Δημοφιλείς αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Πεινασμένοι για θεαματικές ειδήσεις


            Υπάρχει μια χώρα χωρίς πολλές σχέσεις με τον έξω κόσμο. Αυτή η χώρα κυβερνάται από μια οικογένεια εδώ και 60, περίπου, χρόνια. Το καθεστώς της είναι κομμουνιστικό αλλά αμφισβητούνται οι σχέσεις του με τον κομμουνισμό.

            Γι’ αυτή τη χώρα κυκλοφορούν διάφορες φήμες. Οι εικόνες, που κυκλοφορούν από αυτή, δείχνουν μια χώρα, ο λαός της οποίας πενθεί με ιδιαίτερα εκδηλωτικό τρόπο τους ηγέτες της, προσκυνά με σεβασμό τα αναρίθμητα ανά τη χώρα αγάλματα του ιδρυτή της και αποφεύγει τις επαφές με ξένους.

            Αυτή η χώρα ονομάζεται Βόρειος Κορέα, είναι ένα από τα τελευταία υπολείμματα του Ψυχρού Πολέμου και κυβερνάται από την οικογένεια Κιμ. Σήμερα, ο κ. Κιμ Γιονγκ-Ουν, εγγονός του ιδρυτού και «Αιωνίου Ηγέτη» της χώρας, Κιμ Ιλ-Σουνγκ, είναι ο ηγέτης της χώρας.

            Δεν υπάρχουν ελεύθερα Μ.Μ.Ε. στη Βόρειο Κορέα. Ο τύπος ελέγχεται απολύτως από το κράτος και οι μεταδιδόμενες ειδήσεις είναι επιλεγμένες και περιορισμένες. Δεν υπάρχουν περισσότερες απόψεις γύρω π.χ. από τους λόγους, για τους οποίους ένα δημόσιο πρόσωπο εκπίπτει από το αξίωμά του, με αποτέλεσμα η φαντασία των Δυτικών (και όχι μόνο αυτών) να οργιάζει, καθόσον καλείται να κρίνει, τι ακριβώς συμβαίνει σε αυτή τη χώρα.

            Κυκλοφορεί, λοιπόν, μια είδηση, ότι ο Τζανγκ Σονγκ Τεκ, σημαίνον στέλεχος του τοπικού κομμουνιστικού κόμματος, εκτελέστηκε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Κρίνοντας από τη θητεία του ως επικεφαλής του Υπουργείου Δημοσίας Ασφαλείας και εκπροσώπου της χώρας του στις διαπραγματεύσεις με Κίνα και Ν. Κορέα και, κυρίως, από το γεγονός ότι ήταν θείος του σημερινού ηγέτη της Β. Κορέας, πρόκειται για ένα είναι πολύ σημαντικό γεγονός. Η είδηση αυτή λαμβάνει χώρα το Δεκέμβριο του 2013 και δεν αμφισβητείται. Συνοδεύεται, μάλιστα, από την απάλειψη του ονόματος του εκτελεσθέντος από κάθε δημόσιο έγγραφο. Άρα ο κάποτε παντοδύναμος Τζανγκ απεδήμησε σίγουρα εις Κύριον.

            Μέχρι εδώ όλα καλά! Τέτοιες καθαιρέσεις και εκτελέσεις ακόμα και υψηλόβαθμων αξιωματούχων δεν είναι σπάνιο φαινόμενο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, ειδικά, όταν κάποιο νέο πρόσωπο αναλαμβάνει την ηγεσία μιας χώρας. Στα ίδια καθεστώτα, είναι ιδιαίρερα συνηθισμένη η πρακτική της εξαφάνισης κάθε στοιχείου των εξαφανισθέντων αξιωματούχων.

            Mε το ξεκίνημα του νέου χρόνου, εμφανίζεται μια νέα είδηση, ότι ο ηγέτης της Β. Κορέας επέλεξε ένα πρωτότυπο και συνάμα μακάβριο τρόπο εκτέλεσης του ανωτέρω συγγενούς του και 5 στενών συνεργατών του. Για την ακρίβεια, οι καταδικασθέντες πετάχθηκαν γυμνοί σε ένα κλουβί και, στη συνέχεια, 120, σκυλιά, νηστικά επί 3 μέρες, ρίχτηκαν στο ίδιο κλουβί και τους κατεσπάραξαν, ενώ ο ίδιος ο ηγέτης της χώρας παρακολούθησε το «θέαμα» μαζί με 300 αξιωματούχους. Η είδηση έκανε το γύρο του Διαδικτύου, συνοδεύτηκε από σχόλια, πολλά εκ των οποίων εμπίπτουν στο νόμο περί τύπου, και προβλήθηκε ως η πραγματική εικόνα μιας απομονωμένης χώρας, που κυβερνάται από μια σκληρή δικτατορία.

            Ως είθισται, η συζήτηση φούντωσε και σε πολλές περιπτώσεις ξεπέρασε και τα όρια της ευπρέπειας. Οι σχολιαστές χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα. Το ένα υποστήριζε, ότι η είδηση είναι απόλυτα αληθινή και από ένα καθεστώς, όπως αυτό της Β. Κορέας, πρέπει να περιμένουμε τα χειρότερα. Το άλλο υπήρξε περισσότερο επιφυλακτικό στην επίμαχη είδηση και υποστήριξε, ότι δεν υπήρχε κάποιος λόγος, για να διαταχθεί τέτοιος τρόπος εκτέλεσης.

            Μια πιο προσεκτική αναζήτηση απέδειξε, ότι, τελικά, η είδηση δεν ήταν αληθινή. Ναι μεν ο παραβάτης θείος θανατώθηκε αλλά από εκτελεστικό απόσπασμα, όπως άλλωστε άρμοζε στο αξίωμά του, και όχι από 120 πεινασμένα σκυλιά. Η αναληθής είδηση δημοσιεύθηκε σε μια εφημερίδα του Χονγκ-Κονγκ, η οποία, όμως, δεν αναφέρει πηγή και, επιπλέον, δεν δημοσιεύθηκε καν στον τύπο της Κίνας ή της Νοτίου Κορέας. Η αναφορά στις δύο τελευταίες χώρες δεν είναι τυχαία. Η μεν Κίνα αποτελεί ένα σημαντικό οικονομικό εταίρο της Β. Κορέας και θα επεδίωκε να ασκήσει πιέσεις για τυχόν στενότερη συνεργασία, δημοσιεύοντας μια είδηση άκρως δυσφημιστική ακόμα και για ένα στυγνό δικτατορικό καθεστώς. Στη δε Ν. Κορέα, παράξενες και συχνά ακραίες ειδήσεις από τη B. Κορέα είναι περιζήτητες και αποτελούν μια καλή αφορμή για το καθεστώς της Σεούλ να ασκήσει έντονη κριτική στα πεπραγμένα των Κιμ. Η εν λόγω είδηση θα ήταν βούτυρο στο ψωμί και των δύο αυτών χωρών. Σε κανένα, όμως, μέσο των εν λόγω χωρών δεν δημοσιεύθηκε.

            Περαιτέρω, ο φερόμενος ως τρόπος εκτέλεσης του Γιανγκ και των 5 στενών συνεργατών του φαντάζει υπερβολικά ακραίος και ασύμβατος για τα δεδομένα του συγκεκριμένου τύπου καθεστώτος. Σε ένα καθεστώς, τύπου Μποκάσα ή Αμιν Νταντά, μια τόσο κραυγαλέα εκτέλεση δεν θα παραξένευε κανένα. Σε ένα κομμουνιστικό έστω κατ’ όνομα, όμως; Στον 20ο αιώνα, σε αρκετές χώρες κυριάρχησαν οι κομμουνιστικές κυβερνήσεις. Σχεδόν όλες τους διακρίθηκαν στον τομέα της εξόντωσης αντιφρονούντων ή στις εκκαθαρίσεις των υψηλόβαθμων στελεχών. Καμμία, όμως, δεν προέβη σε τέτοιου είδους εκτελέσεις.  Όσα κομμουνιστικά καθεστώτα διέπρεψαν στον τομέα της εξαφάνισης των ανεπιθύμητων προσώπων, το έκαναν με πολύ πιο πρακτικές μεθόδους. Τους έστελναν σε στρατόπεδα εργασίας στις πιο αφιλόξενες περιοχές της επικρατείας τους, όπου οι περισσότεροι από αυτούς πέθαιναν από εξάντληση ή από αναρίθμητες αρρώστιες, ή τους έκλειναν σε φρικτές φυλακές, όπου, επίσης, πέθαιναν από τις κακουχίες ή τους εκτελούσαν δια τυφεκισμού, απαγχονισμού ή, στην περίπτωση των Ερυθρών Χμερ, με σιδηρόβεργες. Και αυτό διότι, πολύ απλά, δεν είχαν κανένα λόγο να καταφύγουν σε θεατρικές εκτελέσεις, αφού μπορούσαν να πετύχουν το ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι την εξόντωση των εχθρών τους και τον ταυτόχρονο εκφοβισμό των υπηκόων τους, με πολύ πιο λιτούς τρόπους. Επιπλέον, κανένας ηγέτης κομμουνιστικής χώρας δεν παρίστατο μαζί με τους εκλεκτούς του σε αυτές τις εκτελέσεις, διότι πολύ απλά δεν είχε κανένα λόγο να παραστεί. Για τους διαφόρους ηγέτες αυτών των καθεστώτων, η βιολογική εξόντωση των εχθρών τους δεν ήταν κάποιο άξιο παρακολούθησης θέαμα αλλά αποτελούσε μια διαδικασία, την οποία είχαν επωμιστεί διάφοροι υφιστάμενοί τους και δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία, ότι θα την έφερναν εις πέρας με επαγγελματική συνέπεια.

            Υποστηρίχθηκε, ότι ο Τζάνγκ ήταν μια απειλή για το νέο ηγέτη της Β. Κορέας. Είναι πολύ πιθανό, ότι ο ανιψιός έβλεπε το θείο του σαν ένα πιθανό αγκάθι, που έπρεπε να κοπεί. Πέρα από τα αξιώματα, που είχε ο Τζανγκ, υπάρχουν φήμες, ότι διήγε έκλυτο βίο και είχε συσσωρεύσει ανήκουστο για τα δεδομένα της χώρας του πλούτο. Άλλωστε, μια από τις εις βάρος του κατηγορίες ήταν και αυτή της διαφθοράς. Όλα είναι πιθανά και όλα τίθενται σε αμφισβήτηση σε μια χώρα, όπου η πληροφόρηση είναι ελεγχόμενη και αμφιβόλου βασιμότητος. Κάθε αλλαγή ηγεσίας στα κομμουνιστικά καθεστώτα συνοδεύτηκε από εκκαθαρίσεις, κάποιες εκ των οποίων ήταν αιματηρές. Και πάλι, όμως, η εξουσία του σημερινού ηγέτη της εν λόγω χώρας ήταν αρκετή, ώστε να καθαιρεθεί, συλληφθεί, δικαστεί, καταδικαστεί και εκτελεστεί ο ανεπιθύμητος συγγενής άμεσα και χωρίς να υπάρχει ανάγκη για μια «φαντεζί» εκτέλεση.

            Και ο Χίτλερ έκανε τα απίστευτα αίσχη και πολλά από αυτά δεν έγιναν γνωστά παρά μόνο μετά την πτώση του. Καμμία αντίρρηση επ’ αυτού! Αλλά οι μέθοδοι εξόντωσης των ανεπιθυμήτων για το ναζιστικό καθεστώς δεν περιελάμβαναν τόσο επιδεικτικές εκτελέσεις και, μάλιστα, για μονοψήφιο αριθμό καταδικασμένων σε θάνατο. Ούτε ο Χίτλερ παρίστατο στις εκτελέσεις των εχθρών του καθεστώτος του για τους ίδιους λόγους που δεν παρίσταντο οι ηγέτες των κομμουνιστικών χωρών.

            Έτσι, όμως, αμφισβητούμε το χαρακτήρα του καθεστώτος της Β. Κορέας και μας διαφεύγει, ότι ένας άνθρωπος εκτελέστηκε με αμφιβόλου βασιμότητος κατηγορίες. Όχι, βέβαια! Κανένας λογικός άνθρωπος δεν αμφισβητεί, ότι η αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής είναι από μόνη της μια βάρβαρη πράξη. Επίσης, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με λογικά κριτήρια, ότι το καθεστώς της Πιονγκ-Γιανγκ είναι απάνθρωπο και ελάχιστο σεβασμό δείχνει στις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες. Αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται, ότι, όποια είδηση το αφορά, είναι οπωσδήποτε αληθινή. Μην ξεχνάμε, επίσης, ότι πρόκειται για μια χώρα, όπου δεν υπάρχουν ελεύθερα Μ.Μ.Ε. και, συνεπώς, οι ειδήσεις, που βγαίνουν στη δημοσιότητα, είναι αυστηρά φιλτραρισμένες και δεν δείχνουν πολλά πράγματα από την πραγματικότητα σε αυτή τη χώρα (άλλος ένας λόγος, για να είμαστε επικριτικοί με το συγκεκριμένο καθεστώς). Συνεπώς, δεν πρέπει να καταπίνουμε αμάσητη κάθε τερατολογία, που αφορά αυτή τη χώρα. Η λογική, ότι «όλα μπορούμε να τα περιμένουμε από το Β. Κορέα», απλά δεν ευσταθεί, διότι οδηγεί στην αποδοχή κάθε ακρότητας, μόνο και μόνο επειδή έχουμε να κάνουμε με μια στυγνή δικτατορία.

            Τέλος πάντων, το πιο σημαντικό δεν είναι η θεαματική είδηση, ότι τάχαμου κάποιοι άνθρωποι εκτελέστηκαν από 120 πεινασμένα σκυλιά, αλλά ότι ο περισσότερος κόσμος προτίμησε να τη πιστέψει ασυζητητί. Αυτός ήταν μάλλον και ο σκοπός του εμπνευστή αυτής της ιστορίας. Αν, πάντως, κάποιος θέλει να σχηματίσει μια πρώτη και ψύχραιμη άποψη για τα τεκταινόμενα σε αυτή την απομονωμένη χώρα, υπάρχουν δεκάδες αναφορές από ανθρωπιστικές οργανώσεις, επισκέπτες αλλά και κατοίκους της. Είναι πολύ πιο σοβαρές και αποφεύγουν τις υπερβολές.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Η νόσος της οπισθοδρομικότητας


            Υπήρχε μια εποχή, τη δεκαετία του ’80, που η ελληνική κοινωνία φάνηκε, ότι θα ξεκολλούσε από την οπισθοδρομικότητα παλαιοτέρων εποχών και θα κοιτούσε μπροστά στο μέλλον. Ήταν η εποχή, που για πρώτη φορά κυβερνούσε την Ελλάδα ένα μη δεξιό (τουλάχιστον τότε) κόμμα και όλα έδειχναν, ότι προετίθετο να φέρει ένα καινούργιο αέρα στα ήθη και έθιμα της χώρας. Η θέσπιση του πολιτικού γάμου, το συναικετικό διαζύγιο, η κατάργηση της προίκας και οι λοιπές τομές στο οικογενειακό μας δίκαιο, η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και ορισμένα άλλα μέτρα χαιρετίστηκαν ως ενδείξεις, ότι κάτι θα άλλαζε στην ελληνική κοινωνία.

            Την ίδια εποχή, η απόρριψη ορισμένων παραδόσεων άρχισε να παίρνει μορφή χιονοστιβάδας. Η παρθενιά και η προίκα της γυναίκας έπαψαν να αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση, για να την παντρευτεί ο υποψήφιος γαμπρός. Αυξήθηκε το ποσοστό των γυναικών που τελείωναν το σχολείο, σπούδαζαν στο πανεπιστήμιο και μπορούσαν, πλέον, να κάνουν επαγγελματική καρριέρα μακρυά από τα στενά όρια της κουζίνας και του νοικοκυριού. Η Αριστερά απενοχοποιήθηκε και εκδόθηκαν νέες μελέτες για τα γεγονότα του Μεσοπολέμου και της περιόδου ανάμεσα στην έναρξη του Β’ Π.Π. και την πτώση της χούντας.

            Μέχρι που ήλθε η σφαλιάρα με το βιβλίο Ιστορίας του Σταυριανού και η αποκρουστική εικόνα της παλιάς Ελλάδος εμφανίστηκε ξανά ισχυρή. Μια ολόκληρη κοινωνία παρακολούθησε απαθής ένα διαπρεπή επιστήμονα να διασύρεται από μια δράκα σκοταδιστών ρασοφόρων και μια κυβέρνηση να αγαλλιάζει στη θέα των υποψηφίων ψηφοφόρων με τους σταυρούς και το μένος για τη Θεωρία της Εξέλιξης και να προσφέρει θυσία στο χριστεπώνυμο πλήθος τον παραπάνω επιστήμονα και το βιβλίο του. Αργότερα, η ίδια κυβέρνηση προτίμησε να «πουλήσει» στεγνά εκείνο τον υπουργό, ο οποίος επεχείρησε να βάλει χέρι στην εκκλησιαστικά περιουσία, παρά να επιχειρήσει την απαραίτητη ρήξη με ένα οπισθοδρομικό οργανισμό. Η δε πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών συνέχισε τη ζωή της αδιαφορώντας για την ισχύ της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η ίδια πλειοψηφία απέφυγε επιμελώς να ορθώσει το ανάστημά της, όσες φορές η Εκκλησία έκρινε σκόπιμο να επιβάλει τις απόψεις της επί παντός επιστητού. Έτσι, όταν ο «μακαριστός» Χριστόδουλος διοργάνωνε τις αλήστου μνήμης λαοσυνάξεις, απαιτώντας με ύβρεις την επαναφορά της εγγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, οι περισσότεροι Έλληνες πολίτες είτε ψήφισαν στις εκκλησίες το αίτημα για τη διενέργεια δημοψηφίσματος είτε επικαλούνταν το αμίμητο «έχουμε πιο σοβαρά προβλήματα από τις ταυτότητες και η θρησκεία αποτελεί μια από τις παραδόσεις μας». Η ίδια άκρα του τάφου σιωπή (εξαιρούνται οι συνήθεις ύποπτοι) επεκράτησε, όταν ιεράρχες αντιτάχθηκαν στην ανέγερση αποτεφρωτηρίου, στο σύμφωνο συμβίωσης κ.λπ. ή επαίνεσαν τη Χ.Α. ή παραστάθηκαν σε κηδείες χουντικών και τους επιδαψίλευσαν τιμές.

            Φυσικά, ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στις πολιτικές προτιμήσεις αυτής της πλειοψηφίας του λαού μας. Η Βουλή γέμισε ευλαβείς και αλλεργικούς στην πρόοδο βουλευτές, που με πρώτη ευκαιρία προσεταιρίζονται ιερείς και εκκλησιαστικούς παράγοντες, ενώ ανατριχιάζουν στο άκουσμα των λέξεων «ομοφυλοφιλία», «αλλοδαποί», «Μακεδόνες το έθνος» και άλλες, που προκαλούν αρνητικές αντιδράσεις και ξυπνούν πάθη και προκαταλήψεις δεκαετιών. Ποτέ οι εν λόγω βουλευτές δεν θα φέρουν προς ψήφιση στη Βουλή κάποιο νομοσχέδιο, το οποίο θα αναγνωρίζει μειονότητες και θα αποδίδει δικαιώματα σε περιθωριοποιημένους ανθρώπους. Ποτέ δεν θα δείτε τους εν λόγω βουλευτές σε στέκια ομοφυλοφίλων να αξιώνουν ισότητα και ισοπολιτεία για όλους. Οι βουλευτές αυτοί θα αναζητήσουν με πάθος κάθε διαδικτυακή αρλούμπα, που κάνει λόγο για σχέδια εξόντωσης του έθνους ή ξεπούλημα του εθνικού μας πλούτου για ένα ξεροκόμματο, αλλά όλως τυχαίως θα τους διαφύγει η είδηση για την τρανς μαθήτρια νυχτερινού σχολείου των Αθηνών, που βίωσε σειρά διακρίσεων από καθηγητές και συμμαθητές της. Οι ίδιοι βουλευτές και πολιτικοί θα υποστηρίξουν με πάθος τα προνόμια των υπαλλήλων της Βουλής αλλά, αν ακούσουν κάποιον να κάνει λόγο για κατάργηση των μαθητικών παρελάσεων ή περιορισμό της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών σε όσους μαθητές ακολουθούν κλασσικές σπουδές, θα του επιτεθούν με τους χειρότερους χαρακτηρισμούς, κλαψουρίζοντας ότι με τέτοιες απόψεις χάνονται οι παραδόσεις μας και η ελληνικότητά μας και αναρωτώμενοι για τα κίνητρα των εκφραστών τέτοιων ιδεών. Επίσης, με τις πρώτες απειλές από την Εκκλησία της Ελλάδος, σε περίπτωση που τεθεί θέμα επέκτασης του συμφώνου συμβιώσεως και στα ομόφυλα ζευγάρια, θα λουφάξουν σαν τρομαγμένοι λαγοί και θα θυμηθούν ξαφνικά, ότι οι ομοφυλόφιλοι αποτελούν μειοψηφία, που δεν μπορεί να επιβάλει τα δικά της στην πλειοψηφία, ή ότι υπάρχουν και σοβαρότερα θέματα, που πρέπει να λυθούν. Σε κάθε περίπτωση, θα επικαλεστούν ό,τι είναι δυνατό, για να μη χάσουν ούτε μια πολυπόθητη ψήφο. Ακόμα και όσα κόμματα εμφανίζονται ως ριζοσπαστικά και προοδευτικά στο ξεκίνημά τους, από τη στιγμή που θα μπουν στη Βουλή και θα δουν τα ποσοστά τους να παίρνουν την ανιούσα, κολλάνε την ασθένεια της οπισθοδρομικότητας και ξεχνούν τις περισσότερες δεσμεύσεις τους. Κάπως έτσι, λοιπόν, παραμένουν σε ισχύ διατάξεις-όνειδος για κάθε πολιτισμένη χώρα και κρίσιμα θέματα, όπως ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας, έχουν παραπεμφθεί στις καλένδες.

            Αυτοί οι βουλευτές και πολιτικοί δεν είναι ουρανοκατέβατοι αλλά έχουν εκλεγεί και υποστηριχθεί από ένα οπισθοδρομικό στην πλειοψηφία του λαό, ο οποίος προτιμά χίλιες φορές ένα πολιτικάντη, που χαϊδεύει αυτιά, υπόσχεται λαγούς με πετραχήλια, σκυλοβρίζει τους κακούς ξένους και τους σκοτεινούς εχθρούς, που τάχαμου απεργάζονται το κακό μας, και ωρύεται για τον κίνδυνο να χαθούν οι προαιώνιες παραδόσεις μας, παρά ένα λογικό άνθρωπο που θα τους πει, τι κούφια λόγια είναι αυτές οι παροχολογίες και συνωμοσιολογίες και πόσο κάλπικες και βλαβερές είναι ορισμένες παραδόσεις μας. Είναι ο ίδιος λαός, που πιστεύει, ότι προόδευσε, επειδή έπαψε να φτύνει στο δρόμο, ακολουθούσε, μέχρι πρότινος, την τελευταία λέξη της μόδας στο ντύσιμο, μιλάει μια ξένη γλώσσα (με προφορά γκρηκ-καμάκι της δεκαετίας του ‘60), πήγε στο πανεπιστήμιο (αλλά δεν έμαθε να χρησιμοποιεί το μυαλό του), έχει δικό του αυτοκίνητο (ή, τουλάχιστον, είχε μέχρι πρόσφατα) και κινητό τελευταίας τεχνολογίας και έως πριν λίγα χρόνια πήγαινε σε χαϊλάτα μέρη για διακοπές. Στην πραγματικότητα, παραμένει ένας βαθύτατα εχθρικός με την πρόοδο άνθρωπος, ο οποίος φωτογράφιζε ομοφυλοφίλους στη Μύκονο, για να σπάει πλάκα με τους φίλους του, κολάκευε σκοταδιστές πολιτικούς, μήπως και τον βολέψουν στο Δημόσιο ή να κάνει τη δουλίτσα του π.χ. νομιμοποιήσει το αυθαίρετό του, μοστράριζε το πτυχίο του και υποδυόταν το μορφωμένο αλλά δεν είχε παρακολουθήσει μια κινηματογραφική ταινία της προκοπής ούτε είχε ανοίξει ένα βιβλίο στη ζωή του, θεωρούσε την Ελλάδα ως τον ομφαλό της γης και είχε αναγάγει σε επιστήμη την παραγωγή στερεοτύπων για όλους τους λαούς της γης (ενδεικτικά «αδελφές αγγλάρες» ή «ναζί γερμαναράδες»), έβριζε και καταριόταν τους παπάδες αλλά σε γάμους, γιορτές και βαφτίσεις δεν είχε κανένα πρόβλημα να ασπαστεί τη δεξιά τους, και δήλωνε υποστηρικτής των αδυνάτων της γης και έβριζε τους Δυτικούς ως αποικιοκράτες αλλά δεν τον χαλούσαν οι διακρίσεις σε βάρος των μουσουλμάνων συμπολιτών μας ούτε είχε πρόβλημα να εκμεταλλευτεί τον αλλοδαπό, που τσάπιζε το χωράφι του ή φρόντιζε την υπέργηρη μητέρα του. Αυτός ο ελληναράς θεωρεί, ότι, επειδή αποτελεί την πλειοψηφία στη χώρα μας, νομιμοποιείται να επιβάλλει τις απόψεις του και πιστεύει, πως όσοι διαφοροποιούνται από το κυρίαρχο ιδεολογικό/πολιτιστικό/κοινωνικό ρεύμα, το κάνουν μόνο και μόνο για φιγούρα και προσωπική ανάδειξη. Αξίζει, επίσης, να θυμηθούμε το καλοκαίρι των αγανακτισμένων, προ διετίας, όταν κυριάρχησαν οι φωνές περί αλλαγής του πολιτικού σκηνικού της χώρας (πολύ σωστά) αλλά έλλειψαν οι φωνές, που μίλησαν για τα δικαιώματα των αλλοδπών και των εθνικών μειονοτήτων στη χώρα μας, την ανάγκη σεβασμού των ατομικών ελευθεριών όλων ανεξαιρέτως των κατοίκων της χώρας μας, την προστασία του περιβάλλοντος ή το χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας. Ναι μεν ζητήθηκαν αλλαγές στα πολιτικά πρόσωπα, που νέμονται την εξουσία, αλλά όχι στη νοοτροπία μιας ολόκληρης κοινωνίας παρέμεινε στο απυρόβλητο. Το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών το επιβεβαιώνει με το χειρότερο τρόπο. Όταν ο «μακαριστός» ωρυόταν «όπισθεν ολοταχώς», ήξερε πολύ καλά, ότι οι περισσότεροι Έλληνες θα του έδιναν δίκιο. Η απουσία σθεναρών αντιδράσεων τον δικαίωσε.

            Δυστυχώς, η νόσος της οπισθοδρομικότητας παραμένει η πιο διαδεδομένη στη χώρα μας. Το κακό είναι, ότι κανένα, απολύτως, εκ των κομμάτων της Βουλής δεν θεωρεί προτεραιότητά του να την επισημάνει, πέρα από μερικές αποσπασματικές προτάσεις και νομοσχέδια, και να αξιώσει τη σωστή αντιμετώπισή της. Ακόμα χειρότερα, το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας δεν ενοχλείται από αυτή τη νόσο. Πολλοί, μάλιστα, δείχνουν να την απολαμβάνουν και να τη θεωρούν προτέρημα.

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Ποιός νοιάζεται για τους Ρομά;

Ο δάσκαλός μου στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού μας είχε διηγηθεί την ιστορία με τους "γύφτους", που έφτιαξαν τα καρφιά, με τα οποία σταύρωσαν το Χριστό. Την είχε, μάλιστα, επαναλάβει άλλες 4-5 φορές, για να την εμπεδώσουμε, και εμείς κάθε φορά κατανεύαμε φρικαρισμένοι. Φυσικά, εκείνη την εποχή κανένας μας δεν είχε διαμορφώσει την κατάλληλη αντίληψη, ώστε να ρωτήσει τον, μακαρίτη πλέον, δάσκαλό μας, πως στην ευχή είχαν βρεθεί Ρομά στην Ιουδαία της ρωμαϊκής εποχής και γιατί οι Ρομά της σύγχρονης εποχής ευθύνονται για τα υποτιθέμενα κρίματα ενός προγόνου τους. Ποιός από εμάς θα τολμούσε, άραγε, να αμφισβητήσει τότε τον άνθρωπο, που στα παιδικά μάτια μας αποτελούσε την επιτομή της γνώσης;
Η ιστορία της 4χρονης Μαρίας από τον καταυλισμό των Φαρσάλων μου θύμισε αυτή την ιστορία και τον αντίκτυπό της στην ελληνική κοινωνία. Δεν πιστεύω, ότι η παραπάνω ιστορία αποτελούσε έμπνευση του παραπάνω εκπαιδευτικού. Άλλωστε, στην Ελλάδα υπάρχει μια μακρά παράδοση στις προκαταλήψεις απέναντι σε όσους είναι διαφορετικοί. Έτσι, λοιπόν, στο παρελθόν οι παλιοί διηγούνταν στους νεότερους, ότι οι Εβραίοι άρπαζαν παιδιά, για να τους πάρουν το αίμα, ή ότι οι Ιεχωβάδες έχουν χριστιανικές εικόνες κάτω από τα χαλιά τους, ώστε να τις πατήσουν οι ευσεβείς χριστιανοί, όταν επισκεφτούν τα σπίτια  τους. Γιατί, λοιπόν, να γλυτώσουν οι καταφρονεμένοι Ρομά από το μένος μιας απαίδευτης και μισαλλόδοξης κοινωνίας;
Δεν παύει να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι οι προκαταλήψεις του μεγαλύτερου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας για τους Ρομά παραμένουν βαθιά ριζωμένες. Η ιστορία της 4χρονης Μαρίας ήταν η αφορμή, για να βγουν ξανά στην επιφάνεια. Έτσι, λοιπόν, από την περασμένη Παρασκευή κυριαρχεί η αντίληψη, ότι οι Ρομά έχουν ροπή στο έγκλημα, δέρνουν τα παιδιά τους και τα εμποδίζουν να πάνε σχολείο, κλέβουν ό,τι βρουν μπροστά τους και είναι τεμπέληδες ολκής. Μη ρωτήσετε, αν έγινε κάποια σοβαρή και με επιστημονικά κριτήρια έρευνα από τους υποστηρικτές αυτής της άποψης! Το πιο πιθανό είναι, ότι θα εισπράξετε την απάντηση, ότι "το λέει όλος ο κόσμος" ή "άνοιξε τα στραβά σου και κοίτα, πόσοι από δαύτους έχουν συλληφθεί για κάθε είδους έγκλημα".
Κανένας από τους παραπάνω συμπολίτες μας δεν ενδιαφέρεται να μάθει, υπό ποιες συνθήκες μεγαλώνουν οι περισσότεροι Ρομά στη χώρα μας, αν έχουν πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση, όταν, βέβαια, δεν προκύπτουν αντιδράσεις ορισμένων γονέων των λαϊκών (μη Ρομά, δηλαδή) παιδιών, όπως συνέβη προ ετών στο Εξαμίλι αλλά και πιο πρόσφατα στο Χαλάνδρι, αν έχουν ευκαιρίες έχουν να τελειώσουν το σχολείο και ποια πρόσβαση έχουν μετά στην αγορά εργασίας. Ούτε, βέβαια, ενοχλείται κάποιος από τους παραπάνω συμπολίτες μας, αν οι Έλληνες Ρομά αντιμετωπίζουν πληθώρα διακρίσεων παντού ή αν γίνονται οι πρώτοι, που συλλαμβάνονται και κατηγορούνται για οποιοδήποτε αδίκημα, ή αν αντιμετωπίζονται σε κάθε δημόσια υπηρεσία ως πολίτες Β' κατηγορίας.
Μα εισπράττουν ένα σωρό χρήματα από το κράτος και δεν τα αξιοποιούν σωστά, ενώ υπάρχουν και αρκετά ευεργετικά γι' αυτούς μέτρα, θα απαντήσει κάποιος. Κατ' αρχάς, η χρηματοδότηση μιας κοινωνικής ομάδος με ανύπαρκτο μορφωτικό επίπεδο δεν οδηγεί στη βελτίωση της καθημερινότητάς της, αν αυτή η ομάδα δεν διαθέτει το αναγκαίο υπόβαθρο για την αξιοποίηση αυτών των βοηθημάτων. Περαιτέρω, δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό αυτών των ανθρώπων ζουν σε συγκεκριμένες περιοχές - γκέττο, συνεπεία της φτώχειας και του αποκλεισμού τους από την εκπαίδευση και την αγορά εργασίας, οπότε τα οικονομικά βοηθήματα δεν βοηθούν πουθενά.
Φυσικά, κανένας δεν αρνείται, ότι υπάρχουν Έλληνες Ρομά με πλούσιο ποινικό μητρώο, πλην, όμως, θα ήταν τουλάχιστον άστοχο να μιλήσει κανείς για φυσική προδιάθεση της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδος στο έγκλημα. Στην πραγματικότητα, ο Έλληνας Ρομά, που ζει σε μια υποβαθμισμένη περιοχή και δεν έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει σχολείο και αργότερα να ανεύρει μια αξιοπρεπή εργασία, έχει τις ίδιες πιθανότητες να επιδείξει παραβατική συμπεριφορά με τον Έλληνα λαϊκό, ο οποίος ζει σε μια εξίσου υποβαθμισμένη περιοχή, δεν πηγαίνει σχολείο και αδυνατεί να ανεύρει μια αξιοπρεπή εργασία. Αυτό, που σπρώχνει ένα άνθρωπο στο έγκλημα, δεν είναι οι καταβολές του αλλά το περιβάλλον όπου ζει. Οι περιοχές - γκέττο, όπου ζουν οι περισσότεροι Ρομά στη χώρα μας, είναι γειτονιές χωρίς την παραμικρή υποδομή, ξεχασμένες από το ελληνικό κράτος και μαστιζόμενες από φτώχεια και πρωτοφανή βία. Σε ένα τέτοιο κλίμα, είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγει κανείς από μια προδιαγεγραμμένη αρνητική πορεία. Αν κάνουμε τις συγκρίσεις με τους κατοίκους των γκέττο των αμερικανικών (και όχι μόνο αυτών) μεγαλουπόλεων, θα κατανοήσουμε, πόσο δύσκολο είναι για ένα άνθρωπο, αποκλεισμένο πρακτικά απ' όσα οι περισσότεροι λαϊκοί απολαμβάνουμε, να μην καταλήξει άλλος ένα στιγματισμένο και σεσημασμένο στις αρχές πρόσωπο.
 Θα ήταν πολύ εύκολο να μιμηθεί η χώρα μας μοντέλα ενσωμάτωσης των Ρομά στην κοινωνία, τα οποία ακολούθησαν δυτικοευρωπαϊκές χώρες π.χ. η Σουηδία, ώστε να δώσει ένα τέλος στις διακρίσεις σε βάρος τους στην Ελλάδα. Αλλά προφανώς η αντιμετώπιση των προβλημάτων της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδος δεν εντάσσεται στις προτεραιότητες του ελληνικού κράτους. Συνεπώς, αναπόφευκτα πολύ σύντομα θα ξαναδούμε πηχιαία ρεπορτάζ για εγκληματίες Ρομά, θα ξανακούσουμε κραυγές για τη, δήθεν, έξη τους στην παρανομία και τη φυγοπονία και πολλά άλλα συναφή. Μετά, θα αφεθούν ξανά στη μοίρα τους, μέχρι το επόμενο έγκλημα κάποιου εξ αυτών, που θα τους επαναφέρει στην επικαιρότητα κ.ο.κ.

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

Για την παιδεία αλλά χωρίς παιδεία

Το Δεκέμβριο του 2008, κάποιες θεατρικές παραστάσεις στην Αθήνα διεκόπησαν για μερικά λεπτά, προκειμένου κάποια νέα παιδιά να ανεβούν στο σανίδι και να εκφράσουν τη διαμαρτυρία τους για το θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου και κάποια άλλα θέματα. Αρκετός κόσμος τότε θεώρησε λογική την κίνηση των παιδιών αυτών. Άλλοι μίλησαν για απαράδεκτη παρέμβαση σε μια παράσταση και αναφέρθηκαν στο δικαίωμα των συντελεστών να περαιώσουν ανενόχλητοι ένα έργο, για το οποίο έχουν κοπιάσει. Άλλοι πάλι έκριναν απαράδεκτο να αναζητεί ο κόσμος τρόπους ψυχαγωγίας, όταν γύρω μας η κρατική αυθαιρεσία χτυπάει κόκκινο. Κάθε πλευρά είχε τα επιχειρήματά της και ο διάλογος εντός και εκτός Διαδικτύου καλά κράτησε για αρκετές μέρες, όχι, όμως, χωρίς παρεκτροπές ένθεν κακείθεν. Κατά πάσα πιθανότητα, όμως, δεν υπήρξαν αντιδράσεις εκ μέρους των συντελεστών των διακοπεισών παραστάσεων.
Το συγκεκριμένο φαινόμενο θα είχε ξεχαστεί, αν δεν ερχόταν να μας το θυμίσει ένα παρόμοιο αλλά με διαφορετική κατάληξη περιστατικό. Αυτή τη φορά, υποψήφιοι θύτες ήταν μια ομάδα γονέων, κηδεμόνων και εκπαιδευτικών, η οποία ζήτησε να ανεβεί στη σκηνή του Θεάτρου Πέτρας, όπου ο τραγουδοποιός, κ. Σωκράτης Μάλαμας, θα έδινε συναυλία, και να κάνουν μια παρέμβαση - διαμαρτυρία για τις επερχόμενες αλλαγές στην εκπαίδευση. Όμως, εισέπραξαν αρνητική απάντηση. Επεχείρησαν, λοιπόν, να εισβάλουν στο Θέατρο, με αποτέλεσμα να έλθουν σε σύγκρουση με την ασφάλεια ("μπράβους", κατά τη συντάκτρια της επιστολής, που παρακάτω θα δείτε). Τελικά, μερικοί εξ αυτών κατόρθωσαν να μπουν και να ανοίξουν το πανό με τα συνθήματά τους. Ως επιστέγασμα αυτής της πράξεώς τους, ένα εκ των μελών αυτής της ομάδος συνέταξε αυτή την επιστολή, η οποία αναρτήθηκε σε εκπαιδευτικό-ενημερωτικό ιστότοπο. Η επικεφαλίδα αυτής της επιστολής τα λέει όλα : "Η ξεφτίλα του Μάλαμα".
Αξίζει, βέβαια, να αναρωτηθούμε, τι είδους παιδεία θέλει για τα νέα παιδιά τόσο η συντάκτρια της εν λόγω επιστολής όσο και η ομάδα, που θεώρησε κεκτημένο δικαίωμά της να μπουκάρει σε ένα χώρο, όπου εδίδετο συναυλία, χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει την άδεια του ίδιου του καλλιτέχνη. Επίσης, έχει σημασία να δούμε, πως αντιμετωπίζεται ένας καλλιτέχνης, ο οποίος μόνο αναίσθητος πολιτικά και κοινωνικά δεν μπορεί να θεωρηθεί απ' όσους έχουν παρακολουθήσει έστω μια συναυλία του, από τη συντάκτρια της ανωτέρω επιστολής, μόνο και μόνο επειδή διεφώνησε με την επιθυμία της ομάδος, στην οποία αυτή ανήκε.
Προσωπικά με τρομάζει η αντίληψη ορισμένων ανθρώπων, που θεωρούν, ότι έχουν κάθε δικαίωμα να διακόπτουν οποιαδήποτε παράσταση επικαλούμενοι έστω μια υπαρκτή και σοβαρή αιτία. Καλώς ή κακώς, κάθε πράγμα έχει τον καιρό του και μια μουσική ή θεατρική παράσταση ή οποιαδήποτε άλλη παράσταση επιτελεί κάποιους βασικούς σκοπούς και για το λόγο αυτό πρέπει να κυλάει αδιατάρακτα. Μια διαμαρτυρία μπορεί να λάβει χώρα οπουδήποτε αλλού και όχι απαραίτητα ως ουρά μιας άλλης εκδήλωσης, στην οποία πρωταγωνιστεί ένας επώνυμος καλλιτέχνης. Επίσης, δεν βρίσκω ιδιαίτερα παρήγορη την άποψη, ότι ένας αγανακτισμένος άνθρωπος, ο οποίος ταυτόχρονα δηλώνει, ότι κόπτεται για την παιδεία, νομιμοποιείται να αγνοεί τα πάντα και, εν προκειμένω, την άρνηση ενός καταξιωμένου καλλιτέχνη να αποδεχθεί το αίτημά του. Με την ίδια λογική προ καιρού, είδαμε τον κ. Νταλάρα να δέχεται βροχή από μπουκάλια από ομάδα αγανακτισμένων συμπολιτών μας για τους γνωστούς λόγους. Και τότε περίσσεψαν οι δικαιολογίες περί δίκαιης οργής για την εύνοια, με την οποία αντιμετώπισε η πολιτική εξουσία της χώρας τον κ. Νταλάρα και τη σύζυγό του. Για το ύφος της επίμαχης επιστολής τα σχόλια περιττεύουν. Το ίδιο και για την επιλογή ενός εκπαιδευτικού ιστότοπου να δημοσιεύσει αυτή την άκρως "διδακτική" επιστολή!
Είναι χρήσιμο να αντιληφθούμε δύο πράγματα. Πρώτον, πάνω στη σκηνή μόνοι άρχοντες είναι οι συντελεστές μιας παράστασης, διότι αυτοί έχουν κατακτήσει το σχετικό δικαίωμα με ποτάμια ιδρώτα, που έχουν χύσει, και ατελείωτες εργατοώρες σε στούντιος, προκειμένου να προσφέρουν αυτο, για το οποίο εκατοντάδες και μερικές φορές χιλιάδες άνθρωποι έρχονται να απολαύσουν. Αυτοί μόνοι νομιμοποιούνται να κρίνουν, αν κάποιος ή κάποιοι θα προβάλουν κάποια αιτήματα ή θα σηκώσουν πανό ή θα διαμαρτυρηθούν καθ' οιονδήποτε τρόπο για γεγονότα της επικαιρότητας. Κανένας καλλιτέχνης δεν υποχρεούται να υιοθετήσει τον τρόπο μιας οποιασδήποτε ομάδος, αν διαφωνεί με αυτόν, και κανένας καλλιτέχνης δεν θα κριθεί από τη στάση του απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές. Κανένα δικαίωμα του κοινού δεν υπερέχει από αυτό του καλλιτέχνη να παρουσιάσει το έργο του χωρίς διακοπές και παρατράγουδα. Έτσι απλά! Σαφώς και υπάρχουν καλλιτέχνες με περισσότερες ανοχές σε τέτοιες παρεμβάσεις, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον κ. Θανάση Παπακωνσταντίνου, ο οποίος προ ετών δέχθηκε να μεταφέρει στο κοινό μια ανακοίνωση υπέρ των συλληφθέντων για συμμετοχή στην οργάνωση "Πυρήνες της Φωτιάς". Αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται, ότι ο κ. Μάλαμας και οποιοσδήποτε άλλος καλλιτέχνης αρνηθεί να δεχθεί τέτοιες παρεμβάσεις στην παράστασή του έχει άδικο ή, ακόμα χειρότερα, είναι "ξεφτίλας". Και, δεύτερον, περιμένω από ανθρώπους, που, δηλώνουν, ότι νοιάζονται για την κατάντια της δημόσιας εκπαίδευσης, όχι μόνο να σεβαστούν το δικαίωμα ενός καλλιτέχνη να αξιοποιήσει αυτός, κατά τον τρόπο που κρίνει σκόπιμο, το χώρο και το χρόνο της παρουσίασης του έργου του αλλά και να αντιληφθούν, ότι πρώτοι αυτοί οφείλουν να διαφυλάσσουν τις αρχές εκείνες, στις οποίες πρέπει να βασίζεται η δημόσια εκπαίδευση, μια εκ των οποίων είναι ο σεβασμός στην αντίθετη άποψη και η αποφυγή βιαίων συμπεριφορών και μειωτικών χαρακτηρισμών σε βάρος ενός προσώπου, το οποίο απλά αρνήθηκε να ικανοποιήσει την επιθυμία τους.
Δεν περιμένω να γίνει αντιληπτο, ότι το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, που επικαλείται η πιο πάνω επιστολογράφος, έχει τα όριά του και αυτά σταματούν εκεί, που αρχίζουν τα όρια του αντιστοίχου δικαιώματος κάποιων άλλων προσώπων. Διαπιστώνω μόνο με θλίψη, ότι άνθρωποι, που δηλώνουν, ότι κόπτονται για την παιδεία, μετέρχονται συμπεριφορές, οι οποίες μόνο κοπτόμενους για την παιδεία πολίτες δεν θυμίζουν, και αυτές οι συμπεριφορές κερδίζουν ολοένα περισσότερο έδαφος.

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

Οι λάτρεις του Μεταξά δεν ντρέπονται, πλέον

Για μια, ακόμα, χρονιά, επ' ευκαιρία της επετείου του πραξικοπήματος της 4ης Αυγούστου του 1936, βγήκαν στην επιφάνεια υμνητικά κείμενα και απόψεις γύρω από την πολιτεία του Ιωάννη Μεταξά, το φερόμενο ως ιδρυτή του ΙΚΑ και τον εμπνευστή του σύγχρονου κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα, τον γνήσιο πατριώτη που είπε το "ΟΧΙ" στον κατακτητή, που ανόρθωσε την ελληνική οικονομία, που πήγε την Ελλάδα στα διεθνή δικαστήρια και πέτυχε τη διαγραφή του χρέους της, που επέλεξε το σωστό στρατόπεδο για τη χώρα, τις παραμονές του Β' Π.Π., και προετοίμασε άψογα τη χώρα γι' αυτόν και άλλα πολλά. Πρόκειται για κείμενα, τα οποία κυκλοφορούν εδώ και πολλά χρόνια, αρχικά σε έντυπη μορφή και μεταγενέστερα σε ηλεκτρονική, και επιχειρούν να εξωραΐσουν την εικόνα ενός πολιτικού, ο οποίος υπήρξε επιλογή του τότε βασιλέως, Γεωργίου του Β', αλλά και αποτέλεσμα της αδυναμίας βενιζελικών και αντιβενιζελικών να σχηματίσουν βιώσιμη κυβέρνηση, για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, προτού καταλήξει να κηρύξει επίσημα την αναστολή αρκετών άρθρων του Συντάγματος, τα οποία αφορούσαν τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες, να διαλύσει τη Βουλή (με τη σύμπραξη του Γεωργίου του Β') και να εγκαινιάσει μια πενταετία διωγμού και κατατρεγμού κάθε αντίθετης φωνής και μπόλικης γελοιότητος με τις εκδηλώσεις του Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν γνωρίζω την αρχική μορφή των κειμένων αυτών αλλά δεν απαιτείται ιδιαίτερη φαντασία, για να γίνει αντιληπτό, ότι με τα χρόνια εμπλουτίζονται με καινούργια κατορθώματα του συγκεκριμένου πολιτικού.
Φέτος ένοιωσα, ότι αυτά τα κείμενα κέρδισαν έδαφος. Ολοένα περισσότερος κόσμος θεωρεί, ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ο Μεταξάς είναι μια αδικημένη από την επίσημη, "αριστεροκρατούμενη" (έτσι την αποκαλούν και έτσι σας τη μεταφέρω) ιστορία, ένας άνθρωπος που ακολούθησε φιλεργατική πολιτική και επί των ημερών του η Ελλάδα γνώρισε σπουδαία ανάπτυξη σε κάθε τομέα. Ο ίδιος κόσμος προβαίνει, βέβαια, σε συγκρίσεις του με τους σημερινούς "προδότες" πολιτικούς, για να θυμηθούμε ένα από τα πιο γνωστά γνωμικά, που ακούστηκαν πρόπερσυ στις πλατείες, τους οποίους θεωρεί κατώτερους από τον "πατριώτη" και "έντιμο" Μεταξά.
Οι οπαδοί της συγκεκριμένης άποψης δίνουν σημαντικό βάρος στην επιλογή του Μεταξά να συμμαχήσει με τους Άγγλους, στο "ΟΧΙ" του συγκεκριμένου πολιτικού και στην προετοιμασία της χώρας, ενόψει του επικειμένου τότε πολέμου, την οποία βρίσκουν αρίστη. Παρέλκει να αναφέρουμε, ότι ο Μεταξάς ήταν απόλυτα εξαρτημένος από την Αγγλία και δεν είχε το περιθώριο να απομακρύνει την Ελλάδα από την αγγλική σφαίρα επιρροής, ως, επίσης, για τον ίδιο λόγο αδυνατούσε να δεχθεί την πρόταση του Γκράτσι. Φυσικά, χρεώνεται με την άψογη αντιμετώπιση της ιταλικής εισβολής αλλά ο πολύς κόσμος λησμονεί, ότι ο γερμανικός στρατός πέρασε χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση από τα βόρεια σύνορα της χώρας. Ούτε λόγος, φυσικά, για την απαγόρευση διενέργειας εκλογών και λειτουργίας πολιτικών κομμάτων, τους διωγμούς πολιτικών, που αρνήθηκαν να συνεργαστούν μαζί του, αλλά και χιλιάδων αντιφρονούντων, την απαγόρευση των απεργιών, τον ασφυκτικό έλεγχο της αστυνομίας, τη δημόσια καύση ανεπιθύμητων βιβλίων, στα πρότυπα της ναζιστικής Γερμανίας, και την απαγόρευση διδασκαλίας, μεταξύ άλλων, του Επιταφίου του Περικλή (για προφανείς λόγους). Οι γενικολογίες και ανιστορικές αναφορές στον υποτιθέμενο ιδρυτή του Ι.Κ.Α. και τάχαμου εμπνευστή του 8ώρου, μαζί με ολίγη από πατριωτική στάση τις παραμονές του Β' Π.Π. αρκούν, για να φιλοτεχνηθεί ένα ελκυστικό πορτραίτο ενός δικτάτορα.
Αν κάτι προκαλεί εντύπωση, αυτό δεν είναι η άγνοια της ιστορίας, η οποία αποτελεί διαχρονική πληγή της ελληνικής κοινωνίας, αλλά η τάση πολλών συμπολιτών μας να μη διστάζουν να δηλώνουν, πλέον, άφοβα δημοσίως, ότι έλκονται από προσωπικότητες, οι οποίες προβάλλονται ως χαρισματικές και ταυτόχρονα τρέφουν ελάχιστο σεβασμό για τη δημοκρατία και τα παρεπόμενά της, ήτοι το σεβασμό στα ατομικά, πολιτικά και συλλογικά δικαιώματα. Αυτές οι προσωπικότητες, σύμφωνα με τους υμνητές τους, διέθεταν σιδηρά πυγμή και, συνεπώς είχαν τη δυνατότητα να δώσουν λύσεις στα προβλήματα της χώρας. Η αξιολόγησή τους δεν γίνεται βάσει του σεβασμού, που επέδειξαν στον κοινοβουλευτισμό και τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες των πολιτών, αλλά με γνώμονα τις λύσεις, που, δήθεν, έδωσαν στα ανωτέρω προβλήματα. Πρόκειται, ουσιαστικά, για τον εξωραϊσμό της πολιτείας του αναδεικνυόμενου πολιτικού, σε πείσμα της ιστορίας και της λογικής. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, ο αναδεικνυόμενος πολιτικός ξεπλένεται από τα αμαρτήματά του με την υπερπροβολή των τυχόν θετικών στοιχείων του και την αποσιώπηση ή υποβάθμιση των ατοπημάτων του, υπερτονίζεται η κρισιμότητα της στιγμής, που τον ώθησε να λάβει ακραία μέτρα, και επισημαίνεται η αξία των μέτρων αυτών για την αντιμετώπιση μελλοντικών καταστάσεων, στις οποίες εναπλάκη η χώρα. Συχνότατα, επιχειρείται η σύγκριση του πολιτικού αυτού με τους σημερινούς πολιτικούς, όπου η επίκληση της θετικής του συνεισφοράς, συνήθως μη ανταποκρινόμενης στην πραγματικότητα, και η ταυτόχρονη απόκρυψη των μελανών σελίδων της πολιτείας του αποσκοπεί στην ανάδειξη του συγκεκριμένου πολιτικού ως υπέρτερου των σημερινών.
Για πολλά χρόνια, οι περισσότεροι πιστεύαμε, ότι η ελληνική κοινωνία είχε ξεπεράσει τις πολιτικές αναταράξεις, που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα, και είχε ασπαστεί, πλέον, την άποψη, ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία, μ' όλες τις κακοποιήσεις της από τα κόμματα εξουσίας, αποτελεί το καλύτερο και ιδανικότερο πολίτευμα. Αρκούσε μια γενικευμένη κρίση, για να αποδειχθεί, πόσο καλά είχε κρυφτεί πίσω από την επίπλαστη ευημερία της εποχής της παντοδυναμίας του δικομματισμού η αλλεργία σε καθετί, που θυμίζει δημοκρατία, και η λατρεία για πολιτικούς με ελάχιστες ή και ανύπαρκτες ανοχές προς αυτή. Τέλος, αρκούσε η ίδια κρίση, για να εγκαταλείψουν χιλιάδες συμπολίτες μας κάθε ντροπή όχι μόνο για τις πολιτικές τους προτιμήσεις αλλά και για τα πραγματικά πολιτικά ινδάλματά τους. Η αποδοχή των υμνητικών για το Μεταξά κειμένων από ολοένα περισσότερο κόσμο το αποδεικνύει με το παραπάνω.

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Αυτή γουστάρουν, αυτή εμπιστεύονται

Στην αρχή, υποστηρίχθηκε, ότι η ψήφος στη Χρυσή Αυγή ήταν ψήφος διαμαρτυρίας στο προβληματικό πολιτικό (και όχι μόνο αυτό) κατεστημένο της Ελλάδας και, όταν το συγκεκριμένο κόμμα άρχιζε να δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο, ο κόσμος θα το βδελυσσόταν και αυτό θα επέστρεφε στα παλιά, ταπεινά ποσοστά του. 
Μετά ήλθε το χαστούκι ενός εκ των πλέον προβεβλημένων στελεχών της Χ.Α. σε μια βουλευτίνα του Κ.Κ.Ε. και όχι μόνο περίσσεψαν οι δικαιολογίες, ότι καλώς τα έπαθε η εν λόγω βουλευτίνα, αλλά και τα ποσοστά του εν λόγω κόμματος πήραν την ανιούσα. 
Ακολούθησαν οι ύμνοι προς τη χούντα και η αναπαραγωγή όλων εκείνων των μύθων, που ήθελαν την Ελλάδα να ευημερεί την επταετία 1967-1974, να έχει μηδενικό χρέος, να κυριαρχεί η αξιοκρατία, οι χουντικοί να πεθαίνουν πτωχοί πλην έντιμοι και πολλά άλλα απ' όσα κυκλοφορούν εδώ και χρόνια σε λαθρόβια έντυπα και εσχάτως σε πιο δημοφιλή έντυπα, ιστολόγια και εκπομπές. Και πάλι τα ποσοστά της Χ.Α. συνέχισαν τον ανήφορο. 
Μετά, ήλθαν τα μπινελίκια και οι εν γένει καφρίλες των βουλευτών του εν λόγω κόμματος στη Βουλή, σε βάρος συναδέλφων τους. Αλλά και πάλι οι υποστηρικτές της Χ.Α. δεν πτοήθηκαν και συνέχισαν να την πριμοδοτούν με ποσοστά, που την έφεραν στην τρίτη θέση στις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος. 
Στη συνέχεια, άρχισαν τα συσσίτια μόνο για Έλληνες άνα τρίμηνο, όπου μοιράζονταν πλουσιοπάροχα τρόφιμα, όπως μια σακκούλα πατάτες, 1-2 κρεμμύδια άντε και κανένα πεπόνι για τους τυχερούς. Αυτός ο αισχρός αποκλεισμός συνανθρώπων μας, που έλαχε να μην είναι Έλληνες, αλλά και το γεγονός, ότι ένα κόμμα, το οποίο έλαβε κρατική επιχορήγηση της τάξεως των 850.000 ευρώ, περίπου, χωρίς να συνυπολογίζονται οι αποζημιώσεις των βουλευτών του, αντιμετωπίστηκε με επιχειρήματα, τύπου "η Χ.Α. κάνει κοινωνικό έργο", όταν φορείς, όπως η Εκκλησία, οι Δήμοι, ορισμένα κόμματα και άλλοι φορείς, διοργανώνουν διανομές τροφίμων και συσσίτια σε καθημερινή βάση, χωρίς να διαχωρίζουν τους αναξιοπαθούντες σε Έλληνες και ξένους. Φυσικά, τα ποσοστά της Χ.Α. εκτινάχθηκαν περαιτέρω.
Κάποια στιγμή, αναρτήθηκε μια ανακοίνωση της Χ.Α. για τη θέση της γυναίκας και τα άτομα με ειδικές ανάγκες, η οποία δεν είχε να ζηλέψει κάτι από αντίστοιχες απόψεις του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία.  Κανενός εκ των ψηφοφόρων της το αυτί δεν ίδρωσε. Δεν μπορώ να φανταστώ άνθρωπο με ειδικές ανάγκες, που ψηφίζει το συγκεκριμένο κόμμα. Γυναίκες, όμως, μπορώ να φανταστώ. Πολλές, πάρα πολλές, και ας τους υπόσχεται η Χ.Α. ένα λαμπρό μέλλον μέσα σε μια κουζίνα και μακρυά από την ισότητα των δύο φύλων!
Φυσικά, ούτε λόγος για ενόχληση των ψηφοφόρων από την καθαρά ναζιστική ιδεολογία της Χ.Α.! Οι ίδιοι άνθρωποι, που η χώρα τους όχι απλά κατελήφθη από τις δυνάμεις του Άξονα αλλά υπέφερε τα πάνδεινα από αυτές, τώρα ασμένως στηρίζουν ένα κόμμα, το οποίο υμνεί ακριβώς εκείνες τις δυνάμεις και υβρίζει το πολίτευμα, μιλώντας για πραξικόπημα του 1974 (κ. Χρήστος Παππάς στις 17 Ιουλίου του 2013), και επιχειρηματολογεί, ότι η εξόντωση των Εβραίων δεν συνιστούσε Ολοκαύτωμα (κ.κ. Ηλίας Κασιδιάρης και Μιχάλης Αρβανίτης, τον περασμένο Ιούνιο).
Ας το πάρουμε, λοιπόν, απόφαση!
Οι ψηφοφόροι της Χ.Α. δεν ενδιαφέρονται, αν το κόμμα αυτό έχει προτάσεις για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως ζητημάτων της χώρας. Απλά γουστάρουν να βλέπουν τους βουλευτές του να βρίζουν, να απειλούν και να σαπίζουν στο ξύλο αλλοδαπούς, αριστερούς, ομοφυλόφιλους, καλλιτέχνες και όσους δεν ανταποκρίνονται στις σταθερές του κόμματός τους, να δείχνουν με τον πιο ποταπό τρόπο την περιφρόνησή τους στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα των κατοίκων αυτής της χώρας, να ωραιοποιούν το χουντικό παρελθόν μιας χώρας, η οποία πλήρωσε ακριβά τέτοια πολιτειακά πειράματα,  να κατηγορούν τους κακόβουλους ξένους και τους "προδότες" ντόπιους συνεργάτες τους, που απεργάζονται την καταστροφή της χώρας, την εκποίηση του εθνικού μας πλούτου και την αλλοίωση της ιστορίας, των ηθών και εθίμων μας, και, τέλος, να αποδεικνύουν, πόσο απεχθάνονται τη δημοκρατία (ακόμα και αυτή, την προβληματική, που έχουμε σε αυτό τον τόπο) και τις κατακτήσεις της. Οι ίδοι αυτοί συμπολίτες μας δεν αποφάσισαν εν μια νυκτί να  στηρίξουν τη Χ.Α., μέσα στην απελπισία τους αλλά είχαν το σχετικό αντιδημοκρατικό υπόβαθρο. Αρκούσε η κατάρρευση του δικομματισμού, για να το αποδείξουν. Και δεν "κολλώνουν" να το δείχνουν κάθε φορά, που η Χ.Α. ασχημονεί καθ' οιονδήποτε τρόπο.
Καλό θα είναι, λοιπόν, να αποβάλουμε την αυταπάτη, ότι, όσο περισσότερο ασχημονεί η Χ.Α., τόσο περισσότεροι πιστοί της θα την εγκαταλείπουν. Διότι οι ψηφοφόροι της αυτή γουστάρουν, αυτή εμπιστεύονται και αυτή ψηφίζουν, όπως και αν λειτουργεί.

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Η βολική μεταφορά της ευθύνης

Δεν χρειαζόταν η εμετική αναφορά της κας. Ζαρούλια στην υπόθεση της κόρης του κ. Δραγασάκη, για να γίνει κατανοητό, τι ακριβώς αντιπροσωπεύει το κόμμα, στο οποίο ανήκει η εν λόγω βουλευτίνα. Για την ακρίβεια, το να περιμένει κανείς από τη Χ.Α. να επιδοθεί σε ρεσιτάλ καλών τρόπων είναι σα να αξιώνει κανείς από ένα ελέφαντα να ασχοληθεί με το επαγγελματικό πατινάζ.
Ωστόσο, αν κάτι γίνεται αντιληπτό, με αφορμή το ανωτέρω περιστατικό, αυτό δεν είναι ούτε η σφοδρότητα και η χυδαιότητα της επίθεσης, που εξαπέλυσε η κα. Ζαρούλια προς ένα συνάδελφό της βουλευτή ούτε ο πολλαπλασιασμός αυτών των περιστατικών εκ μέρους των βουλευτών της Χ.Α. Αυτά είναι, δυστυχώς, αναμενόμενα. Όταν μισό εκ. συμπολίτες μας επέλεξαν να ψηφίσουν το συγκεκριμένο κόμμα, ήξεραν πολύ καλά, τι «άνθη» έστελναν στη Βουλή. Άλλωστε, η Χ.Α. ουδέποτε έκρυψε τις ταραγμένες σχέσεις της με το σαβουάρ βιβρ και τη λατρεία της προς τον τραμπουκισμό. 
Δυστυχώς, περίσσεψαν στο Διαδίκτυο αλλά και εκτός αυτού οι δικαιολογίες για την κα. Ζαρούλια, κυρίως με αφορμή την προηγοηθείσα αμέλεια ή απροθυμία του κ. Δραγασάκη να επαναφέρει στην τάξη άλλους συναδέλφους του. Κάποιοι, μάλιστα, δεν δίστασαν να κατηγορήσουν τον κ. Δραγασάκη για επιλεκτική ευαισθησία και, εντεύθεν, να αποφύγουν επιμελώς να καταδικάσουν την αήθη συμπεριφορά της κας. Ζαρούλια. Άλλοι θυμήθηκαν τους κ.κ. Στάθη Παναγούλη και Γιάννη Στάθα, αμφοτέρων βουλευτών του ίδιου κόμματος με αυτό, με το οποίο έχει εκλεγεί ο κ. Δραγασάκης,  και τις ατάκες τους περί εκτελεστικού αποσπάσματος (του πρώτου) ή της μειωτικής αναφοράς του πρώτου στο πρόβλημα υγείας του κ. Σόιμπλε (του δεύτερου), επειδή αμφότεροι δεν τιμωρήθηκαν για τις δηλώσεις τους.
Τα πράγματα είναι απλά, ή, τουλάχιστον, θα έπρεπε να είναι απλά. Όταν ένας βουλευτής δέχεται μια επίθεση, όπως αυτή που δέχθηκε ο κ. Δραγασάκης, η καταδίκη της είναι όχι μόνο επιβεβλημένη αλλά και μονόδρομος, αν επιθυμούμε να εκλείψουν τέτοια φαινόμενα. Μόνο με την απερίφραστη στηλίτευση τέτοιων φαινομένων μπορεί να καταστεί δυνατή η μη επανάληψή τους.
Από τη στιγμή, όμως, που μπαίνει στη μέση η λογική της δικαιολόγησης τέτοιων ελεεινών περιστατικών, τότε, πλέον, ανοίγει ο δρόμος όχι μόνο για τη νομιμοποίησή τους αλλά και για την ενθάρρυνση ακόμα περισσοτέρων να διαπράξουν παρόμοια ανομήματα. Η αντίληψη ότι ένας βουλευτής ή πολιτικός έσφαλε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στο παρελθόν διό και τώρα "δικαίως τα λούζεται", εκτός του ότι οδηγεί στο συμψηφισμό ανομοίων πραγμάτων, ουσιαστικά λειτουργεί ευεργετικά για το δράστη μιας τέτοιας, απαράδεκτης ενέργειας και μεταθέτει τη συζήτηση από το αποτέλεσμα στην υποτιθέμενη αιτία, αφήνοντας το πρώτο ανέγγιχτο. Δεν υπάρχει πιο ανόητο και συνάμα βολικό πράγμα από τη δικαιολόγηση μιας ad hominem επίθεσης - η οποία, εκτός από χυδαία, είναι και ψευδής - με σκοπό την αποφυγή της απόλυτης καταδίκης της. Και δεν υπάρχει πιο πρόσφορος τρόπος να πολλαπλασιαστούν τέτοιες επιθέσεις από την επίκληση διαφόρων δικαιολογιών, όπως η παραπάνω περί κακής ασκήσεως των καθηκόντων του θύματος αυτής της επίθεσης.
Σε μια σοβαρή κοινωνία, πολιτικοί και πολίτες αναλαμβάνουν τις απαιτούμενες πρωτοβουλίες για την καταδίκη τέτοιων φαινομένων και την περιθωριοποίηση των φορέων τους. Στη χώρα μας, όχι μόνο συζητήθηκε στα σοβαρά το δικαίωμα ενός μέλους του κοινοβουλίου να εκφράζεται ελεύθερα, ακόμα και να καθυβρίζει συναδέλφους της, αλλά και το βάρος της συζήτησης μετατέθηκε στις υποτιθέμενες ευθύνες του θύματος για την επίθεση αυτή. Πέρα από την τετριμμένη διαπίστωση, ότι η ανοχή σε τέτοιες πρακτικές είναι προς όφελος της Χ.Α., με την ίδια παθητική στάση πέφτει ακόμα περισσότερο νερό στο μύλο της χυδαιότητος. Και κάποια στιγμή, η χυδαιότητα αυτή θα πλήξει ακόμα περισσότερους, ίσως και εμάς, τους ίδιους, που μπροστά στην αήθη επίθεση μιας βουλευτίνας θυμηθήκαμε τη βολική μεταφορά της ευθύνης από το δράστη στο θύμα.

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Το πραγματικό πρόβλημα της χώρας

            Δεν απαιτούνται γνώσεις προηγμένης αεροναυπηγικής, για να γίνει αντιληπτό, ότι έχουμε πολιτικούς, πολλοί εκ των οποίων σε οποιαδήποτε ευνομούμενη χώρα όχι μόνο δεν θα είχαν επανεκλεγεί αλλά τώρα θα βρίσκονταν πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, καταδικασμένοι για απάτες και άλλα, συναφή εγκλήματα. Κάποιοι εξ αυτών δεν υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή παρά ελαφρά τη καρδία αποφασίζουν για το διασυρμό συνανθρώπων μας, που τους έλαχε να είναι φορείς βαρέων ασθενειών.
            Έχουμε δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι αποφασίζουν για την παράταση της προσωρινής κράτησης συνανθρώπων μας, ακόμα και όταν, σύμφωνα με το νόμο, το ανώτατο όριο αυτής έχει ολοκληρωθεί και οι συνάνθρωποί μας αυτοί πρέπει να αφεθούν ελεύθεροι. Γι’ αυτούς τους λειτουργούς, οι οποίοι κάποτε ορκίστηκαν να περιφρουρούν τη Δικαιοσύνη, ο νόμος μοιάζει περιττό στολίδι μιας κοινωνίας, η οποία πρέπει, κατ’ αυτούς, να αμυνθεί κατά παντός υποθετικού κινδύνου ακόμα και με πλάγια μέσα.
            Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι οι παραπάνω πολιτικοί και δικαστικοί. Όχι! Τους πολιτικούς τους «μαυρίζεις» στις εκλογές και τους στέλνεις σπίτι τους, όταν κρίνεις, ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους ή ενεργούν κόντρα στο κοινό συμφέρον. Οι κακοί δικαστικοί περνούν από πειθαρχικό και είτε ξηλώνονται και αποστέλλονται άναυλοι στο σπίτι τους είτε υφίστανται σοβαρές κυρώσεις, ώστε να μάθουν καλύτερα το νόμο και τις υποχρεώσεις τους.
            Το πραγματικό πρόβλημα αυτής της χώρας είναι οι φαύλοι εκείνοι πολίτες, οι οποίοι θεωρούν, ότι η δική τους ασφάλεια, όπως και αν την ορίζουν, υπερτερεί των όποιων δικαιωμάτων μιας οροθετικής πόρνης ή ενός κρατουμένου, που παραμένει στη φυλακή κατά παράβαση, όσων ορίζει ο νόμος για την προσωρινή κράτηση, και, συνεπώς, στο όνομα της δικής τους ασφάλειας όχι μόνο επιτρέπεται αλλά επιβάλλεται η διαπόμπευσή της. Οι ίδιοι αυτοί πολίτες όχι μόνο σφυρίζουν αδιάφορα στο άκουσμα της παράνομης παράτασης της προσωρινής κράτησης ενός συνανθρώπου τους αλλά τη θεωρούν επιβεβλημένη, επειδή το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι αναρχικός και επιδιώκει την ανατροπή του πολιτεύματος (μερικά από τα επιχειρήματα που διάβασα). Και αν δεν έχει, ακόμα, δικαστεί και ο νόμος προβλέπει, ότι μετά την πάροδο του ανωτάτου ορίου προσωρινής κράτησης ο κρατούμενος πρέπει να αφεθεί ελεύθερος, για τους συμπολίτες μας αυτούς ο κ. Σακκάς έχει κηρυχθεί ένοχος και ορθότατα παρέμεινε κρατούμενος για περισσότερο χρόνο απ’ όσο προβλέπει ο νόμος.  Προ ενός έτους, τα αυτά πρόσωπα θεωρούσαν σωστή την απόφαση του τότε Υπουργού Υγείας, κ. Λοβέρδου, να δίδονται στη δημοσιότητα τα στοιχεία των προσώπων, που έπασχαν από επικίνδυνες μεταδοτικές ασθένειες, διότι έτσι θα τιμωρούνταν ιερόδουλες, που ήταν φορείς των ασθενειών αυτών. Στο μυαλό αυτών των συμπολιτών μας δεν χωρούσε το ενδεχόμενο το νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας των οίκων ανοχής να πάσχει σφόδρα και, εκ του λόγου αυτού, ο έλεγχος των πορνών από τις αρμόδιες υπηρεσίες να είναι όχι απλά πλημμελής αλλά και σχεδόν ανύπαρκτος. Αρκούσε που ο τότε Υπουργός Υγείας με μια κατάπτυστη απόφαση πέταξε στην αρένα μερικές ανυπεράσπιστες πόρνες – όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο, μάλλον δεν αντιλαμβάνεται, ότι η πόρνη δεν έχει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του σώματός της καθώς και ότι η κοινωνία μας την τοποθετεί στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας – αφήνοντας το υπάρχον νομοθετικό καθεστώς εξίσου προβληματικό με πριν και τις πόρνες να σέρνονται από τα αφροδίσια νοσήματα.
            Λυπάμαι, αν στενοχωρώ κάποιους φίλους, αλλά αυτή η κατηγορία συμπολιτών μας είναι απείρως χειρότερη από τους κυβερνώντες μας. Διότι, αν οι τελευταίοι λειτουργούν ασύδοτα και αφήνουν τους υφισταμένους τους να δρουν επίσης ασύδοτα, το οφείλουν στους παραπάνω συμπολίτες μας, οι οποίοι επικροτούν κάθε παράνομη ενέργειά τους, κρίνοντάς την ως απαραίτητη για την ασφάλεια και ευημερία τους. Και ο νόμος και τα ατομικά δικαιώματα των προσώπων, που πλήττονται από τις κυβερνητικές και δικαστικές ατασθαλίες; Ας πάνε να κουρεύονται, σύμφωνα πάντα με αυτούς τους συμπολίτες μας, αρκεί αυτοί να νοιώθουν, ότι δεν απειλείται ο μικρόκοσμός τους!

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Ξεσπώντας με τον κ. Τράγκα

        Την περασμένη Κυριακή, ο κ. Τράγκας είχε καλεσμένους στην εκπομπή του στον τηλεοπτικό σταθμό «ΣΚΑΪ» τέσσερα στελέχη της Χ.Α. Δεν έχει σημασία το αντικείμενο της συζήτησης. Οι καλεσμένοι φημίζονται για τις ιδέες και τους τρόπους τους. Δεν χρειάζονται, λοιπόν, άλλες λεπτομέρειες.
   Οι εκπομπές του κ. Τράγκα είναι γνωστές. Δεν χρειάζονται τακτική παρακολούθηση, για να γίνει αντιληπτό το περιεχόμενό τους. Κυριαρχεί σε αυτές ο απόλυτος κιτρινισμός, η επιφανειακή θεώρηση των πραγμάτων και οι ύβρεις προς όσους θεωρούνται ένοχοι για τα προβλήματα της χώρας ή δεν ανταποκρίνονται στις σταθερές του συντελεστή τους. Σκοπός δεν είναι η παράθεση λύσεων ή έστω ο διάλογος γύρω από τα προβλήματα αυτά αλλά το ξέσπασμα σε βάρος όσων θεωρούνται υπαίτιοι γι’ αυτά, με μερικές εξαιρέσεις οφειλόμενες στις συμπάθειες του πρωταγωνιστή, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπομπής διατηρεί το γνωστό αγενές ύφος του.
   Είναι προφανές, όμως, ότι αυτά ακριβώς τα στοιχεία όχι μόνο δεν ενοχλούν τους πάμπολλους ακροατές ή τηλεθεατές των εκπομπών του κ. Τράγκα αλλά, απεναντίας, είναι εκείνα, για τα οποία έχουν επιλέξει να τον παρακολουθούν. Ας μην κοροϊδευόμαστε! Αν όλα τα παραπάνω ενοχλούσαν, τότε ο εν λόγω δημοσιογράφος και οι εκπομπές του θα είχαν μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Πολύς κόσμος λατρεύει να ακούει μειωτικούς χαρακτηρισμούς για την κα. Μέρκελ και τους πολιτικούς μας (όχι όλους, διότι ο κ. Τράγκας δεν είναι αχάριστος), κραυγές περί «Τετάρτου Ράιχ» και «γερμανικού προτεκτοράτου» και φιλολαϊκές, δήθεν, κορώνες. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί και οι λεκτικές μαγκιές λειτουργούν τονωτικά για μεγάλο κομμάτι μιας κοινωνίας, το οποίο δεν έμαθε και δεν επιθυμεί να μάθει να σκέφτεται και να επεξεργάζεται λύσεις στα προβλήματά της. Αφού δεν υπάρχει η υπομονή και η διάθεση για την αντιμετώπιση των δυσκολιών μας, αρκούν οι ύβρεις σε βάρος όποιου κρίνει ο κόσμος, ότι φταίει για την κατάντια μας. Είναι μια αβασάνιστη πρακτική και δεν έχει σημασία, αν στο τέλος δεν προσφέρει κάτι ουσιαστικό. Ο κόσμος ξεσπάει και ηρεμεί.
   Κάτι τέτοιες στιγμές, θυμάμαι ορισμένους ηλικιωμένους, οι οποίοι αναπολούν τις εποχές που πήγαιναν στον κινηματογράφο και παρακολουθούσαν ελληνικά, ινδικά και τουρκικά μελό. Έβγαιναν από την αίθουσα με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα και έλεγαν «έκλαψα με την ψυχή μου αλλά το ‘φχαριστήθηκα», λησμονώντας για μια στιγμή τις στερήσεις τους. Κάπως έτσι λειτουργούν και οι πιστοί των ανωτέρω εκπομπών. Συμπάσχουν με τον συντελεστή τους, βρίζουν ασύστολα τους πάντες και στο τέλος νοιώθουν ανακουφισμένοι και πιο ήρεμοι, έχοντας αφήσει, έστω προσωρινά, πίσω τα προβλήματά τους. Το θεωρείτε ασήμαντο στις μέρες μας; Πάντως, μόνο τέτοιο δεν είναι για πολύ κόσμο. Και ο κ. Τράγκας το γνωρίζει πολύ καλά.

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Μια απαράδεκτη χειρονομία και πολλές δικαιολογίες

Το βίντεο με το ναζιστικό χαιρετισμό του ποδοσφαιριστή, κ. Κατίδη, έχει ήδη κάνει το γύρο του Διαδικτύου. Για κακή μας τύχη, έπαιξε και στο εξωτερικό και διανθίστηκε με εξαιρετικά δυσμενή σχόλια. Αλλοίμονο, υπάρχουν, ευτυχώς, πολλές χώρες, στις οποίες αυτού του είδους η χειρονομία δεν είναι κάτι ασήμαντο ούτε μπορεί κανείς να επικαλεστεί, ότι δεν γνωρίζει τη σημασία τους.
Στη χώρα μας, όμως, περίσσεψαν οι δικαιολογίες για την ενέργεια του ανεγκέφαλου (ναι, όπως το διαβάσατε) ποδοσφαιριστή και οι βολές για την εξοντωτική, όπως χαρακτηρίστηκε, ποινή, που του επεβλήθη. Ο ποδοσφαιριστής χαρακτηρίστηκε ως ένα παιδί αμόρφωτο και μειωμένης αντιλήψεως, που δεν μπορούσε να γνωρίζει το νόημα αυτού του χαιρετισμού και τώρα κακώς "του κόβουν τη μπάλα". Η ΕΠΟ στολίστηκε με διάφορα κοσμητικά επίθετα και στοχοποιήθηκε, επειδή δεν βάζει, λέει, χέρι στην περιβόητη ποδοσφαιρική παράγκα. Η κοινωνία μας βαφτίστηκε υποκριτική και χωρίστηκε στα δύο, με τους επικριτές και τους υποστηρικτές του κ. Κατίδη να παραθέτουν τα επιχειρήματά τους, όχι πάντα με ψύχραιμο τρόπο. Κάποιοι έγραψαν κιόλας, ότι ανάλογη τιμωρία πρέπει να επιβάλλεται στους "ΚΚΕδες", επειδή και η δική τους ιδεολογία είναι αιματοβαμμένη (!!!).
Αξίζει, όμως, να δούμε το όλο ιστορικό της υπόθεσης. Λοιπόν, στο Ολυμπιακό Στάδιο παίζουν ΑΕΚ και Βέροια για το πρωτάθλημα της Σουπερλίγκας. Ο ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ, κ. Κατίδης, πετυχαίνει το νικητήριο γκολ για την ομάδα του, βγάζει τη φανέλλα του και σπεύδει να πανηγυρίσει προς την πλευρά των οπαδών της ομάδος του. Όταν φτάνει εκεί, υψώνει το χέρι του σε ναζιστικό χαιρετισμό. Θλιβερή λεπτομέρεια : μέλη του προπονητικού τιμ της ομάδος του αλλά και συμπαίκτες του σπεύδουν να τον αγκαλιάσουν αλλά ούτε ένας από αυτούς δεν του κατεβάζει το χέρι.
Οι οργανωμένοι οπαδοί της ΑΕΚ ξεσηκώνονται, έστω με καθυστέρηση, και δηλώνουν, ότι ο συγκεκριμένος ποδοσφαιριστής δεν έχει καμμία θέση στην ομάδα τους. Η ΕΠΟ επιβάλλει ισόβιο αποκλεισμό του κ. Κατίδη από τις εθνικές ομάδες. Ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής δηλώνει, ότι δεν γνώριζε τι σημαίνει αυτός ο χαιρετισμός.
Κατ' αρχάς, καθ' όλη τη διάρκεια της μαθητείας στα ελληνικά σχολεία, γίνονται ουκ ολίγες αναφορές στο ναζισμό και τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα, ένα εκ των οποίων είναι και ο περιβόητος χαιρετισμός. Ακόμα και ο πιο "σκράπας" μαθητής διδάσκεται, ότι ο ναζισμός σκόρπισε τον όλεθρο στην Ευρώπη και διεχώρισε τους ανθρώπους σε εκλεκτούς και κατώτερους και επεφύλαξε στους τελευταίους φρικτό τέλος, ως, επίσης, ότι οι ακόλουθοι αυτών των αντιλήψεων τιμούσαν τον αρχηγό τους χαιρετώντας τον κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, που ο κ. Κατίδης χαιρέτησε χτες τους οπαδούς της ομάδος του.
Και αν όντως δεν ήξερε το νόημα αυτής της κίνησης; Συγγνώμη αλλά δεν μιλάμε ούτε για το Πυθαγόρειο Θεώρημα ούτε για τον κατά Αριστοτέλη ορισμό της τραγωδίας παρά για μια κίνηση απόλυτα ταυτισμένη με το χειρότερο αιματοκύλισμα, που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, πράγμα το οποίο διδασκόμαστε από μικρά παιδιά. Είναι φύσει αδύνατο ο κ. Κατίδης να αγνοούσε το συμβολισμό της επίμαχης ενέργειάς του. Οι δικαιολογίες, που ψέλλισε, θυμίζουν τους λοιπούς ομοϊδεάτες του, οι οποίοι, όταν καταλαμβάνονται να έχουν προβεί σε μια απαράδεκτη ενέργεια ή δήλωση, σπεύδουν να πουλήσουν τρέλλα.
Ας πούμε, όμως, ότι, όταν ο δάσκαλος έμπαινε στην τάξη, ο κ. Κατίδης ταξίδευε με το νου του στα σπουδαιότερα στάδια του κόσμου και ονειρευόταν τη μέρα, που θα γινόταν και αυτός ένας διάσημος και ακριβοπληρωμένος γητευτής της μπάλας, με αποτέλεσμα οι διδαχές να μπαίνουν από το ένα αυτί και να βγαίνουν από το άλλο. Είναι δυνατό, όταν μεγάλωσε, πλέον, να μην πήρε χαμπάρι, τι συμβολίζει αυτός ο χαιρετισμός και τι πρεσβεύει η Χ.Α.; Κάθε άλλο! Στις πρώτες του δηλώσεις φάνηκε να γνωρίζει πολύ καλά, ότι ο συγκεκριμένος χαιρετισμός παραπέμπει στο εν λόγω κόμμα. Κάθε νοήμων άνθρωπος γνωρίζει, τι πρεσβεύει το συγκεκριμένο κόμμα. Επίσης, κάθε ποδοσφαιρόφιλος γνωρίζει τις αρνητικές αντιδράσεις, που προκάλεσε στην Ιταλία ο ίδιος χαιρετισμός από τον κ. Ντι Κάνιο. Και ο κ. Κατίδης θυμίζει εκείνους του ποδοσφαιριστές, που μοιάζουν να έχουν γεννηθεί για να σκέφτονται μόνο ό,τι έχει να κάνει με το ποδόσφαιρο. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό αλλά αποκλείεται να μην πήρε χαμπάρι, πόσο αρνητικά είχε σχολιαστεί η ενέργεια του παραπάνω Ιταλού συναδέλφου του.
Όσο για την ποινή της ΕΠΟ, προσωπικά τη θεωρώ απόλυτα επιβεβλημένη. Δεν πρόκειται να συμμεριστώ την άποψη, ότι του έκοψαν τη μπάλα και τον κατέστρεψαν, καθόσον η ποινή αφορά μόνο το δικαίωμα συμμετοχής του στις εθνικές ομάδες και όχι το δικαίωμά του να αναζητήσει κάποιο σύλλογο για να βγάλει τα προς το ζην. Θεωρώ δε, ότι με τη συγκεκριμένη απόφαση κάθε άλλος επίδοξος νεοναζί ποδοσφαιριστής αλλά και αθλητής θα το ξανασκεφτεί πολύ σοβαρά να προβεί σε μια τόσο ανόητη ενέργεια ο δε κ. Κατίδης θα έχει όλο το χρόνο μπροστά του να σκεφτεί, πόσο ανόητα έδρασε, και να επανορθώσει, αν πραγματικά το επιθυμεί.
Βέβαια, ακούστηκε και η άποψη, ότι η ΕΠΟ θα έπρεπε να βάλει χέρι στο κύκλωμα, που λυμαίνεται το ελληνικό ποδόσφαιρο, και όχι να καταστρέψει το μέλλον ενός νεαρού ποδοσφαιριστή. Διότι, ως γνωστόν, όταν δεν μας αρέσει μια απόφαση, αντί να καθήσουμε να την αναλύσουμε, αλλάζουμε το θέμα της συζήτησης. Και για μια φορά η ΕΠΟ επέδειξε σωστά αντανακλαστικά και τιμώρησε ένα ποδοσφαιριστή, που εν γνώσει του προέβη σε μια απαράδεκτη ενέργεια. Οι κραυγές περί υποκρισίας μου θυμίζουν κάτι συμπολίτες μας, οι οποίοι, όταν υπενθυμίζονται οι διακρίσεις, που υφίστανται μετανάστες, ομοφυλόφιλοι, Ρομά και άλλοι συμπολίτες και συνάνθρωποί μας στην Ελλάδα, δηλώνουν, ότι υπάρχουν και πιο σημαντικά πράγματα, για να ασχοληθεί κανείς. Με άλλα λόγια, μέχρι να ξηλωθεί η περιβόητη "παράγκα", ο κάθε Κατίδης θα μπορεί να χαιρετά ναζιστικά ου μην και να τραγουδά ανενόχλητος το "Χορστ Βέσελ".
Μήπως, όμως, θα ήταν προτιμότερο, όπως υποστηρίχθηκε, να επιβληθεί μια ηπιότερη ποινή στον παίκτη ή να μείνει ατιμώρητος αλλά ειδικοί σύμβουλοι να αναλάβουν να τον κατατοπίσουν, τι εστί ναζισμός και πόσο ανόητος ήταν ο χαιρετισμός, στον οποίο προέβη; Δεν διαφωνώ, ότι η παροχή συμβουλών στο νεαρό παίκτη αλλά και μια σειρά από άλλες ενέργειες π.χ. συμμετοχή του στην υποστήριξη θυμάτων της Χ.Α. θα μπορούσε να βοηθήσει. Μια στιγμή, όμως! Εδώ και ένα χρόνο παρατηρούμε την ανησυχητική άνοδο των ποσοστών του πιο αντιδημοκρατικού κόμματος, που γνώρισε μεταπολεμικά η χώρα μας, ως, επίσης, την ατιμωρησία όσων μελών και ψηφοφόρων της συμμετέχουν σε ενέργειες κατά μεταναστών, καλλιτεχνών κ.λπ. Μια τέτοια ενέργεια, εκτός του ότι φαντάζει επιεικώς αδύνατη στην ανοργάνωτη και συγχυσμένη Ελλάδα του 2013, θα προκαλέσει το γέλωτα των πιστών του ναζισμού, οι οποίοι θα εκλάβουν τη συγκεκριμένη ενέργεια ως ένδειξη αδυναμίας. Σίγουρα θα ήταν προς όφελος του κ. Κατίδη, αν πραγματικά το θέλει και ο ίδιος, να δεχθεί κάποιας μορφής υποστήριξη. Αλλά, μέχρι τότε, η ποινή του πρέπει να παραμείνει ως έχει.
Δεν έλειψαν, βέβαια, και οι κορώνες περί υποκριτικής κοινωνίας, η οποία δεν καταδικάζει εξίσου τον κομμουνισμό ή όσους εξιστορούν, πόσο καλό έκανε ο Στάλιν στην ανθρωπότητα ή πόσο επίκαιρη είναι η σκέψη του Μάο. Όλα ίσωμα, ως είθισται, όταν τίθεται θέμα με τις συνέπειες από τη δράση της Χ.Α., και όλα στην ίδια ζυγαριά! Και βέβαια η θεωρία της εξίσωσης των άκρων για μια, ακόμα, φορά εμφανίζεται στο προσκήνιο. Μόνο που ο κομμουνισμός, μ' όλες τις αναμφίβολες τερατογενέσεις του, ουδέποτε διεχώρισε τους ανθρώπους σε ανώτερους και κατώτερους, ώστε να εξοντώσει στους δεύτερους, ούτε αγνόησε το φτωχό και τον εργαζόμενο, ενώ συνετέλεσε, τουλάχιστον στο ξεκίνημά του, στην άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών. Επίσης, το ΚΚΕ αλλά και ολόκληρη η Αριστερά σεβάστηκαν, παρά τις κατά καιρούς δηλώσεις ορισμένων στελεχών τους, το Σύνταγμα και το απέδειξαν δια της συμμετοχής τους στις οικουμενικές κυβερνήσεις της περιόδου 1989-1990. Συν τοις άλλοις, όσο και αν σπάω το κεφάλι μου, δεν μπορώ να θυμηθώ τα τελευταία χρόνια κάποιο πανώ οπαδών υπέρ του ΚΚΕ, στο οποίο να υμνείται π.χ. ο Στάλιν, ούτε κάποιο ποδοσφαιριστή να εύχεται στους αντιπάλους του να έχουν το τέλος των θυμάτων της εποχής της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα.
Για άλλους ο κ. Κατίδης δεν είναι παρά ένα χαζόπαιδο, που έκανε μια κουταμάρα και οι κουταμάρες δεν πρέπει να τιμωρούνται. Πιστεύω, ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε τον κάθε Κατίδη αυτής της χώρας σαν ένα άτομο με χαμηλό δείκτη νοημοσύνης και να δικαιολογούμε τις πράξεις ή παραλείψεις τους. Ο κ. Κατίδης είναι ενήλικος και ως τέτοιος πρέπει να αντιμετωπιστεί. Άλλωστε, από τις πρώτες δηλώσεις του φάνηκε πολύ καλά, ότι είχε απόλυτη επίγνωση των πράξεών του.
Τέλος, για κάποιους άλλους, η τιμωρία του κ. Κατίδη συνιστά ευθεία παραβίαση της αρχής, ότι το φρόνημα δεν τιμωρείται. Ουδέν αναληθέστερον! Ο κ. Κατίδης δεν τιμωρήθηκε, επειδή εξέφρασε ναζιστικές αντιλήψεις π.χ. στην παρέα του αλλά επειδή χαιρέτησε ναζιστικά σε ποδοσφαιρικό αγώνα. Τόσο απλά!
Ειλικρινά, δεν γνωρίζω, ποιο θα είναι το μέλλον του νεαρού αυτού ποδοσφαιριστή. Περισσότερο με ανησυχεί η τάση ενός σημαντικού κομματιού της κοινωνίας μας να υποβαθμίσει την ενέργεια αυτή προβάλλοντας ένα σωρό απίστευτες δικαιολογίες και λιγότερο η τύχη ενός αθλητή, ο οποίος χαλαρά μπορεί να συνεχίσει να παίζει ποδόσφαιρο σε κάποιο άλλο σύλλογο, ακόμα και σε κάποια άλλη χώρα, και έχει τη δυνατότητα να μεταμεληθεί για ό,τι έπραξε. Διότι, αν θέλουμε κάποια στιγμή να κοιτάξουμε στα σοβαρά τα αίτια της ανόδου της Χ.Α., τότε θα διαπιστώσουμε, ότι ανάμεσα στις κυριότερες αιτίες είναι η αδιαφορία μας για τις αντιλήψεις και τις πράξεις των Κατίδηδων αυτής της χώρας αλλά και οι δικαιολογίες μας υπέρ αυτών, όταν οι αντιλήψεις και οι πράξεις τους γίνονταν αντιληπτές.

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Τί να σου πω, ρε Σουέλα;

Η Σουέλα είναι 20 ετών. Ήλθε στην Ελλάδα σε ηλικία τεσσάρων ετών από την Αλβανία. Ο πατέρας της εργαζόταν οικοδόμος στην Αθήνα από το 1991 και κάποια στιγμή αποφάσισε να φέρει και την υπόλοιπη οικογένειά του στον τόπο εργασίας του. Από το 1998, ζουν στην Πάτρα. Οι αναμνήσεις της Σουέλας από τα χρόνια, που ζούσε στην Αλβανία, είναι ελάχιστες και θολές. Ουσιαστικά δεν έχει γνωρίσει άλλη πατρίδα. Σχολείο πήγε μόνο στην Ελλάδα και μαντεύει κανείς την καταγωγή της μόνο από το όνομά της, καθώς τα ελληνικά της είναι πανομοιότυπα με αυτά των γηγενών και με όλους τους ιδιωματισμούς, που οι συνομήλικοί της χρησιμοποιούν. Εργάζεται ως υπάλληλος στο υποκατάστημα μιας αλυσίδας καταστημάτων και παράλληλα σπουδάζει στα ΤΕΙ Πατρών.
Ο Νόμος Ραγκούση της έδωσε τη δυνατότητα να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια. Ήταν από τα πρώτα παιδιά μεταναστών, που έκανε τα χαρτιά της και πήρε πριν από επτά μήνες την πολυπόθητη θετική απόφαση και μαζί την ελληνική ταυτότητα. Τα όνειρά της πήραν νέες διαστάσεις, αφού άρχισε, πλέον, να σκέφτεται με περισσότερη ασφάλεια το μέλλον της στην Ελλάδα. Τέρμα, πλέον, οι ουρές στους Δήμους και τα παρακάλια στους νυσταλέους και εχθρικούς υπαλλήλους των αρμοδίων υπηρεσιών για τους μετανάστες! Τέρμα πια οι έλεγχοι των αστυνομικών και η παραμονή για μερικές ώρες στα αστυνομικά τμήματα για «εξακρίβωση στοιχείων» από αστυνομικούς, οι οποίοι πρώτα ανέλυαν με τους συναδέλφους τους το οφσάιντ, που δεν χρέωσε ο πουλημένος διαιτητής στο Γαύρο, ή τα «μπαλόνια» κας. Σάσας Μπάστα, προτού καταπιαστούν βαριεστημένα μετά από 2-3 ώρες με την υπόθεσή σου και αφού πρώτα ξερνούσαν πάνω σου, αν ήσουν γυναίκα, το σεξισμό τους!
Αίφνης δημοσιεύεται η γνωστή απόφαση του ΣτΕ, που κρίνει αντισυνταγματικό το Νόμο Ραγκούση. Η Σουέλα έχει φίλους, που είχαν τις ίδιες με αυτή προϋποθέσεις απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας αλλά δεν η υπόθεσή τους δεν είχε εξεταστεί και τώρα θα πρέπει να υπομείνουν τη γνωστή μοίρα του μετανάστη, ήτοι τις ουρές μπροστά από τις αρμόδιες για τους μετανάστες υπηρεσίες και την αρνητική αντιμετώπιση των εκεί υπαλλήλων, για να μην αναφερθούμε στο κυνήγι των ενσήμων για την ανανέωση της άδειας παραμονής. Η Σουέλα  λυπάται τους φίλους της, που δεν τα κατάφεραν. Κάτι μέσα της τής λέει, ότι πρέπει να ανησυχεί. Τέτοιες αποφάσεις είναι προάγγελος κακών νέων.
Περνούν μερικές μέρες και κάπου διαβάζει, ότι τώρα το κράτος δικαιούται να επαξενετάσει τις περιπτώσεις των προσώπων, που πήραν ελληνική ιθαγένεια με τον επίσημα, πλέον, αντισυνταγματικό Νόμο Ραγκούση. Και, επειδή η απόφαση έκρινε, ότι οι προϋποθέσεις, που ο νόμος αυτός έθετε, δεν ήταν επαρκείς, ξέρει πολύ καλά, ότι, αν την καλέσουν από την Περιφέρεια, η απόφαση θα είναι σχεδόν σίγουρα αρνητική και θα πρέπει να αποχαιρετήσει την ελληνική ιθαγένεια και να επιστρέψει στην παλιά, γνωστή αβεβαιότητα.
Η Σουέλα αναρωτιέται, γιατί της αξίζει και αυτής και χιλιάδων άλλων παιδιών μεταναστών μεγαλωμένων στην Ελλάδα αυτή η τύχη. Άλλο τόπο δεν έχουν γνωρίσει και τη χώρα καταγωγής τους τη βλέπουν με την ίδια αίσθηση, που παρατηρεί κανείς μια ξένη χώρα. Δεν την έχουν επισκεφτεί παρά ελάχιστες φορές και, όσες φορές πήγαν, είδαν κάποιους άγνωστους συγγενείς να τους μιλούν σε μια γλώσσα άγνωστη, ενώ όποτε προσπάθησαν να τους απαντήσουν στην ίδια γλώσσα, εισέπραξαν χάχανα για την προφορά και τους βαρβαρισμούς τους. Οι παρέες τους, οι σπουδές τους, τα ενδιαφέροντά τους, η ζωή τους όλη βρίσκονται στην Ελλάδα, όπου ζουν νομιμότατα με τους γονείς τους. Πονούν αυτό τον τόπο με την ίδια θλίψη, που τον πονούν οι γηγενείς. Και τώρα; Καλούνται να επιστρέψουν στη γνωστή ταλαιπωρία των αρμοδίων υπηρεσιών για τους μετανάστες, τρέμουν, μήπως και χάσουν την προθεσμία υποβολής των δικαιολογητικών, σκέφτοναι, ότι πρέπει να παρακαλούν το αφεντικό τους να τους δώσει μια μέρα άδεια να στηθούν στην αναθεματισμένη την ουρά με τους υπολοίπους μετανάστες και υπό την προϋπόθεση, ότι θα προλάβουν να εξυπηρετηθούν και δεν θα πέσουν στο πέρας του ωραρίου, οπότε οι αρμόδιοι υπάλληλοι θα τους πουν με ελεεινή αναισθησία «περάστε αύριο» και «τι να κάνουμε, πρέπει να πάμε και εμείς στα σπίτια μας», αν είναι ευγενείς ή απλά αδιάφοροι (διότι, αν δεν είναι, θα στα πουν λιμανίσια), ξέρουν, ότι πρέπει να παρακαλέσουν το αφεντικό να τους πληρώσει τα ένσημα, αλλιώς δεν θα μπορέσουν να ανανεώσουν την άδεια παραμονής τους, ξέρουν, ότι θα τους καλούν από την Περιφέρεια για εξηγήσεις, αν κάποιο έγγραφο δεν συμπληρώθηκε σωστά κ.λπ. κ.λπ. Χώρια η αβεβαιότητα, που ξανακάθεται μέσα της. Μα η Ελλάδα είναι η πατρίδα μου, λέει με οδύνη. Και ποιό αφεντικό σήμερα κολλάει ένσημα;
Όσο για μένα; Διάβασα και ξαναδιάβασα την επίμαχη απόφαση και θύμωσα. Θύμωσα με τους Δικαστές του ΣτΕ, που έκριναν, ότι η προστασία του έθνους φτάνει μέχρι την απόρριψη ενός από τους πιο σωστούς νόμους, που ψηφίστηκαν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, και προέβαλαν ένα σημαντικό εμπόδιο στην πληρέστερη ενσωμάτωση των μεταναστών στην κοινωνία μας. Θύμωσα, που με αυτή την απόφαση δικαιώθηκαν όλοι εκείνοι οι συμπολίτες μου, οι οποίοι φωνάζουν, ότι δεν πρέπει να έχουν δικαιώματα οι «λαθρομετανάστες», επειδή ήλθαν εδώ παράνομα, και ας φρόντισαν οι ίδιοι ελληναράδες να τους ξεπατώσουν βάζοντάς τους να δουλεύουν νυχθημερόν στους αγρούς και στα γιαπιά ή να φροντίζουν κατάκοιτους ηλικιωμένους με άνοια, διότι κανένας Έλληνας δεν καταδεχόταν να κάνει αυτές τις εργασίες, και τους άφηναν και ανασφάλιστους και απλήρωτους. Θύμωσα με την κουτοπονηριά της κοινωνίας μας, η οποία εκμεταλλεύτηκε αυτούς τους ανθρώπους και τώρα θυμήθηκε ξαφνικά, ότι έχει και άλλες προτεραιότητες και οι «λαθρομετανάστες» δεν είναι μια από αυτές. Θύμωσα, που η χώρα μου δεν διδάχθηκε από τις χώρες της Δύσης, που με μια σειρά μέτρων επέτυχαν να ενσωματώσουν πολλούς από τους μετανάστες τους και σήμερα τόσο αυτοί όσο και τα παιδιά τους προκόβουν στις χώρες αυτές. Θύμωσα, που σκέφτηκα, ότι πολλά από αυτά τα αξιολογότατα παιδιά μεταναστών στη χώρα μου θα φύγουν για κάποια πιο πολιτισμένη χώρα του εξωτερικού, για να κάνουν εκεί την τύχη τους, και θα μουντζώσουν την Ελλάδα, που τους έφτυσε κατάμουτρα, αφού πρώτα ξέσκισε τους γονείς τους και θα δημιουργήσουν εκεί, ενώ η Ελλάδα θα ξεμείνει με κάτι ρετάλια, που θα φωνάζουν έμπλεα περηφάνειας, ότι είναι γνήσιοι Έλληνες και ας μην ξέρουν το Χριστό τους από την ιστορία του τόπου αυτού. Θύμωσα, που η χώρα μου, οι κάτοικοι της οποίας καυχιούνται για τους αρχαίους προγόνους τους και τον πολιτισμό, που γεννήθηκε σε αυτά εδώ τα χώματα, φέρεται με τον πιο απολίτιστο τρόπο στους μετανάστες.
Τι άλλο να σου πω, βρε Σουέλα;

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Συντηρητικοί και απαράλλακτοι στο πέρασμα των χρόνων

Ας υποθέσουμε, ότι στις επόμενες βουλευτικές εκλογές στη χώρα μας ο νέος πρωθυπουργός καλεί ένα αλβανικής καταγωγής ποιητή, ανοικτά ομοφυλόφιλο, να γράψει ένα ποίημα για την τελετή ορκωμοσίας του! Ή ας φανταστούμε, ότι η κυρία Σεγκολέν Ρουαγιάλ, υποψήφια των γαλλικών προεδρικών εκλογών του 2007, ανύπαντρη μητέρα 4 παιδιών από τη σχέση της με τον τότε σύντροφό της και νυν Πρόεδρο της Γαλλίας, κ. Φρανσουά Ολάντ, αποκτά την ελληνική υπηκοότητα, ασχολείται με την πολιτική και αποφασίζει να κατέλθει στις επερχόμενες εκλογές ως υποψηφία βουλευτίνα του Χ κόμματος! Έχετε πολλές αμφιβολίες για τη συνέχεια;
Με την πρώτη δημοσκόπηση, το κυβερνόν κόμμα θα έχει χάσει 4-5 ποσοστιαίες μονάδες και η δημοφιλία του νέου πρωθυπουργού θα βρεθεί στα Τάρταρα. Η δε κα. Ρουαγιάλ θα δει καμμιά κατοσταριά ψήφους, μαζί με τη δική της δίπλα από το όνομά της και αυτές, αν πολιτευτεί με κάποιο από τα πιο γνωστά και ήδη εντός Βουλής κόμματα. Ο τύπος και το Διαδίκτυο θα γεμίσουν από κραυγές κατά των σκοτεινών κέντρων, που απεργάζονται την εξόντωση του έθνους πλήττοντας τα ήθη και έθιμά μας. Κάπου θα θυμηθεί κάποιος τη χαλκευμένη Δήλωση Κίσσινγκερ και οι ελάχιστες ψύχραιμες φωνές θα πνιγούν στον κυκεώνα των άναρθρων κραυγών της οπισθοδρόμησης. Οι επόμενοι πρωθυπουργοί θα το ξανασκεφτούν να μιλήσουν ξανά για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων και η προαιώνια περιθωριοποίηση των εκτός γάμου γεννημένων παιδιών θα εξακολουθήσει να στιγματίζει την ελληνική κοινωνία. Τί είπατε, έχει ξεπεραστεί; Καλά, κάντε ένα κόπο να ρωτήσετε πως αντιμετωπίζουν, ειδικά στις μικρές κοινωνίες, παιδιά γεννημένα χωρίς γάμο των γονέων τους και ελάτε να το ξανασυζητήσουμε!
Δυστυχώς, ο τρόπος αντιμετώπισης των παραπάνω θεμάτων αλλά και ορισμένων άλλων, όπως ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας, η απλοποίηση της διαδικασίας και χρόνου απονομής της ελληνικής υπηκοότητας στους αλλοδαπούς, η μη δημοσίευση των στοιχείων προσώπων, που κατηγορούνται για σοβαρά αδικήματα κ.λπ., δείχνουν, ότι η κοινωνία μας είτε αδιαφορεί για ό,τι δεν πλήττει το άμεσο συμφέρον της είτε φοβάται τέτοιες αλλαγές. Οι ίδιοι συμπολίτες μας κρίνουν, ότι η καθημερινότητά τους δεν πρόκειται να αλλάξει προς το καλύτερο, αν αύριο αναγνωριστούν δικαιώματα στους ομοφυλοφίλους ή πάψουν να αντιμετωπίζουν με προκατάληψη τα γεννημένα εκτός γάμου παιδιά. "Υπάρχουν και πιο σοβαρά πράγματα στη ζωή μας", είναι η επωδός τους. Και εκεί κλείνουν τη συζήτηση, φροντίζοντας να μεταθέσουν την επίλυση ενός, ακόμα, θέματος στις ελληνικές καλένδες. Άλλοτε η κοινωνία μας δηλώνει, ότι δεν είναι τόσο μεγάλος ο αριθμός των προσώπων, που υπάγονται στις παραπάνω κατηγορίες, ώστε να αξίζει η ενασχόλησή μας με αυτά. Ακόμα και στις συγκεντρώσεις των αγανακτισμένων προ διετίας στις κεντρικές πλατείες των μεγάλων πόλεων της Ελλάδος, που τόσο προβλήθηκαν ως παραδείγματα προς μίμηση, έλλειψαν οι αναφορές στα δικαιώματα π.χ. των μεταναστών ή των ομοφυλοφίλων ή, αν έγιναν, πνίγηκαν στα συνθήματα περί προδοτών πολιτικών, κρεμαλών και άμεσης Δημοκρατίας (η οποία στην Αρχαία Αθήνα στερούσε ελαφρά τη καρδία στοιχειώδη δικαιώματα τρίτων π.χ. των Μηλίων αλλά εδώ ανοίγουμε άλλη, πονεμένη ιστορία). Φυσικά, ένα σημαντικό ποσοστό συμπολιτών μας φοβούνται, ότι αυτού του είδους η πρόοδος αποτελεί απειλή για τις παραδόσεις της χώρας. Αναπολούν το παρελθόν, όταν όλα ήταν καλύτερα και πολύ πιο συντηρητικά και ακολουθούσε ο κόσμος τα πράγματα, όπως τα είχε βρει από τους πατεράδες του, που και αυτοί τα είχαν βρει ίδια και απαράλλακτα από τους δικούς τους πατεράδες κ.ο.κ. Η όποια αλλαγή ισούται με απειλή στις διαμορφωμένες συνήθειες ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας μας. Η αναγνώριση δικαιωμάτων σε ομάδες προσώπων με διαφορετική καταγωγή, θρησκεία, σεξουαλικό προσανατολισμό κ.λπ. μεταμορφώνεται στα μάτια τους σε κίνδυνο για τα θεμέλια της κοινωνίας μας. Το ενδεχόμενο αυτά τα θεμέλια να χρειάζονται ανακαίνιση δεν περνάει από το μυαλό τους.
Λυπάμαι που το λέω αλλά μια κοινωνία κολλημένη στις προκαταλήψεις του παρελθόντος, μη προτιθέμενη να αλλάξει συνήθειες στον τρόπο, που αντιμετωπίζει ομάδες συμπολιτών μας και τους μετανάστες, δεν πρόκειται να αλλάξει τρόπο αντιμετώπισης κανενός, απολύτως, θέματος απ' όσα την ταλανίζουν. Και όσο ο "πούστης" ή το "μούλικο" έχουν θέση στο λεξιλόγιό μας, τόσο οπισθοδρομικοί θα παραμένουμε σε πείσμα ενός κόσμου, που προοδεύει και αλλάζει συνήθειες, αφήνοντας πίσω εμμονές άλλων εποχών.

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Στη χώρα της αποθέωσης του παρελθόντος

Θα υπέπεσε στην αντίληψή σας η περίπτωση της Πηγής Σερρών, του πρώτου χωριού στην Ελλάδα, το οποίο αποφάσισε να επιστρέψει στη δραχμή, ακολουθώντας, λέει, το παράδειγμα άλλων κοινοτήτων χωρών της Ε.Ε. Οι πιο υποψιασμένοι θα έψαξαν το θέμα στο Διαδίκτυο, όπου και θα διεπίστωσαν, ότι δεν υπάρχει κοινότητα ή πρώην κοινότητα με τέτοιο όνομα, οπότε, αφού δεν υπάρχει πρωταγωνιστής, δεν υπάρχει και υπόθεση. Οι περισσότεροι, όμως, όχι απλά κατάπιαν αμάσητο το παραμύθι αλλά ξιφούλκησαν υπέρ του γενναίου γαλατικού….. ε, με συγχωρείτε, ελληνικού χωριού, το οποίο αντιστέκεται σθεναρά στην αλλοτρίωση, που επιβάλλει η Ε.Ε. και πολλοί άλλοι (προσθέσατε τους κακούς της αρεσκείας σας), επιστρέφοντας στις φερόμενες ως παραδόσεις μας.
Το παραπάνω περιστατικό δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα, ακόμα, σύμπτωμα της παρελθοντολαγνείας, που κατακλύζει την κοινωνία μας. Σε μια χώρα, που αρέσκεται, ακόμα και σήμερα, να προβάλλει στα πλεονεκτήματά της την καταγωγή των κατοίκων της από ενδόξους προγόνους, η στροφή στο παρελθόν όχι μόνο αποτελεί τακτική για την αποφυγή της αντιμετώπισης του παρόντος και του μέλλοντος με ρεαλιστικούς όρους αλλά και μέσο για την προσέλκυση θαυμαστών-ψηφοφόρων των πάσης φύσεως πολιτικών και εν γένει δημοσίων προσώπων. Ποιος μπορεί, άραγε, να λησμονήσει τη δημοφιλία του τέως Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστόδουλου, μότο του οποίου αποτελούσε το αμίμητο «όπισθεν ολοταχώς»; Και πόσοι δεν ασπάζονται τη λογική του κ. Γιανναρά, ο οποίος μέσα από τη στήλη του στην «Κ» ωρύεται για την αποκοπή από τις ρίζες μας, η οποία επήλθε με την κατάργηση του πολυτονικού, του οποίου την επαναφορά ζητεί, αντί να ζητήσει να αυξηθούν οι ώρες διδασκαλίας των νέων ελληνικών;
Με αυτά αλλά και με άλλα παραδείγματα παρουσιάζεται ως ελκυστική μια εποχή ή μια πρακτική, εις τρόπον ώστε να καταδικαστεί το σήμερα και να ζητηθεί επιτακτικά η επιστροφή στο χτες και τις πρακτικές του. Η παρελθοντολογία είναι ένας χρήσιμος τρόπος άρνησης τόσο της αντιμετώπισης της σκληρής πραγματικότητας όσο και της ανεύρεσης τρόπων για την έξοδο από την κρίση. Με την επίκληση του παρελθόντος ή των συνηθειών, που επικρατούσαν τότε, το χτες αποθεώνεται ως μια ιδανική κατάσταση και ανυψώνεται σε επιθυμητό, ενώ η κοινωνία καλείται να γυρίσει τις πλάτες της στο παρόν και να διδαχθεί από τη, δήθεν, παράδοσή μας και το υποτιθέμενο ένδοξο παρελθόν μας. Οι πιστοί της επιστροφής αυτής παρουσιάζουν ένα εξιδανικευμένο παρελθόν πασπαλισμένο με μπόλικη παραφιλολογία, το οποίο, δια της μεθόδου της διαδόσεώς του με κάθε μέσο, προσπαθούν να παρουσιάσουν ως μια τεκμηριωμένη και ακλόνητη αλήθεια. Στην παραπλάνηση αυτή βοηθάει το ζοφερό παρόν και το αβέβαιο μέλλον, αφού προβάλλεται το απατηλό δίλημμα, ότι είναι προτιμότερο το παρελθόν, όταν τα πράγματα δεν είχαν φτάσει στη σημερινή κατάσταση, άλλως ότι δεν βλάπτει να στρεφόμαστε σε παλαιότερες εποχές, όταν ο κόσμος ζούσε, υποτίθεται, καλύτερα. Ο χτυπημένος από την εν γένει κρίση άνθρωπος δύσκολα θα αντισταθεί στην προβολή ενός ελκυστικού παρελθόντος, ιδίως όταν έχει απελπιστεί και δεν έχει ούτε την κουλτούρα ούτε την υπομονή, ώστε να αντιληφθεί, τι κούφια λόγια του τάζουν οι χοντρέμποροι του λαϊκισμού.
Σε μια εποχή οικονομικής ευμάρειας, έστω επίπλαστης, τέτοιες φωνές θα περιθωριοποιούνταν πολύ εύκολα. Στην εποχή της γενικευμένης κρίσης κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος. Αυτό, όμως, αντί να ανησυχεί τον πολύ κόσμο, αντιμετωπίζεται από αυτόν με αδιαφορία.

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Τί άλλο περιμένατε από το ΚΚΕ;

Κάθε φορά, που το ΚΚΕ ετοιμάζεται να βγάλει κάποια ανακοίνωση, αισθάνομαι, ότι γνωρίζω από πριν το περιεχόμενό της. Θα ακουστούν οι γνωστές κραυγές κατά του επάρατου ιμπεριαλισμού, θα γίνει λόγος για καταχθόνια σχέδια σε βάρος της εργατιάς, της αγροτιάς και του φοιτητικού κινήματος και, ως περίοδος κατακλείδα, θα ακούσουμε το κάλεσμα σε αγώνα. Αν εργαζόμουν ως λογογράφος στο ΚΚΕ, δεν θα είχα καμμία σκοτούρα για το περιεχόμενο του κειμένου, που θα ‘πρεπε να γράψω.
Σε μια χώρα, όπου οι πολιτικές απόψεις μοιάζουν σαν τα πουκάμισα, που κάποιος καλείται να αλλάζει κάθε τρεις και λίγο, ώστε να μην παρεκκλίνει από τη μόδα (ή, εν προκειμένω, από τις προτιμήσεις των ψηφοφόρων), ίσως θα έπρεπε να οφείλουμε κάποιο σεβασμό προς το κόμμα αυτό, που ακολουθεί πιστά τις ίδιες αρχές εδώ και χρόνια. Ωστόσο, μάλλον θα πρέπει να γίνει κάποιος διαχωρισμός ανάμεσα στις αρχές ενός κόμματος και τις μεθόδους εφαρμογής τους, προκειμένου να γίνει περισσότερο διαυγής η εικόνα του ΚΚΕ. Οι αρχές τους σεβασμού στα δικαιώματα των εργατών και των αγροτών, η κατάργηση των μεσαζόντων στην αγορά και ο κεντρικός οικονομικός σχεδιασμός είναι μερικές από τις πάγιες απόψεις του εν λόγω κόμματος και μπορεί μεν κανείς να διαφωνεί με αυτές ιδεολογικά ή να αμφισβητεί την επιτυχία τους στο παρελθόν αλλά ως πολιτικές απόψεις δεν μπορούν παρά να είναι σεβαστές. Το πρόβλημα εντοπίζεται στους τρόπους, με τους οποίους το ΚΚΕ επιλέγει να εφαρμόσει αυτές τις αρχές του. Όσο, δηλαδή, και αν είναι υπαρκτό και σοβαρό το πρόβλημα των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων στην ελληνική εμπορική ναυτιλία, ο αποκλεισμός των λιμανιών δεν είναι και ο καλύτερος τρόπος, για να δείξει κανείς την υποστήριξή του στους εργαζομένους αυτούς. Ούτε, φυσικά, η κριτική στην ελεύθερη αγορά μπορεί να περιορίζεται, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στην απόλυτη καταδίκη της ούτε η υποστήριξη στους αγροτικούς πληθυσμούς μπορεί να γίνει με το κλείσιμο των δρόμων.
Η πρόσφατη ανακοίνωση του ΚΚΕ για το «κίνημα της πατάτας», πέραν του ότι αποδεικνύει, ότι όλα τριγύρω αλλάζουνε (για τον υπόλοιπο κόσμο) και όλα τα ίδια μένουν (για το ΚΚΕ), αποκαλύπτει την παραπάνω παθογένεια του κόμματος αυτού. Παρά το γεγονός, ότι η συγκεκριμένη κίνηση των πατατοπαραγωγών υπήρξε ίσως η πιο πολιτική πράξη των τελευταίων ετών στη χώρα μας αλλά και η πιο κοντινή στις αντιλήψεις του παραπάνω κόμματος, εντούτοις το τελευταίο, αντί να την αγκαλιάσει, αρκέστηκε σε μια παρανοϊκή ανακοίνωση, με την οποία ούτε λίγο ούτε πολύ χαρακτηρίζει την κίνηση αυτή ως κόλπο της κυβέρνησης, «για να αξιοποιήσουν τον πόνο των φτωχών λαϊκών στρωμάτων», ως, επίσης, ότι «στόχος προβολής του «κινήματος της φθηνής πατάτας» είναι ίδιος με εκείνον της προβολής του λεγόμενου κινήματος των πλατειών», δηλαδή «αποπροσανατολισμός των μικρών φτωχών αγροτών παραγωγών, απομάκρυνσή τους από το αγροτικό κίνημα με προσανατολισμό ρήξης με τα μονοπώλια και την ΕΕ».
Στην πραγματικότητα, το ΚΚΕ δεν επιθυμεί απλά να παραμείνει προσηλωμένο στη γραμμή, που χάραξαν στο παρελθόν οι προκάτοχοι της σημερινής ηγεσίας του, αλλά και ολόκληρος ο κόσμος να ακολουθήσει αυτή τη γραμμή μέσα από τις τάξεις του. Ακόμα, δηλαδή, και αν μια άποψη συγκλίνει προς τις αρχές του κόμματος αυτού, λοιδορείται ως αντιδραστική και παραπλανητική και απορρίπτεται εφόσον δεν προέρχεται από αυτό. Και αν η πραγματικότητα επιβάλλει να αναγνωριστούν και ενδεχόμενα καθιερωθούν πρακτικές, όπως η πώληση αγροτικών προϊόντων απευθείας από τους αγρότες στου καταναλωτές, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα, σύμφωνα με τη λογική του ΚΚΕ.
Βέβαια, δεν είναι φρέσκο το φαινόμενο το ΚΚΕ να λειτουργεί με λογική θρησκευτικής σέχτας, η οποία δεν ενοχλείται, αν ταλαιπωρηθούν ουκ ολίγοι συμπολίτες μας, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της. Αν, όμως, λειτουργούσε διαφορετικά, δεν θα ήταν ΚΚΕ.


Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Ο ρατσισμός και οι σοβαρές κοινωνίες

Ενός λεπτού σιγή αποφάσισαν να τηρήσουν στη Γερμανία, σε ένδειξη πένθους για τα θύματα μιας ομάδας νεοναζί, που δρούσε για πολλά χρόνια στη χώρα αυτή. Η ίδια η πρωθυπουργός της χώρας, κα. Μέρκελ, θα συμμετάσχει στην εκδήλωση αυτή και θα εκφωνήσει λόγο.
Συμφωνώ, ότι η τακτική της τήρησης ενός λεπτού σιγής περιέχει ένα θεατρινισμό, ο οποίος μπορεί να ξενισει όσους στοχεύουν στην ουσία ενός θέματος. Ωστόσο, δεν παύει να είναι μια ένδειξη, ότι η κοινωνία, που υιοθετεί στο σύνολό της μια τέτοια πρακτική, είναι αποφασισμένη να αντιμετωπίσει ένα μείζον κοινωνικό ζήτημα και, κυρίως, να το καταδικάσει. Η γερμανική κοινωνία, που έχει δοκιμαστεί άγρια από το ρατσισμό σε βάρος των ξένων, έχει αποδείξει, ότι επιθυμεί και μπορεί να καταδικάσει τη βία σε βάρος των μεταναστών (όπως και πολλά άλλα αδικήματα, όπως τη διαφθορά των πολιτικών της αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία).
Θα ήταν, βέβαια, άστοχο να πούμε, ότι δεν υπάρχει ρατσισμός στη γερμανική κοινωνία. Σε όλες τις χώρες υπάρχουν ανόητοι, που πιστεύουν στις θεωρίες περί ανώτερης φυλής, περί ξένων, που κλέβουν τις δουλειές από τους ντόπιους κ.λπ. Ωστόσο, η σοβαρότητα μιας κοινωνίας φαίνεται όχι τόσο από τα φαινόμενα, που εκδηλώνονται στις τάξεις της, αλλά από τον τρόπο, με τον οποίο αυτή τα αντιμετωπίζει. Εκεί δεν υπάρχει αστυνομία, που να προστατεύει τους νεοναζί, ούτε επιτροπή κατοίκων, τύπου Αγιου Παντελεήμονα, που να ζητάει τη βοήθεια κάποιας νεοναζιστικής οργάνωσης. Και, αν αποδειχθεί τέτοια συνύπαρξη ή αναζήτηση βοήθειας από τους νεοναζί, τότε ο πέλεκυς της γερμανικής δικαιοσύνης πέφτει αλύπητος. Τα τελευταία χρόνια δεκάδες νεοναζί έχουν καταδικαστεί σε βαρύτατες ποινές για εγκλήματα σε βάρος, κυρίως, αλλοδαπών και η γερμανική κοινωνία σύσσωμη έχει καταδικάσει τη βία των οργανώσεων αυτών.
Κάντε τις συγκρίσεις τώρα με ανάλογα φαινόμενα στην Ελλάδα! Κανένας πρωθυπουργός δεν θα επιλέξει να μιλήσει κατά του ρατσισμού. Το πολύ να προβεί σε καμμία δίλεπτη καταγγελία από τηλεοράσεως και τέλος! Κανένα συνδικάτο δεν θα κηρύξει ενός λεπτού σιγή για το θάνατο ενός μετανάστη από ενέργειες ρατσιστών. Το πιο πιθανό, μάλιστα, είναι να ακουστούν και φωνές, τύπου "εδώ τα παιδάκια λιποθυμάνε στα σχολεία και σεις ασχολείστε με άσχετα πράγματα". Και κάπως έτσι ο ρατσισμός θα θεριέψει ακόμα περισσότερο σε μια κοινωνία, η οποία θα καμώνεται την περήφανη για τους ενδόξους προγόνους της, τη στιγμή που ένας ακόμα ξένος θα πέφτει θύμα ρατσιστικής βίας.

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Οι εθισμένοι στο "όχι"

Προ ημερών συζητούσα σε κάποιο ιστότοπο με άγνωστά μου πρόσωπα για το νόμο, που ετοιμάζει το Υπουργείο Παιδείας για την ανώτατη εκπαίδευση. Συνειδητοποίησα, ότι η πλειοψηφία των συνομιλητών μου ήταν κατά του εν λόγω νομοσχεδίου όχι επειδή το είχε διαβάσει και κρίνει αλλά επειδή θεωρούσε αόριστα, ότι διακυβεύονται η ελευθερία της σκέψης και κινδυνεύει με εμπορευματοποίηση η δημόσια παιδεία. Με λίγο κουράγιο διεπίστωσα, ότι σχεδόν κανένας εκ των αρνητών του νομοσχεδίου αυτού δεν το είχε διαβάσει αλλά το είχε απορρίψει. Όταν, όμως, επισημάνθηκε αυτή η παρατυπία, αρκετοί εκ των συνομιλητών μου ήταν αρκετά ερειστικοί, σε βαθμό ώστε όχι απλά να μη δέχονται αμφισβητήσεις αλλά και να επιτίθενται με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς εναντίον όσων διαφωνούσαν μαζί τους.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την πλειοψηφία των διαφωνούντων σε αυτή τη χώρα με οτιδήποτε. Απορρίπτει ο πολύς κόσμος το Μνημόνιο αλλά αγνοεί, τι στην ευχή προβλέπει αυτό το ρημάδι το Μνημόνιο. Αρνείται πολύς κόσμος το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων αλλά δεν έχει την παραμικρή ιδέα, τι προβλέπει ακριβώς αυτό το άνοιγμα. Εν ολίγοις, αρνούμαστε οτιδήποτε, ακόμα και αν δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενό του, εφόσον τρέφουμε ακόμα και την παραμικρή υπόνοια, ότι κινδυνεύουν τα δικαιώματά μας.

Δεν περιμένω ξαφνικά να αποκτήσει ο μέσος Έλληνας την τάση να ψάχνεται, ώστε να γνωρίζει, τι ακριβώς προβλέπουν τα πάσης φύσεως νομοσχέδια, και να αποκτήσει μια γνώση αυτών, που αμφισβητεί. Όταν έχουμε ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά αλλεργίας στο διάβασμα πανευρωπαϊκώς, θα ήταν παράδοξο να γνωρίζουμε, με τι διαφωνούμε, ή να πάψουμε να διατυπώνουμε την άποψή μας για θέματα, που δεν γνωρίζουμε. Αυτό μάλλον είναι ψιλά γράμματα για τους επαγγελματίες της άρνησης.
Η τάση αυτή, όμως, αποκαλύπτει κάτι πολύ βασικό, ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων προτιμά να συνεχίσει να ζει σε μια αρρωστημένα παράλογη κατάσταση, εφόσον αυτό εξασφαλίζει τη βολή τους, και να μην αλλάξει απολύτως τίποτα από το σημερινό χάλι. Εάν το σημερινό πανεπιστήμιο, για παράδειγμα, παράγει χιλιάδες στουρνάρια, που αγνοούν και τα βασικά της επιστήμης τους, ή επιτρέπει στα στελέχη των κομματικών νεολαιών να περνούν τα μαθήματά τους χωρίς κόπο, αφού πρώτα προσφέρουν τη στήριξή τους στον τάδε κομματικό καθηγητή, ο οποίος σε οποιαδήποτε άλλο πανεπιστήμιο του κόσμου δεν θα προσλαμβανόταν ούτε για να βγάζει φωτοτυπίες, αυτό δεν ενοχλεί, εφόσον όλοι βολεύονται από αυτό ή έχουν τη δυνατότητα να βολευτούν, αποκτώντας ένα πτυχίο άκοπα και χωρίς να κατέχουν το αντικείμενο των σπουδών τους. Αν ένα κλειστό επάγγελμα εξασφαλίζει σε όσους έχουν την άδεια ασκήσεώς του, ότι κάποια στιγμή το παιδί τους θα κληρονομήσει την άδειά τους ή θα την πουλήσουν έναντι αδρού και "μαύρου" τιμήματος σε κάποιο τρίτο, αρκεί, ώστε να εναντιωθούν σε οποιοδήποτε νόμο μιλάει για "απελευθέρωση" του επαγγέλματός τους, ακόμα και αν δεν γνωρίζουν, τι ακριβώς προβλέπεται με αυτή την απελευθέρωση.

Δεν περιμένω, ότι ένας λαός θα αλλάξει συνήθειες και θα αποφασίσει, επιτέλους, ώστε να αλλάξουν 2-3 πράγματα στον τόπο μας προς το καλύτερο. Σίγουρα, πάντως, δεν με πείθουν οι εθισμένοι στο "όχι", ότι παλεύουν για ένα καλύτερο αύριο. Για τη διατήρηση μιας αρρωστημένης κατάστασης παλεύουν, ώστε να μη χαθεί η βολή τους.