Δημοφιλείς αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογραφικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογραφικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Jagten

   Μπορούμε να εμπιστευόμαστε απόλυτα τα παιδιά; Υπάρχει, άραγε, στην πράξη το τεκμήριο της αθωότητος; Αθωώνεται πραγματικά στα μάτια ακόμα και μιας προηγμένης κοινωνίας ένας άνθρωπος, που κατηγορήθηκε για σεξουαλικής φύσεως έγκλημα σε βάρος ενός ανηλίκου;
   Ο Δανός σκηνοθέτης Τόμας Βίντερμπεργκ δίνει τις δικές του απαντήσεις στο συγκλονιστικό «JAGTEN» (ελληνικός τίτλος «ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ»), όπου ένας δημοφιλής και αξιαγάπητος νηπιαγωγός κατηγορείται, ότι «έκανε πράγματα» σε ένα κοριτσάκι προσχολικής ηλικίας. Προτού καν εξεταστεί από τις αρχές, η τοπική κοινωνία έχει βγάλει την ετυμηγορία της. Ένοχος χωρίς ελαφρυντικά και ποινή η περιθωριοποίησή του και ο κατατρεγμός του! Ο ίδιος υπομένει στωικά τα χτυπήματα, διεκδικώντας την αθώωσή του.
 Η δανέζικη κοινωνία δεν είναι κάποια κοινωνία αμόρφωτων αγροίκων. Αγκαλιάζει τους μετανάστες της (δείτε τους τρυφερούς εναγκαλισμούς στο τέλος της ταινίας με την αλλοδαπή φιλενάδα του πρωταγωνιστή σε σύγκριση με την ψυχρή υποδοχή, που επιφυλάσσουν σε αυτόν αλλά και τα παιδιά των αλλοδαπών, που συμμετέχουν κανονικά στις εκδηλώσεις της τοπικής κοινωνίας), είναι προοδευτική και ταυτόχρονα διατηρεί τις παραδόσεις της (εκκλησιάζεται την Παραμονή των Χριστουγέννων αλλά πετάει στον κάλαθο των αχρήστων το «αγαπάτε αλλήλλους») και καυχιέται, ότι σέβεται τα δικαιώματα των άλλων. Όμως, ο κατηγορούμενος για ένα σεξουαλικής φύσεως έγκλημα σε βάρος ανηλίκου παραμένει ένοχος στα μάτια της σε κάθε περίπτωση. Η τελευταία σκηνή το αποδεικνύει και δίνει ένα ισχυρό χτύπημα στην εικόνα της ιδανικής δανέζικης κοινωνίας, με τον ίδιο τρόπο που πριν από αρκετά χρόνια ο ίδιος σκηνοθέτης διέλυσε το μύθο της αρμονικής και ευτυχισμένης οικογένειας στο εκπληκτικό “FESTEN” (ελληνικός τίτλος «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΓΙΟΡΤΗ»). Οι προκαταλήψεις παραμένουν. Τα παιδιά δεν λένε ποτέ ψέμματα. Η είδηση γεννά φήμες και οι φήμες γεννούν τερατολογίες, που εξορίζουν τη λογική. Το όνομα του κατηγορουμένου για ένα τέτοιο αδίκημα δεν καθαρίζει ποτέ. Ο κατηγορούμενος αποβάλλεται από την κοινωνία, για να διατηρήσει αυτή την αγνότητά της και η τελευταία δεν θα διστάσει να καταφύγει στη βία, προκειμένου να τη διατηρήσει. Ούτε ο γιος του πρωταγωνιστή δεν γλυτώνει από την καταδίκη της κοινωνίας. Η μικρή κοινωνία είναι παντού σκληρή και ανάλγητη.
  Ο ήρωας μοιάζει βγαλμένος από κάποιο χριστιανικό μαρτυρολόγιο. Μόνος ενάντια σε μια εχθρική κοινωνία, η οποία πατάει σε φήμες, για να τον αποβάλει από τους κόλπους της και να του επιτεθεί, βλέπει τη ζωή του να συντρίβεται αλλά αποφασίζει να αντιμετωπίσει τους ανθρώπους, που μέχρι πρόσφατα τον αγαπούσαν, και να διαλαλήσει την αθωότητά του. Αρνείται την περιθωριοποίησή του, αν και υπάρχουν στιγμές μέσα στο έργο, που αμφιταλαντεύεται, κοιτάζει κατάματα τους τιμωρούς του, διεκδικεί την αγάπη του γιου του και υπομένει στωικά τα χτυπήματα της κοινωνίας, χωρίς να αντιδρά (με μια μόνο εξαίρεση). Όταν κάποια στιγμή δικαιωθεί, δεν πανηγυρίζει αλλά επιδιώκει να επανενταχθεί στην κοινωνία και ας ξέρει μέσα του, ότι δεν πρόκειται να επανέλθουν οι σχέσεις του στο επίπεδο προ του διωγμού του.
  Για τη σκηνοθεσία τί να πει κανείς; Βγαλμένη από την παράδοση του Ντράγιερ αποτελεί υπόδειγμα λιτότητας, όπου τίποτα δεν είναι περιττό και τίποτα δεν μπορεί να αφαιρεθεί. Ο δε πρωταγωνιστής, κ. Μάντς Μικκελσεν, ερμηνεύει εξαιρετικά τον άνθρωπο, που αρνείται να μετατραπεί σε αποδιοπομπαίο τράγο της κοινωνίας και επιλέγει να διεκδικήσει την αθωότητά του.
  Απλά ταινιάρα! Κανένας σινεφίλ δεν πρέπει να τη χάσει.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Η αυτοκρατορία των οπισθοδρομικών


            Δύο κορμιά στροβιλίζονται στη δίνη ενός παράλογου ερωτικού πάθους. Η κάμερα δεν τσιγκουνεύεται τα ερωτικά πλάνα. Η δημιουργία μιας από τις πιο πολύκροτες ταινίες στην ιστορία του παγκοσμίου κινηματογράφου, της «Αυτοκρατορίας των αισθήσεων,» είναι, πλέον, εν έτει 1976, γεγονός.

            Με αφορμή το θάνατο του δημιουργού της, Ναγκίσα Οσίμα, θυμήθηκα την προβολή της ταινίας αυτής στα μέσα της δεκαετίας του ’90 από την ΕΡΤ. Ελάχιστοι γνώριζαν τότε το δημιουργό της και από αυτούς μόνο οι ιδιαίτερα μυημένοι στην 7η Τέχνη ήξεραν τη συγκεκριμένη ταινία και το περιεχόμενό της. Βέβαια, προβλήθηκε στη μεταμεσονύκτια ζώνη αλλά ας μην είμαστε παράλογοι! Γεγονός είναι, ότι δεν έγινε καμμία, απολύτως, φασαρία. Ούτε το γραμματοκιβώτιο της ΕΡΤ (τότε το Διαδίκτυο ήταν προσιτό μόνο σε λίγους) ξεχείλισε από επιστολές διαμαρτυρίας ούτε τα τηλέφωνά της «έσπασαν» από οργισμένους τηλεθεατές ούτε κάποιος στρατός αυτόκλητων υπερασπιστών των χρηστών μας ηθών πολιόρκησε τις εγκαταστάσεις της. Η ταινία προβλήθηκε κανονικά.
            Με την περίπτωση του κομμένου φιλιού μεταξύ δύο ανδρών από τη σειρά «Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΝΤΑΟΥΝΤΟΝ», στη ΝΕΤ, να είναι ακόμα νωπή και με το Διαδίκτυο να φέρνει τον κόσμο πιο κοντά όχι μόνο στην ενημέρωση αλλά, το χειρότερο, στην παραφιλολογία και την υπερβολή, σκέφτομαι, ότι μια προβολή της παραπάνω ταινίας στις μέρες μας μοιάζει με ρωσσική ρουλέτα για τους υπευθύνους της κρατικής τηλεόρασης. Όχι, δεν ήταν πιο προχωρημένος ο κόσμος τη δεκαετία του ’90. Απλά αδιαφορούσε για οτιδήποτε δεν έπληττε την τσέπη του. Με την κρίση να θεριεύει σε κάθε επίπεδο και τις γνωστές δυνάμεις της οπισθοδρομικότητας να έχουν ήδη δώσει δείγματα γραφής (υποθέσεις Γέροντα Παστίτσιου και Corpus Christi) μπορώ να φανταστώ από τώρα πλήθη έξω από το κτίριο του τηλεοπτικού σταθμού, που θα τολμήσει να συμπεριλάβει στο πρόγραμμά του τη συγκεκριμένη ταινία, να εκτοξεύουν απειλές και να επιχειρούν να εισβάλουν στο κτίριο αυτό, βουλευτές της ακροδεξιάς να ρωτούν για τη σκοπιμότητα της προβολής της και, μάλιστα, με χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων, πύρινα άρθρα να κοσμούν τις εφημερίδες και ιστοσελίδες μίσους να πλημμυρίζουν το Διαδίκτυο. Στο τέλος, ο τηλεοπτικός σταθμός είτε θα ματαιώσει την προβολή της εν λόγω ταινίας επικαλούμενος τις «διαμαρτυρίες τηλεθεατών μας» είτε θα την προβάλει πετσοκομμένη και χωρίς τη γοητεία της αυθεντικής κόπιας. Εκείνη η ρασοφόρος ψυχή, που ανέκραξε κάποτε δίκην προφήτη «όπισθεν ολοταχώς» θα παρακολουθεί από κάπου αυτό το σκηνικό και θα γελούν και τα γένια της.
            Μετά τα παραπάνω, οι φύλακες των ηθών μας θα κομπάζουν, που έσωσαν το λαό από τη διαφθορά, οι βουλευτές, που πρωτοστάτησαν στις παραπάνω φασαρίες, θα μετρούν έμπλεοι ευτυχίας τα κουκιά τους (οράτε ψήφους), και τα διευθυντικά στελέχη του σταθμού θα ξεφυσούν ανακουφισμένοι, επειδή έσωσαν τα κεφάλια τους. Οι υπόλοιποι θα μπορούμε να φωνάξουμε «ο συντηρητισμός πέθανε, ζήτω η οπισθοδρομικότητα». Και θα έχουμε κάθε λόγο προς τούτο. 

Τρίτη 11 Αυγούστου 2009

Η υπερπροβολή μιας χοντράδας

Να διαβάζεις για τη μεγάλη εισπρακτική επιτυχία της χρονιάς στους κινηματογράφους της Δύσης, να ακούς για κόσμο, που κρατούσε τις κοιλιές του από τα γέλια και να μαθαίνεις για τις διθυραμβικές κριτικές αρκετών δικών μας κριτικών κινηματογράφου. Ε, σκέφτεσαι, δεν μπορεί, τόσος κόσμος θα πέφτει μέσα και ο "ΜΠΡΟΥΝΟ" θα είναι ταινία της προκοπής, που βγάζει γέλιο. Χώρια, που η εν λόγω ταινία σατιρίζει τόσο την ομοφοβία όσο και την ίδια την ομοφυλοφιλία ή, τουλάχιστον, έτσι διατείνονταν οι θαυμαστές της, οπότε παρουσίαζε ένα, ακόμα λόγο, που την καθιστούσε άξια προσοχής.
Κάπως έτσι σκέφτηκε και ο υποφαινόμενος και αποφάσισε να δει το καινούργιο πόνημα του Σάσα Μπαρόν Κοέν, του Άγγλου κωμικού - αν και θεωρώ, ότι περισσότερο σατιρικός παρά κωμικός είναι - που μας φιλοδώρησε τα τελευταία χρόνια με αμφιλεγόμενους χαρακτήρες, όπως ο Άλι Τζι και ο Μπόρατ. Καλοκαιρινός κινηματογράφος, καλή παρέα με ανοικτούς κινηματογραφικούς ορίζοντες, ώστε να δύναται να ακολουθεί ακόμα και στις λιγότερο εμπορικές άλλως διαφορετικές ταινίες, άφθονος ελεύθερος χρόνος για να μη στριμωχτούμε με τα επαγγελματικά ωράρια και βουρ για τον κινηματογράφο!
Δύο, περίπου, ώρες αργότερα, θρηνώ το χαμένο μου χρόνο και τα αδίκως σπαταλημένα 8 ευρώ του εισιτηρίου. Αυτή ήταν η μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, η κωμωδία της χρονιάς, η απίστευτη σάτιρα του κόσμου της τηλεόρασης και του φαινομένου της ομοφοβίας και της ομοφυλοφιλίας; Τότε οι απίστευτες χοντράδες των αδελφών Φαρέλλι ("Κάτι τρέχει με τη Μαίρη", για παράδειγμα) και οι αλήστου μνήμης βιντεοκασέτες του Στάθη Ψάλτη αποτελούν ορόσημο στον παγκόσμιο κινηματογράφο. Επρόκειτο για μια συρραφή από άτσαλα καλαμπούρια διανθισμένα με τη γυμνομανία - και όχι μόνο αυτή - του πρωταγωνιστή και εμπνευστή αυτού του πονήματος, η οποία εκβιάζει το γέλιο περισσότερο με τις αντιδράσεις, που προκαλούν στους εμπλεκομένους με την ταινία τα σχόλια του κ. Κοέν παρά με το χιούμορ. Και κυρίαρχο στην ταινία αυτή ήταν η υποτιθέμενη ανατρεπτική αλλά στην πραγματικότητα χοντροκομμένη αίσθηση του σεξιστικού αστείου.
Δε διαφωνώ, ότι υπήρχαν στιγμές, όπου το γέλιο έπεφτε σύννεφο, όπως η προτελευταία σκηνή της ταινίας, όπου ο πρωταγωνιστής προκαλεί κάποιο θεατή να παλέψει μαζί του στην αρένα μιας πόλης των Η.Π.Α., αφού πρώτα έχει ξεσπαθώσει κατά των ομοφυλοφίλων με την αμέριστη συνδρομή του φανερά ομοφοβικού κοινού και, τελικά, καταλήγει να αρχίσει να φιλιέται παθιασμένα μαζί του, ενώ καρέκλες και παντός είδους πτερόεντα αντικείμενα εκτοξεύονται στο ρινγκ. Γέλιο προκαλεί και η σκηνή, όπου ο αείμνηστος Λάμπρος Κωνσταντάρας τραγουδάει την "Ιτιά" φορώντας το σώβρακό του, γέλιο βγάζουν και ορισμένες βωμολοχίες της ταλαίπωρης ελληνικής επιθεώρησης. Αλλά προφανώς δεν αναβιβάζουν τα σχετικά έργα σε αριστουργήματα. Ο κόσμος έχει αναντίρρητα ανάγκη να γελάσει στον κινηματογράφο και θα βρει στιγμιότυπα, που θα τον κάνουν να ξεσπάσει σε γέλια. Φρονώ, όμως, με τις ελάχιστες κινηματογραφικές μου γνώσεις, ότι αυτό δεν αρκεί, ώστε να αναδείξει σε κομψοτέχνημα την ταινία του κ. Κοέν τη στιγμή, μάλιστα, που κυριαρχεί η εντύπωση, ότι η ταινία αγκομαχάει, μέχρι να προκαλέσει το γέλιο στο θεατή και, τελικά, το πετυχαίνει αλλά σε λίγες μόνο σκηνές και εκεί με άκομψα, κυρίως, καλαμπούρια. Η χοντράδα επ' ουδενί λόγω, πιστεύω, μπορεί να αποτελέσει ένδειξη υψηλής τέχνης, τη στιγμή, μάλιστα, που υπάρχουν δεκάδες κωμωδίες του πρόσφατου ή πιο μακρυνού παρελθόντος, οι οποίες προκάλεσαν ποταμούς γέλιων, χωρίς να καταφεύγουν σε υπερβολές (ενδεικτικά αναφέρω το "ΔΕΙΠΝΟ ΗΛΙΘΙΩΝ").
Μα τι είδαν τόσοι κριτικοί κινηματογράφου και θεατές στο εξωτερικό, όπου η ταινία έκανε θραύση στα εισιτήρια, θα αναρωτηθείτε. Ειλικρινά δε γνωρίζω το γούστο των θεατών στη Δύση. Πιθανότατα να εξετίμησαν το γέλιο, που έβγαζε σε ορισμένα σημεία η ταινία αυτή, αδιαφορώντας για το όλο ύφος της, πράγμα, που δεν συγκίνησε ιδιαίτερα τους εν Ελλάδι κινηματογραφόφιλους, οι οποίοι, σημειωτέον, δεν είναι καθόλου αμελητέα ποσότητα. Και ως προς τους κριτικούς κινηματογράφου, που επήνεσαν την εν λόγω ταινία, έχω την αίσθηση, ότι συχνά σπεύδουν να επαινέσουν ταινίες γυρισμένες εκτός Χόλλυγουντ και, γενικά, ταινίες, που πλήττουν τις Η.Π.Α. και τις αντιλήψεις, που κυριαρχούν εκεί, οπότε έχω κάθε λόγο να θεωρώ την κρίση τους αρκετά συζητήσιμη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την υπό σχολιασμό ταινία.
Βγήκα από τον κινηματογράφο με μια αίσθηση, ότι αυτό, που είδα, δεν άξιζε στο ελάχιστο ούτε την προσοχή μου ούτε τα λεφτά μου, όσες διθυραμβικές κριτικές και αν πήρε και ανεξάρτητα από τα εισιτήρια, που έκοψε στο εξωτερικό. Και όσο πιο πολύ το συζητούσα με φίλους μου τόσο περισσότερο έβρισκα, ότι δεν είχα πέσει και πολύ έξω.

Κυριακή 3 Μαΐου 2009

Επιπόλαιες συγκρίσεις

Δεν είδα, ακόμα, την τουρκική ταινία "ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ" της Τομρίς Γκιρτιλίογλου αλλά πρόλαβα να διαβάσω και να θαυμάσω τη σπουδή, με την οποία ορισμένοι κριτικοί κινηματογράφου και όχι μόνο αυτοί έσπευσαν να επαινέσουν τους γείτονές μας, που αποφάσισαν να δουν με κριτική ματιά τα ανδραγαθήματά τους εις βάρος εθνοτήτων, που ζούσαν μαζί τους στο παρελθόν, ενώ εμείς ακόμα δεν αγγίζουμε τέτοια ζητήματα.
Προφανώς για τους θιασώτες της παραπάνω άποψης δεν υπάρχουν τα εκδοθέντα το 1962 "ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ" της Διδούς Σωτηρίου, στις σελίδες των οποίων (μιλάω για το βιβλίο και όχι για την τηλεοπτική σειρά) αναφέρονται οι αγριότητες του ελληνικού στρατού στην περιοχή της Σμύρνης. Ενδεχόμενα για τα ίδια πρόσωπα να μην υφίστανται ούτε ανάλογες ιστορικές μελέτες, που αναφέρονται σε βαρβαρότητες από την ελληνική πλευρά, όπως το πογκρόμ στην εβραϊκή συνοικία Κάμπελ της Θεσσαλονίκης, που δεν είχε, σε καμμία περίπτωση, την ένταση και έκταση των Σεπτεμβριανών του 1955 στην Πόλη αλλά υπάρχει και κρίνεται, η μπάρα, με την οποία ήταν αποκλεισμένοι από την υπόλοιπη Ελλάδα οι κάτοικοι των Πομακοχωρίων της Θράκης έως και πριν από 15 χρόνια κ.λπ.
Αλλά η σύγχρονη τάση να υπερθεματίζουμε σε ενοχές για τις αγριότητες του παρελθόντος ως και για τη σκόπιμη εκ μέρους μας, δήθεν, απόκρυψή τους φαίνεται, ότι υπερτερεί της δυνατότητας να ρίχνουμε ψύχραιμες ματιές στο παρελθόν μας. Και, κυρίως, να διαπιστώνουμε, ότι έχουμε ξεφύγει από την ωραιοποίηση της ιστορίας μας και έχουμε καταβάλει αρκετές προσπάθειες, ώστε να δούμε και τις γκρίζες ου μην και μαύρες σελίδες της.

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

ΜΙΑ ΧΑΡΑΜΑΔΑ ΛΙΓΟ ΦΩΣ

Μπορεί οι κλασσικοί αναγνώστες εφημερίδων να δυσανασχετούν, που ακόμα και οι παλαιότερες και συνήθως σοβαρότερες εφημερίδες έχουν υιοθετήσει την τακτική της προσφοράς ταινιών με κάθε κυριακάτικο φύλλο τους αλλά, προσωπικά, δεν στενοχωριέμαι καθόλου. Διότι μου παρέχουν τη δυνατότητα να αποκτήσω κάποιες σπουδαίες ταινίες, τις οποίες ανά πάσα στιγμή θα μπορώ να απολαύσω υπό οποιεσδήποτε προϋποθέσεις, χωρίς να περιμένω, πότε θα τις προβάλει η τηλεόραση, ώστε να τις γράψω στο βίντεο. Α, και να υποστώ τα 20λεπτα διαλείμματα για διαφημίσεις ή το ενδεχόμενο να υπολείπονται 20 λεπτά για να τελειώσει η ταινία και ο τηλεοπτικός σταθμός να επιλέγει κάνε διάλειμμα, ώστε να προβάλει όχι μόνο διαφημίσεις αλλά και τι δελτίο ειδήσεών του.
Μια τέτοια ευκαιρία είχα και σήμερα, που μια κυριακάτικη εφημερίδα έδινε δύο ταινίες, μια εκ των οποίων ήταν αυτή, που κέρδισε, το περσυνό βραβείο Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, «ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ», μια σπουδαία απεικόνιση της ζωής στην Ανατολική Γερμανία εν έτει 1984, όταν ένας από τους σκληρότερους αλλά και ικανότερους ανακριτές της Στάζι, της μυστικής αστυνομίας, ο Βίσλερ, λαμβάνει την εντολή να παρακολουθεί το σπίτι του Γκέοργκ Ντράιμαν, πιστού στο καθεστώς σκηνοθέτη, τον οποίο υποπτεύονται για ανατρεπτική δράση. Μόνο που σταδιακά αρχίζει να αποστασιοποιείται από τις εντολές των προϊσταμένων του και να καλύπτει το Ντράιμαν, ο οποίος, χωρίς να είναι φανερά αντικαθεστωτικός, απεχθάνεται πολλά από τα στοιχεία του καθεστώτος.
Η ταινία αυτή αγαπήθηκε ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Έκοψε περί τα 400.000 εισιτήρια, αριθμός ιδιαίτερα ασυνήθιστος για μη αγγλόφωνη ή ελληνική ταινία και απέσπασε κολακευτικές κριτικές.
Μόνο που στην Ελλάδα δεν υπήρξαν μόνο θαυμαστές της ταινίας. Δεν έλειψαν οι κριτικές, που έβαλλαν κατά του σκηνοθέτη Ντόνερσμαρκ, κατηγορώντας τον για αντικομμουνισμό και για σπίλωση του σοσιαλισμού στα χρόνια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Μα δεν υπήρχε παρακολούθηση στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, άσε, που δεν δείχνει η ταινία, ότι κανένας δεν έμενε χωρίς δουλειά, κανένας δεν πεινούσε, εγκληματικότητα δεν υπήρχε και όλοι ζούσαν καλά. Κρίθηκε, επίσης, ότι η ταινία έρεπε προς το μελόδραμα και την κοινοτοπία, ενώ δεν έλειψαν και οι απορίες, οι οποίες εξεφράσθησαν από τους περισσότερους επικριτές της ταινίας, ότι, δηλαδή, οι πράκτορες της Στάζι ήταν τόσο αδίστακτοι και απάνθρωποι, που είναι αδύνατο ο πρωταγωνιστής ανακριτής να υπήρχε περίπτωση να δείξει ανθρώπινο πρόσωπο και πως στην πραγματικότητα θα είχε καταδώσει το Ντράιμαν με το καλημέρα. Πώς είναι δυνατό, δηλαδή, σε μια χώρα του πάλαι ποτέ υπαρκτού σοσιαλισμού, όπου η κατάδοση του διπλανού σου αποτελούσε προϋπόθεση για την ασφάλεια αλλά και για την ανέλιξή σου στο Κόμμα, ένας ανακριτής και, μάλιστα, εκ των πιο επιτυχημένων αλλά και αφοσιωμένων στο Κόμμα και την υπηρεσία του, να φτάσει στο σημείο να προστατεύσει έναν εχθρό του σοσιαλισμού και, μάλιστα, η αλλαγή αυτή στη ζωή του να γίνει με ένα τρόπο, που στα μάτια των πολλών φάνταζε απλοϊκός; ( ο ιστότοπος αthens.indymedia.org παρουσιάζει το πολύ εύγλωττο κείμενο του Ριζοσπάστη για την ταινία στην ηλεκτρονική διεύθυνση athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=629867. Δείτε, επίσης, την κριτική του κ. Δημήτρη Δανίκα στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» στις 14.12.2006 αλλά και στο www.tanea.gr//Article.aspx?d=20061214&nid=2972513&sn=&spid=221).
Θα αποφύγω να κρίνω την άποψη των επικριτών της ταινίας αυτής, διότι σκοπός μου είναι να εστιάσω στο πρόσωπο του Βίσλερ, ο οποίος, αν και στην αρχή του έργου δίδει την εντύπωση ενός τυπικού και αφοσιωμένου στρατιώτη του Κόμματος, στην πορεία φαίνεται να υποστηρίζει το Ντράιμαν και αυτό το πληρώνει με τον υποβιβασμό του. Φρονώ ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κομματικών στελεχών στα ανελεύθερα καθεστώτα του παρελθόντος ήταν απόλυτα αφοσιωμένοι στο Κόμμα και τις εντολές του και δεν αισθάνονταν τον παραμικρό οίκτο για εκείνους, που θεωρούσαν ως εχθρούς του Κόμματος και του σοσιαλισμού. Η τύχη των χαρακτηρισμένων ως αντιπάλων του σοσιαλισμού ήταν προδιαγεγραμμένη και ποτέ δε γλύτωναν (διαβάστε και την άποψη του κ. Γκάζμεντ Καπλάνι στο gazikapllani.blogspot.com/2007/01/blog-post_16.html).
Μόνο, που η ιστορία έχει να δείξει αρκετά παραδείγματα προσώπων, τα οποία υπηρετούσαν ένα καθεστώς αντιδημοκρατικό και απάνθρωπο αλλά κάποια στιγμή κάτι ξύπνησε μέσα τους και ανέκρουσαν πρύμνη. Για κάθε πιστό στρατιώτη του γερμανικού στρατού ή των όποιων διαβαθμίσεών του, που δεν έδειχνε τον παραμικρό οίκτο στους αντιπάλους λαούς και στρατούς, υπάρχει ο στρατιώτης, που άνοιξε την πόρτα του καιόμενου σχολείου στα φυλακισμένα γυναικόπαιδα των Καλαβρύτων το 1943, λίγο πριν καταρρεύσει η στέγη του, και τα έσωσε από βέβαιο θάνατο. Για κάθε ορκισμένο Ερυθροφρουρό, που κατέστρεψε την Κίνα στη διάρκεια τις Πολιτιστικής Επανάστασης και κάθε κομματικό στέλεχος, που πίστευε στην ακραία καταστολή κάθε αντίθετης φωνής στην Κίνα, υπάρχει ο Ζάο Ζιγιάνγκ, Γενικός Γραμματέας του Κ. Κ. Κίνας(και όχι απλό στέλεχος του Κ.Κ.Κ.), που αντιτάχθηκε στην καταστολή της εξέγερσης των φοιτητών στην πλατεία Τιεν Αν Μεν ή, τουλάχιστο, προσπάθησε να την ανατρέψει και το πλήρωσε με κατ’ οίκον περιορισμό μέχρι τον πρόσφατο θάνατό του. Για κάθε Γερμανό θεατή στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936, που χαιρετούσε ναζιστικά, πιστό στις προσταγές του ναζιστικού κόμματος, υπήρχε ένα Λουτς Λονγκ, άλτης του μήκους, ο οποίος όχι μόνο ανέπτυξε φιλία με το μαύρο Τζέσε Όουενς αλλά και του υπέδειξε τρόπους, ώστε να βελτιώσει τα άλματά του. Και για κάθε Μιχαήλ Σολόχωφ, συγγραφέα απόλυτα ευθυγραμμισμένο με τις ντιρεκτίβες του Κομμουνιστικού Κόμματος της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, υπάρχουν ο Αλεξάντερ Σολτζενίτσιν και ο Αλεξάντερ Γκίνζμπουργκ, που ύψωσαν τη φωνή τους κατά του ανελεύθερου καθεστώτος της χώρας τους.
Δεν ήταν, λοιπόν, τα καθεστώτα των πρώην σοσιαλιστικών χωρών αλλά και άλλων χωρών, όπου επικρατούσαν ανελεύθερα πολιτεύματα, τόποι απόλυτης αφοσίωσης, έστω και δια του τρόμου, όπου τόσο τα κομματικά στελέχη όσο και ο απλός λαός ασπαζόντουσαν πλήρως και εφ’ όρου ζωής τις οδηγίες της ηγεσίας του Κόμματος. Η ταινία αυτή θέλησε, πιστεύω, να δείξει ότι ακόμα και στη μαυρίλα του πιο σκληρού καθεστώτος (αλληγορική, ίσως, η σκηνή, όπου ο Βίσλερ επιστρέφει αργά το βράδυ στο σπίτι του σε ένα έρημο και θεοσκότεινο Ανατολικό Βερολίνο) υπάρχουν κάποιοι, που ανοίγουν μικρές χαραμάδες, για να περάσει λίγο φως. Και από τις χαραμάδες αυτές αρχίζει η κατάρρευση και των πιο σκληρών καθεστώτων.