Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Το κήρυγμα του μίσους

            Θα πήρε το μάτι σας το βίντεο, όπου ο Μητροπολίτης Κονίτσης και Δρυινουπόλεως Ανδρέας υπερασπίζεται «τα παιδιά με τις μαύρες μπλούζες», αφού πρώτα έχει προβεί σε ένα αντιαριστεριστικό παραλήρημα, στην επέτειο από την κατάληψη του Γράμμου από τον Εθνικό Στρατό.

            Κατ’ αρχάς, για να φρεσκάρουμε τη μνήμη μας, η περιοχή του Γράμμου υπήρξε επίκεντρο των συγκρούσεων ανάμεσα στον Εθνικό Στρατό και το Δημοκρατικό Στρατό της Ελλάδος (στο εξής ΔΣΕ) στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Εκεί δόθηκαν σφοδρές μάχες και πολύς κόσμος και από τα δύο στρατόπεδα άφησε εκεί την τελευταία του πνοή. Μετά το πέρας του Εμφυλίου Πολέμου, οι νικητές διοργάνωσαν τους πρώτους εορτασμούς αλλά και το πρώτο μνημόσυνο, για να τιμήσουν τους νεκρούς του Εθνικού Στρατού. Με το καλημέρα, αυτές οι εκδηλώσεις «καπελώθηκαν» από φανατικούς εθνικόφρονες, οι οποίοι δεν δίσταζαν κάθε χρόνο να επικαλούνται τον κομμουνιστικό κίνδυνο και να διαιωνίζουν το μίσος για καθετί αριστερό, αρνούμενοι τη φύση της σύρραξης αυτής ως εμφύλιας και αντιτείνοντας πεισματικά όρους, όπως «κομμουνιστική ανταρσία» και «συμμοριτοπόλεμος», που συντελούσαν στην ένταση των παθών. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια και μετά την έλευση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία άρχισε να εξασθενεί και να μην απασχολεί, πλέον, πολύ κόσμο, εκτός από κάποιους παλιούς νοσταλγούς εκείνων των καιρών. Μέχρι που ήλθε το κήρυγμα του σεβασμιωτάτου Κονίτσης και Δρυινουπόλεως, για να θυμίσει, ότι αυτές οι επέτειοι εξακολουθούν να διαπνέονται από μίσος για την Αριστερά και οτιδήποτε δεν ταιριάζει με τα χνώτα των νικητών.
            Κατ’ αρχάς, δεν αντιλέγω, ότι μια τέτοια επέτειος πρέπει να εορτάζεται στα πλαίσια της ιστορικής μνήμης, που κάθε λαός οφείλει να διαφυλάσσει. Ο Εμφύλιος Πολεμος υπήρξε μια πολύ σημαντική στιγμή στη νεότερη ιστορία μας και οι πληγές του παρέμειναν ανοικτές για δεκαετίες, διαιρώντας τον πληθυσμό της Ελλάδος σε εθνικόφρονες και «μιάσματα», με τους τελευταίους να υφίστανται ποικίλα δεινά και σε αρκετές περιπτώσεις, ειδικά στη δεκαετία του ’40, να εκτελούνται για τα φρονήματά τους. Ωστόσο, αντί αυτές οι εορτές να μετατραπούν σε μια προτροπή για πραγματική εθνική συμφιλίωση, μετατράπηκαν με το καλημέρα σε εκδηλώσει μίσους προς την Αριστερά και οτιδήποτε ερχόταν σε αντίθεση με τη λογική των νικητών. Και αν, τέλος πάντων, αυτή η τακτική είχε μια κάποια δικαιολογία τα πρώτα χρόνια μετά την ήττα του ΔΣΕ, σήμερα, εν έτει 2012, όχι μόνο φαντάζει παράλογη αλλά και απαράδεκτη. Η Αριστερά μπορεί, πλέον, να εκφράζει ελεύθερα την άποψή της, χωρίς να κινδυνεύουν τα στελέχη της να συλληφθούν. Το ΚΚΕ είναι νόμιμο εδώ και 38 χρόνια, συμμετέχει ανελλιπώς στη Βουλή από τις πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές και, παρά τις όποιες παρεκτροπές κάποιων στελεχών του, σέβεται το Σύνταγμα και συμμετείχε αναίμακτα στις οικουμενικές κυβερνήσεις του 1989 και 1990. Και σίγουρα η χώρα δεν κινδυνεύει να μετατραπεί σε Ε.Σ.Σ.Δ.
            Αν προσέξει κανείς το λόγο του σεβασμιωτάτου, θα μετρήσει κάμποσα άψογα διατηρημένα στερεότυπα της μετεμφυλιακής ρητορείας, όπως την άρνηση της εμφύλιας φύσης της συρράξεως, που ταλάνισε τη χώρα μας τη δεκαετία του ‘40, την εξάλειψη πάσας αναφοράς στο ρόλο του ΕΛΑΣ στην Απελευθέρωση, την παντελή αναφορά στα Τάγματα Ασφαλείας πολλώ δε μάλλον την απουσία καταδίκης τους, το μένος κατά της Αριστεράς και την εξύμνηση της ακροδεξιάς, το ρόλο της οποίας στην Ελλάδα παίζει, πλέον, η Χρυσή Αυγή. Φυσικά, τα χειροκροτήματα και οι ζητωκραυγές, που συνόδευαν κάθε εμπρηστικό μαργαριτάρι του σεβασμιωτάτου αποτελούν την πικρή απόδειξη, ότι, αν διαθέταμε την κατάλληλη παιδεία ως λαός, ώστε να διδαχθούμε από τα πάθη και, εν προκειμένω, τις πληγές, που άφησε πίσω του ο Εμφύλιος, πρόσωπα, όπως ο σεβασμιώτατος, θα είχαν τεθεί στο περιθώριο. Αυτή τη στιγμή, όμως, ακριβώς επειδή το συγκεκριμένο προσόν δεν ξεχειλίζει από τα μπατζάκια μας, επευφημούνται θερμά, ένδειξη ότι πολλοί κάτοικοι αυτής της χώρας προτιμούν τους πύρινους λόγους παρά την ψύχραιμη αποτίμηση κάποιων καταστάσεων.
            Θα αντιτάξει κανείς, ότι το πνεύμα αυτών των επετείων είναι να υπενθυμίζονται τα γεγονότα εκείνης της εποχής. Κανένας δεν αντιλέγει σε αυτό. Όμως υπάρχει μια δυσαρμονία των μέσων, που χρησιμοποιούνται για τη διατήρηση της μνήμης αυτών, με το σκοπό, που πρέπει να εξυπηρετούν αυτές οι εορτές. Ήγουν σκοπός μιας εκδήλωσης, όπως αυτή για την πτώση του Γράμμου, πρέπει να είναι η υπενθύμιση των συνεπειών ενός Εμφυλίου Πολέμου και η προτροπή για πραγματική συμφιλίωση των πλευρών, ώστε να μην επαναληφθούν τέτοια φαινόμενα. Ο Κονίτσης και Δρυινουπόλεως, όμως, επέλεξε να ρίξει λάδι σε μια φωτιά, που ποτέ πραγματικά δεν έπαψε να σιγοκαίει. Τα ‘βαλε αναίτια με το ΚΚΕ και το ΣΥΡΙΖΑ, διεχώρισε τους εθνικόφρονες στρατιωτικούς, που πολέμησαν στην Εθνική Αντίσταση, από τους «ντενεκέδες» (όσους, δηλαδή, δεν ήταν εθνικόφρονες στρατιωτικοί) και επικαλέστηκε επαινετικά τους χρυσαυγίτες. Συγκρίνετε το διχαστικό λόγο του εν λόγω ιεράρχη με αυτό και βγάλτε τα συμπεράσματά σας σχετικά με το περιεχόμενο, που πρέπει να έχει ο λόγος ενός πραγματικού ιερωμένου, για τον οποίο η ρήση «αγαπάτε αλλήλλους» είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό εδάφιο της Καινής Διαθήκης.
            Καθένας να μην έχει την ελευθερία να εκφραστεί ελεύθερα, θα υποστηρίξει κάποιος. Για μια στιγμή! Το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου είναι απεριόριστο, στο μέτρο, βέβαια, που δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των τρίτων. Ο σεβασμιώτατος, όμως, εκφέρει ένα λόγο μίσους, με σκοπό να υποδαυλίσει τα πάθη και να στρέψει τον κόσμο εναντίον της Αριστεράς, αποσιωπώντας την τεράστια συμβολή της στην Εθνική Αντίσταση (διότι τί άλλο σημαίνει ο χαρακτηρισμός όσων δεν πολέμησαν με το στρατό ως «ντενεκέδων»;) και στοχεύοντας στη διατήρηση του ίδιου διχαστικού κλίματος, που δηλητηρίαζε τη χώρα για δεκαετίες. Και το πράττει σε ένα τόπο ιστορικά και πολιτικά φορτισμένο, όπως ο Γράμμος, ο οποίος θα έπρεπε να είναι τόπος συμφιλίωσης και ενότητας και όχι μέσο για να διαιωνίζεται ο επάρατος διαχωρισμός των πολιτών αυτής της χώρας σε επιθυμητούς και απορριπτέους.
            Έχω ακούσει και το επιχείρημα, ότι τα ίδια και χειρότερα κάνουν οι αριστεροί στα δικά τους μνημόσυνα και τις τελετές. Πρόκειται για κλασσική τακτική, χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονται πολλοί συμπολίτες μας το διάλογο, όταν αισθάνονται, ότι η κουβέντα δεν βγαίνει, όπως τη θέλουν, και, έτσι, επιχειρούν να αλλάξουν το θέμα της (και τα φώτα της μαζί). Μόνο που το μεγαλύτερο κομμάτι της Αριστεράς έχει αποστασιοποιηθεί από αυτές τις τακτικές του ΚΚΕ, το οποίο, σε τελική ανάλυση, δεν κυβέρνησε ποτέ τη χώρα, ώστε να διαχωρίσει τον πληθυσμό της σε συντρόφους και κουλάκους/ αντιδραστικούς/παράσιτα/πράκτορες των ιμπεριαλιστών/καιγωδενξερωτιάλλο, τη στιγμή που οι περισσότεροι πολιτικοί από το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα, το οποίο ασκούσε και ασκεί την εξουσία στη χώρα μας, είτε προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα τερτίπια του ανωτέρω ιερωμένου είτε τα κάνουν, ότι δεν τα βλέπουν. Σε κάθε περίπτωση, στον παραλογισμό της μιας πλευράς δεν μπορείς να αντιτάσσεις ως επιχείρημα το δικό σου παραλογισμό. Ούτε μπορείς στο όνομα της διατήρησης της ιστορικής μνήμης να ανακαλείς τα φαντάσματα του παρελθόντος με το πρόσχημα, ότι και η άλλη πλευρά κάνει τα ίδια και χειρότερα, διότι το μόνο, που επιτυγχάνεις έτσι, είναι η συντήρηση ενός ψυχροπολεμικού κλίματος σε μια χώρα, που το έχει πληρώσει πανάκριβα.
            Ο Κονίτσης και Δρυινουπόλεως αποτελεί ένα θλιβερό κατάλοιπο άλλων εποχών, που κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα ‘θελε να θυμάται. Σε μια συγκροτημένη κοινωνία, θα είχε περιθωριοποιηθεί και ενδεχόμενα αποσχηματιστεί. Αλλά ποιός μπορεί να βάλει το χέρι στην καρδιά και να πει μετά βεβαιότητος, ότι η λογική περισσεύει στα μέρη μας; 

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Η ιστορία ενός φοροφυγά

Το κ. Χ. τον θυμάμαι από τα μικράτα μου. Ξεκίνησε από υδραυλικός, όταν ήμουν πιτσιρικάς, ήταν εργατικός και καλός στη δουλειά του, πήρε στα δύο χρόνια και βοηθό, ένα μπουνταλά νεαρό, ο οποίος έτρεχε σαν το σκυλί να τον βοηθήσει και δεν διαμαρτυρόταν για τα ξεσπάσματά του. Κάποια στιγμή, χρειαστήκαμε τη βοήθειά του και μας έστειλε το νεαρό. Ο πατέρας μου ρώτησε τον κ. Χ, τι χρωστάει, και ο Χ του είπε ένα τεράστιο ποσό, το οποίο ο πατέρας μου πλήρωσε ζεματισμένος. Τα ίδια πλήρωσε και ο γείτονάς μας στον κάτω όροφο, ο οποίος συμπλήρωσε με κάποια χαιρεκακία "θα τα βρει από την εφορία ο καλός μας ο Χ". 
Τρίχες! Μετά από αρκετά χρόνια, όταν χρειάστηκε να πάω, ενήλικος, πλέον, στην εφορία της περιοχής μας, για να τακτοποιήσω κάποιες εκκρεμότητες των γονέων μου, εμφανίστηκε ο κ Χ, παχύτερος κατά αρκετά κιλά και με το μπρελόκ της BMW  να κρέμεται επιδεικτικά από την τσέπη μου παντελονιού του. Προσφέρθηκε να με γυρίσει στο σπίτι μου. Μπήκα στο αυτοκίνητό του. Δεν θυμάμαι να είχα ξαναδεί μέχρι τότε τόσο πολυτελή κούρσα. Είδα και το κινητό του κ. Χ, που κρεμόταν από μια θήκη προσαρμοσμένη πάνω από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου. "Σιγά μην τα πληρώσω στους μαλάκες", άρχισε να μονολογεί. Στην αρχή, νόμισα, ότι μου είχε ανοίξει κάποια κουβέντα και τον ρώτησα, τι εννοούσε. Απάντησε με στόμφο πολιτικάντη, ότι κανένας δεν πρόκειται ποτέ να του βάλει χέρι στα λεφτά του. 
Οι γονείς μου μάθαιναν τα χαμπάρια του κ. Χ, ο οποίος είχε χωθεί σε κάτι εργολαβίες σε ιδιωτικά έργα και είχε θησαυρίσει. Είχε χτίσει μια σπιταρόνα στην γειτονιά του, είχε δύο υπερπολυτελή αυτοκίνητα, το ένα τζιπούρα, πήγαινε κάθε χρόνο διακοπές στο εξωτερικό με τη γυναίκα του, ξόδευε στα μπουζούκια 200.000 χιλιάρικα μόνο σε γαρδένιες και έκανε απίστευτη επίδειξη νεοπλουτισμού. Και η εφορία, ρώτησα με αφέλεια ταμένου παιδιού, που πρωτοβγαίνει στην κοινωνία. Κανένας δεν τον ελέγχει, απάντησε ο πατέρας μου. Δηλώνει μηδενικό εισόδημα, βάζει εικονικά έξοδα και δεν κόβει σχεδόν ποτέ του τιμολόγιο. Το δε σπίτι του έχει χτιστεί καθ' υπέρβαση (επιεικώς) της οικοδομικής του άδειας και, επειδή είναι χτισμένο σε υποβαθμισμένη περιοχή, δεν πάει κανένας να το ελέγξει, διότι δεν υποπτεύονται τίποτα.
Κάποια στιγμή, πέρσυ περνούσα από την κεντρική πλατεία των Πατρών, όπου ζω και εργάζομαι. Είδα τον κ. Χ να μιλάει οργισμένος με κάποιους συμπολίτες μας. Μου έγνεψε να πλησιάσω. Γύρω του έβλεπα κάτι φάτσες, που τις θυμόμουν να κραδαίνουν σημαίες και λάβαρα και των δύο μεγάλων κομμάτων. "Θα δεις, λεβέντη μου, τι θα πάθουν οι π............", ανέκραξε με μίσος, "που κατέστρεψαν τον  τόπο. Θα τους κρεμάσουμε". Οι υπόλοιποι γύρω του συγκατένεψαν πρόθυμα. Ο ένας ήταν γνωστός εργολάβος οικοδομών με απίστευτα υπερκέρδη, ο οποίος είχε κάποτε καταγγελθεί από μια τοπική εφημερίδα, ότι φοροδιέφευγε συστηματικά. Καμμία αρχή δεν είχε ασχοληθεί μαζί του.
Προτού πέσετε να με φάτε, ότι τάχαμου στοχοποιώ τις κινητοποιήσεις των αγανακτισμένων, οφείλω να σας πω, ότι δεν πρόκειται να τσουβαλιάσω όλους όσοι συγκεντρώθηκαν πέρσυ στις πλατείες, για να φωνάξουν κατά της κυβέρνησης. Θα σταθώ μόνο σε ένα θέμα. Ο κ. Χ και όλοι οι κ. Χ αυτού του τόπου φοροδιέφευγαν επί σειρά ετών συστηματικά και προκλητικά. Κέρδιζαν παραδάκι με ουρά και τους ήξερε όλος ο κόσμος μαζί και η εφορία. Αγόραζαν πολυτελή είδη, από κινητά τηλέφωνα μέχρι αυτοκινητάρες, που ντρεπόσουν να μπεις μέσα τους, και την ίδια στιγμή ενεφάνιζαν μηδενικό εισόδημα, διότι παρουσίαζαν πολύ χαμηλά έσοδα, τα οποία κάλυπταν με διάφορες εικονικές δαπάνες. Δεν έκοβαν ποτέ τους αποδείξεις και κανένας δεν τους τις ζητούσε ή, όταν τους τις ζητούσαν, ανέγραφαν πολύ πιο μικρά ποσά από αυτά, που είχαν εισπράξει. Και οι Χ αυτής της χώρας ήταν πολλοί, πάρα πολλοί. Και σε μια χώρα κάθε άλλο παρά αφανή και πολυπληθή τους ξέραμε. Όλους και με το μικρό τους ονοματάκι!
Ε, γι' αυτούς τους Χ κανένας δεν φώναξε και δεν διαμαρτυρήθηκε. Κανένας δεν ζήτησε να ελεγχθούν οι φορολογικές τους δηλώσεις των τελευταίων ετών, κανένας δεν αξίωσε από αυτούς απόδειξη για τις υπηρεσίες τους, κανένας δεν τους κατήγγειλε στις αρμόδιες υπηρεσίες, διότι "εμείς δεν είμαστε καρφιά και να τους κυνηγήσει το κράτος, εμάς δεν μας έβλαψαν". 
Και, όμως, και αυτοί μας έβλαψαν με τη φοροδιαφυγή τους. Αν πήγαιναν τα δικά τους λεφτά στο κράτος μαζί με τα δικά σας, αυτά που δεν μπορούσατε να αποκρύψετε, τώρα δεν θα μιλούσαμε για τέτοιο έλλειμμα και για αδυναμία κάλυψης βασικών υποχρεώσεων του κράτους. Τί είπατε; Δεν έφεραν αυτοί το Μνημόνιο και το ΔΝΤ; Και, όμως, και αυτοί το έφεραν με τη δική σας ανοχή, φίλοι μου. Και αυτοί επεδίδοντο στο ευγενές άθλημα της φοροδιαφυγής με τις δικές μας πλάτες, που δεν ζητούσατε απόδειξη για ό,τι τους πληρώνατε και, επιπλέον, δεν τους κάνατε και μια καταγγελία στο ΣΔΟΕ, για να σφίξουν τα γάλατα. Και αυτοί εξέθρεψαν το θηρίο της φοροδιαφυγής, το οποιο και αυτό άφησε τα ταμεία της χώρας μισοάδεια. Τους αφήσαμε να αλωνίζουν, όταν δεν τους θαυμάζαμε ανοικτά, που χρησιμοποιούν όλη τη φορολογική νομοθεσία για χαρτί υγείας. Τους θεωρούσαμε παράδειγμα προς μίμηση, διότι ήταν "μάγκες" και έγραφαν το νόμο στα παλαιότερα των χειροποίητων  ιταλικών υποδημάτων τους. Τους δείχναμε με το δάχτυλο και λέγατε στα παιδιά μας και τους φίλους μας "τον βλέπεις αυτόν ξεκίνησε από το μηδέν και τώρα κολυμπάει στα λεφτά", παραλείποντας, ότι για να κολυμπήσουν αυτοί στα λεφτά οι αράχνες έκαναν πάρτυ στα δημόσια ταμεία. 
ΟΚ, είχαμε και πολιτικούς, που ξεκοκκάλισαν τεράστια ποσά από τον κρατικό κορβανά ή επεβάρυναν το κράτος με αχρείαστα έξοδα. Όμως, και αυτούς τους πολιτικούς του ανεδείξατε εσείς, φίλοι μου, με την ίδια αδιαφορία που αφήσατε τον κ. Χ και τους ομοίους του να στοιβάζουν πάκα τα πεντακοσάευρα (και παλαιότερα τα δεκαχίλιαρα) ή να τα "επενδύουν" σε αμαξάρες, γαρδένιες και βιλάρες-αποθεώσεις του καρακιτσαριού. Η ίδια αδιαφορία, που εξέθρεψε τους "Άκηδες" της πολιτικής ζωής αυτού του τόπου, εξέθρεψε και τους ασύδοτους Χ της κοινωνίας μας.
Τώρα οι Χ αυτού του τόπου ξεσηκώνονται και αυτοί ενάντια στο ίδιο το κράτος, που τους υπέθαλπε εδώ και δεκαετίες. Με ποιο θράσος και με ποια λογική; Με καμμία λογική και μόνο με γνώμονα το θράσος τους, θα σας απαντήσω. Επειδή μπορούν να το κάνουν χωρίς συνέπειες. Επειδή σε αυτή τη χώρα δεν μάθαμε ποτέ να καταδικάζουμε την αδικία, όταν τη διαπράττει ο διπλανός μας. Επειδή μας φταίει αποκλειστικά το κράτος και ποτέ εμείς. Και επειδή οι Χ λειτουργούν μόνο με βάση τον τσαμπουκά τους. Όπως, λοιπόν, έμαθαν να κάνουν το κομμάτι τους ανενόχλητοι, έτσι και θα συνεχίσουν να πράττουν με οποιαδήποτε κατάσταση. Και θα εισπράττουν και το χειροκρότημα των υπολοίπων για την αφοσίωσή τους στους σκοπούς του ξεσηκωμού.
Εμείς, όμως, γιατί τους ανεχόμαστε; 

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Ο "αντισυστημικός" λόγος της Χρυσής Αυγής

            Στην αρχή, τους αγνόησε το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας μας. «Σιγά μην μπουν στη Βουλή δαύτοι», επαναλάμβανε. Όταν, τελικά, συγκέντρωσαν εκείνο το 7% στις εκλογές του Μαΐου, ήλθε η ώρα της πτώσης από τα σύννεφα και η προσπάθεια προσέγγισής τους, προκειμένου να γίνει ευρύτερα γνωστό, ποιοι είναι και τι πιστεύουν. Φυσικά, θα ήταν αστείο να υποστηρίξει κανείς, ότι η Χρυσή Αυγή θα ήταν κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι γνωρίζαμε εδώ και χρόνια, ήτοι μια ομάδα ακροδεξιών, νοσταλγών του Χίτλερ, που αναγνωρίζει το ελληνικό έθνος ως το υπέρτερο όλων, κυνηγάει μετανάστες και αριστερούς και μισεί τη Δημοκρατία. Αλλά, όπως και να το κάνουμε, ήταν ένα δέλεαρ για πολλούς δημοσιογράφους να ακούσουν από πρώτο χέρι τις απόψεις αυτές.

            Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι τα θαλάσσωσαν, είτε επειδή τους αντιμετώπισαν αρκετά διστακτικοί και απροετοίμαστοι είτε επειδή προτίμησαν να κάνουν πλακίτσα μαζί τους, λες και επρόκειτο για τίποτε φυντάνια του εγχώριου σταρ σύστεμ. Οι ελάχιστοι δημοσιογράφοι, που γνώριζαν καλά το αντικείμενο και υπήρξαν σαφώς πιο αντικειμενικοί στην κρίση τους, δεν εργάζονται στην τηλεόραση και, έτσι, οι απόψεις τους δεν έγιναν εξίσου γνωστές με αυτές των τηλεοπτικών συναδέλφων τους. Η γύμνια, πάντως, ενός τεράστιου κομματιού του δημοσιογραφικού κόσμου έλαμψε δια της ατολμίας του να στριμώξει όσα στελέχη της Χ.Α. δέχθηκαν να του μιλήσουν.
            Αξίζει, πάντως, να δούμε, σε τι συνίσταται αυτός ο ανατρεπτικός λόγος της Χ.Α., που τόσο ανάγκη την έχει η ταλαιπωρημένη χώρα μας, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της. Άλλωστε, τα μέλη της δεν κρύβουν ούτε τη χαρά τους, που επιτέλους μπήκαν στη Βουλή, αφού προηγουμένως κατάφεραν να απονομιμοποιηθούν στα μάτια ενός σημαντικού κομματιού της κοινωνίας μας, ούτε την ιδεολογία τους και, βέβαια, τις προθέσεις τους.
            Ξεκινώντας από τις συνεντεύξεις, που έδωσαν κάποια στελέχη της Χ.Α., λοιπόν, για να γίνει μια σωστή συνέντευξη, απαιτείται και οι δύο πλευρές να τηρήσουν κάποιους κανόνες. Ο πιο βασικός κανόνας, όχι αυτονόητος αλλά βασικός, είναι, ότι ο συνεντευξιαζόμενος οφείλει να απαντάει σε ό,τι τον ερωτούν. Όσοι είχαν την υπομονή και τη διάθεση να παρακολουθήσουν τις συνεντεύξεις π.χ. του κ. Μιχαλολιάκου ή του κ. Κασιδιάρη, τα οποία ως περισσότερο γνωστά από τα υπόλοιπα στελέχη της Χ.Α. έτυχαν και της περισσότερης προβολής εκ μέρους των Μ.Μ.Ε., θα διεπίστωσαν, ότι τα πρόσωπα αυτά ελάχιστα ενδιαφέρθηκαν να σεβαστούν τους κανόνες αυτούς. Οι περισσότερες απαντήσεις τους ελάχιστη σχέση είχαν με τις ερωτήσεις, που τους υποβάλλονταν, και εστίαζαν κυρίως στο τι κάνουν οι άλλοι. Πρόκειται για κλασσική τακτική όσων δεν επιθυμούν να απαντήσουν σε ό,τι τους ερωτούν και προσπαθούν να στρέψουν αλλού την κουβέντα. Δεν θα απαντήσουν όπως θέλουν οι δημοσιογράφοι, λοιπόν. Αλλά δεν θα απαντήσουν γενικότερα. Άλλα λόγια και ας μην αγαπιόμαστε, λοιπόν! Η λατρεία, άλλωστε, της ακροδεξιάς για τη δημοσιογραφία περιοριζόταν ανέκαθεν σε όσους μοιράζονται τα ίδια ιδεώδη με αυτή ή αρκούνται να κάνουν ανώδυνο (φαινομενικά) καλαμπουράκι με αυτή.
            Περαιτέρω, η σχετικά πρόσφατη επερώτηση βουλευτού του κόμματος αυτού στη Βουλή σχετικά με τα μέτρα, που προτίθεται να λάβει η κυβέρνηση, για να μη φτάσει στους μαθητές της Ε’ και ΣΤ’ τάξεως του Δημοτικού το βιβλίο γραμματικής, όπου γράφεται, δήθεν, ότι τα φωνήεντα της ελληνικής γλώσσας είναι 5 και όχι 7 (άρα επιβεβαιώνεται η γνωστή Δήλωση Κίσσινγκερ, λέω εγώ), αποδεικνύει περίτρανα, ότι οι της Χ.Α. όχι απλά δεν απαντούν σε ό,τι τους ρωτούν αλλά και δεν διαβάζουν. Για την ακρίβεια, διαβάζουν αλλά επιλεγμένα βιβλία γραμμένα από ανθρώπους, που ασπάζονται τις απόψεις τους ή τουλάχιστον την πλησιάζουν αλλά η βασιμότητά τους είναι, για να το πούμε κομψά, κάτι επιεικώς σχετικό. Αναζητούν και υιοθετούν αμέσως κάθε θεωρία συνωμοσίας, που αφορά το ελληνικό έθνος και τη γλώσσα του, χωρίς να αμφιβάλλουν λεπτό για τη γνησιότητά της, και τη διαδίδουν με κάθε πρόσφορο μέσο. Διαχέουν παντού την άποψη, ότι η χώρα κινδυνεύει. Φυσικά, δεν κάνουν τον κόπο να αποδείξουν τη βασιμότητα των λεγομένων τους. Ρίξε ψέμμα στον κόσμο, όλο και κάτι θα μείνει.
            Και μια και μιλήσαμε για ψέμματα, θα θυμάστε τα στελέχη της Χ.Α., που διατυμπάνιζαν, ότι καθάρισαν ολόκληρες γειτονιές των Αθηνών από εγκληματίες, συνοδεία ορισμένων πολιτών, που υμνούσαν το εν λόγω κόμμα για το «θεάρεστο αυτό έργο του, ή ότι θα παραχωρήσουν τα βουλευτικά τους αυτοκίνητα για τις ανάγκες συμπολιτών μας. Στην πραγματικότητα, στις ίδιες αυτές γειτονιές η εγκληματικότητα ζει και βασιλεύει, αφού οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Χ.Α. αρκέστηκαν στην κατατρομοκράτηση των αλλοδαπών, που κατοικούν στις περιοχές αυτές (και δεν ευθύνονται απαραίτητα για την εγκληματικότητα) και πέραν τούτου ουδέν! Όσο για τα αυτοκίνητα, που δικαιούνταν οι βουλευτές τους, τα κράτησαν για τους εαυτούς τους. Ακόμα, καμώνονται, ότι δεν έχουν καμμία σχέση με το Χίτλερ αλλά δοξάζουν τα οπλισθέντα από τους Γερμανούς προδοτικά Τάγματα Ασφαλείας και δεν έχουν αποκηρύξει τα υμνητικά τους για το ναζισμό κείμενα (οράτε εδώ). Α, ξέχασα τη διανομή τροφίμων περί τα μέσα Ιουλίου στο κέντρο της Αθήνας, η οποία διαφημίστηκε ως μια αξιέπαινη προσπάθεια της Χ.Α. προς υποστήριξη των αναξιοπαθούντων συμπολιτών μας, πλην, όμως, ήταν μια σπασμωδική κίνηση, που δεν μπορεί να εξισωθεί με τα καθημερινά συσσίτια άλλων φορέων, ακόμα και ιδιωτών (τα οποία τυγχάνουν ελάχιστης προβολής αλλά αυτό είναι μια άλλη πικρή ιστορία). Δεν θα τους χαρακτηρίσουμε, λοιπόν, και ως την επιτομή της ειλικρίνειας.
            Επίσης, ο λόγος των στελεχών της Χ.Α. θυμίζει ανθρώπους με έντονα μετεμφυλιακά σύνδρομα. Αν κλείσει κανείς την εικόνα και αρκεστεί στον ήχο (τηρουμένων πάντοτε των γλωσσικών αναλογιών) του λόγου του κ. Μιχαλολιάκου π.χ. αυτού στη Θεσσαλονίκη πριν τις εκλογές του Ιουνίου, θα νομίσει, ότι ακούει κάποιο βουλευτή της αλήστου μνήμης ΕΡΕ να μιλάει για τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Ο έντονος αντιαριστερισμός και η επίκληση ιστορικών γεγονότων ερμηνευμένων από τη δική τους και επιεικώς ανιστορική οπτική γωνία π.χ. τα γεγονότα του Μελιγαλά, τα οποία παρουσιάζουν ως τη σφαγή αμάχων εθνικοφρόνων από τους «κομμουνιστοσυμμορίτες», είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά αυτού του λόγου. Για τα στελέχη του εν λόγω κόμματος η Μεταπολίτευση δεν υπήρξε ποτέ άλλως είναι γι’ αυτά κάτι τόσο βδελυρό, που του έχουν επιβάλει μια ιδιότυπη damnatio memoriae. Η ιστορία για της Χ.Α. σταμάτησε λίγο πριν την πτώση της δικτατορίας. Επόμενο είναι η σκέψη και οι ερμηνείες, που δίδουν στα γεγονότα τα στελέχη της, να έχει μείνει σε εκείνη την εποχή.
            Αναφορικά τώρα με τον πολιτικό λόγο της Χ.Α., αυτός είναι γεμάτος από πυροτεχνήματα αλλά η έλλειψη ουσίας είναι παραπάνω από τραγικά εμφανής. Διαφημίζουν την τράπεζα αίματος και την τράπεζα τροφίμων τους αλλά δεν έχουν προτείνει κάτι ουσιαστικό για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της δημόσιας υγείας και της αντιμετώπισης της φτώχειας. Καθυβρίζουν την επάρατη γι’ αυτούς Ε.Ε., το Δ.Ν.Τ. και την Ε.Κ.Τ. αλλά ακόμα δεν έχουμε ακούσει κάποια άποψή τους για την έξοδο από την οικονομική κρίση. Το πολιτικό τους πρόγραμμα αποτυπώνει την πολιτική τους σκέψη, ήτοι είναι αποσπασματικό, ανούσιο, χωρίς συγκρότηση και με ολοφάνερα διχαστική αντίληψη.
            Τέλος, στο λόγο της Χ.Α. κυριαρχεί, εκτός από το μίσος για ό,τι δεν ταιριάζει με τις πεποιθήσεις της, και μια υπεραπλουστευμένη θεώρηση των πραγμάτων. Ο λόγος του μίσους δικαιολογείται, επειδή δικαιολογείται ο ακραίος λόγος ορισμένων στελεχών της Αριστεράς. Η νομιμοποίηση της ναζιστικής κοσμοθεωρίας επιβάλλεται, επειδή έχουν νομιμοποιηθεί οι σταλινικοί. Αν ορισμένα στελέχη της Χ.Α. διώκονται ποινικά για σοβαρά εγκλήματα, που επισύρουν έως και κάθειρξη, σε τί διαφέρουν από τους πολιτικούς των δύο μεγάλων κομμάτων, που κατέκλεψαν τη χώρα; Τέλος, αφού το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου κατοχυρώνεται ακόμα και για τους αριστεροφασίστες (ξέρω, ο βαρβαρισμός βγάζει μάτι αλλά αυτή τη λέξη χρησιμοποιούν), γιατί να μην καλύπτει και τους χρυσαυγίτες; Για τον κατά μεγάλο ποσοστό απαίδευτο λαό μας αυτή η απλοϊκή αντίληψη είναι υπεραρκετή, για να νομιμοποιήσει στα μάτια τους το κόμμα αυτό. Για ορισμένους επίδοξους πνευματικούς μας ταγούς, κάποτε πετυχημένους σατιρικούς και νυν κήρυκες του μίσους, είναι ένα υπεραρκετό επιχείρημα, ώστε να καταδειχθεί ο λιγότερο επικίνδυνος χαρακτήρας της Χ.Α. σε σχέση με το δικομματισμό. 
            Δεν τρέφω αυταπάτες, ότι με την παράθεση των παραπάνω στοιχείων του λόγου των στελεχών της Χ.Α. θα πείσει έστω λίγους από τους ψηφοφόρους της ή όσους γοητεύονται από το λόγο της, ότι δεν πρέπει να τη στηρίξουν στο μέλλον. Σε μια χώρα, όπου η υποχώρηση ή η αλλαγή άποψης ισοδυναμεί με εξευτελισμό ή ακόμα και προδοσία και ο υιοθέτηση μιας γνώμης μετατρέπεται σε απόρθητο ταμπούρι, από το οποίο ο υποστηρικτής της θα βγει μόνο νεκρός, θα ήταν αστείο να πιστεύει κανείς, ότι με τη λογική θα αλλάξουν νοοτροπίες δεκαετιών. Θεωρώ, ωστόσο, χρήσιμο να αποκαλύπτονται ορισμένα στοιχεία του «αντισυστημικού» λόγου του υπό σχολιασμό κόμματος, ώστε να μην καταλείπεται, πλέον, καμμία αμφιβολία, τουλάχιστον στους εχέφρονες, ότι η Χ.Α. μόνο ακίνδυνη και χρήσιμη δεν μπορεί να θεωρηθεί. Και αφήστε τους πιστούς της να υποστηρίζουν το αντίθετο! 

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Η ευθύνη του καλλιτέχνη

            «Ζούμε τη Δικτατορία της Ευρώπης», δήλωσε σε πρόσφατη συναυλία της η κα. Γαλάνη. «Αυτή η χούντα είναι χειρότερη από την άλλη, την οποία έζησα», είχε πει προ καιρού η ηθοποιός, κα. Μεντή . Ανάλογες δηλώσεις κατά καιρούς έχουν κάνει και άλλοι καλλιτέχνες, όπως η κα. Τσανακλίδου, ο κ. Κότσιρας, ο κ. Θεοδωράκης κ.λπ. Κοινός παρονομαστής των δηλώσεων αυτών είναι η αντιπάθεια προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και η εξίσωση του πολιτεύματός μας με ολοκληρωτικά καθεστώτα, με επίκληση, μάλιστα, των συνθηκών, που βιώνουμε σήμερα, σε σχέση με αυτές που επικρατούσαν στην Ελλάδα την περίοδο 1967-1974. Φυσικά, οι παραπάνω δηλώσεις διαδόθηκαν με αστραπιαία ταχύτητα και απέκτησαν πάμπολλους πιστούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αλλού.
            Αν δεν απατώμαι, όμως, ο κ. Θεοδωράκης είχε εξοριστεί επί χούντας ακριβώς λόγω των πολιτικών του φρονημάτων, ενώ τον τελευταίο καιρό ίδρυσε ανενόχλητος κινήσεις πολιτών και λάβρος πλην ανεμπόδιστος κατήγγειλε την εξουσία σε δημόσιες συγκεντρώσεις. Ως προς την πολιτική στάση των υπολοίπων σήμερα, παρατηρώ, ότι καταγγέλλουν την κυβέρνηση ή την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να κινδυνεύουν να διωχθούν. Υπάρχει περίπτωση να μην γνωρίζουν, ότι κατά την Επταετία δεν θα μπορούσαν να επικρίνουν την πολιτική κατάσταση της χώρας, χωρίς να υποστούν κάποιες κυρώσεις; Δυσκολεύομαι να πιστέψω, ότι δεν γνωρίζουν.
            Για να σοβαρευτούμε, το πείραμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ελέγχεται για πολλά πράγματα. Κανένας δεν αντιλέγει, ότι κάποιες χώρες επιλέγουν να εκμεταλλευτούν τις αδυναμίες άλλων χωρών. Κανένας δεν αντιλέγει, ότι ο έλεγχος των οικονομικών φορέων των χωρών-μελών της Ε.Ε. δεν είναι πλήρης με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Κανένας δεν αγνοεί, ότι υπάρχουν χώρες της Ε.Ε., οι οποίες παραβιάζουν συστηματικά τις οδηγίες και τους κανονισμούς της. Κανένας δεν θεωρεί, ότι είναι ένα αλάθητο σύστημα. Αλλά η Ε.Ε. αποτελεί μια προσπάθεια συνεργασίας πολλών χωρών, πρωτοφανής στην παγκόσμια ιστορία, προκειμένου να επιτευχθεί μια οικονομική και πολιτική ένωση με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον της Ευρώπης και με μια διαδικασία λήψεως αποφάσεων, που μόνο δικτατορία δεν θυμίζει. Και αν υπάρχουν κάποια ελαττώματα στο μόρφωμα αυτό, τα οποία κανένας λογικός άνθρωπος δεν αμφισβητεί, αυτά δεν αρκούν, για να υποβιβάσουν το εγχείρημα της Ε.Ε. σε ολοκληρωτικό πολίτευμα. Μιλάμε για μια προσπάθεια, η οποία ακόμα δοκιμάζεται και εντοπίζει σφάλματα και ατέλειες και προσπαθεί να τις διορθώσει. Άλλωστε, και η ίδια η κα. Γαλάνη δεν έκανε τον κόπο να εξηγήσει στο ακροατήριό της, σε τι συνίσταται ο δικτατορικός χαρακτήρας της προσπάθειας δεκαετιών για πολιτική και οικονομική ένωση μιας ολόκληρης ηπείρου.
            Ακόμα, το πολίτευμά μας είναι αναντίρρητα προβληματικό. Αλλά παρέχεται η δυνατότητα στον καθένα εξ ημών να το κρίνει και κατακρίνει, συχνά με τη χρήση σκληρών εκφράσεων, χωρίς να κινδυνεύει να συλληφθεί ως αντιδραστικό στοιχείο ή πράκτορας ξένων δυνάμεων και να τιμωρηθεί με φυλάκιση, εκτοπισμό ή ακόμα και με την εσχάτη των ποινών, ως, επίσης, μπορεί καθένας από εμάς να ενταχθεί σε κάποιο νομιμότατο κόμμα και να συμμετάσχει σε μια πολιτική εκστρατεία, με την οποία θα ζητεί μεταρρυθμίσεις στον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας και θα προτείνει λύσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της, ακόμα και με τη συμμετοχή του σε εθνικές εκλογές, χωρίς κανένας να απαγορεύει την ίδρυση και λειτουργία του κόμματος αυτού ή οποιουδήποτε άλλου και χωρίς τον κίνδυνο να υποστεί πολιτικές διώξεις όποιος συμμετέχει στο κόμμα αυτό. Θα είχε, λοιπόν, ενδιαφέρον, αν τα παραπάνω πρόσωπα φρόντιζαν να ενημερώσουν το κοινό τους για άλλες δικτατορίες, που δεν φυλακίζουν όσους διαφωνούν με την κυβερνητική γραμμή, επιτρέπουν τη λειτουργία πολιτικών κομμάτων και διεξάγουν καθαρές και ανόθευτες εκλογές για την ανάδειξη κυβερνήσεων και οργάνων τοπικής αυτοδιοίκησης.          
            Φυσικά, σε μια χώρα, η οποία, στην πραγματικότητα, βιώνει μια Δημοκρατία, προβληματική μεν αλλά Δημοκρατία, καθένας έχει την ελευθερία να εκφράζεται ελεύθερα ακόμα και κατά τρόπο αιρετικό, στο μέτρο, βέβαια, που δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα των τρίτων. Και η ελευθερία του αυτή περιλαμβάνει και το δικαίωμά του να χαρακτηρίζει το πολίτευμα της χώρας ως ολοκληρωτικό. Ένα πολίτευμα, όμως, κρίνεται πρωτίστως από τον τρόπο, με τον οποίο αντιμετωπίζει όσους ασκούν κριτική σε αυτό. Αλήθεια, αξίζει να θυμηθούμε την τύχη κάποιων λαμπρών προσώπων, που διώχτηκαν επί χούντας για την αντίθεσή τους με όσα αυτή όριζε. Η Αμαλία Φλέμινγκ στερήθηκε την ελληνική υπηκοότητα. Ο Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης συνελήφθη, ενώ ολοκλήρωνε τη διάλεξή του στο αμφιθέατρο της Νομικής Αθηνών, οδηγήθηκε στα κρατητήρια της αστυνομίας, όπου και υπέστη τις γνωστές περιποιήσεις, αλλά και απολύθηκε από καθηγητής. Ο Αριστόβουλος Μάνεσης απολύθηκε από καθηγητής και τα συγγράμματά του αποσύρθηκαν (φοιτητές της νομικής της εποχής εκείνης θυμούνται, ότι, όποιος φοιτητής απαντούσε σε ερωτήσεις καθηγητών του στο Συνταγματικό Δίκαιο με βάση όσα είχε διαβάσει στα συγγράμματα του Μάνεση, κοβόταν πάραυτα). Οι μισοί δικαστές του Συμβουλίου της Επικρατείας ξηλώθηκαν, επειδή αρνήθηκαν να επικυρώσουν κάποιο χουντικό διάταγμα και τους απαγορεύθηκε ακόμα και να ασκήσουν το επάγγελμα του δικηγόρου. Οι βουλευτές της ΕΔΑ Μανδηλαράς και Τσαρουχάς δολοφονήθηκαν. Βλέπετε συγκρίσεις της χούντας, η οποία, κατά την κα. Μεντή, δεν ήταν το ίδιο κακή με αυτό, που ζούμε τώρα, με το παρόν;
            Παρεμπιπτόντως, εδώ δεν μιλάμε για τον οποιοδήποτε πολίτη αλλά για κάποια πρόσωπα, τα οποία απευθύνονται σε ένα ευρύτερο κοινό, λόγω της δημοφιλίας τους, και, συνεπώς, οφείλουν να προσέχουν περισσότερο το λόγο τους. Ούτε πρόκειται για καλλιτέχνες της εφήμερης επιτυχίας, οι άστοχες δηλώσεις των οποίων δεν εκπλήσσουν κανένα, αλλά για πρόσωπα, τα οποία έχουν συνεργαστεί με πνευματικούς ανθρώπους, που δεν διακρίνονταν για τον ευτελή λόγο τους και εξέφραζαν τεκμηριωμένες απόψεις, χωρίς να καταφεύγουν σε πυροτεχνήματα προς τέρψη του κοινού, και συνεπώς θα περίμενε κανείς οι ανωτέρω καλλιτέχνες να έχουν επηρεαστεί από τους μέντορές τους και να έχουν διαμορφώσει ένα συγκροτημένο χαρακτήρα, ο οποίος θεωρητικά τους θα τους απέτρεπε από επιπόλαιες δηλώσεις. Όταν έχεις θητεύσει κοντά στο σπουδαίο Μάνο Χατζηδάκη ή έχεις περάσει από το πνευματικό εργαστήριο της ΕΔΑ (με όλα τα ελαττώματά του ήταν μια από τις πιο λαμπρές στιγμές της πολιτικής μας ζωής) και της Ανανεωτικής Αριστεράς γενικά, κρίσεις τύπου «δικτατορία της Ευρώπης» και «αυτή η χούντα είναι χειρότερη από την άλλη, την οποία έζησα» αποδεικνύουν, ότι δεν σε ενέπνευσαν και τόσο οι άνθρωποι, κοντά στους οποίους θήτευσες.
            Καλό είναι, επίσης, να δούμε και τη χρονική συγκυρία, κατά την οποία ειπώθηκαν οι απόψεις περί χούντας, δικτατορίας της Ευρώπης κ.λπ.  Εδώ και δύο χρόνια, λοιπόν, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε αναβρασμό, συνεπεία των οικονομικών μέτρων, που έχουν λάβει οι κυβερνήσεις κατά το χρονικό αυτό διάστημα. Σε τέτοιες εποχές είναι επόμενο ο κόσμος να αναζητεί εκείνα τα πρόσωπα, τα οποία θα του εμπνεύσουν εμπιστοσύνη και θα του προτείνουν τρόπους σκέψης και δράσης. Επίσης, είναι αναπόφευκτο σε τέτοιες εποχές να παρεπιδημούν και διάφορα πρόσωπα, που επωφελούνται από δυσάρεστες καταστάσεις, ώστε να περάσουν τα δικά τους λαϊκιστικά μηνύματα και να ξεσηκώσουν τον κόσμο σε ανέξοδες και αδιέξοδες καταστάσεις, προκειμένου αυτοί να επωφεληθούν πολιτικά.
            Εν προκειμένω, όμως, έχουμε κάποιους καλλιτέχνες, οι οποίοι καταφεύγουν σε ευκολίες ανεπίτρεπτες για το βεληνεκές και το επίπεδό τους και οι ευκολίες αυτές μετατρέπονται από το κοινό τους σε συνθήματα χωρίς σκοπό. Οι καλλιτέχνες αυτοί όφειλαν να ωθούν τον κόσμο να σκεφτεί τα αίτια, που μας οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση, και να προτείνουν λύσεις. Αντ’ αυτών, όμως, διαβάζουμε για δικτατορία της Ευρώπης, χούντα που μας κυβερνά και άλλα συναφή, που δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική αλλά γίνονται πιστευτά από το μεγαλύτερο κομμάτι τις απελπισμένης κοινωνίας μας. Δεν καλούν τον κόσμο να αναλογιστεί την αιτία. Του προσφέρουν τον υπαίτιο και καθαρίζουν. Δεν αξιώνουν από το κοινό τους να αποκτήσει αυτογνωσία. Τον αθωώνουν για τα πάντα. Δεν κάνουν διάλογο με το κοινό. Του απευθύνουν συνθήματα. Δεν προτρέπουν σε σκέψη. Προσφέρουν συνθήματα, τα οποία καθιστούν περιττή τη σκέψη. Δεν βάζουν το μαχαίρι βαθιά. Χαϊδεύουν αυτιά και συνειδήσεις. Ενίοτε, μάλιστα, αναμασούν τις γνωστές ανοησίες περί ρωσσικού δανείου (περίπτωση κ. κ. Θεοδωράκη και Κότσιρα), αντί να καταπολεμούν την ανοησία, που διαχέεται με ασύλληπτη ταχύτητα στην κοινωνία μας. Χειροκροτούνται από μεγάλη μερίδα της συγχυσμένης κοινωνίας μας και υποδεικνύονται ως παραδείγματα προς μίμηση.
            Ίσως γίνομαι λιγάκι σκληρός με κάποιους καλλιτέχνες, οι οποίοι, σε τελική ανάλυση, δεν είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση και, φυσικά, διατηρούν στο έπακρο το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, ώστε να επικρίνουν ελεύθερα πρόσωπα και καταστάσεις. Ωστόσο, σε κάθε λόγο υπάρχει και ένας αντίλογος, ειδικά όταν ο λόγος δεν διακρίνεται για τη βασιμότητά του και περιέχει στοιχεία μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα. Και από ανθρώπους με επιρροή, δημοφιλία και καλλιέργεια περιμένω να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να κρίνουν με σωφροσύνη όσα χρήζουν διόρθωσης σε αυτό τον τόπο και όχι να καταφεύγουν σε τσιτάτα προς τέρψιν του κοινού τους ή να αναπαράγουν αβασάνιστα τις μπαρούφες, που κυκλοφορούν στην κοινωνία μας. 

Σάββατο 18 Αυγούστου 2012

Ποίος ασχολείται με πανκιά;

Η ιστορία των Pussy Riots είναι γνωστή. Τα τρία μέλη αυτού του πανκ ρωσσικού συγκροτήματος, όλα γυναίκες, τραγούδησαν μια δική τους, πανκ προσευχή για τον πρόεδρο της Ρωσσίας, κ. Πούτιν, στον καθεδρικό ναό του Σωτήρος, στη Μόσχα. Συνελήφθησαν, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης δύο ετών εκάστη. Και επειδή εκεί δεν υπάρχουν ανασταλτικά αποτελέσματα των ενδίκων μέσων (εφέσεων) ή αναστολή εκτέλεσης της ποινής, αν ο καταδικασθείς έχει λευκό ποινικό μητρώο, οι κοπέλες πήραν την άγουσα για τη φυλακή. 
Σε αρκετές χώρες του κόσμου διοργανώθηκαν εκστρατείες για την απελευθέρωση των τριών γυναικών. Η υπόθεσή τους θεωρήθηκε ως υπόθεση φίμωσης της καλλιτεχνικής ελευθερίας και της ελευθερίας του λόγου και απόδειξη, ότι στη Ρωσσία οι διώξεις όσων διαφωνούν με την πολιτική του κ. Πούτιν αποτελούν συχνό φαινόμενο. Το γεγονός, ότι δικάστηκαν και καταδικάστηκαν τρεις κοπέλες, επειδή άσκησαν κριτική μέσω της τέχνης τους, ευαισθητοποίησε και κινητοποίησε πολύ κόσμο ανά την υφήλιο.
Βέβαια, υπήρξε και ισχυρός αντίλογος, σύμφωνα με τον οποίο η ενέργεια των μελών του συγκροτήματος αυτού ήταν βλάσφημη και θα μπορούσαν να έχουν επιλέξει κάποιο άλλο μέρος για την περφόρμανς τους. Θα διαφωνήσω εν μέρει. Προφανώς και υπάρχει πληθώρα χώρων, όπου συγκεντρώνονται καθημερινά χιλιάδες Μοσχοβίτες αλλά και τουρίστες, προκειμένου να εκτελεστεί η παράσταση των Pussy Riots και η επιλογή του καθεδρικού ναού του Σωτήρος. Σαφώς και η τέλεση ενός καλλιτεχνικού γεγονότος, ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική του αξία, μέσα σε ένα καθεδρικό ναό κρίνεται πιο πιασάρικη και πιο πιθανή να κινήσει το ενδιαφέρον του κόσμου για το πολιτικό πρόβλημα της Ρωσσίας. Θυμίζει, τηρουμένων των αναλογιών, την επιλογή του ΠΑΜΕ να αναρτήσει τα πανώ του στο Βράχο της Ακρόπολης. Μια στιγμή, όμως! Οι κοπέλες δεν επέλεξαν το συγκεκριμένο ναό, ενώ τελούνταν κάποια τελετή εκεί, οπότε θα μπορούσε ενδεχόμενα να τεθεί ζήτημα προσβολής του θρησκευτικού συναισθήματος των εκκλησιαζομένων. Ούτε μπορεί να υποστηριχτεί, ότι τον επέλεξαν τυχαία. Στη μετακομμουνιστική Ρωσσία, η τοπική εκκλησία και το κράτος βρίσκονται σε στενό εναγκαλισμό με το κράτος, το οποίο ελέγχεται όχι μόνο για την υποστήριξη, που της παρέχει, αλλά και για τα στραβά μάτια που κάνει στα παραστρατήματά της, όπως τη διοργάνωση και συντήρηση παραστρατιωτικών ομάδων, τα βασανιστήρια πιστών διαφόρων σεχτών της κ.λπ. Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή ενός χώρου, προορισμένου για συγκεκριμένη χρήση, για την πραγματοποίηση ενός καλλιτεχνικού γεγονότος, το οποίο, όμως, δεν στρέφεται κατά της θρησκείας ως οργανωμένης μορφής λατρείας ενός θεού αλλά έχει την έννοια της διαμαρτυρίας για ένα επιεικώς ανελεύθερο καθεστώς, δεν μπορεί να προσδιορίζει τη φύση μιας πράξεως ως βλάσφημης και, εντεύθεν, να καθορίζει την προβλεπομένη και επιβαλλομένη ποινή.
Ο νόμος είναι νόμος και πρέπει να το σεβόμαστε, υποστηρίζει μια άλλη φωνή. Κάτι, όμως, μας διαφεύγει εδώ. Δεν τιμωρήθηκαν κάποιες κοπέλες, επειδή στα πλαίσια μιας περφόρμανς π.χ. έριξαν μπογιά σε μια εκκλησία ή έγραψαν συνθήματα στους τοίχους της αλλά επειδή επέκριναν τον κ. Πούτιν. Ας μην κοροϊδευόμαστε! Σε μια χώρα, τα Μ.Μ.Ε. της οποίας είναι απόλυτα ελεγχόμενα από την εξουσία, σε βαθμό ώστε κανένας δημοσιογράφος να μην τολμά να γράψει κάτι σε βάρος του κ. Πούτιν, ενώ, παράλληλα, μετράει και το μεγαλύτερο αριθμό φονευθέντων δημοσιογράφων στην Ευρώπη και οι εκλογές της δεν διεξάγονται ακριβώς με δημοκρατικούς όρους, είναι αστείο να πιστεύουμε, ότι οι κοπέλες αυτές τιμωρήθηκαν, επειδή προσέβαλαν το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών στη Ρωσσία. Και είναι, πράγματι, ακατανόητο να επικαλούμαστε την αυστηρότητα ενός νόμου, για να δικαιολογήσουμε μια καταδίκη σε διετή φυλάκιση, επειδή οι καταδικασθείσες άσκησαν ένα δικαίωμα, για το οποίο δόθηκαν αγώνες αιώνων στη Δύση, προκειμένου να κατοχυρωθεί και να καταστεί αυτονόητο. Όπως ακατανόητο είναι να μιλάμε για ιδιαιτερότητες των άλλων χωρών ή λαών, προκειμένου να αποφύγουμε να κρίνουμε δυσάρεστες καταστάσεις και να δικαιολογήσουμε την αυστηρότητα, με την οποία αυτές οι χώρες και οι λαοί αντιμετωπίζουν όσους ασκούν κάποια δικαιώματά τους. 
Δηλαδή ήταν μια τόσο σημαντική περίπτωση, που άξιζε να ασχοληθεί κανείς μαζί της; Εννοείται! Σε μια κοινωνία, όπως η δική μας, που ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές της μεταπολιτευτικά έβρισκε το χρόνο και τη διάθεση να καταγγείλει την εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. - και πολύ σωστά έπραττε - αλλά και την καταπίεση, που υφίσταντο οι Παλαιστίνιοι από τους Ισραηλινούς, περίμενα να δω ανάλογη ευαισθησία για το υπό σχολιασμό θέμα. Πλην, όμως, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, όπως το Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι και 2-3 άλλους, συνήθεις υπόπτους, δεν κινήθηκε φύλλο. Δυστυχώς, ζούμε σε μια χώρα, που έχει αναγάγει σε πνευματικούς ανθρώπους πρόσωπα, όπως αυτό, ή κάποιο άλλο, που στο πολύ πρόσφατο παρελθόν μας προέτρεπε να στραφούμε για όπλα και χρήματα στη Ρωσσία, με φανερά ρωσσόφιλη ματιά, στην οποία δεν υπάρχει χώρος για επικρίσεις σε βάρος ενός ανελεύθερου καθεστώτος. Την ίδια στιγμή, η καγκελάριος της μισητής σε μας Γερμανίας, κα. Μέρκελ, βρήκε το χρόνο να αρθρώσει δύο κουβέντες κατά της Ρωσσίας για την υπόθεση αυτή. 
Για να μην τα πολυλογούμε, η καταδίκη των Pussy Riots έγινε αποκλειστικά για πολιτικούς λόγους και η επίκληση της προσβολής του θρησκευτικού συναισθήματος των Ρώσσων πιστών δεν ήταν παρά μια  αφορμή, για να καταδικαστεί και φιμωθούν τρία από τα ελάχιστα πρόσωπα, που τολμούν να ασκήσουν κριτική σε ένα φαινομενικά δημοκρατικό καθεστώς. Τόσο απλά, αν λάβει κανείς υπόψη του την κατάσταση των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών στη Ρωσσία. Οι ιστοσελίδες της Διεθνούς Αμνηστίας αλλά και πολλών άλλων οργανισμών είναι αποκαλυπτικές για το θέμα αυτό.

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου : η περίπτωση Μανδραβέλη


            Με τρίμηνη διαγραφή από την ΕΣΗΕΑ τιμωρήθηκε ο γνωστός δημοσιογράφος, κ. Πάσχος Μανδραβέλης. Αιτία αποτέλεσε ένα άρθρο του, με το οποίο στρεφόταν κατά της πρόσφατης απεργίας της ΠΟΣΠΕΡΤ. Σύμφωνα, μάλιστα, με την κατάθεση του προέδρου της ΕΣΗΕΑ, κ. Δημητρίου Τρίμη, «Αναμφίβολα ο συν. Μανδραβέλης στο κείμενό του προσβάλει τους απεργούς δημοσιογράφους της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης -που εκείνη την εποχή αγωνίζονταν να κρατήσουν τη δουλειά και την αμοιβή τους- και στρέφεται και εναντίον της ύπαρξης των Δημόσιων Ραδιοτηλεοπτίκων Μέσων. Με λίγα λόγια τάσσεται με τις ακραία αντικοινωνικές νεοφιλελεύθερες θέσεις και υπέρ των ιδιωτικών και κερδοσκοπικών συμφερόντων. Έχει δικαίωμα να εκφράζει τις απόψεις του, έχει δικαίωμα να λοιδορεί την ΕΣΗΕΑ και τους αγωνιζόμενους συναδέλφους του στην ΕΡΤ. Δεν καταλαβαίνω γιατί παραμένει στο Σωματείο. Κι αν αυτός είναι μια φορά οπαδός της γνωστής ρήσης του Βολταίρου, εγώ είμαι δέκα».
            Ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, η κοινή γνώμη διχάστηκε. Άλλοι υποστήριξαν, ότι η απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου της ΕΣΗΕΑ ήταν ορθή και η τιμωρία του κ. Μανδραβέλη ήταν επιβεβλημένη λόγω της γενικότερης αρθρογραφίας του. Η άλλη πλευρά θεωρεί, ότι η απόφαση αποτελεί φραγμό στην ελευθερία της έκφρασης.
            Κατ’ αρχάς, οφείλω να πω, ότι είναι απόλυτα υγιές να ακούγονται περισσότερες από μια απόψεις γύρω από κάθε θέμα. Σε μια χώρα, ο πληθυσμός της οποίας πλήρωσε ακριβά την απόκλισή του από την κυρίαρχη γραμμή στο όχι και τόσο μακρυνό παρελθόν, η έκφραση περισσοτέρων απόψεων, ακόμα και ακραίων, είναι όχι απλά κατοχυρωμένη αλλά και επιβεβλημένη.
            Ωστόσο, αξίζει να δούμε το σκεπτικό του κ. Τρίμη, με βάση το οποίο τιμωρήθηκε ο κ. Μανδραβέλης. Ναι μεν του αναγνωρίζεται το δικαίωμα να γράφει την άποψή του, πλην, όμως, ο κ. Τρίμης εκφράζει την απορία, γιατί ο κ. Μανδραβέλης παραμένει στο σωματείο (προφανώς εννοεί την ΕΣΗΕΑ). Με άλλα λόγια, αναρωτιέται ο κ. πρόεδρος του συνδικαλιστικού φορέα των δημοσιογράφων των Αθηνών, με ποια λογική συμβιβάζεται η άποψη του διαγραφέντος συναδέλφου του με την παραμονή του στον εν λόγω φορέα.
            Εδώ αξίζει να σταθούμε σε μια παράμετρο του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, όπως αυτό προστατεύεται από το Σύνταγμά μας και τις διεθνείς συμβάσεις. Πτυχή του δικαιώματος αυτού αποτελεί και το δικαίωμα στην επιλογή επαγγέλματος και το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Στα πλαίσια, λοιπόν, της πρώτης εξ αυτών των πτυχών, και σε συνδυασμό με την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι παρέχεται το δικαίωμα της εντάξεως του προσώπου στον επαγγελματικό/συνδικαλιστικό φορέα, ο οποίος εξασφαλίζει τα επαγγελματικά του δικαιώματα και τον προστατεύει από τις αυθαιρεσίες της εργοδοσίας. Παράλληλα, μέσα από την άσκηση του επαγγέλματός του το πρόσωπο ασκεί ελεύθερα το δικαίωμά του στην ελευθερία της έκφρασης, στο μέτρο, βέβαια, που δεν παραβιάζει τα δικαιώματα των τρίτων.
            Βέβαια, το δικαίωμα στην ένταξη σε ένα σωματείο δεν είναι απεριόριστο. Για την ακρίβεια, παρέχεται το δικαίωμα στο αρμόδιο για την άσκηση της διοίκησης ενός νομικού προσώπου όργανο να απορρίψει την αίτηση ενός υποψηφίου μέλους, αν θεωρεί, ότι δεν πληροί ορισμένες προϋποθέσεις, ή να διαγράψει κάποιο μέλος του, αν κρίνει, ότι έχει παραβιάσει το καταστατικό του σωματείου αυτού. Πρόκειται για μια επιβεβλημένη δυνατότητα, προκειμένου να διασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία ενός σωματείου.
            Εν προκειμένω, όμως, υπάρχει μια λεπτομέρεια, την οποία αρκετοί υποστηρικτές της, προσωρινής έστω, διαγραφής του κ. Μανδραβέλη από την ΕΣΗΕΑ ενδεχόμενα δεν γνωρίζουν. Το συγκεκριμένο συνδικαλιστικό όργανο είναι το μοναδικό επαγγελματικό σωματείο των δημοσιογράφων, που εργάζονται σε Μ.Μ.Ε. των Αθηνών, καθόσον δεν επιτρέπεται η ίδρυση και λειτουργία άλλου ομοιοεπαγγελματικού σωματείου για το συγκεκριμένο επαγγελματικό κλάδο. Αυτό σημαίνει, ότι ένας δημοσιογράφος εκτός της ΕΣΗΕΑ παραμένει έρμαιο των βουλών των εργοδοτών του και δεν μπορεί να τύχει της προστασίας, που τυγχάνουν όσοι συνάδελφοί του είναι μέλη του συγκεκριμένου νομικού προσώπου. Άλλως ότι, αν διαγραφεί από την ΕΣΗΕΑ, δεν υπάρχει άλλος φορέας για την προάσπιση των δικαιωμάτων του.
            Ο κ. Τρίμης αναρωτιέται, γιατί παραμένει ο κ. Μανδραβέλης στην ΕΣΗΕΑ. Όσο και αν έγινε κάποια προσπάθεια να ερμηνευτεί αυτή η φράση ως ειρωνική και έχουσα την έννοια «κοίτα ποιος μιλάει», στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια έκφραση, με την οποία ο κ. Τρίμης δείχνει την πόρτα της εξόδου στον κ. Μανδραβέλη. Μπορείς, λοιπόν, να λες ό,τι επιθυμείς αλλά δεν είναι απαραίτητο, αφού εκφράζεις αυτές τις απόψεις, να ανήκεις και στο ίδιο σωματείο με εμάς, που δεν τις συμμεριζόμαστε.
            Και ποιες είναι, άραγε, οι απαράδεκτες απόψεις του κ. Μανδραβέλη; Πρόκειται για το άρθρο του για την απεργία της ΠΟΣΠΕΡΤ, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Είναι ένα ομολογουμένως αιχμηρό άρθρο, γραμμένο από ένα δημοσιογράφο που δεν μπορεί να θεωρηθεί οπαδός του κρατισμού. Ενδεχόμενα να αδικεί εν μέρει ένα μέσο, το οποίο προσπαθεί να προαγάγει τον πολιτισμό σε ένα τηλεοπτικό τοπίο, όπου κυριαρχεί η αβασάνιστη ευκολία του ευτελούς. Αλλά λέει μια πικρή αλήθεια, ότι, δηλαδή, η απεργία σε ένα κρατικό μέσο με χαμηλό ποσοστό τηλεθέασης, το οποίο, σημειωτέον, ο Έλληνας φορολογούμενος πληρώνει υποχρεωτικά, ακόμα και αν δεν το παρακολουθεί ή δεν έχει τηλεόραση, δεν ενόχλησε πολύ κόσμο. Για τον κ. Τρίμη αυτό αποτελεί νεοφιλελεύθερη πρακτική, η οποία προσέβαλε τους εργαζομένους στην κρατική τηλεόραση και λειτούργησε υπέρ των ιδιωτικών και κερδοσκοπικών συμφερόντων. Με αυτή τη λογική, όμως, θα έπρεπε να υποχρεούνται όλοι να μην αντιλέγουν σε μια απεργία. Ο κ. Μανδραβέλης άσκησε το δικαίωμά του να κριτικάρει αυτή την απεργία. Και δεν ήταν ο μόνος δημοσιογράφος εκείνη την εποχή, που υπήρξε καυστικός για το θέμα αυτό.
            Ο κ πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ δείχνει να αγνοεί ένα βασικό θέμα, ότι, δηλαδή, οι συνάδελφοί του δεν είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με συγκεκριμένη γραμμή πλεύσης, όπως και αν αυτή διαμορφώνεται. Ακόμα και μέσα σε ένα φορέα και δη συνδικαλιστικό, κάθε μέλος έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα αλλά πάντοτε στα όρια, που επιβάλλονται από το καταστατικό του νομικού αυτού προσώπου, την άποψή του. Ακόμα, δηλαδή, και αν μια άποψη δεν είναι αρεστή στις κεφαλές του νομικού αυτού προσώπου, αυτές έχουν την υποχρέωση να τη σεβαστούν και να μην προβούν στην όποια τιμωρία του εκφραστή της.
            Ναι αλλά ο Μανδραβέλης είναι "φωνή της εργοδοσίας», «εχθρός των εργασιακών δικαιωμάτων» κ.λπ., ακούγεται από τους υποστηρικτές της προσωρινής διαγραφής του. Η αλήθεια είναι, ότι ο λόγος του κ. Μανδραβέλη περιέχει ένα έντονο αντιαριστερισμό και αρκετές γενικολογίες (μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση μπορείτε να διαβάσετε εδώ). Για μια στιγμή, όμως! Ο κ. Μανδραβέλης δεν διεγράφη γι’ αυτά του τα ελαττώματα αλλά για τις «ακραία αντικοινωνικές νεοφιλελεύθερες θέσεις του», ήτοι για τις πολιτικές θέσεις του, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από την αρθρογραφία του. Με άλλα λόγια, διεγράφη για τις απόψεις του και όχι για τις τυχόν πλημμέλειες των άρθρων του. Αν αυτό δεν συνιστά περιορισμό της ελευθερίας του λόγου και παράβαση βασικών άρθρων του Συντάγματός μας αλλά και διεθνών συμβάσεων, τότε μάλλον οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους.
                  Oι θέσεις του κ. Μανδραβέλη είναι επικίνδυνες, θα αντιτάξει κάποιος. Εδώ μπαίνουμε σε πραγματικό ναρκοπέδιο. Μπορεί κανείς να υποστηρίξει, ότι ορισμένες θέσεις του συγκεκριμένου δημοσιογράφου πάσχουν στον τομέα της τεκμηρίωσης ή απηχούν τις θέσεις της εξουσίας. Μόνο που σε μια εποχή πολυφωνίας, όπου υπάρχουν δεκάδες διαφορετικές γνώμες, είναι άστοχο να μιλάμε για την επικινδυνότητα των απόψεων ενός δημοσιογράφου, ο οποίος μπορεί να μην είναι αρεστός σε μια μερίδα της κοινωνίας μας αλλά δεν συντρέχει λόγος ποινικοποίησης της άποψής του άλλως η άποψή του αυτή μπορεί να περιθωριοποιηθεί και να μην αποτελεί κίνδυνο για κανένα, χωρίς να λογαριάζουμε, ότι κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να παρακολουθεί την αρθρογραφία του. Επίσης, η έννοια της επικινδυνότητας είναι τόσο αόριστη, που άνετα μπορεί οποιοσδήποτε να χαρακτηρίσει ως επικίνδυνη μια φωνή, που δεν τον βρίσκει σύμφωνο, και, εντεύθεν, να ζητήσει την τιμωρία του εκφραστή της. Αλλά κατ’ αυτό τον τρόπο γυρίζουμε σε άλλες εποχές, που οι περισσότεροι εξ ημών προτιμάμε να ξεχάσουμε.
            Εν κατακλείδι, η απόφαση του πειθαρχικού της ΕΣΗΕΑ κρίνεται διάτρητη νομικά και αντίθετη στην ελευθερία της έκφρασης. Και ως τέτοια νοείται ακόμα και η ελευθερία του κ. Μανδραβέλη να διατυπώνει δημοσίως τις απόψεις του, όσο ενοχλητικές και αν κρίνονται. Διότι το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται σε όλους ανεξαιρέτως. 

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

Χαλαροί στην αρχή, χαλαροί και στο τέλος

Έκλεισαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Λονδίνου με το «My Generation”, τον ύμνο μιας ολόκληρης γενιάς. Όχι, οι εναπομείναντες Χου (Who) δεν διέλυσαν τα μουσικά τους όργανα μετά το πέρας της συμμετοχής τους αλλά αγκαλιασμένοι με τους υπόλοιπους καλλιτέχνες, που συμμετείχαν στη χτεσινή τελετή λήξης και μας χάρισαν ορισμένα από τα ωραιότερα ποπ κομμάτια του παρελθόντος, αποχαιρέτησαν ένα ενθουσιασμένο κοινό. ΟΚ, θέλαμε και λίγο από Έλτον Τζων και Ρόλλινγκ Στόουνς αλλά ας μην είμαστε πλεονέκτες! Το χτεσινό πρόγραμμα ούτε σε μουσικό φεστιβάλ της δεκαετίας του ’80 ή του ’90 δεν θα το απολαμβάναμε. Κουήν, Πινκ Φλόυντ, Τζώρτζ Μάικλ, Άννυ Λέννοξ, Πετ Σοπ Μπόυς και μάλιστα τζάμπα;
            Κανένας δεν υποχρεούται να δηλώσει, ότι του άρεσε η τελετή λήξεως των Ο.Α. του Λονδίνου. Για την ακρίβεια, είχε όλα εκείνα τα στοιχεία, που προκαλούν τα αρνητικά σχόλια ενός θεατή, ήτοι άφθονο κιτς, τεράστια πλήθη εξ ορισμού δύσκολα στο κουμάντο, συμβολισμούς απρόσιτους σε όσους είτε δεν είναι μεγαλωμένοι με την αγγλική κουλτούρα είτε αγνοούν τη νεότερη αγγλική ιστορία και πολύ, πολύ Αγγλία. Για πολύ κόσμο, η εικόνα, που συνθέτουν τα παραπάνω συστατικά, ήταν αφόρητη. Αν, μάλιστα, προέρχονται από ένα λαό, που δεν είναι και ο πιο συμπαθής, τότε το αίσθημα είναι ακόμα πιο ασήκωτο.
            Έλα, όμως, που οι Άγγλοι δεν έδειξαν να νοιάζονται για την κριτική των τρίτων. Σκηνοθέτησαν μια τελετή λήξης χαλαρή, διανθισμένη με τους γνωστούς συμβολισμούς, που παραπέμπουν στη διαμόρφωση και λειτουργία της κοινωνίας τους, και μια σειρά από τραγούδια, που αγαπήθηκαν παγκοσμίως. Η πολυπολιτισμική βρεττανική κοινωνία ήταν πανταχού παρούσα. Το γήπεδο μετετράπη σε ένα απέραντο κλαμπ, όπου έπαιζε ένα αφιέρωμα στη βρεττανική μουσική σκηνή. Έκαναν και την πλάκα τους. Αυτή τη φορά, σατίρισαν τη θρησκεία. Διότι ποιο άλλο νόημα έχει η παρουσία του κ. Έρικ Άιντλ, μέλους των θρυλικών Μόντυ Πάιθονς, και η εκτέλεση του υπέροχου “Always look on the bright side of life” από την επίσης θρυλική ταινία «Ένας προφήτης μα τι προφήτης», όπου η σπουδαία αυτή ομάδα σατίριζε τη θρησκεία και τις συμπεριφορές των φανατικών πιστών;
            Με άλλα λόγια, οι διοργανωτές δεν διακατέχονταν από την αγωνία, ότι δίνουν εξετάσεις ενώπιον της υφηλίου και έπρεπε να δείξουν σπουδαίοι και τρανοί. Δεν έχουμε να αποδείξουμε τίποτα και σε κανένα και δεν μας νοιάζει, τι θα πει ο κόσμος, είπαν και έχοντας επίγνωση του εαυτού τους, κατέβηκαν χαλαροί και ακομπλεξάριστοι. Ούτε πατριωτικές κορώνες, ούτε πεποίθηση ότι τους χρωστάει χάρη όλη η Ευρώπη, ούτε φανφάρες, ότι είναι οι καλύτεροι του κόσμου! Είμαστε αυτοί, που είμαστε, λέιντις εντ τζέντλεμεν, και το διασκεδάζουμε.

            Συνιστά αυτό επιτυχημένη τελετή λήξης; Εναπόκειται στον καθένα από εμάς να προσδιορίσει αυτό, που γέννησε μέσα του αυτή η καταληκτική εορτή. Εδώ, πάντως, οφείλουμε να πούμε, ότι οι Άγγλοι ακολούθησαν την πεπατημένη, που θέλει τους διοργανωτές των τελετών λήξεως των Ο.Α. να δείχνουν μια εικόνα πιο ξένοιαστη και χωρίς τα τυπικά των τελετών ενάρξεως. Απλά είχαν και μια μουσική παράδοση πιο δημοφιλή και αγαπητή απ’ όλο, σχεδόν, τον κόσμο και γι’ αυτό διασκέδασαν πολλοί μαζί τους, περισσότερο ίσως απ’ ό,τι στις αντίστοιχες τελετές άλλων χωρών. 

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Πλάκα με τους αλλοδαπούς είπατε;

Πριν από 13 χρόνια, υπηρέτησα ένα δίμηνο της στρατιωτικής μου θητείας στο ΚΕΔΑ Ζούμπερι Αττικής (ναι, ήμουν «μοδίστρα») και, συγκεκριμένα, στην καντίνα του στρατοπέδου αυτού. Εκεί χτίζονταν κάποιες καινούργιες παραθεριστικές κατοικίες για τους αξιωματικούς της Πολεμικής Αεροπορίας και είχαν προσληφθεί ορισμένοι Πακιστανοί ως εργάτες. Ένας από αυτούς, λοιπόν, ερχόταν καθημερινά στην καντίνα, για να αγοράσει ένα τοστ, αφού πρώτα μου ζητούσε να αφαιρέσω το ζαμπόν από αυτό, διότι ήταν φτιαγμένο από χοιρινό και  δεν το έτρωγε, ως πιστός μουσουλμάνος. Ήταν ένα ευγενέστατο και σεμνότατο παιδί, που πάλευε με το πηλοφόρι, προκειμένου να στείλει χρήματα στην οικογένειά του πίσω στην πατρίδα του. Α, είχε να τους δει 5 χρόνια και μόνο από τηλεφώνου μάθαινε τα νέα τους.
Μια μέρα και ενώ ο άνθρωπος αυτός είχε δώσει την παραγγελία του και εγώ έβγαζα το ζαμπόν από το τοστ του, εμφανίστηκαν δύο Ελληναράδες (θα καταλάβετε αμέσως παρακάτω, γιατί τους αποκαλώ έτσι), που μου ζήτησαν να τους φτιάξω καφέ, αγνοώντας επιδεικτικά την παρουσία του Πακιστανού. Τους ζήτησα να περιμένουν, μέχρι να τελειώσω με το τοστ και είδα, ότι μειδιούσαν ειρωνικά και έδειχναν με το βλέμμα τους τον Πακιστανό. Όταν αυτός έφυγε, οι Ελληναράδες με ρώτησαν, τι έκανα και άργησα τόσο. Τους απάντησα και μου είπαν, ότι δεν θα πάθαινε τίποτα η υγεία του Πακιστανού, αν δοκίμαζε λιγάκι ζαμπόν, και ξέσπασαν σε χαχανητά. "Μη μας παρεξηγείς, ρε παλληκάρι, πλάκα κάνουμε με τον Πακιστανό", είπε ο ένας από αυτούς κατακόκκινος από τα χάχανα.
Θυμήθηκα αυτή την ιστορία με αφορμή την τάση πολλών συμπολιτών μου να κάνουν ανοικτά ρατσιστικά σχόλια ή να σκαρώνουν φάρσες σε αλλοδαπούς με αφορμή ορισμένα ήθη και έθιμά τους ή την εμφάνισή τους και μετά να απολογούνται «’νταξ’, μωρέ, ένα αστείο κάναμε, τους αγαπάμε τους ξένους». Σκέφτομαι, αν στη θέση μου βρισκόταν κάποιος άλλος, λιγότερο ευαισθητοποιημένος με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ενός αλλόθρησκου αλλοδαπού και γι’ αυτό πρόθυμος να κάνει καλαμπούρι σε βάρος των πεποιθήσεων αυτών, πόσο προσβεβλημένος θα ένοιωθε αυτός ο αλλόθρησκος αλλοδαπός. Σκέφτομαι, αν κάποιος δικός μας ήταν θρήσκος και επιθυμούσε π.χ. να τηρήσει τη νηστεία της Σαρακοστής και ο Χ αλλοδαπός ήταν στη θέση του εστιάτορα/σερβιτόρου και του έριχνε ελάχιστα ίχνη κρέατος στη σαλάτα, που ο δικός μας είχε παραγγείλει, έτσι για πλάκα, ποια θα ήταν η αντίδραση του δικού μας, αν καταλάβαινε το «αστείο», και πως θα ένοιωθε, που, έστω άθελά του, είχε παραβεί τους κανόνες της θρησκείας του.
Μου έχει τύχει να δω Έλληνες να παραγγέλνουν τη Σαρακοστή φραπέ με γάλα από παραδρομή και μετά να σταυροκοπούνται, επειδή παρεβίασαν τη νηστεία έστω κατά λάθος. Έχω πάει διακοπές με φιλικά μου πρόσωπα, τα οποία ήθελαν να τηρήσουν τη νηστεία του Δεκαπενταύγουστου και ρωτούσαν το σερβιτόρο, σε τι λάδι ήταν τηγανισμένες οι πατάτες, που είχαν παραγγείλει. Όσο υπερβολικά και αν ακούγονται αυτά τα φαινόμενα, εντάσσονται στο δικαίωμα του καθενός να διαμορφώνει την προσωπικότητά του και, εντεύθεν, τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις καταπώς αυτός επιθυμεί, ή να δηλώνει, ότι είναι άθεος, και επιβάλλουν το σεβασμό εκ μέρους μας, ακόμα και αν δεν συμφωνούμε με αυτά. Κανένας από τους παραπάνω δεν θα γελούσε, αν κάποιος τρίτος πολλώ δε μάλλον αλλοδαπός έριχνε στη ζούλα γάλα στον καφέ τους ή τηγάνιζε πατάτες σε ελαιόλαδο εν αγνοία τους μεσούσης κάποιας νηστείας. Απεναντίας, θα εξοργιζόταν, αν συνειδητοποιούσε, ότι κάποιοι δεν σεβάστηκαν τις συνήθειές του. Θα ακούγονταν οι συνηθισμένες κορώνες «οι ξένοι πρέπει να προσαρμοστούν στις δικές μας συνήθειες» ή «οι βρωμιάρηδες δεν σέβονται τίποτα». Πιθανότατα θα έπεφταν και κάποιες «ψιλές» σε βάρος εκείνου του αλλοδαπού, που τόλμησε να αστειευτεί με τα προαιώνια ήθη και έθιμά μας.

Και σίγουρα οι περισσότεροι από εμάς δεν θα έβρισκαν αστείες αυτές τις φάρσες σε βάρος μας. 

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Η κοινωνία της ευκολίας


Ελάχιστος κόσμος στην Ελλάδα γνωρίζει επιστήμονες, όπως τον κ. Φώτη Καφάτο ή τον κ. Κωνσταντίνο Δασκαλάκη. Ελάχιστοι, επίσης, γνωρίζουν κάποιους νέους επιχειρηματίες, οι οποίοι βασιζόμενοι στη νέα τεχνολογία και με άψογο επαγγελματισμό εξάγουν ελληνικά προϊόντα στο εξωτερικό. Ακόμα λιγότερο γίνονται γνωστοί ορισμένοι μαθητές ελληνικών σχολείων, που διακρίνονται σε διεθνείς διαγωνισμούς.
Απεναντίας, οι περισσότεροι έμαθαν για τον  καπετάνιο, ο οποίος προσπάθησε να εμποδίσει τον τέως πρωθυπουργό, κ. Γ. Παπανδρέου, να επιβιβαστεί στο πλοίο του, ή για το μαθητή, που μούντζωσε τους επισήμους σε κάποια μαθητική παρέλαση στη Λάρισσα ή για τον ιατρό από τη Χαλκίδα, που κατέθεσε μήνυση για εσχάτη προδοσία σε βάρος όσων βουλευτών ψήφισαν το πρώτο Μνημόνιο αλλά και του τότε πρωθυπουργού, κ. ΓΑΠ. Άπαντες μνημονεύονται με ευνοϊκά σχόλια από μεγάλη μερίδα της κοινωνίας μας και έχουν εξυψωθεί σε ήρωες και πατριώτες. Διάφορα μέσα μαζικής ενημέρωσης, παραδοσιακά και εναλλακτικά, αναφέρονται επαινετικά στα πρόσωπα αυτά και συχνά αναρωτιούνται, γιατί αυτά δεν έχουν προβληθεί περισσότερο. Ενίοτε ακολουθεί η απάντηση, συχνά από τα ίδια μέσα, που θέτουν την ερώτηση, ότι αυτή η απόκρυψη συμβαίνει, επειδή αυτά τα πρόσωπα θεωρούνται επικίνδυνα για την εξουσία.
Ίσως όλ’ αυτά να έχουν να κάνουν με το είδος της επιτυχίας, με την οποία πιστώνονται όλα τα παραπάνω πρόσωπα και των δύο κατηγοριών. Ο επιστήμονας έχει λυώσει παντελόνια διαβάζοντας συγγράμματα και με τα μούτρα σε υπολογιστές και άλλα μέσα, για να μάθει το αντικείμενό του και να μπορέσει να διατυπώσει όσο πιο ασφαλώς γίνεται τις θεωρίες του. Ο επαγγελματίας έχει περάσει ατελείωτες εργατοώρες αναζητώντας πελάτες, εισπράττοντας συχνά την απόρριψη με σκαιό τρόπο και αναγκαζόμενος να γίνει, εκτός από έμπορος, λογιστής, εκπαιδευτής (των υπαλλήλων του), πλασιέ, προγραμματιστής Η/Υ και άλλα πολλά. Ο μαθητής, ο οποίος δόθηκε στο γνωστικό αντικείμενο, που τον γοητεύει, παλεύει σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον, όπως αυτό το μέσου ελληνικού σχολείου, να αποκομίσει όσο το δυνατό περισσότερες γνώσεις, συχνά με τη στάμπα του «φύτουλα» από τους συμμαθητές του και, ταυτόχρονα φορτωμένος με φροντιστήρια. Όλοι τους έχουν θυσιάσει πολλά, για να πετύχουν το στόχο τους, χωρίς πάντοτε το αποτέλεσμα να είναι βέβαιο. Ο κόπος τους είναι τεράστιος και το μυαλό τους έχε πάρει απίστευτες στροφές, για να φτάσουν μέχρι το ποθητό αποτέλεσμα.
Τα πρόσωπα, όμως, των άλλων κατηγοριών δεν πιστώνονται με ανάλογες τακτικές. Οι συμπεριφορές τους θα μπορούσαν να ανήκουν στο μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας μας, αφού δεν απαιτούν είτε ιδιαίτερες επιστημονικές γνώσεις είτε ταλέντο στο επιχειρείν. Οι πράξεις τους δεν αποτελούν προϊόν κοπιώδους διανοητικής προσπάθειας. Είναι οι συνέπειες ενός θυμικού, που έχει πάρει διαζύγιο από τη λογική και με μένος εξωτερικεύεται προς πάσα κατεύθυνση. Είναι μια έκρηξη, υπολογισμένη ή αυθόρμητη δεν έχει σημασία, προορισμένη να παρασύρει πολλούς στο διάβα της είτε ως υποστηρικτές είτε ως θύματά της.
Έτσι, οι δεύτερες αυτές συμπεριφορές γίνονται περισσότερο γνωστές και δημοφιλείς, ακριβώς επειδή οι θύτες είναι πρόσωπα χωρίς ξεχωριστές ικανότητες ή ασυνήθιστη διάνοια. Είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που δεν διαφέρουν σε τίποτα από την πλειονότητα των κατοίκων αυτής της χώρας και θα μπορούσαν κάλλιστα να πίνουν μια μπυρίτσα με αυτούς και να τα λένε σαν παλιόφιλοι, χωρίς να τους «πρήζουν» με βαρετές επιστημονικές θεωρίες ή δυσνόητα επιχειρηματικά σχέδια. Ένα πολύ μεγάλο τμήμα της κοινωνίας μας δεν θέλει να ακούει πράγματα, που μπορούν να διευρύνουν τους ορίζοντές της και να τη βοηθήσουν να αλλάξει προς το καλύτερο τον τρόπο σκέψης της, αλλά πύρινους λόγους σε βάρος των πολιτικών, εμπρηστικούς επιθετικούς προσδιορισμούς, στείρες αρνήσεις και λύσεις δια μέσου συνοπτικών διαδικασιών (ενίοτε και χωρίς αυτές). Δεν λείπει μόνο η υπομονή, για να παραδειγματιστούν από ορισμένα πρόσωπα, αλλά και η παιδεία, για να τα αξιολογήσουν καταλλήλως.
Και κάπως έτσι ακόμα περισσότεροι λαμπροί επιστήμονές μας, κάποιοι εκ των οποίων θα έχουν επιλέξει να παραμείνουν στην Ελλάδα και να προσφέρουν από εδώ σε πείσμα των όποιων αντιξοοτήτων, θα παραμένουν στο σκοτάδι και θα γίνονται γνωστοί σε ελάχιστο κόσμο, ενώ την ίδια στιγμή οι θιασώτες του παραλογισμού θα κατακτούν ολοένα και περισσότερες καρδιές σε μια συγχυσμένη κοινωνία. Διότι θα λένε λόγια, που χαϊδεύουν τ’ αυτιά, και ας απέχουν πολύ απ’ τη λογική. Διότι δεν θα ζητούν σκέψη και αυτογνωσία, αλλά θα αξιώνουν καταδίκες και λύσεις με συνοπτικές διαδικασίες χωρίς κόπο και χρονοτριβή.