Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Γιαλαντζί αντιστασιακός, καιροσκόπος πολιτικός


Υπάρχουν δύο, τουλάχιστον, βιντεάκια, στο Διαδίκτυο, τα οποία δείχνουν τον Άγγλο ευρωβουλευτή, κ. Νάιτζελ Φάρατζ, να τα «χώνει» στην Ε.Ε. για τους χειρισμούς της στο θέμα της Ελλάδος. Αμφοτερα συνοδεύονται με πληθώρα επαινετικών σχολίων για τον λαμπρό πολιτικό, που τα βάζει με τους Ευρωπαίους και κάνει αυτό, το οποίο αδυνατούν να πράξουν οι δικοί μας πολιτικοί.
Περιττεύει να πω, ότι με το καλημέρα, εξαιτίας αυτών των βίντεο, ο κ. Φάρατζ βαφτίστηκε αντιστασιακός, φιλέλληνας και υποστηρικτής των ελληνικών θέσεων και συμφερόντων. Οι δε συγκρίσεις του με τους Έλληνες πολιτικούς κατέληγαν σε σχόλια, αρκετά εκ των οποίων αποδεικνύουν, πόσοι διαταραγμένοι κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο.
Όμως, αν αφήναμε κατά μέρος τους συναισθηματισμούς και προσεγγίζαμε περισσότερο ψύχραιμα το φαινόμενο Φάρατζ, θα συμπεραίναμε, ότι ο συγκεκριμένος ευρωβουλευτής έχει τόση σχέση με την αντίσταση και το φιλελληνισμό όση και ο φάντης με το ρετσινόλαδο. Για την ακρίβεια, ο εν λόγω πολιτικός χρησιμοποιεί την περίπτωση της Ελλάδος όχι επειδή διακατέχεται από φιλικά αισθήματα προς αυτή αλλά διότι τη βλέπει ως ένα καλό παράδειγμα προς απόδειξη των θέσεών του περί της ανάγκης διαλύσεως της Ε.Ε., θέση την οποία ο κ. Φάρατζ δεν κάνει κάποια προσπάθεια να αποκρύψει. Μην πάει, βέβαια, ο νους σας σε κάποιον αριστερό υπέρμαχο της αυτοδιάθεσης των λαών ή σε κάποιον επικριτή της Ε.Ε., ο οποίος επισημαίνει τις πλημμέλειές της και αναζητεί τρόπους καλύτερης λειτουργίας της! Ο κ. Φάρατζ αλλά και το κόμμα του, το UKIP, ονειρεύονται, εκτός από τη διάλυση της Ε.Ε., την αναβίωση της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας, την απόσυρση της υπογραφής της Αγγλίας από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (η οποία θεωρεί, ότι έχει πλήξει το δίκαιο της χώρας του) κ.λπ. Άλλωστε, αν παρατηρήσει κανείς ορισμένες συνεντεύξεις του κ. Φάρατζ, θα βγάλει το αβίαστο συμπέρασμα, ότι ο συγκεκριμένος πολιτικός είναι έντονα αντιαριστεριστής και δεν διστάζει να δηλώσει, ότι η Ε.Ε. κυριαρχείται, στην πραγματικότητα, από κομμουνιστές (!!!!).  
Και τι στην ευχή είναι αυτό το UKIP, του οποίου ηγείται ο κ. Φάρατζ; Η πλήρης ονομασία του κόμματος αυτού είναι United Kingdom Independence Party και ιδρύθηκε με σκοπό να συγκεντρώσει όσους Βρεττανούς είναι αντίθετοι στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Τα μέλη του αυτοχαρακτηρίζονται ως φιλελεύθεροι αλλά η σχέση τους με τον φιλελευθερισμό ελέγχεται, καθότι πέρα από τα αιτήματά τους για χαμηλότερη φορολόγηση των επιχειρήσεων, περικοπή των δαπανών για αμοιβές πολιτικών και προστασία της πολιτιστικής κληρονομίας περιοχών, όπως η Ουαλία και η Σκωτία, αξιώνουν αύξηση των αμυντικών δαπανών της χώρας τους σε ποσοστό έως και 40%, αντιπαθούν την πολυπολιτισμικότητα, τρέφουν έντονο αντιαριστερισμό και, βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, επιθυμούν την απόσυρση της υπογραφής της χώρας τους από την ΕΣΔΑ. Αν, επίσης, αποφασίσετε να εγκαταλείψετε την χειμαζόμενη Ελλάδα και να εγκατασταθείτε στην Αγγλία, να είστε σίγουροι, ότι ο κ Φάρατζ θα είναι από τους πρώτους, που θα επισημάνουν τον κίνδυνο, το οποίο εγκυμονεί η παρουσία σας, ως μετανάστη, στη χώρα του, αφού το κόμμα του έχει ζητήσει πενταετές πάγωμα των χορηγήσεων αδειών παραμονής, χωρίς, βέβαια, να εγγυάται, ότι δεν θα ζητήσει παράταση του διαστήματος αυτού. Σας θυμίζει λίγο τη δική μας ακροδεξιά;
Στην πραγματικότητα, το κόμμα του κ. Φάρατζ είναι μια βελτιωμένη εκδοχή της δικής μας ακροδεξιάς. Δεν διακατέχεται από αλλεργία για τη Δημοκρατία, τουλάχιστον στο βαθμό που χαρακτηρίζει τη Χ.Α., αλλά θυμίζει κράμα ΛΑΟΣ και Ανεξαρτήτων Ελλήνων με αρκετά καλύτερη ενημέρωση και ατζέντα. Ωστόσο, έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ακροδεξιάς, ήτοι ξενοφοβία, μιλιταρισμό, αλλεργία στην αριστερά, φόβο για την αλλοίωση της εθνικής ταυτότητας, αντιευρωπαϊσμό, εσωστρέφεια και έντονο λαϊκισμό. Και ο κ. Φάρατζ διαθέτει όλα αυτά τα στοιχεία και δεν το κρύβει. Αποφεύγει να απαντήσει ευθέως σε κρίσιμα ερωτήματα (θα το διαπιστώσετε, διαβάζοντας αυτό), βλέπει παντού κομμουνιστές και πετάει ανούσιες κορώνες.
Φοβάμαι, ότι για μια, ακόμα, φορά, στην προσπάθειά μας να αναζητήσουμε υποστηρικτές στο εξωτερικό, καταλήξαμε να θεοποιήσουμε ως αντιστασιακό ένα καιροσκόπο ακροδεξιό πολιτικό, ο οποίος αδιαφορεί, στην πραγματικότητα, για την Ελλάδα και η αναφορά του σε αυτή εξυπηρετεί αποκλειστικά την επιθυμία του να δει την Ε.Ε. να διαλύεται στα εξ ων συνετέθη. Στην εποχή δε του Διαδικτύου, όπου τίποτα δεν μένει κρυφό, θα αρκούσε μια 10λεπτη αναζήτηση, για να αποκαλυφθεί το ποιόν του κ. Φάρατζ και του κόμματός του. Αλλά, δυστυχώς, απ’ ό,τι φαίνεται, λατρεύουμε τα παχιά λόγια, και ας προέρχονται από κάλπηδες λαοπλάνους. Και, βέβαια, τα ξέρουμε όλα και δεν χρειαζόμαστε κανένα Διαδίκτυο, μήπως και πάρουμε χαμπάρι, τι κούφια λόγια είναι ορισμένες τάχαμου αντιστασιακές δηλώσεις υπέρ της χώρας μας. 

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Χούντα και "χούντα"

Στην οικογένεια της μητέρας μου υπήρχε ένας αδελφός, ο οποίος στα μέσα της δεκαετίας του '60 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία. Εκεί τον βρήκε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967. Ανήσυχο πνεύμα ο θείος, οργανώθηκε στο ΠΑΚ, το οποίο εκείνη την εποχή ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στους Έλληνες φοιτητές της Ιταλίας. Συμμετείχε, λοιπόν, σε ομιλίες, ενημερώσεις και ίσως φιλοξένησε κάποια στιγμή ορισμένα πρωτοκλασάτα στελέχη της παραπάνω οργάνωσης.
Δυστυχώς, ανάμεσα στους συμφοιτητές του δεν υπήρχαν μόνο εχθροί της δικτατορίας ή απολιτίκ φοιτητές. Κάποια καλόπαιδα, πιστοί της χούντας, έσπευσαν να δώσουν αναφορά στο ελληνικό προξενείο της Μπολόνια και μετά από λίγο καιρό ο θείος μου μαζί με αρκετά άλλα μέλη του ΠΑΚ και άλλων παρεμφερών οργανώσεων, απώλεσαν την ελληνική ιθαγένεια. Έτσι, ο θείος μου κατέστη άπατρις μέχρι το 1974, όταν, πλέον, έπεσε η χούντα.
Φυσικά, ο παππούς μου εκ μητρός (εθνικόφρων αλλά όχι κομμουνιστοφάγος) χρειάστηκε να δώσει ποικιλες εξηγήσεις στην αστυνομία για το θέμα αυτό. Και μη φανταστείτε, ότι η τότε αστυνομία τον αντιμετώπισε με σύνεση! ΟΚ, δεν έφαγε ξύλο ούτε κρατήθηκε αλλά κάτι "μπηχτές", που του πετούσαν οι αστυνομικοί, δεν πρέπει να τις ξεπέρασε ποτέ του. Χώρια που τον παππού μου τον ήξεραν με το μικρό του όνομα και έφαγε τέτοια στάμπα, που περπατούσε στους δρόμους της Πάτρας και έβλεπε συντοπίτες του να στρέφουν αλλού το βλέμμα τους.
Σιγά τα ωά, θα μου πείτε, σκέψου, τι τράβηξαν άλλες οικογένειες, που είχαν εξόριστους, φυλακισμένους και εκτελεσμένους ή αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν, γιατί δεν είχαν στον ήλιο μοίρα σε μια Ελλάδα βαθιά διχασμένη. Συμφωνώ και δεν προτίθεμαι να συγκρίνω τα δεινά αυτών των ανθρώπων με την ταλαιπωρία είτε του θείου μου είτε της οικογένειας της μητέρας μου. Κάτι τέτοιο θα ήταν εκτός πραγματικότητας.
Αλλά να! Κάθε φορά, που πλησιάζει η επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και ακούω πολύ κόσμο, ολοένα περισσότερο κάθε χρονιά, να υποστηρίζει, ότι επί χούντας τα πράγματα ήταν καλύτερα, ή ότι σήμερα ζούμε σε μια σύγχρονη χούντα, θυμάμαι το μακαρίτη, πλέον, θείο μου και τα 8 χρόνια, που πέρασε, χωρίς να μπορεί να πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα. Θυμάμαι, επίσης, όσους διώχθηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν ή και σκοτώθηκαν, επειδή τα μούτρα και οι ιδέες τους δεν ήταν αρεστά στη χούντα και τους στυλοβάτες της.
Και σκέφτομαι, ότι μπορεί οι εποχές, που ζούμε, να μην είναι οι ιδανικότερες αλλά, που να πάρει και να σηκώσει, δεν μπορούμε να τις ταυτίζουμε ελαφρά τη καρδία με τον ολοκληρωτισμό. Κανένας, πλέον, δεν διώκεται για τις ιδέες του, κανένας δεν χάνει τη δουλειά του ούτε φυλακίζεται ούτε εκτελείται, επειδή ασπάζεται αντιλήψεις ξένες προς την κυρίαρχη ιδεολογία. Έχουμε ελεύθερες εκλογές (γυρίστε πίσω στο παρελθόν, για να δείτε, τι σημαίνει στημένες και κατευθυνόμενες εκλογές), η ίδρυση και συμμετοχή κομμάτων σε αυτές είναι απρόσκοπτη και καθένας μπορεί να εκφράζει ελεύθερα την άποψή του, χωρίς να κινδυνεύει να τον μπουζουριάσει η εξουσία.
Ας το έχουμε υπόψη την επόμενη φορά, που θα ασκήσουμε δριμεία και δημόσια κριτική στην κυβέρνηση! Και ας σκεφτούμε, αν μπορούσε να κάνει το ίδιο κάποιος άλλος συμπολίτης μας ελεύθερα μέχρι και πριν από 38 χρόνια!

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Βιβλία : "Ο ΑΤΛΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣΕ", της Άυν Ραντ


        Μεταφέρομαι στην εποχή, που το άστρο της Άυν Ραντ μεσουρανούσε στο λογοτεχνικό στερέωμα των Η.Π.Α.  Οι μαρτυρίες της εποχής κάνουν λόγο για μια λογοτέχνιδα με φανατικό κοινό, μέρος του οποίου την ακολουθούσε σε όλες τις ομιλίες της, τη ζητωκραύγαζε με πάθος ανάλογο με αυτό φίλων αθλητικού σωματείου και ζούσε σύμφωνα με το φιλοσοφικό της σύστημα. Η ίδια ήταν λάτρης του καπιταλισμού, τον οποίο θεωρούσε ως το μόνο σύστημα, που εξασφαλίζει στον άνθρωπο όλα τα εφόδια για την εν γένει πρόοδό του. Οι εμφανίσεις της στα Μ.Μ.Ε. της εποχής της αλλά και η συγγραφική της δραστηριότητα δεν περιελάμβαναν μόνο μυθιστορήματα αλλά και φιλοσοφικά δοκίμια και άρθρα στον τύπο, όπου ανέπτυσσε με πάθος τις θεωρίες της. Οι ήρωές της, αυτοδημιούργητοι οραματιστές επιστήμονες και επιχειρηματίες ή πανέξυπνοι και εργατικότατοι κληρονόμοι επιχειρήσεων, είναι πλασμένοι σύμφωνα με τις διδαχές της. Ενδεχόμενα να αποτελούν και το alter ego μιας γυναίκας από την τότε Ε.Σ.Σ.Δ., η οποία αφού περαίωσε μέρος των σπουδών της στη χώρα καταγωγής της, μετανάστευσε στις Η.Π.Α., όπου ξεκινώντας από το μηδέν και με σκληρή εργασία αναγνωρίστηκε ως μια από τις σπουδαιότερες λογοτεχνικές μορφές του 20ου αιώνα.


            Όλη η φιλοσοφία της Άυν Ραντ αποτυπώνεται στο τρίτομο έργο της «Ο ΑΤΛΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣΕ» (Εκδόσεις «ΩΚΕΑΝΙΔΑ»). Η ιστορία διαδραματίζεται σε κάποιο απροσδιόριστο χρόνο στις Η.Π.Α. Η χώρα βρίσκεται σε δεινή κατάσταση. Ένας – ένας οι ικανότεροι πολίτες εξαφανίζονται μυστηριωδώς, χωρίς να αφήσουν πίσω τους το παραμικρό ίχνος. Οι ελάχιστοι ικανοί, που μένουν πίσω, καλούνται να αντιμετωπίσουν τον ανελέητο πόλεμο των ανίκανων συναδέλφων τους, οι οποίοι έχουν συμμαχήσει με άρπαγες και τυχοδιώκτες πολιτικούς και μέτριους ή εξωνημένους καλλιτέχνες, διανοουμένους και επιστήμονες, προκειμένου να επιβάλουν τα δικά τους μέτρα για την ευημερία των Η.Π.Α. αλλά, στην ουσία επιδιώκουν στο προσωπικό τους κέρδος και την προώθηση των συμφερόντων των δικών τους ανθρώπων (οι αναλογίες με τα εν Ελλάδα ισχύοντα είναι τρομακτικές). Η ερώτηση «Ποιος είναι ο Τζων Γκολτ;» μοιάζει να στοιχειώνει όχι μόνο τους πρωταγωνιστές του βιβλίου αλλά και τον ίδιο τον αναγνώστη.            
                Η όλη φιλοσοφία της Άυν Ραντ υμνεί την ικανότητα κάθε ανθρώπου να παράγει πλούτο(όχι μόνο υλικό). Κάθε άνθρωπος λειτουργεί ουσιαστικά ως έμπορος των ικανοτήτων του και συναλλάσσεται με όποιον έχει να του προσφέρει κάτι ως αντάλλαγμα (όχι απαραίτητα υλικό). Κάθε άνθρωπος διαμορφώνει μια ηθική μέσα από την εργασία του και κανένας δεν χρωστάει σε κανένα. Η πορεία του πρέπει να διαμορφώνεται με βάση τη λογική και το προσωπικό του συμφέρον και κανένας παραλογισμός δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην ανθρώπινη πρόοδο. Οι θετικοί ήρωες του βιβλίου διαθέτουν όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά και  έχουν διαμορφώσει τη ζωή τους βάσει αυτών, αποκλείοντας κάθε υποχώρηση. Το μεταφυσικό έχει εξοβελιστεί από τη ζωή τους ως μη συμβατό με τις απόψεις τους.       
                Σε πολιτικό επίπεδο, το βιβλίο αποτελεί ένα κατηγορώ εναντίον του κρατικού παρεμβατισμού. Με χαλαρά φιλελεύθερες απόψεις, η συγγραφέας στηλιτεύει την κρατική πολιτική των περιορισμών στην παραγωγή και διάθεση αγαθών ως και τους πάσης φύσεως εξαναγκασμούς, που έρχονται σε αντίθεση με τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς.        
                Η προσπάθεια, όμως, της συγγραφέως να μετατρέψει το βιβλίο της εκτός από μυθιστόρημα και σε φιλοσοφικό μανιφέστο, αφελές κατά τη γνώμη μου, αποβαίνει κουραστική για τον αναγνώστη. Υπάρχουν στιγμές, που νοιώθεις, ότι έχεις ξαναδιαβάσει κάπου νωρίτερα στο ίδιο βιβλίο κάποια αποσπάσματα. Προς το τέλος του τρίτου τόμου, ο μεγέθους 120 σελίδων μονόλογος – αποθέωση του φιλοσοφικού συστήματος της συγγραφέως ταλαιπωρεί κάθε καλοπροαίρετο βιβλιοφάγο. Ο όγκος δε του βιβλίου είναι αποθαρρυντικός. Ένας άλλος λογοτέχνης αξιώσεων θα μπορούσε να γράψει το ίδιο βιβλίο με την ίδια θεματολογία αλλά στο μισό (και λιγότερο) μέγεθος. Επίσης, οι χαρακτήρες, θετικοί και αρνητικοί, μοιάζουν αυστηρά διαχωρισμένοι σε απόλυτα καλούς και απόλυτα κακούς. Καμμία κακή σκέψη ή πράξη δεν σκιάζει τους θετικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου και τίποτα θετικό δεν φωτίζει τους αρνητικούς χαρακτήρες του.         
                   Το κυριότερο, όμως, στοιχείο του μυθιστορήματος, για το οποίο η κριτική έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις, είναι η ιδεολογία του. Οι πολέμιοί του το θεωρούν ως την επιτομή του νεοφιλελευθερισμού, διότι προάγει τον άκρατο ατομικισμό, καταδικάζει την αλληλεγγύη προς τους οικονομικά ασθενέστερους, τους οποίους, δήθεν, χαρακτηρίζει ως παράσιτα, και το συνδικαλισμό, ανάγει σε υπέρτατη αξία την προσωπική ηθική και την ασυδοσία, ζητάει την εκμηδένιση του ρόλου του κράτους στην ελεύθερη αγορά και αφήνει την κοινωνία στο έλεος του κεφαλαίου. Βρίσκω αυτή την κριτική αρκετά άδικη. Κατ’ αρχάς, ναι μεν η συγγραφέας ήταν οπαδός του «λεσέ φερ λεσέ πασέ», πλην, όμως, η Δικαιοσύνη παίζει καθοριστικό ρόλο στη θεωρία της και απαγορεύει τις πάσης φύσεως παρεκτροπές των κεφαλαιοκρατών και των ανθρώπων γενικά. Η προσωπική ηθική κάθε ανθρώπου ανάγεται σε υπέρτατη αξία αλλά όχι σε βαθμό ασυδοσίας, την οποία, άλλωστε, η συγγραφέας δεν παύει να καταδικάζει σε πολλά σημεία του βιβλίου της. Ο αλτρουισμός καταδικάζεται ως προσπάθεια των ανήθικων δυνατών να υποτάξουν τη βούληση του ανθρώπου και όχι ως πρακτική εν γένει. Επίσης, η συγγραφέας δεν καταδικάζει το συνδικαλισμό γενικά και αόριστα αλλά ως πρακτική χειραγώγησης των εργατών (ο αποκρουστικός αρχισυνδικαλιστής Φρεντ Κίναν μοιάζει βγαλμένος από τις μελανότερες σελίδες του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα), τη στιγμή, που αναφέρει, ότι στο χαλυβουργείο του Χανκ Ρίρντεν (ενός από τους «άπληστους» βιομηχάνους, που η κυβέρνηση πολεμούσε) όλοι οι εργάτες ήξεραν, ότι θα εύρισκαν καλές συνθήκες εργασίας και καλούς μισθούς. Αυτοί, που βαφτίζονται ως παράσιτα, δεν είναι οι φτωχοί και αναξιοπαθούντες αλλά οι πολιτικάντηδες και ο περίγυρός τους. Εκείνο, που επικρίνεται, είναι η βαρύτατη φορολογία ως μέσο απάλυνσης των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, το προϊόν της οποίας, όπως διαβάζουμε στο έργο αυτό, δεν χρησιμοποιείται προς όφελος οικονομικά αναξιοπαθούντων αλλά καταλήγει στις τσέπες των επιτηδείων κυβερνώντων και των συνεργατών τους (ανατριχιαστικές και εδώ οι αναλογίες με την ελληνική πραγματικότητα), με αποτέλεσμα και η βιομηχανία να πλήττεται (διότι στο βιβλίο της δεν βαρύνεται με εξοντωτική φορολόγηση μόνο αλλά ταλαιπωρείται από την υποχρέωσή της να προσλαμβάνει πρόσωπα συστημένα από την κυβέρνηση και να μην απολύει κανένα, ακόμα και αν αυτός δεν αποδίδει, υποχρεούται να μην παράγει πάνω από μια συγκεκριμένη ποσότητα αγαθών, την οποία, στη συνέχεια, θα διοχετεύει σε συγκεκριμένους πελάτες καθ’ υπαγόρευση της κυβέρνησης κ.λπ.) και η κοινωνία να βυθίζεται στη φτώχεια, αφού τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης δεν δίνουν κίνητρο σε κανένα να κάνει σοβαρές επενδύσεις, τη στιγμή που η κυβέρνηση στηρίζει οικονομικά απατεώνες χωρίς επιχειρηματικό πλάνο με προοπτικές, οι οποίοι χωρίς την κυβερνητική πολιτική δεν θα στέκονταν ούτε στιγμή στο εμπόριο (σας θυμίζει κάτι από την ελληνική πραγματικότητα;) και, βέβαια, τα διάφορα αγαθά δεν επαρκούν ποτέ για τη διατροφή του πληθυσμού.                                          Οι λάτρεις του βιβλίου το θεωρούν ως ένα από τα κορυφαία λογοτεχνικά έργα του 20ου αιώνα και ίσως το κορυφαίο μυθιστόρημα των Η.Π.Α. Η πρώτη σκέψη είναι, ότι μάλλον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αυτή η άποψη, αν κρίνει από την τεράστια αποδοχή του έως τις μέρες μας, καθότι μιλάμε για ένα βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1957, την επιρροή του ακόμα και σήμερα σε πολλούς ανθρώπους, όχι μόνο στις Η.Π.Α., την ένταση που εξακολουθεί να προκαλεί σε Δεξιούς και Αριστερούς, στους μεν για την επίθεσή του στη θρησκεία στους δε για τις βολές του κατά της αλληλεγγύης και του κρατικού παρεμβατισμού και τη ρήξη του με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής της. Υπάρχουν στιγμές, που απόλαυσα, όπως στο τέλος του πρώτου βιβλίου, όπου η Ντάγκνι Τάγκαρτ και ο Χανκ Ρίρντεν αναζητώντας τα ίχνη ενός παράξενου και πρωτοποριακού μηχανισμού διαπιστώνουν την πενία των κατοίκων της αμερικανικής ενδοχώρας, ή στις στιγμές που ο καθηγητής Φλόιντ Φέρρις ανέπτυσσε μέρος του δόγματος των αρπάγων.   
                           Προσωπική μου εκτίμηση; Είναι ένα πολύ καλό βιβλίο, άλλοτε συναρπαστικό και άλλοτε βαρετό, υπερεκτιμημένο ίσως λόγω των φιλοσοφικών αντιλήψεων της συγγραφέως, με τις οποίες είναι βαθιά διαποτισμένο και οι οποίες επηρέασαν και επηρεάζουν πάρα πολύ κόσμο ακόμα και σήμερα, και λίγο αφελές μέσα από τους απλουστευμένους αυστηρά άσπρους ή μαύρους χαρακτήρες του. Αν και θεωρείται το πιο δημοφιλές έργο της Άυν Ραντ, προσωπικά βρίσκω πολύ καλύτερο εκ των βιβλίων της το «ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ» (Εκδόσεις «ΩΚΕΑΝΙΔΑ» και αυτό), όπου σε λιγότερες σελίδες και με λιγότερο κουραστικό τρόπο και με πιο συναρπαστική γραφή η συγγραφέας αναπτύσσει τις ίδιες ιδέες.

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Μια επέτειος, ένας δικτάτορας και η μνήμη ενός λαού


Εδώ και κάποια χρόνια, έχει ανοίξει μια συζήτηση με θέμα τον τρόπο εορτασμού του «ΟΧΙ» και τα οφέλη της κοινωνίας μας από αυτόν. Κοντά σε αυτό το θέμα υπάρχουν και κάποια άλλα μικρότερα θέματα, που σχετίζονται με την επέτειο αυτή και αφορούν π.χ. το αντικείμενο του εορτασμού ή το πρόσωπο του Μεταξά.
Έχουν υποστηριχτεί διάφορες απόψεις γύρω από την εν λόγω επέτειο και ό,τι σχετίζεται με αυτή, διαφορετικές και ενίοτε αντικρουόμενες μεταξύ τους πλην, όμως, απαραίτητες σε μια κοινωνία, που θέλει να σέβεται την ελευθερία του λόγου. Βέβαια, κάποιες εξ αυτών (όχι όλες) είναι ενδεικτικές του τρόπου σκέψης ολόκληρων γενεών συμπολιτών μας, όπως αυτός έχει διαμορφωθεί τόσο από το προβληματικό εκπαιδευτικό μας σύστημα όσο και από την απροθυμία τους να ανοίξουν ένα βιβλίο ή να παρακολουθήσουν μια εκπομπή για το έπος του ‘40. Αξίζει, πιστεύω, να τις δούμε, προκειμένου να τις αξιολογήσουμε και να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα.
Έχουμε και λέμε, λοιπόν :
Στις 28 Οκτωβρίου κάθε χρόνου γιορτάζουμε την επέτειο του «ΟΧΙ» : Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 ο Μεταξάς απάντησε στο τελεσίγραφο του Ιταλού πρέσβη στην Αθήνα, Γκράτσι με τη φράση "Alors, c'est la guerre", την οποία ο θρύλος συμπύκνωσε στη φράση «ΟΧΙ». Στη συνέχεια, την ίδια μέρα η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στη χώρα μας. Προσωπικά, δεν γνωρίζω άλλη χώρα, η οποία να εορτάζει την είσοδό της στον πόλεμο και όχι το πέρας του. Πέραν αυτού του παραδόξου, με αυτή την επέτειο δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο, τι ακριβώς εορτάζουμε. Την είσοδό μας στον πόλεμο; Την γενναιότητα του στρατού μας; Την αντίσταση στο φασισμό και το ναζισμό; Εκτός του ότι δεν έχει, ακόμα, λοιπόν, αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο αυτού του εορτασμού, η εν λόγω εκδήλωση με την πάροδο των χρόνων ταυτίστηκε ουσιαστικά με την πολιτική πράξη του Μεταξά να αρνηθεί την υποταγή της Ελλάδος στις δυνάμεις του Άξονα, πράξη που οδήγησε στην κάθε άλλο παρά συμβατή με την ιστορία εξιδανίκευσή του.
Με τις μαθητικές και στρατιωτικές παρελάσεις τηρούμε μια παράδοση : Μόνο που η παράδοση των μαθητικών και στρατιωτικών παρελάσεων είναι μεταξικής έμπνευσης και αποσκοπούσε στην εδραίωση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Συνεπώς, σήμερα φαντάζει ως ένας αναχρονιστικός θεσμός, που δεν έχει καμμία θέση σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, και καμμία σχέση δεν έχει με την πολιτική και πολιτιστική παράδοσή μας.
Οι μαθητές διδάσκονται από τέτοιες εκδηλώσεις : Διαφωνώ. Η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών αγνοεί παντελώς τις συνθήκες, υπό τις οποίες η Ελλάδα οδηγήθηκε στον πόλεμο με την Ιταλία καθώς και τις συνθήκες, που επικρατούσαν τότε στην Ελλάδα. Οι ίδιοι μαθητές αντιμετωπίζουν την επέτειο αυτή ως μια μέρα ανάπαυλας από το σχολείο, ενώ στους σχολικούς εορτασμούς κυριαρχεί ένα κλίμα βαρεμάρας και χαβαλέ, όπου αναπαράγονται ομιλίες και εθιμοτυπικά παλαιότερων ετών και το μόνο, το οποίο δεν προβάλλεται, είναι η ιστορία της περιόδου εκείνης κατά τρόπο κατανοητό και πλήρη.
            Στην πραγματικότητα, η παρέλαση ομοιόμορφα ενδεδυμένων μαθητών και με ομοιόμορφο βηματισμό συνιστά εκδήλωση μιλιταρισμού, η οποία δεν ενδείκνυται για ανθρώπους, που βρίσκονται στο στάδιο διαμόρφωσης της προσωπικότητάς τους, ή για κοινωνίες, οι οποίες θέλουν να θεωρούνται δημοκρατικές και να καλλιεργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε κάθε άνθρωπος να διαμορφώνει τα ατομικά του χαρακτηριστικά και να μη μετατρέπεται σε μια άμορφη και εύκολα χειραγωγούμενη μάζα.
            Επίσης, οι μαθητές μας διδάσκονται, ότι ο Μεταξάς είπε το «ΟΧΙ» αλλά αγνοούν, ποιοι πολέμησαν στα βουνά της Ηπείρου, ως, επίσης, τι συνέβη επί Κατοχής στην Ελλάδα αλλά και τα αίτια του Εμφυλίου.
Υπάρχει εθνική και κοινωνική ανάγκη να εορτάζεται το «ΟΧΙ» : Με αυτό τον τρόπο, που εορτάζεται σήμερα; Ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι, τι είδους εθνική υπερηφάνεια αντλούν πολλοί συμπολίτες μας στη θέα μαθητών με ομοιόμορφο ντύσιμο και ομοιόμορφο βηματισμό, τη στιγμή που οι ίδιοι παρελαύνοντες αγνοούν την ιστορία του ελληνοϊταλικού πολέμου και το πρόσωπο του Μεταξά.
         Θεωρώ, ότι ο εορτασμός του «ΟΧΙ» θα αποκτούσε πραγματικό νόημα, αν διδασκόταν ως πράξη αντίστασης σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού, χωρίς να εξαιρείται ο Μεταξάς. Με αυτό τον τρόπο, θα αποκτούσε μια αναμφίβολη ηθική αξία και θα ξέφευγε από τα στενά πατριωτικά πλαίσια εορτασμού του, σύμφωνα με τα οποία εορτάζεται η αντίστασή μας στο δικτάτορα Μουσολίνι, μόνο και μόνο επειδή ο στρατός του τελευταίου εισέβαλε στην Ελλάδα, χωρίς την παραμικρή αναφορά σε όσα εκπροσωπούσε ο φασισμός.
Ο Μεταξάς ήταν ένας πραγματικός πατριώτης σε αντίθεση με τους σημερινούς πολιτικούς : Δεν είναι καινούργια άποψη αλλά εσχάτως άρχισε να αποκτά περισσότερο και εξίσου φανατικό με τους παλαιούς θιασώτες της κοινό. Η σκληρή πραγματικότητα, όμως, είναι, ότι ο Μεταξάς έχει τόση σχέση με τον πατριωτισμό όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο (το οποίο, άλλωστε, εκτιμούσε ιδιαιτέρως ο εν λόγω «πατριώτης»). Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του αποστρεφόταν τον κοινοβουλευτισμό (συμμετοχή του στο πραξικόπημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη και, κυρίως, πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου 1936) και τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έρχονταν σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις του. Η ηγετική του θέση στους Επίστρατους, που διακρίθηκαν στις απηνείς διώξεις βενιζελικών, αλλά και οι διώξεις κομμουνιστών και συντηρητικών πολιτικών, που δεν συμφωνούσαν με την πολιτική του στη διάρκεια της δικτατορίας του, ήταν ενδεικτικές ενέργειες ενός πολιτικού με φανερά ολοκληρωτική αντίληψη. Αν προσθέσουμε τη μεταμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος, μέσω της Ε.Ο.Ν., σε μηχανισμό προπαγάνδας υπέρ του καθεστώτος, αφού πρώτα εξεδιώχθησαν όσοι εκπαιδευτικοί αρνήθηκαν να συμμορφωθούν, την απαγόρευση διεξαγωγής εκλογών, τη διάλυση της ΓΣΕΕ κ.λπ., τότε θα διαπιστώσουμε, πόσο εκτός πραγματικότητας είναι ο χαρακτηρισμός του Μεταξά ως πατριώτη.
            Επίσης, η σύγκριση του Μεταξά με τους σημερινούς πολιτικούς είναι επιεικώς άστοχη. Ο Μεταξάς ήταν ένας δικτάτορας, που διορίστηκε στην πρωθυπουργία από το Γεώργιο το Β’ και επικαλούμενος έκτακτες ανάγκες διέλυσε τη Βουλή, χωρίς να προκηρύξει εκλογές, ανέστειλε πολλά άρθρα του τότε Συντάγματος και κατέστησε τον εαυτό του απόλυτο πολιτικό άρχοντα της Ελλάδας. Οι σημερινοί πολιτικοί εξελέγησαν με νόμιμες διαδικασίες και καθένας έχει τη δυνατότητα να τους κρίνει και επικρίνει, χωρίς να κινδυνεύει να συλληφθεί, δικαστεί και καταδικαστεί ως «αντιδραστικός». Επιτρέπεται η λειτουργία πολιτικών κομμάτων και η διενέργεια εκλογών και τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα ασκούνται ελεύθερα και πάντως χωρίς τους περιορισμούς της μεταξικής περιόδου. Σαφώς και απέχουμε από το να χαρακτηριστούμε υποδειγματική δημοκρατία. Αλλά και ουδεμία σχέση έχει το πολίτευμά μας με αυτό, που είχε εγκαθιδρύσει ο Μεταξάς.
Η άρνησή του να συνθηκολογήσει με την Ιταλία δικαιώνει το Μεταξά : Με τη διαφορά ότι ο Μεταξάς δεν λειτουργούσε αυτόνομα αλλά ήταν δέσμιος της βρεττανικής εξωτερικής πολιτικής, όπως και όλοι, σχεδόν, οι πρωθυπουργοί της χώρας έως τα Δεκεμβριανά, οπότε ουσιαστικά και λόγω χρονικής συγκυρίας δεν είχε πολλά περιθώρια αποκλίσεων από την πολιτική αυτή. Ακόμα, όμως, και αν τον κρίνουμε θετικά γι’ αυτή του την άρνηση, αυτός δεν απαλλάσσεται για τα πεπραγμένα του καθεστώτος του.
Ο Μεταξάς είχε προετοιμάσει την άμυνα της χώρας : Το αποτέλεσμα του ελληνοϊταλικού πολέμου δικαιώνει αναμφίβολα το Μεταξά (και μας ωθεί να παρακάμψουμε την οικτρή οργάνωση του ιταλικού στρατού)σε ό,τι αφορά την προετοιμασία της χώρας στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Όμως, σε ό,τι αφορά τα ελληνοβουλγαρικά και ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα, η μέριμνά του δεν ήταν η καλύτερη δυνατή. Αναλυτικότερα, στην περιοχή των ελληνοβουλγαρικών συνόρων υπήρχαν ήδη από την εποχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οχυρά για την προστασία της χώρας από την από βορράν εισβολή, τα οποία ενισχύθηκαν την εποχή του Μεσοπολέμου και έμειναν γνωστά ως Γραμμή Μεταξά λόγω του καθοριστικού ρόλου, που ο εν λόγω πολιτικός διαδραμάτισε στην ανέγερσή τους. Ωστόσο, δεν είχαν ανεγερθεί με σκοπό την απόκρουση της εισβολής των δυνάμεων του Άξονα αλλά για να αποφευχθεί ελληνοβουλγαρική σύρραξη, καθόσον η Βουλγαρία δεν ανεγνώριζε τις συνθήκες του 1912 και 1913, αξίωνε τα εδάφη, που της ανεγνώριζε η μηδέποτε εφαρμοσθείσα Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (η «Μεγάλη Βουλγαρία»)και δεν είχε υπογράψει το Βαλκανικό Σύμφωνο Φιλίας, διατηρώντας, έτσι, σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου μια εχθρική στάση απέναντι στην Ελλάδα. Η ανέγερσή τους είχε λάβει χώρα, προτού η Βουλγαρία προσχωρήσει στον  Άξονα, ώστε να μιλήσει κανείς για προνοητικότητα του Μεταξά (η Βουλγαρία προσεχώρησε στον Άξονα στις 1.3.1941).
Ακόμα, επειδή η αντίδραση μιας χώρας σε μια πολεμική εισβολή κρίνεται εκ του αποτελέσματος, η δια περιπάτου προέλαση του γερμανικού στρατού, ο οποίος, συνάντησε αντίσταση μόλις τριών ημερών στη Γραμμή Μεταξά, και η ακόμα πιο άνετη εισβολή από τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα, όπου ο Μεταξάς δεν είχε προνοήσει να κατασκευάσει κάποια σοβαρά οχυρωματικά έργα, μάλλον δεν δικαιώνει τους πιστούς της άποψης, ότι ο Μεταξάς είχε προετοιμάσει την άμυνα της χώρας για να αποκρούσει την εισβολή των δυνάμεων του Άξονα. Η δε άποψη, ότι δεν περίμενε κανείς την τόσο γρήγορη συνθηκολόγηση της Γιουγκοσλαβίας, δεν αποτελεί σοβαρή δικαιολογία.
Δεν υπάρχει άσπρο-μαύρο στην ιστορία και πρέπει να αναγνωρίσουμε τη θετική συμβολή του Μεταξά στην έκβαση του ελληνοϊταλικόυ πολέμου : Η ιστορία είναι, δυστυχώς, καταδικαστική για το Μεταξά, ένα δικτάτορα, ο οποίος γύρισε τη χώρα αρκετά χρόνια πίσω με την αλλοίωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, την απαγόρευση της άσκησης βασικών ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων και τις διώξεις χιλιάδων αντιφρονούντων, αρκετοί από τους οποίους πέθαναν από τις κακουχίες (Παπαναστασίου, Μιχαλακόπουλος κ.λπ.). Όσο και αν δικαιώθηκε για την απόφασή του να πολεμήσει τους Ιταλούς, τα καταγεγραμμένα αμαρτήματά του είναι πάρα πολλά, για να μιλήσουμε για ενδιάμεση γκρίζα κατάσταση και όχι για ένα σχεδόν απόλυτο μαύρο.
Ο Μεταξάς ήταν φιλογερμανός αλλά πολέμησε τους Ιταλούς: Όλοι, σχεδόν, οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος έως και τα Δεκεμβριανά ήταν αγγλόφιλοι, διότι η χώρα ευρισκετο στην αγγλική σφαίρα επιρροής. Οι σπουδές του Μεταξά στη Γερμανία διαμόρφωσαν τον ολοφάνερο θαυμασμό του για καθετί γερμανικό, πλην, όμως, η πολιτική, που ακολούθησε, ήταν αμιγώς φιλοαγγλική και οι μόνες σχέσεις με τη Γερμανία ήταν η οικονομική συνεργασία μεταξύ των χωρών, που ούτως ή άλλως προϋπήρχε, και η επιρροή του ναζισμού στη διαμόρφωση του εν γένει εκπαιδευτικού συστήματος και ορισμένων τελετουργικών π.χ. την καθιέρωση του ναζιστικού χαιρετισμού. Επίσης, εν έτει 1938 ο Μεταξάς είχε προτείνει στους Άγγλους την υπογραφή αμυντικής συμμαχίας. Ανάλογη συμφωνία δεν είχε καν προτείνει στη Γερμανία. Για τέτοιο φιλογερμανισμό μιλάμε.
Αν ο Μεταξάς ήταν δικτάτορας, γιατί ο στρατός πολέμησε πρόθυμα τους Ιταλούς; Διότι ο στρατός μας πολεμούσε υπέρ βωμών και εστιών και όχι για να διατηρήσει ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, το οποίο απαγόρευε την κριτική εναντίον του και δεν είχε λάβει κανένα ουσιαστικό μέτρο για την εξάλειψη της φτώχειας στη χώρα μας (για το μύθο περί της ίδρυσης του Ι.Κ.Α. από το Μεταξά, διαβάστε αυτό). Επίσης, η σπουδή των Ελλήνων να καταταγούν, για να πολεμήσουν, δεν αθωώνει το βίο και την πολιτεία του Μεταξά.
Ο Μεταξάς προέβλεψε την κυριαρχία των Συμμάχων γι’ αυτό και απέφυγε να συμμαχήσει με τις δυνάμεις του Άξονα : Μόνο που η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και όχι σε εικασίες. Από κανένα, απολύτως, στοιχείο δεν αποδεικνύεται, ότι ο Μεταξάς προέβλεψε την ήττα των Γερμανών και, εκ του λόγου αυτού, αποφάσισε να σεβαστεί τις δεσμεύσεις του απέναντι στους Βρεττανούς. Σημειωτέον, ότι, εν έτει 1940 οι Γερμανοί είχαν ήδη ενσωματώσει την Αυστρία, είχαν καταλάβει Τσεχοσλοβακία, Πολωνία, Νορβηγία, Δανία, Βέλγιο και Γαλλία, νικούσαν τους Συμμάχους, είχαν εξασφαλίσει τη μη εμπλοκή της ΕΣΣΔ στον πόλεμο με το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ, προέλαυναν σε όλη τη Δυτική Ευρώπη, είχαν τσακίσει το βρεττανικό ναυτικό, που ήταν το μεγάλο όπλο της κυριότερης αντιπάλου του Άξονα και τίποτα δεν προϊδέαζε, ότι οι Σύμμαχοι θα ανέκαμπταν.
Ο Μεταξάς αποτελεί κομμάτι της νεότερης ιστορίας μας : Αυτό δεν αμφισβητείται και εξυπακούεται, ότι η αποσιώπηση όσων έλαβαν χώρα κατά την περίοδο της εξουσίας του δεν βοηθάει στην κατανόηση της ιστορίας μας. Αρκεί να δίδεται η κατάλληλη και σύμφωνη με τις ιστορικές πηγές ερμηνεία.
Στην Ελλάδα η ιστορία αντιμετωπίζεται με έντονο συναισθηματισμό : Δεν διαφωνώ. Μόνο που με το ίδιο μειονέκτημα πιστώνονται και οι πιστοί της άποψης, ότι ο Μεταξάς ήταν ένας πραγματικός πατριώτης, επειδή είπε το «ΟΧΙ» στους Ιταλούς, η οποία αποσιωπά τα εγκλήματα της δικτατορίας του. Μια ψύχραιμη αποτίμηση των ιστορικών πηγών καταδεικνύει τον ολοκληρωτισμό του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου 1936, την οποία κανένα «ΟΧΙ» δεν αναιρεί.
Δεν περιμένω να αλλάξει ο τρόπος αντίληψης των πολλών γύρω από τον τρόπο εορτασμού της επετείου της κήρυξης του ελληνοϊταλικού πολέμου ή έστω το πρόσωπο του Μεταξά. Σε εποχές γενικευμένης σύγχυσης οι ψύχραιμες και τεκμηριωμένες ιστορικές θεωρήσεις είναι είδος πολυτελείας. Και πολύ φοβάμαι, ότι με τέτοιες αντιλήψεις ίσως είμαστε καταδικασμένοι να ξαναζήσουμε καταστάσεις, οι οποίες πιστεύαμε μέχρι πρότινος, ότι δεν θα επαναλαμβάνονταν.
 
Υ.Γ. Οφείλω να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου προς όσους φίλους και γνωστούς συμμετείχαν σε πρόσφατη διαδικτυακή συζήτηση με το ανωτέρω θέμα, η οποία μου έδωσε το έναυσμα για το παρόν κείμενο καθώς και αρκετές ιδέες.

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

31 χρόνια μετά


           Κορναρίσματα και κωδωνοκρουσίες μέχρι πρωίας, κηδειόχαρτα των σεσημασμένων δεξιών και το σύνθημα «Αλλαγή» να τρυπάει αυτιά και συνειδήσεις, είναι μόνο μερικές από τις αναμνήσεις ενός παιδιού, που μεγάλωνε στην ελληνική επαρχία τη μέρα, που το ΠΑ.ΣΟ.Κ. κέρδισε για πρώτη φορά βουλευτικές εκλογές. Για τους μεγαλύτερους όλο αυτό το κακόγουστο τσίρκο σηματοδοτούσε τον πόθο πολλών για εξουσία και προνόμια και το φόβο των σωφρόνων για διάλυση του κράτους και της κοινωνίας. Βλέπετε, οι τελευταίοι είχαν μια όχι και τόσο ελκυστική εικόνα του ιδρυτού του εν λόγω κόμματος από τα χρόνια της προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου.
            Όπως, δυστυχώς, συμβαίνει συχνά στα λημέρια μας, οι σώφρονες ήταν εκείνοι, που δικαιώθηκαν. Με το καλημέρα, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. μετετράπη σε ένα, ακόμα, συντηρητικό κόμμα με μόνο μέλημά του τη διατήρηση ου μην και αύξηση της κομματικής του πελατείας δια της ικανοποιήσεως των απαιτήσεών της, ενώ στα χρόνια της εξουσίας του πρόλαβε να κάνει στροφή 180 μοιρών σε ό,τι αφορά τη στάση του απέναντι στο κεφάλαιο, την τότε Ε.Ο.Κ. και το ΝΑΤΟ. Τα ζιβάγκο και οι ασκήσεις επαναστατικής γυμναστικής αντικαταστάθηκαν από πανάκριβα κοστούμια και τα Πακέτα από την τότε Ε.Ο.Κ., αφήνοντας κάποιους λίγους πεισματάρηδες να φωνάζουν «Έξω οι βάσεις» στις πύλες της αμερικανικής βάσης της Νέας Μάκρης. Όσο για τις τομές του; Για κάθε αναφορά στο νόμο-πλαίσιο για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ υπήρχαν ουκ ολίγες βολές για τους ΠΑΣΠίτες, οι οποίοι εξασφάλιζαν διδακτορικά και θέσεις διδακτικού προσωπικού με κατεβασμένα χέρια. Σε κάθε βολή κατά της πλουτοκρατίας η άλλη πλευρά απαντούσε κατακρίνοντας την κρατικοποίηση της ΠΕΙΡΑΪΚΗΣ ΠΑΤΡΑΪΚΗΣ» και το όργιο (ένα από τα πολλά, δηλαδή) διορισμών ημετέρων εκεί. Κάθε μνεία του νόμου για τις συνδικαλιστικές ελευθερίες ακυρωνόταν στη θέα του «θεάρεστου» έργου του Μπάκουλη και των κ.κ. Σταμούλου, Κολλά και άλλων συνδικαλιστών, που δυσφήμισαν ανεπανόρθωτα το συνδικαλιστικό κίνημα. Κάθε καταγγελία σε βάρος της Δεξιάς αντιμετωπιζόταν με τη μνεία της Προμέτ, του Σκανδάλου Κοσκωτά, της υπόθεσης Καλκάνη και άλλων δυσωδών ιστοριών.
              Αναντίρρητα ο Ανδρέας Παπανδρέου υπήρξε ένας μάγος της ψυχολογίας και του λαϊκισμού. Κρατούσε στα ύψη τα ποσοστά του ΠΑ.ΣΟ.Κ. με αλχημείες, που θα έκαναν οποιονδήποτε έντιμο και ορθολογιστή πολιτικό να φρίξει. Διαχειριζόταν με τους συνεργάτες του τα οικονομικά του κράτους με την ίδια σωφροσύνη, που ένας μεθυσμένος σκορπά τα λεφτά του σε νυχτερινές απολαύσεις. Ήξερε να εκμαυλίζει συνειδήσεις. Αλλά είχε βρει πρόθυμο ακροατήριο. Το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας μας αποδέχθηκε τους διπλασιασμούς των μισθών των Δ.Υ., τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, την κρατικοποίηση επιχειρήσεων, την επιβάρυνσή τους με διορισμούς ημετέρων και την καταλήστευση των πόρων τους από τις διορισμένες διοικήσεις τους, ως και την άλωση συνδικαλιστικών οργανώσεων και αγροτικών συνεταιρισμών με την σιωπηρή προσμονή ενός νηπίου, το οποίο βλέπει γύρω του να βρέχει καραμέλες και παιχνίδια και σιωπά, μήπως πάρει και αυτό κανένα δωράκι, και ας γνωρίζει, ότι δεν δικαιούται προς τούτο. Πικρή αλήθεια αλλά αλήθεια!
     Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου πέθανε, άφησε πίσω ένα κόμμα με στελέχη αποφασισμένα να ακολουθήσουν τη γραμμή του, ακόμα και αν οι διάδοχοί του στην προεδρία του κόμματος είχαν, έστω υποθετικά, άλλες προθέσεις. Το αποτέλεσμα ήταν, ότι η κατηφόρα συνεχίστηκε, ίσως με μικρότερη ταχύτητα, αλλά συνεχίστηκε. Οι ατάκες περί εκσυγχρονισμού έμειναν κενό γράμμα, οι προτροπές «πάμε» πετάχτηκαν στον κάλαθο των αχρήστων. Οι εξομολογήσεις την επομένη των εκλογών του 2004 και του 2007 δεν έπεισαν κανένα και όχι άδικα, όπως αποδείχθηκε. Όταν ήλθε η ώρα της υπαγωγής της χώρας στο Δ.Ν.Τ., ένα μεγάλο ποσοστό των ΠΑΣΟΚων του παρελθόντος ανακάλυψαν ξαφνικά, ότι τους είχαν εξαπατήσει και αποχώρησαν αγανακτισμένοι. Κάποιοι από αυτούς μίλησαν για χούντα και μούντζωναν τη Βουλή πέρσυ. Το πλοίο βούλιαζε και το πλήρωμα  έτρεχε να βρει πιο φιλόξενο αμπάρι. Οι ουρές και τα δάκρυα μπροστά από το φέρετρο του Ανδρέα Παπανδρέου είχαν λησμονηθεί.
            Έχουν γραφτεί ατελείωτες αράδες γύρω από το φαινόμενο ΠΑ.ΣΟ.Κ. Αναμφίβολα η Ν.Δ. ήταν εκείνη, που μ’ όλα στα σφάλματά της προετοίμασε τη χώρα για την είσοδό της στην Ε.Ε., αλλά, στο τέλος, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. επωφελήθηκε από τις παροχές της. Δεν χωρεί, επίσης, αμφιβολία, ότι το πελατειακό κράτος δεν αποτελεί ΠΑΣΟΚική πατέντα αλλά είναι τόσο παλιό όσο και η εποχή του Κωλέττη. Ούτε είναι δυνατό να παραβλέψει κανείς την ολέθρια για τη χώρα πενταετία της διακυβέρνησης του κ. Κωνσταντίνου Καραμανλή του νεότερου ή τις κρατικοποιήσεις της κυβερνήσεως Καραμανλή του 1ου. Σε μια κοινωνία, όμως, η οποία θέλει να ασπάζεται τις αρχές του ορθολογισμού και να καταλογίζει ευθύνες ξεχωριστά σε κάθε πρόσωπο ή ομάδα προσώπων, το κόμμα, που κυβέρνησε μεταπολιτευτικά την Ελλάδα περισσότερο από κάθε άλλο, όχι μόνο δεν είναι άμοιρο ευθυνών αλλά είναι το κατεξοχήν υπεύθυνο για τα δεινά αυτού του τόπου στις μέρες μας.
            Τί απομένει, λοιπόν, από το κόμμα, που σημάδεψε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο τη μακρότερη περίοδο ειρήνης και Δημοκρατίας στην Ελλάδα; Κάπου ανάμεσα στα χιλιάδες πλαστικά σημαιάκια με τον πράσινο ήλιο, τα αμέτρητα ρουσφέτια και τη δυσωδία των σκανδάλων, ξεχωρίζω την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, την κατάργηση του πολυτονικού και της καθαρεύουσας, την ευημερία, που απόλαυσαν πολλές μεσοαστικές οικογένειες (μαζί και του γράφοντα), εξαιτίας των διπλασιασμών των μισθών και της θέσπισης επιδομάτων στους Δ.Υ. και η πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα ελευθερία του λόγου και της τέχνης. Πολύ λίγα για 22 χρόνια διακυβέρνησης και για να μπει θετικό πρόσημο!

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Στο όνομα των χρηστών ηθών


            Θα τολμούσε ο διευθυντής του BBC να επικαλεστεί τα χρηστά ήθη των Βρεττανών, για να κόψει τη σκηνή με το φιλί μεταξύ δύο ανδρών στη σειρά «Ο πύργος του Ντάουντον»; Φυσικά όχι, διότι την ίδια τύχη θα είχε και το κεφάλι του μετά τη σωρεία επιστολών διαμαρτυρίας που θα κατέκλυζε το σταθμό αυτό. Το ίδιο θα συνέβαινε και σε πολλές άλλες χώρες, οι οποίες δεν τρέμουν στην ιδέα της εξαφάνισης των ηθών και εθίμων τους από μέσα, όπως η τηλεόραση.
            Μόνο που οι ανωτέρω χώρες διαθέτουν δύο στοιχεία μη υπαρκτά στην Ελλάδα, τουλάχιστον στον απαιτούμενο βαθμό. Πρώτον, διαθέτουν θεσμούς, οι οποίοι εμπνέουν εμπιστοσύνη στις κοινωνίες αυτές, τουλάχιστον περισσότερη απ’ ό,τι στη δική μας, και επιβάλλουν σε πρόσωπα σε θέσεις-κλειδιά διαφόρων οργανισμών να συμμορφώνονται με το νόμο και να μην ενεργούν κατά τη δική τους βούληση και επικαλούμενοι αόριστες έννοιες. Δεύτερον, ένα σημαντικό τμήμα των εκεί κοινωνιών διαθέτει τη στοιχειώδη μόρφωση και παιδεία, ώστε να αξιώνει να μην παρεμβαίνει κανένας αυτόκλητος προστάτης των χρηστών ηθών της.
            Βέβαια, οι ξένες κοινωνίες δεν είναι τόσο ιδανικές όσο φανταζόμαστε. Η γερμανική «ΜΠΙΛΝΤ» και η αγγλική «ΣΑΝ» ξεπερνούν σε νοσηρή φαντασία συχνά και την χειρότερη ελληνική κιτρινοφυλλάδα και διαθέτουν εκατομμύρια αναγνώστες στις χώρες τους, ενώ δεν λείπουν και στο εξωτερικό οι θρησκόληπτοι και εν γένει φανατικοί όλων των αποχρώσεων. Ωστόσο, ακόμα και αν βρεθεί κάποιος ευφάνταστος συντάκτης του κίτρινου τύπου ή κάποιος θρησκόληπτος ή φανατικός στις χώρες αυτές και επικαλεστεί την προστασία των ηθών και εθίμων της χώρας του, προκειμένου να απαιτήσει την απαγόρευση δημοσιοποίησης ενός προϊόντος της ελευθερίας του λόγου, οι προσπάθειές του δεν θα καρποφορήσουν. Κανένας πολίτης στις χώρες αυτές δεν θα τολμήσει να πάρει το νόμο στα χέρια του, για να επιβάλει την προστασία των χρηστών ηθών της κοινωνίας, στην οποία ζει. Διότι η τήρηση του νόμου θεωρείται στις χώρες αυτές προτιμότερη από την υστερική  υπεράσπιση των κανόνων εκείνων, που έχουν βαφτιστεί παράδοση, ώστε οι περισσότεροι να ασχολούνται με την τήρηση του πρώτου και να αδιαφορούν για τη δεύτερη και σε κάθε περίπτωση οι υποστηρικτές των ηθών και εθίμων των λαών αυτών να μην τυγχάνουν τόσης αποδοχής ή έστω ανοχής, ώστε να διακόπτουν οποιαδήποτε προβολή, παράσταση ή έκθεση οποιουδήποτε έργου.
            Και τί γίνεται με τους τηλεθεατές, που θα σκανδαλιστούν στη θέα του φιλιού μεταξύ δύο ανδρών, θα ρωτήσει κανείς. Με κάθε σεβασμό προς τις αντοχές και ανοχές του καθενός, κανένας δεν υποχρεούται να παρακολουθήσει ένα έργο αντίθετο προς τις αρχές του αλλά, επίσης, κανένας δεν δικαιούται να επιβάλει στους τρίτους τις δικές του αρχές σε ό,τι αφορά τα προϊόντα της διανόησης, που αυτοί θα απολαύσουν. Υπάρχει συγκεκριμένος οργανισμός, ο οποίος είναι αποκλειστικά αρμόδιος για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση προβολής ταινιών ή σειρών, που αντικειμενικά μπορεί να θίξουν το κοινό αίσθημα, και εναπόκειται στο ζημιωθέντα τηλεοπτικό σταθμό να προσφύγει στα αρμόδια Δικαστήρια, προκειμένου να ζητήσει την άρση των όποιων κυρώσεων. Αν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη η ήδη υφισταμένη νομολογία των ελληνικών Δικαστηρίων, όπως η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για πανομοιότυπη περίπτωση στην ελληνική σειρά «Κλείσε τα μάτια σου», η οποία απόφαση έκρινε, ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση κλονισμού των χρηστών ηθών του κοινού από το φιλί μεταξύ ανδρών και, εντεύθεν, επιβολής προστίμου σε βάρος του τηλεοπτικού σταθμού, τότε καθίσταται σαφές, πόσο παράτυπα ενήργησε ο βαρυνόμενος με το κόψιμο της επίμαχης σκηνής υπάλληλος.
            Για κακή μας τύχη, όμως, ζούμε σε ένα κράτος, του οποίου οι κυβερνώντες αναδεικνύονται με μόνα προσόντα τους τα τσιτάτα περί του έθνους μας και των εθίμων του, που, δήθεν, κινδυνεύουν (από ποιους, άραγε;), και την ικανοποίηση των απαιτήσεων της κομματικής τους πελατείας, ως, επίσης, σε μια κοινωνία αναδεικνύουσα βουλευτές με τα παραπάνω κριτήρια αποκλειστικά. Έτσι, το κόψιμο μιας σκηνής, όπως αυτής του φιλιού μεταξύ δύο ανδρών, δεν προκάλεσε παρά ελάχιστες αντιδράσεις. Διότι είναι ενέργεια απόλυτα συμβατή με τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας του κράτους και της κοινωνίας μας. 

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Εν μέρει προοδευτικός δεν γίνεσαι


            Ο προοδευτισμός ενός ανθρώπου κρίνεται από το σύνολο των λόγων και των πράξεών του. Αποτελεί μια συνειδητοποιημένη στάση ζωής, ο φορέας της οποίας επιλέγει να διαφοροποιηθεί από τη μάζα και να προβάλλει εκείνες τις ιδέες, που θα συμβάλουν θετικά στην κοινωνία και τον πολιτισμό μας. Ο ίδιος φορέας στέκεται επικριτικός απέναντι στους σκοταδιστές και τους αδιάφορους, έχοντας πάντα μια γνώση των προσώπων και των καταστάσεων, που κρίνει και επικρίνει. Λειτουργεί σαν οίστρος, που υπενθυμίζει στον κόσμο την υποχρέωσή του να απομακρυνθεί από βλαβερές αντιλήψεις και να ανοίξει τους ορίζοντές του.
            Από χτες έχει πάρει φωτιά το Διαδίκτυο, με αφορμή τη δήλωση του Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης Παύλου, με την οποία καταδικάζει τη Χρυσή Αυγή και τις ενέργειές της έξω από το θέατρο «ΧΥΤΗΡΙΟ» αλλά και σε βάρος των μεταναστών. Διαβάζω για φωτισμένο ιεράρχη, ο οποίος διαφοροποιήθηκε από το σύνολο των ιερέων, που είτε επέλεξαν να υποστηρίξουν τη Χ.Α. είτε τηρούν σιγήν ιχθύος για τα πεπραγμένα της, για παράδειγμα προς μίμηση και άλλα συναφή.
            Κατ’ αρχάς, αποδέχομαι, ότι ο σεβασμιώτατος αποτελεί ίσως το μοναδικό ανώτατο ιερέα της Εκκλησίας της Ελλάδος και ένα από τους ελάχιστους ιερωμένους της, που αντιτάχθηκε ανοικτά στο λόγο και τις πρακτικές της Χ.Α. Θεωρώ, μάλιστα, ότι επετέλεσε εκείνο το ελάχιστο εκείνο καθήκον ενός υπηρέτη της θρησκείας, το νόημα της οποίας συμπυκνώνεται στη φράση «αγαπάτε αλλήλους». Μέχρι εδώ, όλα μοιάζουν καλώς καμωμένα.
            Μόνο που πάνω στη βιασύνη τους οι περισσότεροι να επαινέσουν τον ανωτέρω ιερωμένο, ξέχασαν το πρώτο μέρος της δήλωσής του, στο οποίο «στολίζει» τους συντελεστές της επίμαχης παράστασης και εντάσσει τους υποστηρικτές της στο «λόμπυ Τατσόπουλου-Ρεπούση» (δική του έκφραση). Στην ίδια δήλωσή του ο εν λόγω ιερωμένος αναφέρει, ότι «η δεύτερη πληροφορία που είχαμε είναι ότι οι συντελεστές του, θα επεδίωκαν την σύγκρουση με την Εκκλησία για καθαρά διαφημιστικούς και εισπρακτικούς λόγους», ότι «παρουσίασαν σαν τέχνη, την χυδαιότητα του εσωτερικού τους κόσμου» και μερικά ακόμα σχόλια, που όχι μόνο δεν διακρίνονται για την κοσμιότητά τους («θλιβερά ανθρωπάρια» και «γυναικάρια») αλλά πόρρω απέχουν από την εικόνα, που θα έπρεπε να παρουσιάζει ένας προοδευτικός ιερωμένος.
            Με αυτό, λοιπόν, το σκέλος της δήλωσής του ο σεβασμιώτατος προέβη στα κάτωθι ατοπήματα : Δαιμονοποίησε τόσο τον κ. Τατσόπουλο όσο και την κα. Ρεπούση (ό,τι, δηλαδή, πράττει και το υπόλοιπο, σιωπηλό απέναντι στο φαινόμενο της Χ.Α., κομμάτι της Εκκλησίας). Ενέταξε στον κύκλο τους (!!!) όσους συγκεντρώθηκαν έξω από το «ΧΥΤΗΡΙΟ», για να υποστηρίξουν το σκηνοθέτη, κ. Λαέρτη Βασιλείου, και τους λοιπούς συντελεστές της παράστασης, των οποίων, μάλιστα, τα κίνητρα ανακάλυψε και ανέλυσε και ανεύρε, ότι ήταν καθαρά διαφημιστικά και εισπρακτικά. Χαρακτήρισε χυδαίους τους ίδιους συντελεστές αλλά και ανθρωπάρια και γυναικάρια (ουδέν σχόλιον!). Τέλος, αναφέρθηκε στη δυνατότητα των λεγεώνων των αγγέλλων του Χριστού να ρίξουν φωτιά και να κάψουν τους συντελεστές. Αλλά δεν το κάνει (ο Χριστός), διότι δεν είναι αυτό το πνεύμα του.       
                 Θα μου πείτε, ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός, άρα και του Σισανίου και Σιατίστης, να ασκεί κριτική σε ό,τι τον βρίσκει αντίθετο. Θα συμφωνήσω, υπό την προϋπόθεση, ότι τηρούνται οι κανόνες της κριτικής, ήτοι ο ασκών αυτή έχει γνώση του αντικειμένου, το οποίο κρίνει, και ασχολείται με το αντικείμενο καθαυτό. Συντρέχουν, εν προκειμένω, αυτοί οι κανόνες; Όχι, ο σεβασμιώτατος δεν έχει παρακολουθήσει την εν λόγω παράσταση παρά βασίστηκε στο λόγο τρίτων προσώπων, ελάχιστα αξιόπιστων, αν κρίνω από το περιεχόμενο της κριτικής του. Συν τοις άλλοις, ο ίδιος κρίνων ιεράρχης αρκέστηκε σε μειωτικούς χαρακτηρισμούς σε βάρος των συντελεστών και απειλές περί αγγελικών λεγεώνων, που καίνε όσους προσβάλλουν το Χριστό, χωρίς να ασχοληθεί με το περιεχόμενο του έργου (το οποίο, αν παρακολουθούσε, θα καταλάβαινε, ότι ελάχιστη σχέση έχει με ό,τι του διεμήνυσαν οι άγνωστοι πληροφοριοδότες του). Λυπάμαι πολύ αλλά αυτό δεν έχει καμμία σχέση με ό,τι ονομάζεται κριτική. Είναι λίβελλος δια στόματος ανθρώπου με κάθε άλλο παρά προοδευτική αντίληψη των πραγμάτων.
            Ήταν, δηλαδή, υποχρεωμένος ο ανωτέρω ιεράρχης να βρει της αρεσκείας του το “CORPUS CHRISTI”; Σε καμμία περίπτωση! Όφειλε, όμως, να διατηρήσει την ψυχραιμία του, ειδικά αν σκεφτεί κανείς τον πνευματικό του ρόλο, και να περιοριστεί στην κριτική του στο έργο καθαυτό. Για να μην επαναλαμβανόμαστε, δεν έπραξε ούτε το ένα ούτε το άλλο.
            Δεν είναι στις προθέσεις μου να υποβαθμίσω την εκ μέρους του παραπάνω ιερωμένου καταδίκη του φαινομένου της Χ.Α., ενέργεια ευρισκόμενη σε πλήρη αντίθεση με την εκκωφαντική σιωπή ή την αδιάντροπη συνεργασία λειτουργών της Εκκλησίας της Ελλάδος με το συγκεκριμένο κόμμα διο και επαινετέα. Η ένστασή μου βρίσκεται στον τρόπο, με τον οποίο ο σεβασμιώτατος αντιμετωπίζει την ελευθερία του λόγου στη χώρα μας. Από τον τρόπο του αυτό προκύπτει, ότι η στάση του απέναντι στο δικαίωμα αυτό δεν είναι ακριβώς αυτή, που περιμένει κανείς από ένα προοδευτικό άνθρωπο. Και από αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό κρίνεται, δυστυχώς, και όλος ο λόγος του.