Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014
ΚΟΛΑΣΗ, του ΝΤΑΝ ΜΠΡΑΟΥΝ
Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014
Η ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ
Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012
Βιβλία : "Ο ΑΤΛΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣΕ", της Άυν Ραντ
Η όλη φιλοσοφία της Άυν Ραντ υμνεί την ικανότητα κάθε ανθρώπου να παράγει πλούτο(όχι μόνο υλικό). Κάθε άνθρωπος λειτουργεί ουσιαστικά ως έμπορος των ικανοτήτων του και συναλλάσσεται με όποιον έχει να του προσφέρει κάτι ως αντάλλαγμα (όχι απαραίτητα υλικό). Κάθε άνθρωπος διαμορφώνει μια ηθική μέσα από την εργασία του και κανένας δεν χρωστάει σε κανένα. Η πορεία του πρέπει να διαμορφώνεται με βάση τη λογική και το προσωπικό του συμφέρον και κανένας παραλογισμός δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην ανθρώπινη πρόοδο. Οι θετικοί ήρωες του βιβλίου διαθέτουν όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά και έχουν διαμορφώσει τη ζωή τους βάσει αυτών, αποκλείοντας κάθε υποχώρηση. Το μεταφυσικό έχει εξοβελιστεί από τη ζωή τους ως μη συμβατό με τις απόψεις τους.
Σε πολιτικό επίπεδο, το βιβλίο αποτελεί ένα κατηγορώ εναντίον του κρατικού παρεμβατισμού. Με χαλαρά φιλελεύθερες απόψεις, η συγγραφέας στηλιτεύει την κρατική πολιτική των περιορισμών στην παραγωγή και διάθεση αγαθών ως και τους πάσης φύσεως εξαναγκασμούς, που έρχονται σε αντίθεση με τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς.
Η προσπάθεια, όμως, της συγγραφέως να μετατρέψει το βιβλίο της εκτός από μυθιστόρημα και σε φιλοσοφικό μανιφέστο, αφελές κατά τη γνώμη μου, αποβαίνει κουραστική για τον αναγνώστη. Υπάρχουν στιγμές, που νοιώθεις, ότι έχεις ξαναδιαβάσει κάπου νωρίτερα στο ίδιο βιβλίο κάποια αποσπάσματα. Προς το τέλος του τρίτου τόμου, ο μεγέθους 120 σελίδων μονόλογος – αποθέωση του φιλοσοφικού συστήματος της συγγραφέως ταλαιπωρεί κάθε καλοπροαίρετο βιβλιοφάγο. Ο όγκος δε του βιβλίου είναι αποθαρρυντικός. Ένας άλλος λογοτέχνης αξιώσεων θα μπορούσε να γράψει το ίδιο βιβλίο με την ίδια θεματολογία αλλά στο μισό (και λιγότερο) μέγεθος. Επίσης, οι χαρακτήρες, θετικοί και αρνητικοί, μοιάζουν αυστηρά διαχωρισμένοι σε απόλυτα καλούς και απόλυτα κακούς. Καμμία κακή σκέψη ή πράξη δεν σκιάζει τους θετικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου και τίποτα θετικό δεν φωτίζει τους αρνητικούς χαρακτήρες του.
Το κυριότερο, όμως, στοιχείο του μυθιστορήματος, για το οποίο η κριτική έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις, είναι η ιδεολογία του. Οι πολέμιοί του το θεωρούν ως την επιτομή του νεοφιλελευθερισμού, διότι προάγει τον άκρατο ατομικισμό, καταδικάζει την αλληλεγγύη προς τους οικονομικά ασθενέστερους, τους οποίους, δήθεν, χαρακτηρίζει ως παράσιτα, και το συνδικαλισμό, ανάγει σε υπέρτατη αξία την προσωπική ηθική και την ασυδοσία, ζητάει την εκμηδένιση του ρόλου του κράτους στην ελεύθερη αγορά και αφήνει την κοινωνία στο έλεος του κεφαλαίου. Βρίσκω αυτή την κριτική αρκετά άδικη. Κατ’ αρχάς, ναι μεν η συγγραφέας ήταν οπαδός του «λεσέ φερ λεσέ πασέ», πλην, όμως, η Δικαιοσύνη παίζει καθοριστικό ρόλο στη θεωρία της και απαγορεύει τις πάσης φύσεως παρεκτροπές των κεφαλαιοκρατών και των ανθρώπων γενικά. Η προσωπική ηθική κάθε ανθρώπου ανάγεται σε υπέρτατη αξία αλλά όχι σε βαθμό ασυδοσίας, την οποία, άλλωστε, η συγγραφέας δεν παύει να καταδικάζει σε πολλά σημεία του βιβλίου της. Ο αλτρουισμός καταδικάζεται ως προσπάθεια των ανήθικων δυνατών να υποτάξουν τη βούληση του ανθρώπου και όχι ως πρακτική εν γένει. Επίσης, η συγγραφέας δεν καταδικάζει το συνδικαλισμό γενικά και αόριστα αλλά ως πρακτική χειραγώγησης των εργατών (ο αποκρουστικός αρχισυνδικαλιστής Φρεντ Κίναν μοιάζει βγαλμένος από τις μελανότερες σελίδες του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα), τη στιγμή, που αναφέρει, ότι στο χαλυβουργείο του Χανκ Ρίρντεν (ενός από τους «άπληστους» βιομηχάνους, που η κυβέρνηση πολεμούσε) όλοι οι εργάτες ήξεραν, ότι θα εύρισκαν καλές συνθήκες εργασίας και καλούς μισθούς. Αυτοί, που βαφτίζονται ως παράσιτα, δεν είναι οι φτωχοί και αναξιοπαθούντες αλλά οι πολιτικάντηδες και ο περίγυρός τους. Εκείνο, που επικρίνεται, είναι η βαρύτατη φορολογία ως μέσο απάλυνσης των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, το προϊόν της οποίας, όπως διαβάζουμε στο έργο αυτό, δεν χρησιμοποιείται προς όφελος οικονομικά αναξιοπαθούντων αλλά καταλήγει στις τσέπες των επιτηδείων κυβερνώντων και των συνεργατών τους (ανατριχιαστικές και εδώ οι αναλογίες με την ελληνική πραγματικότητα), με αποτέλεσμα και η βιομηχανία να πλήττεται (διότι στο βιβλίο της δεν βαρύνεται με εξοντωτική φορολόγηση μόνο αλλά ταλαιπωρείται από την υποχρέωσή της να προσλαμβάνει πρόσωπα συστημένα από την κυβέρνηση και να μην απολύει κανένα, ακόμα και αν αυτός δεν αποδίδει, υποχρεούται να μην παράγει πάνω από μια συγκεκριμένη ποσότητα αγαθών, την οποία, στη συνέχεια, θα διοχετεύει σε συγκεκριμένους πελάτες καθ’ υπαγόρευση της κυβέρνησης κ.λπ.) και η κοινωνία να βυθίζεται στη φτώχεια, αφού τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης δεν δίνουν κίνητρο σε κανένα να κάνει σοβαρές επενδύσεις, τη στιγμή που η κυβέρνηση στηρίζει οικονομικά απατεώνες χωρίς επιχειρηματικό πλάνο με προοπτικές, οι οποίοι χωρίς την κυβερνητική πολιτική δεν θα στέκονταν ούτε στιγμή στο εμπόριο (σας θυμίζει κάτι από την ελληνική πραγματικότητα;) και, βέβαια, τα διάφορα αγαθά δεν επαρκούν ποτέ για τη διατροφή του πληθυσμού. Οι λάτρεις του βιβλίου το θεωρούν ως ένα από τα κορυφαία λογοτεχνικά έργα του 20ου αιώνα και ίσως το κορυφαίο μυθιστόρημα των Η.Π.Α. Η πρώτη σκέψη είναι, ότι μάλλον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αυτή η άποψη, αν κρίνει από την τεράστια αποδοχή του έως τις μέρες μας, καθότι μιλάμε για ένα βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1957, την επιρροή του ακόμα και σήμερα σε πολλούς ανθρώπους, όχι μόνο στις Η.Π.Α., την ένταση που εξακολουθεί να προκαλεί σε Δεξιούς και Αριστερούς, στους μεν για την επίθεσή του στη θρησκεία στους δε για τις βολές του κατά της αλληλεγγύης και του κρατικού παρεμβατισμού και τη ρήξη του με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής της. Υπάρχουν στιγμές, που απόλαυσα, όπως στο τέλος του πρώτου βιβλίου, όπου η Ντάγκνι Τάγκαρτ και ο Χανκ Ρίρντεν αναζητώντας τα ίχνη ενός παράξενου και πρωτοποριακού μηχανισμού διαπιστώνουν την πενία των κατοίκων της αμερικανικής ενδοχώρας, ή στις στιγμές που ο καθηγητής Φλόιντ Φέρρις ανέπτυσσε μέρος του δόγματος των αρπάγων.
Προσωπική μου εκτίμηση; Είναι ένα πολύ καλό βιβλίο, άλλοτε συναρπαστικό και άλλοτε βαρετό, υπερεκτιμημένο ίσως λόγω των φιλοσοφικών αντιλήψεων της συγγραφέως, με τις οποίες είναι βαθιά διαποτισμένο και οι οποίες επηρέασαν και επηρεάζουν πάρα πολύ κόσμο ακόμα και σήμερα, και λίγο αφελές μέσα από τους απλουστευμένους αυστηρά άσπρους ή μαύρους χαρακτήρες του. Αν και θεωρείται το πιο δημοφιλές έργο της Άυν Ραντ, προσωπικά βρίσκω πολύ καλύτερο εκ των βιβλίων της το «ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ» (Εκδόσεις «ΩΚΕΑΝΙΔΑ» και αυτό), όπου σε λιγότερες σελίδες και με λιγότερο κουραστικό τρόπο και με πιο συναρπαστική γραφή η συγγραφέας αναπτύσσει τις ίδιες ιδέες.
Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011
Βιβλία : Ο ΙΕΡΟΣΥΛΟΣ" του Γουίλιαμ Ράιαν
Τρίτη 30 Αυγούστου 2011
Βιβλία : "Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ", του Μάνου Ελευθερίου.
Ο κ. Μάνος Ελευθερίου επέλεξε να μείνει πιστός στα ιστορικά δεδομένα και, μάλιστα, από τη σκοπιά του ανθρώπου, που θεωρεί, ότι η εκτέλεση της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη κατά τα Δεκεμβριανά (1944) υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια συναδέλφων της, οι οποίοι πρόθυμα την κατέδωσαν στο Ε.Α.Μ. Συνέλεξε, λοιπόν, ένα τεράστιο όγκο πληροφοριών και επέλεξε ως πρωταγωνιστή ένα νεαρό σχετικά πρόσωπο, το οποίο αναζητεί την αλήθεια για το θάνατο της σπουδαίας αυτής ηθοποιού. Παράλληλα με την αναζήτησή του αυτή, εξελίσσεται η ιστορία της ηθοποιού, η οποία υποτίθεται, ότι επέζησε από το εκτελεστικό απόσπασμα, επειδή ως πτώμα της αναγνωρίστηκε αυτό μιας άλλης γυναίκας. Το αποτέλεσμα ήταν το βιβλίο "Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ" (Εκδόσεις "ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ"), το οποίο, αν δεν απατώμαι, έλαβε κάποιο κρατικό βραβείο και πούλησε πάνω από 40.000 αντίτυπα, αριθμός διόλου ευκαταφρόνητος για τα ελληνικά δεδομένα.
Περίμενα, ότι ο εν λόγω συγγραφέας, ο οποίος και πολύ καλός γνώστης της ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου είναι και συγγραφικό ταλέντο διαθέτει, θα έδινε μια συναρπαστική ιστορία. Αντ' αυτού, όμως, διάβασα δύο παράλληλες ιστορίες, αυτή του πρωταγωνιστή, που αναζητεί την αλήθεια γύρω από το θάνατο της ηθοποιού, και της ηθοποιού, η οποία παρατηρεί τις εξελίξεις. Ενδιάμεσα παρεμβάλλονται κάποιοι μονόλογοι, οι οποίοι απλά κουράζουν με τη μονοτονία τους. Και, δυστυχώς, δεν είναι μόνο το υποκειμενικό θέμα της βαρεμάρας, η οποία με κατέλαβε από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Το όλο εγχείρημα φαίνεται, ότι πλακώθηκε από τον όγκο των ιστορικών δεδομένων, σε βαθμό ώστε οι χαρακτήρες και η πλοκή του βιβλίου να περνούν σε δεύτερη μοίρα. Οι ιστορικές πληροφορίες είναι τόσες, που πνίγουν τον αναγνώστη και υπερτερούν δραματικά έναντι του στοιχείου της μυθοπλασίας, σε βαθμό που κουράζει. Οι διάλογοι μεταξύ των πρωταγωνιστών είναι εντελώς μονότονοι και στο τέλος δεν οδηγούν πουθενά και αφήνουν τον αναγνώστη αμήχανο.
Τί ήθελε να πει ο συγγραφέας με το μέτριο αυτό βιβλίο; Ακόμα αναζητώ μια απάντηση, όπως και αναρωτιέμαι, αν ήταν, πράγματι, τόσο χειρότερα τα βιβλία, που δεν βραβεύτηκαν έναντι του συγκεκριμένου. Πέρα από αυτά, όμως, αν το βιβλίο οδηγεί σε αδιέξοδο και, επιπλέον, δεν διεκδικεί δάφνες για τη λογοτεχνική του αξία, τότε πολύ απλά μάλλον πρέπει να το προσπεράσουμε. Και δεν είμαι ο μόνος, που το πιστεύει αυτό.
Κυριακή 22 Μαΐου 2011
Βιβλία : ΜΕΤΡΟ 2033, του Ντιμίτρι Γκλουχόσφκι
Προκάλεσε σάλο στις περισσότερε ευρωπαϊκές χώρες, έγινε επιτυχημένο παιχνίδι σε υπολογιστές και παιχνιδομηχανές και ήλθε και στην Ελλάδα. Το "ΜΕΤΡΟ 2033" του Ρώσσου συγγραφέα Ντιμίτρι Γκλουχόφσκυ (Εκδόσεις "ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ") ανήκει στην κατηγορία εκείνων των βιβλίων, που αναφέρονται στην επόμενη μέρα ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος και στις προσπάθειες των επιζώντων να επιβιώσουν.
Η ιστορια : Στο μετρο της Μόσχας οι ελάχιστοι επιζώντες προσπαθούν να επιβιώσουν σε μερικούς σταθμούς. Άλλοι σταθμοί έχουν καταστραφεί και άλλοι έχουν καταληφθεί από όντα κάθε άλλο παρά φιλικά στους επιζώντες. Αγνοείται, αν υπάρχει ζωή εκτός του δικτύου του μετρό της Μόσχας. Ο Αρτιόμ, ένας νεαρός στη μετεφηβική ηλικία, έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του κάτω από την επιφάνεια της γης. Οι αναμνήσεις του από το παρελθόν πάνω από το έδαφος είναι συγκεχυμένες. Η καθημερινότητά του είναι ένας αγώνας για επιβίωση, αφού στο σταθμό του εισβάλλουν τακτικά κάποια παράξενα όντα, τα οποία σκορπίζουν τον πανικό και το θάνατο. Η συνάντησή του με ένα μυστήριο άνθρωπο, από τους ελάχιστους, που τολμούν να ανεβούν στην επιφάνεια της γης, τον ωθεί να φέρει σε πέρας μια αποστολή, η οποία θα σώσει τους εναπομείναντες ανθρώπους.
Καθώς κυλούν οι σελίδες και ο πρωταγωνιστής καλείται να αντιμετωπίσει μια σειρά από δοκιμασίες με κίνδυνο της ζωής του, η αγωνία μοιάζει αμείωτη σε βαθμό, που το βιβλίο κολλάει στα χέρια. Ο αγώνας για επιβίωση, αλλού έντονος και αλλού λιγότερο αγχώδης συγκρούεται με την προαιώνια ανθρώπινη μάστιγα της διχόνοιας, που έχει μοιράσει τους λίγους κατοικημένους σταθμούς του μοσχοβίτικου μετρό σε ζώνες επιρροής φασιστών, κομμουνιστών, καπιταλιστών και άλλων, οι οποίοι δείχνουν ανίκανοι να συνασπιστούν, ώστε να αντιμετωπίσουν τον κίδυνο, που καραδοκεί να εισβάλει στο μετρό και να αφανίσει όσες ανθρώπινες ζωές έχουν απομείνει. Ο αρχικά αφελής Αρτιόμ μετατρέπεται σταδιακά σε ένα συνειδητοποιημένο ον, που κατανοεί, πως, ό,τι συνετέλεσε στην καταστροφή του ανθρώπινου πολιτισμού, αυτό τείνει να οδηγήσει και στον ολεθρο όσους επεβίωσαν του πυρηνικού πολέμου. Αυτή η αυτογνωσία του τον ωθεί να πεισμώσει να φέρει σε πέρας την αποστολή του.
Υπάρχουν σκηνές βγαλμένες από τους χειρότερους εφιάλτες της ανθρωπότητας, όπως η επικείμενη εκτέλεση του Αρτιόμ από τους φασίστες - αναφορά στο πικρό γεγονός, ότι η χώρα, που ανέκοψε τη ναζιστική λαίλαπα, έχει σήμερα το υψηλότερο στην Ευρώπη ποσοστό ναζιστών - αλλά και η σύλληψή του από μεταλλαγμένους. Η άνοδός του στην επιφάνεια της γης ειναι γεμάτη σκηνές φρίκης, όπου τα πλάσματα, που ζουν εκεί, καταδιώκουν όσους τολμούν να φύγουν από τη σχειτκή ασφάλεια του μετρό. Κάποιες στιγμές, νοιώθεις, ότι περνούν από μπροστά σου οι εφιαλτικές στιγμές του "ΔΡΟΜΟΥ" του Κόρμακ Μακ Κάρθυ, όπου και εκεί δύο επιζώντες προσπαθούν να επιβιώσουν στην κατεστραμμένη από πυρηνικό πόλεμο γη.
Και ξάφνου έρχεται το τέλος του βιβλίου και η αγωνία παραχωρεί τη θέση της στην αμηχανία. Δεν γνωρίζω, τι είχε κατά νου ο συγγραφέας αλλά προσωπικά το τέλος με άφησε ανικανοποίητο. Ο συγγραφέας πήγε να παίξει ανάμεσα στις εκδοχές του ευτυχισμένου και του κακού τέλους και κάτι δεν του πήγε τόσο καλά. Ίσως σκοπός του να ήταν να αφήσει τον αναγνώστη να σκεφτεί, αν, τελικά, η επιβίωση του ανθρώπινου γένους είναι χρήσιμη ή αν, τελικά, αξίζει να χαθεί το ειδος εκείνο, που έβλαψε τη γη περισσότερο από κάθε άλλο. Πάντως ικανοποιημένος δεν έμεινα από το τέλος.
Τελικό συμπέρασμα; Το βιβλιο είναι καλογραμμένο και ξέρει να κρατάει τον αναγνώστη σε αγωνία. Βοήθησε και το γεγονός, ότι ο συγγραφέας αναρτούσε αποσπάσματα του βιβλίου αυτού σε συνέχειες στο Διαδίκτυο, όπου απέκτησε πάμπολλους οπαδούς με γνώσεις σε πολλά αντικείμενα, οι οποίοι τον βοήθησαν να βελτιώσει ορισμένα σημεία. Η ιστορία των επιζώντων μετά από ένα πυρηνικό όλεθρο είναι ελκυστικότατη για το αναγνωστικό κοινό και αποτυπώνεται με σκληρή πειστικότητα από το συγγραφέα. Αλλά είναι αυτό το τέλος, που αποτελεί το αδύνατο, κατ' εμέ, σημείο του βιβλίου. Ίσως μια εμπειρότερη πένα, όπως αυτή του κ. Μακ Κάρθυ, να έδινε ένα στιβαρότερο φινάλε στον αναγνώστη.
Κυριακή 8 Μαΐου 2011
Βιβλία : "Η ΠΙΑΝΙΣΤΡΙΑ", της Ελφρίντε Γιέλινεκ
Η ιστορία; Η Έρικα Κόχουτ ζει μια μίζερη ζωή σε ένα μικρό διαμέρισμα στη Βιέννη με την καταπιεστική μητέρα της. Προορισμένη, κάποτε, να διαπρέψει ως πιανίστρια, απέτυχε στο στόχο της και, πλέον, βιοπορίζεται παραδίδοντας μαθήματα πιάνου στο Ωδείο της Βιέννης. Η προσωπική της ζωή είναι απλά ανύπαρκτη, αφού η μητέρα της τής έχει επιβάλει αυστηρούς κανόνες, η παρέκλιση από τους οποίους δεν συγχωρείται. Η σεξουαλική της ζωή περιορίζεται σε επισκέψεις σε πορνομάγαζα και πάρκα, όπου απολαμβάνει με τα μάτια της ερωτικές περιπτύξεις τρίτων. Η εμφάνιση του Βάλτερ Κλέμμερ, νεαρού μαθητή πιάνου, αναποδογυρίζει την στρατιωτικά τακτοποιημένη ζωή της. Όμως, ο τρόπος, που έμαθε από παιδί, της επιβάλλει να υποβάλει το μαθητή της σε μια σειρά από βασανιστήρια εφάμιλλα με αυτά, που βίωσε και βιώνει η ίδια.
Μίλησα παραπάνω για τη γραφή της κας. Γέλινεκ. Είναι μια από τις πιο πυκνές γραφές, που έχω αντιμετωπίσει. Νοήματα συμπυκνωμένα σε πολλές λέξεις, χαρακτήρες σμιλεμένοι με σκληρότητα αλλά και τρυφερότητα συνάμα, μας παραδίδουν την εικόνα μιας γυναίκας άκρως καταπιεσμένης, η οποία, όμως, δεν μπορεί να λειτουργήσει σε ένα ελεύθερο περιβάλλον. Όταν ο Βάλτερ Κλέμμερ της ζητάει να ελευθερώσει τον εαυτό της, αυτή του φέρεται σκληρά, όπως σκληρά φέρεται και στους μαθητές της. Δεν υπάρχουν περιθώρια να φερθεί αλλιώς η Έρικα. Είναι ένα πλάσμα, η ζωή του οποίου προγραμματίστηκε με σαδιστική αυστηρότητα από τη μητέρα της. Επιλογές η Έρικα ούτε είχε ούτε έχει. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η συγγραφέας " η Έρικα δεν έχει ιστορία και δεν δημιουργεί ιστορίες".
Πίσω από τη σκληρή εικόνα της Έρικας, κρύβεται μια γυναίκα, που σπαρακτικά ζητάει να ελέγξει τη ζωή της. Δεν επιθυμεί πραγματικά να ξεφύγει από τις καταπιεστικές καταβολές της αλλά θέλει να διαλέγει αυτή και μόνο αυτή ό,τι θέλει να πραγματοποιήσει, έστω και με τον τρόπο, που διδάχθηκε. Η συγγραφέας στηλιτεύει, μέσα από τα παθήματα της Έρικας, την καταπίεση, που υφίστανται οι γυναίκες. Η ματιά της είναι άκρως επικριτική και οξεία, τα βόλια της πέφτουν παντού με ρυθμούς μυδραλιοβόλου το δε ανδρικό φύλο σίγουρα δεν θα αισθανθεί άνετα με τα καρφιά της συγγραφέως.
Το βιβλίο αυτό θεωρείται από πολλούς ως μια αυτοβιογραφία της συγγραφέως. Πράγματι, και αυτή έζησε πλάι σε μια αυταρχική μητέρα, σπούδαζε πιάνο και η ζωή της, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια της, υπήρξε ασφυκτικά περιορισμένη. Η Έρικα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο άλλος εαυτός της συγγραφέως, η γυναίκα, που μεγάλωσε σε ένα αφιλόξενο οικογενειακό περιβάλλον. Μόνο που η συγγραφέας κατάφερε να ξεφύγει από την οικογενειακή ειρκτή και με την τριτοπρόσωπη αφήγησή της ιστορεί τη στεγνή ζωή της ηρωίδας της.
Δεν πρόκειται να ξενοιάσετε στην προσπάθειά σας να διαβάσετε το εν λόγω βιβλίο. Θα απολαύσετε μεν το ταλέντο της συγγραφέως αλλά θα κοπιάσετε πολύ. Α, και μην το χρησιμοποιήσετε για υποκατάστατο τουριστικού οδηγού της Βιέννης!
Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011
Βιβλία : "ΚΑΪΝ" του Ζοζέ Σαραμάγκου
Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011
Βιβλία : "Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΛΕΓΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ", του Μάριο Βάργκας Λιόσα
Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011
"Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ", Συλλογικό
Η συλλογή κειμένων με τίτλο "Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ"(Εκδόσεις "ΔΙΑΠΥΡΟΝ") έρχεται να δώσει το δικό της στίγμα στην ελληνική πολιτική σκέψη. Σε αντίθεση με την κρατούσα άποψη, που θέλει τη βία να είναι νόμιμη ανάλογα με τους σκοπούς του μετερχόμενου αυτή, οι συγγραφείς του βιβλίου αυτού καταδικάζουν τη βία συλλήβδην. Δεν διαχωρίζουν τη βία σε νόμιμη - επιβεβλημένη και παράνομη ούτε αναγνωρίζουν τη χρήση της ακόμα και για την επίτευξη ευγενών σκοπών παρά ανατρέχουν στο παρελθόν και αποδεικνύουν, ότι, όταν η βία χρησιμοποιήθηκε, προκειμένου να επιτευχθούν φαινομενικά υψηλοί και ηθικοί στόχοι, στο τέλος το όλο εγχείρημα κατέληξε σε λουτρό αίματος, ώστε οι χρήστες της να παραμείνουν στην εξουσία. Ούτε αποδέχονται τη βία ανάλογα με το φορέα της, καταδεικνύοντας με ιστορικά παραδείγματα περιπτώσεις, όπου φάνηκαν τα αδιέξοδα, στα οποία οδηγήθηκαν όσοι τη χρησιμοποίησαν για τους σκοπούς τους. Οι συγγραφείς του εν λόγω πονήματος στηλιτεύουν την πρακτική της σιωπής (εκκωφαντικής μουγγαμάρας, κατά τον εκ των συγγραφέων κ. Θανάση Τριαρίδη) στις περιπτώσεις θανάτου προσώπων, όπως του έφηβου Αφγανού Χαμί Νατζάφι αλλά και των τριών υπαλλήλων της ΜΑΡΦΙΝ, για τους οποίους καμμία πορεία δεν έγινε και κανένας, πλην ελαχίστων, δεν διαμαρτυρήθηκε, σε αντίθεση με την περίπτωση του θανάτου του Αλέξη Γρηγορόπουλου.
Προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση η άρνηση προσώπων, που έχουν υποστεί τη βία της εξουσίας λόγω των πεποιθήσεών τους, όπως οι αρνητές στράτευσης Μιχάλης Μαραγκάκης και Θανάσης Μακρής, να δικαιολογήσουν τη βία ως μέσο άσκησης πολιτικής, ενώ θεωρώ πολύ σημαντική την προσπάθεια αντιεξουσιαστών, όπως ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος (Κάιν), να ξεκαθαρίσουν, ότι ο πραγματικός αντιεξουσιαστής δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τη βία για τους σκοπούς του.
Ο τίτλος, βέβαια, του εν λόγω πονήματος προσφέρεται για ποικίλες παρερμηνείες. Δεν λείπουν οι απόψεις, ότι η βία είναι επιβεβλημένη, όταν λ.χ. μια ομάδα ρατσιστών επιτίθεται σε μετανάστες. Οι συγγραφείς φροντίζουν να ξεκαθαρίσουν, ότι δεν αποστρέφονται αυτή τη μορφή βίας, την οποία χαρακτηρίζουν ως μια μορφή άμυνας, που στρέφεται κατά μιας ομάδος προσώπων με ξεκάθαρα βίαιο χαρακτήρα και δεν έχει καμμία σχέση με τη βία, η οποία εξαπολύεται κατά των φορέων κάποιων ιδεών, οι οποίες δεν είναι αρεστές στους οπαδούς της βίας.
Σαν πόνημα θα διχάσει όσους έχουν θεοποιήσει τη βία ως μέσο για την επίτευξη πολιτικών σκοπών. Σαν σκέψη θα προβληματίσει σχετικά με το ρόλο και τη χρησιμότητα της βίας στην ιστορία και την πολιτική. Προφανώς δεν θα το βρουν της αρεσκείας τους οι κάθε απόχρωσης πιστοί της βίας. Αν, όμως, το βιβλίο αυτό καταφέρει τα ανωτέρω, τότε θα έχει πετύχει το σκοπό του.