Δημοφιλείς αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

ΚΟΛΑΣΗ, του ΝΤΑΝ ΜΠΡΑΟΥΝ


            Αν διαβάσεις ένα βιβλίο του Νταν Μπράουν με πρωταγωνιστή τον καθηγητή Ρόμπερτ Λάνγκτον, είναι σα να τα έχεις διαβάσει όλα. Ο καθηγητής καλείται να λύσει κάποιο μυστήριο, έχοντας συντροφιά κάποια γυναίκα νεαρής ηλικίας, ενώ κάποιος παλαβός σκοπεύει να προκαλέσει προβλήματα στην ανθρωπότητα και είτε ο ίδιος είτε κάποιο άλλο πρόσωπο καταδιώκει τον καθηγητή, για να τον σκοτώσει. Στην πορεία, μπλέκονται και θεωρίες συνωμοσίας. Παλιά και δοκιμασμένη συνταγή, που πουλάει τρελλά μετά την επιτυχία του πρώτου βιβλίου «ΟΙ ΠΕΦΩΤΙΣΜΕΝΟΙ» και συνεχίζει να πουλάει 10 χρόνια μετά!

            Στην «ΚΟΛΑΣΗ» (Εκδόσεις «ΨΥΧΟΓΙΟΣ»), ο Ρόμπερτ Λάνγκτον ξυπνά σε ένα νοσοκομείο της Φλωρεντίας με αμνησία και ένα σοβαρό τραύμα στο κεφάλι. Με το καλημέρα σχεδόν τρέχει πανικόβλητος να σωθεί με τη βοήθεια της Σιένα Μπρουκς, μιας νεαρής γιατρού, διότι τον καταδιώκει μια δολοφόνος. Στο παλτό του βρίσκει ένα μυστηριώδες αντικείμενο, το οποίο αναπαριστά την «ΚΟΛΑΣΗ» του Μποτιτσέλλι, όπως αυτής την εμπνεύστηκε από το ομότιτλο έργο του Δάντη, αλλά παραποιημένη. Γεμάτος απορίες και με τη μνήμη του να επιστρέφει σταδιακά και βασανιστικά, μπαίνει στο ιστορικό κέντρο της Φλωρεντίας και ψάχνει να βρει, με τη βοήθεια στίχων της Κόλασης του Δάντη, γιατί βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση. Και ανακαλύπτει, ότι κάποιος παρανοϊκός έχει βάλει σκοπό του να καταστρέψει την ανθρωπότητα, ενώ μια ομάδα πανοπλων ανδρών έχει προστεθεί στους διώκτες του. Στο μεταξύ, σε κάποιο υπερπολυτελές γιώτ στα ανοικτά της Αδριατικής Θάλασσας, ο επικεφαλής μιας μυστηριώδους οργάνωσης ανακαλύπτει τους λόγους, για τους οποίους κάποιος επιφανής πελάτης του είχε ζητήσει να του εξασφαλίσουν καταφύγιο για ένα χρόνο, εντός του οποίου θα εργαζόταν πάνω στο αριστούργημά του ανενόχλητος από κάθε τρίτο.

            Μια από τα ίδια, με άλλα λόγια! Αυτή τη φορά, η θεωρία συνωμοσίας αφορά τον υπερπληθυσμό, την αδυναμία της γης να διαθρέψει όλο τον πληθυσμό της και τη δημιουργία ιών ικανών να καταστρέψουν την ανθρωπότητα, οι οποίοι προέρχονται ακόμα και από τα εργαστήρια του Π.Ο.Υ. ΟΚ, το έχουμε ξανακούσει αυτό το τελευταίο σενάριο. Πιθανότητες να ευσταθεί; Αποδεικτικά στοιχεία; Μηδέν! «Αλλά το λένε όλοι», θα σας πουν.

            Τέλος πάντων, λογοτεχνική αδεία ο Νταν Μπράουν παίρνει τις παραπάνω θεωρίες, για να διαμορφώσει το σχέδιο ενός μεγαλοφυούς γενετιστή – γκουρού, ο οποίος σαγηνεύει όσους τον γνωρίζουν (ένας Ντέιβιντ Κόρρες με υψηλότερο δείκτη ευφυίας και ασύλληπτες γνώσεις στο επιστημονικό αντικείμενό του) και τους πείθει, ότι πρέπει να εφαρμοστεί στο σχέδιό του, διότι αυτό θα αποτελέσει τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Ο ίδιος γενετιστής δν παύει να εκθειάζει τη Μαύρη Πανώλη, που έπληξε κατά το 14ο αιώνα Δύση και Ανατολή αλλά αποτέλεσε το προοίμιο της Αναγέννησης. Ομολογουμένως η εικόνα του Μπέρτραντ Ζόμπριστ, όπως λέγεται ο εν λόγω γενετιστής, είναι αρκούντως αποκρουστική αλλά πειστική.

            Ωστόσο, δεν είναι μόνο η πολυφορεμένη φόρμα του Νταν Μπράουν, που κουράζει, όσο συναρπαστική και αν δείχνει η καταδίωξη και η περιήγηση στα μνημεία της Φλωρεντίας, της Βενετίας και της Κωνσταντινούπολης. Οι ανατροπές του βιβλίου δεν εντυπωσιάζουν, ίσως επειδή με το καλημέρα σχεδόν ο συγγραφέας αφήνει να εννοηθεί, ότι πολλοί εκ των πρωταγωνιστών δεν είναι αυτό, που δείχνουν, ότι είναι, και σύντομα το ενδιαφέρον ξεφουσκώνει, όσο ο αναγνώστης θυμάται, ότι στο τέλος πάντα κερδίζει το καλό.

            Εκεί, όμως, που εγώ απογοητεύτηκα, ήταν στο τέλος του βιβλίου, όταν οι θεωρίες του παρανοϊκού κακού ξάφνου δεν γίνονται και τόσο αποκρουστικές – και, μάλιστα, με τη βούλα της προέδρου του Π.Ο.Υ. – και το κακό, που αυτός ο παρανοϊκός επεφύλαξε για την ανθρωπότητα, ενδεχομένως έχει και τα καλά του γι΄αυτή. Καταλαβαίνω, ότι στη μυθοπλασία ο αναγνώστης καλείται να καταπιεί κάποια πράγματα εκτός λογικής, προκειμένου να αφεθεί στην απόλαυση της ανάγνωσης, φαινόμενο γνωστό ως «suspension of disbelief». Έλα, όμως, που οι απιθανότητες είναι τόσες πολλές, που στο τέλος είναι αδύνατο ο συνετός βιβλιοφάγος να τις καταπιεί. Δεν είναι μόνο ο τρελλός επιστήμονας, που από παρίας μετατρέπεται σε οραματιστή, και ας έχει πετύχει το σκοπό του κατά της ανθρωπότητας. Δεν είναι μόνο, που μια επιστήμονας, επικεφαλής του Π.Ο.Υ., αποδέχεται το έργο και τη σκέψη αυτού του τρελλού, όταν νωρίτερα είχε ζητήσει τη σύλληψή του, αναγκάζοντάς τον να εξαφανιστεί από προσώπου γης. Είναι και ότι δέχεται να μιλήσει για το έργο αυτού του ανθρώπου στον Π.Ο.Υ. η Σιένα Μπρουκς, ερωμένη, συνεργάτιδα και θιασώτισσα των απόψεών του, η οποία, μάλιστα, ενώ καταδιώκεται από τον Ρόμπερτ Λάνγκτον και έχει απομακρυνθεί αρκετά από αυτόν, αποφασίζει να γυρίσει σε αυτόν – ουσιαστικά να παραδοθεί στους διώκτες της, ως συνεργάτιδα του παρανοϊκού γενετιστή – επειδή δεν θέλει, πλέον, να το βάζει στα πόδια.

            Και πείτε μου, παρακαλώ, ποιός λογικός άνθρωπος δέχεται ως λογική όλα τα παραπάνω και δεν αναρωτιέται, αν ο συγγραφέας ευρίσκεται σε κρίση και δεν τραβάει από τα μαλλιά την πλοκή, ώστε στο τέλος να κερδίσει ο καλός της υπόθεσης;

            Συμπέρασμα; Το εν λόγω βιβλίο είναι καλύτερο από το προηγούμενο της σειράς, το απαράδεκτο "ΧΑΜΕΝΟ ΣΥΜΒΟΛΟ", αλλά είναι ολοφάνερη η απουσία έμπνευσης του συγγραφέα και αυτό το χαρακτηριστικό τον οδηγεί στην επανάληψη της γνωστής συνταγής. ΟΚ, τα βιβλία της εν λόγω σειράς πουλάνε, ακόμα, σαν τρελλά. Αυτό, όμως, δεν τα κάνει απαραίτητα καλά βιβλία. Και η "ΚΟΛΑΣΗ", το τελευταίο της σειράς, είναι ένα κακό βιβλίο.

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Η ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ


 

            Ο Μισέλ Ουελμπέκ γουστάρει να προκαλεί το ενδιαφέρον του κοινού και να πυροδοτεί αρνητικές αντιδράσεις με τα βιβλία του. Οι απόψεις του, άλλοτε αιρετικές και άλλοτε απλά ακραίες, τον έχουν οδηγήσει μέχρι και στα Δικαστήρια μετά από αγωγές τρίτων, και οι εμμονές του με το σεξ και το δυτικό πολιτισμό αλλά και ο πανταχού παρών μισανθρωπισμός του είναι στοιχεία γνωστά σε όσους έχουν εντρυφήσει στα γραπτά του.

            Στην «ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ» (Εκδόσεις «ΕΣΤΙΑ») συγκεντρώνονται όλα τα χαρακτηριστικά του συγγραφέα. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Μισέλ (τυχαία επιλογή;), σαραντάρης υπάλληλος του Υπουργείου Πολιτισμού, ακοινώνητος, χωρίς ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και αποξενωμένος από τον πατέρα του (καμμία αναφορά στη μητέρα, δείγμα ίσως των κακίστων σχέσεων του συγγραφέα με τη μητέρα του). Όταν ο πατέρας του βρίσκεται δολοφονημένος, ο Μισέλ επισκέπτεται το πατρικό σπίτι του και αποφασίζει να το πουλήσει και με μέρος των χρημάτων αυτών και όσων βρήκε στον τραπεζικό λογαριασμό του πατέρα του να ταξιδέψει με γκρουπ στην Ταϋλάνδη. Εκεί θα γνωρίσει τη Βαλερί, στέλεχος τουριστικού ομίλου, και θα συνάψουν μια σχέση. Μαζί θα επινοήσουν ένα σχέδιο, που θα ανανεώσει το ενδιαφέρον του κόσμου στα ταξίδια και θα αυξήσει τα κέρδη του ομίλου : τη δημιουργία ξενοδοχείων για λάτρεις του σεξ!

            Η ερωτική ιστορία μοιάζει αρκετά τετριμμένη. Για την ακρίβεια, δεν θα τη χαρακτήριζα καν ερωτική, αφού ο συγγραφέας εστιάζει κυρίως στη σαρκική συνάφεια του ζεύγους (με ιδιαίτερη αδυναμία στις πίπες, όπως, άλλωστε, γινόταν και στα «ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ ΣΩΜΑΤΙΔΙΑ») και στις εργασιακές συνθήκες του πρωταγωνιστή και της ερωμένης του. Ούτε μια φορά δεν ακούγεται η μαγική φράση «σ’ αγαπώ». Η αναζήτηση νέων μορφών σεξ, ο πληρωμένος έρωτας, η ανταλλαγή συντρόφων μεταξύ ζευγαριών και ο σαδομαζοχισμός περνούν από το μικροσκόπιο του συγγραφέα, πράγμα που θυμίζει προηγούμενα βιβλία του. Το σεξ γίνεται το κέντρο της ζωής. Ο άνθρωπος με σταθερή σεξουαλική ζωή είναι ευτυχισμένος. Δεν υπάρχουν άλλα υποκατάστατα του σεξ. Αλλά προσοχή! Ο δυτικός άνθρωπος δεν είναι απελευθερωμένος σεξουαλικά, αφού πάμπολλα ταμπού τον εμποδίζουν. Ο γάμος είναι ένα από αυτά. Η απέχθεια στη σεξουαλική εκμετάλλευση του ίδιο! Αρκετές ανθρωπιστικές οργανώσεις στόλισαν με «γαλλικά» τον Ουελμπεκ, όταν βγήκε στην κυκλοφορία το εν λόγω βιβλίο του. Ούτε είναι τυχαίο, ότι σημαντικό μέρος της πλοκής εκτυλίσσεται στην Ταϋλάνδη και την Κούβα (δευτερευόντως), δύο χώρες όπου ο σεξουαλικός τουρισμός ανθεί.

            Παράλληλα, ο συγγραφέας δεν χάνει την ευκαιρία να τα «χώσει» στη Δύση, η οποία έχει διαμορφώσει απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης για τους κατοίκους της. Σκληρά και μεγάλα ωράρια, υψηλή φορολόγηση, ελάχιστος ελεύθερος χρόνος, φρικτές κυβερνήσεις! Ο πρωταγωνιστής, που μοιράζεται αρκετά κοινά στοιχεία με το συγγραφέα, δεν ενδιαφέρεται να συμβάλλει στην πρόοδο αυτού του πολιτισμού. Δεν τον νοιάζει αυτός ο πολιτισμός. Αλλά δεν τον πολεμά. Προτιμά να τον κρίνει ως παρηκμασμένο, αφού αφήσει να εννοηθεί, ότι έπραξαν σοφά οι Δυτικοί με την αποικιοκρατία τους (είπαμε, ο άνθρωπος γουστάρει να κάνει τον κόσμο να αφρίζει). Αλλά αυτά ανήκουν στην παλιά καλή εποχή της Δύσης.

            Επί της ουσίας; Συναρπαστική γραφή, με κομμάτια που βγάζουν να βγήκαν από φιλολογικά περιοδικά υψηλού επιπέδου, αρκετός μισανθρωπισμός και απόψεις που θα ενοχλήσουν, κόλλημα με το σεξ, μια εικόνα παρακμής της Δύσης, οι τουριστικοί προορισμοί ως τόπος επίδειξης της παθογένειας των Δυτικών, ουκ ολίγες βολές προς αρκετούς επωνύμους! Κλασσικός και σταθερά επαναλαμβανόμενος Ουελμπέκ! Αν σας αρέσει ο Ουελμπέκ, θα σας γοητεύσει η γραφή του. Αν, όμως, έχετε διαβάσει την «ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΕΔΙΟΥ ΤΗΣ ΠΑΛΗΣ» ή «ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ ΣΩΜΑΤΙΔΙΑ», ξέρετε πολύ καλά, τι θα συναντήσετε στην «ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ», οπότε ίσως καλύτερα να ανακαλύψετε κάποιο άλλο συγγραφέα.

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Βιβλία : "Ο ΑΤΛΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣΕ", της Άυν Ραντ


        Μεταφέρομαι στην εποχή, που το άστρο της Άυν Ραντ μεσουρανούσε στο λογοτεχνικό στερέωμα των Η.Π.Α.  Οι μαρτυρίες της εποχής κάνουν λόγο για μια λογοτέχνιδα με φανατικό κοινό, μέρος του οποίου την ακολουθούσε σε όλες τις ομιλίες της, τη ζητωκραύγαζε με πάθος ανάλογο με αυτό φίλων αθλητικού σωματείου και ζούσε σύμφωνα με το φιλοσοφικό της σύστημα. Η ίδια ήταν λάτρης του καπιταλισμού, τον οποίο θεωρούσε ως το μόνο σύστημα, που εξασφαλίζει στον άνθρωπο όλα τα εφόδια για την εν γένει πρόοδό του. Οι εμφανίσεις της στα Μ.Μ.Ε. της εποχής της αλλά και η συγγραφική της δραστηριότητα δεν περιελάμβαναν μόνο μυθιστορήματα αλλά και φιλοσοφικά δοκίμια και άρθρα στον τύπο, όπου ανέπτυσσε με πάθος τις θεωρίες της. Οι ήρωές της, αυτοδημιούργητοι οραματιστές επιστήμονες και επιχειρηματίες ή πανέξυπνοι και εργατικότατοι κληρονόμοι επιχειρήσεων, είναι πλασμένοι σύμφωνα με τις διδαχές της. Ενδεχόμενα να αποτελούν και το alter ego μιας γυναίκας από την τότε Ε.Σ.Σ.Δ., η οποία αφού περαίωσε μέρος των σπουδών της στη χώρα καταγωγής της, μετανάστευσε στις Η.Π.Α., όπου ξεκινώντας από το μηδέν και με σκληρή εργασία αναγνωρίστηκε ως μια από τις σπουδαιότερες λογοτεχνικές μορφές του 20ου αιώνα.


            Όλη η φιλοσοφία της Άυν Ραντ αποτυπώνεται στο τρίτομο έργο της «Ο ΑΤΛΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣΕ» (Εκδόσεις «ΩΚΕΑΝΙΔΑ»). Η ιστορία διαδραματίζεται σε κάποιο απροσδιόριστο χρόνο στις Η.Π.Α. Η χώρα βρίσκεται σε δεινή κατάσταση. Ένας – ένας οι ικανότεροι πολίτες εξαφανίζονται μυστηριωδώς, χωρίς να αφήσουν πίσω τους το παραμικρό ίχνος. Οι ελάχιστοι ικανοί, που μένουν πίσω, καλούνται να αντιμετωπίσουν τον ανελέητο πόλεμο των ανίκανων συναδέλφων τους, οι οποίοι έχουν συμμαχήσει με άρπαγες και τυχοδιώκτες πολιτικούς και μέτριους ή εξωνημένους καλλιτέχνες, διανοουμένους και επιστήμονες, προκειμένου να επιβάλουν τα δικά τους μέτρα για την ευημερία των Η.Π.Α. αλλά, στην ουσία επιδιώκουν στο προσωπικό τους κέρδος και την προώθηση των συμφερόντων των δικών τους ανθρώπων (οι αναλογίες με τα εν Ελλάδα ισχύοντα είναι τρομακτικές). Η ερώτηση «Ποιος είναι ο Τζων Γκολτ;» μοιάζει να στοιχειώνει όχι μόνο τους πρωταγωνιστές του βιβλίου αλλά και τον ίδιο τον αναγνώστη.            
                Η όλη φιλοσοφία της Άυν Ραντ υμνεί την ικανότητα κάθε ανθρώπου να παράγει πλούτο(όχι μόνο υλικό). Κάθε άνθρωπος λειτουργεί ουσιαστικά ως έμπορος των ικανοτήτων του και συναλλάσσεται με όποιον έχει να του προσφέρει κάτι ως αντάλλαγμα (όχι απαραίτητα υλικό). Κάθε άνθρωπος διαμορφώνει μια ηθική μέσα από την εργασία του και κανένας δεν χρωστάει σε κανένα. Η πορεία του πρέπει να διαμορφώνεται με βάση τη λογική και το προσωπικό του συμφέρον και κανένας παραλογισμός δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην ανθρώπινη πρόοδο. Οι θετικοί ήρωες του βιβλίου διαθέτουν όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά και  έχουν διαμορφώσει τη ζωή τους βάσει αυτών, αποκλείοντας κάθε υποχώρηση. Το μεταφυσικό έχει εξοβελιστεί από τη ζωή τους ως μη συμβατό με τις απόψεις τους.       
                Σε πολιτικό επίπεδο, το βιβλίο αποτελεί ένα κατηγορώ εναντίον του κρατικού παρεμβατισμού. Με χαλαρά φιλελεύθερες απόψεις, η συγγραφέας στηλιτεύει την κρατική πολιτική των περιορισμών στην παραγωγή και διάθεση αγαθών ως και τους πάσης φύσεως εξαναγκασμούς, που έρχονται σε αντίθεση με τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς.        
                Η προσπάθεια, όμως, της συγγραφέως να μετατρέψει το βιβλίο της εκτός από μυθιστόρημα και σε φιλοσοφικό μανιφέστο, αφελές κατά τη γνώμη μου, αποβαίνει κουραστική για τον αναγνώστη. Υπάρχουν στιγμές, που νοιώθεις, ότι έχεις ξαναδιαβάσει κάπου νωρίτερα στο ίδιο βιβλίο κάποια αποσπάσματα. Προς το τέλος του τρίτου τόμου, ο μεγέθους 120 σελίδων μονόλογος – αποθέωση του φιλοσοφικού συστήματος της συγγραφέως ταλαιπωρεί κάθε καλοπροαίρετο βιβλιοφάγο. Ο όγκος δε του βιβλίου είναι αποθαρρυντικός. Ένας άλλος λογοτέχνης αξιώσεων θα μπορούσε να γράψει το ίδιο βιβλίο με την ίδια θεματολογία αλλά στο μισό (και λιγότερο) μέγεθος. Επίσης, οι χαρακτήρες, θετικοί και αρνητικοί, μοιάζουν αυστηρά διαχωρισμένοι σε απόλυτα καλούς και απόλυτα κακούς. Καμμία κακή σκέψη ή πράξη δεν σκιάζει τους θετικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου και τίποτα θετικό δεν φωτίζει τους αρνητικούς χαρακτήρες του.         
                   Το κυριότερο, όμως, στοιχείο του μυθιστορήματος, για το οποίο η κριτική έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις, είναι η ιδεολογία του. Οι πολέμιοί του το θεωρούν ως την επιτομή του νεοφιλελευθερισμού, διότι προάγει τον άκρατο ατομικισμό, καταδικάζει την αλληλεγγύη προς τους οικονομικά ασθενέστερους, τους οποίους, δήθεν, χαρακτηρίζει ως παράσιτα, και το συνδικαλισμό, ανάγει σε υπέρτατη αξία την προσωπική ηθική και την ασυδοσία, ζητάει την εκμηδένιση του ρόλου του κράτους στην ελεύθερη αγορά και αφήνει την κοινωνία στο έλεος του κεφαλαίου. Βρίσκω αυτή την κριτική αρκετά άδικη. Κατ’ αρχάς, ναι μεν η συγγραφέας ήταν οπαδός του «λεσέ φερ λεσέ πασέ», πλην, όμως, η Δικαιοσύνη παίζει καθοριστικό ρόλο στη θεωρία της και απαγορεύει τις πάσης φύσεως παρεκτροπές των κεφαλαιοκρατών και των ανθρώπων γενικά. Η προσωπική ηθική κάθε ανθρώπου ανάγεται σε υπέρτατη αξία αλλά όχι σε βαθμό ασυδοσίας, την οποία, άλλωστε, η συγγραφέας δεν παύει να καταδικάζει σε πολλά σημεία του βιβλίου της. Ο αλτρουισμός καταδικάζεται ως προσπάθεια των ανήθικων δυνατών να υποτάξουν τη βούληση του ανθρώπου και όχι ως πρακτική εν γένει. Επίσης, η συγγραφέας δεν καταδικάζει το συνδικαλισμό γενικά και αόριστα αλλά ως πρακτική χειραγώγησης των εργατών (ο αποκρουστικός αρχισυνδικαλιστής Φρεντ Κίναν μοιάζει βγαλμένος από τις μελανότερες σελίδες του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα), τη στιγμή, που αναφέρει, ότι στο χαλυβουργείο του Χανκ Ρίρντεν (ενός από τους «άπληστους» βιομηχάνους, που η κυβέρνηση πολεμούσε) όλοι οι εργάτες ήξεραν, ότι θα εύρισκαν καλές συνθήκες εργασίας και καλούς μισθούς. Αυτοί, που βαφτίζονται ως παράσιτα, δεν είναι οι φτωχοί και αναξιοπαθούντες αλλά οι πολιτικάντηδες και ο περίγυρός τους. Εκείνο, που επικρίνεται, είναι η βαρύτατη φορολογία ως μέσο απάλυνσης των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, το προϊόν της οποίας, όπως διαβάζουμε στο έργο αυτό, δεν χρησιμοποιείται προς όφελος οικονομικά αναξιοπαθούντων αλλά καταλήγει στις τσέπες των επιτηδείων κυβερνώντων και των συνεργατών τους (ανατριχιαστικές και εδώ οι αναλογίες με την ελληνική πραγματικότητα), με αποτέλεσμα και η βιομηχανία να πλήττεται (διότι στο βιβλίο της δεν βαρύνεται με εξοντωτική φορολόγηση μόνο αλλά ταλαιπωρείται από την υποχρέωσή της να προσλαμβάνει πρόσωπα συστημένα από την κυβέρνηση και να μην απολύει κανένα, ακόμα και αν αυτός δεν αποδίδει, υποχρεούται να μην παράγει πάνω από μια συγκεκριμένη ποσότητα αγαθών, την οποία, στη συνέχεια, θα διοχετεύει σε συγκεκριμένους πελάτες καθ’ υπαγόρευση της κυβέρνησης κ.λπ.) και η κοινωνία να βυθίζεται στη φτώχεια, αφού τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης δεν δίνουν κίνητρο σε κανένα να κάνει σοβαρές επενδύσεις, τη στιγμή που η κυβέρνηση στηρίζει οικονομικά απατεώνες χωρίς επιχειρηματικό πλάνο με προοπτικές, οι οποίοι χωρίς την κυβερνητική πολιτική δεν θα στέκονταν ούτε στιγμή στο εμπόριο (σας θυμίζει κάτι από την ελληνική πραγματικότητα;) και, βέβαια, τα διάφορα αγαθά δεν επαρκούν ποτέ για τη διατροφή του πληθυσμού.                                          Οι λάτρεις του βιβλίου το θεωρούν ως ένα από τα κορυφαία λογοτεχνικά έργα του 20ου αιώνα και ίσως το κορυφαίο μυθιστόρημα των Η.Π.Α. Η πρώτη σκέψη είναι, ότι μάλλον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αυτή η άποψη, αν κρίνει από την τεράστια αποδοχή του έως τις μέρες μας, καθότι μιλάμε για ένα βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1957, την επιρροή του ακόμα και σήμερα σε πολλούς ανθρώπους, όχι μόνο στις Η.Π.Α., την ένταση που εξακολουθεί να προκαλεί σε Δεξιούς και Αριστερούς, στους μεν για την επίθεσή του στη θρησκεία στους δε για τις βολές του κατά της αλληλεγγύης και του κρατικού παρεμβατισμού και τη ρήξη του με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής της. Υπάρχουν στιγμές, που απόλαυσα, όπως στο τέλος του πρώτου βιβλίου, όπου η Ντάγκνι Τάγκαρτ και ο Χανκ Ρίρντεν αναζητώντας τα ίχνη ενός παράξενου και πρωτοποριακού μηχανισμού διαπιστώνουν την πενία των κατοίκων της αμερικανικής ενδοχώρας, ή στις στιγμές που ο καθηγητής Φλόιντ Φέρρις ανέπτυσσε μέρος του δόγματος των αρπάγων.   
                           Προσωπική μου εκτίμηση; Είναι ένα πολύ καλό βιβλίο, άλλοτε συναρπαστικό και άλλοτε βαρετό, υπερεκτιμημένο ίσως λόγω των φιλοσοφικών αντιλήψεων της συγγραφέως, με τις οποίες είναι βαθιά διαποτισμένο και οι οποίες επηρέασαν και επηρεάζουν πάρα πολύ κόσμο ακόμα και σήμερα, και λίγο αφελές μέσα από τους απλουστευμένους αυστηρά άσπρους ή μαύρους χαρακτήρες του. Αν και θεωρείται το πιο δημοφιλές έργο της Άυν Ραντ, προσωπικά βρίσκω πολύ καλύτερο εκ των βιβλίων της το «ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ» (Εκδόσεις «ΩΚΕΑΝΙΔΑ» και αυτό), όπου σε λιγότερες σελίδες και με λιγότερο κουραστικό τρόπο και με πιο συναρπαστική γραφή η συγγραφέας αναπτύσσει τις ίδιες ιδέες.

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Βιβλία : Ο ΙΕΡΟΣΥΛΟΣ" του Γουίλιαμ Ράιαν

Όταν παίρνεις στα χέρια σου το πρωτόλειο του Γουίλιαμ Ράιαν με τίτλο "Ο ΙΕΡΟΣΥΛΟΣ" (Εκδόσεις "ΔΙΟΠΤΡΑ"), συνειδητοποιείς, ότι έχεις μπροστά σου μια συναρπαστική ιστορία, η οποία διαδραματίζεται στη σταλινική Ε.Σ.Σ.Δ. την παραμονή των μεγάλων διωγμών και αποτυπώνει με πειστικότητα την ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης.

Πρωταγωνιστής εδώ είναι ο Αλεξέι Κόρολεφ, λοχαγός της Μιλίτσια (πολιτοφυλακής, που εκτελούσε χρέη αστυνομίας στην Ε.Σ.Σ.Δ.) και αφοσιωμένος στην εξουσία, ο οποίος έρχεται αντιμέτωπος με ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Μια γυναίκα έχει δολοφονηθεί μέσα σε μια εγκαταλελειμμένη εκκλησία, αφού πρώτα βασανίστηκε φρικτά. Η απουσία επαρκών στοιχείων εμποδίζει την πρόοδο των ερευνών του Κόρολεφ, ενώ η αποκάλυψη της ταυτότητας του θύματος κινεί το ενδιαφέρον της ΝιΚαΒεΝτε - προδρόμου της ΚαΓκεΜπε - για την υπόθεση αυτή. Καθώς, όμως, τα πτώματα πληθαίνουν, η υπόθεση αποδεικνύεται, ότι αφορά και πρόσωπα εκτός του υποκόσμου, θέτοντας, έτσι, σε αμφιβολία την πίστη του Κόρολεφ στην εξουσία.

Αναφέρθηκα παραπάνω στην πιστή αναπαράσταση της σταλινικής Ε.Σ.Σ.Δ. του 1936, όταν και εκτυλίσσεται η υπόθεση. Οι σταλινικές διώξεις έχουν ήδη ξεκινήσει, ο τρόμος, που κατέλαβε στη συνέχεια τους Σοβιετικούς υπηκόους, δεν έχει, ακόμα, ξεσπάσει αλλά σταδιακά τους καταλαμβάνει. Ο συγγραφέας μελέτησε πολλά πονήματα, που αναφέρονται στην εποχή εκείνη, αρκετά εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά, ώστε να μας μεταφέρει στο κλίμα της εποχής εκείνης. Ο πρωταγωνιστής Αλεξέι Κόρολεφ είναι ένας άριστος αστυνομικός, ο οποίος καταφέρνει να επιλύσει το σύνολο, σχεδόν, των υποθέσεων, που αναλαμβάνει. Πιστεύει στη νέα εξουσία και είναι αφοσιωμένος σε αυτή, έστω και αν δεν είναι, ακόμα, μέλος του Κόμματος. Ωστόσο, διατηρεί αρκετές αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα του νέου καθεστώτος, ενώ προσπαθεί να διατηρήσει και τη θρησκευτική του πίστη σε ένα περιβάλλον, που την εχθρεύεται σφόδρα. Πολύ έξυπνα ο συγγραφέας πατάει πάνω στο μύθο ενός παλαιού κειμηλίου, που εξαφανίστηκε, όταν επεκράτησαν οι Μπολσεβίκοι, και το αναζητούν περισσότερα πρόσωπα, το καθένα για τους δικούς του λόγους, ώστε να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Βρήκα την ιστορία με το παραπάνω κειμήλιο ιδιαίτερα ελκυστική, ειδικά αν σκεφτεί κανείς την τάση του αναγνωστικού κοινού να αναζητεί βιβλία, που ασχολούνται με χαμένα αντικείμενα ή θρύλους (θυμηθείτε "ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ" αλλά και τον "ΚΩΔΙΚΑ ΝΤΑ ΒΙΝΤΣΙ"), ενώ και η αναπαράσταση της εποχής είναι πειστική με το συγγραφέα να έχει αφομοιώσει τις επιρροές του από τα σχετικά με την εποχή εκείνη πονήματα - σε αντίθεση, λόγου χάρη, με τον κ. Τομ Ρομπ Σμιθ, ο οποίος στο "ΠΑΙΔΙ 44" μετέφερε αχώνευτα ολόκληρα κομμάτια από το "ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΓΚΟΥΛΑΓΚ" του Σολζενίτσιν. Οι κεντρικοί ήρωες ταιριάζουν στους τύπους των ανθρώπων εκείνης της εποχής - ο αφοσιωμένος στη νέα εξουσία αξιωματικός, ο αδίστακτος βαθμοφόρος, το πρόθυμο να βάψει τα χέρια του με αίμα όργανο, ο αμόρφωτος φανατικός πιστός του Κόμματος, ο οποίος γυρεύει αφορμή, για να καταγγείλει τους πάντες - και το αίσθημα του φόβου, που αρχίζει να καλλιεργείται μέσα τους, είναι αυτό ακριβώς που εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να εμφανίζεται στην Ε.Σ.Σ.Δ. Βέβαια, ο πρωταγωνιστής ξεφεύγει λίγο από το πρότυπο της εποχής αλλά αυτό επιβάλλεται, εφόσον θέλουμε ένα πρόσωπο ξεχωριστό, το οποίο ξεπερνάει, χάρη στην αντίληψή του, τις αγκυλώσεις της εποχής του και φτάνει μέχρι το τέλος. Επίσης, ο συγγραφέας επέλεξε να διαχειριστεί με φειδώ αλλά και προσοχή τις ιστορικές πληροφορίες του και όχι να καταπλακώσει τον αναγνώστη με τεράστιο όγκο πληροφοριών, που θα θύμιζαν περισσότερο ρεπορτάζ και λιγότερο μυθιστόρημα.

Διεκδικεί λογοτεχνικές δάφνες το εν λόγω βιβλίο; Η απάντηση είναι αρνητική αλλά κάτι τέτοιο δεν το περιμένω από ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Έχει δράση; Σίγουρα όχι αυτή, που περιμένει κανείς από ένα βιβλίο αυτού του είδους αλλά ας μην ξεχνάμε τα στενά περιθώρια, που αφήνουν οι ιστορικές συνθήκες της εποχής εκείνης. Πείθει τον αναγνώστη; Εδώ ίσως βρίσκεται ένα ελάττωμα, αφού ο συγγραφέας εμμένει να παρουσιάζει το δράστη να παραδέχεται την ενοχή του λίγο πριν αποπειραθεί να σκοτώσει τον πρωταγωνιστή, ο οποίος, όπως συνηθίζεται στα βιβλία, τη γλυτώνει. Προσωπικά, έχω βαρεθεί να διαβάζω βιβλία, όπου ο εγκληματίας ομολογεί στους διώκτες του, ότι αυτός διέπραξε το τάδε έγκλημα, παραθέτει λεπτομέρειες του σχεδίου, που κατέστρωσε, και, στη συνέχεια, λίγο πριν σκοτώσει τους διώκτες του, κάτι συμβαίνει και όχι μόνο τη γλυτώνουν οι διώκτες αλλά αποδίδεται και δικαιοσύνη. Φυσικά, δεν θέλω να βλέπω τον πρωταγωνιστή να σκοτώνεται αλλά κάποια στιγμή αυτή η συνήθεια του ευτυχισμένου τέλους πρέπει να σταματήσει, διότι απλά δεν είναι αληθοφανές.

Αυτό, που απομένει, είναι η αναγνωστική απόλαυση της ιστορίας μέσα από την πιστή απόδοση της σταλινικής εποχής, πράγμα το οποίο αποτελεί τη σπουδαιότερη αρετή του συγκεκριμένου βιβλίου. Οι λάτρεις του αστυνομικού μυθιστορήματος θα το αγαπήσουν και ίσως φωνάξουν "θέλουμε και άλλο Κόρολεφ". Κάτι μου λέει, ότι θα τον δούμε σύντομα.

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Βιβλία : "Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ", του Μάνου Ελευθερίου.

Η συγγραφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος περιέχει αρκετούς κινδύνους. Αφενός ο συγγραφέας πρέπει να συλλέξει το ιστορικό υλικό για το θέμα, που θα πραγματευτεί, να το ξεσκαρτάρει και να κρατήσει εκείνο, που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και τη δική του οπτική, αν λάβουμε υπόψη, ότι υπάρχουν ιστορικά ζητήματα με περισσότερες της μιας ερμημείες. Αφετέρου, οφείλει να εντάξει τον ήρωά του ή τους ήρωές του στην ιστορία αυτή, διατηρώντας τις ιστορικές ισορροπίες. Φυσικά, υπάρχει και η δυνατότητα να παρακάμψει αυτές τις υποχρεώσεις και να διαπραγματευτεί ελεύθερα το θέμα του, χωρίς να δεσμεύεται από τα ιστορικά δεδομένα.
Ο κ. Μάνος Ελευθερίου επέλεξε να μείνει πιστός στα ιστορικά δεδομένα και, μάλιστα, από τη σκοπιά του ανθρώπου, που θεωρεί, ότι η εκτέλεση της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη κατά τα Δεκεμβριανά (1944) υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια συναδέλφων της, οι οποίοι πρόθυμα την κατέδωσαν στο Ε.Α.Μ. Συνέλεξε, λοιπόν, ένα τεράστιο όγκο πληροφοριών και επέλεξε ως πρωταγωνιστή ένα νεαρό σχετικά πρόσωπο, το οποίο αναζητεί την αλήθεια για το θάνατο της σπουδαίας αυτής ηθοποιού. Παράλληλα με την αναζήτησή του αυτή, εξελίσσεται η ιστορία της ηθοποιού, η οποία υποτίθεται, ότι επέζησε από το εκτελεστικό απόσπασμα, επειδή ως πτώμα της αναγνωρίστηκε αυτό μιας άλλης γυναίκας. Το αποτέλεσμα ήταν το βιβλίο "Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ" (Εκδόσεις "ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ"), το οποίο, αν δεν απατώμαι, έλαβε κάποιο κρατικό βραβείο και πούλησε πάνω από 40.000 αντίτυπα, αριθμός διόλου ευκαταφρόνητος για τα ελληνικά δεδομένα.
Περίμενα, ότι ο εν λόγω συγγραφέας, ο οποίος και πολύ καλός γνώστης της ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου είναι και συγγραφικό ταλέντο διαθέτει, θα έδινε μια συναρπαστική ιστορία. Αντ' αυτού, όμως, διάβασα δύο παράλληλες ιστορίες, αυτή του πρωταγωνιστή, που αναζητεί την αλήθεια γύρω από το θάνατο της ηθοποιού, και της ηθοποιού, η οποία παρατηρεί τις εξελίξεις. Ενδιάμεσα παρεμβάλλονται κάποιοι μονόλογοι, οι οποίοι απλά κουράζουν με τη μονοτονία τους. Και, δυστυχώς, δεν είναι μόνο το υποκειμενικό θέμα της βαρεμάρας, η οποία με κατέλαβε από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Το όλο εγχείρημα φαίνεται, ότι πλακώθηκε από τον όγκο των ιστορικών δεδομένων, σε βαθμό ώστε οι χαρακτήρες και η πλοκή του βιβλίου να περνούν σε δεύτερη μοίρα. Οι ιστορικές πληροφορίες είναι τόσες, που πνίγουν τον αναγνώστη και υπερτερούν δραματικά έναντι του στοιχείου της μυθοπλασίας, σε βαθμό που κουράζει. Οι διάλογοι μεταξύ των πρωταγωνιστών είναι εντελώς μονότονοι και στο τέλος δεν οδηγούν πουθενά και αφήνουν τον αναγνώστη αμήχανο.
Τί ήθελε να πει ο συγγραφέας με το μέτριο αυτό βιβλίο; Ακόμα αναζητώ μια απάντηση, όπως και αναρωτιέμαι, αν ήταν, πράγματι, τόσο χειρότερα τα βιβλία, που δεν βραβεύτηκαν έναντι του συγκεκριμένου. Πέρα από αυτά, όμως, αν το βιβλίο οδηγεί σε αδιέξοδο και, επιπλέον, δεν διεκδικεί δάφνες για τη λογοτεχνική του αξία, τότε πολύ απλά μάλλον πρέπει να το προσπεράσουμε. Και δεν είμαι ο μόνος, που το πιστεύει αυτό.

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Βιβλία : ΜΕΤΡΟ 2033, του Ντιμίτρι Γκλουχόσφκι

Προκάλεσε σάλο στις περισσότερε ευρωπαϊκές χώρες, έγινε επιτυχημένο παιχνίδι σε υπολογιστές και παιχνιδομηχανές και ήλθε και στην Ελλάδα. Το "ΜΕΤΡΟ 2033" του Ρώσσου συγγραφέα Ντιμίτρι Γκλουχόφσκυ (Εκδόσεις "ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ") ανήκει στην κατηγορία εκείνων των βιβλίων, που αναφέρονται στην επόμενη μέρα ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος και στις προσπάθειες των επιζώντων να επιβιώσουν.
Η ιστορια : Στο μετρο της Μόσχας οι ελάχιστοι επιζώντες προσπαθούν να επιβιώσουν σε μερικούς σταθμούς. Άλλοι σταθμοί έχουν καταστραφεί και άλλοι έχουν καταληφθεί από όντα κάθε άλλο παρά φιλικά στους επιζώντες. Αγνοείται, αν υπάρχει ζωή εκτός του δικτύου του μετρό της Μόσχας. Ο Αρτιόμ, ένας νεαρός στη μετεφηβική ηλικία, έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του κάτω από την επιφάνεια της γης. Οι αναμνήσεις του από το παρελθόν πάνω από το έδαφος είναι συγκεχυμένες. Η καθημερινότητά του είναι ένας αγώνας για επιβίωση, αφού στο σταθμό του εισβάλλουν τακτικά κάποια παράξενα όντα, τα οποία σκορπίζουν τον πανικό και το θάνατο. Η συνάντησή του με ένα μυστήριο άνθρωπο, από τους ελάχιστους, που τολμούν να ανεβούν στην επιφάνεια της γης, τον ωθεί να φέρει σε πέρας μια αποστολή, η οποία θα σώσει τους εναπομείναντες ανθρώπους.
Καθώς κυλούν οι σελίδες και ο πρωταγωνιστής καλείται να αντιμετωπίσει μια σειρά από δοκιμασίες με κίνδυνο της ζωής του, η αγωνία μοιάζει αμείωτη σε βαθμό, που το βιβλίο κολλάει στα χέρια. Ο αγώνας για επιβίωση, αλλού έντονος και αλλού λιγότερο αγχώδης συγκρούεται με την προαιώνια ανθρώπινη μάστιγα της διχόνοιας, που έχει μοιράσει τους λίγους κατοικημένους σταθμούς του μοσχοβίτικου μετρό σε ζώνες επιρροής φασιστών, κομμουνιστών, καπιταλιστών και άλλων, οι οποίοι δείχνουν ανίκανοι να συνασπιστούν, ώστε να αντιμετωπίσουν τον κίδυνο, που καραδοκεί να εισβάλει στο μετρό και να αφανίσει όσες ανθρώπινες ζωές έχουν απομείνει. Ο αρχικά αφελής Αρτιόμ μετατρέπεται σταδιακά σε ένα συνειδητοποιημένο ον, που κατανοεί, πως, ό,τι συνετέλεσε στην καταστροφή του ανθρώπινου πολιτισμού, αυτό τείνει να οδηγήσει και στον ολεθρο όσους επεβίωσαν του πυρηνικού πολέμου. Αυτή η αυτογνωσία του τον ωθεί να πεισμώσει να φέρει σε πέρας την αποστολή του.
Υπάρχουν σκηνές βγαλμένες από τους χειρότερους εφιάλτες της ανθρωπότητας, όπως η επικείμενη εκτέλεση του Αρτιόμ από τους φασίστες - αναφορά στο πικρό γεγονός, ότι η χώρα, που ανέκοψε τη ναζιστική λαίλαπα, έχει σήμερα το υψηλότερο στην Ευρώπη ποσοστό ναζιστών - αλλά και η σύλληψή του από μεταλλαγμένους. Η άνοδός του στην επιφάνεια της γης ειναι γεμάτη σκηνές φρίκης, όπου τα πλάσματα, που ζουν εκεί, καταδιώκουν όσους τολμούν να φύγουν από τη σχειτκή ασφάλεια του μετρό. Κάποιες στιγμές, νοιώθεις, ότι περνούν από μπροστά σου οι εφιαλτικές στιγμές του "ΔΡΟΜΟΥ" του Κόρμακ Μακ Κάρθυ, όπου και εκεί δύο επιζώντες προσπαθούν να επιβιώσουν στην κατεστραμμένη από πυρηνικό πόλεμο γη.
Και ξάφνου έρχεται το τέλος του βιβλίου και η αγωνία παραχωρεί τη θέση της στην αμηχανία. Δεν γνωρίζω, τι είχε κατά νου ο συγγραφέας αλλά προσωπικά το τέλος με άφησε ανικανοποίητο. Ο συγγραφέας πήγε να παίξει ανάμεσα στις εκδοχές του ευτυχισμένου και του κακού τέλους και κάτι δεν του πήγε τόσο καλά. Ίσως σκοπός του να ήταν να αφήσει τον αναγνώστη να σκεφτεί, αν, τελικά, η επιβίωση του ανθρώπινου γένους είναι χρήσιμη ή αν, τελικά, αξίζει να χαθεί το ειδος εκείνο, που έβλαψε τη γη περισσότερο από κάθε άλλο. Πάντως ικανοποιημένος δεν έμεινα από το τέλος.
Τελικό συμπέρασμα; Το βιβλιο είναι καλογραμμένο και ξέρει να κρατάει τον αναγνώστη σε αγωνία. Βοήθησε και το γεγονός, ότι ο συγγραφέας αναρτούσε αποσπάσματα του βιβλίου αυτού σε συνέχειες στο Διαδίκτυο, όπου απέκτησε πάμπολλους οπαδούς με γνώσεις σε πολλά αντικείμενα, οι οποίοι τον βοήθησαν να βελτιώσει ορισμένα σημεία. Η ιστορία των επιζώντων μετά από ένα πυρηνικό όλεθρο είναι ελκυστικότατη για το αναγνωστικό κοινό και αποτυπώνεται με σκληρή πειστικότητα από το συγγραφέα. Αλλά είναι αυτό το τέλος, που αποτελεί το αδύνατο, κατ' εμέ, σημείο του βιβλίου. Ίσως μια εμπειρότερη πένα, όπως αυτή του κ. Μακ Κάρθυ, να έδινε ένα στιβαρότερο φινάλε στον αναγνώστη.

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Βιβλία : "Η ΠΙΑΝΙΣΤΡΙΑ", της Ελφρίντε Γιέλινεκ

Αποτελεί άθλο να καταφέρει να τελειώσει κανείς την "ΠΙΑΝΙΣΤΡΙΑ" της Ελφρίντε Γέλινεκ (Εκδόσεις "ΕΚΚΡΕΜΕΣ"). Ξεγελιέσαι με τις λίγες σχετικά σελίδες του και, μόλις το ανοίξεις και ξεκινήσεις να το διαβάζεις, αισθάνεσαι, ότι οι λέξεις πέφτουν πάνω σου κατά κύματα και, όσες απλωτές και αν κάνεις, αυτές θα συνεχίσουν να σε πλακώνουν, μέχρι να φτάσεις στο τέλος.
Η ιστορία; Η Έρικα Κόχουτ ζει μια μίζερη ζωή σε ένα μικρό διαμέρισμα στη Βιέννη με την καταπιεστική μητέρα της. Προορισμένη, κάποτε, να διαπρέψει ως πιανίστρια, απέτυχε στο στόχο της και, πλέον, βιοπορίζεται παραδίδοντας μαθήματα πιάνου στο Ωδείο της Βιέννης. Η προσωπική της ζωή είναι απλά ανύπαρκτη, αφού η μητέρα της τής έχει επιβάλει αυστηρούς κανόνες, η παρέκλιση από τους οποίους δεν συγχωρείται. Η σεξουαλική της ζωή περιορίζεται σε επισκέψεις σε πορνομάγαζα και πάρκα, όπου απολαμβάνει με τα μάτια της ερωτικές περιπτύξεις τρίτων. Η εμφάνιση του Βάλτερ Κλέμμερ, νεαρού μαθητή πιάνου, αναποδογυρίζει την στρατιωτικά τακτοποιημένη ζωή της. Όμως, ο τρόπος, που έμαθε από παιδί, της επιβάλλει να υποβάλει το μαθητή της σε μια σειρά από βασανιστήρια εφάμιλλα με αυτά, που βίωσε και βιώνει η ίδια.
Μίλησα παραπάνω για τη γραφή της κας. Γέλινεκ. Είναι μια από τις πιο πυκνές γραφές, που έχω αντιμετωπίσει. Νοήματα συμπυκνωμένα σε πολλές λέξεις, χαρακτήρες σμιλεμένοι με σκληρότητα αλλά και τρυφερότητα συνάμα, μας παραδίδουν την εικόνα μιας γυναίκας άκρως καταπιεσμένης, η οποία, όμως, δεν μπορεί να λειτουργήσει σε ένα ελεύθερο περιβάλλον. Όταν ο Βάλτερ Κλέμμερ της ζητάει να ελευθερώσει τον εαυτό της, αυτή του φέρεται σκληρά, όπως σκληρά φέρεται και στους μαθητές της. Δεν υπάρχουν περιθώρια να φερθεί αλλιώς η Έρικα. Είναι ένα πλάσμα, η ζωή του οποίου προγραμματίστηκε με σαδιστική αυστηρότητα από τη μητέρα της. Επιλογές η Έρικα ούτε είχε ούτε έχει. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η συγγραφέας " η Έρικα δεν έχει ιστορία και δεν δημιουργεί ιστορίες".
Πίσω από τη σκληρή εικόνα της Έρικας, κρύβεται μια γυναίκα, που σπαρακτικά ζητάει να ελέγξει τη ζωή της. Δεν επιθυμεί πραγματικά να ξεφύγει από τις καταπιεστικές καταβολές της αλλά θέλει να διαλέγει αυτή και μόνο αυτή ό,τι θέλει να πραγματοποιήσει, έστω και με τον τρόπο, που διδάχθηκε. Η συγγραφέας στηλιτεύει, μέσα από τα παθήματα της Έρικας, την καταπίεση, που υφίστανται οι γυναίκες. Η ματιά της είναι άκρως επικριτική και οξεία, τα βόλια της πέφτουν παντού με ρυθμούς μυδραλιοβόλου το δε ανδρικό φύλο σίγουρα δεν θα αισθανθεί άνετα με τα καρφιά της συγγραφέως.
Το βιβλίο αυτό θεωρείται από πολλούς ως μια αυτοβιογραφία της συγγραφέως. Πράγματι, και αυτή έζησε πλάι σε μια αυταρχική μητέρα, σπούδαζε πιάνο και η ζωή της, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια της, υπήρξε ασφυκτικά περιορισμένη. Η Έρικα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο άλλος εαυτός της συγγραφέως, η γυναίκα, που μεγάλωσε σε ένα αφιλόξενο οικογενειακό περιβάλλον. Μόνο που η συγγραφέας κατάφερε να ξεφύγει από την οικογενειακή ειρκτή και με την τριτοπρόσωπη αφήγησή της ιστορεί τη στεγνή ζωή της ηρωίδας της.
Δεν πρόκειται να ξενοιάσετε στην προσπάθειά σας να διαβάσετε το εν λόγω βιβλίο. Θα απολαύσετε μεν το ταλέντο της συγγραφέως αλλά θα κοπιάσετε πολύ. Α, και μην το χρησιμοποιήσετε για υποκατάστατο τουριστικού οδηγού της Βιέννης!

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Βιβλία : "ΚΑΪΝ" του Ζοζέ Σαραμάγκου

Και αν ο σκληρός Θεός της Παλαιάς Διαθήκης ήταν, στην πραγματικότητα, εμπαθής, αλαζόνας, με ελαστική συνείδηση και έβαζε στοίχημα με το διάβολο για τους πιστούς του; Μήπως ο Κάιν, ο πρώτος δολοφόνος της Παλαιάς Διαθήκης, σκότωσε τον Άβελ, επειδή τον έσπρωξε προς τα εκεί η αδικία εκ μέρους του Θεού, αλλά, στην πραγματικότητα, ήταν ο πρώτος σκεπτικιστής, που αμφισβήτησε το Θεό;
Πατώντας σε αυτά τα ερωτήματα αλλά και επιθυμώντας μα δώσει μια λογοτεχνική διάσταση στις αθεϊστικές του πεποιθήσεις άλλως στην απουσία θρησκευτικού συναισθήματός του ο νομπελίστας συγγραφέας Ζοζέ Σαραμάγκου έγραψε το τελευταίο του μυθιστόρημα "ΚΑΪΝ" (Εκδόσεις Καστανιώτη). Πρόκειται για ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, στο οποίο ο κεντρικός ήρωας Κάιν περνάει σε διαφορετικές χρονικές περιόδους συγγραφική αδεία και έρχεται αντιμέτωπος με διάφορα πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, όπως τον Αβραάμ, τον Ιησού του Ναυή, τον Ιώβ και άλλους, τους οποίους αντιμετωπίζει με τον ίδιο σκεπτικισμό, με τον οποίο αντιμετωπίζει το Θεό. Αρνούμενος ουσιαστικά την παντοδυναμία του Θεού και εκμεταλλευόμενος το εκδικητικό του μένος σε βάρος του πρώτου δολοφόνου του ανθρώπινου γένους, ο Κάιν ορθώνει το ανάστημά του σε όσα θεωρεί άδικα εκ μέρους του Θεού, αρνείται να δεχθεί την παθητικότητα, με την οποία οι πιστοί του αποδέχονται τις επιλογές του και ουσιαστικά σαμποτάρει τα σχέδια του Παντοδύναμου, επισημαίνοντας τα ολισθήματα και τα πάθη του.
Υπάρχουν στιγμές στο βιβλίο, όπου ο συγγραφέας δίνει, πραγματικά, τα ρέστα του. Ο διάλογος ανάμεσα στο Θεό και τον Κάιν αμέσως μετά τη δολοφονία του Άβελ είναι απολαυστικός και χαράσσει τη γραμμή, που ο Κάιν θα ακολουθήσει στο υπόλοιπο βιβλίο. Εξίσου σημαντικά λειτουργεί ο ορθολογισμός του συγγραφέα, ο οποίος σφυροκοπάει ανελέητα τα σημεία της Παλαιάς Διαθήκης, με τα οποία ασχολείται, αμφισβητώντας τις προθέσεις του Θεού (της Παλαιάς Διαθήκης).
Για τους φίλους, όμως, του συγγραφέα, το τελευταίο αυτό πόνημά του δεν είναι, δυστυχώς, αντάξιο των παλαιότερων βιβλίων του. Υπάρχουν στιγμές, που το έργο, όσο ευχάριστα και αν διαβάζεται, δείχνει να μην έχει τη σπιρτάδα, που χαρακτήριζε τα προηγούμενα βιβλία του. Ο συγγραφέας μοιάζει κουρασμένος και δεν εκμεταλλεύτηκε, πιστεύω, την ευκαιρία να ξετινάξει την Παλαιά Διαθήκη, όσο του επέτρεπε το τεράστιο συγγραφικό του ταλέντο αλλά και η δεδηλωμένη αθεΐα του.
Δεν αρνούμαι, ότι το βιβλίο διαβάζεται ξένοιαστα αλλά δεν μπορώ να το συγκρίνω π.χ. με το αλληγορικό "ΠΕΡΙ ΤΥΦΛΩΣΕΩΣ". Για όποιον δεν έχει διαβάσει Σαραμάγκου, ίσως δεν είναι το ενδεδειγμένο βιβλίο, για να ξεκινήσει να εντρυφεί στο έργο του.

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Βιβλία : "Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΛΕΓΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ", του Μάριο Βάργκας Λιόσα

Μια έκθεση φωτογραφίας στη Φλωρεντία φέρνει στο νου του συγγραφέα ένα παλιό του φίλο, ο οποίος εξαφανίστηκε, χωρίς να αφήσει ίχνη. Οι αναμνήσεις από τη γνωριμία και τη φιλία του αυτή ξεχύνονται και σκιαγραφούν ένα ιδιόρρυθμο χαρακτήρα περιθωριοποιημένο λόγω μιας τεράστιας ελιάς, που είχε στο πρόσωπό του, αλλά και λόγω της εμμονής του με μια συγκεκριμένη φυλή αυτοχθόνων του Περού. Παράλληλα, ένα παράξενο πρόσωπο μονολογεί παράλληλα με το μονόλογο του συγγραφέα, αφηγούμενο ιστορίες και θρύλους της ίδιας φυλής αυτοχθόνων.
Αυτοί οι δύο παράλληλα αναπτυσσόμενοι μονόλογοι αποτελούν το βιβλίο του νομπελίστα Μάριο Βάργκας Λιόσα "Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΛΕΓΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (Εκδόσεις "ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ"). Πρόκειται για δύο μονολόγους, ο ένας του συγγραφέα και ο άλλος ενός μυστηρίου προσώπου, η ταυτότητα του οποίου αποκαλύπτεται προς το τέλος του βιβλίου, το οποίο αφηγείται ιστορίες της φυλής Ματσιγκένγκα, η οποία κατοικούσε στη ζούγκλα της Αμαζονίας στο κομμάτι, που ανήκει το Περού. Από τη μια πλευρά έχουμε το μονόλογο του συγγραφέα, ο οποίος αφηγείται τη γνωριμία του με το Σαούλ Σουράτας, ένα ιδιόρρυθμο για τους παραπάνω λόγους άνθρωπο, ο οποίος μελετούσε εμβριθώς καθετί για την παραπάνω φυλή και κάποια στιγμή χάθηκε από προσώπου γης, αφήνοντας να εννοηθεί, ότι μετανάστευσε στο Ισραήλ - ήταν εβραϊκής καταγωγής - αφού πρώτα του μετέδωσε την εμμονή με τους Ματσιγκένγκα και, κυρίως, με το μυστηριώδες πρόσωπο, που αφηγείται ιστορίες σε αυτούς και το ρόλο του οποίου ο συγγραφέας προσπαθεί να κατανοήσει. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ένα άγνωστο, έως τις τελευταίες αράδες του βιβλίου, πρόσωπο, που γνωρίζει τους θρύλους και τις δοξασίες των Ματσιγκένγκα και τις αφηγείται. Οι δύο μονόλογοι αποκαλύπτουν το κεντρικό θέμα των πρωταγωνιστών τους, ήτοι τη φυλή των ιθαγενών, την οποία ο πρώτος προσπάθησε να κατανοήσει μέσα από τις αφηγήσεις του χαμένου φίλου του και ο δεύτερος κατανόησε και επεδίωξε να την προφυλάξει από τη διαβρωτική επιρροή του δυτικού πολιτισμού.
Ιδιαίτερες συστάσεις δεν χρειάζεται ο συγγραφέας, αφού είναι πασίγνωστος παγκοσμίως και τα βιβλία του βρίσκονται στην κορυφή των προτιμήσεων του αναγνωστικού κοινού. Η ανάγνωστη του βιβλίου του είναι πολύ ευχάριστη, αποδεικνύοντας τη μαστοριά του συγγραφέα αλλά και την πρόθεσή του να περάσει τα δικά του μηνύματα χωρίς βερμπαλισμούς και απογειώνεται ιδιαίτερα στα τελευταία κεφάλαια, όταν ο συγγραφέας ανακαλύπτει το ρόλο του αφηγητή αλλά και τα σχέδια του χαμένου φίλου του, ως, επίσης, όταν ο αφηγητής αποκαλύπτεται και συνάμα ξεφεύγει από το ρόλο του απλού εξιστορητή, περνώντας μηνύματα στους ιθαγενείς να μην απαρνηθούν τον τρόπο ζωής τους. Οι αφηγήσεις του μυστηριώδους αφηγητή είναι μαγικές και κυλούν όπως τα παραδοσιακά παραμύθια με μόνη διαφορά, ότι είναι ιδιαίτερα μακροσκελείς και πηδούν από το ένα θέμα στο άλλο, χωρίς, όμως, και έτσι, ακόμα, να κουράζουν. Ο ρόλος του Σαούλ Σουράτας, του ρομαντικού νεαρού, που ξεκινάει σπουδές στη νομική και την ανθρωπολογία, μελετάει τους Ματσιγκένγκα και έρχεται σε σύγκρουση με το σύγχρονο πολιτισμό, για να χαθεί στη συνέχεια από προσώπου γης, χωρίς να αφήσει το παραμικρό ίχνος, είναι άκρως ενδιαφέρων και συγκινητικός. Είναι ένας ιδεολόγος χωρίς φανατισμούς και εμπάθεια για το σύγχρονο κόσμο, τον οποίο απορρίπτει χωρίς να επιθυμεί την καταστροφή του. Όσο, όμως, τον βιώνει ο συγγραφέας και προσπαθεί να τον κατανοήσει, πάντα κάποιο ερώτημα απομένει αναπάντητο μέχρι λίγο πριν το τέλος του βιβλίου. Εξόχως ευρηματική είναι και η ταύτιση του εβραϊκής καταγωγής Σαούλ, μέλους ενός λαού, που περιπλανώνταν από χώρα σε χώρα για αιώνες, με το λαό των Ματσιγκένγκα, ένα λαό, που από συνήθεια περπατούσε συνέχεια, χωρίς να έχει σταθερή εστία.
Χωρίς να επιθυμεί να μειώσει το σύγχρονο πολιτισμό, ο συγγραφέας δεν διστάζει να τον κατηγορήσει, μέσα από τα λόγια του Σαούλ Σουράτας, για την καταστροφή των παραδοσιακών πολιτισμών των αυτοχθόνων. Κυρίως, στέκεται στην απώλεια της ιστορικής και συλλογικής μνήμης των αυτοχθόνων εξαιτίας της λαίλαπας του δυτικού πολιτισμού, που τους αναγκάζει να αλλάξουν τρόπο ζωής και συνήθειες. Η μνήμη του πολιτισμού των Ματσιγκένγκα είναι ο αφηγητής τους, αυτό το παράξενο πρόσωπο, το οποίο γνωρίζει την ιστορία αυτής της φυλής μέσα από τη μυθολογία και τις παραδόσεις της και τη μεταδίδει σε ένα εκστασιασμένο κοινό αυτοχθόνων μέσα από μακροσκελείς και πολύωρες αφηγήσεις, τις οποίες οι ελάχιστοι δυτικοί, που καταφέρνουν να τις βιώσουν, αδυνατούν να τις παρακολουθήσουν, αφού απουσιάζει η συνοχή του δυτικού λόγου και κυριαρχεί η μετάβαση από ένα θέμα σε κάποιο άλλο. Οι Ματσιγκένγκα του βιβλίου μοιάζουν να έχουν συνειδητοποιήσει, ότι, αν χαθεί ο αφηγητής, θα χαθεί και ο πολιτισμός τους και, παρά το γεγονός, ότι έχουν δεχθεί αρκετές επιρροές από το δυτικό πολιτισμό, εντούτοις αρνούνται να παράσχουν πληροφορίες για τον αφηγητή και το ρόλο του.
Τελικά, μοιάζει να αναρωτιέται ο συγγραφέας, αξίζει ο δυτικός πολιτισμός, αν είναι να χαθούν κάποιοι παραδοσιακοί πολιτισμοί μαζί με τους φυσικούς παραδείσους, στους οποίους γεννήθηκαν οι πολιτισμοί αυτοί; Η απάντηση του συγγραφέα είναι, ότι δεν αξίζει, αν δεν θέλουμε να μετατραπεί ένας παραδοσιακός πολιτισμός σε καρικατούρα για τους τουρίστες.

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

"Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ", Συλλογικό

Την αφορμή έδωσαν οι δολοφονίες του Αλέξη Γρηγορόπουλου, του Χαμί Νατζάφι, της Παρασκευής Ζούλια, της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου και του Επαμεινώνδα Τσάκαλη. Για τον πρώτο έγιναν δεκάδες διαδηλώσεις, χύθηκαν ποταμοί μελανιού και φαιάς ουσίας και κάηκαν εκατοντάδες περιουσίες. Για τους υπόλοιπους δεν άνοιξε μύτη και όσα σχόλια διατυπώθηκαν πέρασαν στα κρυφά. Οι σκέψεις σχετικά με τη διαφοροποίηση αυτή υπήρχαν νωρίτερα και κάποιοι εκ των συγγραφέων τους τις είχαν διατυπώσει. Κάποιοι εξ αυτών είναι πολύ γνωστοί για τα άρθρα τους ενάντια στη βία αλλά και για τις διώξεις, που έχουν υποστεί από την εξουσία.
Η συλλογή κειμένων με τίτλο "Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ"(Εκδόσεις "ΔΙΑΠΥΡΟΝ") έρχεται να δώσει το δικό της στίγμα στην ελληνική πολιτική σκέψη. Σε αντίθεση με την κρατούσα άποψη, που θέλει τη βία να είναι νόμιμη ανάλογα με τους σκοπούς του μετερχόμενου αυτή, οι συγγραφείς του βιβλίου αυτού καταδικάζουν τη βία συλλήβδην. Δεν διαχωρίζουν τη βία σε νόμιμη - επιβεβλημένη και παράνομη ούτε αναγνωρίζουν τη χρήση της ακόμα και για την επίτευξη ευγενών σκοπών παρά ανατρέχουν στο παρελθόν και αποδεικνύουν, ότι, όταν η βία χρησιμοποιήθηκε, προκειμένου να επιτευχθούν φαινομενικά υψηλοί και ηθικοί στόχοι, στο τέλος το όλο εγχείρημα κατέληξε σε λουτρό αίματος, ώστε οι χρήστες της να παραμείνουν στην εξουσία. Ούτε αποδέχονται τη βία ανάλογα με το φορέα της, καταδεικνύοντας με ιστορικά παραδείγματα περιπτώσεις, όπου φάνηκαν τα αδιέξοδα, στα οποία οδηγήθηκαν όσοι τη χρησιμοποίησαν για τους σκοπούς τους. Οι συγγραφείς του εν λόγω πονήματος στηλιτεύουν την πρακτική της σιωπής (εκκωφαντικής μουγγαμάρας, κατά τον εκ των συγγραφέων κ. Θανάση Τριαρίδη) στις περιπτώσεις θανάτου προσώπων, όπως του έφηβου Αφγανού Χαμί Νατζάφι αλλά και των τριών υπαλλήλων της ΜΑΡΦΙΝ, για τους οποίους καμμία πορεία δεν έγινε και κανένας, πλην ελαχίστων, δεν διαμαρτυρήθηκε, σε αντίθεση με την περίπτωση του θανάτου του Αλέξη Γρηγορόπουλου.
Προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση η άρνηση προσώπων, που έχουν υποστεί τη βία της εξουσίας λόγω των πεποιθήσεών τους, όπως οι αρνητές στράτευσης Μιχάλης Μαραγκάκης και Θανάσης Μακρής, να δικαιολογήσουν τη βία ως μέσο άσκησης πολιτικής, ενώ θεωρώ πολύ σημαντική την προσπάθεια αντιεξουσιαστών, όπως ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος (Κάιν), να ξεκαθαρίσουν, ότι ο πραγματικός αντιεξουσιαστής δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τη βία για τους σκοπούς του.
Ο τίτλος, βέβαια, του εν λόγω πονήματος προσφέρεται για ποικίλες παρερμηνείες. Δεν λείπουν οι απόψεις, ότι η βία είναι επιβεβλημένη, όταν λ.χ. μια ομάδα ρατσιστών επιτίθεται σε μετανάστες. Οι συγγραφείς φροντίζουν να ξεκαθαρίσουν, ότι δεν αποστρέφονται αυτή τη μορφή βίας, την οποία χαρακτηρίζουν ως μια μορφή άμυνας, που στρέφεται κατά μιας ομάδος προσώπων με ξεκάθαρα βίαιο χαρακτήρα και δεν έχει καμμία σχέση με τη βία, η οποία εξαπολύεται κατά των φορέων κάποιων ιδεών, οι οποίες δεν είναι αρεστές στους οπαδούς της βίας.
Σαν πόνημα θα διχάσει όσους έχουν θεοποιήσει τη βία ως μέσο για την επίτευξη πολιτικών σκοπών. Σαν σκέψη θα προβληματίσει σχετικά με το ρόλο και τη χρησιμότητα της βίας στην ιστορία και την πολιτική. Προφανώς δεν θα το βρουν της αρεσκείας τους οι κάθε απόχρωσης πιστοί της βίας. Αν, όμως, το βιβλίο αυτό καταφέρει τα ανωτέρω, τότε θα έχει πετύχει το σκοπό του.

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Βιβλία : "ΠΑΙΔΙ 44" του Τομ Ρομπ Σμιθ

Και, όμως, ακόμα και στη Σοβιετική Ένωση υπήρχε εγκληματικότητα, η οποία δεν είχε σε τίποτα να ζηλέψει, από πλευράς αποτροπιασμού, από αυτή, που υπήρχε στη Δύση. Και με τον ειδεχθέστερο, ίσως, εγκληματία του κοινού ποινικού δικαίου της χώρας αυτής καταπιάνεται ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας Τομ Ρομπ Σμιθ στο βιβλίο του "ΠΑΙΔΙ 44" (Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ). Το βιβλίο ξεκινάει στα 1933, χρονιά, κατά την οποία ο λιμός θέρισε μέρος του σοβιετικού πληθυσμού. Δύο αδέλφια πηγαίνουν να αναζητήσουν τροφή αλλά το ένα από αυτά χάνεται. Η απουσία του στοιχειώνει τον άλλο αδελφό. 20 χρόνια αργότερα, το 1953, ο Λέο Ντεμίντοφ, στέλεχος της μυστικής αστυνομίας της Ε.Σ.Σ.Δ. και τυφλά αφοσιωμένο στέλεχος της εξουσίας, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα απεχθές έγκλημα. Ένα ανήλικο παιδί βρίσκεται νεκρό και φρικτά κατακρεουργημένο. Αν και υπάρχουν όλες οι ενδείξεις, ότι το παιδί αυτό έχει δολοφονηθεί, ο Λέο λαμβάνει οδηγία από τους ανωτέρους του να κλείσει την υπόθεση, χαρακτηρίζοντας το εν λόγω έγκλημα ως ατύχημα. Παρά την προθυμία, με την οποία ακολουθεί την οδηγία αυτή, ο Λέο αρχίζει να αμφιβάλλει για την πραγματική φύση του περιστατικού αυτού. Στη συνέχεια, καλείται να παρακολουθήσει την ύποπτη για αντικαθεστωτική δράση γυναίκα του. Αν και υπάρχουν ενδείξεις της ενοχής της, ο Λέο τις αρνείται, με αποτέλεσμα να διωχθεί από την υπηρεσία του και να μετατεθεί με τη γυναίκα του στο Βουάλσκ, μια πόλη δυτικά των Ουραλίων, όπου υποχρεώνεται να εργαστεί στην εκεί πολιτοφυλακή. Στην πόλη αυτή μαθαίνει, ότι ένα, ακόμα, παιδί, έχει βρεθεί νεκρό και κατακρεουργημένο, όπως το άλλο στη Μόσχα. Σύντομα, διαπιστώνει, ότι υπάρχουν αρκετά παιδιά, τα οποία έχουν χάσει τη ζωή τους με τον ίδιο τρόπο. Με κλονισμένη την πίστη του στο καθεστώς της χώρας του, ο Λέο προσπαθεί να ανεύρει, ποιος κρύβεται πίσω από αυτούς τους ειδεχθείς θανάτους, που μόνο για ατύχημα δε μοιάζουν. Η αλήθεια, όμως, θα ξεπεράσει κάθε φαντασία του.
Το βιβλίο καταπιάνεται ουσιαστικά με την ιστορία του κυριότερου κατά συρροή δολοφόνου της Ε.Σ.Σ.Δ., του Αντρέι Ρομάνοβιτς Τσικατίλο, ο οποίος για 12, περίπου, χρόνια, σκόρπιζε το θάνατο, σκοτώνοντας, κυρίως, μικρά παιδιά και παρέμενε ασύλληπτος, λόγω της άποψης, ότι δεν υπήρχε έγκλημα στη χώρα αυτή και της, εντεύθεν, κάκιστης οργάνωσης της εγκληματολογικής υπηρεσίας της χώρας αυτής. Μεταθέτει, βέβαια, τη δράση του στα τελευταία χρόνια της σταλινικής εποχής - ο Τσικατίλο έδρασε την περίοδο 1978-1990 -, αλλά αυτο εξυπηρετεί την πλοκή, η οποία εκτυλίσσεται στα 1953, χρονιά θανάτου του Στάλιν και τέλους της σκληρότερης περιόδου, που γνώρισε η Ε.Σ.Σ.Δ., μετά την οποία άρχισε λίγο να χαλαρώνει η καταπίεση στη χώρα αυτή.
Ο Λέο Ντεμίντοφ είναι ο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της εξουσίας, ο οποίος συμπεριφέρεται σαν υπάκουο κτήνος και εκτελεί με στυγνό επαγγελματισμό τις εντολές της, μέχρι να απωλέσει το αξίωμά του και να μετατραπεί σε διωκόμενο, όπως όσοι αυτός κατεδίωξε, όταν είχε τη σχετική δυνατότητα. Δεν υπάρχει στο νου του χώρος για υποψία λάθους της εξουσίας στις ενέργειές της και με την ίδια ψευδαίσθηση ζει το γάμο του μέχρι να του αποκαλυφθεί η πικρή πραγματικότητα. Η απογύμνωσή του από κάθε εξουσία και η εξορία του σηματοδοτεί την απαρχή της μεταστροφής του, τυπικό στοιχείο αρκετών ανανηψάντων, και την επιστροφή του στην πραγματικότητα.
Ωστόσο, ο Λέο κάθε άλλο παρά αντιπαθής είναι. Υποταγμένος σε μια από τις σκληρότερες εξουσίες, που γνώρισε ποτέ η υφήλιος, και ουσιαστικά φοβισμένος με όσα βλέπει να συμβαίνουν γύρω του την εποχή του σταλινικού τρόμου, όταν ο διώκτης γινόταν εν μια νυκτί διωκόμενος, είναι ο απηνής κυνηγός των θεωρούμενων ως αντιφρονούντων, επειδη αφενός πιστεύει, ότι αυτό, που κάνει, είναι σωστό αφετέρου επειδή,αν δεν το κάνει, θα έχει την τύχη των θυμάτων του. Η μεταστροφή του συμπίπτει μεν με την αδυναμία του, πλέον, να ασκήσει την παραμικρή εξουσία σε βάρος άλλων ανθρώπων αλλά αποκαλύπτει το ανθρώπινο πρόσωπό του σε μια χώρα και μια εποχή, όπου οι επιλογές των ανθρώπων ήταν η εξής μια, να υποταχθούν τυφλά στην εξουσία.
Ο φόβος της σταλινικής εποχής αποτυπώνεται με ιδιαίτερη πειστικότητα από το συγγραφέα, ο οποίος περιγράφει τόσο τις μεθόδους εκφοβισμού και βασανισμού των προσώπων, που χαρακτηρίζονταν ως αντικαθεστωτικοί, όσο και τα συναισθήματα των απλών ανθρώπων απέναντι στους αδίστακτους εκπροσώπους της κρατικής μηχανής. Ταυτόχρονα με την περιγραφή της άθλιας καθημερινότητας στη Σοβιετική Ένωση της σταλινικής εποχής αναπτύσσεται η δράση του βιβλίου με μαεστρικό τρόπο με τον Λέο και τη σύζυγό του να αναζητούν το δολοφόνο και να έρχονται σε αντιπαράθεση με τον κρατικό μηχανισμό, οι εκπρόσωποι του οποίου αρνούνται να δεχθούν την εκδοχή τους. Ο Λέο και η γυναίκα του αλλά και τα πρόσωπα γύρω από αυτούς, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι, είναι τυπικοί εκπρόσωποι ενός ανελεύθερου καθεστώτος χωρίς περιθώρια επιλογής και με μόνιμο το φόβο της δίωξής τους.
Φυσικά, χρειάζεται κανείς να παρακάμψει ορισμένες αναλήθειες, αρκετά συνηθισμένες σε μυθιστορήματα δράσης, για να απολαύσει το εν λόγω βιβλίο. Επίσης, ο συγγραφέας δείχνει να έχει μελετήσει καλά βιβλία, που αναφέρονται στη σταλινική Σοβιετική Ένωση, αλλά οι πολλές αναφορές, ειδικά, στο βιβλίο "ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΓΚΟΥΛΑΓΚ" του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν εμφανίζονται σχεδόν αυτούσιες στο κείμενο, πράγμα που προδίδει τη μη αφομοίωσή τους.
Σπουδαία τα πράγματα, θα πείτε, δεν πρέπει να έχει κανείς τόσο αυστηρές αξιώσεις από ένα βιβλίο δράσης. Θα συμφωνήσω και εγώ στο μέτρο, που ένα βιβλίο δράσης κρίνεται, όπως όλα τα υπόλοιπα βιβλία άλλων κατηγοριών. Και, στη συνέχεια, θα αφεθώ ξανά στις σελίδες του, οι οποίες είναι γεμάτες δράση και αγωνία αλλά και απηχούν τον αγώνα ενός ανθρώπου να εξιλεωθεί, για τα κρίματά του, απέναντι στον εαυτό του και να αγωνιστεί για το καλό σε ένα καθεστώς, που δεν επεδίωκε ακριβώς αυτό το καλό.

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Βιβλία : "ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΙ", του Πέρσιβαλ Έβερετ

Με το ρατσισμό και τις συνέπειες αυτού σε μια μικρή κοινωνία καταπιάνεται στο βιβλίο "ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΙ" (Εκδόσεις "ΠΟΛΙΣ") ο Αμερικανός συγγραφέας Περσιβαλ Έβερετ. Πρωταγωνιστής είναι ο Τζον Χαντ, Αφροαμερικανός, ο οποίος ζει σε μια φάρμα στο Γουαϊόμινγκ και εκπαιδεύει άλογα, δύο ιδιότητες όχι και τόσο συνηθισμένες για πρόσωπο της καταγωγής του. Γύρω του όλα μοιάζουν να κυλούν αρμονικά. Ώσπου μια σειρά από γεγονότα συνταράσσουν τη ζωή του και τον βοηθούν να κατανοήσει, ότι τίποτα δεν ειναι αγγελικά πλασμένο.
Τόσο ο πρωταγωνιστής όσο και τα πρόσωπα, που κινούνται γύρω από αυτόν, είναι πληγωμένοι στη ζωή τους. Πληγωμένοι από τις επιλογές τους αλλά και από τον περίγυρό τους, ο οποίος δεν τους αποδέχεται γι' αυτό, που είναι, αγωνίζονται να συνεχίσουν το δρόμο τους και να αντιμετωπίσουν τις όποιες συνέπειες. Αυτό το στίγμα τους κάνει διστακτικούς απέναντι σε γεγονότα, που μπορεί να επηρεάσουν την καθημερινότητά τους, δείγμα ότι ο πληγωμένος άνθρωπος είναι επιρρεπής να πληγώσει με τη σειρά του εκείνους, που θα τον προσεγγίσουν.
Η κατάσταση αυτή δίνει στο συγγραφέα τη δυνατότητα να σχολιάσει την κοινωνική κατάσταση στις σημερινές Η.Π.Α. και, συγκεκριμένα, σε μια επαρχιακή κοινωνία, μακρυά από τα λαμπερά φώτα των μεγάλων αστικών κέντρων της χώρας αυτής. Στα μακρυνά αυτά μέρη, ο ρατσισμός κρατάει γερά, οι αρχές διστάζουν να κάνουν το καθήκον τους, όταν το θύμα ανήκει σε κάποια μειονότητα, και η εμπιστοσύνη των μειονοτήτων στις αρχές είναι απλά ανύπαρκτη. Ο συγγραφέας επιλέγει να αποφύγει τους υψηλούς τόνους και τη συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη, αφήνοντας τους ήρωες του βιβλίου να μιλήσουν γι' αυτά, που υφίστανται, χωρίς κορώνες και βαρύγδουπες καταγγελίες, σε μια γλώσσα λιτή αλλά περιεκτική, την οποία αποδίδει σε πολύ καλά ελληνικά ο εξαιρετικός μεταφρασής Λύο Καλοβυρνάς.
Ωστόσο, ο συγγραφέας ρίχνει περισσότερο βάρος στο φαινόμενο του ρατσισμού και λιγότερο στην ιστορία του πρωταγωνιστή καθαυτή, με αποτέλεσμα το βιβλίο να θυμίζει περισσότερο ντοκυμανταίρ με θέμα τη ζωή του μέλους μιας μειονότητας σε μια επαρχιακή πόλη των Η.Π.Α. σήμερα και λιγότερο τις αλλαγές στη ζωή ενός πληγωμένου από τους ρατσιστές και τις περιστάσεις ανθρώπου. Οι ρυθμοί του βιβλίου είναι πολύ αργοί και μόνο προς τις τελευταίες σελίδες η δράση απογειώνεται.
Αναμφίβολα έχει μεγάλη σημασία να επιτυγχάνει ένας συγγραφέας να καταπιαστεί με ένα μείζον κοινωνικό θέμα, το οποίο μαστίζει μια χώρα, όπως ο ρατσισμός, χωρίς να καταφεύγει σε απλουστεύσεις ή ξύλινο καταγγελτικό ύφος, αλλά είναι σημαντικό να μην περνάει σε δεύτερη μοίρα η πλοκή του βιβλίου. Και ο συγγραφέας διαπρέπει στο πρώτο σκέλος αλλά αφήνει παραπονεμένους όσους περιμένουν να διαβάσουν μια δυνατή πλοκή, παρά την πολύ καλή χρήση της γλώσσας και τους όμορφα δομημένους χαρακτήρες.

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Βιβλία : "ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ", του Φίλιπ Ροθ

Ο Μάρκους Μέσνερ, αμερικανόπουλο εβραϊκής καταγωγής, τελειώνει το σχολείο και επιλέγει να συνεχίσει τις σπουδές του, με σκοπό να γίνει δικηγόρος. Ανήσυχο πνεύμα με ιδιαίτερη καλλιέργεια για την ηλικία του, διαπιστώνει, ότι ο, μέχρι πρότινος, στοργικός πατέρας του έχει αρχίσει να φοβάται σε βαθμό υπερβολικό για τις πιθανές κακουχίες, που μπορεί να συμβούν στο μοναχοπαίδι του, με αποτέλεσμα να γίνεται καταπιεστικός, και αποφασίζει να σπουδάσει σε ένα κολλέγιο μακρυά από το σπίτι του. Μόνο που η επιλογή του αυτή τον φέρνει σε επαφή με το συντηρητικό και οπισθοδρομικό πρόσωπο των Η.Π.Α. με απρόβλεπτα αποτελέσματα.
Τα παραπάνω διαδραματίζονται στην "ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ" του Φίλιπ Ροθ (Εκδόσεις "ΠΟΛΙΣ"), ένα βιβλίο, που στέκεται στα κακώς κείμενα των Η.Π.Α. αλλά στις συνέπειές τους στην ψυχοσύνθεση όσων κατοίκων αυτής της χώρας επιλέγουν να ξεχωρίσουν από τη μάζα. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στα 1951, εποχή που ο πόλεμος στην Κορέα μαίνεται και οι Η.Π.Α. μετρούν χιλιάδες νεκρούς. Η νίκη στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έχει ξεχαστεί και ο Ψυχρός Πόλεμος έχει οδηγήσει ένα ολόκληρο έθνος στην ψύχωση και το συντηρητισμό. Τα προοδευτικά μυαλά, όπως ο Μέσνερ, δεν έχουν καμμία θέση σε αυτή την κοινωνία και αυτό φαίνεται και από την αντιμετώπιση, που ο Μέσνερ έχει από τον κοσμήτορα του κολλεγίου του, εκτός αν αποφασίσουν να συμμορφωθούν με τις υποδείξεις των αρχών.
Παρά το γεγονός, ότι το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται σε ένα κολλέγιο και ο πρωταγωνιστής του είναι ένας έφηβος, εντούτοις δεν πρόκειται ούτε για campus novel ούτε για bildungsroman. Η ζωή του πρωταγωνιστή διαδραματίζεται μεν μέσα στο κολλέγιο αλλά οι αιτίες, που έχουν διαμορφώσει το χαρακτήρα του και οι αντιδράσεις του σε όσα τον ενοχλούν έχουν τις ρίζες τους σε γεγονότα εκτός κολλεγίου, ενώ ο χαρακτήρας του έχει διαμορφωθεί ήδη, όταν εισέρχεται στο κολλέγιο, και δεν εξελίσσεται ούτε μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο, όσο διαρκεί η πλοκή. Περισσότερο πρόκειται για την αναπαράσταση ενός εφηβικού χαρακτήρα με ιδιότητες, που ελάχιστοι έφηβοι διαθέτουν, με ιδιαίτερη μόρφωση και νοημοσύνη, που του δίδει τη δυνατότητα να αντιπαρατεθεί με τον σκληρό και άτεγκτο κοσμήτορα, αλλά δεν μπορεί απόλυτα να ξεφύγει από το εφηβικό πρότυπο, εκείνου, δηλαδή, του νέου, που δεν έχει τα κότσια να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής με την απαιτούμενη ψυχραιμία. Σε αυτό σημαντικό ρόλο παίζει και ο πατέρας του πρωταγωνιστή, ο οποίος φοβάται για τις αναποδιές, που μπορεί να πλήξουν το παιδί του και αποτελεί το λόγο, που ο πρωταγωνιστής επιλέγει να μη φοιτήσει στο σαφώς καλύτερο κολλέγιο της πόλης του αλλά προτιμά ένα σαφώς κατώτερο και υπερσυντηρητικό, το οποίο, όμως, είναι απομακρυσμένο και του εξασφαλίζει, ότι θα βρίσκεται μακρυά από τις εμμονές του πατέρα του.
Στην πραγματικότητα, όμως, ο Μάρκους Μέσνερ κουβαλάει μαζί του στο νέο κολλέγιο και τον πατέρα του. Τον έχει μέσα του, τον εκφράζει κάθε φορά, που αντιμετωπίζει δυσκολίες, και αυτός είναι, που καθορίζει τη ζωή του. Η σκέψη του πατέρα του είναι, που δεν βοηθάει καθόλου το Μάρκους να προσαρμοστεί στις δυσκολίες του νέου κολλεγίου του, οι οποίες, σε τελική ανάλυση, δεν είναι και τόσο σοβαρές. Οι αντιδράσεις του προς όσα τον πειράζουν είναι ενδεικτικές ενός ανθρώπου με μεγάλη αγανάκτηση μέσα του, που νοιώθει την πίεση να ξεχύνεται από κάθε πόρο του κορμιού του και να χτυπάει όσους κρίνει, ότι τον εμποδίζουν να αναπνεύσει και να εκφραστεί, όπως αυτός επιθυμεί. Και αυτές ακριβώς τις συνέπειες των αντιδράσεων μετράει στο τέλος ο συγγραφέας, ώστε να συμπεράνει, ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να εξελιχθούν διαφορετικά και προς όφελος του πρωταγωνιστή, αν δεν υπήρχαν αυτές οι αντιδράσεις.
Στα προηγούμενα βιβλία του Φίλιπ Ρόθ κυριαρχούσε μια ιδιαίτερη ανάλυση των γεγονότων και των χαρακτήρων, η οποία είχε ως συνέπεια τα βιβλία του να είναι σχετικά πολυσέλιδα με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον αναγνώστη. Η "ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ", όμως, καταφέρνει να κλείσει μέσα σε 230, περίπου, σελίδες, ένα υπέροχα σκιαγραφημένο πρωταγωνιστικό χαρακτήρα αλλά και την περιγραφή μιας κοινωνίας καταπιεσμένης είτε από τις οικογενειακές εμμονές είτε από το ασφυκτικό περιβάλλον και να περιγράψει την πορεία ενός νέου ανθρώπου, που υφίσταται τις συνέπειες ενός ανεξέλεγκτου συναισθήματος. Κυρίαρχο είναι το τραγικό στοιχείο, καθόσον ο πρωταγωνιστής γνωρίζει, ότι πρέπει να κρατήσει την ψυχραιμία του και να μην αφήσει την αγανάκτησή του να γκρεμίσει τα σχέδιά του για το μέλλον, πλην, όμως, αποφασίζει να συνεχίσει την κατά μέτωπον επίθεση σε βάρος όσων δεν του αρέσουν.
Μοναδική παραφωνία του εκπληκτικού αυτού μυθιστορήματος είναι η αποκάλυψη της τελικής κατάληξης του Μάρκους Μέσνερ στην αρχή του βιβλίου, η οποία αφαιρεί πολύ από το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αφού το μόνο, που απομένει, είναι να ανεύρει ο αναγνώστης, γιατί ο πρωταγωνιστής είχε αυτή την κατάληξη. Ίσως είμαι πολύ αυστηρός με το συγγραφέα αλλά νομίζω, ότι δεν είναι και η πιο επιτυχημένη συνταγή να προϊδεάζεις τον αναγνώστη γι' αυτό, που συνέβη στον πρωταγωνιστή του βιβλίου σου.
Έστω και έτσι, όμως, το βιβλίο αποπνέει μια δύναμη, αυτή της αγανάκτησης του πρωταγωνιστή για όσα τον απωθούν και τον τρελλαίνουν, η οποία μεταφέρεται και στον αναγνώστη.

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

Βιβλία : "ΣΜΙΘ", της Βασιλικής Ηλιοπούλου

Χρόνος : Καλοκαίρι γύρω στα 1955. Περιοχή : Κάποιο χωριό κοντά στην Αθήνα, ίσως προσδιορίσιμο απ' όσους γνωρίζουν την τοπιογραφία του Αττικού Λεκανοπεδίου. Πρωταγωνιστές : Μια τριμελής οικογένεια χτυπημένη από τα σύνδρομα του μεταμφυλιακού κράτους. Ο πατέρας εργάζεται ως υπάλληλος αλλά υφίσταται τον έλεγχο της αστυνομίας, λόγω των φρονημάτων του και αντιμετωπίζεται με καχυποψία από τους γείτονές του. Η μητέρα έχει έλθει για καλοκαίρι στο χωριό με το μοναχοπαίδι της οικογένειας, τον Άρη, από την Κοζάνη, όπου εργάζεται ως δασκάλα (μια τοποθέτηση δυσμενής και ενδεικτική του αριστερού παρελθόντος της). Ο Άρης, το παιδί, μπαίνει σταδιακά στην εφηβεία του, προσπαθώντας να κατανοήσει τον περίγυρό του. Και ένα περίστροφο, τύπου "ΣΜΙΘ(ΕΝΤ ΓΟΥΕΣΟΝ)", το οποίο αποτελεί το μυστικό της οικογένειας και το στοιχείο, που τη συνδέει με το παρελθόν της.
Η σκηνοθέτης Βασιλική Ηλιοπούλου χτίζει το νέο μυθιστόρημά της "ΣΜΙΘ" (Εκδόσεις "ΠΟΛΙΣ") με τα παραπάνω στοιχεία και με φόντο την ατμόσφαιρα μιας μικρής κοινωνίας λόγα χρόνια μετά τον εμφύλιο. Τα πάντα μυρίζουν μετεμφυλιακή Ελλάδα. Η οικογένεια των πρωταγωνιστών, που περνάει μόνο τα καλοκαίρια μαζί αλλά αγωνίζεται να ξεπεράσει την ήττα της αριστερής παράταξης και τα προβλήματα, που αυτή δημιούργησε στο ζευγάρι, μοχθώντας για την επανένταξή της στην καθημερινότητα. Και η μικρή κοινωνία, που βλέπει καχύποπτα την οικογένεια αυτή, από την αστυνομία έως τις κυρίες, που διοργανώνουν χοροεσπερίδες για φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Ο μικρόκοσμος της μεταμφυλιακής κοινωνίας χτίζεται με μαεστρία από την συγγραφέα, η οποία δημιουργεί με πειστικότητα το κλίμα της εποχής με ήρωες, που στερούνται αλλά ονειρεύονται, που ζουν τον απόηχο του Εμφυλίου και την ήττα τους αλλά παλεύουν να σταθούν στα πόδια τους και μιλούν και σκέφτονται, όπως οι άνθρωποι της εποχής τους (είναι σεσημασμένη η πρακτική αρκετών λογοτεχνών μας να γράφουν βιβλία εποχής, όπου οι ήρωες εκφράζονται και σκέφτονται, όπως οι σημερινοί άνθρωποι, κυρίως αυτοί των λάιφσταϊλ Μ.Μ.Ε.). Το περίστροφο της οικογενείας, που έχει δώσει το όνομά του στον τίτλο του βιβλίου αυτού, συμβολίζει το παρελθόν της αλλά και την ήττα της. Η τελική του τύχη συμβολίζει την απόφαση της οικογένειας αυτής να κοιτάξει μπροστά της και να ζήσει ήρεμα και χωρίς το βραχνά των πολιτικών καταβολών της.
Μια ευχάριστη έκπληξη από ένα εκδοτικό οίκο, ο οποίος σταδιακά κερδίζει αναγνωστικό κοινό χάρη στα πολύ καλά βιβλία, που εκδίδει. Και μια ένδειξη, ότι κάτι καλό κινείται στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας.

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Βιβλία : "ΤΟ ΝΟΡΒΗΓΙΚΟ ΔΑΣΟΣ" του Χαρούκι Μουρακάμι

Για τον Ιάπωνα συγγραφέα Χαρούκι Μουρακάμι δεν χρειάζονται πολλές συστάσεις. Αποτελεί ένα από τους πιο πολυδιαβασμένους Ιάπωνες συγγραφείς και τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές ξένες γλώσσες, προκαλώντας το ενδιαφέρον αρκετών βιβλιόφιλων. Στη χώρα μας έχουν μεταφραστεί μόνο δύο βιβλία του, το "ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΥΛΙ" και το "ΝΟΡΒΗΓΙΚΟ ΔΑΣΟΣ" και αμφότερα σημείωσαν εκδοτική επιτυχία.
Στο "ΝΟΡΒΗΓΙΚΟ ΔΑΣΟΣ"(Εκδόσεις "ΩΚΕΑΝΙΔΑ") η ιστορία ξεκινάει στα τέλη της δεκαετίας του '80 σε ένα αεροπλάνο, όπου ο επιβάτης Τόρου Βατανάμπε ακούει το τραγούδι των Μπητλς "Norvegian Wood"(από εκεί και ο τίτλος του βιβλίου), το οποίο ξυπνάει μέσα του μια σειρά αναμνήσεων από τα χρόνια, που ήταν φοιτητής στο Τόκιο. Κεντρικά πρόσωπα των αναμνήσεών του αυτών είναι η Ναόκο, της οποίας το τραγούδι αυτό ήταν το αγαπημένο, και η Μιντόρι, μια αυθόρμητη και γεμάτη ζωντάνια κοπέλα, η οποία τον είχε προσεγγίσει, ωθώντας τον να διαλέξει ανάμεσα σε αυτή και το παρελθόν του. Οι αναμνήσεις ξεχύνονται και τον φέρνουν πίσω στο παρελθόν, όταν έπρεπε να κατανοήσει τα πρόσωπα, τα οποία συναναστρεφόταν, να συμφιλιωθεί με το χαμό κάποιων από αυτά και να βρει το σθένος να συνεχίσει τη ζωή του.
Ο Τόρου Βατανάμπε είναι ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Μέτριος μαθητής με μέτριες φιλοδοξίες και μέτριες κοινωνικές επαφές, απέχει από τις εξελίξεις της ιαπωνικής κοινωνίας και, ειδικότερα, από τα κοινά του πανεπιστημίου του, προτιμώντας να εργάζεται και να αφιερώνει τον ελεύθερο χρόνο του στο διάβασμα - ίσως το μόνο σημείο, όπου ξεφεύγει από το μέσο όρο. Μοναχικός και πιστός στις αρχές του, δεν ατενίζει τη ζωή με ιδιαίτερο κουράγιο αλλά δεν επιλέγει και να αποχωρήσει από αυτή, όπως χαρακτηριστικά πράττουν αρκετά πρόσωπα στο βιβλίο, ευθεία αναφορά στο πρόβλημα αυτοκτονιών αλλά και ψυχολογικών προβλημάτων, που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος στην Ιαπωνία. Από τη ζωή του περνούν πρόσωπα, που επιλέγουν είτε τον ένα είτε τον άλλο δρόμο και αυτός προσπαθεί να τους κατανοήσει.
Κυρίως, όμως, ο Τόρου Βατανάμπε μοιάζει μοιρασμένος ανάμεσα σε δύο γυναίκες, που στοιχειώνουν τα φοιτητικά του χρόνια. Η Ναόκο είναι η εύθραυστη οπτικά αλλά και ψυχολογικά κοπέλα, η οποία αδυνατεί να βαδίσει στους ρυθμούς της σύγχρονης ιαπωνικής κοινωνίας, και η Μιντόρι, η οποία έχει αποδεχθεί τους κανόνες του παιχνιδιού και παίζει σε αυτό χωρίς άγχος. Η προσέγγιση είτε της μιας είτε της άλλης κοπέλας θα σηματοδοτήσει το μέλλον του πρωταγωνιστή.
Υπάρχουν στιγμές, που το βιβλίο ξεχειλίζει από τρυφερότητα. Η ανάγκη των ηρώων του για ανθρωπιά και κατανόηση είναι ολοφάνερη, το ίδιο και η μοναξιά, χαρακτηριστικό των ανθρώπων των ανεπτυγμένων κοινωνιών. Σε όλα τα παραπάνω βοηθάει τα μάλα και η γλώσσα του βιβλίου, η οποία ρέει υπέροχα. Υπάρχουν στιγμές, που οι περιγραφές του συγγραφέα απογειώνουν τον αναγνώστη κυριολεκτικά. Οι δε ήρωες είναι χαρακτηριστικά πρόσωπα όχι μόνο της ιαπωνικής κοινωνίας προ 40ετίας αλλά και κάθε άλλης σύγχρονης δυτικής κοινωνίας, όπου οι μοναχικοί και αδύναμοι συνυπάρχουν με τους δυναμικούς και αμοραλιστές και ο καθένας, στο τέλος, χαράσσει το δικό του δρόμο.
Τρυφερό και θαυμάσιο, ίσως λίγο υπερτιμημένο αλλά συναρπαστικό και γεμάτο αγάπη για τους μοναχικούς ήρωες, που δυσκολεύονται στη σύγχρονη κοινωνία, το βιβλίο αυτό βυθίζει τον αναγνώστη στα προβλήματα της καθημερινότητας των ηρώων του, αναδεικνύοντας, όμως, την αγάπη ως την κινητήριο δύναμή τους και το μέσο, για να συνεχίσουν το δρόμο τους.

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Βιβλία : "Το μηδέν και το άπειρο", του Άρθουρ Καίσλερ

Στα τέλη της δεκαετίας του '30 έλαβαν χώρα οι διαβόητες "Δίκες της Μόσχας", όπου δικάστηκαν και καταδικάστηκαν στην εσχάτη των ποινών τα περισσότερα μέλη του τότε Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Ήταν η εποχή, που η προσωπική εξουσία του δυνατού άνδρα της χώρας αυτής, του Ιωσήφ Στάλιν, παγιωνόταν, σαρώνοντας όσους θεωρούσε δυνάμει αντιδραστικούς.
Ο Άρθουρ Καίσλερ έζησε τα γεγονότα της μεσοπολεμικής περιόδου ως δημοσιογράφος και απέκτησε μια γνώση για τα τεκταινόμενα της εποχής εκείνης ιδιαίτερα πολύτιμη. Στις εμπειρίες του από τα γεγονότα στην τότε Ε.Σ.Σ.Δ. βασίζεται και το βιβλίο του "ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ". Πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ο Νικολάι Ρουμπασώφ, ανώτατο κομματικό στέλεχος με πλούσια διαδρομή στο Κόμμα, ο οποίος φυλακίζεται με την κατηγορία, ότι σχεδίασε τη δολοφονία του Στάλιν. Στο κελλί του προβαίνει σε μια αναδρομή του κομματικού παρελθόντος του και αναζητεί τα αίτια, εξαιτίας των οποίων το Κόμμα έφτασε να θέλει να απαλλαγεί από τα καλύτερα στελέχη του. Η κατάληξη αυτής της ενδοσκόπησης θα είναι η σκιαγράφηση των δικών του ευθυνών αλλά και η αφοσίωση, με την οποία θα αποδεχθεί το ρόλο του θύματος και θα θυσιαστεί για το Κόμμα.
Ο Ρουμπασώφ θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε από τα στελέχη του Κόμματος, το οποίο, αν και αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι στην επανάσταση, εντούτοις κατηγορήθηκε, ότι σχεδίαζε τη δολοφονία του Στάλιν - κατηγορία ιδιαίτερα προσφιλής στα σταλινικά χρόνια - και εκτελέστηκε. Αποτελεί την παλαιά φρουρά του Κόμματος, η οποία με την κατάρτιση και την αφοσίωσή της βοήθησε να επικρατήσει η επανάσταση και πάλεψε για να περάσει αυτή τα σύνορα της χώρας του. Πιστός στο κόμμα, δεν είχε τον παραμικρό ενδοιασμό να κρατήσει για τον εαυτό του τις όποιες αμφιβολίες σχετικά με την ορθότητα της κομματικής γραμμής. Αν κρατήσει κανείς την τυφλή πίστη στο Κόμμα και αφαιρέσει όλα τα υπόλοιπα συστατικά του χαρακτήρα του Ρουμπασώφ, τότε έχει στη διάθεσή του τη νέα γενιά κομματικών στελεχών, η οποία βοήθησε να σαρωθούν τα περισσότερα από τα παλαιά κομματικά στελέχη. Κάπως έτσι ο Ρουμπασώφ συνειδητοποιεί με πικρία, ότι στελέχη, όπως αυτός, ήταν, πλέον, άχρηστα στο καθεστώς, όπως αυτό αναμορφωνόταν από το Στάλιν, ο οποίος δεν αρκούνταν στην τυφλή υπακοή αλλά επιθυμούσε να απαλλαγεί από την παλαιά φρουρά του κόμματος, σε όποια βαθμίδα και αν αυτή ευρίσκετο, ώστε να εδραιώσει την προσωπολατρεία του. Και μπροστά σε αυτή την ανάγκη η προσφορά του Ρουμπασώφ στο Κόμμα δεν μετρούσε.
Ο Ρουμπασώφ εμφανίζεται τόσο ως θύτης όσο και ως θύμα. Η αναδρομή του στο παρελθόν του φέρνει στο νου στιγμές, κατά τις οποίες δεν δίστασε να θυσιάσει πρόσωπα με προσφορά στο Κόμμα, είτε επειδή έτσι είχε τεθεί από το κόμμα είτε επειδή ελάφραινε με αυτό τον τρόπο τη θέση του. Και εδώ ο Ρουμπασώφ συμβολίζει τον αξιωματούχο του Κόμματος, ο οποίος στην προσπάθειά του να κρατηθεί στη θέση του σε ένα ανελεύθερο καθεστώς κατηγορεί ευθέως πρόσωπα, ότι δεν είχαν συμμορφωθεί με την κομματική γραμμή, ενώ εγνώριζε, ότι αυτό δεν είναι αληθές, μέχρι να συντριβεί και αυτός από τις μυλόπετρες του Κόμματος.
Το πιο πικρό συμπέρασμα του Ρουμπασώφ είναι η συνειδητοποίηση του λόγου, για τον οποίο απέτυχε η επανάσταση να περάσει τα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης. Η επιθυμία του Κόμματος να ελέγξει με πυγμή τα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης, η μονολιθική αντίληψη, ότι το Κόμμα είναι ο μόνος φορέας της αλήθειας αλλά και η αδιαλλαξία, με την οποία αντιμετώπιζε τα λοιπά αριστερά κόμματα της Γηραιάς Ηπείρου αποτέλεσαν την αιτία, που η επανάσταση στάθηκε αδύνατο, τουλάχιστον προπολεμικά, να επεκταθεί και σε άλλες χώρες. Μια σκληρή αλήθεια, την οποία ο συγγραφέας σκιαγραφεί με πιστότητα.
Ο Ρουμπασώφ απέχει από τον απεχθή ήρωα, που κατέχει εξουσία στα ανελεύθερα καθεστώτα. Μέσα από την υποχρέωσή του να υιοθετήσει την άκαμπτη κομματική γραμμή γνωρίζουμε έναν άνθρωπο, ο οποίος τρέφει μέσα του αρκετές αμφιβολίες, αν το Κόμμα είναι αλάθητο, αλλά γνωρίζει πολύ καλά, ότι δεν έχει περιθώρια απόκλισης. Είναι ο τραγικός ήρωας, που γνωρίζει, ότι βαδίζει στον ίδιο δρόμο με τα πρόσωπα, τα οποία θυσίασε, για να κρατηθεί στη θέση του. Ξέρει, ότι το τέλος του είναι προδιαγεγραμμένο και γι' αυτό η αρχική επιθυμία του να υπερασπιστεί τον εαυτό του κάμπτεται μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα, ήτοι την αναπόφευκτη εξόντωσή του. Γνωρίζει, ότι δεν έπραξε κάτι αντίθετο προς το συμφέρον του Κόμματος αλλά η θυσία του είναι μονόδρομος. Στο δράμα του ο θάνατός του αποτελεί τη μόνη κάθαρση.
Μουντό και τραγικό αλλά συνάμα διαφωτιστικό για τη σκοτεινή εποχή, στην οποία αναφέρεται, το βιβλίο συνδυάζει τη δημοσιογραφική γραφή με τον καθαρά συγγραφικό λόγο, ώστε να μην κουράζει, καθηλώνοντας τον αναγνώστη και υποδεικνύει, ότι όσο καλές και αν είναι οι προθέσεις μιας επανάστασης, είναι πολύ δύσκολο αυτή να αποφύγει τον εκτροχιασμό προς αντιδημοκρατικές πρακτικές.

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

Βιβλία : "Δεκαέξι", του Αύγουστου Κορτώ

Για τον Αύγουστο Κορτώ (ψευδώνυμο του Πέτρου Χατζόπουλου) οι συστάσεις περιττεύουν. Στα 31 του χρόνια έχει ήδη αφήσει δείγματα του απαράμιλλου λογοτεχνικού ταλέντου του με μια σειρά από βιβλία, που έχουν συζητηθεί, χωρίς, όμως, να έχουν κάνει τις τρελλές πωλήσεις, πράγμα που οδηγεί στην πικρή διαπίστωση, ότι, αν ο εν λόγω λογοτέχνης ήταν αλλοδαπός, τότε τα βιβλία του θα έκαναν περισσότερες εκδόσεις στην παθιασμάνη με την ξενομανία χώρα μας.
Το νέο πόνημά του με τίτλο "ΔΕΚΑΕΞΙ" (Εκδόσεις "Καστανιώτη") είναι το πιο φιλόδοξο μυθιστόρημά του. Λίγο καιρό μετά το θάνατο του Στάλιν, ένας διαπρεπής όσο και φιλοσταλινικός μουσουργός, ο Πιότρ Ραμπίνοβιτς, αυτοκτονεί, αφήνοντας ως τελευταίο έργο του μια συμφωνία με τον τίτλο "ΔΕΚΑΕΞΙ", η οποίο θεωρείται υπεύθυνη για το κύμα αποσκιρτήσεων και εν γένει αναταραχών στην τότε Ε.Σ.Σ.Δ. αλλά και τις συμμάχους χώρες της. Η Κα Γκε Μπε, υποπτευόμενη, ότι ο αυτόχειρ καλλιτέχνης ήταν κατάσκοπος των Αμερικανών, αναθέτει στον προστατευόμενό του, Αλεξέι Σαμοϊλένκο, να αναζητήσει τι κρύβεται πίσω από τη συμφωνία αυτή. Ο Σαμοϊλένκο ταξιδεύει ανά την Ευρώπη προς ανεύρεση της αλήθειας, που κρύβεται πίσω από τη συμφωνία αυτή. Αυτή, όμως, η αναζήτηση θα τον φέρει αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα, της οποίας ένα μέρος ο ίδιος δεν γνώριζε, ενώ ένα άλλο μέρος επέμενε να το παραβλέπει.
Από την αρχή διαπιστώνει κανείς, ότι ο συγγραφέας είναι τέρας ευρυμάθειας, αφού ένας καταιγισμός πληροφοριών κυριαρχεί στο εν λόγω βιβλίο. Η εικόνα και το πνεύμα της μετασταλινικής και όχι, ακόμα, αποσταλινοποιηθείσας Ε.Σ.Σ.Δ. δίδεται σχεδόν με απόλυτη πιστότητα από το συγγραφέα, ο οποίος φροντίζει, ώστε ο κεντρικός του ήρωας να είναι πλασμένος κατ' εικόνα και ομοίωση των φοβισμένων και πειθήνιων υπηκόων της χώρας αυτής, ενώ και οι υπόλοιποι χαρακτήρες αναλύονται σε βάθος και με βάση τα χαρακτηριστικά των χωρών, στις οποίες ζουν, αλλά και των αξιωμάτων και του παρελθόντος τους. Οι κρυφές σκέψεις του Σαμοϊλένκο παραμένουν βυθισμένες στα τρίσβαθα του υποσυνειδήτου του, ενώ οι προκλητικές δηλώσεις του αυτόχειρα μέντορά του τον τρομάζουν και τον κάνουν να ανησυχεί για το μέλλον του σε μια χώρα, όπου άπαντες θεωρούνταν δυνάμει ύποπτοι για ανατρεπτική δράση. Και, βέβαια, κυριαρχεί ο χαρακτηριστικός για τον εν λόγω συγγραφέα χειρισμός της γλώσσας, η οποία στα χέρια του μετατρέπεται σε γυναίκα στα χέρια ενός πανέξυπνου και βιτσιόζου εραστή, ο οποίος άλλοτε τη θωπεύει με πάθος άλλοτε την αντιμετωπίζει με υπέρμετρο σέβας και κάποτε τη μαστιγώνει βίαια, για να βγάλει από μέσα της ό,τι αυτός θέλει.
Ο αγώνας για την εξασφάλιση της αγάπης αποτελεί και το νόημα του εν λόγω βιβλίου. Η αγάπη άλλοτε εμφανίζεται απαγορευμένη και η μορφή της δίδεται με υπαινιγμούς και άλλοτε το αντικείμενό της είναι κάποιο πρόσωπο χαμένο, του οποίου το χαμό ο αποστολέας της αγάπης θρηνεί. Το συναίσθημα αυτό αποτελεί και την κινητήρια δύναμη των κεντρικών προσώπων του βιβλίου, τα οποία το έχουν στερηθεί αλλά και δεν μπορούν για αντικειμενικούς λόγους να το εξωτερικεύσουν. Και, έτσι, η αγάπη παραμένει κλεισμένη μέσα τους, ανήμπορη να ξεσπάσει και να ξεχυθεί προς όσους οι ήρωες αυτοί θέλουν να αγαπήσουν.
Ωστόσο, υπάρχουν στιγμές, που η γλώσσα του συγγραφέα κουράζει. Ο μακροπερίοδος λόγος του με τις πάμπολλες, σε αρκετές περιπτώσεις, δευτερεύουσες προτάσεις επηρεάζει σε αρκετές περιπτώσεις τον ειρμό της ανάγνωσης και αναγκάζει τον αναγνώστη σε πισωγυρίσματα, ώστε να αντιληφθεί το νόημα του βιβλίου. Ακόμα, δεν αφήνει και τις καλύτερες εντυπώσεις στον αναγνώστη το λεξιλόγιο των ηρώων του βιβλίου, αφού δυσκολεύεται κανείς να φανταστεί πρόσωπα της δεκαετίας του '50 να εκφράζονται όπως οι σημερινοί άνθρωποι. Η δε φιλόδοξη ιστορία του βιβλίου μοιάζει απίστευτη, λόγω των απιθανοτήτων, που περιέχει και οι οποίες, όσο και αν το απίθανο γοητεύει στη λογοτεχνία, θα κάνουν αρκετούς αναγνώστες να μειδιάσουν ειρωνικά.
Συμπερασματικά, ο συγγραφέας συνεχίζει να δείχνει δείγματα του σπουδαίου λογοτεχνικού ταλέντου του αλλά πιστεύω, ότι και αυτή την φορά δεν μπόρεσε να κάνει την υπέρβαση εκείνη, που θα τον εκτόξευε και έξω από τα στενά σύνορα της χώρας μας.

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010

Βιβλία : "ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΤΑΥΡΟ", του Σταύρου Λυγερού

Στις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μας μεταφέρει το βιβλίο του δημοσιογράφου της "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ" κ. Σταύρου Λυγερού με τίτλο "ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΤΑΥΡΟ" (Εκδόσεις "ΛΙΒΑΝΗ"). Με αφορμή την εισβολή των Η.Π.Α. σε Αφγανιστάν και Ιράκ ο συγγραφέας επιχειρεί να αναλύσει και σχολιάσει τα αίτια, που ώθησαν τις Η.Π.Α. να καταφύγουν σε αυτή την τακτική, και τις αντιδράσεις, που πυροδότησε η τακτική αυτή στις εμπλακείσες χώρες.
Το βιβλίο αποτελεί μια ψύχραιμη ματιά στις εξελίξεις στην περιοχή αυτή. Εστιάζει στην αποτυχία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής επί Τζωρτζ Μπους του νεότερου, επί των ημερών του οποίου το αυτοκρατορικό σχέδιο των Η.Π.Α. για παγίωση της παγκόσμιας κυριαρχίας τους ναυάγησε πανηγυρικά, δίδοντας την ευκαιρία σε Ρωσσία και Κίνα να κερδίσουν έδαφος στον αγώνα για την παγκόσμια επιρροή. Αποφεύγει τους εύκολους αντιαμερικανισμούς και αναλύει τα αίτια της αδυναμίας των Η.Π.Α. να ελέγξουν την περιοχή αλλά και τις συνέπειες αυτής της αδυναμίας. Παράλληλα, στέκεται περιληπτικά αλλά κατανοητά στην έκρηξη του φαινομένου της ισλαμικής τρομοκρατίας, τα αίτια, που το προκάλεσαν, αλλά και τη διαφοροποίησή του από άλλες τρομοκρατικές οργανώσεις.
Η εισβολή στο Ιράκ ενεργοποίησε και μια σειρά αντιδράσεων στις όμορες χώρες. Η Τουρκία είδε την εισβολή αυτή ως μια χρυσή ευκαιρία για μερική αναθεώρηση της εξωτερικής πολιτικής της, με δεδομένη και την επιθυμία των μετριοπαθών ισλαμιστών του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να έλθουν σε ευθεία αντιπαράθεση με την κεμαλική πεπατημένη. Το δε Ιράν, διαβλέποντας, ότι οι Η.Π.Α. δεν στέκονται και πολύ γερά στα πόδια τους στο Ιράκ, αποφάσισε να συνεχίσει την ανάπτυξη του πυρηνικού του προγράμματος, συνεχίζοντας, παράλληλα, να ενισχύει τις αποσχιστικές τάσεις των εθνικών και θρησκευτικών ομάδων του Ιράκ προς όφελός του. Τέλος, το Ισραήλ, έχοντας χάσει σημαντικό μέρος από την επιρροή του στις Η.Π.Α., συνεχίζει να συμβάλει στην επιδείνωση των σχέσεών του με τις περισσότερες ισλαμικές χώρες, καταδεικνύοντας την αδυναμία ή την απροθυμία του να ανεύρει λύσεις σε πολιτικό επίπεδο για τα προβλήματα, που το ταλανίζουν.
Η εκλογή του Μπάρακ Ομπάμα στην προεδρία των Η.Π.Α. υπήρξε καθοριστική στην επαναχάραξη της εξωτερικής πολιτικής των Η.Π.Α. Χωρίς να απαρνηθεί το δικαίωμα της χώρας του να χαρακτηρίζει χώρες ως επικίνδυνες αλλά και να εισβάλει σε κάποιες από αυτές, ο κ. Ομπάμα έθεσε ως πρωταρχικό στόχο του την εξομάλυνση των σχέσεων των Η.Π.Α. με τις μουσουλμανικές χώρες αλλά, δυστυχώς, η στάση του απέναντι στο παλαιστινιακό ζήτημα ναι μεν συνοδεύτηκε από κάποιες επικρίσεις προς την πολιτική του Ισραήλ στο θέμα αυτό αλλά επί της ουσίας απέτυχε να συμβάλει στη λύση του, χάνοντας σε σημαντικό βαθμό την όποια εκτίμηση είχε γι' αυτόν ο ισλαμικός κόσμος.
Το εν λόγω βιβλίο αποτελεί ουσιαστικά μια εισαγωγή στο πρόβλημα της Μέσης Ανατολής, όπως αυτό εμφανίζεται σήμερα. Προσφέρεται για την ανάπτυξη προβληματισμών σχετικά με την αποτυχία των Η.Π.Α. να ελέγξουν την περιοχή αλλά και την ικανότητα των χωρών της περιοχής αυτής να καρπωθούν τα όποια οφέλη από την αποτυχία αυτή. Κυρίως, όμως, αποφεύγει επιμελώς τις αντιαμερικανικές πρακτικές, που εμφανίζονται στη χώρα μας, και υιοθετεί μια άκρως ψύχραιμη και χρήσιμη στάση απέναντι σε ένα πρόβλημα, που χρόνια μετά την εμφάνισή του, συνεχίζει να υφίσταται μεταλλαγμένο αλλά άκρως επίκαιρο.

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Βιβλία : "Οι ουρανοξύστες της Μόσχας", του Βασίλι Αξιόνοφ

Στον καιρό λίγο πριν το θάνατο του Στάλιν μας ταξιδεύει ο Ρώσσος συγγραφέας Βασίλι Αξιόνοφ στο μυθιστόρημά του "ΟΙ ΟΥΡΑΝΟΞΥΣΤΕΣ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ" (Εκδόσεις "ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ"). Ο τρόμος των σταλινικών διώξεων δεν έχει, ακόμα, καταλαγιάσει. Τα τρομερά στελέχη των διωκτικών μηχανισμών, που έσπειρε το φόβο στην απέραντη Σοβιετική Ένωση, ζουν και βασιλεύουν. Σε ένα τεράστιο κτίριο προοριζόμενο για κατοικία των εκλεκτών του σταλινικού καθεστώτος - παραπομπή στην Πολιτειά του Πλάτωνα - εκτυλίσσονται μερικές ιστορίες ενδεικτικές της εποχής εκείνης με πρωταγωνιστές τυπικούς ήρωες της μεταπολεμικής σταλινικής Σοβιετικής Ένωσης.
Οι ήρωες του βιβλίου ζουν αποκομμένοι από τη σκληρή σοβιετική πραγματικότητα, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί επί Στάλιν, με εξαίρεση τον αφηγητή, ο οποίος αποτελεί το άλτερ έγκο του συγγραφέα, αφού τα βιώματά τους είναι όμοια. Η πραγματικότητα μόνο ακροθιγώς αναφέρεται, αφού κανένας δεν μιλάει γι' αυτή είτε από φόβο είτε από αδιαφορία. Το φάντασμα του απόμακρου Στάλιν βασιλεύει και αποτελεί το αντικείμενο του θαυμασμού των εκλεκτών του, ενός θαυμασμού ανάμικτου με το φόβο του απρόσιτου.
Όλο το βιβλίο διατρέχει η λεπτή ειρωνεία του συγγραφέα, ο οποίος καυτηριάζει την υποτιθέμενη αφοσίωση της αφρόκρεμας του Κόμματος στο Στάλιν αλλά και την ανόητη αντιπαράθεση ανάμεσα στο Στάλιν και τον Τίτο. Οι ήρωες του βιβλίου διακατέχονται από πεζά συναισθήματα, τα οποία ουδεμία σχέση με το σοσιαλιστικό άνθρωπο, που ευαγγελιζόταν η κομμουνιστική ηγεσία, έχουν αλλά και έτσι, ακόμα, μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από την πιο σκοτεινή σταλινική περίοδο και η πέννα του συγγραφέα τους ζωντανεύει με απαράμιλλο τρόπο. Με την ίδια πειστικότητα δίδονται και οι αγωνίες αλλά και τα πάθη των ανθρώπων αυτών και η διάψευση των ονείρων τους, ενώ η ηγεσία του Κόμματος ασχολείται περισσότερο με την υποτιθέμενη επίθεση του Τίτο στη χώρα χωρίς καμμία μνεία στις ανάγκες του λαού, τον οποίο υποτίθεται, ότι υπηρετεί, δίδοντας την ευκαιρία στο συγγραφέα να καταγγείλει το σταλινισμό και τα εγκλήματά του.
Δεν ειναι εύκολη υπόθεση η ανάγνωση του βιβλίου. Υπάρχουν σημεία, τα οποία απαιτούν από τον αναγνώστη να γνωρίζει τις συνθήκες της εποχής εκείνης, ενώ οι πρωταγωνιστές του βιβλίου κινούνται συχνά στη σφαίρα της φαντασίας και το πραγματικό με το φανταστικό παίζουν πονηρά παιχνίδια σε όποιον εντρυφήσει στις σελίδες του.Κάποια πρόσωπα εναλλάσσονται σε διαφορετικούς ρόλους, δίδοντας την εντύπωση, ότι περισσότερο συμβολίζουν κάποιες κατηγορίες προσώπων, που έδρασαν την εποχή του Στάλιν, και λιγότερο υπαρκτούς ήρωες.
Εν ολίγοις, το βιβλίο αυτό απαιτεί αρκετό κόπο από τον αναγνώστη, ώστε να το κατακτήσει. Το τελικό αποτέλεσμα, όμως, είναι η αποκάλυψη μιας τοιχογραφίας ενός απάνθρωπου ολοκληρωτικού καθεστώτος, οι ήρωες του οποίου, ακόμα και όντες μέλη της νομενκλατούρας, αδυνατούν ή και δεν θέλουν να πραγματώσουν τα ιδανικά του κομμουνισμού και παραμένουν δέσμιοι των ίδιων παθών, που χαρακτηρίζουν τις καπιταλιστικές κοινωνίες.

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Βιβλία : "ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ", του Πάνου Καρνέζη

Σε ένα γυναικείο μοναστήρι απομονωμένο από τον έξω κόσμο, η ηγουμένη Μαρία Ίνες προσπαθεί να εξιλεωθεί από μια αμαρτία της νιότης της. Ξαφνικά, μια βαλίτσα με ένα μωρό παιδί εμφανίζεται στα σκαλοπάτια του μοναστηριού. Η Μαρία Ίνες αποφασίζει να το κρατήσει και να το μεγαλώσει. Έτσι, όμως, έρχεται σε αντίθεση με τις υπόλοιπες μοναχές, πυροδοτώντας μια σειρά αντιδράσεων, που θα αλλάξουν τη ζωή της μονής αλλά και των ίδιων των μοναχών.
Αυτή είναι η υπόθεση του νέου μυθιστορήματος του Πάνου Καρνέζη "ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ"(Εκδόσεις Λιβάνη). Η θρησκευτική προσήλωση της πρωταγωνίστριας ηγουμένης διαταράσσεται από την εμφάνιση του βρέφους αλλά επανέρχεται, μόλις ασπάζεται την αντίληψη, ότι το παιδί αυτό της το έστειλε ο ίδιος ο Θεός. Η πίστη της παραμένει ακλόνητη αλλά την εμποδίζει να υιοθετήσει μια λογική άποψη για την εμφάνιση του παιδιού, ωθώντας αυτή και κάποιες άλλες μοναχές σε πράξεις, που αντίκεινται στη χριστιανική διδασκαλία. Ο χριστιανισμός εμφανίζεται ταυτόχρονα ως φορέας του Καλού αλλά και πρόξενος του Κακού. Η καλοσύνη, που διδάσκει ο χριστιανισμός, εμποδίζεται μέσα από τις άκαμπτες δομές της επίσημης θρησκείας, ενώ οι εμπλεκόμενοι στην ιστορία πρωταγωνιστές, παρά την εντρύφησή τους στα του χριστιανισμού, εντούτοις εμφανίζονται ανίκανοι να καταπολεμήσουν τα πάθη τους.
Χωρίς να είναι στις προθέσεις του συγγραφέα να επιτεθεί στο χριστιανισμό, εντούτοις ο παραλογισμός, που μπορεί να γεννήσει η θρησκεία αυτή, αποτυπώνεται με εύγλωττο τρόπο, βοηθούσης και της γερής πένας του συγγραφέα, ο οποίος αναπαριστά με πειστικότητα τους χαρακτήρες του βιβλίου αλλά και την ατμόσφαιρα του μοναστηριού. Πίσω από τις θεωρίες, που πλάθουν με το νου τους οι μοναχές, υπάρχουν λογικές εξηγήσεις, τις οποίες αδυνατούν να συλλάβουν μέσα στη θρησκοληψία τους. Έτσι, η θρησκεία εμφανίζεται να συσκοτίζει το νου και, κυρίως, να αδυνατεί να βοηθήσει τους πιστούς της να ξεπεράσουν τα πάθη τους.
Παρά, όμως, τις συγγραφικές αρετές του συγγραφέα, όσοι είχαν την εμπειρία να διαβάσουν το υπέροχο πρωτόλειό του "ΜΙΚΡΕΣ ΑΤΙΜΙΕΣ", δεν θα ικανοποιηθούν ιδιαίτερα από το νέο αυτό πόνημά του. Η ιστορία απέχει από το να χαρακτηριστεί πρωτότυπη και είναι δύσκολο ο αναγνώστης να μην φανταστεί, ότι την έχει ξαναδιαβάσει με άλλους συντελεστές και γραμμένη από άλλο συγγραφέα. Περαιτέρω, της λείπει η ζωντάνια, που χαρακτήριζε τις ιστορίες του παραπάνω πρωτολείου, ίσως επειδή η ιστορία διαδραματίζεται στο εξωτερικό και όχι στην Ελλάδα, όπου οι σκηνές από τις "ΜΙΚΡΕΣ ΑΤΙΜΙΕΣ" θύμιζαν σε αρκετούς αναγνώστες μνήμες από το παρελθόν τους, ειδικά σε όσους μεγάλωσαν στην ελληνική επαρχία. Δεν σκοπεύω να ψέξω το συγγραφέα για την τοποθέτηση της πλοκής του έργου του αυτού στην αλλοδαπή αλλά δεν μπορώ να αποφύγω τις συγκρίσεις ανάμεσα σε αυτό και το παραπάνω πρώτο βιβλίο του.
Έστω και έτσι, όμως, το νέο βιβλίο του κ. Καρνέζη διαβάζεται άνετα και μαγεύει με την σπουδαία γραφή του, αποδεικνύοντας, ότι, παρά τους περιορισμούς της θρησκείας, οι ανθρώπινες αδυναμίες είναι αδύνατο να ξεπεραστούν, ίσως επειδή είναι αυτές, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, την ανθρώπινη φύση.