Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013
Η νόσος της οπισθοδρομικότητας
Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013
Το φιλόξενο λιμάνι της Ν.Δ.
Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013
Το λάθος του κ. Ρουπακιώτη
Ωστόσο, υπάρχει μια παγία αρχή στο διάλογο, σύμφωνα με την οποία ο υποστηρικτής ενός επιχειρήματος οφείλει να παράσχει τις απαιτούμενες αποδείξεις, για τη βασιμότητα αυτού. Ο κ. Ρουπακιώτης, δικηγόρος στο επάγγελμα, γνωρίζει αυτό τον κανόνα καλύτερο από τον περισσότερο κόσμο και ώφειλε να τον σεβαστεί. Αλλά απέφυγε επιμελώς να προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Στο επίμαχο βίντεο δεν επικαλείται κανένα σχετικό δημοσίευμα και κανένα έγγραφο ή ρεπορτάζ. Τίποτα, απολύτως!
Έπειτα, η ειδική αναφορά του κ. Ρουπακιώτη στις αμερικανοεβραϊκές οργανώσεις, στις οποίες ο κ. Πρωθυπουργός "κάτι έπρεπε να πει", χτύπησε πολύ άσχημα, διότι με αυτό τον τρόπο, έθεσε σε κίνηση τα αντισημιτικά αντανακλαστικά μιας κοινωνίας, το μεγαλύτερο κομμάτι της οποίας είναι βαθιά πεπεισμένο, ότι οι Εβραίοι κάνουν το πραγματικό κουμάντο στην Ελλάδα. Με τον τρόπο, που επέλεξε ο κ. Ρουπακιώτης, ουσιαστικά απομόνωσε τις αμερικανοεβραϊκές οργανώσεις από το σύνολο των ξένων χωρών και οργανισμών, που έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για την άνοδο της Χ.Α. και έχουν ζητήσει από την ελληνική κυβέρνηση να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την αντιμετώπισή της, και ενεφάνισε την ελληνική κυβέρνηση ως ενεργούσα κατόπιν υποδείξεων και διαμαρτυριών των αμερικανοεβραϊκών οργανώσεων, όταν, στην πραγματικότητα, υπήρξαν υποδείξεις και διαμαρτυρίες από πάρα πολλές χώρες και οργανισμούς για το ίδιο θέμα, χωρίς κανένας να αποκλείει το ενδεχόμενο να ξύπνησε από μόνη της η ελληνική κυβέρνηση και να αποφάσισε, επιτέλους, να βάλει χέρι στο εν λόγω κόμμα, δραττόμενη της ευκαιρίας της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα..
Θα ρωτήσετε, αν είναι τόσο κακό, να παραδεχθούμε, ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις κινούνται για την επίλυση ορισμένων θεμάτων μόνο κατόπιν προτροπής από τα ξένα. Όχι, δεν είναι κακό. Δυστυχώς, στην πραγματικότητα η χώρα μας έχει κινηθεί για την αντιμετώπιση πολλών θεμάτων μόνο κατόπιν προτροπής (για να το θέσω κομψά) από τους ξένους και, συνήθως, με την απειλή προστίμου, το οποίο κάποιες φορές πρώτα πλήρωσε και μετά αποφάσισε να λάβει μέτρα. Ωστόσο, μεγάλη βαρύτητα έχει τόσο ο τρόπος, που εκφράστηκε ο κ. Ρουπακιώτης, όσο και η χρονική στιγμή, που επέλεξε να εκφραστεί ως ανωτέρω. Ήδη έγινε αναφορά στην ειδική μνεία του κ. Ρουπακιώτη στις αμερικανοεβραϊκές οργανώσεις, εις τρόπον ώστε να φαίνεται, ότι η ελληνική κυβέρνηση ενέργησε κατόπιν αποκλειστικά δικών τους ενεργειών. Η παραπάνω αναφορά έλαβε χώρα σε μια εποχή, που ο ρατσισμός στην Ελλάδα χτυπάει κόκκινο και ο αντισημιτισμός λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις. Όταν, λοιπόν, την τελευταία τριετία έχουν τεράστια πέραση οι θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες οι ξένοι κυβερνούν την Ελλάδα και η παραδοσιακή άποψη, ότι "οι Εβραίοι κρύβονται πίσω απ' όλα", έχει ενισχυθεί, ένας πρώην υπουργός δικαιοσύνης, ο οποίος προέρχεται από την Αριστερά και δη από την παλαιά και πιο μορφωμένη φουρνιά αυτής, οπότε υποτίθεται, ότι έχει μάθει να επιλέγει προσεκτικά τα λόγια του, οφείλει να είναι περισσότερο προσεκτικός, όταν εκφράζεται δημοσίως, ώστε να μην γεννώνται παρεξηγήσεις.
Μα είναι δυνατό να ασχολούμαστε με ένα τόσο ασήμαντο θέμα στις μέρες μας, θα αναρωτηθείτε. Η απάντηση είναι, ότι πρέπει να ασχοληθούμε και με αυτό, διότι τονώνει την κάθε άλλο παρά μη δημοφιλή αντισημιτική ρητορεία στις μέρες μας. Ήδη η επίμαχη ρήση του κ. Ρουπακιώτη φιγουράρει στον ιστότοπο της Χ.Α. αλλά και σε άλλους εθνικιστικούς ιστοτόπους σε ύφος "τα λέγαμε εμείς", ενισχύοντας ζημιογόνες συμπεριφορές. Συνεπώς, η ενασχόληση με αυτή και η εντεύθεν κριτική είναι επιβεβλημένες.
Προφανώς δεν είναι στις προθέσεις του γράφοντος να βαφτίσει ρατσιστή ένα πρώην υπουργό, που πιστώθηκε με την αποτυχία του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, χωρίς να φταίει ο ίδιος. Ωστόσο, ακριβώς επειδή δεν επρόκειτο για κάποιο αμόρφωτο πολιτικάντη από αυτούς, που αφθονούν στην ελληνική ιστορία, περίμενα από το εν λόγω πρόσωπο να είναι περισσότερο προσεκτικός στα λόγια του και να μη δίνει τροφή στους εν Ελλάδι συνωμοσιολόγους.
Τρίτη 20 Αυγούστου 2013
Προφάσεις εν αμαρτίαις
Όσο, λοιπόν, και αν επικαλείται τα ήθη και έθιμα του εμπορικού χώρου ο κ. Σταυρίδης, δεν παύει να πιστώνεται με σοβαρή ανακολουθία λόγων και έργων, οι επιπτώσεις της οποίας στο Ελληνικό Δημόσιο είναι, ακόμα, άγνωστες. Επίσης, όσο αν μυρίζει κήρυγμα, πρέπει κάποια στιγμή να γίνει κατανοητό, όχι μόνο στην κοινωνία μας αλλά και στον πολιτικό κόσμο μας, ότι το κράτος και οι λειτουργοί του οφείλουν να τηρούν αποστάσεις ασφαλείας από τον επιχειρηματικό κόσμο, αν επιθυμούν πραγματικά να ασκούν τον απαιτούμενο έλεγχο νομιμότητος στον τελευταίο (και όχι μόνο σε αυτόν). Τα περί υποκρισίας απλά αποτελούν προφάσεις εν αμαρτίαις.
Τρίτη 6 Αυγούστου 2013
Οι λάτρεις του Μεταξά δεν ντρέπονται, πλέον
Φέτος ένοιωσα, ότι αυτά τα κείμενα κέρδισαν έδαφος. Ολοένα περισσότερος κόσμος θεωρεί, ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ο Μεταξάς είναι μια αδικημένη από την επίσημη, "αριστεροκρατούμενη" (έτσι την αποκαλούν και έτσι σας τη μεταφέρω) ιστορία, ένας άνθρωπος που ακολούθησε φιλεργατική πολιτική και επί των ημερών του η Ελλάδα γνώρισε σπουδαία ανάπτυξη σε κάθε τομέα. Ο ίδιος κόσμος προβαίνει, βέβαια, σε συγκρίσεις του με τους σημερινούς "προδότες" πολιτικούς, για να θυμηθούμε ένα από τα πιο γνωστά γνωμικά, που ακούστηκαν πρόπερσυ στις πλατείες, τους οποίους θεωρεί κατώτερους από τον "πατριώτη" και "έντιμο" Μεταξά.
Οι οπαδοί της συγκεκριμένης άποψης δίνουν σημαντικό βάρος στην επιλογή του Μεταξά να συμμαχήσει με τους Άγγλους, στο "ΟΧΙ" του συγκεκριμένου πολιτικού και στην προετοιμασία της χώρας, ενόψει του επικειμένου τότε πολέμου, την οποία βρίσκουν αρίστη. Παρέλκει να αναφέρουμε, ότι ο Μεταξάς ήταν απόλυτα εξαρτημένος από την Αγγλία και δεν είχε το περιθώριο να απομακρύνει την Ελλάδα από την αγγλική σφαίρα επιρροής, ως, επίσης, για τον ίδιο λόγο αδυνατούσε να δεχθεί την πρόταση του Γκράτσι. Φυσικά, χρεώνεται με την άψογη αντιμετώπιση της ιταλικής εισβολής αλλά ο πολύς κόσμος λησμονεί, ότι ο γερμανικός στρατός πέρασε χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση από τα βόρεια σύνορα της χώρας. Ούτε λόγος, φυσικά, για την απαγόρευση διενέργειας εκλογών και λειτουργίας πολιτικών κομμάτων, τους διωγμούς πολιτικών, που αρνήθηκαν να συνεργαστούν μαζί του, αλλά και χιλιάδων αντιφρονούντων, την απαγόρευση των απεργιών, τον ασφυκτικό έλεγχο της αστυνομίας, τη δημόσια καύση ανεπιθύμητων βιβλίων, στα πρότυπα της ναζιστικής Γερμανίας, και την απαγόρευση διδασκαλίας, μεταξύ άλλων, του Επιταφίου του Περικλή (για προφανείς λόγους). Οι γενικολογίες και ανιστορικές αναφορές στον υποτιθέμενο ιδρυτή του Ι.Κ.Α. και τάχαμου εμπνευστή του 8ώρου, μαζί με ολίγη από πατριωτική στάση τις παραμονές του Β' Π.Π. αρκούν, για να φιλοτεχνηθεί ένα ελκυστικό πορτραίτο ενός δικτάτορα.
Αν κάτι προκαλεί εντύπωση, αυτό δεν είναι η άγνοια της ιστορίας, η οποία αποτελεί διαχρονική πληγή της ελληνικής κοινωνίας, αλλά η τάση πολλών συμπολιτών μας να μη διστάζουν να δηλώνουν, πλέον, άφοβα δημοσίως, ότι έλκονται από προσωπικότητες, οι οποίες προβάλλονται ως χαρισματικές και ταυτόχρονα τρέφουν ελάχιστο σεβασμό για τη δημοκρατία και τα παρεπόμενά της, ήτοι το σεβασμό στα ατομικά, πολιτικά και συλλογικά δικαιώματα. Αυτές οι προσωπικότητες, σύμφωνα με τους υμνητές τους, διέθεταν σιδηρά πυγμή και, συνεπώς είχαν τη δυνατότητα να δώσουν λύσεις στα προβλήματα της χώρας. Η αξιολόγησή τους δεν γίνεται βάσει του σεβασμού, που επέδειξαν στον κοινοβουλευτισμό και τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες των πολιτών, αλλά με γνώμονα τις λύσεις, που, δήθεν, έδωσαν στα ανωτέρω προβλήματα. Πρόκειται, ουσιαστικά, για τον εξωραϊσμό της πολιτείας του αναδεικνυόμενου πολιτικού, σε πείσμα της ιστορίας και της λογικής. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, ο αναδεικνυόμενος πολιτικός ξεπλένεται από τα αμαρτήματά του με την υπερπροβολή των τυχόν θετικών στοιχείων του και την αποσιώπηση ή υποβάθμιση των ατοπημάτων του, υπερτονίζεται η κρισιμότητα της στιγμής, που τον ώθησε να λάβει ακραία μέτρα, και επισημαίνεται η αξία των μέτρων αυτών για την αντιμετώπιση μελλοντικών καταστάσεων, στις οποίες εναπλάκη η χώρα. Συχνότατα, επιχειρείται η σύγκριση του πολιτικού αυτού με τους σημερινούς πολιτικούς, όπου η επίκληση της θετικής του συνεισφοράς, συνήθως μη ανταποκρινόμενης στην πραγματικότητα, και η ταυτόχρονη απόκρυψη των μελανών σελίδων της πολιτείας του αποσκοπεί στην ανάδειξη του συγκεκριμένου πολιτικού ως υπέρτερου των σημερινών.
Για πολλά χρόνια, οι περισσότεροι πιστεύαμε, ότι η ελληνική κοινωνία είχε ξεπεράσει τις πολιτικές αναταράξεις, που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα, και είχε ασπαστεί, πλέον, την άποψη, ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία, μ' όλες τις κακοποιήσεις της από τα κόμματα εξουσίας, αποτελεί το καλύτερο και ιδανικότερο πολίτευμα. Αρκούσε μια γενικευμένη κρίση, για να αποδειχθεί, πόσο καλά είχε κρυφτεί πίσω από την επίπλαστη ευημερία της εποχής της παντοδυναμίας του δικομματισμού η αλλεργία σε καθετί, που θυμίζει δημοκρατία, και η λατρεία για πολιτικούς με ελάχιστες ή και ανύπαρκτες ανοχές προς αυτή. Τέλος, αρκούσε η ίδια κρίση, για να εγκαταλείψουν χιλιάδες συμπολίτες μας κάθε ντροπή όχι μόνο για τις πολιτικές τους προτιμήσεις αλλά και για τα πραγματικά πολιτικά ινδάλματά τους. Η αποδοχή των υμνητικών για το Μεταξά κειμένων από ολοένα περισσότερο κόσμο το αποδεικνύει με το παραπάνω.
Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013
Αυτή γουστάρουν, αυτή εμπιστεύονται
Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013
Ο δυσάρεστος πλην απαραίτητος ρόλος της δημοσιογραφίας
Στη χώρα μας αποτελεί παγία πρακτική να αποφεύγουν οι πολιτικοί να εκτίθενται στον τύπο. Συνήθως, επιλέγουν τα πρόσωπα εκείνα, στα οποία θα παραχωρήσουν συνέντευξη. Πολύ πριν αναλάβει ο κ. Τσίπρας την προεδρία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ο μακαρίτης Μιλτιάδης Έβερτ δήλωνε, τις παραμονές των βουλευτικών εκλογών του 1996, ότι δεν επιθυμούσε να μιλήσει σε αντιπολιτευόμενες εφημερίδες, ενώ ο νυν πρωθυπουργός αποφεύγει επιμελώς τις συνεντεύξεις σε αντιπολιτευόμενα μέσα. Δεν σπανίζουν, βέβαια, τα αυστηρά και ενίοτε χολερικά άρθρα για τους πολιτικούς μας αλλά αυτά, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αποτελούν προϊόν πληροφοριών και προσωπικών εκτιμήσεων του εκάστοτε δημοσιογράφου.
Δυστυχώς, οι περισσότεροι πολιτικοί μας αποφεύγουν να αποδεχθούν κάτι στοιχειώδες σε κάθε πολιτισμένη χώρα, ήτοι ότι ρόλος ενός δημοσιογράφου είναι να γίνεται δυσάρεστος σε κάθε συνεντευξιαζόμενο. Να του κάνει ζόρικες ερωτήσεις! Να του δείχνει, ότι δεν τον φοβάται. Να μην αφήνει κανένα εκπρόσωπο κάθε είδους εξουσίας σε χλωρό κλαρί! Να μην του χαρίζεται! Σκοπός του τύπου είναι να ελέγχει τα πάντα και, πρώτα απ' όλους, τους ίδιους τους πολιτικούς. Και τέτοιου είδους έλεγχος δεν επιτυγχάνεται με χαριεντισμούς και ανώδυνες ερωτήσεις.
Τί έγινε εν προκειμένω; Την αποχώρηση του κ. Μάρτενς ακολούθησε ένα άρθρο της "ΑΥΓΗΣ", σύμφωνα με το οποίο "αν οι Γερμανοί δημοσιογράφοι έχουν μάθει να φέρονται έτσι στους ψοφοδεείς μνημονιακούς που μας κυβερνούν, πρέπει να μάθουν ότι αυτά στον ΣΥΡΙΖΑ δεν περνάνε." Πέρα από το απαράδεκτο και ρατσιστικό τσουβάλιασμα όλων των Γερμανών δημοσιογράφων στην ίδια κατηγορία και το επιεικώς απαράδεκτο ύφος, γίνεται μια αναφορά σε μια δήλωση του κ. Μάρτενς πέρσυ τον Ιούνιο αναφορικά με τον κ. Τσίπρα, προκειμένου να καταδειχθεί, πόσο δίκιο είχε ο πρόεδρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που έδιωξε το συγκεκριμένο δημοσιογράφο. Μια στιγμή, όμως! Υποτίθεται, ότι το επιτελείο του κ. Τσίπρα είχε ελέγξει τον κ. Μάρτενς και τον είχε βρει κατάλληλο, για να του πάρει συνέντευξη. Συνεπώς, αποκλείεται να μην εγνώριζε την επίμαχη δήλωση.
Προσωπική μου εκτίμηση; Δεν αποκλείεται ο κ. Τσίπρας να μη θυμόταν, ότι είχε κάνει την επίμαχη δήλωση περί υποστολής της ελληνικής σημαίας από ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ. και παράδοσής της στην κα. Μέρκελ Αυτό είναι απολύτως ανθρώπινο. Αλλά το χειρίστηκε με φρικτό τρόπο και αυτός και οι συνεργάτες του. Αρχικά αποχώρησε από τη συνέντευξη και, στη συνέχεια, το επιτελείο του ανέλαβε όχι μόνο να αναζητήσει τον "πληροφοριοδότη" (στην εποχή του Διαδικτύου, για να μην ξεχνιόμαστε) αλλά και να καλύψει τον κ. Τσίπρα με το παραπάνω, ιταμού ύφους, άρθρο. Στην πραγματικότητα, όμως, τον εξέθεσε. Η δήλωση του κ. Μάρτενς, που αναφέρεται στην "ΑΥΓΗ", είχε διατυπωθεί καιρό πριν από την επίμαχη συνέντευξη. Επομένως, ήταν αδύνατο να μην υπέπεσε στην αντίληψη των συνεργατών του προέδρου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όταν έλεγξαν το παρελθόν του συγκεκριμένου δημοσιογράφου. Και μπορεί αυτό το ατόπημα να μην κοστίσει ιδιαίτερα στη χώρα μας αλλά στο εξωτερικό, όπου η FAZ αντιμετωπίζεται με σεβασμό, η εικόνα, που άφησε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μόνο θετική δεν ήταν.
Κάθε πολιτικός, είτε βρίσκεται στην εξουσία είτε είναι υποψήφιος νομέας αυτής, οφείλει να σέβεται το ρόλο του τύπου και να αποφεύγει, ο ίδιος ή οι συνεργάτες του τυχόν υπαιγινμούς για τους σκοπούς ή την καταγωγή του δημοσιογράφου, στον οποίο ο πολιτικός αυτός παραχώρησε συνέντευξη. Στην εγχώρια πολιτική ζωή, όμως, τέτοιες αρχές αποτελούν περιττά στολίδια στο δρόμο είτε για την κατάκτηση της εξουσίας είτε για τη διατήρησή της.
Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013
Η βολική μεταφορά της ευθύνης
Τρίτη 22 Μαΐου 2012
Μια από τα ίδια και ο ελληνικός φιλελευθερισμός;
Σάββατο 21 Απριλίου 2012
Τα γνωρίσματα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος
Κυριακή 8 Απριλίου 2012
Στη χώρα της αποθέωσης του παρελθόντος
Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012
Τί άλλο περιμένατε από το ΚΚΕ;
Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012
Τί σημαίνει πατριωτισμός;
Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011
Η απώλεια ενός ευπατρίδη
Για το Λεωνίδα Κύρκο έχουν ακουστεί πολλά αντικρουόμενα λόγια. Για κάποιους υπήρξε ένας από τους Νέστορες της μεταπολιτευτικής πολιτικής ζωής, ένας πολιτικός με μακροχρόνιους αγώνες για την Αριστερά και την ελευθερία σε μια εποχή, που και οι δύο έννοιες αποτελούσαν το κόκκινο πανί για την καθεστώσα τάξη, με ανοικτούς ορίζοντες και έτοιμος να επισημάνει τις δυσκαμψίες της παράταξής του και να συγκρουστεί με ό,τι έκρινε, ότι την έβλαπτε. Για τους επικριτές του ήταν ένας κακός παίκτης φυσαρμόνικας και σίγουρα ένας κάκιστος πολιτικός, επί των ημερών του οποίου το ΚΚΕ εσωτερικού έμεινε εκτός Βουλής και απέτυχε να διαχειριστεί προς όφελος της Ανανεωτικής Αριστεράς τον όγκο των φίλων της, που απαλλαγμένοι από τις έως τη Μεταπολίτευση διώξεις είχαν από το 1974 και μετά τη δυνατότητα να την υποστηρίξουν ανοικτά και χωρίς το φόβο του χωροφύλακα.
Στην πραγματικότητα, ο Λεωνίδας Κύρκος υπήρξε ένας πολιτικός με τις αρετές και τα λάθη του, όπως και κάθε πολιτικός, που πέρασε από την πολιτική ζωή του τόπου μας. Υπήρξε ένας από τους πρώτους αριστερούς, που διέγνωσε την ανάγκη να απαλλαγεί η Αριστερά από τα κομμουνιστικά βαρίδια, τα οποία την εμπόδιζαν να αντιμετωπίσει με λιγότερη προκατάληψη τις εξελίξεις ανά τον κόσμο. Ήταν ένας από τους στυλοβάτες της ελληνικής Αριστεράς σε μια εποχή, που η ένταξη κάποιου στο συγκεκριμένο πολιτικό χώρο συνεπαγόταν διωγμούς και ταλαιπωρίες, τα οποία και βίωσε ο Λεωνίδας Κύρκος. Μεταπολιτευτικά προσπάθησε να προσελκύσει τους συμπαθούντες την Αριστερά στο Κ.Κ.Ε. εσωτερικού. Απέτυχε παταγωδώς για τρεις λόγους :
.- Η ιδιοσυγκρασία του δεν του επέτρεψε να κάνει δημαγωγία, προκειμένου να κερδισει ψήφους. Ανέκαθεν προτιμούσε τη σύνεση από τα εμπρηστικά λόγια και απέφευγε τις προκλητικές δηλώσεις αλλά και την αλαζονεία, που διακρίνει σήμερα ένα κομμάτι της λεγόμενης Ανανεωτικής Αριστεράς.
.- Έπεσε πάνω στο φαινόμενο του ΠΑ.ΣΟ.Κ., το οποίο καθοδηγούμενο από τον Ανδρέα Παπανδρέου έτρεχε με σπασμένα φρένα προς την εξουσία. Το σύνθημα του Ανδρέα Παπανδρέου "καμμία ψήφος στη Δεξιά" έστρεψε τότε πολλούς φίλα προσκείμενους στην Αριστερά ψηφοφόρους στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., ίσως επειδή αυτό παρείχε περισσότερα εχέγγυα, για την κατάληψη της .
.- Το Κ.Κ.Ε. εσωτερικού υπήρξε ένα κόμμα, του οποίου τα στελέχη φημίζονταν για την καλλιέργειά τους αλλά και το ήθος τους, ό,τι πρέπει, δηλαδή, για να γίνουν αντιπαθείς από το σύνολο ενός λαού, που ποτέ δεν είχε αγαστές σχέσεις με τη μόρφωση. Ένα κόμμα τέτοιου τύπου, το οποίο δεν υποσχόταν διορισμούς και ρουσφέτια, δεν έταζε λαγούς με πετραχήλια και δεν χάιδευε τα αυτιά κανενός ακραίου, ήταν καταδικασμένο σε αποτυχία.
Προς το τέλος της ζωής του, ο Λεωνίδας Κύρκος έκανε κάτι το ασυνήθιστο για Έλληνα αριστερό. Μέσα από το βιβλίο του με τίτλο "ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΥΡΚΟΣ : ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ", ο εν λόγω πολιτικός αναγνώρισε λάθη στις επιλογές του και προέβη σε μια εν γένει αυτοκριτική. Στις πρώτες κιόλας μέρες κυκλοφορίας του εν λόγω βιβλίου οι βολές από τους πρώην συντρόφους του έπεφταν με ρυθμούς οπλοπολυβόλου. Και εκεί έγκειται ίσως η αξία του βιβλίου αυτού, ότι απέδειξε την απουσία γνήσιας αυτοκριτικής από ένα ένδοξο κομμάτι του ελληνικού πολιτικού κόσμου.
Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, ο Λεωνίδας Κύρκος δεν υπήρξε επιτυχημένος πολιτικός. Ούτε υπήρξε αναμάρτητος. Αλλά η αναζήτηση αναμάρτητων πολιτικών με θητεία στα κοινοβούλια όλου του κόσμου είναι το ίδιο μάταιη με την αναζήτηση οξυγόνου στο φεγγάρι. Στο σκληρό κόσμο της πολιτικής κάθε πρόσωπο πιστώνεται με κάποιες εσφαλμένες επιλογές. Ο Λεωνίδας Κύρκος, όμως, υπήρξε ένας πολιτικός, ο οποίος απέφυγε τα σοβαρά λάθη και τόλμησε να κάνει μια δημόσια αυτοκριτική, αναγνωρίζοντας τα οποία σφάλματά του, χωρίς να λησμονούμε ήθος του, το οποίο δεν του επέτρεψε να υιοθετήσει τακτικές ευκολίας, καταστάσεις, που μόνο αυτονόητες δεν λογίζονται στη χώρα μας. Και αυτά υπεραρκούν για να του χαρίσουν τον τίτλο του ευπατρίδη.
Τρίτη 23 Αυγούστου 2011
Η μαγική δύναμη της ελευθερίας της επιλογής
Την ώρα, που γράφω αυτές τις γραμμές, δεν αποκλείεται να έχει ανακοινωθεί, ότι ο επί σαράντα και βάλε χρόνια ηγέτης της Λιβύης, κ. Μουαμάρ Καντάφι, συνελήφθη ή έπεσε νεκρός από τα πυρά αντιφρονούντων ή διέφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Δεν αποκλείω, επίσης, το ενδεχόμενο ο ανωτέρω να ανέκαμψε πλήρως και να πήρε φαλάγγι τους αντιρρησίες του, ανακαταλαμβάνοντας ενδεχομένως την Τρίπολη. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις 100%, τι συμβαίνει τόσο μακρυά από το σπίτι σου και η εμπειρία της μετάδοσης της εισβολής του Ιράκ στο Κουβέιτ το απέδειξε πικρά. Πάντως, δύσκολα αμφισβητείται, ότι ο Λίβυος ηγέτης περνάει πολύ δύσκολες στιγμές.
Για τη φύση του πολιτεύματος της Λιβύης τα τελευταία 43 χρόνια δεν υπάρχουν πολλές αμφιβολίες, άλλωστε δε νοείται ένα πρόσωπο να παραμένει στην εξουσία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και χωρίς να προκηρύσσονται ελεύθερες εκλογές, μόνο επειδή το αγαπάει ο λαός του. Η ιστορία έχει παρόμοια παραδείγματα "αυθόρμητης" λαϊκής αγάπης από τη σταλινική Ε.Σ.Σ.Δ. και άλλες περιπτώσεις. Φυσικά, υπάρχει και κόσμος, που θαυμάζει ηγέτες αυτού του είδους, αλλά ο εγκωμιασμός ενός ξένου πολιτεύματος δεν έχει ποινικές συνέπειες.
Εδώ και λίγους μήνες, από τότε, δηλαδή, που ξέσπασε η εξέγερση κατά του καθεστώτος Καντάφι, έχει ανοίξει μια κουβέντα στην Ελλάδα σχετικά με τα κίνητρα των εξεγερμένων. Υπάρχει μια σημαντική μερίδα, που θεωρεί, ότι η εξέγερση είναι υποκινούμενη από τις μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες δήθεν κόπτονται για τα δικαιώματα του λιβυκού λαού ενώ, στην πραγματικότητα, έχουν βάλει στο μάτι τα λιβυκά πετρέλαια. Η ίδια μερίδα υποστηρίζει, ότι τα χρήματα από την πώληση και εν γένει εκμετάλλευση του πετρελαίου πηγαίνουν απευθείας στο λιβυκό λαό, ο οποίος απολαμβάνει πολλές κρατικές υπηρεσίες, τις οποίες εμείς στην Ελλάδα ούτε που τις φανταζόμαστε και ο λιβυκός λαός έχει ένα από τα υψηλότερα βιοτικά επίπεδα παναφρικανικά. Μέρος της μερίδας αυτής διατείνεται, επίσης, ότι ο λιβυκός λαός λατρεύει τον κ. Καντάφι.
Όλα αυτά τα επιχειρήματα είναι σεβαστά αλλά δύσκολα αντέχουν σε αντίλογο. Κατ' αρχάς, από τη στιγμή που ο πανέξυπνος Λίβυος δικτάτορας αντελήφθη, ότι θα έχει το τέλος άλλων ομοστάβλων του, αν εξακολουθήσει να παριστάνει το νταή, αποφάσισε να κάνει σημαντικά ανοίγματα προς τη Δύση. Έτσι, δεκάδες πετρελαιικές εταιρείες εγκαταστάθηκαν στη Λιβύη και άρχισαν να συνεκμεταλλεύονται τα τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου, αποκομίζοντας τεράστια οφέλη. Δεν είχαν, λοιπόν, κανένα συμφέρον, ώστε να ρίξουν τον άνθρωπο, που τους προσεκάλεσε, αφού μια ενδεχόμενη αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό ίσως συνεπαγόταν την απομάκρυνσή τους από τη χώρα αυτή. Όσο για το επίπεδο διαβίωσης στη Λιβύη, αυτό πρέπει να συγκριθεί με αυτό του λεγόμενου ανεπτυγμένου κόσμου και όχι με το χαμηλότατο επίπεδο αφρικανικών χωρών χωρίς τον ορυκτό πλούτο της χώρας αυτής. Για την αγάπη του λιβυκού λαού τα είπαμε και παραπάνω, μην επαναλαμβανόμαστε.
Χωρίς να είναι απόλυτα συγκρίσιμα μεγέθη, η Λιβύη και οι χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ έχουν πολλά κοινά στοιχεία. Κατ' αρχάς, κυβερνήθηκαν για δεκαετίες από απολυταρχικά καθεστώτα, τα οποία δεν δίστασαν να εξοντώσουν όσους δεν τους ήταν αρεστοί και, στη συνέχεια, οι ίδιες κυβερνήσεις εθνικοποίησαν τον πλούτο των χωρών αυτών, ώστε να τον εκμεταλλεύονται για δικό τους και μόνο όφελος. Σε όλες αυτές τις χώρες είχε απαπτυχθεί ένα σύστημα παροχών, όπου οι υπήκοοι έβρισκαν δωρεάν νοσηλεία και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Στο θέμα των βασικών αγαθών υπήρχε, βέβαια, ένα ζήτημα - στη Λιβύη ήταν σαφώς καλύτερα τα πράγματα από αυτή την άποψη - αλλά ο κόσμος την έβγαζε έστω και με λίγα, αφού βοηθούσε και η τάση των κυβερνώντων να παραποιούν την αλήθεια σχετικά με ό,τι συνέβαινε στο εξωτερικό. Μην ξεχνάτε, ότι μιλάμε για εποχές, που το Διαδίκτυο ήταν ακόμα σε πειραματικό στάδιο και η εικόνα από το εξωτερικό έφτανε αλλοιωμένη και πάντως όχι ικανή να αποδείξει τη χαώδη διαφορά στο βιοτικό επίπεδο των δύο κόσμων.
Γνωρίζω, ότι σε αρκετό κόσμο τα παραπάνω οφέλη ίσως φαντάζουν ελκυστικά, αν λάβει κανείς υπόψη του τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση της αγοραστικής μας δύναμης και τις πενιχρές κρατικές παροχές. Ωστόσο, αυτό, που μας διαφοροποιεί με του Λίβυους και τους κατοίκους των χωρών του τέως υπαρκτού σοσιαλισμού και μας φέρνει σε καλύτερη μοίρα, είναι η δυνατότητά μας να επιλέγουμε ελεύθερα σε κάθε επίπεδο, είτε πρόκειται για τους πολιτικούς, που θα μας κυβερνήσουν, είτε πρόκειται για τον τρόπο έκφρασής μας απέναντι στην εξουσία ή ακόμα και για καταναλωτικά αγαθά. Μπορεί από πλευρά βιοτικού επιπέδου ο μέσος Λίβυος να απολαμβάνει παροχές άγνωστες για ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη μας αλλά το αντίτιμο ήταν ιδιαίτερα επαχθές και περιελάμβανε την υποχρέωσή του να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του ιδίου προσώπου και της κλίκας του για 4 δεκαετίες. Το ίδιο συνέβαινε και στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Μια σκληρή ηγεσία ζητούσε υποταγή από τους υπηκόους της, παρέχοντάς τους μια στοιχειώδη διαβίωση. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους των πρώην σοσιαλιστικών χωρών απώλεσαν τα οφέλη αυτά, όταν κατέρρευσε το πολιτικό σύστημα, που τα συντηρούσε, αλλά ακόμα και σήμερα κανένας τους δεν θέλει να επιστρέψει σε εκείνη την εποχή, αφού εξασφάλισε την ελευθερία να επιλέγει αυτό, που ο ίδιος επιθυμεί για τον εαυτό του σε κάθε επίπεδο. Κάτι παρόμοιο συνέβη και στη Λιβύη. Όσες παροχές και αν εξασφάλισε ο κ. Καντάφι στους υπηκόους του, η απουσία πολιτικών ελευθεριών σε ένα κόσμο, ένα σημαντικό τμήμα του οποίου προοδεύει χάρη στις πολιτικές ελευθερίες, ήταν δυσβάστακτη για ένα λαό, ο οποίος απλά δεν άντεξε το σκληρό κόστος της διαβίωσης, που του επέβαλε να σιωπά σε ό,τι διέτασσε ο δικτάτοράς του. Στην εποχή του Διαδικτύου όλα γίνονται γνωστά και πολύς κόσμος στη Λιβύη μπόρεσε να συγκρίνει την κατάσταση στη χώρα του με τα τεκταινόμενα στις ανεπτυγμένες χώρες και να συμπεράνει, ότι δεν του αρκούσαν οι παροχές και το ικανοποιητικό επίπεδο ζωής αλλά ήθελε και πολιτικές ελευθερίες και, κυρίως, το δικαίωμα να ζει σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, όπου θα δύναται να διαλέξει, ποιος θα τον κυβερνήσει.
Ναι, ξέρω, ότι πολλοί αμφισβητούν το πραγματικό μέγεθος αυτού, που αποκαλούμε ελευθερία επιλογής. Ακόμα και έτσι, όμως, είναι πολύ προτιμότερο από την απόλυτη απουσία της. Και έτσι σκέφτηκαν, μεταξύ άλλων, και οι εξεγερμένοι της Λιβύης και αποφάσισαν, ότι δεν θέλουν άλλο Καντάφι. Απλά τα πράγματα!
Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011
Η ρητορεία της ευκολίας
Η γνωστή ηθοποιός κα. Νένα Μεντή δήλωσε σε συνέντευξή της στην "Ε", ότι αυτό, που ζούμε, είναι η χειρότερη χούντα. Και προσθέτει, ότι η ίδια την άλλη (χούντα) την έζησε πολύ καλά. Δικαίωμά της είναι να πιστεύει ό,τι αυτή επιθυμεί, όπως δικαίωμα του καθενός είναι να ονειρεύεται, ότι ζει στο στυγνότερο καθεστώς της υφηλίου, ότι επί χούντας ο κόσμος περνούσε καλύτερα κ.λπ. Αφ' ης στιγμής στην Ελλάδα η σκέψη αλλά και η έκφραση είναι ελεύθερη, τότε ο καθένας νομιμοποιείται να τα μεταχειρίζεται, όπως αυτός επιθυμεί.
Ωστόσο, το παράδοξο δεν είναι η άποψη της κας. Μεντή καθαυτή όπως και οι απόψεις προσώπων, που θεωρούνταν αρκούντως καταρτισμένα και μορφωμένα, ώστε να πιστεύουμε, ότι ουδέποτε θα ακούγαμε από το στόμα τους συγκρίσεις του σημερινού πολιτεύματός μας με αυτό, που κυβερνούσε τη χώρα την επταετία 1967-1974. Το αξιοσημείωτο στην περίπτωση αυτή είναι η ευκολία, με την οποία προσχωρούν αρκετοί διανοούμενοι και γενικά μορφωμένοι συμπολίτες μας σε ακραίες απόψεις, προκειμένου να εξωτερικεύσουν την οργή τους για τα τεκταινόμενα των τελευταίων μηνών στην Ελλάδα. Αρκετοί εξ αυτών βρίσκονταν σε ηλικία, όταν ξέσπασε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, που τους επέτρεπε να αντιληφθούν, τι είδους πολίτευμα είχε τότε η χώρα μας και τι υφίσταντο όσοι το αμφισβητούσαν ή απλά δεν ταίριαζαν με τα χνότα των πραξικοπηματιών. Κάποιοι, μάλιστα, εξ αυτών έχουν προσωπική εμπειρία από τη συμπεριφορά των εκπροσώπων της χούντας αυτής, ώστε να είναι σε θέση σήμερα να κάνουν τις απαραίτητες συγκρίσεις. Παρ' ολ' αυτά, διατείνονται, ότι έχουμε χούντα. Η ελεύθερα εκφραζόμενη αντίθεσή τους στην παρούσα κυβέρνηση, συχνά με ακραίους χαρακτηρισμούς, δεν έχει καμμία σημασία γι' αυτούς ούτε, επίσης, το εκλογικό τους δικαίωμα, η σωστή άσκηση του οποίου και εκ μέρους τους θα είχε συμβάλει εδώ και χρόνια, ώστε να αποφευχθεί ή έστω μετριαστεί η γενική κρίση. Η λογική έχει παραδώσει τη σκυτάλη στο θυμικό και αυτό κάνει κουμάντο στο νου πολλών συμπολιτών μας.
Προσωπικά περίμενα από κάποιους ανθρώπους, που άνοιξαν στη ζωή τους πέντε βιβλία παραπάνω από το μέσο Έλληνα και, κυρίως, βίωσαν την πραγματική χούντα στο πετσί τους, να καταδείξουν πόσο απείχε το πολίτευμα, που τυράννησε τη χώρα μας για επτά χρόνια (αλλά και άλλες φορές προπολεμικά), από αυτό, που ζούμε. Φαίνεται, όμως, ότι σε περιόδους γενικευμένης κρίσης η ρητορεία της ευκολίας κερδίζει οπαδούς ακόμα και από το στρατόπεδο όσων θεωρούνταν μορφωμένοι και, κυρίως, προσεκτικοί στις κρίσεις τους.
Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011
Η δικαίωση του Χαρίλαου Φλωράκη
Προσφάτως η βουλευτής του, κα. Λιάνα Κανέλλη, δέχθηκε επίθεση με γιαούρτια από αγανακτισμένους. Προσοχή, δεν της επιτέθηκαν πρόσωπα, που πάσχουν από την παραδοσιακή αλλεργία προς καθετί, που θυμίζει Αριστερά στην Ελλάδα, αλλά αγανακτισμένοι πολίτες. Τί και αν η κα. Κανέλλη δεν ανήκει στο κυβερνόν κόμμα; Τί και αν έχει κατακεραυνώσει επανειλημμένως την κυβερνητική πολιτική; Ως βουλευτής και πολιτικός δέχθηκε τις «περιποιήσεις» των αγανακτισμένων συμπολιτών μας, οι οποίοι έχουν βρει απάγκιο στη βία. Και μη βιαστείτε να δικαιώσετε τους αγανακτισμένους, που επιτέθηκαν σε μια ιδιοκτήτρια ενός περιοδικού, για τη διαχείριση εκ μέρους της του οποίου έχουν ακουστεί πλείστα όσα αρνητικά σχόλια. Οποιοσδήποτε βουλευτής αυτού του κόμματος και αν ήταν, θα δεχόταν την ίδια επίθεση, αφ' ης στιγμής βρέθηκε στο διάβα των αγανακτισμένων.
Το περιστατικό αυτό αποδεικνύει μια δυσάρεστη παρανυχίδα του κινήματος των αγανακτισμένων πολιτών. Οι πολιτικοί παύουν να κρίνονται ως μονάδες και γίνονται ένα αντιπαθητικό σύνολο, εναντίον του οποίου ξεσπούν αλύπητα οι οργισμένοι πολίτες. Δεν γίνεται ένας διαχωρισμός σε πολιτικούς, που προσέφεραν – υπάρχουν και τέτοιοι, για όποιον επιθυμεί να ψάξει μακρυά από συναισθηματισμούς – και πολιτικούς, που έβλαψαν τον τόπο. Όλοι είναι ίδιοι, για να θυμηθούμε την ανόητη αυτή γενίκευση, όλοι έχουν βλάψει τον τόπο – η γενίκευση καλά κρατεί – και όλοι αξίζουν το χειρότερο.
Μόνο που μέσα από αυτή τη γενίκευση διαμορφώνεται μια αντίληψη εντελώς φασιστική. Εξαλείφεται η κριτική σκέψη και προάγεται η γενίκευση και η κατηγοριοποίηση των ανθρώπων σε βλαβερούς και ωφέλιμους με βάση την ιδιότητά τους και όχι τις ικανότητές τους. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, δεν εξετάζεται η προσφορά ή η αντίσταση ενός πολιτικού ή ενός κόμματος. Όλοι οι πολιτικοί περνούν από το μικροσκόπιο του αγανακτισμένου όχλου και όλοι βγαίνουν ελαττωματικοί με την ίδια ευκολία, που οι ναζιστές μια εποχή κατέτασσαν στους υπανθρώπους του Εβραίους με μόνο γνώμονα την καταγωγή τους. Για τους αγανακτισμένους δεν έχει καμμία σημασία, αν το ΚΚΕ (ή ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) αντιστάθηκε και αντιστέκεται σε επαχθή μέτρα και αντιλαϊκές πολιτικές. Εφόσον βρίσκεται στο «μπ…» τη Βουλή και απολαμβάνει και αυτό και οι βουλευτές του τα οφέλη, που προβλέπει ο νόμος, αυτό αποτελεί υπεραρκετό λόγο, ώστε να μπει στο στόχαστρο των θολωμένων μυαλών, που στα πρόσωπα των πολιτικών βλέπουν ένα στόχο προς εξόντωση. Δεν έχει καμμία σημασία, που το Ελληνικό Δημόσιο, μέρος του οποίου είναι και πάρα πολλοί εκ των αγανακτισμένων, κοστίζει πολλά περισσότερα χρήματα απ’ όσα όλοι οι βουλευτές και οι υπάλληλοι της Βουλής. Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα οπλίζει το χέρι κάθε τραμπούκου και νομιμοποιεί τις επιθέσεις του κατά των πολιτικών ανεξαρτήτως της ιδεολογικής τους κατεύθυνσης.
Από την πρακτική αυτή δικαιώνεται και ο μακαρίτης ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο οποίος έλεγε με το απαράμιλλο ύφος του «όταν κατουράς στη θάλασσα, τα βρίσκεις στο αλάτι». Με άλλα λόγια, η ελληνική Αριστερά, παραδοσιακή και ανανεωτική, λούζεται αυτή τη στιγμή τη βία, στην οποία προέτρεπε κάποτε τα μέλη της και αργότερα αρνούνταν – και αρνείται – να καταδικάσει. Η στιγμή, που η βία θα στρεφόταν και εναντίον της, ήλθε και, μάλιστα, σε μια κρίσιμη εποχή, όπου η ιδεολογία των πολιτικών δεν διαφοροποιεί τη συμπεριφορά των αγανακτισμένων απέναντί τους. Εννοείται, βέβαια, ότι δεν δικαιολογώ αυτή τη μορφή βίας και κατακρίνω κάθε μορφή της ανεξάρτητα από το φορέα ή το θύμα της. Αλλά δεν παραβλέπω, ότι η ελληνική Αριστερά έπεσε θύμα των προτροπών και των υπεκφυγών της.
Νομίζω, ότι ήλθε η ώρα, ώστε το σύνολο του πολιτικού κόσμου να καταδικάσει το φαινόμενο της βίας, ειδικά σε μια εποχή, όπου οι συνθήκες ευνοούν το ξέσπασμά της. Αρκεί να αντιληφθεί, ότι δεν έχει, πλέον, την πολυτέλεια να επικαλείται πρακτικές, οι οποίες ήδη έχουν αρχίσει να στρέφονται εναντίον του.
Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011
Όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν...
Όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν, τραγουδούσε προ 20ετίας, περίπου, ο πρόσφατα χαμένος Νίκος Παπαζογλου. Οι περισσότεροι Έλληνες έχουν λίγο πολύ τραγουδήσει αυτούς τους στίχους άλλοι γοητευμένοι από τη μελωδία του Παπάζογλου και άλλοι υποψιασμένοι, ότι οι στίχοι αυτοί κρύβουν βαθύτερα νοήματα για όσους αντιλαμβάνονται τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα.
Δεν ανακαλύπτει κανείς την Αμερική, αν οδηγηθεί στο συμπέρασμα, ότι ζούμε σε μια χώρα, όπου όλοι φωνάζουν, ότι πρέπει να αλλάξουν τα πάντα αλλά, στην πραγματικότητα, κανένας δεν θέλει να αλλάξει τίποτα. Όσοι κάτοικοι αυτής της χώρας διαθέτουν μια στοιχειώδη νοημοσύνη, γνωρίζουν τη δεινή κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει η οικονομία της Ελλάδος. Με το Ελληνικό Δημόσιο να κοστίζει κάτι δισεκατομμύρια ευρώ (όχι δραχμές, να εξηγούμαστε) περισσότερα απ' όσα αποδίδει, με υπηρεσίες, στις οποίες στοιβάζονται (και πληρώνονται) τριπλάσιοι και βάλε υπάλληλοι απ' όσους αυτές έχουν πραγματικά ανάγκη, με τους ασφαλιστικούς φορείς να απειλούνται με κατάρρυεση συνεπεία της απουσίας ελεγκτικού μηχανισμού, που θα ελέγχει τους εργοδότες για την καταβολή των οφειλομένων εισφορών τους, με φορολογικούς μηχανισμούς ανίκανους να πατάξουν τη φοροδιαφυγή αλλά και την παραοικονομία και με την κούρσα των εξοπλισμών να προσθέτει και αυτή την πινελιά της στον καμβά της οικονομικής δυσπραγίας της χώρας, οι διαθέτοντες αντίληψη εύκολα αντιλαμβάνονται, ότι το σλόγκαν "ζούμε στην ωραιότερη χώρα του κόσμου" προσφέρεται μόνο για τουριστική κατανάλωση - και όχι πάντα - αλλά ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Αυτή η αντίληψη, όμως, συνοδεύεται και από ένα ατομισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο καθένας από εμάς είναι ανεύθυνος και πρέπει να πληρώσουν για τη ζημία εκείνοι, που φταίνε. Και εδώ αρχίζει η διελκυστίνδα του παραλόγου, όπου όλοι κατηγορούν όλους εκτός από τον ίδιο τους τον εαυτό. Η πλειονότητα των δημοσίων υπαλλήλων κατηγορεί το κράτος, ότι τους έχει κατακλέψει, παραβλέποντας τον τρόπο, με τον οποίο οι περισσότεροι εξ αυτών διορίστηκαν στο Δημόσιο καθώς και το κόστος τους σε σχέση με αυτά, που παράγουν (ΟΚ, υπάρχουν εξαιρέσεις αλλά είναι λίγες). Ένα μεγάλο μέρος των συγκεντρωμένων στις πλατείες ωρύεται για την κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει η χώρα αλλά ελάχιστοι εξ αυτών προέβησαν σε μια κάποια αυτοκριτική, ώστε να διαπιστώσουν, μήπως, τυχόν, οι ίδιοι ανέδειξαν αυτό το σπάταλο και διεφθαρμένο κράτος. Ένα σημαντικό κομμάτι του ελληνικού λαού αποτίει φόρο τιμής στους κ.κ. Θεοδωράκη. Λαζόπουλο, Κραουνάκη, Μπέη, Κασιμάτη και άλλους προπαγανδιστές της θεωρίας περί ανευθύνου λαού παραβλέποντας πόσο στενά συνδεδεμένοι με το κράτος υπήρξαν οι κύριοι αυτοί και πόσο ωφελήθηκαν από αυτό στο . Όλοι τους συμφωνούν, ότι το κράτος φταίει για όλα. Και όλοι τους κάνουν την πάπια, όταν τίθεται το κρίσιμο ερώτημα, ποιος ανέδειξε αυτό το κράτος.
Αυτή η αυτοπεποίθηση, ότι ο λαός δεν ήξερε τίποτα και άλλοι, οι εξής πολιτικοί, τον παρέσυραν έχει ως αποτέλεσμα την απουσία πάσης αυτοκριτικής ικανής να θέσει τις βάσεις για μια αλλαγή νοοτροπίας των πολλών. Αυτό φαίνεται και στην πρόσφατη απόφαση των αγανακτισμένων να υποστηρίξουν τη χρηματοδοτούμενη αδρά, προκλητικά και καταχρηστικά από το κράτος ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, η οποία με τις επαναλαμβανόμενες διακοπές ρεύματος πληγώνει την ήδη τρωθείσα οικονομία της χώρας και αποδεικνύει, ότι γι' αυτή νόμος είναι το δίκιο του (κάκιστου) συνδικαλιστή. Φαίνεται, επίσης, από την απουσία πάσης αναφοράς στην πάταξη του κομματισμού, της αναξιοκρατίας και του νεποτισμού, αν διαβάσει κανείς τις διακηρύξεις των αγανακτισμένων. Αποκαλύπτεται από την άρνησή τους για μείωση των δαπανών του δημοσίου. Προκύπτει από την απόφασή τους να χειροκροτήσουν τους ιερείς, που υποδύονται τους αγανακτισμένους, αγνοώντας ότι οι ίδιοι ιερείς αρνούνται κατηγορηματικά τη φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, δύο κινήσεις, οι οποίες θα τόνωναν αναμφίβολα το δημόσιο ταμείο. Αποδεικνύεται από την απουσία αποδοχής πάσης αντίθετης άποψης στις πλατείες, όπου η πιθανή έκφραση κάποιας θετικής γνώμης για το Μνημόνιο έχει ως αποτέλεσμα το "κράξιμο" του διαφωνούντα και το στολισμό του με εκφράσεις, που θυμίζουν ολοκληρωτισμό από χιλιόμετρα μακρυά. Διάβασα ένα κείμενο του κ. Απόστολους Δοξιάδη στο lifo και διεπίστωσα πόσο αντιδημοκρατική είναι η συμπεριφορά ορισμένων αγανακτισμένων απέναντι σε όσους έχουν αντίθετη άποψη ή υποψιάζονται, ότι έχουν αντίθετη άποψη. Και αν δεν σας καλύπτει το κείμενο του κ. Δοξιάδη ή είστε προκατειλημμένοι απέναντί του, διαβάστε κάποια σχόλια στο Διαδίκτυο, τα οποία αφορούν όσους δεν συναινούν στις ενέργειες των αγανακτισμένων! Οι κάτοχοι της απόλυτης και μοναδικής αλήθειας είναι και εκείνοι, που αγνοούν την έννοια και τη σημασία της αυτοκριτικής. Αγνοούν, ότι είτε με την ψήφο τους είτε με την άρνησή τους να ψηφίσουν έστρωσαν το δρόμο στο δικομματισμό και στην άλωση του Δημοσίου από αυτό. Δεν θέλουν να αντιληφθούν, ότι όσο περνούσαν καλά και ξόδευαν πολλά, η διασπάθιση του δημοσίου χρήματος περνούσε απαρατήρητη και οι ελάχιστοι, που τολμούσαν να καταγγείλουν τα φαινόμενα αυτά, όπως το ΚΚΕ - να λέμε και τα σωστά - αντιμετωπίζονταν σαν γραφικοί και εκτός εποχής.
Σε αυτή την εποχή επιθυμεί η πλειονότητα των αγανακτισμένων να επιστρέψουμε, ήτοι στην εποχή των αθρόων διορισμών στο Δημόσιο - οι οποίοι δεν έπαυσαν, απλά περιορίστηκαν σε πολύ πιο μικρά νούμερα - των μεγάλων χρηματοδοτήσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των πολλών δανείων από τις τράπεζες και άλλα πολλά, που σηματοδοτούσαν την καλοπέρασή μας έως πολύ πρόσφατα. Και αποδεικνύεται έτσι, ότι, εφόσον οι πολλοί δεν θέλουν ριζικές αλλαγές, η κατάσταση θα χειροτερέψει.
Υ.Γ. Δεν σκοπεύω να υποστηριξω τους πολιτικούς μας. Αυτοί οδήγησαν τη χώρα σε αυτή την κατάσταση. Δεν μπορώ, όμως, να παραβλέψω, ότι αυτοί οι πολιτικοί αναδείχθηκαν από τους ψηφοφόρους, ήτοι από εμάς, και το θεάρεστο έργο τους της σπατάλης του κρατικού χρήματος δεν εμφανίστηκε ξαφνικά αλλά υπήρχε εδώ και δεκαετίες.