Δημοφιλείς αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαν ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαν ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Μια εικόνα από το μέλλον

Απέμεναν δέκα λεπτά, μέχρι να τον φωνάξουν να εμφανιστεί.
Έλεγξε με τα δάχτυλά του τον κόμπο της πανάκριβης ιταλικής και νεανικής γραβάτας του. Ίσιωσε τη χωρίστρα του. 10 χρόνια είχε αποχωριστεί το εν χρω κούρεμα και ακόμα ένοιωθε κάπως παράξενα, που κάτι γαργαλούσε την παλάμη του, κάθε φορά που την ύψωνε πάνω από το κεφάλι του. Σκούπισε μηχανικά το πέτο και το μαντίλι του σακακιού του. Προς στιγμή, θυμήθηκε την πρότερη νιότη του, όταν σήκωνε το χέρι είτε για να χαιρετίσει με τον τρόπο, που τον είχαν μάθει στο κόμμα του, είτε για να δώσει το σύνθημα στους συντρόφους του να μπουκάρουν σε στέκια μεταναστών. Α, μια φορά είχε χτυπήσει και μια βουλευτή του ΚΚΕ σε τηλεοπτική εκπομπή. Την είχε γλυτώσει, επειδή η παθούσα δεν είχε υποβάλει έγκληση.
Έπιασε τον εαυτό του να λέει λόγια, όπως "βρωμιάρηδες", "λαθρομετανάστες" και άλλες πολλές με παρεμφερή απαξία. Οι λέξεις ξύπνησαν θύμησες απ' τα όχι και τόσο παλιά. Το σκοτεινό παρασκήνιο του θύμισε εποχές ένδοξες και ανδρειωμένες, όταν με άλλους συντρόφους του εξορμούσε στις γειτονιές των μεταναστών και κυνηγούσε όποιον σκουρόχρωμο έβρισκε μπροστά του ή απειλούσε ομοφυλοφίλους και καλλιτέχνες. Τα μάτια του στριφογύρισαν στις κόχες τους. Η ματιά του έπεσε στην καθαρίστρια, που πάλευε με μια μουντζούρα στον τοίχο. Μετανάστρια, συμπέρανε, από το δέρμα της επιδερμίδας της! Τόσα χρόνια στο κυνήγι, τους είχε μάθει και αυτοί τον είχαν, επίσης, μάθει. Το τρομαγμένο βλέμμα της τον γέμισε ευχαρίστηση. Τι ωραία που θα ήταν να της κολλήσω τη μάπα στον τοίχο, σκέφτηκε. Ένοιωσε την αδρεναλίνη να πετάγεται από κάθε πόρο του δέρματός του. 
Ένα νόημα του βοηθού σκηνοθέτη τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Σε πέντε λεπτά εμφανίζεσαι. Τι ηλίθιος, σκέφτηκε, θα τα τίναζα όλα στον αέρα για μια παρόρμηση. Σε λίγο, θα άρχιζε η συνέντευξή του, η οποία θα μεταδιδόταν σε πανελλήνιο δίκτυο και αυτός σκεφτόταν να τσακίσει τη μούρη μιας "λαθρομετανάστριας". Τα έβαλε με τον εαυτό του. Οι εποχές, που δρούσε με βάση το θυμικό του, είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Το κόμμα του, κάποτε περιθωριακό και με μερικές εκατοντάδες ψήφους πανελλαδικά, συγκέντρωνε, πλέον, το 20% και έπαιζε το ρόλο ρυθμιστή σε μια αποσαθρωμένη κοινωνία, που περίμενε από τους πάλαι ποτέ μαυροντυμένους και σωματώδεις τύπους, τους οποίους πάντοτε συνόδευαν κοπέλες σε όλες τις αποχρώσεις του ξανθού, να βάλει στη θέση τους τους κλέφτες πολιτικούς και να διαλύσει το σάπιο σύστημα. Συνάμα, όμως, μια δεκαετία στα βουλευτικά έδρανα είχε διδάξει αυτόν και το κόμμα του να συγκρατούν τα νεύρα τους. Κάτι ηλίθιοι, που επέμεναν στις παραδοσιακές μεθόδους της βίας και του τραμπουκισμού, είχαν εκδιωχθεί από το κόμμα και τώρα φυτοζωούσαν πουλώντας προστασία σε τριτοκλασάτα μπαράκια ή ξεφορτώνοντας κασόνια σε σούπερ μάρκετς. Ας πρόσεχαν, τόσο τους έκοβε, σκέφτηκε.  Όσοι κατάλαβαν, ότι έπρεπε να προσαρμοστούν, εγκατέλειψαν τις ακραίες κομμώσεις και προσαρμόστηκαν στις νόρμες των αστών, που έπρεπε να προσεταιριστούν. Τέρμα πια οι μπρατσαράδες με τις στενές μπλούζες και τα μουστάκια των οπλαρχηγών του '21! Τέρμα πια τα κουρέματα γουλί! Τέρμα τα άρβυλα και τα μαύρα τζιν! Κομμένοι και οι λεκτικοί αυτοσχεδιασμοί, που προκαλούσαν αλωπεκίαση σε όσους ακροατές γνώριζαν ελληνικά. Είμαστε εθνικιστές και ο καλός εθνικιστής δεν πρέπει να φωνάζει τις καταβολές του, είχε πει ο αρχηγός και οι λιγότερο ανεγκέφαλοι τον είχαν υπακούσει, όπως, άλλωστε, είχαν διδαχθεί από το πρώτο κιόλας λεπτό τους στο κόμμα. 
Δύο λεπτά, έκανε νόημα ο βοηθός σκηνοθέτη. Τώρα και αυτός και οι σύντροφοί του είχαν ντυθεί κοστούμια και γραβάτες, είχαν αφήσει το μαλλί τους να μεγαλώσει 2-3 πόντους, είχαν ιταλικά παπούτσια και βουρ  στα ΜΜΕ. Μερικοί έβαλαν και ζελέ στο μαλλί και έντυσαν το λόγο τους με 5-6 ελληνικούρες, για να δείχνουν μορφωμένοι και καλοί χρήστες της ελληνικής. Κάποιοι πήγαν σε γιατρούς, για να τους αφαιρέσουν τα τατουάζ με τις σβάστικες και τα ζιγκ χάιλ. Τώρα, που το σχέδιο συνεργασίας με τη Ν.Δ. είχε πάρει καλό δρόμο και το κόμμα είχε αποκτήσει ρόλο ρυθμιστή στα πολιτικά πράγματα, το πρόγραμμά του είχε τροποποιηθεί προς το ηπιότερο. Τώρα προείχε η βελτίωση της παιδείας, με σκοπό την εθνική και θρησκευτική διάπλαση των παίδων, με έμφαση στην αύξηση των ωρών διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και την προσθήκη μιας, ακόμα, ώρας θρησκευτικών αλλά και την αποκάθαρση της διδασκαλίας της ιστορίας "από αριστερές επιρροές". Στην οικονομία, οι κραυγές περί καταργήσεων των μνημονίων είχαν αντικατασταθεί από συνθήματα για αληθινή επαναδιαπραγμάτευση μαζί με σχέδιο περί αύξησης της εγχώριας αγροτικής παραγωγής και αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου της χώρας από Έλληνες, για να γίνει η χώρα αυτάρκης και να μην εξαρτάται από τους ξένους. Στην πολιτική, θα αποκάλυπταν όσους πολιτικούς είχαν προδώσει τη χώρα στα ξένα συμφέροντα και θα τους τιμωρούσαν αμείλικτα, ψηφίζοντας νόμους με αναδρομική ισχύ. Στον τομέας της εγκληματικότητας, είχαν ήδη εισηγηθεί την επαναφορά της θανατικής ποινής και την υιοθέτηση του μέτρου των καταναγκαστικών έργων ως μέσου σωφρονισμού των φυλακισμένων. Όσο για τους μετανάστες; Η πρόταση ήταν απλή, όσοι μπήκαν νόμιμα στη χώρα, θα παρέμεναν στη χώρα. Οι υπόλοιποι θα απελαύνονταν.
Ένα λεπτό! Κοίταξε από το παρασκήνιο τον παρουσιαστή. Ήταν ο καλύτερος σύμμαχός του και δεν φοβόταν, μήπως του κάνει κάποια κακή ερώτηση. Η αυτοπεποίθησή του είχε πάει στα ουράνια. Τα πόδια του είχαν βγάλει φτερά. Ούτε υπήρχε περίπτωση να του θυμίσει το παρελθόν του. Άλλωστε, η απάντησή του σε όσους κακεντρεχείς του θύμιζαν τη βίαιη νιότη του ήταν σταθερή. Επρόκειτο για νεανικά ατοπήματα, που όλοι έχουμε κάνει.
Μπαίνεις, μόλις σταματήσει να μιλάει ο παρουσιαστής, έκανε νόημα ο βοηθός σκηνοθέτη. Ο φέρελπις πολιτικός, ο πρώτος βουλευτής των εθνικιστών, που θα έπαιρνε υπουργικό αξίωμα, ο αγαπημένος χιλιάδων νέων, ο επιστήμονας, που συνδύασε την πολιτική με το σεξ απήλ και τον ανδρισμό, που έκανε τις γυναίκες να παραμιλούν στη θέα του, έπαιρνε τη θέση του δίπλα στον παρουσιαστή, που τον  προσφωνούσε :
"Κυρίες και κύριοι, υποδεχθείτε τον .............."
Το κοινό χειροκροτούσε εκστασιασμένο.
Καληνύχτα, Ελλάδα!

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Τί να σου πω, ρε Σουέλα;

Η Σουέλα είναι 20 ετών. Ήλθε στην Ελλάδα σε ηλικία τεσσάρων ετών από την Αλβανία. Ο πατέρας της εργαζόταν οικοδόμος στην Αθήνα από το 1991 και κάποια στιγμή αποφάσισε να φέρει και την υπόλοιπη οικογένειά του στον τόπο εργασίας του. Από το 1998, ζουν στην Πάτρα. Οι αναμνήσεις της Σουέλας από τα χρόνια, που ζούσε στην Αλβανία, είναι ελάχιστες και θολές. Ουσιαστικά δεν έχει γνωρίσει άλλη πατρίδα. Σχολείο πήγε μόνο στην Ελλάδα και μαντεύει κανείς την καταγωγή της μόνο από το όνομά της, καθώς τα ελληνικά της είναι πανομοιότυπα με αυτά των γηγενών και με όλους τους ιδιωματισμούς, που οι συνομήλικοί της χρησιμοποιούν. Εργάζεται ως υπάλληλος στο υποκατάστημα μιας αλυσίδας καταστημάτων και παράλληλα σπουδάζει στα ΤΕΙ Πατρών.
Ο Νόμος Ραγκούση της έδωσε τη δυνατότητα να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια. Ήταν από τα πρώτα παιδιά μεταναστών, που έκανε τα χαρτιά της και πήρε πριν από επτά μήνες την πολυπόθητη θετική απόφαση και μαζί την ελληνική ταυτότητα. Τα όνειρά της πήραν νέες διαστάσεις, αφού άρχισε, πλέον, να σκέφτεται με περισσότερη ασφάλεια το μέλλον της στην Ελλάδα. Τέρμα, πλέον, οι ουρές στους Δήμους και τα παρακάλια στους νυσταλέους και εχθρικούς υπαλλήλους των αρμοδίων υπηρεσιών για τους μετανάστες! Τέρμα πια οι έλεγχοι των αστυνομικών και η παραμονή για μερικές ώρες στα αστυνομικά τμήματα για «εξακρίβωση στοιχείων» από αστυνομικούς, οι οποίοι πρώτα ανέλυαν με τους συναδέλφους τους το οφσάιντ, που δεν χρέωσε ο πουλημένος διαιτητής στο Γαύρο, ή τα «μπαλόνια» κας. Σάσας Μπάστα, προτού καταπιαστούν βαριεστημένα μετά από 2-3 ώρες με την υπόθεσή σου και αφού πρώτα ξερνούσαν πάνω σου, αν ήσουν γυναίκα, το σεξισμό τους!
Αίφνης δημοσιεύεται η γνωστή απόφαση του ΣτΕ, που κρίνει αντισυνταγματικό το Νόμο Ραγκούση. Η Σουέλα έχει φίλους, που είχαν τις ίδιες με αυτή προϋποθέσεις απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας αλλά δεν η υπόθεσή τους δεν είχε εξεταστεί και τώρα θα πρέπει να υπομείνουν τη γνωστή μοίρα του μετανάστη, ήτοι τις ουρές μπροστά από τις αρμόδιες για τους μετανάστες υπηρεσίες και την αρνητική αντιμετώπιση των εκεί υπαλλήλων, για να μην αναφερθούμε στο κυνήγι των ενσήμων για την ανανέωση της άδειας παραμονής. Η Σουέλα  λυπάται τους φίλους της, που δεν τα κατάφεραν. Κάτι μέσα της τής λέει, ότι πρέπει να ανησυχεί. Τέτοιες αποφάσεις είναι προάγγελος κακών νέων.
Περνούν μερικές μέρες και κάπου διαβάζει, ότι τώρα το κράτος δικαιούται να επαξενετάσει τις περιπτώσεις των προσώπων, που πήραν ελληνική ιθαγένεια με τον επίσημα, πλέον, αντισυνταγματικό Νόμο Ραγκούση. Και, επειδή η απόφαση έκρινε, ότι οι προϋποθέσεις, που ο νόμος αυτός έθετε, δεν ήταν επαρκείς, ξέρει πολύ καλά, ότι, αν την καλέσουν από την Περιφέρεια, η απόφαση θα είναι σχεδόν σίγουρα αρνητική και θα πρέπει να αποχαιρετήσει την ελληνική ιθαγένεια και να επιστρέψει στην παλιά, γνωστή αβεβαιότητα.
Η Σουέλα αναρωτιέται, γιατί της αξίζει και αυτής και χιλιάδων άλλων παιδιών μεταναστών μεγαλωμένων στην Ελλάδα αυτή η τύχη. Άλλο τόπο δεν έχουν γνωρίσει και τη χώρα καταγωγής τους τη βλέπουν με την ίδια αίσθηση, που παρατηρεί κανείς μια ξένη χώρα. Δεν την έχουν επισκεφτεί παρά ελάχιστες φορές και, όσες φορές πήγαν, είδαν κάποιους άγνωστους συγγενείς να τους μιλούν σε μια γλώσσα άγνωστη, ενώ όποτε προσπάθησαν να τους απαντήσουν στην ίδια γλώσσα, εισέπραξαν χάχανα για την προφορά και τους βαρβαρισμούς τους. Οι παρέες τους, οι σπουδές τους, τα ενδιαφέροντά τους, η ζωή τους όλη βρίσκονται στην Ελλάδα, όπου ζουν νομιμότατα με τους γονείς τους. Πονούν αυτό τον τόπο με την ίδια θλίψη, που τον πονούν οι γηγενείς. Και τώρα; Καλούνται να επιστρέψουν στη γνωστή ταλαιπωρία των αρμοδίων υπηρεσιών για τους μετανάστες, τρέμουν, μήπως και χάσουν την προθεσμία υποβολής των δικαιολογητικών, σκέφτοναι, ότι πρέπει να παρακαλούν το αφεντικό τους να τους δώσει μια μέρα άδεια να στηθούν στην αναθεματισμένη την ουρά με τους υπολοίπους μετανάστες και υπό την προϋπόθεση, ότι θα προλάβουν να εξυπηρετηθούν και δεν θα πέσουν στο πέρας του ωραρίου, οπότε οι αρμόδιοι υπάλληλοι θα τους πουν με ελεεινή αναισθησία «περάστε αύριο» και «τι να κάνουμε, πρέπει να πάμε και εμείς στα σπίτια μας», αν είναι ευγενείς ή απλά αδιάφοροι (διότι, αν δεν είναι, θα στα πουν λιμανίσια), ξέρουν, ότι πρέπει να παρακαλέσουν το αφεντικό να τους πληρώσει τα ένσημα, αλλιώς δεν θα μπορέσουν να ανανεώσουν την άδεια παραμονής τους, ξέρουν, ότι θα τους καλούν από την Περιφέρεια για εξηγήσεις, αν κάποιο έγγραφο δεν συμπληρώθηκε σωστά κ.λπ. κ.λπ. Χώρια η αβεβαιότητα, που ξανακάθεται μέσα της. Μα η Ελλάδα είναι η πατρίδα μου, λέει με οδύνη. Και ποιό αφεντικό σήμερα κολλάει ένσημα;
Όσο για μένα; Διάβασα και ξαναδιάβασα την επίμαχη απόφαση και θύμωσα. Θύμωσα με τους Δικαστές του ΣτΕ, που έκριναν, ότι η προστασία του έθνους φτάνει μέχρι την απόρριψη ενός από τους πιο σωστούς νόμους, που ψηφίστηκαν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, και προέβαλαν ένα σημαντικό εμπόδιο στην πληρέστερη ενσωμάτωση των μεταναστών στην κοινωνία μας. Θύμωσα, που με αυτή την απόφαση δικαιώθηκαν όλοι εκείνοι οι συμπολίτες μου, οι οποίοι φωνάζουν, ότι δεν πρέπει να έχουν δικαιώματα οι «λαθρομετανάστες», επειδή ήλθαν εδώ παράνομα, και ας φρόντισαν οι ίδιοι ελληναράδες να τους ξεπατώσουν βάζοντάς τους να δουλεύουν νυχθημερόν στους αγρούς και στα γιαπιά ή να φροντίζουν κατάκοιτους ηλικιωμένους με άνοια, διότι κανένας Έλληνας δεν καταδεχόταν να κάνει αυτές τις εργασίες, και τους άφηναν και ανασφάλιστους και απλήρωτους. Θύμωσα με την κουτοπονηριά της κοινωνίας μας, η οποία εκμεταλλεύτηκε αυτούς τους ανθρώπους και τώρα θυμήθηκε ξαφνικά, ότι έχει και άλλες προτεραιότητες και οι «λαθρομετανάστες» δεν είναι μια από αυτές. Θύμωσα, που η χώρα μου δεν διδάχθηκε από τις χώρες της Δύσης, που με μια σειρά μέτρων επέτυχαν να ενσωματώσουν πολλούς από τους μετανάστες τους και σήμερα τόσο αυτοί όσο και τα παιδιά τους προκόβουν στις χώρες αυτές. Θύμωσα, που σκέφτηκα, ότι πολλά από αυτά τα αξιολογότατα παιδιά μεταναστών στη χώρα μου θα φύγουν για κάποια πιο πολιτισμένη χώρα του εξωτερικού, για να κάνουν εκεί την τύχη τους, και θα μουντζώσουν την Ελλάδα, που τους έφτυσε κατάμουτρα, αφού πρώτα ξέσκισε τους γονείς τους και θα δημιουργήσουν εκεί, ενώ η Ελλάδα θα ξεμείνει με κάτι ρετάλια, που θα φωνάζουν έμπλεα περηφάνειας, ότι είναι γνήσιοι Έλληνες και ας μην ξέρουν το Χριστό τους από την ιστορία του τόπου αυτού. Θύμωσα, που η χώρα μου, οι κάτοικοι της οποίας καυχιούνται για τους αρχαίους προγόνους τους και τον πολιτισμό, που γεννήθηκε σε αυτά εδώ τα χώματα, φέρεται με τον πιο απολίτιστο τρόπο στους μετανάστες.
Τι άλλο να σου πω, βρε Σουέλα;

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Η καταστροφική νοοτροπία

Προ ετών, είχα γνωρίσει τη Χ. Όμορφο κορίτσι, όχι καμμία εκθαμβωτική ομορφιά από εκείνες, που γυρνάει όλος ο ανδρικός πληθυσμός και τη βλεφαριάζει με τις ώρες αλλά ωραίο κορίτσι, που ένας σεβαστός αριθμός ανδρών θα κορτάριζε. Από σπουδές, όχι σπουδαία πράγματα, κάποιο ΤΕΙ σχετικό με οικονομικά και αυτό χαμένο στην απεραντοσύνη της ελληνικής πανεπιστημιακής διασποράς. Με το που τελείωσε τις σπουδές της βρήκε δουλειά σε ένα λογιστικό γραφείο. Καλές προοπτικές, αφού το γραφείο είχε πελατεία με φράγκα, καλό περιβάλλον αλλά μέτρια λεφτά, αφού το αφεντικό ήταν σφιχτοχέρης. Τα μούτρα της Χ ήταν μονίμως πεσμένα και το κέφι της για δουλειά στο ναδίρ. Σιγά μη γελάει, που παίρνει τρεις και εξήντα, έλεγαν φίλοι και γνωστοί, με τέτοιο αγγούρι, που τρώει στη δουλειά, θέλεις και να χαμογελά, έλεγαν άλλοι φίλοι και γνωστοί, τι να γελάσει και να βρει όρεξη για δουλειά το κακόμοιρο, που ξεπατώνεται στη δουλειά για μερικά φραγκοδίφραγκα, αναστέναζε η μάνα της.
Αίφνης η Χ βρέθηκε διορισμένη στο Δημόσιο, το μεγαλύτερο όνειρο της πλειονότητας των νεοελλήνων. Και όχι όπου και όπου αλλά στη Δ.Ο.Υ. της πόλης της! Χαράς ευαγγέλια για τους γονείς της, οι οποίοι Κύριος οίδε, τι έταξαν και που, για να χωθεί το καμάρι τους στο Δημόσιο και να αράξει υπάλληλος. Άντε, θα έχουμε και ένα δικό μας άνθρωπο στην εφορία, είπαν οι κοντινοί της.
Δεν πέρασε ένας μήνας, που η Χ υπηρετούσε στη Δ.Ο.Υ., και νάσου ένας κοινός γνωστός μες το βλαστημίδι. Να βράσω γνωστή, που θα με εξυπηρετούσε στην ανάγκη μου, χτυπιόταν και κεντούσε το λόγο του με ρωμέικες βρισιές, που θα έκαναν και την αφρόκρεμα του υπόκοσμου να κοκκινίσει ωσάν αρσακειάδα των αρχών του 20ου αιώνα. Κουβέντα στην κουβέντα κατάλαβα, ότι το μπινελίκι είχε ως αποδέκτη τη φίλη μας τη Χ. Υπερβολές, σκέφτηκα μέσα μου, θα έχει τα νεύρα του και θα περίμενε από τη Χ, που είναι νέα στην εφορία, να βγάλει λαγούς από το καπέλο της.
Περνούν άλλες 10 μέρες και εμφανίζεται και άλλος παραπονεμένος από τη Χ. Αναίσθητη και με μια αγέλαστη μουτσούνα μέχρι το πάτωμα, απρόθυμη να εξυπηρετήσει και άλλα τινα, ήταν μερικές από τις τιμές, που ο παραπονεμένος αυτός κύριος επιδαψίλευσε στη Χ. Ρε, λέω μέσα μου, σύμπτωση επαναλαμβανόμενη παύει να είναι σύμπτωση, οπότε πάω και εγώ στη Δ.Ο.Υ., να δω ιδίοις όμμασι τα χαΐρια της Χ.
Ω, την πίστη μου, και λίγα μου είχαν πει οι γνωστοί μου. Το γνωστό μουρτζούφλικο ύφος "δεν πα να κουρεύεστε όλοι σας" σε υποδεχόταν με το που έσκαγες μύτη στο γραφείο της μαζί με την απροθυμία της να εργαστεί. Μια συνάδελφός της, γνωστή για το κέφι, με το οποίο εξυπηρετούσε τον κόσμο, μουρμούριζε, ότι είχε μαζευτεί δουλειά στο γραφείο της Χ, η οποία την περαίωνε με το πάσο της. Και, όμως, τα χρήματα, που κέρδιζε, ήταν περισσότερα, και το ωράριό της πολύ καλύτερο απ' ό,τι πρωτύτερα στο λογιστικό γραφείο.
Δεν χρειάστηκε καιρός, για να αντιληφθώ, ότι το πραγματικό πρόβλημα της Χ δεν ήταν τα χρήματα ή το ωράριο. Στην πραγματικότητα, ακόμα και αν η Χ κέρδιζε τα ίδια χρήματα με το πιο ακριβοπληρωμένο γκόλντεν μπόυ του κόσμου, το ύφος της και η διάθεση για εργασία θα παρέμεναν απαράλλακτα. Στη θέση της Χ μπορείτε να βάλετε ένα μεγάλο ποσοστό των νεοελλήνων, που εισάρχονται στην αγορά εργασίας. Ξεχάστε την εργασιακή ζούγκλα, που επικρατεί αναντίρρητα στην Ελλάδα, και απομονώστε το χαρακτήρα του μέσου νεαρού σε ηλικία νεοέλληνα, που ξεκινάει να εργάζεται. Το αποτέλεσμα είναι ένας απρόθυμος να εργαστεί, μόνιμα βουζωμένος και αγενής νέος, ο οποίος δεν αντιδρά έτσι, επειδή δεν υπάρχουν προοπτικές στη δουλειά του ή δεν είναι καλά τα χρήματα ή κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή με απόλυση, αλλά επειδή είναι έτσι μαθημένος, ήτοι να γκρινιάζει με το παραμικρό και να είναι απρόθυμος εν γένει να αλλάξει τη νοοτροπία της ραστώνης, που τον διακατέχει. Όλα του φταίνε και με όλους τα βάζει, ενίοτε και με τον εαυτό του, τον οποίο στολίζει με ουκ ολίγα υποτιμητικά σχόλια, όχι επειδή τον πιάνει κρίση αυτογνωσίας - διότι έτσι ίσως υπήρχε και ένα μικρό περιθώριο να βελτιώσει την εικόνα του - αλλά επειδή δεν υπάρχουν άλλοι πρόχειροι στόχοι. Για αποδοτικότητα ούτε κουβέντα, ο γκρινιάρης δεν δουλεύει σωστά ή κάνει μισοδουλειές ή αναλώνεται σε καυγάδες με όσους καλείται να εξυπηρετήσει.
Σκεφτείτε τώρα μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων να λειτουργεί κατ' αυτό τον τρόπο. Φανταστείτε, ότι αυτοί οι άνθρωποι καλούνται να διεκπεραιώσουν υποθέσεις τρίτων και μια ολόκληρη χώρα βασίζεται στην αποδοτικότητά τους, για να προκόψει. Το συμπέρασμα είναι, τουλάχιστον, αποκαρδιωτικό. Η πιθανότητα να αλλάξουν μυαλό αυτά τα παιδιά είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Και η πορεία μιας χώρας φαντάζει προδιαγεγραμμένη.
Αναρωτιέμαι, όμως, αν μετά από την παραπάνω διαπίστωση μπορούμε να πιστώνουμε την καταρράκωση της χώρας μας σε κάθε τομέα στους κυβερνώντες της. Πάντως η Χ και η κάθε Χ σε αυτή τη χώρα δεν χολοσκάνε στο ελάχιστο.

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Κολλημένος στην κίνηση

Βρίσκεσαι κολλημένος στην κίνηση. Το αυτοκίνητό σου δεν μετακινείται πάρα μόνο μερικά εκατοστά το λεπτό. Μπροστά από σένα βρίσκονται εκατοντάδες άλλα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα. Έχεις κάμποση ώρα σε αυτή την κατάσταση. Δεν γνωρίζεις το λόγο αλλά φαντάζεσαι, ότι θα λαμβάνει χώρα κάποια πορεία ή θα έχει γίνει κάποιο ατύχημα ή ότι θα επιστρέφει ο κόσμος από τη δουλειά του ή ότι θα κατεβαίνουν για βόλτα και καφέ στο κέντρο όσοι δεν εργάζονται τα απογεύματα. Ό,τι και αν είναι, δεν βοηθάει να ξεκολλήσει το αυτοκίνητό σου από το μποτιλιάρισμα.
Αίφνης ακούγονται κορναρίσματα. Κάποιος ανυπόμονος έχει ανακαλύψει τον τρόπο, για να ξεσπάσει για τη φρικτή κίνηση. Μαζί του ξεσπούν και δεκάδες άλλα κορναρίσματα και δημιουργείται μια παράφωνη συγχορδία ικανή να σμπαραλιάσει ακόμα και το πιο ακμαίο ηθικό. Μάταια, όμως, η κίνηση παραμένει ως έχει, το ίδιο, όμως, και τα κορναρίσματα.
Τώρα μπαίνουν και άλλα μουσικά όργανα στην παραφωνιάδα. Είναι τα βρισίδια των ανυπόμονων οδηγών. Χυδαία και πρόστυχα βρισίδια, που στρέφονται εναντίον όλων, με σκοπό να ακουστούν απ' όλο τον κόσμο, που βρίσκεται τριγύρω. Αν και έχει δροσίσει ο καιρός, τα παράθυρα των υβριστών είναι ορθάνοιχτα, σα να θέλουν να τους ακούσει όλος ο κόσμος. Και έτσι, όμως, τα αυτοκίνητα παραμένουν αμετακίνητα.
Κάποια στιγμή σκάει μύτη ένας τροχονόμος και αποπειράται να ρυθμίσει την κυκλοφορία. Τί να πρωτορυθμίσει ο δόλιος; Εδώ χρειάζονται 10, τουλάχιστον, τροχονόμοι σε κάθε διασταύρωση και οι φωστήρες της Τροχαίας έχουν στείλει μόνο έναν. Τουλάχιστον αυτό τον ένα βλέπεις εσύ και οι λοιποί εγκλωβισμένοι οδηγοί. Τώρα είναι, που πυκνώνουν και χοντραίνουν τα βρισίδια. Δεν ξέρεις, αν οφείλονται στην αλλεργία, που προκαλεί η παρουσία του οργάνου της τάξεως στους κρατιστές αντιστασιακούς, ή στον εκνευρισμό τους για την έλλειψη συντονισμού της Τροχαίας μπρος στο φαινόμενο του μποτιλιαρίσματος αλλά σίγουρα δεν βοηθάει στην εκτόνωση της έντασης πολλώ δε μάλλον στο ξεφρακάρισμα των δρόμων.
Και εσύ, κολλημένος στην κίνηση και αναγκασμένος να υφίστασαι αυτό το ξέσπασμα της αισχρότητας, αναρωτιέσαι, αν πρέπει να ντραπείς περισσότερο για την ανυπαρξία οδικής αγωγής και εν γένει παιδείας των νεοελλήνων ή την ανοργανωσιά της Τροχαίας ή για όλα αυτά μαζί. Το μόνο σίγουρο είναι, ότι έχεις άφθονο χρόνο να το σκεφτείς, μέχρι να ξεκολλήσεις από το μποτιλιάρισμα.

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Ιστορίες καλοκαιρινής τρέλλας

Ας πούμε, ότι ανήκετε σε εκείνους τους προνομιούχους, που εξασφάλισαν τα απαραίτητα χρήματα, ώστε να κάνουν διακοπές και, μάλιστα, σε κάποιο νησί του Αιγαίου. Μεγαλεία, δηλαδή, για τους χαλεπούς καιρούς, που ζούμε! Έχετε κλείσει δωμάτια, έχετε αγοράσει τα εισιτήρια για σας και ενδεχόμενα για το μεταφορικό σας μέσο και μετράτε ανάποδα σαν τους φαντάρους τις μέρες, που απομένουν, για να την κάνετε με ελαφρά πηδηματάκια από την καθημερινότητα.

Είστε τόσο ενθουσιασμένοι, που θα πάτε διακοπές, που το λέτε στους φίλους σας. Και αυτοί, όλως τυχαίως, ψάχνουν, που θα πάνε διακοπές και, παρεμπιπτόντως, αναζητούν παρέα. Α, θα έλθουμε και εμείς, λένε με χαρά. Και είναι 5-6 άτομα αυτά, που το λένε. Δεν σας ρωτούν καθόλου, απλά φορτώνονται. Εσείς, ευγενικοί σε βαθμό ανοησίας, για να το πούμε κόσμια, δεν μπορείτε να τους αρνηθείτε και δέχεστε να έλθουν μαζί σας. Μέσα σας τάζετε λαμπάδα ίσαμε το μπόι σας σε όλους τους αγίους το εορτολογίου μας, μήπως και δεν βρουν ούτε εισιτήρια ούτε δωμάτια οι φίλοι σας.

Όμως, φευ, αυτοί βρίσκουν απ' όλα. Φάρδος απροσμέτρητο και εύχεστε να είχατε δαγκώσει τη γλώσσα σας αλλά τώρα δεν μπορείτε να κάνετε πίσω. Σκέφτεστε να μαζέψετε τους συνεκδρομείς σας, ώστε να καταστρώσετε κάποιο πρόγραμμα διακοπών. Λαμβάνετε την απάντηση από τους φίλους σας, ότι δεν υπάρχει λόγος να προγραμματίζουμε από τώρα, τι θα κάνουμε στις διακοπές, αφού σκοπός των διακοπών είναι να χαλαρώσουμε. Σκέφτεστε από μέσα σας, ότι άλλο χαλάρωση και άλλο χύμα στο κύμα αλλά σας τρώει και πάλι η ευγένεια.

Και έρχεται η μέρα, που φτάνετε στον προορισμό σας. Τα δικά σας δωμάτια είναι όμορφα αλλά, για κακή σας τύχη, τα δωμάτια των φίλων σας είναι από μέτρια έως χάλια. Δεν τολμάτε, όμως, να τους πείτε, ότι, αφού έκλεισαν τελευταία στιγμή τα δωμάτια, δεν θα έπρεπε να περιμένουν πολυτέλειες. Τους συναντάτε για την πρώτη εξόρμησή σας και βλέπετε κάτι βούζες περιποιημένες, σημάδι ότι η κακή κατάσταση των δωματίων αποτέλεσε κάζους μπέλλι και κάποιοι τις έπαιξαν. Προσπαθείτε να φτιάξετε το κέφι αλλά κάποια μούτρα αρνούνται να σηκωθούν, ακόμα και βίντσι να χρησιμοποιήσετε. Μάλιστα, σα να πιάνουν τ' αυτιά σας κάτι σε μουρμούρα.

Καταπίνετε το φαρμάκι και προτείνετε τον τόπο, όπου θα κολυμπήσετε. Πλακώνουν οι ερωτήσεις. Είναι οργανωμένη η παραλία, έχει βότσαλο ή άμμο, υπάρχει ντουσιέρα και αποδυτήρια για μετά, έχει κανένα μπαράκι ή εστιατόριο εκεί γύρω. Όποια απάντηση και αν δώσετε, η γκρίνια είναι εξασφαλισμένη, αφού κάποιοι από την παρέα σας την έχουν στο τσεπάκι τους. Θα κολλάει η άμμος στα πόδια μας, χωρίς ομπρέλλες θα καούμε, αν ήθελα μπαράκια στην παραλία, θα πήγαινα στη Μύκονο κ.λπ. κ.λπ. Η σύντροφος σας σκουντάει διακριτικά αλλά με νόημα. Τι θέλαμε και τους πήραμε μαζί μας, είναι το νόημα της χειρονομίας της. Τώρα είναι αργά, λέει το βλέμμα σας, και παίρνετε το δρόμο για την παραλία.

Εκεί λύνεται ο ασκός του Αιόλου. Η παραλία είναι απαράμιλλου κάλλους αλλά παραμένει (ευτυχώς) ανοργάνωτη, ήτοι δεν έχει ούτε ξαπλώστρες ούτς ομπρέλλες ούτε μπαράκια και εστιατόρια. Που μας φέρατε στην εξορία, λέει κάποιος γκρινιάρης της παρέας, δήθεν για πλάκα. Κάποια κοπέλα πλακώνει στα μουρμουρητά το φίλο της, ότι έπρεπε να επιμείνει να πάτε σε οργανωμένη παραλία. Αποφασίζετε να μείνετε εκεί. Συντάσσονται με βαριά καρδιά οι υπόλοιποι αλλά βλέπετε, ότι η παρέα είναι σα χύτρα έτοιμη να σκάσει.

Τέλος πάντων, περνάει η μέρα και η πείνα έχει αρχίσει να θερίζει τα στομάχια. Κάνετε το σφάλμα να ρωτήσετε, τι τραβάει η όρεξη της παρέας. Πιτόγυρα, πετάγεται ο αρχιανοργάνωτος της παρέας, για να εισπράξει την πληρωμένη απάντηση κάποιου άλλου, ότι πιτόγυρα τρώτε και στην πόλη σας, οπότε καλό θα είναι να αναζητήσετε κάποιο μαγαζί με ντόπιες λιχουδιές. Κατά σύμπτωση, το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει ανοίξει ούτε ένα βιβλίο για το νησί αυτό αλλά θεωρεί αυτονόητο, ότι οι υπόλοιποι θα έχουν. Αρχίζει η περιπλάνηση στα εστιατόρια του νησιού. Το ένα είναι γεμάτο, δεν έχει να καθήσετε, φεύγετε. Το άλλο είναι άδειο αλλά έχετε ακούσει, ότι έχει πολύ καλή κουζίνα. Το άδειο εστιατόριο δεν έχει καλό φαΐ, πετάγεται ο πολέμιος των πιτόγυρων και αρνείται να πατήσει το πόδι του εκεί. Βρίσκετε ένα τρίτο αλλά οι τιμές είναι τσιμπημένες. Τσιγκουνιές θα κάνουμε τώρα, ακούγεται κάποιος από την παρέα, οπότε κάνετε την καρδιά σας πέτρα και μπαίνετε μέσα.

Το φαΐ είναι μέτριο αλλά οι τιμές στα ύψη. Πάω να κάνω φασαρία, πετάγεται ο ταραχοποιός της παρέας, δεν είναι φαγητό αυτό. Εσείς δεν ασπάζεστε την άποψή του, γιατί σκοπός των διακοπών είναι να χαλαρώσετε, απλά δεν θα ξαναπατήσετε στο εν λόγω μαγαζί. Ναι, τέτοια κάνεις και σε βρίσκει μπόσικο ο κάθε απατεώνας εστιάτορας, απαντάει κάποιος άλλος σκόπιμα δυνατά, ώστε να ακουστεί. Πληρώνουμε και φεύγουμε, εμμένετε και τα μουρμουρητά πληθαίνουν στην παρέα. Στην επιστροφή στα δωμάτια, κάποιοι αρνούνται να σας χαιρετήσουν. Ραντεβού το βράδυ, απαντάτε και μέσα σας έχετε σκυλομετανοιώσει, που τους αφήσατε να σας κουβαληθούν.

Το βράδυ αρχίζει νέος κύκλος φαγωμάρας. Πάμε για ποτό, λέει ο ένας, πεινάω, λέει κάποιος άλλος. Η σολομώντειος λύση είναι όσοι πεινούν να πάνε για φαγητό και όσοι θέλουν ποτό να πάνε για ποτό. Μια παρέα είμαστε, κάποιοι πρέπει να υποχωρήσουν, ακούγεται μια φωνή. 2-3 άτομα από την παρέα συμφωνούν μαζί της. Όλως τυχαίως, αυτά τα άτομα είναι τα πλέον ανυποχώρητα και εκείνοι, που γκρινιάζουν περισσότερο. Δεν γίνεται αυτό, λέτε, πρέπει να χωριστούμε, ώστε κανένας να μην πιέζεται. Το αποτέλεσμα της παρέμβασής σας είναι γκρίνια και μούτρα κατεβασμένα. Έστω και έτσι χωρίζεται στα δύο η παρέα, από τη μια οι πεινασμένοι και από την άλλη οι χορτάτοι.

Και εκεί, που νομίζετε, ότι ηρέμησε η φάση, αρχίζει νέο πατιρντί. Βλέπετε ένα ωραίο μπαράκι πάνω στο κύμα, το οποίο σας έχουν συστήσει κάποιοι φίλοι, που είχαν έλθει στο νησί πριν από εσάς. Μπακουρομάγαζο, βγάζει το πόρισμά του κάποιο πρόσωπο, δεν μπαίνω σε μπακουρομάγαζα, κραυγάζει κάποια κοπέλα. Υποχωρείτε και αναζητείτε άλλο μπαρ. Να ένα άλλο με ωραίο φωτισμό και διάκοσμο και δύο εντυπωσιακές δίμετρες να σας υποδέχονται στην είσοδο. Μήπως δεν έχει κόσμο, να πάει κάποιος μέσα να δει, πετάγεται κάποιος. Εσάς δεν σας ενδιεφέρει κάτα βάθος, αν το μαγαζί έχει μέσα κόσμο, το μόνο, που θέλετε, είναι να πιείτε το ποτό με την ησυχία σας. Αμ δε! Αν δεν δω κόσμο στο μαγαζί, δεν μπαίνω μέσα, πετάγεται η ίδια παραπάνω κοπέλα. Πάει και αυτο το μαγαζί, χώρια τα βλέμματα - μαχαιριές, που εκτοξεύουν οι δίμετρες σε σας. Παρακάτω έχει ένα κλαμπ, που παίζει εκκωφαντική μουσική. Εδώ μου αρέσει, λέει κάποιος από την παρέα. Μα δεν θα ακούμε ο ένας τον άλλο, αντιτείνετε. Ωχ, μωρέ, ξενερώσαμε το πρωί στην ερημιά, που μας πήγες, θέλουμε φασαρία, σας απαντούν. Νέες γκρίνιες! Υποχωρείτε εκ νέου και μπαίνετε στο μαγαζί.

Τα ποτά βγαίνουν μπόμπες και εσείς δεν ακούτε, τι λέει ο διπλανός σας. Κάποια κοπέλα δεν έχει πάψει να τρώγεται, που μπήκατε σε αυτό το κλαμπ. Στόχος της μουρμούρας της είναι ο σύντροφός της, ο οποίος σας σφάζει με το βλέμμα του, σα να είσαστε εσείς εκείνος, που φαγώθηκε να πάτε στο μαγαζί αυτό. Κάτι παλιόφατσες καρφώνουν την κοπέλα σας, αδιαφορώντας, αν αυτή συνοδεύεται. Η, μέχρι τότε, ήρεμη σύντροφός σας αρχίζει να φορτώνει. Παύει να σας κρατάει το χέρι και μια σειρά από σπασμούς συνταράσσει το ήρεμο, έως πρότινος, πρόσωπό της. Θυμάται, ότι με τα ποτά η σερβιτόρα δεν έφερε ξηροκάρπια. Πιάνει κάποιος από την παρέα την κουβέντα σας και ξεσπάει και αυτός κατά του μαγαζιού.

Εσπευσμένη έξοδος από το μαγαζί με νεύρα τσιτωμένα και διάθεση στο ναδίρ! Όλοι τα έχουν με όλους και με όλα και εσείς στη μέση να κάνετε τον κυματοθραύστη. Μια σπίθα αρκεί να φέρει την καταστροφή, όπως έλεγε το παλιό διαφημιστικό σποτ. Και η σπίθα έρχεται από τους, πρώην πια, πεινασμένους, οι οποίοι σας βρίσκουν και λένε με ενθουσιασμό, πόσα ωραία μπαράκια βρήκαν στο δρόμο, μέχρι να σας βρουν και γιατί επιλέξατε αυτό το αίσχος. Αυτό ήταν! Τώρα δεν ξέρετε από που σας έρχονται τα καντήλια. Όλοι φωνάζουν και βρίζουν δυνατά και κανένας δεν ακούει κανένα. Ως και η σύντροφός σας ωρύεται για τα γεγονότα της ημέρας.

Και είναι μόλις η πρώτη ημέρα των διακοπών σας. Και είναι αργά, για να σκεφτείτε, ότι κακώς δεν αρνηθήκατε την προσφορά των φίλων σας να έλθουν μαζί σας.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

Κάλλιο να μην ήσουν άνθρωπος

Κάπου στην εφηβεία σου κατάλαβες, ότι ήσουν διαφορετικός μα δεν τολμούσες να το πεις. Και σε ποιόν να το πεις, που ζούσες σε μια ταπεινή επαρχιακή πόλη, όπου τέτοια φαινόμενα ήταν αδιανόητα και κάθε άλλο παρά αποδεκτά; Οι γονείς σου θα τρελλαίνονταν, πιθανότατα θα σε απέδιωχναν, και ο περίγυρός σου θα σε περιθωριοποιούσε, οπότε το κατάπιες και προσπάθησες να πείσεις τον εαυτο σου, ότι είσαι σαν τους πολλούς. Μόνο που σου καθόταν στο στομάχι αλλά δεν ήθελες να κάνεις αλλιώς. Οι περιστάσεις, βλέπεις.
Κάποτε πέρασες στο πανεπιστήμιο και μετακομίσατε οικογενειακώς στη μεγάλη πόλη, όπου έδρευε η σχολή σου. Φυσικά, συνέχισες να κρύβεις αυτό, που αισθανόσουν. Μπορεί η πόλη να ήταν μεγαλύτερη αλλά η νοοτροπία ελάχιστα διέφερε από αυτή της ιδιαίτερης πατρίδας σου και πάντως όχι τόσο, ώστε να το εξωτερικεύσεις. Συνήψες σχέσεις με το άλλο φύλο, ποιος ξέρει με ποια πραγματικά συναισθήματα αλλά το σαράκι συνέχιζε να σε κατατρώει, που υποκρινόσουν κάτι, το οποίο δεν ήσουν. Τα βράδυα έπεφτες για ύπνο γεμάτος ενοχές, που δεν ήθελες να πεις την αλήθεια, τουλάχιστον στους γεννήτορές σου. Και ντρεπόσουν να το πεις και στους φίλους σου, αφού πίσω από τα χαμόγελα και τις φιλοφρονήσεις τους δεν ήξερες, μήπως κρυβόταν κάποια μισαλλοδοξία κατά των προσώπων, που ανήκαν στην ίδια κατηγορία με σένα. Και όταν ερχόταν η κουβέντα σε πρόσωπα, που είχαν τις ίδιες τάσεις με σένα, τότε αυτή διολίσθαινε σε χοντρά καλαμπούρια και ρατσιστικά σχόλια, που σε ωθούσαν να κλειστείς ακόμα περισσότερο στο καβούκι σου.
Και τα χρόνια περνούσαν και εσύ υπέφερες, που δεν ήξερες πως να εκφράσεις αυτό, που ένοιωθες, χωρίς να σε πάρουν με τις κοτρώνες. Διότι είχες την ατυχία να ζεις στην ωραιότερη χώρα του κόσμου, σύμφωνα με τη διαφημιστική καμπάνια του Ε.Ο.Τ., στην οποία, όμως, μόνο ανάλογες αντιλήψεις δεν επικρατούν για πρόσωπα, όπως εσύ. Στη χώρα, όπου ο ανώτατος εκκλησιαστικός άρχων μιλούσε για ανθρώπους με "κουσούρι" και κανένας πολιτικός δεν τολμούσε να το συνετίσει, έκρινες, ότι δεν ήταν σώφρων να μιλήσεις. Χώρια, που ήσουν οικονομικά εξαρτημένος από τους δικούς σου και δεν έπαιρνες και όρκο, ότι θα αποδέχονταν την ιδιαιτερότητά σου. Μώκο, λοιπόν, και έχει ο Θεός!
Κάποτε έφυγες για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. Άλλα ήθη αλλά εσύ εκεί κουμπωμένος, αφού οι ενοχές, που σου είχε φορτώσει η κοινωνία της χώρας σου, δεν σου επέτρεπαν να εκδηλωθείς και ας έβλεπες, ότι ήσουν σε άλλη χώρα. Και αν το μάθουν οι γονείς μου ή οι φίλοι μου, αναρωτιόσουν και σε έλουζε κρύος ιδρώτας. Τους λυπόσουν και δεν έβλεπες, ότι δεν λυπόσουν τον ίδιο σου τον εαυτό. Οι φοβίες, με τις οποίες σε ανέθρεψαν, εξακολουθούσαν και αποτελούσαν τα βαρίδια, που δεν σε άφηναν να ξεσκεπάσεις τον πραγματικό εαυτό σου.
Τελικά, το πήρες απόφαση, ότι δεν άντεχες άλλο να υποκρίνεσαι, και φανερώθηκες. Πλέον ζούσες σε κάποια δυτικοευρωπαϊκή χώρα. Και όχι μόνο σε δέχθηκε ο κόσμος εκεί, τουλάχιστον οι περισσότεροι από αυτούς, με χαρά αλλά σεβάστηκε τις προτιμήσεις σου. Ούτε κουδούνια ούτε κραξίματα, σαν αυτά που θα σε φιλοδωρούσαν οι λιπαροί ιεροκήρυκες της, δήθεν, σεξουαλικής ορθότητας, που η νοοτροπία τους έχει διαποτίσει την πλειονότητα της χώρας μας. Ο απόλυτος σεβασμός στην ιδιαιτερότητα! Οπότε και εσύ μας μούντζωσες - και πολύ καλά έκανες - και αποφάσισες να ριζώσεις εκεί στα ξένα. Άσε, που είχες μια δουλειά πολύ καλή, η οποία δεν εξαρτιόταν από πολιτικές αλλαγές και ουρανοκατέβατα βύσματα-αντικαταστάτες σου.
Σε έτρωγε, όμως, να το πεις στους δικούς σου. Οι γεννήτορές μου είναι, γαμώτο, σκέφτηκες, και αποφάσισες να τους το φανερώσεις, όταν θα έρχονταν να γιορτάσουν μαζί σου τα Χριστούγεννα. Και το έπραξες.
Μια περήφανη καταστροφή, έγραψες στο προφίλ σου στο φατσοβιβλίο λίγα λεπτά μετά τα αποκαλυπτήρια. Οι γονείς σου έπεσαν του θανατά στο άκουσμα των μαντάτων, λες και ήσουν ο χειρότερος εγκληματίας του κόσμου. Οι αντιδράσεις τους ξεκίνησαν από την έκληξη, κυμάνθηκαν στην άρνηση και μετεξελίχθηκαν σε ασυγκράτητη οργή. Και η οργή αυτή εκφράστηκε με απρεπείς εκφράσεις και βίαιες χειρονομίες και κατέληξε στην αποχώρησή σου από την οικία σου, μέχρι που σου τηλεφώνησε ο αδελφός σου να σε ενημερώσει, ότι οι δικοί σου έφυγαν εσπευσμένα για την Ελλάδα, αφήνοντας στο σπίτι σου όσα τους είχες δωρίσει για τις γιορτινές αυτές ημέρες. Α, και δηλώνοντας κατηγορηματικά, ότι θα μηνύσουν το πρόσωπο, που θεωρούν υπεύθυνο για την τάση σου, λες και η ομοφυλοφιλία είναι σαν τις κομματικές πεποιθήσεις να την ασπάζεσαι ανάλογα με τις παρέες σου. Χώρια, που απείλησαν, ότι θα πουν παντού, τι είσαι.
Κάθησες μόνος σου στο σαλόνι του σπιτιού σου, προσπαθώντας να ξεκουράσεις τη σκέψη σου. Δεν ήξερες πως να νοιώσεις. Από τη μια είχες βγάλει από μέσα σου αυτό, που σε βασάνιζε από την εφηβεία σου αλλά δεν ήσουν ξαλαφρωμένος. Είχες, βλέπεις, διαρρήξει οριστικά τις σχέσεις σου με τους γονείς σου και αυτό σου είχε τσακίσει την ψυχή. Παραήταν βαριά όσα σου είπαν και ας οφείλονταν στην έκπληξη, που ένοιωσαν, όταν τους το είπες. Τέτοια λόγια δεν επιτρέπεται να ακουστούν από γονείς, σου ψιθύριζε η φωνή της συνείδησής σου. Και εσύ συγχυζόσουν. Και όσο συγχυζόσουν, τόσο έλεγες μέσα σου, ότι κάλλιο να μην είχε γεννηθεί άνθρωπος αλλά οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός στη φύση, χωρίς οικογενειακούς δεσμούς και την υποχρέωση να απολογείσαι σε μια κοινωνία για τις σεξουαλικές προτιμήσεις σου, ενώ έξω από το σπίτι σου το χιόνι έπεφτε στους έρημους δρόμους.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Πως να δημιουργήσετε ένα ρατσιστή/εθνικιστή

Ας πούμε, ότι ο γνωστός μου λέγεται "Α", άλλωστε το όνομα είναι εκείνο, που έχει λιγότερη σημασία στην περίπτωσή του. Ο "Α", λοιπόν, γεννήθηκε πριν από, περίπου, 30 χρόνια από γονείς του μεσαίου οικονομικού στρώματος, οι οποίοι ήταν δημόσιοι υπάλληλοι και, επομένως, ένας βασικός βραχνάς, ήτοι η οικονομική επιβίωση της οικογένειας, είχε επιλυθεί.
Για κακή του τύχη, όμως, ο "Α" κληρονόμησε τη μέτρια ευφυία των γονέων του. Και για ακόμα χειρότερη τύχη του, οι γονείς του "Α" δεν προσπαθούσαν να κρύψουν τη δυσαρέσκειά τους, που ο μεγάλος τους γιος - υπάρχει και ένας μικρότερος - δεν ήταν ιδιαίτερα εύστροφος. Αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο να τον ξεμπροστιάζουν στους φίλους τους, στολίζοντάς τον με όχι ιδιαίτερα κολακευτικούς επιθετικούς προσδιορισμούς αλλά και να έχουν επιδοθεί σε μια απροκάλυπτη υποστήριξη του σαφώς εξυπνότερου δεύτερου παιδιού τους. Η συμπεριφορά τους αυτή δεν εκπορευόταν από μίσος για το λιγότερο έξυπνο παιδί τους αλλά ήταν απόρροια της δικής τους μειωμένης αντιλήψεως, η οποία δεν τους επέτρεπε να εξοπλίσουν τον "Α" με τα απαραίτητα εφόδια, ώστε να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της ζωής πολλώ δε μάλλον να σταθμίσουν τις συνέπειες της απροθυμίας τους να τον υποστηρίξουν.
Φυσικά, με αυτά τα "εφόδια", ο "Α" πάτωσε στις πανελλαδικές εξετάσεις, όπου, για να ακριβολογήσω, κατέβηκε χωρίς να έχει προετοιμαστεί ιδιαίτερα. Αν και υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να προσλάβουν οι γονείς του κάποιο καθηγητή για ιδιαίτερα μαθήματα, εντούτοις κρίθηκε, ότι η δαπάνη αυτή δεν θα είχε αντίκρυσμα, με αποτέλεσμα ο "Α" να παραδοθεί βορά σε ένα ομαδικό φροντιστήριο, το οποίο μπορεί να χρέωνε σαφώς λιγότερα χρήματα αλλά ο κακός μαθητής "Α" χανόταν στους σαφώς εξυπνότερους συμμαθητές του και κανένας δεν ασχολούνταν να καλύψει τα κενά του.
Ακολούθησε η στρατιωτική θητεία του "Α", όπου οι γονείς του, αν και διέθεταν ένα ισχυρό μέσον, δεν κατάφεραν να πετύχουν μια ευνοϊκή μετάθεση του παιδιού τους. Η αλήθεια είναι, ότι δεν πολυπροσπάθησαν, αφού σκέφτηκαν, ότι ίσως να άξιζε περισσότερο να καλοπιάσουν το βύσμα αυτό, ώστε να βολέψει το μικρότερο γιο, όταν θα παρουσιαζόταν στο στρατό. Και με αυτή την επιλογή τους, ο "Α" πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του έχοντας πάρει επ' ώμου μια σκοπιά.
Στη συνέχεια, αποστρατευθεις ων, έπρεπε να σκεφτεί για το μέλλον του. Δεν είχε κάποια τυπικά προσόντα πέρα από το απολυτήριο του Λυκείου, το οποίο στη σύγχρονη αγορά ουδεμία αξία έχει, και το χειρότερο ήταν, ότι δεν ήξερε, ποιο επαγγελματικό προσανατολισμό να ακολουθήσει. Πότε ξεφούρνιζε, ότι ήθελε να μπαρκάρει και πότε, ότι ήθελε να πάει να μονάσει, χωρίς να δείχνει κάποια στενοχώρια, που ήταν άνεργος. Και οι γονείς του, μην εννοώντας να καταλάβουν, ότι η απάθεια αυτή οφειλόταν στην αδιαφορία τους αλλά και στην ελάχιστα κρυπτόμενη προβολή εκ μέρους τους της όχι ιδιαίτερης ευστροφίας του, αντί να αποφασίσουν, επιτέλους, να του σταθούν, προτιμούσαν να οδύρονται στους τρίτους, που ο "μπουμπούνας" δεν είχε προκοπή.
Εδώ και μερικούς μήνες, ο "Α" απασχολείται ως υποδηματοποιός. Έχει αρκετή δουλειά και μένει σε νοικιασμένη οικία μακρυά από τους δικούς του. Παραμπιπτόντως, έχει γίνει φίλος μου στο φέισμπουκ. Δεν μπορώ να πω, ότι έχω την ιδιαίτερη επικοινωνία μαζί του μέσω αυτής της εφαρμογής αλλά και γενικότερα. Ωστόσο, έχω γίνει αποδέκτης ουκ ολίγων προσκλήσεων εκ μέρους του για συμμετοχή σε ομάδες, τύπου "ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΤΕ Μ.... ΑΛΒΑΝΕ", "τάδε" εθνοπατριωτικός δίαυλος και λοιπές ρατσιστικού και εθνικιστικού περιεχομένου κινήσεις, τις οποίες ουδέποτε είχαν εκδηλώσει οι γονείς του. Ο "Α" επιδεικνύει σε αυτές τις συσσωματώσεις ένα ιδιαίτερο ζήλο, τον οποίο δεν επέδειξε ποτέ στη ζωή του, όσο ζούσε με την οικογένειά του. Σε αυτές τις ομάδες δείχνει να ενθουσιάζεται, που τον ακούνε και τον ενθαρρύνουν να εκφραστεί ελεύθερα, όση ελευθερία έκφρασης μπορούν να αντέξουν οι ομάδες αυτές. Κυρίως, όμως, ο "Α" δείχνει ότι βρήκε μια στήριξη, που ουδέποτε επέδειξε γι' αυτόν η οικογένειά του. Αποτελεί ένα γρανάζι στο μηχανισμό των ομάδων αυτών και δεν είναι παραπεταμένος, όπως ήταν, όταν ζούσε με τους γονείς του. Και μπορεί να πραγματοποιήσει αυτό, που πάντοτε ήθελε, ήτοι να τον ακούσουν οι τρίτοι, χωρίς να κινδυνεύει να τον μειώσουν για τη βραδύνοιά του.
Προφανώς υπάρχουν και άλλοι μηχανισμοί παραγωγής ατόμων με ρατσιστική και εθνικιστική σκέψη. Και σαφώς υπάρχουν έξω στην κοινωνία - πραγματική και διαδικτυακή - ομάδες με ακραίες θέσεις, που στρατολογούν προβληματισμένους, παραπεταμένους και χωρίς ιδιαίτερες αντοχές ανθρώπους, για να περάσουν τις ιδέες τους. Ωστόσο, δεν μπορώ να αμφισβητήσω, ότι τα πάντα ξεκινούν από την ίδια την οικογένεια και την προσοχή, που αυτή επιδεικνύει στα παιδιά της. Και ακριβώς αυτή η έλλειψή της οδήγησε στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του "Α" και, περαιτέρω, στον ασπασμό των απαράδεκτων ιδεών, που μου πλασάρει συχνά μέσω της παραπάνω εφαρμογής.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009

Αντιρατσιστής με ρατσιστικές προκαταλήψεις

Δε σταματούσε στιγμή να υποστηρίζει, ότι οι αλλοδαποί στη χώρα μας πρέπει να έχουν τα ίδια δικαιώματα με εμάς. Είναι αμαρτία μια χώρα, που εξήγαγε μετανάστες σε ολόκληρο τον κόσμο για αιώνες και τους έβλεπε να πέφτουν θύματα ρατσισμού να αντιμετωπίζει με τον ίδιο ρατσισμό τους αλλοδαπούς, που έρχονται να δουλέψουν εδώ, έλεγε και ξανάλεγε. Έτρεχε στα αντιρατσιστικά συλαλλητήρια και φώναζε, διαμαρτυρόταν, όταν γινόταν γνωστή η κακομεταχείριση κάποιου αλλοδαπού στα κρατητήρια, τσακωνόταν, όταν άκουγε τρίτους να εκφράζονται υποτιμητικά για τους ξένους γείτονές τους και επαινούσε όσους συνέλληνες αποφάσιζαν να ξεπεράσουν τις όποιες αναστολές τους και να υποστηρίξουν όσους ξένους έκριναν, ότι ταλαιπωρούνταν εξαιτίας της καταγωγής τους.
Και κάποια στιγμή, γνώρισε την Άννα. Ήταν αρκετά πιο μικρή από αυτόν και δούλευε σε ένα τεχνικό γραφείο, κάνοντας παράλληλα το μεταπτυχιακό της. Η γνωριμία έγινε σε μια καφετέρια, όπου είχαν μαζευτεί κάποια παρέα του και η Άννα ήταν καλεσμένη και αυτή. Του έκανε τρομερή εντύπωση η σεμνότητά της, οι καλοί τρόποι της και, κυρίως, η ωριμότητά της. Για κοπέλα 24 χρονών είναι πολύ κατασταλαγμένη, σκέφτηκε και ένοιωσε μέσα του να φουντώνει η επιθυμία να τη γνωρίσει καλύτερα.
Όμως η κοπέλα ήταν διστακτική απέναντί του. Θα είναι ντροπαλή, υπέθεσε, όταν την πρώτη φορά την πήρε να βγούν και αυτή του αρνήθηκε, λέγοντας, ότι ήταν αργά και ήθελε να καθήσει στο σπίτι της. Μπορεί οι γονείς της να είναι αυστηροί, ήταν η επόμενη σκέψη του. Τη δεύτερη φορά είχε να παραδώσει μια εργασία για το μεταπτυχιακό της αλλά είχε διάθεση για κουβέντα. Του εκμυστηρεύτηκε, ότι επιθυμούσε να ανοίξει δικό της τεχνικό γραφείο αλλά φοβόταν, ότι ο κόσμος δεν θα την εμπιστευόταν. Ε, καλά, της απάντησε, κανένας δεν εμπιστεύεται τους νέους επαγγελματίες αλλά αυτοί σιγά σιγά κερδίζουν την εμπιστοσύνη του κόσμου. Δεν είναι μόνο αυτό, του απάντησε η κοπέλα και άλλαξε αμέσως θέμα ρωτώντας τον, αν είχε επισκεφτεί κάποια καινούργια καφετέρια, που είχε ανοίξει στο κέντρο της πόλης τους. Και αυτός δεν επέμεινε να τη ρωτήσει περισσότερα και αναλώθηκε στα τετριμμένα αλλά απαραίτητα για την προσέγγιση του άλλου φύλου.
Έπειτα από τέσσερις απιτυχημένες προσπάθειες, την έπεισε, τελικά, να βρεθούν για καφέ. Αυτή φορούσε ένα υπέροχο ολόσωμο φόρεμα και το διακριτικό μακιγιάζ της προσέδιδε μια σεμνή ομορφιά και πρόδιδε χαρακτήρα, που απεχθάνεται την αυτοπροβολή. Ένοιωσε την καρδιά του να χτυπάει. Παρήγγειλαν τα ποτά τους και άρχισαν την κουβέντα. Να μια κοπέλα με περιεχόμενο, είπε μέσα του, όταν την άκουσε να μιλάει και αποφάσισε να την πλησιάσει περισσότερο. Πρέπει να με γνωρίσεις καλύτερα, του απάντησε η κοπέλα και ψιλολούφαξε. Μπα, δεν θα είχε αρκετές εμπειρίες στη ζωή της, σκέφτηκε. Όταν την άφησε σπίτι της, είχε αποφασίσει, ότι θα κατέβαλε κάθε προσπάθεια, ώστε να την κάνει κοπέλα του.
Και ένα βράδυ, που την περίμενε να του πει, ότι είναι έτοιμη, για να περάσει να την πάρει, του τηλεφώνησε σε κατάσταση πανικού. Ο αδελφός μου ξέχασε την άδειά του στο σπίτι και τον έπιασε η αστυνομία και τον έχουν στα κρατητήρια, πρέπει να μείνω σπίτι να παρηγορήσω τη μητέρα μου, του είπε. Καλά, μην ανησυχείς, θα του πάτε την άδεια για το μηχανάκι - ήξερε, ότι ο αδελφός της ήταν μηχανικός μοτοσυκλετών - και δεν θα έχετε άλλα μπλεξίματα. Όχι αυτή, την άδεια παραμονής εννοώ, ήταν η απάντηση της Άννας. Ποιάς παραμονής, ρώτησε. Είμαστε από την Αλβανία, ο αδελφός μου είναι μονίμως αφηρημένος και ξεχνάει το διαβατήριό του και ας του το έχουμε πει χιλιάδες φορές να ελέγχει, αν το πήρε μαζί του.
Και τότε συνειδητοποίησε που οφειλόταν, κυρίως, η συστολή της κοπέλας. Η είδηση αυτή τον είχε συνταράξει. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε, ότι δεν είχε ξαναπροσεγγίσει στη ζωή του πρόσωπο από άλλο λαό. Όσα χρόνια φώναζε και υπερασπιζόταν τους αλλοδαπούς, που ζουν στην Ελλάδα, δεν είχε συναναστραφεί κανένα τους σε προσωπικό επίπεδο παρά μόνο είτε σε επαγγελματικό επίπεδο είτε στα πλαίσια των εθελοντικών και αντιρατσιστικών οργανώσεων, που ανήκε. Ένοιωσε, ότι φώναζε μεν, πως είναι απαράδεκτο να έχει κανείς αναστολές απέναντι σε ένα συνάνθρωπό του μόνο και μόνο επειδή αυτός είναι οικονομικός μετανάστης προερχόμενος από άλλη χώρα αλλά, στην πραγματικότητα, δεν είχε ξεπεράσει τις δικές του αναστολές. Και κατάλαβε, ότι δεν είχε τη δύναμη ή την επιθυμία να τις ξεπεράσει.
Δεν της ξανατηλεφώνησε έκτοτε. Ούτε αυτή του τηλεφώνησε, ίσως επειδή είχε την αίσθηση, ότι αυτός θα ξέκοβε, μόλις ανακάλυπτε την καταγωγή της. Ίσως και η ίδια να σκαρφίστηκε την ιστορία αυτή, για να τον δοκιμάσει. Και απογοητεύτηκε με τον εαυτό του τόσο, που δεν ξανακατέβηκε σε αντιρατσιστική πορεία ούτε ξαναπάτησε σε οργάνωση για τα δικαιώματα των αλλοδαπών. Και σκεφτόταν, ότι κατηγορούσε τους τρίτους για τα δικά ρατσιστικά αντανακλαστικά αλλά ουδέποτε είχε κοιτάξει μέσα του για να δει, μήπως και ο ίδιος ακολουθούσε όσα έψεγε στους τρίτους.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Με αφορμή ένα επικείμενο γάμο...

Υπήρχε μια εποχή, που οι καλεσμένοι σε ένα γάμο έφερναν τα δώρα της αρεσκείας τους στους νεόνυμφους, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να βρίσκονται με 10 καφετιέρες, 8 τοστιέρες ή 5 σετ κατσαρολικών, ανάλογα με τις προτιμήσεις των καλεσμένων τους. Ενθυμούμαι το γάμο μιας φίλης μου προ αρκετών ετών, η οποία μοίραζε στους φίλους της καφετιέρες από το γάμο της. Αυτό δεν ήταν απαραίτητα κακό, αφού, ως είναι φυσικό, οι περισσότεροι καλεσμένοι δε γνωρίζονταν μεταξύ τους, οπότε πάσα προσυνεννόηση, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να αγοραστούν τα ίδια δώρα, ήταν πρακτικά αδύνατη.
Μέχρι που ήλθε και στην Ελλάδα ο θεσμός της λίστας γάμου και το φαινόμενο της αγοράς περισσοτέρων ομοειδών προϊόντων από τους καλεσμένους των νεονύμφων απεφεύχθη. Μια χρήσιμη εφαρμογή της είναι και η συγκέντρωση χρημάτων σε κάποιο μαγαζί, συνήθως σε κατάστημα πώλησης ηλεκτρικών ειδών, πράγμα, που έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση ενός ποσού, το οποίο επιτρέπει στο νεόνυμφο ζευγάρι την αγορά κάποιων προϊόντων της προτιμήσεώς του από αυτό.
Χθες έφτασε στην ηλεκτρονική μου διεύθυνση ένα μήνυμα από ένα φιλικό μου ζευγάρι, το οποίο ετοιμάζεται να παντρευτεί και αποφάσισε να εφαρμόσει το σύστημα της λίστας γάμου δια της καταθέσεως χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό. Μόνο, που πέρα της γνωστοποίησης αυτής της μεθόδου, αποφάσισε να μου γνωστοποιήσει και τον τρόπο, με τον οποίο ήθελε να αξιοποιήσει τον οβολό μου. Συγκεκριμένα, ανέφερε, ότι επιθυμούσε να πραγματοποιήσει γαμήλιο ταξίδι στη Χαβάη «και επειδή Χαβάη με μια ρόδα (κατά το γνωστό άσμα) δεν πας, κάθε συνεισφορά ευπρόσδεκτη στον ακόλουθο λογαριασμό» και ακολουθούσε ο αριθμός του τραπεζικού λογαριασμού.
Υπήρξα υποστηρικτής του θεσμού της λίστας γάμου για καθαρά πρακτικούς λόγους, που προανέφερα. Πλην, όμως, φρονώ, ότι ο θεσμός αυτός έδωσε το θάρρος, τουλάχιστον από ένα σημείο και μετά, στους μελλονύμφους να εκμεταλλευτούν την προθυμία των καλεσμένων τους να καταθέσουν χρήματά γι’ αυτούς, προβάλλοντας συχνά υπερβολικές απαιτήσεις. Δε θεωρώ κακό να ονειρεύεται κανείς ταξίδια σε μακρινούς προορισμούς ή αγορές πανάκριβων ηλεκτρικών ειδών. Βρίσκω, όμως, τουλάχιστον κυνικό και σίγουρα άτσαλο να δηλώνεις τόσο ευθαρσώς πόσο ανάγκη έχεις από τα χρήματα των καλεσμένων σου, ώστε να πραγματοποιήσεις τα όνειρά σου. Διότι αφενός συντελείται έτσι ο ευτελισμός τον ίδιου του γάμου, ο οποίος μετατρέπεται σε μέσο ικανοποίησης των καταναλωτικών στόχων των μελλονύμφων, αφετέρου διαφαίνεται ένας έμμεσος εκβιασμός των καλεσμένων να βοηθήσουν του μελλονύμφους να κάνουν ό,τι ονειρεύονται. Και αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς είναι η ουσιαστική προσβολή των καλεσμένων, στους οποίους συνήθως δημιουργείται η εντύπωση, ότι στην πραγματικότητα εκλήθησαν για να συνδράμουν οικονομικά στην πραγματοποίηση των ονείρων των φίλων τους, χώρια, που η διατύπωση της πρόσκλησης εμπεριέχει και την προτροπή προς τους καλεσμένους να μην κάνουν τσιγκουνιές στα χρήματα, που θα δώσουν, αφού ο ολοφάνερος στόχος κοστίζει. Και ένα πράγμα, για το οποίο δεν ενδείκνυται η εποχή μας, είναι η γαλαντομία!
Έκλεισα το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο με αρνητικά συναισθήματα για τις προθέσεις των μελλονύμφων φίλων μου και σκεφτόμουν, αν η εποχή μας έχει μετατρέψει σε άπληστα και κυνικά όντα, που δε διστάζουν να εκμεταλλευτούν την περίσταση του γάμου τους, ώστε να αποκομίσουν τα μέγιστα δυνατά οφέλη.

Σάββατο 16 Μαΐου 2009

Ημεδαπά φερσίματα, αλλοδαπές αντιδράσεις και συμπεράσματα

Το λεωφορείο του υπεραστικού ΚΤΕΛ είχε μόλις ξεκινήσει και το ζευγάρι των αλλοδαπών έψαχνε τις θέσεις του. Ήταν ένα από εκείνα τα δρομολόγια, όπου το λεωφορείο είναι ασφυκτικά γεμάτο. Το ζευγάρι των αλλοδαπών εντόπισε τις θέσεις τους, πλην, όμως, μια εξ αυτών είχε καταληφθεί από ημεδαπό τρίτο πρόσωπο, το οποίο, ερωτηθέν από τους δύο αλλοδαπούς, σε ποια θέση καθόταν, προτίμησε αρχικά να κάνει, ότι δεν άκουσε και στην επανάληψη της ίδιας ερώτησης απάντησε, ότι του είχαν πιάσει τη δική του θέση. Η γκριμάτσα αποδοκιμασίας των δύο αλλοδαπών ουδόλως πτόησε το χοντρόπετσο τρίτο πρόσωπο, το οποίο είπε με το πλέον φυσικό ύφος, ότι οπουδήποτε αλλού και να κάθονταν οι δύο αλλοδαποί, ουδείς θα ενοχλούνταν. Τότε η κοπέλα από το αλλοδαπό ζευγάρι ύψωσε τον τόνο της φωνής της και αξίωσε να αδειάσει το τρίτο πρόσωπο τη θέση τους. Και το τρίτο πρόσωπο υπάκουσε βαρύθυμα, ενώ ένας παρακαθήμενος ημεδαπός κύριος μουρμούρισε "Σιγά, ρε παιδιά, θα πάθει ο οργανισμός σας, αν κάτσετε χώρια 2,5 ώρες;"
Σπουδαία τα λάχανα, θα μου πείτε! Δεν είναι, όμως, έτσι. Από τις συνηθισμένες καθημερινές συμπεριφορές κρίνεται το επίπεδο ενός λαού ή, αν προτιμάτε, μιας χώρας. Και επειδή προφανώς δεν είμαι ο μόνος, που υπήρξα μάρτυρας ενός περιστατικού, όπως το παραπάνω, το ανωτέρω συμβάν καταμαρτυρεί πολλά για το χαρακτήρα μας, καθόσον :
.- Εμφανιζόμαστε να αγνοούμε όχι μόνο το νόμιμο και σωστό αλλά και τις, τυχόν, παραινέσεις τρίτων να το τηρήσουμε,
.- Επικαλούμαστε παντός είδους δικαιολογίες, προκειμένου να διατηρήσουμε αυτό το καθεστώς και
.- Αντί να βάλλουμε κατά όσων έχουν αυτή τη συμπεριφορά, στρεφόμαστε με περίσσιο ωχαδερφισμό εναντίον εκείνων, που επικαλούνται τη νομιμότητα και την ορθότητα.
Ναι, δεν αμφιβάλλω, ότι υπάρχουν και πολύ πιο σοβαρά ζητήματα σε αυτό τον τόπο. Αλλά από κάτι τέτοιες μικρές παρατυπίες ξεκινάει το κακό και φτάνει μέχρι τα μεγάλα προβλήματα, που ταλανίζουν τη χώρα μας. Και μπορεί οι περισσότεροι από εμάς να αναγνωρίζουν αυτά τα προβλήματα, πλην, όμως, ένα πλέγμα συμπεριφορών, όπως το παραπάνω, καταδεικνύει την απροθυμία μας να αλλάξουμε αυτό το καθεστώς ου μην και τη βολή μας με αυτό.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Μια ιστορία δοκιμασίας των νεύρων μας

Στο Υπουργείο Ανάπτυξης υπάγεται μια υπηρεσία με την επωνυμία "Διεύθυνση Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας", η οποία ασχολείται με τα βιομηχανικά σήματα, ήτοι εκείνα το λογότυπα, που χαρακτηρίζουν κάποια προϊόντα (π.χ. coca - cola) ή υπηρεσίες (Avis rent a car). Τα σήματα αυτά αποτελούν από την κατοχύρωσή τους και για χρονικό διάστημα 10 ετών, τουλάχιστον, με δικαίωμα ανανέωσης αυτών εντός της δεκαετίας, περιουσιακό στοιχείο του δικαιούχου και του δίνουν το δικαίωμα να εμποδίσει ακόμα και δια της δικαστικής οδού κάθε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιήσει το ίδιο ή παρεμφερές σήμα, το οποίο ο μέσος συναλλασσόμενος δεν θα μπορεί να διακρίνει από αυτό, που κατοχυρώθηκε πρώτο. Φυσικά, μπορεί να τα μισθώσει σε τριτους ή και να τα πουλήσει.
Το Ελληνικό Δημόσιο δια του παραπάνω Υπουργείου αποδεικνύει, ότι διαθέτει αστείρευτο ταλέντο στην καλλιέργεια του εκνευρισμού και της απελπισίας στον πολίτη. Η συγκεκριμένη υπηρεσία είναι μοναδική ανά το πανελλήνιο, ήτοι πας ενδιαφερόμενος υποχρεούται να ταξιδέψει έως την Αθήνα και, συγκεκριμένα, στην Πλατεία Κάνιγγος, ώστε να καταθέσει τη δήλωση για το σήμα του. Και όλα θα πάνε καλά, αν δεν υπάρχει κάποια πορεία ή απεργία των μέσων μαζικής μεταφοράς, που θα έχει ακινητοποιήσει όλη την Αθήνα ή απεργία των υπαλλήλων του υπουργείου αυτού, πράγματα διόλου ασυνήθιστα στη χώρα μας.
Και αν, τέλος πάντων, φτάσει στο δεύτερο όροφο, στο γραφείο, όπου κατατίθενται οι δηλώσεις των σημάτων, θα αντικρύσει τον υπηρεσιακό μινιμαλισμό του Ελληνικού Δημοσίου σε όλο του το μεγαλείο. Ένας και μοναδικός υπάλληλος καλείται να παραλαμβάνει περίπου 100 δηλώσεις απ' όλη την Ελλάδα ημερησίως από τις 10:30 έως τις 14:00. Οι υπόλοιποι κρίθηκαν υπεράριθμοι από τον κ. Υπουργό Ανάπτυξης και τοποθετήθηκαν σε άλλες υπηρεσίες του υπουργείου αυτού. Και, συνήθως, η ουρά των ενδιαφερόμενων δικηγόρων φτάνει μέχρι έξω. Και αλλοίμονο σε εκείνο, που δεν έχει ξανακάνει την δουλειά αυτή και τηλεφωνήσει, διότι ο ένας αυτός υπάλληλος δεν είναι απόγονος των Εκατόγχειρων να συμπληρώνει δηλώσεις και να σηκώνει παράλληλα το τηλέφωνο, ειδικά όταν αυτό χτυπάει ακατάπαυστα.
Και μέσα σε όλη την ανεμοζάλη της χώρας μας, όπου τα μπλόκα των αγροτών έχουν κόψει την κίνηση στις εθνικές οδούς, οι μαθητές και οι φοιτητές ετοιμάζονται να ξαναβγούν στους δρόμους και η οικονομία μας περνάει μάυρες ημέρες, εσύ ασχολείσαι με αυτό το θέμα, ρε φίλε, θα μου πείτε; Ε,ναι, ρε παιδιά, με αυτό ασχολούμαι, διότι αφενός το "λούστηκα" σήμερα και θα το ξαναλουστώ λίαν συντόμως αφετέρου, όταν το κράτος μιλάει για ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, οφείλει να παρέχει τις απαιτούμενες διοικητικές διευκολύνσεις, ώστε να καταστούν οι επιχειρήσεις αυτές ανταγωνιστικές. Και μια επιχείρηση με κατοχυρωμένο σήμα, εκτός του ότι διαθέτει περισσότερο κύρος στην αγορά, αποτελεί και ένα φορέα, που αξιοποιεί κάθε περιουσιακό του στοιχείο και επιτυγχάνει περισσότερη ανταγωνιστικότητα και περισσότερα έσοδα, άρα περισσότερα έσοδα και για το κράτος εκείνο, που θέλει να ασκήσει ουσιαστικό φορολογικό έλεγχο στις επιχειρήσεις. Αλλά εδώ ανοίγουμε άλλο μέτωπο.
Εντέλει, διαπίστωσα για πολλοστή φορά, ότι έχουμε ένα κράτος, το οποίο μηχανεύεται ένα σωρό καταστάσεις, για να δοκιμάσει τα νεύρα μας. Και μετά οι φορείς του διαμαρτύρονται, ότι δεν είμαστε ανταγωνιστικοί, ότι δεν αποδίδουν οι επιχειρήσεις μας κ.λπ. Αλλά αυτοί οι φορείς δε νοιάζονται για την παροχή των λύσεων, ώστε να επιτευχθεί περισσότερη ανταγωνιστικότητα. Και τα νεύρα μας θα συνεχίσουν να δοκιμάζονται.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009

Η ανύπαρκτη λογική του Δημοσίου

Το ατύχημα του είχε κοστίσει το ένα του πόδι, από το γόνατο και κάτω. Είχε τραβηχτεί άσκημα με τα νοσοκομεία και ευτυχώς, που βρέθηκαν και μερικοί γιατροί με ανθρώπινο πρόσωπο και δεν έχασε και το μυαλό του με το κακό, που το χτύπησε. Νεότατο παιδί ήταν, από γράμματα δεν έπαιρνε και δούλευε σε ένα τζαμάδικο. Τα λεφτά ήταν χάλια, το αφεντικό χειρότερο και το ωράριο ανύπαρκτο. Και το ατύχημα το είχε πάθει από υπαιτιότητα του αφεντικού του, λεπτομέρειες δεν μας έλεγε, διότι κόρωνε και θλιβόταν. Ο δικηγόρος του είχε πει, ότι έχουν αρκετά στοιχεία στα χέρια τους, ώστε να το ξεσκίσουν το αφεντικό του. "Μη χολοσκάς", του έλεγε, "έχεις αποδειξεις, ότι ο εργοδότης σου φταίει, αρκεί να προχωρήσεις τα χαρτιά σου στο Ι.Κ.Α., ώστε να αποδείξουμε, ότι είσαι ανίκανος για εργασία".
Πήγε στο Ι.Κ.Α. και οι γιατροί το δέχθηκαν έπειτα από 3 ώρες αναμονή, αφού μπροστά του υπήρχαν 5 γέροι, που κουβαλούσαν όλα τα προβλήματα υγείας, που μπορούσε να φανταστεί. Τί μου φταίνε και αυτοί, υπομονή θα κάνω, κομμένο πόδι έχω, τί θα μου πουν οι γιατροί, σκεφτόταν, μέχρι που τον πήραν για εξέταση. Ραντεβού σε 10 μέρες για την πρωτοβάθμια επιτροπή, του είπαν και του έδωσαν ώρα και τόπο για την εξέταση.
Πέρασαν οι 10 μέρες και πήγε στην επιτροπή αυτή. Φως φανάρι ότι έχει πρόβλημα, είπε ο ένας γιατρός, ρε μπορεί να δουλέψει, έχει τα δύο χέρια του, απάντησε ο άλλος και τη λύση έδωσε ο τρίτος, που έκρινε, ότι το πρόβλημα είναι σοβαρό. Χαρτί δεν του έδωσαν και απλά του είπαν να περάσει από τα κεντρικά για να πάρει ημερομηνία για τη δευτεροβάθμια επιτροπή. Αυτός πήγε ξανά στα κεντρικά, του είπαν να περάσει σε ένα μήνα να πάρει το χαρτί της πρωτοβάθμιας. Συντομότερα δε γίνεται, σκέφτηκε να ρωτήσει αλλά η ταχύτητα ήταν μάλλον άγνωστη λέξη για την τροφαντή και μούρτζουφλη κυρία στο γραφείο. Χέσ' το, μήπως σε ένα μήνα θα αλλάξει τίποτα, μονολόγησε. Μήπως μπορείτε να μου πείτε, πότε θα περάσω από δευτεροβάθμια επιτροπή, ρώτησε την παραπάνω υπάλληλο, μα, κύριε, ακόμα δε βγήκε το χαρτί για την ανικανότητά σας, γιατί βιάζεστε, ξέρετε πόσος κόσμος περιμένει, ήταν η αποστομωτική απάντηση. Υπομονή, σκέφτηκε, να πάρω το κωλοχαρτο και την ημερομηνία.
Πέρασε ο ένας μήνας και το χαρτί βγήκε. Αναπηρία σε ποσοστό μεγαλύτερο του 67%. Πάλι καλά, σκέφτηκε, και ημερομηνία για τη δευτεροβάθμια επιτροπή, σε 20 μέρες, κύριε, του είπε ένας αρκετά ευγενικός νεαρός, κάνοντάς το να σκεφτεί, ότι υπάρχουν ακόμα ευγενικοί άνθρωποι στο Δημόσιο.
Οι 20 μέρες πέρασαν και η δευτεροβάθμια επιτροπή τον εξέτασε. Πάλι διχογνωμία οι γιατροί, πάλι ο τρίτος γιατρός έδωσε τη λύση. Να τολμήσει να ρωτήσει σε πόσες μέρες θα είναι έτοιμο το χαρτί δεν τόλμησε, η κατσούφα υπάλληλος τον είχε τρομάξει, να πάρω και αυτό το χαρτί να τελειώσουμε, συλλογιζόταν.Στα κεντρικά του είπαν να περάσει σε ένα μήνα.
Πέρασε και αυτός ο μήνας και πήγε στα κεντρικά. Η ίδια κακόκεφη υπάλληλος, μα τί διάολο, της χρωστάει η υφήλιος και είναι έτσι, σκέφτηκε και ρώτησε, αν το χαρτί ήταν έτοιμο. Ορίστε, κύριε, του είπε η υπάλληλος και σε 2 χρόνια επανεξέταση. Κοίταξε το χαρτί, 67% αναπηρία έλεγε μέσα, και ανίκανος για εργασία. Αλλά γιατί σε δύο χρόνια θα πρέπει να περάσω ξανά από επιτροπή, ρώτησε. Γιατί μπορεί μέχρι τότε να γίνετε ικανός για εργασία, κύριε, απάντησε η υπάλληλος. Και πως θα γίνω ικανός για εργασία, κυρία μου, θα μου φυτρώσει το κομμένο μου πόδι, ξέσπασε. Α, κύριε, ο κανονισμός αυτά λέει, σε δύο χρόνια επανεξέταση, του είπε κοφτά η υπάλληλος.
Το μονο, που δεν πρόκειται να φυτρώσει ποτέ, είναι η λογική στο Δημόσιο, συλλογίστηκε και βρόντηξε την πόρτα πίσω του.

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

Γιορτή προς το τέλος της μέρας

Η βροχή είχε αρχίσει να πέφτει βάρβαρα στο τζάμι του, διαταράσσοντας τις σκέψεις του, αν μπορούσες να χαρακτηρίσεις σκέψεις εκείνο το συνοθήλευμα ξεκάρφωτων ιδεών, που τριγυρνούσε στο κεφάλι του. Ήταν μια μέρα τρελλή, ούτε την ονομαστική του εορτή δεν είχε μπορέσει να χαρεί. Όλο το πρωί να τρέχει σε μια παραλυμένη από την απεργία των εργαζομένων στο μετρό Αθήνα, από δημόσια υπηρεσία σε δημόσια υπηρεσία, με υπαλλήλους, που ένοιωθες ότι βαριόνταν ακόμα και να ανασάνουν, να του δημιουργούν προσκόμματα και να μην τον εξυπηρετούν, με ένα τηλέφωνο να χτυπάει ακατάπαυστα, διότι οι πελάτες δεν καταλαβαίνουν ότι για να εξυπηρετηθούν, πρέπει να προθυμοποιηθεί προς τούτο η δημόσια υπηρεσία και ο εντολοδόχος τους δεν είναι μάγος να τους κάνει τη δουλειά μόνος του, τα ταξί γεμάτα γκρινιάρηδες πελάτες και αγενέστατους ταξιτζήδες, που δε σταματούσαν στιγμή να βρίζουν ρωμαίικα τους άλλους οδηγούς κατά τα αλεπάλληλα σλάλομ τους στους πηγμένους από την κίνηση δρόμους, ο κόσμος να σπρώχνει για να του ανοίξουν το πεζοδρόμιο και αυτός να αισθάνεται να πνίγεται σε μια αφιλόξενη μεγαλούπολη, όπου κανένας δε φαινόταν να δίνει δεκάρα, αν θα χρειαστεί να περάσει πάνω από το τομάρι σου, ώστε να κάνει τη δουλειά του ή έστω να βρει ελεύθερο δρόμο να διαβεί. "Να τελειώσω γρήγορα να γυρίσω πίσω", σκεφτόταν.
Στο λεωφορείο της επιστροφής ένοιωθε ότι το εκρηκτικό μίγμα της κοκομοιριάς και της αγένειας, που τον είχε μαστιγώσει στο κλεινόν άστυ, είχε ενσκήψει σαν επιδημία και στους επιβάτες. Μουτρωμένες κοπέλες να βρίζονται σα λιμενεργάτες με τους συνομιλητές τους εις επήκοον των συνεπιβατών τους, ηλικιωμένες κυρίες να μασουλάνε πλαταγίζοντας τη γλώσσα τους και ένας οδηγός, που έμοιαζε να πιστεύει, ότι θα βραβευθεί, αν πετύχει όσο το δυνατό περισσότερες λακκούβες του δρόμου, που με θράσος είχαν βαφτίσει εθνική οδό. Να κοιμηθεί ούτε λόγος, αφού το λεωφορείο ήταν φτιαγμένο με προδιαγραφές Πυγμαίων, για να μη μιλήσουμε για τις λακκούβες, που μόνο ως νανουρητό δε λειτουργούσαν.
Και στο γραφείο, η εικόνα δεν ήταν καλύτερη. 2-3 πελάτες από εκείνους, που δεν καταδέχονται να τηλεφωνήσουν, πριν έλθουν, τον περίμεναν με άγριες διαθέσεις, ο ένας χρωστούσε την παράσταση ενός δικαστηρίου αλλά προφανώς είχε επιβάλει στον εαυτό του να το ξεχάσει και ο άλλος εξακολουθούσε να ρωτάει επανειλημμένως τα ίδια πράγματα και να λαμβάνει για πολλοστή φορά τις ίδιες απαντήσεις, που ενδεχομένως φάνταζαν ως υπερβολικές για να τις αφομοιώσει ο ταπεινός του νους. Απλά δράμα, θα περάσει, σκέφτηκε.
Όταν έφυγε και ο τελευταίος πελάτης, έκλεισε την πόρτα του γραφείου. Η βροχή είχε αρχίσει το ανελέητο σφυροκόπημά της στο τζάμι. Στο youtube έπαιζε η Nostalgia του Yanni. Και πάλι! Και πάλι! Και πάλι! Και κάθε φορά που έπαιζε, η αρνητική ενέργεια, που τον είχαν ποτίσει, έφευγε και σκόρπιζε στον αέρα. Επιτέλους, βράδυ Παρασκευής και ημέρα γιορτής, μονολόγησε. Και τα τελευταία αρνητικά μόρια διαλύθηκαν.
Βγήκε έξω και κλείδωσε την πόρτα του γραφείου του. Η κοπέλα του τον περίμενε να βγουν για να γιορτάσουν. Μια κουραστική μέρα είχε τελειώσει, ένα ξεκούραστο και εποικοδομητικό βράδυ ξεκινούσε. Η βροχή τον χτύπησε στο πρόσωπο. Κράτησε την ομπρέλλα του κλειστή. "Η βροχή καθαρίζει την ατμόσφαιρα και το μυαλό των ανθρώπων", σκέφτηκε και προχώρησε.

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008

Ηρεμία, ποια ηρεμία;

Κλείνοντας το γραφείο μου στις 13:30 το Σάββατο, που μας πέρασε,

1) Έπεσα πάνω σε μια κυρία, που είχε καταλάβει το στενό πεζοδρόμιο με τα τρια πιτσιρίκια της, προσπαθώντας να ισιώσει ένα στραβωμένο τσίγκινο κουβά, που το ένα από τα πιτσιρίκια είχε στραβώσει,
2) Υπέστην το μαρτύριο να ακούω τα σουξέ της Έφης Θώδη στη διαπασών από ένα αυτοκίνητο, του οποίου ο οδηγός είχε τη φαεινή έμπνευση να βασανίσει με αυτό τον ιδιαίτερο τρόπο την αισθητική και την ακοή μας,
3) Άκουσα τον τσακωμό ενός οδηγού, που προσπαθούσε να ξεπαρκάρει το αυτοκίνητό του, με την οδηγό ενός δικύκλου, που είχε κρίνει σκόπιμο όχι απλά να το παρκάρει μπροστά από το ανωτέρω αυτοκίνητο αλλά και να το βάλει κολλητά στο αυτοκίνητο αυτό,
4) Κουφάθηκα από τη μπετονιέρα, που χρησιμοποιούσε ένας εργολάβος, που έφτιαχνε το σκαμμένο πεζοδρόμιο μπροστά μου,
5) Λέκιασα τα ωραία μου πατούμενα από τις λάσπες, που είχαν σκορπίσει οι εργάτες του παραπάνω εργολάβου,
6) Περπάτησα στο δρόμο, ώστε να παρακάμψω τις ευγενέστατες κυρίες, που είχαν κρίνει σκόπιμο να πιάσουν το λακριντί καταμεσής του στενού πεζοδρομίου και δεν είχαν τη στοιχειώδη ευγένεια να μεριάσουν, ώστε να διαβαίνουν ανενόχλητοι οι διερχόμενοι,
7) Προηγούμην για 5 λεπτά μιας κυρίας, που έσερνε ένα εξαιρετικά φωνακλάδικο και γκρινιάρικο πιτσιρίκι, που είχε επιλέξει ένα εκκωφαντικό τρόπο, για να εκφράσει τη διαμαρτυρία του, που η μητέρα του δεν του είχε αγοράσει παγωτό,
8) Παρατήρησα την αγενέστατη απάντηση, που ένας νεαρός έδωσε σε ένα αστυνομικό, όταν ο τελευταίος ευγενικά του συνέστησε να φοράει τη ζώνη ασφαλείας του, όταν οδηγεί,
9) Απόλαυσα την αναισθησία μιας κυρίας, που παράτησε το αυτοκίνητό της - χωρίς αλάρμ - πάνω στη ράμπα διάβασης προσώπων με προβλήματα κινητικά και αγνόησε επιδεικτικά την παρατήρηση ενός μαγαζάτορα και
10) Έφαγα τις σκουντιές μιας βαρυφορτωμένης με τσάντες κυρίας, που μάλλον θα πρέπει μαζί με τα ρούχα, που αγόρασε, να αγοράσει και κάποιο εγχειρίδιο καλών τρόπων.
Κατά τα άλλα, είχα τελειώσει τη δουλειά μου και προσπαθούσα να ξεκουραστώ. Κλείστηκα στο σπίτι μου, έβαλα στο αθόρυβο το κινητό μου και σωριάστηκα στον καναπέ μου. Το Σαββατοκύριακο είχε ξεκινήσει.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008

Όταν η έδρα κάνει διακρίσεις

Διάλογος χτες στο Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο της πόλεώς μου :
.- Αριθμός υπόθεσης Χ, κατηγορούμενος Χ, εκφωνεί η κα. Πρόεδρος του Δικαστηρίου.
.-Απών, κυρία Πρόεδρε, είναι ασθενής, αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας και ζητάει αναβολή, απαντά ο συνήγορος υπεράσπισης.
.- Υπάρχει μάρτυρας γι' αυτό, ρωτάει η κα. Πρόεδρος.
.-Μάλιστα, κυρία Πρόεδρε, ο πατέρας του.
Ο μάρτυρας πλησιάζει στην έδρα του Δικαστηρίου.
.-Πώς λέγεστε, ρωτάει η κα. Πρόεδρος.
.- Χ, απαντά ο μάρτυρας.
.- Που γεννηθήκατε;
.- Στο Χ (πόλη της Αλβανίας).
.- Πώς λένε τον πατέρα σου;
.- Χ!
.- Πόσο χρονών είσαι;
.- Χ !
.- Τί έπαθε ο γιός σου;
.- Χ!
.- Είναι στο σπίτι σου, μένεις μαζί του;
.- Ναι!
Ελάχιστα με ενδιαφέρει ότι η κα. Πρόεδρος του Δικαστηρίου έδωσε την αναβολή. Περισσότερο με ενοχλεί ο απαράδεκτος ενικός αριθμός στο άκουσμα του ξένου ονοματεπώνυμου. Όταν, μάλιστα, η κα. Πρόεδρος του Δικαστηρίου απευθυνόταν σε όλους τους επόμενους μάρτυρες και κατηγορουμένους στον πληθυντικό αριθμό και όλοι τους ήταν Έλληνες υπήκοοι, τότε νομίζω ότι έχω κάθε λόγο να θλίβομαι για τις διακρίσεις, που η έδρα ενός Δικαστηρίου κάνει.
"Αν σε π...άει ο κατής, εσύ το δίκιο που να βρεις," αναρωτιόταν προ ετών η συγγραφέας Βούλα Δαμιανάκου. Και αναρωτιέμαι τί είδους δίκιο θα εύρισκε ο αλλοδαπός κατηγορούμενος, αν η υπόθεση συζητούνταν με αυτή τη σύνθεση του Δικαστηρίου.

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2008

Γάμος παιδιών, χαρά γονέων και συγγενών (αποκλειστικά)

Η πρόσκληση για το γάμο είχε φτάσει στα χέρια μας δύο μήνες προ της τελετής και είχαμε όλοι προετοιμαστεί για το ευτυχές γεγονός. Οι μελλόνυμφοι ήταν πολλά χρόνια μαζί και περιμέναμε τη στιγμή, που θα ενώνονταν και επίσημα με τα δεσμά του γάμου.
Ήταν μια σύντομη τελετή και μετά το πέρας της πήραμε όλοι το δρόμο για το κοσμικό κέντρο, όπου θα πραγματοποιούνταν η δεξίωση. Για καλή μας τύχη, αυτό ευρίσκετο απέναντι από την εκκλησία, οπότε πήγαμε με τα πόδια.
Κάποια στιγμή, ενώ είχαμε τελειώσει το φαγητό, άρχισε να παίζει η μουσική. Οι νεόνυμφοι, τρανοί χορευτές αμφότεροι, έσυραν διαδοχικά το χορό με τους γονείς τους στους ρυθμούς των γνωστών τραγουδιών, που ακούγονται σε τέτοιες περιστάσεις. Όλοι τους καμαρώναμε, όλοι θαυμάζαμε το χορευτικό τους ταλέντο.
Αφού οι στενοί συγγενείς των νεονύμφων έσυραν διαδοχικά το χορό, σηκωθήκαμε και οι υπόλοιποι να χορέψουμε. Τα κλασσικά τραγούδια των γάμων είχαν δώσει τη θέση τους σε κάποια άσματα, φερόμενα ως δημοτικά, καλαματιανά και τσάμικα, κυρίως, που εναλλάσσονταν. Οι λιγότερο στενοί συγγενείς των νεονύμφων, κυρίως του γαμπρού, που ήταν και οι πιο πολυάριθμοι, έδειχναν να το διασκεδάζουν.
Μετά από μιάμιση ώρα, όμως, γεμάτη από αμφιβόλου ποιότητας δημοτικά, που, όμως, αναμφίβολα διασκέδαζαν τους συγγενείς των νεονύμφων, άρχισε να γίνεται καταφανής η ανάγκη για αλλαγή μουσικής επένδυσης. Είχαμε χορέψει αρκετά δημοτικά τραγούδια και περιμέναμε την ώρα, που θα άλλαζε η μουσική, ώστε να συνεχίσουμε. Η κουβέντα περί επιτακτικής ανάγκης για αλλαγή μουσικού ύφους είχε ήδη αρχίσει χαμηλόφωνα, όμως.
Πέρασε άλλη μια ώρα γεμάτη ολοένα και πιο απαράδεκτα δημοτικά- ο Θεός να τα κάνει τέτοια. Η νύφη έμοιαζε να χορεύει μηχανικά, αφού οι συγγενείς του γαμπρού την τραβολογούσαν ασταμάτητα να σύρει το χορό. Ο γαμπρός για να τη σώσει από το μαρτύριο προσφέρθηκε να κάνει τον πρωτοχορευτή. Μόνο η μουσική παρέμενε ίδια και απαράλλαχτη, εκτελεσμένη, κυριολεκτικά, από ψιλές και τσιριχτές φωνές, που αμφιβάλλω, αν θα μπορούσαν να σταθούν ακόμα και στο πιο υποβαθμισμένο πανηγύρι.
Κάποια στιγμή, η νύφη βρήκε την ευκαιρία να ξεγλιστρήσει από το συγγενολόι του γαμπρού και ήλθε προς το μέρος μας. "Σηκωθείτε να χορέψετε, ρε παιδιά", είπε και άρχισε να μας τραβάει να σηκωθούμε. Ο τολμηρός της παρέας το "πέταξε". "Τί θα γίνει, θα αλλάξετε τη μουσική να χορέψουμε, όλο κλαρίνα και κλαρίνα", ρώτησε. "Ποιά να αλλάξω, οι συγγενείς μας θα μας φάνε ζωντανούς, να ξέρατε τι τραβήξαμε με τη μουσική, που μας ζήτησαν".
Μείναμε "κάγκελο" στο άκουσμα αυτό. Ποιος διάλεξε τη μουσική, ρωτήσαμε. Οι συγγενείς μας και δε δέχονταν κουβέντα, ήταν η αποστομωτική απάντηση της νύφης. Πήγα πριν από μισή ώρα να την αλλάξω και έπεσαν να με "φάνε", στους γάμους αυτά χορεύουν, τι θες να βάλεις τα "ντάμπα-ντούμπα", που ακούνε στις πόλεις, να ξεχάσουμε την παράδοση τώρα για τα ξενόφερτα, μου είπαν, ο dj πήρε οδηγίες να μην αφήσει να ακουστεί άλλο από αυτά, που διάλεξαν. Τί να κάνω, θα μου ζάλιζαν τ' αυτιά ότι δεν τους σεβόμαστε, ότι κάνουμε μόνο τα χατίρια σας, ε ελάτε τώρα να χορέψετε, σας κοιτάζουν και γκρινιάζουν τι φίλους έχουμε, που δεν χορεύουν.
Και δώστου τσαλίμια, σπασίματα μέσης, φιγούρες και γλέντι στο χορό οι συγγενείς των νεόνυμφων. Και δώστου οι νεόνυμφοι να χορεύουν ολοένα και με λιγότερη διάθεση. Και δώστου εμείς να έχουμε μείνει στις καρέκλες μας, διότι είχαμε βαρεθεί τα ψευδεπίγραφα δημοτικά, που ρύπαιναν την αισθητική μας. 'Αλλοι παντρεύονται και άλλοι διασκεδάζουν, μου είπε το ταίρι μου. Και δεν είχα να αντιτάξω κάτι.

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008

Φιλία, αρχή σωτηρίας

Είχα να το δω πολλά χρόνια. Αυτός με φώναξε. Το θέαμα, που παρουσιάζε, με χτύπησε στο στομάχι. Ήταν πενταβρώμικος, με μακρυά αχτένιστα μαλλιά, ρούχα, που είχαν να αντικρύσουν απορρυπαντικό κάποιους αιώνες και παπούτσια τρύπια χωρίς κάλτσες. Το κατάλαβε ότι αποτελούσε άθλιο θέαμα και χαμήλωσε το βλέμμα του, σα να είχε μετανιώσει, που με φώναξε. Μια μακρυμάνικη μπλούζα κάλυπτε τα χέρια του. Μόνο μια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων θα φορούσε τέτοια μπλούζα μέσα στο κατακαλόκαιρο. Θλίψη! Ο πιο προικισμένος μαθητής στην τάξη μας, το πιο κοφτερό μυαλό, το παιδί, που όλοι στοιχημάτιζαν ότι θα έφτανε πολύ ψηλά, στεκόταν τώρα μπροστά μου ρυπαρός και καταβεβλημένος από την πρέζα.
Τον κάλεσα να πάμε για καφέ. Στην καφετερία τον κοίταζαν με μισό μάτι, ο σερβιτόρος ήλθε επιθετικά να το διώξει, φαντάζομαι ότι θα είχε έλθει για επαιτεία αρκετές φορές. Είδα και έπαθα να τον ηρεμήσω και να τον πείσω ότι ήταν μαζί μου και δεν υπήρχε πρόβλημα. Παραγγείλαμε καφέ και πιάσαμε την κουβέντα. Τον είχα δει για τελευταία φορά πριν από 8 χρόνια, ήμαστε φοιτητές γεμάτοι όνειρα όλη η τρελλοπαρέα από το σχολείο, όλοι μαζί από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, ενωμένοι και μονοιασμένοι, ήταν φοιτητής σε ένα Τ.Ε.Ι., ήταν από τις τελευταίες του επιλογές στο μηχανογραφικό, για Πολυτεχνείο τον υπολόγιζαν όλοι και στους πρώτους, μάλιστα, αλλά αυτός δεν τα πήγε και τόσο καλά στις Πανελλαδικές. Πώς να πάνω καλά, όταν οι δικοί μου πλακώνονταν στο ξύλο όλο το βράδυ, μου είπε. Ήταν το μεγάλο μυστικό της παρέας. Όλοι είχαμε πάει πιτσιρικάδες αλλά και αργότερα στα σπίτια όλων αλλά όχι στο δικό του. Μας είχε εκμυστηρευτεί ότι οι δικοί του καυγάδιζαν ολημερίς. Ο πατέρας άνεργος τις περισσότερες φορές, η μητέρα με ψυχολογικά προβλήματα, ένα ζευγάρι από εκείνα, που εύχεσαι να υπήρχε νόμος, που να τους απαγόρευε να κάνουν παιδιά. Οι καυγάδες ήταν στην ημερησία διάταξη και αυτός να κλείνεται στο δωμάτιό του και να βουλώνει τ’ αυτιά του με το μαξιλάρι.
Στο Τ.Ε.Ι. άρχισα να καπνίζει «μαύρο». Ήταν ένας τύπος, δε θυμάται πως τον έλεγαν, που πουλούσε καλό πράγμα, είχε μπλέξει με κάτι μαλακισμένα, που κάπνιζαν σαν τρελλοί. Στόχο δεν είχαν στη ζωή τους, στα μαθήματα πατούσαν για να βρουν καμμία γκόμενα, μέχρι που τους έφτυσαν όλες και έκοψαν τελείως τη σχολή, το βράδυ από ένα σημείο και μετά δεν καταλάβαινες τι έλεγαν, αυτός ούτε να το βλέπει δεν ήθελε. Ο τύπος τον πάτησε στο ευαίσθητο σημείο του, κάπνισε και θα ξεχάσεις τα βάσανά σου, αγορίνα μου, δεν ήξερε, βέβαια, τι βάσανα είχε, θα κατάλαβε βλέποντάς τον. Θυμάται την πρώτη ρουφηξιά, η ισορροπία του να χάνεται, μετά το μόνο, που θυμόταν, ήταν ότι το στόμα του είχε γίνει σαν τσαρούχι. Φυσικά, κόλλησε και άρχισε να καπνίζει από δαύτο το διάολο, το βοηθούσε να ξεχάσει τα χάλια στο σπίτι του και στη ζωή του, να τον υπολογίζουν, έλεγε, για το Πολυτεχνείο και να καταλήξει στο Τ.Ε.Ι. αυτό στον πάτο του μηχανογραφικού, άρχισε να δουλεύει σε καφετερίες, για να έχει χρήματα για το «μαύρο» του μα σύντομα δεν του έκανε τίποτα αυτό, το' χε συνηθίσει.Τότε, δε θυμάται ποιος, του είπε να δοκιμάσει πρέζα. Οι καυγάδες στο σπίτι του είχαν ενταθεί, τα νεύρα του είχαν σπάσει, τρυπήθηκε και άρχισε ο κατήφορος. Παράτησε τη σχολή, παράτησε τη δουλειά, παράτησε την παρέα του, παράτησε τον εαυτό του, πέντε χρόνια ήταν έτσι και όλο κατηφόριζε.
Και δεν θέλησες να ξεφύγεις από αυτό, το ρώτησα, ναι, μια κουβέντα είναι, κάτι χρόνια αναμονή σε κέντρο απεξάρτησης και να σε κοιτάζουν, όταν ρωτούσα να ξεφύγω, σα να σου λένε «αφού είσαι τόσο ανυπόμονος, γιατί κάνεις ναρκωτικά», τι βύσμα έπαιρναν τηλέφωνο κάποια άλλα πρεζόνια να μεσολαβήσει να μπουν για απεξάρτηση και να μη γίνεται τίποτε και όλο να ψοφάνε οι πιο αδύναμοι.
Πήρα τηλέφωνο τα παιδιά, τους ζήτησα να μαζευτούμε να μιλήσουμε, ο φίλος μας, ρε δεν το θυμάστε, το αστέρι του σχολείου, να το βοηθήσουμε, ρε παιδιά, να γλυτώσει, αν το δείτε, θα φρίξετε. Μαζευτήκαμε οι περισσότεροι, κάποιοι έχουν φύγει από την Αθήνα, τρέχα γύρευε που είναι. Τι λύση να βρεις τώρα; Τελικά, τη βρήκαμε. Στο χωριό του, κάπου στην ορεινή Εύβοια, έχει κάτι ξαδέλφια εκεί, που τον αγαπάνε, εκεί να το στείλουμε και να το βλέπουμε πότε ο ένας πότε ο άλλος.
Το βρήκαμε σπίτι του να κοιμάται, η μάνα του ίσα που μας άνοιξε την πόρτα και χώθηκε στην τηλεόραση αδιάφορη για το γέννημά της, είχαμε ήδη πάει να βρούμε τα ξαδέλφια του, τους μιλήσαμε, εμείς, ρε παιδιά, αν το ξέραμε, θα είχαμε κατέβει να τον πάρουμε εδώ πάνω, οι δικοί του χέστηκαν γι’ αυτόν, είναι κάφροι οι άνθρωποι, καλά, θα σας το φέρουμε εμείς, τους είπαμε. Και το φέραμε στο χωριό. Έξη μήνες τώρα, έχει καθαρίσει, δουλεύει σε ένα χωράφι, που το έχουν κάτι γεροντάκια και όποτε το βλέπουμε, θυμόμαστε τον παλιό φίλο μας. Οι γονείς του ούτε που έχουν ανέβει να το δούνε, ας κόψει το λαιμό του, είπε σε ένα από τα παιδιά ο πατέρας του, αδιάφοροι, βλέπεις. Τα κοράκια δεν τον βρήκαν, ευτυχώς, γιατί δεν θέλει και πολύ να ξανακυλήσει. Θα κάτσει και άλλο εκεί, μέχρι να ηρεμήσει εντελώς και μετά θα κατέβει στη σχολή να συνεχίσει. Αν δεν είχε και μας, φίλε, θα είχε πεθάνει το παλληκάρι.
Υ.Γ. Σε μια πηγμένη από την κίνηση Αθήνα, σε ένα ταξί, άκουσα την κουβέντα αυτή από τον οδηγό. Αν δεν είχε και μας, φιλε…………..

Κυριακή 24 Αυγούστου 2008

Τιμή σας να εργάζεστε τζάμπα για την Ελλάδα(ρε γαμώτο)!!!!!

Είχε συμπληρώσει 4 μήνες εργασίας ως συμβασιούχος στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην πανέμορφη δυτικοευρωπαϊκή πρωτεύουσα αλλά, παρά το γεγονός ότι απολάμβανε τις ομορφιές της πόλεως αυτής, την απουσία κυκλοφοριακού προβλήματος, την καθαριότητα και την ευγένεια του κόσμου, εν τούτοις παρέμενε απλήρωτος από την ημέρα, που ξεκίνησε να εργάζεται. Και είχε να συντηρήσει μια 4μελή οικογένεια. Και η γυναίκα του εργαζόταν περιστασιακά στη δυτικοευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Και τα έξοδα έτρεχαν. Και η ζωή στην πόλη αυτή μόνο φτηνή δεν ήταν.
Κάποια στιγμή απηύδησε και αποφάσισε να πάει στο υποτυπώδες λογιστήριο της Πρεσβείας, προκειμένου να ρωτήσει τί στην ευχή είχε συμβεί και είχε καθυστερήσει τόσο πολύ η μισθοδοσία του. Ο Προϊστάμενος του λογιστηρίου αυτού, που είχε την ευτυχία να είναι προϊστάμενος και του εαυτού του, απάντησε ότι δεν εγνώριζε κάτι σχετικό και ότι θα έπρεπε να μιλήσει με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους στην Αθήνα. Τί να κάνει ο δόλιος ο απλήρωτος συμβασιούχος, πήρε τηλέφωνο στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Σύντομα, απάντησε κάποιος από την άλλη άκρη της γραμμής. Συνέδεσε το συμβασιούχο με το αρμόδιο τμήμα, όπου μια κυρία, από εκείνες, που έχουν φορέσει τον ευγενικό τρόπο ομιλίας σαν ένα ρούχο, που δεν τους πηγαίνει με τίποτε, το ρώτησε τι ακριβώς ήθελε. Ο πρωταγωνιστής μας υπομονετικά εξήγησε στην κυρία στην άλλη άκρη της γραμμής ότι είχε μείνει απλήρωτος επί 4 μήνες και είχε φτάσει πια στα όριά του. "Μα, κύριε, η σχετική εντολή για τη μισθοδοσία σας δεν έχει υπογραφει ακόμα, δεν μπορείτε να κάνετε λίγη υπομονή παραπάνω", ήταν η περήφανη απάντηση της μισθοδοτούμενης από το Ελληνικό Δημόσιο κυρίας. "Μα, ξέρετε, τρέχουν τα έξοδά μου και έχω σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης", απάντησε ευγενικά ο φίλος μας. "Κύριε, είναι τιμή σας να εργάζεστε για την Ελληνική Πρεσβεία", τον αποστόμωσε η κυρία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Ήθελε να προσθέσει και τη λέξη "τζάμπα" αλλά το ύφος της βοήθησε στην οικονομία του λόγου και δεν άφησε ιδιαίτερα περιθώρια στο φίλο μας να αντιληφθεί πως ακριβώς τον έβλεπε το Ελληνικό Κράτος.
Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο!!!!!
Υ.Γ. Η ιστορία είναι, δυστυχώς, αληθινή και δεν ποιεί καμμία τιμή στο κράτος μας.

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2008

Κοινωνικός τουρισμός ή κοινωνικός ρατσισμός;

Είδαν και έπαθαν, μέχρι να βρουν το ξενοδοχείο, αφού στο νησί φαίνεται ότι υπήρχε κάποια αλλεργία στις σχετικές πινακίδες. Τελικά, τα κατάφεραν και το βρήκαν. Κατάκοποι, αφού είχαν κάνει μεγάλο ταξίδι, μπήκαν μέσα και στάθηκαν μπροστά στη ρεσεψιόν. Η ρεσεψιονίστ, μια ηλικιωμένη κυρία τους χαμογέλασε και τους καλοσώρισε. Μόνο που το χαμόγελό της συνοδευόταν από δύο άπληστα και καθόλου φιλικά μάτια. Τυπικό γνώρισμα των πρώην ψαράδων και κτηνοτρόφων, που έγιναν ξενοδόχοι, μόλις το νησί τους έγινε τουριστικός προορισμός, σκέφτηκαν κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο, αμάν που μπλέξαμε!
Περιμένετε δύο λεπτάκια, μέχρι να ετοιμαστεί το δωμάτιό σας, τους είπε η ρεσεψιονιστ, που το ύφος της πρόδιδε ότι διέθετε και την ιδιότητα της ξενοδόχου. Δεν πειράζει, της είπαν, αν και τα πόδια τους μόλις τους κρατούσαν.
Τότε πρόσεξαν κάποιους ψιθύρους, που έρχονταν από πίσω τους. Ένα ζευγάρι καθόταν σε ένα καναπέ. Οι αποσκευές τους φανέρωναν ότι πρόκειται για τουρίστες αλλά τα πρόσωπά τους έδειχναν ότι κάποια αντέγκληση είχε προηγηθεί. Και τί μας ενδιαφέρουν τα προσωπικά των άλλων, σκέφτηκαν.
Τότε, ο άνδρας από το σκυθρωπό ζευγάρι σηκώθηκε και πλησίασε τη ρεσεψιονίστ-ξενοδόχο. Μα σας είχα πάρει τηλέφωνο πριν από 3 μήνες και μου είχατε πει ότι το δωμάτιό μας διαθέτει και μπαλκόνι. Τώρα γιατί μας δίνετε ένα χωρίς μπαλκόνι, ρώτησε με ύφος, που πρόδιδε υπερπροσπάθεια να κρατηθεί σε ευγενικά πλαίσια. Μα είστε οι μόνοι, που μου δημιουργείτε πρόβλημα, όλοι οι προηγούμενοι από σας δεν είχαν γκρινιάξει, ήλθε η απάντηση από την ξενοδόχο. Και που θα απλώσουμε τα ρούχα μας, αφού δεν υπάρχει μπαλκόνι, ρώτησε ο κοπέλα. Έχουμε κοτζάμ αυλή πίσω από το ξενοδοχείο, μπορείτε να τα απλώσετε εκεί, τι φοβάστε, μήπως σας τα πάρουν, απάντησε η ξενοδόχος.
Ακολούθησε ένα 10λεπτο χαμηλόφωνης συζήτησης του ζευγαριού. Εκείνοι περίμεναν υπομονετικά να ετοιμαστεί το δωμάτιό τους. Το λεπτό, που τους είχε πει η ξενοδόχος είχε περάσει προ πολλού αλλά σκέφτηκαν ότι θα ήταν μάταιο να φωνάξουν. Ήλθαμε για να ηρεμήσουμε, σκέφτηκε το αγόρι και κοιτάζοντας τα μάτια της κοπέλας του κατάλαβε ότι είχε σκεφτεί και αυτή το ίδιο.
Τί θα κάνετε, θα πάρετε το δωμάτιό σας, ακούστηκε η φωνή της ξενοδόχου. Δεν έλαβε καμμία απάντηση από το ζευγάρι, που φαινόταν να έχει παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια να μεταπείσει την ξενοδόχο. Μα καλά, σκέφτηκαν εκείνοι, άλλο δωμάτιο συμφώνησαν να πάρουν και άλλο τους δίνει η γαϊδάρα, σκέψου να μας κάνει και μας κανένα τέτοιο χουνέρι.
Πάρτε τα δελτία σας, φώναξε η ξενοδόχος, εννοώντας τις ταυτότητες προφανώς. Και πάρτε δρόμο, ήθελε να πει αλλά το εννόησε με κάθε επισημότητα. Τότε η κοπέλα σηκώθηκε με δάκρυα στα μάτια και την παρακάλεσε να τους δώσει άλλο δωμάτιο. Περιμένουμε αμάν και πώς τις διακοπές αυτές, μη μας τις στερείτε, επειδή είμαστε του κοινωνικού τουρισμού μας τα κάνετε αυτά, είπε. Αλλά η γριά έμεινε ασυγκίνητη. Θέλετε ή όχι το δωμάτιο, είπε με ύφος, που έβαζε τελεία και παύλα στη συζήτηση. Α, παιδιά, το δωμάτιό σας είναι έτοιμο, είπε σ' εκείνους και ο τόνος της φωνής της άλλαξε, χωρίς, όμως, να αλλάξει το βλέμμα της. Και εκείνοι ξεκίνησαν να ανεβαίνουν, σκεφτόμενοι ότι ήταν πράγματι προνομιούχοι, που είχαν τις καλές δουλειές τους, που τους επέτρεπαν να αναζητήσουν κάτι καλύτερο στις διακοπές τους. Α, και που είχαν προπληρώσει το ξενοδοχείο τους, με αποτέλεσμα η γριά να τους φέρεται ευγενικά, για τα δικά της δεδομένα, τουλάχιστον.
Υ.Γ. Γνωρίζω ότι το Ελληνικό Δημόσιο αργεί να πληρώσει στους ξενοδόχους το αντίτιμο για τη διαμονή των δικαιούχων των εισιτηρίων κοινωνικού τουρισμού. Αποτελεί, όμως, αυτό δικαιολογία, ώστε ο κάθε ξενοδόχος να συμπεριφέρεται κατ' αυτό τον τρόπο στους δικαιούχους αυτούς, ως εάν αυτοί να ευθύνονται γι' αυτή την καθυστέρηση;
Υ.Γ2. Μήπως γνωρίζει κανείς, αν υπάρχει κάποια ιστοσελίδα, όπου κάθε παραπονεμένος από την εξυπηρέτηση στους ελληνικούς τουριστικούς προορισμούς, θα μπορεί να καταγράψει τα παράπονά του από τους ξενοδόχους και τους λοιπούς εμπλεκόμενους στους χώρους αυτούς, αναφέροντας το μέρος και το ξενοδοχείο/ενοικιαζόμενα δωμάτια κ.λπ.;

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2008

Η γέννα

Όταν έμεινε έγκυος η φίλη της, εκείνη χάρηκε πολύ, διότι ήξερε ότι ήθελε πολύ και αυτή και ο άντρας της και δεύτερο παιδί. Το πρώτο είχε ήδη συμπληρώσει ένα χρόνο ζωής και σε λίγους μήνες θα ερχόταν στον κόσμο και το αδελφάκι του.
Μια μέρα είχαν βγει για βόλτα οι γυναίκες με το μεγάλο παιδί. Ένα κοριτσάκι κοντοστάθηκε μπροστά από το καρότσι του μεγάλου παιδιού, το είδε και είπε : «Να σας ζήσει το κοριτσάκι». Αιτία ήταν προφανώς τα ακούρευτα και πυκνά μαλλιά του αλλά και η στέκα, που του είχαν φορέσει, για να μην του πέφτουν τα μαλλιά στο πρόσωπο. Εκείνη την έτρωγε να ρωτήσει πότε επιτέλους θα κούρευαν το παιδάκι, μια και ο καιρός είχε ζεστάνει αρκετά και ήταν φανερό ότι και αυτό δεν αισθανόταν βολικά με τόσο μαλλί. Τελικά το αποτόλμησε και τη ρώτησε. «Μα ο παππούλης δεν μας επιτρέπει να το κουρέψουμε, πριν το βαφτίσουμε», ήταν η αποστομωτική απάντηση της φίλης της. «Και πότε σκοπεύετε να το βαφτίσετε», ρώτησε ανυποψίαστη. «Ακόμα δε γνωρίζουμε, πάντως ο πρώτος παππούλης δεν ήταν σωστός», είπε και το βλέμμα της σκοτείνιασε. Γιατί δεν ήταν σωστός, αναρωτήθηκε, ο πατήρ-Χ ήταν γνωστός στην περιοχή για το κοινωνικό του έργο και τη βοήθεια, που έδινε σε οικογένειες εξαρτημένων από ναρκωτικές ουσίες προσώπων, για να τις βοηθήσει να στείλουν τα παιδιά τους σε κέντρα απεξάρτησης. «Δεν είναι ο ρόλος του παπά αυτός», αποκρίθηκε η φίλη της, «υπάρχει και κράτος για τη δουλειά αυτή. Και ξέρεις, γιατί ο πρώτος παππούλης δεν είναι σωστός; Ε, δε σέβεται την παράδοση», της πέταξε. «Μα τι λάθος έκανε», ρώτησε. «Μα δεν κάνει να κουρεύεις το παιδάκι, αν δεν έχει βαφτιστεί», απάντησε η φίλη της. «Ο πρώτος παππούλης τι λάθος έκανε», ξαναρώτησε. «Είπε να κουρέψουμε το παιδάκι, να φυλάξουμε τα μαλλάκια του σε μια σακκούλα και να τα ρίξουμε στην κολυμπήθρα κατά τη βάπτιση. Όταν το είπα αυτό στον πάτερ-Ψ, αυτός γούρλωσε τα μάτια του, έκραξε τον πάτερ-Χ, το χαρακτήρισε ανατρεπτικό, αναρχικό και παραβάτη του Θείου Λόγου, που δε σέβεται τις παραδόσεις της Εκκλησίας και μας σύστησε να μην πειράξουμε ούτε μια τρίχα από το παιδί, πριν το βαφτίσουμε. Εσένα σε είχαν κουρέψει πριν σε βαφτίσουνε», ανέκραξε η φίλη της. Σκέφτηκε να της πει ότι τη βάφτισαν, όταν ήταν 7 μηνών και το όμορφο κεφάλι της είχε την ίδια όψη, από απόψεως τριχοφυΐας, με τον Υμηττό. Αλλά αγαπούσε τόσο πολύ τη φίλη της, ώστε πίστευε ότι δεν πρέπει να της εναντιωθεί. Ίσως, μάλιστα, να σκέφτηκε ότι η φίλη της δε γνώριζε κατά που πέφτει ο Υμηττός, αφού σε όλη της τη ζωή δεν είχε απομακρυνθεί και πολύ από τη γειτονιά της.
Ήταν 6 μηνών έγκυος, όταν η φίλη της τηλεφώνησε μαινόμενη. «Ο απατεώνας ο γυναικολόγος μου με παράτησε, γιατί δεν ήθελε να χαλάσει τις διακοπές του, βλέπεις, γεννάω τον Ιούλιο», ούρλιαζε από το τηλέφωνο και αυτή έσπευσε να της συμπαρασταθεί. «Θα βρεις άλλο καλύτερο, μην ανησυχείς», την παρηγορούσε. «Μα ήταν όλο προσταγές, λες και ήμουν φαντάρος, άσε τι μου έλεγε ο άθεος», την αποπήρε η φίλη της. Και πάλι δε μίλησε, γιατί πίστευε ότι η φίλη της είχε δίκιο. Μόνο αναρωτήθηκε μέσα της, γιατί χαρακτήρισε άθεο το γιατρό.
Την ημέρα της γέννησης του δεύτερου αυτού παιδιού της φίλης της, εκείνη την πέρασε στο μαιευτήριο με τον άνδρα και τους γονείς της φίλης της. όλοι τους σταυροκοπούνταν να γεννηθεί γερό το παιδάκι. «Αγόρι είναι και αυτό, έτσι μας είπε ο γιατρός», μουρμούριζε η μητέρα της φίλης της. «Θα το κάνω και αυτό Ολυμπιακό, όπως και το μεγάλο και θα κάνουμε καζούρα στη μαμά τη βαζέλα», έλεγε περιχαρής ο πατέρας.
Το βλέμμα του μαιευτήρα τους έκοψε τη χαρά. Φαινόταν πολύ σκεφτικός και τα «χρειάστηκαν». «Τι συμβαίνει, γιατρέ», έσπασε τη σιωπή ο πατέρας της φίλης της. «Το παιδί γεννήθηκε αλλά έχει κάποιο αναπνευστικό πρόβλημα, οπότε θα μείνει στη θερμοκοιτίδα για λίγες ημέρες», απάντησε ο μαιευτήρας. «Δηλαδή», ρώτησαν με ένα στόμα οι γονείς και ο άνδρας της φίλης της. «Δηλαδή περιμένουμε», ήταν η λακωνική απάντηση, που έλαβαν.
Μετά από δύο μέρες και ενώ το παιδάκι εξακολουθούσε να είναι στη θερμοκοιτίδα, έπιασαν μια ειδικευόμενη γιατρό και τη ρώτησαν τι ακριβώς έχει το παιδάκι. «Πάσχει από σύνδρομο Ω», του απάντησε με ψυχρότητα η κοπέλα. Τα γόνατα όλων λύθηκαν, τα βλέμματα άδειασαν και η μητέρα της φίλης της άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Εκείνη έμεινε ακίνητη αλλά από τα μάτια της ήδη κυλούσαν δάκρυα. Θα πάω σπίτι να κλάψω με την ησυχία μου και μετά θα επιστρέψω στη φίλη μου, σκέφτηκε.
Την επομένη, το παιδάκι παρέμεινε στη θερμοκοιτίδα. Η φίλη της είχε ενημερωθεί για το γεγονός και έδειχνε ψύχραιμη. «Είναι παιδί μου και θα το αγαπήσω εξίσου με το άλλο το γερό», έλεγε με σταθερή φωνή, πίσω από την οποία, όμως, διαφαινόταν μια προσπάθεια να καταπνίξει τα όποια άλλα συναισθήματά της. «Δε σου είχα πει να το τάξεις στην Παναγία, τώρα θα ήταν γερό το παιδάκι», την αποπήρε η μητέρα της. «Ωχ, άσε με και συ, ο πρώτος γιατρός φταίει, που με παράτησε», ήταν η απάντηση. «Μα γιατί σε παράτησε», εκείνη ρώτησε. «Γιατί δεν είχα πάει για ένα μήνα να με εξετάσει και όταν πήγα μου είπε ότι υπάρχει μια στις χίλιες περίπτωση το παιδάκι να γεννηθεί με αυτό το σύνδρομο Ω και έπρεπε να το «ρίξω», ο άθεος. Αυτό είναι φόνος», είπε η φίλη της και τώρα τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της. «Δεν πειράζει, κόρη μου, είναι δώρο Θεού το κάθε παιδί, ακόμα και με τα προβλήματά του. Άλλωστε, μόλις μεγαλώσει το αδελφάκι του, θα το αναλάβει και δεν θα του λείψει τίποτα», είπε η μητέρα της. «Όσο για τον πρώτο γιατρό, μη σε νοιάζει, θα του τραβήξουμε μια μήνυση και θα του ζητήσουμε εκατομμύρια, να μάθει να σε παρατάει», ακούστηκε η φωνή του πατέρα της φίλης της. «Έχε πίστη στο Θεό, κόρη μου, αυτός θα σε βοηθήσει. Και ο πάτερ-Ψ καλά σε συμβούλευσε», την παρηγόρησε η μητέρα της.
Εκείνη προσπαθούσε να πνίξει μέσα της όλα τα ερωτήματα, που είχαν γεννηθεί μέσα της. Ένα κύμα οργής είχε φουντώσει μέσα της και ζητούσε να βγει και να ξεσπάσει. «Πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά, θα με ψάχνουν, θα σε πάρω τηλέφωνο αργότερα, γειά σας», είπε κάπως βιαστικά και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο.
Όταν είχε, πλέον απομακρυνθεί αρκετά από το δωμάτιο της φίλης της και είχε μπει στο αυτοκίνητό της, άφησε όλα, όσα μάζευε, να ξεσπάσουν :
«ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΗ, ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΗ ΘΕΟΠΛΗΚΤΗ»!
Υ.Γ. Δυστυχώς, η ιστορία είναι αληθινή, απλά οι διάλογοι είναι φανταστικοί αλλά ανταποκρίνονται στο πνεύμα των πρωταγωνιστών, ακόμα και οι σολοικισμοί και οι βαρβαρισμοί. Τουλάχιστον, το τελευταίο ξέσπασμα εκείνης θα ήθελα να είναι αυτό και εύχομαι να μην ξαναμπώ στη διαδικασία να γράψω βρισιές στο ιστολόγιό μου.