετος στη δημοσίευση των ονομάτων των προσώπων, που εμπλέκονται σε τέτοιες υποθέσεις αλλά και γενικότερα. Και όσο περισσότερο φωνάζουν και υιοθετούν τέτοιες μεθόδους οι οπαδοί τους, τόσο περισσότερο θα αποδεικνύουν, ότι και η ατελής δικαιοσύνη είναι προτιμότερη από την απαράδεκτη για την εποχή μας λογική της διαπόμπευσης. Εκτός αν επιθυμούμε να επιστρέψουμε στην εποχή, όπου οι μελλοθάνατοι διαπομπεύονταν από το πλήθος, πριν εκτελεστούν.

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του απαίδευτου φανατικού

Ειλικρινά δεν γνωρίζω το πρόσωπο, που κόσμησε κάποιο τοίχο στην Αθήνα με τη φράση "Σε κάθε γωνιά υπάρχει αστυνομία, η Χούντα δεν τελείωσε το '73". Είναι το τελευταίο, που με απασχολεί, άλλωστε, αφού μια φράση, όπως αυτή, αξίζει όσο χίλιες λέξεις, χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα του εκφραστή της σε αυτή καθώς και σε κάθε άλλη μορφή έκφρασης της γνώμης του στο μέτρο, που δεν παραβιάζει τα δικαιώματα τρίτων.
Περισσότερο με ενδιαφέρει το όλο σκεπτικό, όπως αποτυπώθηκε στο σύνθημα αυτό, που ανεγράφη με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός έτους από το θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Παρέλκει να αναφερθώ στις πορείες, που διοργανώθηκαν στη μνήμη του, τις οποίες εκτιμώ όχι σαν ανάδειξη του εν λόγω νεκρού ως συμβόλου αλλά ως διαμαρτυρία για την αστυνομική βία, έστω και αν απεδείχθη, ότι δεν ήταν και τόσοι πολλοί εκείνοι, που έκριναν σκόπιμο να διαδηλώσουν στη μνήμη του. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα, ακόμα σύνθημα από εκείνα, που παρήχθησαν κατά τις περσυνές ταραχές. Μόνο, που ενώ πολλά από εκείνα τα συνθήματα ήταν άκρως εμπνευσμένα, το συγκεκριμένο μόνο θυμηδία προκαλεί, τουλάχιστον στο γράφοντα.
Κατ' αρχάς, όσο και αν στύψει κανείς το κεφάλι του και όση προσπάθεια και αν καταβάλει, ώστε να ανακαλέσει τα μαθητικά του χρόνια και, συγκεκριμένα, τις ώρες, που διδασκόταν το μάθημα της νεότερης ιστορίας της Ελλάδος ή έστω αν θυμηθεί, τί ακριβώς γιόρταζε στο σχολείο του στις 17 Νοεμβρίου κάθε έτους, πέρα από τη χαρά, που είχε, επειδή έχανε το μάθημα, δεν θα καταλήξει παρά μοναχά σε ένα συμπέρασμα, ότι, δηλαδή, η χούντα στην Ελλάδα έπεσε το 1974 και όχι το 1973. Αλλά σε στιγμές υποτιθέμενης οργής, η οποία όλως περιέργως είχε κοπάσει από τον περσυνό Δεκέμβριο και επανήλθε στις μέρες μας, σαν τη χειμερινή μόδα, ο λυρισμός ξεχειλίζει από ορισμένα πρόσωπα και χαρίζει κομψοτεχνήματα του λόγου, όπως το υπό σχολιασμό. Σε τελική ανάλυση, πόσοι θυμούνται ακριβώς πότε έπεσε η χούντα; Και δεν ενδιαφέρει και τους φανατικούς μια τέτοια λεπτομέρεια, αρκεί να βγαίνει η ρίμα για να παίξει το τσιτάτο στα χείλη των διαδηλωτών.
Επιπλέον, η σύγκριση της σημερινής εποχής με την εποχή της χούντας είναι τουλάχιστον αστεία. Κακά τα ψέμματα, η επταετία 1967-1974 υπήρξε μια επιεικώς αντιδημοκρατική εποχή, όπου η απουσία της δημοκρατίας από τον πολιτικό βίο και οι εντεύθεν συνέπειές της στα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα εκπορευόταν από μια αυταρχική εξουσία, την οποία κανένας δεν μπορούσε δια της ψήφου του να αλλάξει. Η σημερινή εποχή ουδεμία σχέση έχει με την επταετία, καθόσον όχι μόνο έχει αποκατασταθεί η δημοκρατία στις μέρες μας αλλά, επιπλέον, παρέχεται η δυνατότητα στον πολίτη να αλλάξει το πολιτικό σκηνικό δια του δικαιώματος του εκλέγειν αλλά και του εκλέγεσθαι. Η αδυναμία αλλαγής του σκηνικού αυτού θα πρέπει να αναζητηθεί στα φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας ή μάλλον αδιαφορίας και εφησυχασμού του μέσου νεοέλληνα παρά σε κάποια αντικειμενικά ανυπέρβλητα εμπόδια.
Έπειτα, θα μπορούσε, άραγε ο εμπνευστής του τσιτάτου αυτού να διαδηλώσει υπέρ του οποιουδήποτε νεκρού από αστυνομικό κατ' αυτό τον τρόπο κατά την εποχή της δικτατορίας; Αστειεύεστε προφανώς! Όποιος είχε τη φαεινή έμπνευση να καταφύγει σε τέτοιες πρακτικές, θα κατέληγε μπουζουριασμένος και θα έτρωγε και κάμποσες "ψιλές", ανάλογα με τον επαγγελματικό ζήλο του αστυνομικού, που θα τον συνελάμβανε. Και αν συμβαίνει ενίοτε και σήμερα το ίδιο, σίγουρα τότε δεν υπήρχαν και πολλοί εισαγγελείς, που να τολμούσαν να αφήσουν ελεύθερους τους όποιους συλληφθέντες για παρόμοιες καταστάσεις. Και αν η υπόθεση έφτανε και στα δικαστήρια, τότε η καμπάνα θα ηχούσε βαρύτατη για τον όποιο διαδηλωτή. Για να μην αναφερθούμε στην τύχη του διαδηλωτή, που θα τολμούσε να επιδοθεί σε πάσης φύσεως βανδαλισμούς και δη στην αναγραφή τέτοιου συνθήματος, όπως το παραπάνω. Αν, μάλιστα, ανακαλέσουμε εκείνες τις εποχές, θα δούμε, ότι τότε χιλιάδες συμπολίτες μας αδυνατούσαν να ανεύρουν την παραμικρή εργασία, με μόνο έγκλημά τους την ένταξή τους στην Αριστερά, ενδεχόμενο αδιανόητο στη σημερινή εποχή.
Προφανώς και υπάρχουν καταστάσεις στη σύγχρονη Ελλάδα, οι οποίες δεν είναι απόλυτα συμβατές με τις δημοκρατικές ελευθερίες. Ωστόσο, όμως, εξίσου ασύμβατες με τη δημοκρατία είναι και οι εικόνες, που είδαμε τόσο πέρσυ όσο και φέτος, όπου μια μειοψηφία κουκουλοφόρων οπλισμένων με καδρόνια προέβησαν σε πάσης φύσεως καταστροφές περιουσιών τρίτων, ενώ η φιλήσυχη πλειοψηφία συνέχιζε να διαδηλώνει, αδιαφορώντας για τους ελάχιστους αυτούς μυαλοφυγόδικους, που αμαύρωναν την πορεία. Και μην βιαστείτε να μιλήσετε για προβοκάτσια της ΕΛ.ΑΣ., επικαλούμενοι ορισμένες φωτογραφίες, που είδαν πέρσυ το φως της δημοσιότητας, καθόσον αφενός δεν αποδεικνύεται, ότι οι εν λόγω προβοκάτορες ευθύνονται για τις όποιες φθορές αφετέρου έχω προσωπικά βαρεθεί να ακούω και διαβάζω εμβριθείς αναλύσεις, όπου οι διαδηλωτές εμμένουν στην επίρριψη ευθυνών στην ΕΛ.ΑΣ., ενώ επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους το φωτοστέφανο του άσπιλου και άμωμου διαδηλωτή, που δεν εγκρίνει αυτά τα επεισόδια. Αλλά δεν κάνει και τίποτα, για να τα σταματήσει, θα προσέθετα, καθόσον στα τρίσβαθα της ψυχής του θεωρεί, ότι με αυτά τα επεισόδια θα ασχοληθεί η κοινή γνώμη με τη διαδήλωση.
Εξακολουθώ να πιστεύω, ότι είναι σημαντικό να ανακαλεί κανείς, έστω υπό τη μορφή επετείου, γεγονότα, που σημάδεψαν την εποχή μας, όπως το θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, παρόλες τις υπερβολές, που το συνόδευσαν. Αλλά η ταύτιση της εποχής μας με τα χρόνια της χούντας προδίδει την αβάσταχτη ελαφρότητα του απαίδευτου και ανιστόρητου φανατικού, ο οποίος περιμένει τέτοια γεγονότα, για να κάνει το κομμάτι του. Το οποίο, παρεμπιπτόντως, ούτε στα πιο τρελλά του όνειρα δεν θα μπορούσε να κάνει επί χούντας.

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Παρακολουθώντας την πορεία για τον Αλέξη

Προ ολίγων λεπτών, πέρασε η πορεία για τον Αλέξη Γρηγορόπουλο κάτω από το γραφείο μου. Μπροστά τα μέλη της ΚΝΕ με ισχυρή περιφρούρηση και τα γνωστά συνθήματα, που νοιώθεις, ότι βγήκαν από το χρονοντούλαπο της πολιτικής ιστορίας της Ελλάδος. Πιο πίσω νεολαίοι με πανώ, όπου κυριαρχούν τα συνθήματα κατά των αστυνομικών και του κράτους. Και γύρω από αυτούς ορισμένοι κουκουλοφόροι με στειλιάρια, όχι περισσότεροι από 20, τη στιγμή, που όλοι οι συμμετέχοντες στην πορεία υπερβαίνουν του 300. Κάποιοι αστυνομικοί με πολιτικά βρίσκονται στο τέλος της πορείας αυτής.

Αίφνης, η κατάσταση δείχνει να ξεφεύγει. Η βιτρίνα του παρακείμενου υποκαταστήματος των ΕΛ.ΤΑ γίνεται σμπαράλια από τα πάσης φύσεως πτερόεντα αντικείμενα, που πετούν οι ανωτέρω κύριοι με τις κουκούλες και τα καδρόνια. Κανένας μα κανένας από τους υπολοίπους 300 διαδηλωτές δεν μπαίνει στον κόπο να τους σταματήσει. Κάποιος κουκουλοφόρος εκτοξεύει μια μολότοφ εντός του χώρου των ΕΛ.ΤΑ., η οποία, ευτυχώς, δεν προκαλεί κάποια ζημία. Πιο πίσω, 4-5 κουκουλοφόροι με καδρόνια προσπαθούν να σπάσουν τη βιτρίνα ενός καταστήματος της WIND, πλην μάταια. Πιο πίσω τους, οι παραπάνω αστυνομικοί με τα πολιτικά δεν κάνουν τίποτα, απολύτως, , ώστε να σταματήσουν αυτούς του ελαχίστους βανδάλους, οι οποίοι αμαυρώνουν μια ειρηνική, σε γενικές γραμμές, πορεία. Είπαμε, η ΕΛ.ΑΣ. είναι φτιαγμένη κατ' εικόνα και ομοίωση μιας κοινωνίας, η οποία όχι μόνο ανέχεται αλλά σιωπηρά επικροτεί τις παντός είδους παρανομίες.

Το χειρότερο, όμως, είναι, ότι καμμία μα καμμία επέμβαση εκ μέρους των λοιπών διαδηλωτών δεν λαμβάνει χώρα. Ελάχιστοι εξ αυτών αποφασίζουν να ελέγξουν τους καταστροφείς του υποκαταστήματος των ΕΛ.ΤΑ. και ενώ ήδη έχει γίνει μεγάλη ζημία ο δε νεαρός, που εκτόξευσε τη μολότοφ, αποχωρεί από το χώρο χωρίς να συμβεί το παραμικρό. Η ΚΝΕ μοιάζει να ενδιαφέρεται, μην, τυχόν, παρεκτραπούν μόνο οι δικοί της και αγνοεί επιδεικτικά τους άλλους, για τους οποίους κάθε σχόλιο περιττεύει.

Δεν είμαι αντίθετος με κανενός είδους πορείες και εκδηλώσεις μνήμης. Και είναι σημαντικό, ότι ένα κομμάτι των νέων μας, πολύ μικρό, είναι αλήθεια, αλλά αυτό δεν έχει σημασία, επιμένει να θυμάται ένα νεαρό παιδί, που έπεσε θύμα αστυνομικής βίας, όπως δείχνουν τα πράγματα. Με ενοχλεί βαθύτατα, όμως, η αφορμή, που βρίσκουν ελάχιστα άτομα με παραβατική συμπεριφορά, ώστε να προβούν σε πάσης φύσεως βανδαλισμούς. Και ακόμα περισσότερο με ενοχλεί η απάθεια των συνδιαδηλωτών τους, οι οποίοι όχι μόνο δεν ενοχλούνται από τις φθορές αυτές αλλά δείχνουν να τις επιζητούν, ώστε να ακουστεί η διαμαρτυρία τους στα Μ.Μ.Ε. Μόνο, που έτσι παίζουν το παιχνίδι των Μ.Μ.Ε., τα οποία, κατά τα άλλα, βδελύσσονται. Και, έτσι, περνάει σε δεύτερη μοίρα η μνήμη του Αλέξη Γρηγορόπουλου.

Υποστηρίχθηκε, ότι η περιφρούρηση των πορειών αυτών είναι αντίθετη με τις αρχές της ελεύθερης έκφρασης και διατύπωσης μιας διαμαρτυρίας. Μόνο, που η απουσία ψυχραιμίας εκείνης της μειοψηφίας, η οποία εκμεταλλεύεται ακριβώς αυτές τις περιστάσεις, ώστε να εκδηλώσει την απολιτική καταστροφομανία της, καθιστά άκρως απαραίτητες τις περιφρουρήσεις, ώστε να αποφεύγονται τα πάσης φύσεως έκτροπα. Συν τοις άλλοις, καθιστά συνυπεύθυνους και όσους επέλεξαν όχι μόνο να μην περιφρουρήσουν τη διαδήλωση αυτή αλλά και να επιτρέψουν σε οπλισμένους κρανοφόρους και κουκουλοφόρους, πρόσωπα, δηλαδή, με δυνάμει παραβατική συμπεριφορά, να συμμετάσχουν ανέλεγκτοι σε αυτή.

Ξέρω, θα ακουστεί και πάλι το επιχείρημα, ότι οι κουκουλοφόροι, που προκαλούν τις φθορές αυτές, είναι αστυνομικοί, οι οποίοι επιδιώκουν να αμαυρώσουν το νόημα της διαμαρτυρίας αυτής. Κατ' αρχάς, οι εν λόγω ταραξίες, όποιοι και αν είναι, αποτελούν μετά βίας το 8% της κάθε πορείας. Το υπόλοιπο 92% τους επιτρέπει κατ' επανάληψη να προβούν στις πάσης φύσεως φθορές και μετά ωρύεται, ότι δεν μπορούμε να σπιλώνουμε μια διαδήλωση εξαιτίας ελαχίστων προσώπων. Αυτό υποδηλώνει μια συνενοχή άλλως μια ανοχή ανεπίτρεπτη για πολιτικά όντα. Μια σωστή περιφρούρηση θα απέτρεπε αυτούς τους κυρίους από το να επιτελέσουν το θεάρεστο έργο τους. Αλλά δεν την είδα.

Σε παράλληλη εικόνα, το "ΜΕΓΚΑ ΤΣΑΝΝΕΛ" σχεδόν πανηγύριζε, που τα επεισόδια φέτος είναι λιγότερα απ' ό,τι πέρσυ. Λέτε να γίνομαι κακός, που αντιλαμβάνομαι τον υπαινιγμό του εν λόγω καναλιού, ότι φέτος με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην εξουσία έγιναν λιγότερα έκτροπα; Ότι και αν είναι, πάντως, με κάνει να αισθάνομαι ακόμα πιο απαίσια.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

Η "δεκεμβριολογία" του κ. Τσίπρα

Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το άρθρο του κ. Αλέξη Τσίπρα, προέδρου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., στον άκρως ενδιαφέροντα ιστότοπο protagon.gr για τον περσυνό Δεκέμβριο. Κυρίως, με απασχολούσε ο τρόπος, με τον οποίο ο κ. Τσίπρας διαχειρίστηκε το εν λόγω θέμα, δεδομένης και της αμφιλεγόμενης στάσεως του κόμματός του σε αυτό (διαβάστε : www.protagon.gr/Default.aspx?tabid=70&smid=382&ArticleID=720&reftab=61&t=%CE%A0%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%94%CE%B5%CE%BA%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B7%CE%B4%CE%B5%CF%82;).
Η αλήθεια είναι, ότι ο κ. Τσίπρας εστίασε στα αληθή αίτια των γεγονότων εκείνης της περιόδου. Κανένας δεν αρνείται, ότι το αβέβαιο μέλλον αγχώνει ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής νεολαίας και ο θάνατος του Αλέξη Γρηγορόπουλου λειτούργησε ως αφορμή για τα γεγονότα αυτά. Και, φυσικά, μια μειονότητα των διαμαρτυρομένων προσώπων εκείνων των ημερών - αν, τέλος πάντων, υποθέσει κανείς, ότι επρόκειτο για πραγματικόα διαμαρτυρόμενους - εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση αυτή, ώστε να προκαλέσει τις καταστροφές, που όλοι βλέπαμε εκείνες τις ημέρες. Ούτε είναι εσφαλμένη η εκτίμηση, ότι η τότε κυβέρνηση προσπάθησε να πείσει, ότι ο θάνατος του 15χρονου επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό, τη στιγμή, που στελέχη της είχαν φροντίσει, ώστε να δικαιολογήσουν αρκετές άλλες παρεμφερείς ακραίες συμπεριφορές στελεχών της ΕΛ.ΑΣ.
Ωστόσο, με ενόχλησαν ορισμένα πράγματα στο εν λόγω άρθρο του κ. Τσίπρα. Κατ' αρχάς, η κινδυνολογία, ότι, δηλαδή, "η βεβαιότητα ότι αυτή η γενιά θα ζήσει τη ζωή της χειρότερα από ότι έζησαν όλες οι προηγούμενες γενιές μέχρι σήμερα" αποτελεί μια υψίστου είδους εσχατολογία. Όσα χρόνια υφίσταται το ταλαίπωρο νεοελληνικό μόρφωμα, ουδέποτε υπήρξε μια χρυσή εποχή, κατά την οποία να προδιαγράφεται λαμπρό το μέλλον των νέων της Ελλάδος. Περαιτέρω, υπήρξαν και εποχές, που οι νέοι της ελλάδος ντύνονταν με αποφόρια, κυκλοφορούσαν ανυπόδητοι, πεινούσαν και αναγκάζονταν να ξενιτευτούν, για να επιβιώσουν αυτοί και οι οικογένειές τους. Για να μην αναφερθούμε στις εποχές εκείνες, όπου, αν ακολουθούσες τις πολιτικές πεποιθήσεις του κ. Τσίπρα, κινδύνευες να βρεθείς όχι στο πανεπιστήμιο αλλά σε κάποιο ξερονήσι, χώρια, που η ζωή σου γινόταν αφόρητη, γιατί έφερες το μίασμα να είσαι αριστερός. Οι σημερινοί νέοι ζουν πολύ καλύτερα απ' ό,τι οι πατεράδες και οι παππούδες τους και, κυρίως, έχουν τη δυνατότητα να σπουδάσουν, κάτι, που δεν ήταν αυτονόητο μέχρι και πριν από 30 χρόνια. Συνεπώς, έχουν όλα τα εχέγγυα, ώστε να ζήσουν καλύτερα από τους προγόνους τους. Αρκεί να αφήσουν στο περιθώριο την εκ Κουμουνδούρου προερχόμενη κινδυνολογία.
Περαιτέρω, ήταν σαφής η προσπάθεια του κ. Τσίπρα να παρουσιάσει το κόμμα του ως το μοναδικό, που συμπαραστάθηκε στους εξεγερμένους. Πέρα από τη διαφωνία μου σχετικά με το αν επρόκειτο, πράγματι, για εξέγερση, καθόσον με την έναρξη των διακοπών των Χριστουγέννων αίφνης έπαυσαν οι παντός είδους καταλήψεις, πορείες και εν γένει διαμαρτυρίες, η συμπαράσταση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν σε πολλές περιπτώσεις καιροσκοπική, με αρκετά στελέχη του να εκτοξεύουν τσιτάτα, όπως εκείνο, που παρομοίαζε τον Αλέξη Γρηγορόπουλο με τον Αθανάσιο Διάκο, να αρνούνται να καταδικάσουν τα όποια έκτροπα και, γενικά, να διδουν την εντύπωση, ότι περισσότερο τους ένοιαζε να επωφεληθούν από τις ταραγμένες εκείνες ημέρες αλλά και ορισμένα εξ αυτών να αμφισβητούν τη νομιμότητα ορισμένων ενεργειών, όπως των καταλήψεων σε σχολεία και πανεπιστήμια(κ. Κοροβέσης) αλλά και την εν γένει στάση του κόμματος (κ. Κουβέλης). Ο κ. Τσίπρας ισχυρίζεται στο ίδιο άρθρο, ότι το κόμμα του πλήρωσε ακριβά την υποστήριξή του αυτή. Η πραγματικότητα είναι, ότι πλήρωσε όλη την αμετροέπεια, που διακατείχε την εν λόγω παράταξη από την εποχή, που οι δημοσκοπήσεις την εκτόξευαν στο 16% των προτιμήσεων του εκλογικού σώματος και δευτερευόντως την όλη στάση του στο θέμα των ημερών του περσυνού Δεκεμβρίου. Αλλά γι' αυτό δεν του φταίει παρά ο άκρατος ενθουσιασμός του.
Διατείνεται, επίσης, ο κ. Τσίπρας, ότι το κόμμα του εστίασε στον ορθό λόγο εκείνες τις ημέρες και το πλήρωσε ακριβά. Μόνο, που η ταύτιση του γεμάτου τσιτάτα και αοριστολογίες λόγου των περισσοτέρων μελών της εν λόγω παράταξης με τον ορθό λόγο θα έκανε τον Καντ να γεμίσει φλύκταινες. Οι ελάχιστοι ορθολογιστές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εκείνη την εποχή (Κοροβέσης, Κουβέλης) παραγκωνίστηκαν από τους οπαδούς της μικροπολιτικής. Και το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης γι' αυτή την απουσία σταθερής θέσης το φέρει σαφώς ο κ. Τσίπρας. Αναγνωρίζω, βέβαια, ότι ορθότατα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εστίασε στα αίτια, που ξεσήκωσαν ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, πλην, όμως, η άρνησή του να καταδικάσει τα έκτροπα, που σημάδεψαν εκείνες τις ημέρες, έστειλε στον κάλαθο των αχρήστων τα όποια ψήγματα ορθολογισμού υπήρχαν στο λόγω των μελών του.
Γενικά, σχημάτισα την άποψη, ότι ο κ. Τσίπρας εξακολουθεί να διακατέχεται από την άποψη, ότι το κόμμα του αποτελεί το μόνο συνοδοιπόρο όσων ξεσηκώθηκαν το Δεκέμβριο του 2008. Μόνο, που έτσι αναιρεί το γεγονός, ότι ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας μας αποφάσισε να βγει στους δρόμους και να φωνάξει για όσα της μουντζουρώνουν τη ζωή, χωρίς να ταυτίζεται απαραίτητα είτε με το συγκεκριμένο κόμμα είτε με τις θέσεις του. Και αυτό το "καπέλωμα" των γεγονότων του περασμένου Δεκεμβρίου ενοχλεί αφάνταστα και καταδεικνύει, ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν έχει αντιληφθεί απόλυτα τα αίτια, που τον κατέστησαν αντιπαθή σε ένα μεγάλο μέρος των σκεπτομένων πολιτών. Προσοχή, δεν αναφέρομαι στους νοικοκυραίους του καναπέ, που αναρωτιόνταν ωρυόμενοι, που βρισκόταν η αστυνομία, όταν οι γνωστοί άγνωστοι έκαιγαν ό,τι έβρισκαν στο διάβα τους, αλλά σε όσους διεπίστωσαν, ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν απρόθυμος να καταδικάσει ανοικτά τα έκτροπα των ημερών εκείνων αλλά λίαν πρόθυμος να καρπωθεί τα όποια οφέλη από την τακτική του αυτή. Και, ακόμα, χειρότερα, η χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου από τον κ. Τσίπρα φανερώνει μια τάση οικειοποίησης των γεγονότων, τα οποία δεν ανήκουν στο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Ή, για την ακρίβεια, ανήκουν σε όσους ανθρώπους σκέπτονται ορθά και στέκονται μακρυά από τα απολιτικά τσιτάτα, που εκτόξευαν, μεταξύ άλλων, και αρκετά μέλη του κόμματος αυτού.
Αν κάτι είναι παρήγορο από το συγκεκριμένο άρθρο, αυτό είναι η τάση του κ. Τσίπρα να διδάσκεται από τα σφάλματά του. Σκεπτόμενος, ότι η συμπλήρωση ενός χρόνου από το θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου ίσως σημάνει την απαρχή νέων ταραχών, προτρέπει να μην υπάρξουν ξεσπάσματα βίας. Ωστόσο, η λογική των τσιτάτων συνεχίζει να αποτελεί την κύρια τακτική του κ. Τσίπρα και παρασύρει το κόμμα του σε μια ανεδαφική σύγκρουση με όσους επιθυμούν ένα πιο καθαρό λόγο. Και αυτό δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικό για ένα νεότατο πολιτικό, ο οποίος και πολιτικές ικανότητες έχει - το απέδειξε, όταν ξυλάρμενος ων, συνεπεία της άτακτης αποχώρησης του κ. Αλαβάνου, οδήγησε το ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στη Βουλή - και δείχνει να κατανοεί τα λάθη του. Αρκεί αυτό το τελευταίο να το πράττει συχνότερα.