Δημοφιλείς αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Η νόσος της οπισθοδρομικότητας


            Υπήρχε μια εποχή, τη δεκαετία του ’80, που η ελληνική κοινωνία φάνηκε, ότι θα ξεκολλούσε από την οπισθοδρομικότητα παλαιοτέρων εποχών και θα κοιτούσε μπροστά στο μέλλον. Ήταν η εποχή, που για πρώτη φορά κυβερνούσε την Ελλάδα ένα μη δεξιό (τουλάχιστον τότε) κόμμα και όλα έδειχναν, ότι προετίθετο να φέρει ένα καινούργιο αέρα στα ήθη και έθιμα της χώρας. Η θέσπιση του πολιτικού γάμου, το συναικετικό διαζύγιο, η κατάργηση της προίκας και οι λοιπές τομές στο οικογενειακό μας δίκαιο, η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και ορισμένα άλλα μέτρα χαιρετίστηκαν ως ενδείξεις, ότι κάτι θα άλλαζε στην ελληνική κοινωνία.

            Την ίδια εποχή, η απόρριψη ορισμένων παραδόσεων άρχισε να παίρνει μορφή χιονοστιβάδας. Η παρθενιά και η προίκα της γυναίκας έπαψαν να αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση, για να την παντρευτεί ο υποψήφιος γαμπρός. Αυξήθηκε το ποσοστό των γυναικών που τελείωναν το σχολείο, σπούδαζαν στο πανεπιστήμιο και μπορούσαν, πλέον, να κάνουν επαγγελματική καρριέρα μακρυά από τα στενά όρια της κουζίνας και του νοικοκυριού. Η Αριστερά απενοχοποιήθηκε και εκδόθηκαν νέες μελέτες για τα γεγονότα του Μεσοπολέμου και της περιόδου ανάμεσα στην έναρξη του Β’ Π.Π. και την πτώση της χούντας.

            Μέχρι που ήλθε η σφαλιάρα με το βιβλίο Ιστορίας του Σταυριανού και η αποκρουστική εικόνα της παλιάς Ελλάδος εμφανίστηκε ξανά ισχυρή. Μια ολόκληρη κοινωνία παρακολούθησε απαθής ένα διαπρεπή επιστήμονα να διασύρεται από μια δράκα σκοταδιστών ρασοφόρων και μια κυβέρνηση να αγαλλιάζει στη θέα των υποψηφίων ψηφοφόρων με τους σταυρούς και το μένος για τη Θεωρία της Εξέλιξης και να προσφέρει θυσία στο χριστεπώνυμο πλήθος τον παραπάνω επιστήμονα και το βιβλίο του. Αργότερα, η ίδια κυβέρνηση προτίμησε να «πουλήσει» στεγνά εκείνο τον υπουργό, ο οποίος επεχείρησε να βάλει χέρι στην εκκλησιαστικά περιουσία, παρά να επιχειρήσει την απαραίτητη ρήξη με ένα οπισθοδρομικό οργανισμό. Η δε πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών συνέχισε τη ζωή της αδιαφορώντας για την ισχύ της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η ίδια πλειοψηφία απέφυγε επιμελώς να ορθώσει το ανάστημά της, όσες φορές η Εκκλησία έκρινε σκόπιμο να επιβάλει τις απόψεις της επί παντός επιστητού. Έτσι, όταν ο «μακαριστός» Χριστόδουλος διοργάνωνε τις αλήστου μνήμης λαοσυνάξεις, απαιτώντας με ύβρεις την επαναφορά της εγγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, οι περισσότεροι Έλληνες πολίτες είτε ψήφισαν στις εκκλησίες το αίτημα για τη διενέργεια δημοψηφίσματος είτε επικαλούνταν το αμίμητο «έχουμε πιο σοβαρά προβλήματα από τις ταυτότητες και η θρησκεία αποτελεί μια από τις παραδόσεις μας». Η ίδια άκρα του τάφου σιωπή (εξαιρούνται οι συνήθεις ύποπτοι) επεκράτησε, όταν ιεράρχες αντιτάχθηκαν στην ανέγερση αποτεφρωτηρίου, στο σύμφωνο συμβίωσης κ.λπ. ή επαίνεσαν τη Χ.Α. ή παραστάθηκαν σε κηδείες χουντικών και τους επιδαψίλευσαν τιμές.

            Φυσικά, ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στις πολιτικές προτιμήσεις αυτής της πλειοψηφίας του λαού μας. Η Βουλή γέμισε ευλαβείς και αλλεργικούς στην πρόοδο βουλευτές, που με πρώτη ευκαιρία προσεταιρίζονται ιερείς και εκκλησιαστικούς παράγοντες, ενώ ανατριχιάζουν στο άκουσμα των λέξεων «ομοφυλοφιλία», «αλλοδαποί», «Μακεδόνες το έθνος» και άλλες, που προκαλούν αρνητικές αντιδράσεις και ξυπνούν πάθη και προκαταλήψεις δεκαετιών. Ποτέ οι εν λόγω βουλευτές δεν θα φέρουν προς ψήφιση στη Βουλή κάποιο νομοσχέδιο, το οποίο θα αναγνωρίζει μειονότητες και θα αποδίδει δικαιώματα σε περιθωριοποιημένους ανθρώπους. Ποτέ δεν θα δείτε τους εν λόγω βουλευτές σε στέκια ομοφυλοφίλων να αξιώνουν ισότητα και ισοπολιτεία για όλους. Οι βουλευτές αυτοί θα αναζητήσουν με πάθος κάθε διαδικτυακή αρλούμπα, που κάνει λόγο για σχέδια εξόντωσης του έθνους ή ξεπούλημα του εθνικού μας πλούτου για ένα ξεροκόμματο, αλλά όλως τυχαίως θα τους διαφύγει η είδηση για την τρανς μαθήτρια νυχτερινού σχολείου των Αθηνών, που βίωσε σειρά διακρίσεων από καθηγητές και συμμαθητές της. Οι ίδιοι βουλευτές και πολιτικοί θα υποστηρίξουν με πάθος τα προνόμια των υπαλλήλων της Βουλής αλλά, αν ακούσουν κάποιον να κάνει λόγο για κατάργηση των μαθητικών παρελάσεων ή περιορισμό της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών σε όσους μαθητές ακολουθούν κλασσικές σπουδές, θα του επιτεθούν με τους χειρότερους χαρακτηρισμούς, κλαψουρίζοντας ότι με τέτοιες απόψεις χάνονται οι παραδόσεις μας και η ελληνικότητά μας και αναρωτώμενοι για τα κίνητρα των εκφραστών τέτοιων ιδεών. Επίσης, με τις πρώτες απειλές από την Εκκλησία της Ελλάδος, σε περίπτωση που τεθεί θέμα επέκτασης του συμφώνου συμβιώσεως και στα ομόφυλα ζευγάρια, θα λουφάξουν σαν τρομαγμένοι λαγοί και θα θυμηθούν ξαφνικά, ότι οι ομοφυλόφιλοι αποτελούν μειοψηφία, που δεν μπορεί να επιβάλει τα δικά της στην πλειοψηφία, ή ότι υπάρχουν και σοβαρότερα θέματα, που πρέπει να λυθούν. Σε κάθε περίπτωση, θα επικαλεστούν ό,τι είναι δυνατό, για να μη χάσουν ούτε μια πολυπόθητη ψήφο. Ακόμα και όσα κόμματα εμφανίζονται ως ριζοσπαστικά και προοδευτικά στο ξεκίνημά τους, από τη στιγμή που θα μπουν στη Βουλή και θα δουν τα ποσοστά τους να παίρνουν την ανιούσα, κολλάνε την ασθένεια της οπισθοδρομικότητας και ξεχνούν τις περισσότερες δεσμεύσεις τους. Κάπως έτσι, λοιπόν, παραμένουν σε ισχύ διατάξεις-όνειδος για κάθε πολιτισμένη χώρα και κρίσιμα θέματα, όπως ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας, έχουν παραπεμφθεί στις καλένδες.

            Αυτοί οι βουλευτές και πολιτικοί δεν είναι ουρανοκατέβατοι αλλά έχουν εκλεγεί και υποστηριχθεί από ένα οπισθοδρομικό στην πλειοψηφία του λαό, ο οποίος προτιμά χίλιες φορές ένα πολιτικάντη, που χαϊδεύει αυτιά, υπόσχεται λαγούς με πετραχήλια, σκυλοβρίζει τους κακούς ξένους και τους σκοτεινούς εχθρούς, που τάχαμου απεργάζονται το κακό μας, και ωρύεται για τον κίνδυνο να χαθούν οι προαιώνιες παραδόσεις μας, παρά ένα λογικό άνθρωπο που θα τους πει, τι κούφια λόγια είναι αυτές οι παροχολογίες και συνωμοσιολογίες και πόσο κάλπικες και βλαβερές είναι ορισμένες παραδόσεις μας. Είναι ο ίδιος λαός, που πιστεύει, ότι προόδευσε, επειδή έπαψε να φτύνει στο δρόμο, ακολουθούσε, μέχρι πρότινος, την τελευταία λέξη της μόδας στο ντύσιμο, μιλάει μια ξένη γλώσσα (με προφορά γκρηκ-καμάκι της δεκαετίας του ‘60), πήγε στο πανεπιστήμιο (αλλά δεν έμαθε να χρησιμοποιεί το μυαλό του), έχει δικό του αυτοκίνητο (ή, τουλάχιστον, είχε μέχρι πρόσφατα) και κινητό τελευταίας τεχνολογίας και έως πριν λίγα χρόνια πήγαινε σε χαϊλάτα μέρη για διακοπές. Στην πραγματικότητα, παραμένει ένας βαθύτατα εχθρικός με την πρόοδο άνθρωπος, ο οποίος φωτογράφιζε ομοφυλοφίλους στη Μύκονο, για να σπάει πλάκα με τους φίλους του, κολάκευε σκοταδιστές πολιτικούς, μήπως και τον βολέψουν στο Δημόσιο ή να κάνει τη δουλίτσα του π.χ. νομιμοποιήσει το αυθαίρετό του, μοστράριζε το πτυχίο του και υποδυόταν το μορφωμένο αλλά δεν είχε παρακολουθήσει μια κινηματογραφική ταινία της προκοπής ούτε είχε ανοίξει ένα βιβλίο στη ζωή του, θεωρούσε την Ελλάδα ως τον ομφαλό της γης και είχε αναγάγει σε επιστήμη την παραγωγή στερεοτύπων για όλους τους λαούς της γης (ενδεικτικά «αδελφές αγγλάρες» ή «ναζί γερμαναράδες»), έβριζε και καταριόταν τους παπάδες αλλά σε γάμους, γιορτές και βαφτίσεις δεν είχε κανένα πρόβλημα να ασπαστεί τη δεξιά τους, και δήλωνε υποστηρικτής των αδυνάτων της γης και έβριζε τους Δυτικούς ως αποικιοκράτες αλλά δεν τον χαλούσαν οι διακρίσεις σε βάρος των μουσουλμάνων συμπολιτών μας ούτε είχε πρόβλημα να εκμεταλλευτεί τον αλλοδαπό, που τσάπιζε το χωράφι του ή φρόντιζε την υπέργηρη μητέρα του. Αυτός ο ελληναράς θεωρεί, ότι, επειδή αποτελεί την πλειοψηφία στη χώρα μας, νομιμοποιείται να επιβάλλει τις απόψεις του και πιστεύει, πως όσοι διαφοροποιούνται από το κυρίαρχο ιδεολογικό/πολιτιστικό/κοινωνικό ρεύμα, το κάνουν μόνο και μόνο για φιγούρα και προσωπική ανάδειξη. Αξίζει, επίσης, να θυμηθούμε το καλοκαίρι των αγανακτισμένων, προ διετίας, όταν κυριάρχησαν οι φωνές περί αλλαγής του πολιτικού σκηνικού της χώρας (πολύ σωστά) αλλά έλλειψαν οι φωνές, που μίλησαν για τα δικαιώματα των αλλοδπών και των εθνικών μειονοτήτων στη χώρα μας, την ανάγκη σεβασμού των ατομικών ελευθεριών όλων ανεξαιρέτως των κατοίκων της χώρας μας, την προστασία του περιβάλλοντος ή το χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας. Ναι μεν ζητήθηκαν αλλαγές στα πολιτικά πρόσωπα, που νέμονται την εξουσία, αλλά όχι στη νοοτροπία μιας ολόκληρης κοινωνίας παρέμεινε στο απυρόβλητο. Το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών το επιβεβαιώνει με το χειρότερο τρόπο. Όταν ο «μακαριστός» ωρυόταν «όπισθεν ολοταχώς», ήξερε πολύ καλά, ότι οι περισσότεροι Έλληνες θα του έδιναν δίκιο. Η απουσία σθεναρών αντιδράσεων τον δικαίωσε.

            Δυστυχώς, η νόσος της οπισθοδρομικότητας παραμένει η πιο διαδεδομένη στη χώρα μας. Το κακό είναι, ότι κανένα, απολύτως, εκ των κομμάτων της Βουλής δεν θεωρεί προτεραιότητά του να την επισημάνει, πέρα από μερικές αποσπασματικές προτάσεις και νομοσχέδια, και να αξιώσει τη σωστή αντιμετώπισή της. Ακόμα χειρότερα, το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας δεν ενοχλείται από αυτή τη νόσο. Πολλοί, μάλιστα, δείχνουν να την απολαμβάνουν και να τη θεωρούν προτέρημα.

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Το φιλόξενο λιμάνι της Ν.Δ.


Όταν ο Κωνσταντινος Καραμανλής δήλωνε την πρόθεσή του να συμφιλιωθεί η παράταξη, της οποίας τότε ηγούνταν, με την Αριστερά στην Ελλάδα και να διαρρήξει τους δεσμούς του με το αμαρτωλό παρελθόν της Δεξιάς, πολύς κόσμος σίγουρα θα απογοητεύτηκε, όταν κατά την ορκομωσία της πρώτης κυβερνήσεως Καραμανλή είδαν ανάμεσα στα μέλη της τον πάλαι ποτέ εκλεκτό του παλατιού αλλά και της χούντας, Δημήτριο Μπίτσιο, αλλά και το Σόλωνα Γκίκα.

Για τους νεότερους, ο πρώτος, υφυπουργός Εξωτερικών στην πρώτη κυβέρνηση Καραμανλή αλλά και διευθυντής του πολιτικού γραφείου του βασιλιά και αντιπρόσωπος της Ελλάδος, αρχικά επί προδικτατορικών κυβερνήσεων και μεταγενέστερα επί χούντας, στον Ο.Η.Ε. είχε δηλώσει στα τέλη του '60 ανερυθρίαστα, ότι «ουδείς πολιτικός κρατούμενος υπάρχει εν Ελλάδι», σε μια εποχή που στο Συμβούλιο της Ευρώπης είχαν ήδη φτάσει οι πρώτες καταγγελίες για την ύπαρξη πολιτικών κρατουμένων στη χώρα μας, οι οποίες οδήγησαν αργότερα την Ελλάδα στην αποχώρησή της από αυτό. Ο δεύτερος, υπουργός δημόσιας τάξης την περίοδο 1974-1976 και τακτικός αρθρογράφος του χαλαρά φιλοχουντικού «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» επί επταετίας, δήλωνε, ότι «η επανάστασις (ασχολίαστο!) ήτο προϊόν αδηρίτου εθνικής ανάγκης» και προέτρεπε τον κόσμο να ψηφίσει υπέρ του Συντάγματος του 1968, ενώ είχε και ενεργό ρόλο στη δημιουργία του προδικτατορικού παρακράτους αλλά και μεταπολιτευτικά στην απαλλαγή ή καταδίκη με αστείες ποινές πολλών δικασθέντων αστυνομικών με συμμετοχή σε βασανιστήρια επί χούντας. Δεν αναφέρομαι, φυσικά, στους άνδρες των Σωμάτων Ασφαλείας και τους πάσης φύσεως συνεργάτες της χούντας, που παρέμειναν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, στις υπηρεσίες τους παρά την αποδεδειγμένη σχέση τους με τους πρωτεργάτες του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 ή τιμωρήθηκαν με ποινές-χάδια. Η ρήξη με ό,τι θύμιζε παλαιότερα τη Δεξιά, είχε μείνει κενό γράμμα και ο αρχικός ενθουσιασμός είχε παραχωρήσει τη θέση του στη δυσπιστία.

            Αργότερα και, συγκεκριμένα, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 άρχισε η απορρόφηση των στελεχών της Εθνικής Παράταξης, ενός εθνικιστικού, φιλοβασιλικού και έντονα αντικομμουνιστικού μορφώματος, κομμάτι του οποίου διατηρούσε άριστες σχέσεις με τους έγκλειστους απριλιανούς και είχε εκλέξει πέντε βουλευτές  στις εκλογές του 1977. Μετά την ψηφοφορία για την ανάδειξη Προέδρου της Δημοκρατίας, το 1980, τέσσερις από τους πέντες βουλευτές μεταγράφτηκαν στη Ν.Δ. Πλέον ήταν ηλίου φαεινότερον, ότι ο κυριότερος εκπρόσωπος της Δεξιάς στην Ελλάδα δεν είχε κανένα ενδοιασμό να στεγάζει πρόσωπα, που δεν έτρεφαν ακριβώς άριστες σχέσεις με το πολίτευμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

             Ακολούθησε η περίοδος της προεδρίας του Ευαγγέλου Αβέρωφ, στη διάρκεια της οποίας ιδρύθηκαν οι περιβόητοι «Κένταυροι» και οι «Ρέιντζερς», ομάδες που θύμιζαν έντονα την αλήστου μνήμης προδικτατορική ΕΚΟΦ. Η ηγεσία της Ν.Δ. ελάχιστα ενοχλήθηκε από την παρουσία και το «έργο» των συγκεκριμένων ομάδων και απόδειξη αποτελεί το γεγονός, ότι αρκετά στελέχη τους έγιναν αργότερα υπουργοί. Αποκορύφωμα της δράσης των ομάδων αυτών ήταν η δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα στις αρχές του 1991 από το γνωστό στέλεχος της ΟΝΝΕΔ Πατρών, κ. Ιωάννη Καλαμπόκα, πράξη για την οποία ακόμα και σήμερα αρκετά στελέχη της Ν.Δ. δεν κρύβουν τον ενθουσιασμό τους.

            Επίσης, κανένας δεν μπορεί να ξεχάσει τους βουλευτές της Ν.Δ., που, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, περιχαρείς έκαναν δηλώσεις στις τηλεοπτικές κάμερες λίγο πριν την αναχώρησή τους για το Λονδίνο, όπου θα τελούνταν ο γάμος του πρίγκηπα Παύλου μετά της κας. Μαρί Σαντάλ-Μίλλερ. Κοινοβουλευτική δημοκρατία είπατε ; Αβασίλευτη δημοκρατία είπατε;

            Φυσικά, τιμητική θέση στο παρόν κείμενο έχει ο σημερινός πρωθυπουργός. Αρχικά, ως βουλευτής Μεσσηνίας συμμετείχε, με ομάδα ακροδεξιών οπαδών της Ν.Δ., σε επεισόδια στην Καλαμάτα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ενώ μεταγενέστερα, τόσο ως υπουργός εξωτερικών στην κυβέρνηση Μητσοτάκη όσο και ως πρόεδρος της ΠΟΛ.ΑΝ. είχε δώσει ρεσιτάλ εθνικισμού (δεν ήταν ο μόνος, βέβαια), την εποχή της έξαρσης του Μακεδονικού. Αργότερα και ενώ η εκλογική δύναμη της ΠΟΛ.ΑΝ. είχε σβήσει, στήριξε το πασίγνωστο «ΔΙΚΤΥΟ 21», την ίδρυση του οποίου είχε χαρακτηρίσει ως «πολυσήμαντο γεγονός». Από τα πεπραγμένα της συγκεκριμένης ομάδος αξίζει να περιοριστούμε στο ρόλο της στην υπόθεση Οτσαλάν, τις δηλώσεις της περί αποκατάστασης του κύρους των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας αλλά και την προτροπή προς την τότε κυβέρνηση να παρέμβει στο Χόλλυγουντ, για να μην παραχαράσσεται η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Πρωτοκλασάτα στελέχη της, όπως οι κ.κ. Λαζαρίδης και Κρανιδιώτης, βρίσκονται σήμερα στο πλευρό του κ. Πρωθυπουργού.

            Όπως, λοιπόν, προκύπτει, ο κυριότερος εκπρόσωπος της ελληνικής Δεξιάς ουδέποτε έπαυσε να αποτελεί είτε φυτώριο είτε καταφύγιο ακροδεξιών και ποτέ δεν είδε με σοβαρότητα την προοπτική να αποβάλει όλα εκείνα τα ακραία στοιχεία, που συνέδεσαν το όνομα του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου με απόψεις και πρακτικές ελάχιστα συμβατές με τη μοντέρνα δημοκρατία. Όσο σκληρό και αν ακούγεται, η σύμπλευση κεντρώων και κεντροδεξιών με ακροδεξιούς ουδέποτε θεωρήθηκε παράδοξο στη Ν.Δ., με αποτέλεσμα στελέχη με απέχθεια στον ολοκληρωτισμό και αρκετά φιλελεύθερες απόψεις να συνυπάρχουν επί μακρόν με πρόσωπα, τα οποία δεν έκρυβαν τις προτιμήσεις τους σε λιγότερο δημοκρατικές μορφές πολιτεύματος. Ακόμα και οι πιο μετριοπαθείς δεξιοί πρόεδροί της, όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αλλά και ο κ. Κωνσταντίνος Καραμανλής (ο νεότερος), απέφυγαν επιμελώς να εκκαθαρίσουν το κόμμα από τα παραπάνω στοιχεία.

            Ήταν επόμενο, λοιπόν, να ανθίσουν, μέσα σε ένα τόσο ευνοϊκό κλίμα αρκετά «λουλούδια» με απέχθεια σε βασικές αρχές της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας και συμπεριφορές, που θύμιζαν την προδικτατορική ΕΡΕ, ήτοι συχνά αρρωστημένος αντιαριστερισμός, βίαιες συμπεριφορές εναντίον όσων θεωρούνταν εχθροί της παράταξης (οι Κένταυροι και Ρέιντζερς, που λέγαμε παραπάνω), αναγωγή του έθνους και της πατρίδος σε υπέρτατα αγαθά μη επιδεχόμενα αμφισβήτησης, νοσταλγία για το παρελθόν και δη την εποχή εκείνη, που η Δεξιά τρομοκρατούσε όσους θεωρούσε ασυμβίβαστους με την κοσμοθεωρία της ή, ακόμα χειρότερα, εποχές, που η χώρα βρίσκόταν στο γύψο. Ήταν, επίσης, επόμενο να βρουν καταφύγιο πολιτικά πρόσωπα προερχόμενα από την ακροδεξιά, καθόσον εγνώριζαν, ότι οι πολιτικές απόψεις τους θα ήταν ευπρόσδεκτες και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα συγκέντρωναν ιδιαίτερη εχθρότητα. Οι πρώην βουλευτές του ΛΑ.Ο.Σ., κ.κ. Γεωργιάδης, Βορίδης και Πλεύρης ήταν ενδεικτικές περιπτώσεις της φιλοξενίας, που προσέφερε τη Ν.Δ. σε ανθρώπους, οι οποίοι κάποτε είτε κυνηγούσαν με αυτοσχέδια τσεκούρια αντιφρονούντες είτε πρότειναν στη Βουλή τη στείρωση όσων καταδικάζονταν για παιδεραστία.

            Ας μη μας προκαλούν εντύπωση οι κορώνες του κ. Κρανιδιώτη ή οι δηλώσεις των κ.κ. Πολύδωρα και Μπαλτάκου περί ενδεχομένου συμμαχίας της Ν.Δ. με τη Χρυσή Αυγή! Ούτε υπάρχει λόγος να τις θεωρούμε ασύμβατες με ό,τι, δήθεν, είχε στο μυαλό του είτε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είτε ο σημερινός νέστορας της πολιτικής, κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Ουδέποτε τόσο ο ιδρυτής της Ν.Δ. όσο και οι επίγονοί του είχαν την πρόθεση να διαμορφώσουν ένα κεντροδεξιό ή έστω σύγχρονο δεξιό κόμμα, στο οποίο δεν θα είχαν θέση ακραία στοιχεία παρά προτίμησαν να κάνουν τα στραβά μάτια στην είσοδο και παραμονή τέτοιων στοιχείων στο κόμμα τους έστω για ψηφοθηρικούς λόγους. Μια ματιά στην ιστορία του κόμματος αυτού θα σας πείσει.

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Το λάθος του κ. Ρουπακιώτη

Βγήκε στην τηλεόραση ο πρώην υπουργός δικαιοσύνης, κ. Ρουπακιώτης, και δήλωσε, ότι "η κυβέρνηση πιεζόταν. Οι ελληνοεβραϊκές οργανώσεις ήρθαν εδώ στο υπουργείο Δικαιοσύνης κατ' επανάληψη και σε άλλα υποργεια. Οι αμερικανοελληνικές εβραϊκές οργανώσεις ήρθαν στο Υπουργείο. Τι κάνετε; Ο πρόεδρος και κύριος πρωθυπουργός πήγε στην Αμερική και θα τους έβλεπε. Και εκεί υπάρχουν λόμπις, Υπάρχουν διαπλοκές. Υπάρχουν διασυνδέσεις. Κάτι πρέπει να τους πει."
Με το καλημέρα, το Διαδίκτυο έπιασε φωτιά και, ως είθισται, δημιουργήθηκαν διάφορα στρατόπεδα. Το ένα υποστήριξε, ότι ο κ. Ρουπακιώτης ασπάζεται θεωρίες συνωμοσίας και δη αυτή, που θέλει τους Εβραίους να αποφασίζουν για τα πάντα στη χώρα μας (ξέρετε, η περιβόητη Δήλωση Κίσσινγκερ κ.λπ.) και είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στη χώρα μας. Το άλλο δήλωσε, ότι ο κ. Ρουπακιώτης είπε την αλήθεια. Ξεκαθαρίζω, ότι λατρεύω την πολυφωνία και θεωρώ απόλυτα θεμιτή την έκφραση διαφορετικών απόψεων.
Ξεκινώ με το πραγματικό γεγονός της ανησυχίας της Ε.Ε. και των φορέων αυτής αλλά και πολλών ανθρωπιστικών οργανώσεων στον κόσμο για την άνοδο της Χ.Α. στη χώρα μας. Δεν είναι λίγο, άλλωστε, να εισέρχεται σε κοινοβούλιο ευρωπαϊκής χώρας ένα ανοικτά νεοναζιστικό κόμμα σε μια δοκιμασμένη από το Β' Π.Π. ήπειρο και ένα χρόνο μετά τις τελευταίες εκλογές στη χώρα αυτή να έχει διπλασιάσει τα ποσοστά του. Η Έκθεση Μούιζνιεκς προ μερικών μηνών έκανε ευθεία αναφορά στην αύξηση των εγκλημάτων μίσους και στον ολοένα περισσότερο εμφανιζόμενο λόγο μίσους, χωρίς να κρύβει, ότι θεωρεί τη Χ.Α. υπεύθυνη και για τα δύο. Ανάλογες παρατηρήσεις έχουν υποβάλει και άλλοι οργανισμοί και χώρες και από τους ίδιους οργανισμούς και χώρες δεν έχουν λείψει οι παραινέσεις προς την κυβέρνηση να προβεί στη λήψη των απαραίτητων μέτρων για την πάταξη της δράσης της Χ.Α.
Ωστόσο, υπάρχει μια παγία αρχή στο διάλογο, σύμφωνα με την οποία ο υποστηρικτής ενός επιχειρήματος οφείλει να παράσχει τις απαιτούμενες αποδείξεις, για τη βασιμότητα αυτού. Ο κ. Ρουπακιώτης, δικηγόρος στο επάγγελμα, γνωρίζει αυτό τον κανόνα καλύτερο από τον περισσότερο κόσμο και ώφειλε να τον σεβαστεί. Αλλά απέφυγε επιμελώς να προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Στο επίμαχο βίντεο δεν επικαλείται κανένα σχετικό δημοσίευμα και κανένα έγγραφο ή ρεπορτάζ. Τίποτα, απολύτως!
Έπειτα, η ειδική αναφορά του κ. Ρουπακιώτη στις αμερικανοεβραϊκές οργανώσεις, στις οποίες ο κ. Πρωθυπουργός "κάτι έπρεπε να πει", χτύπησε πολύ άσχημα, διότι με αυτό τον τρόπο, έθεσε σε κίνηση τα αντισημιτικά αντανακλαστικά μιας κοινωνίας, το μεγαλύτερο κομμάτι της οποίας είναι βαθιά πεπεισμένο, ότι οι Εβραίοι κάνουν το πραγματικό κουμάντο στην Ελλάδα. Με τον τρόπο, που επέλεξε ο κ. Ρουπακιώτης, ουσιαστικά απομόνωσε τις αμερικανοεβραϊκές οργανώσεις από το σύνολο των ξένων χωρών και οργανισμών, που έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για την άνοδο της Χ.Α. και έχουν ζητήσει από την ελληνική κυβέρνηση να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την αντιμετώπισή της, και ενεφάνισε την ελληνική κυβέρνηση ως ενεργούσα κατόπιν υποδείξεων και διαμαρτυριών των αμερικανοεβραϊκών οργανώσεων, όταν, στην πραγματικότητα, υπήρξαν υποδείξεις και διαμαρτυρίες από πάρα πολλές χώρες και οργανισμούς για το ίδιο θέμα, χωρίς κανένας να αποκλείει το ενδεχόμενο να ξύπνησε από μόνη της η ελληνική κυβέρνηση και να αποφάσισε, επιτέλους, να βάλει χέρι στο εν λόγω κόμμα, δραττόμενη της ευκαιρίας της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα..
Θα ρωτήσετε, αν είναι τόσο κακό, να παραδεχθούμε, ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις κινούνται για την επίλυση ορισμένων θεμάτων μόνο κατόπιν προτροπής από τα ξένα. Όχι, δεν είναι κακό. Δυστυχώς, στην πραγματικότητα η χώρα μας έχει κινηθεί για την αντιμετώπιση πολλών θεμάτων μόνο κατόπιν προτροπής (για να το θέσω κομψά) από τους ξένους και, συνήθως, με την απειλή προστίμου, το οποίο κάποιες φορές πρώτα πλήρωσε και μετά αποφάσισε να λάβει μέτρα. Ωστόσο, μεγάλη βαρύτητα έχει τόσο ο τρόπος, που εκφράστηκε ο κ. Ρουπακιώτης, όσο και η χρονική στιγμή, που επέλεξε να εκφραστεί ως ανωτέρω. Ήδη έγινε αναφορά στην ειδική μνεία του κ. Ρουπακιώτη στις αμερικανοεβραϊκές οργανώσεις, εις τρόπον ώστε να φαίνεται, ότι η ελληνική κυβέρνηση ενέργησε κατόπιν αποκλειστικά δικών τους ενεργειών. Η παραπάνω αναφορά έλαβε χώρα σε μια εποχή, που ο ρατσισμός στην Ελλάδα χτυπάει κόκκινο και ο αντισημιτισμός λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις. Όταν, λοιπόν, την τελευταία τριετία έχουν τεράστια πέραση οι θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες οι ξένοι κυβερνούν την Ελλάδα και η παραδοσιακή άποψη, ότι "οι Εβραίοι κρύβονται πίσω απ' όλα", έχει ενισχυθεί, ένας πρώην υπουργός δικαιοσύνης, ο οποίος προέρχεται από την Αριστερά και δη από την παλαιά και πιο μορφωμένη φουρνιά αυτής, οπότε υποτίθεται, ότι έχει μάθει να επιλέγει προσεκτικά τα λόγια του, οφείλει να είναι περισσότερο προσεκτικός, όταν εκφράζεται δημοσίως, ώστε να μην γεννώνται παρεξηγήσεις.
Μα είναι δυνατό να ασχολούμαστε με ένα τόσο ασήμαντο θέμα στις μέρες μας, θα αναρωτηθείτε. Η απάντηση είναι, ότι πρέπει να ασχοληθούμε και με αυτό, διότι τονώνει την κάθε άλλο παρά μη δημοφιλή αντισημιτική ρητορεία στις μέρες μας. Ήδη η επίμαχη ρήση του κ. Ρουπακιώτη φιγουράρει στον ιστότοπο της Χ.Α. αλλά και σε άλλους εθνικιστικούς ιστοτόπους σε ύφος "τα λέγαμε εμείς", ενισχύοντας ζημιογόνες συμπεριφορές. Συνεπώς, η ενασχόληση με αυτή και η εντεύθεν κριτική είναι επιβεβλημένες.
Προφανώς δεν είναι στις προθέσεις του γράφοντος να βαφτίσει ρατσιστή ένα πρώην υπουργό, που  πιστώθηκε με την αποτυχία του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, χωρίς να φταίει ο ίδιος. Ωστόσο, ακριβώς επειδή δεν επρόκειτο για κάποιο αμόρφωτο πολιτικάντη από αυτούς, που αφθονούν στην ελληνική ιστορία, περίμενα από το εν λόγω πρόσωπο να είναι περισσότερο προσεκτικός στα λόγια του και να μη δίνει τροφή στους εν Ελλάδι συνωμοσιολόγους.

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Προφάσεις εν αμαρτίαις

Την τελευταία διετία στη χώρα μας, ολοένα και περισσότερος κόσμος ανακαλύπτει, ότι υπάρχει ένας χρυσος κανόνας στην πολιτική, σύμφωνα με τον οποίο ένα πολιτικό πρόσωπο, εκλεγμένο ή διορισμένο, οφείλει να μην αποδέχεται κανενός είδους εξυπηρέτηση από ιδιώτες. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν βρίσκω κάτι μεμπτό στην ξαφνική επιφοίτηση αυτών των συμπολιτών μας. Για την ακρίβεια, ενθυμούμενος τα γέλια, με τα οποία πολλοί εξ ημών υποδέχθηκαν και αποδέχθηκαν τη γελοία δικαιολογία του Ευάγγελου Γιαννόπουλου, ότι ήταν αδύνατο η προ 20ετίας κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να πέσει εξαιτίας ενος κ.....σπιτου, θεωρώ, ότι η αρνητική αντίδραση έστω μέρους του εκλογικού σώματος στην είδηση, ότι προϊστάμενος κρατικού οργανισμού αποδέχθηκε μια οποιασδήποτε φύσεως εκδούλευση και, συνεπώς, παραιτήθηκε, συνιστά ένα θετικό βήμα για μια κοινωνία εθισμένη επί δεκαετίες στην απαθή αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων.
Η ιστορία έχει ως εξής : Ο κ. Στέλιος Σταυρίδης διορίστηκε πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ, ενός οργανισμού αρμοδίου για τις αποκρατικοποιήσεις. Πριν το διορισμό του, είχε διατελέσει στέλεχος και υποψήφιος βουλευτής της "ΔΡΑΣΗΣ" και ακόμα παλαιότερα στέλεχος της Ν.Δ., όταν και συμμετείχε στις διαδικασίες εκποίησης της "ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ" στον ιταλικό όμιλο "Καλτσεστρούτσι". Ως στέλεχος της "ΔΡΑΣΗΣ" στηλίτευσε τις πρακτικές των δύο μεγάλων κομμάτων σε πολλά θέματα, από την παιδεία έως τη διαχείριση της κρατικής περιουσίας. Μέχρι που βρέθηκε επικεφαλής ενός κρατικού οργανισμού επί κυβερνήσεως Σαμαρά, οπότε, πέρα από τα αρνητικά σχόλια που ακούστηκαν απ' όσους θυμήθηκαν το παρελθόν του, κλήθηκε να αποδείξει, ότι κόμιζε κάτι καινούργιο στα πολιτικά ήθη του τόπου.
Η μεγάλη δοκιμασία γι' αυτόν ήταν η εκποίηση ποσοστού του ΟΠΑΠ, διαδικασία την οποία ο κ. Σταυρίδης χρεώθηκε όντας πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ. Υποψήφιος αγοραστής εμφανίστηκε ο Όμιλος Μελισσανίδη, επικεφαλής του οποίου ήταν ένα πρόσωπο με ύποπτο παρελθόν, το οποίο περιελάμβανε από εμπλοκή σε υποθέσεις λαθρεμπορίου μέχρι εκβιασμό σε βάρος δημοσιογράφου. Δεν ξέρω, αν μέτρησε για τον κ. Σταυρίδη το προφίλ του κ. Μελισσανίδη αλλά, τελικά, η διαδικασία μεταβίβασης του 33% του ΟΠΑΠ ολοκληρώθηκε και ο Όμιλος Μελισσανίδη ήταν ο αγοραστής.
Λίγο καιρό αργότερα, μια εφημερίδα της Κεφαλλονιάς αποκαλύπτει, ότι ο κ. Σταυρίδης μετέβη στο εν λόγω νησί, όπου διατηρεί επιχείρηση, με το ιδιωτικό αεροσκάφος του κ. Μελισσανίδη, του ίδιου, δηλαδή προσώπου, που είχε αγοράσει το παραπάνω ποσοστό του ΟΠΑΠ. Ξεσπά κύμα αντιδράσεων και ο κ. Σταυρίδης αναγκάζεται να παραιτηθεί. Στη συνέχεια, ο ίδιος προβαίνει σε σειρά δηλώσεων, όπου κάνει λόγο για υποκρισία και δηλώνει, ότι άλλοι επικεφαλής δημοσίων οργανισμών, που είχαν κάνει χειρότερα από αυτόν, δεν υπέστησαν καμμία συνέπεια. Αρκετοί υποστηρικτές του έκριναν, ότι "φαγώθηκε" ένας από τους ελάχιστους επιτυχημένους διοικητές κρατικών οργανισμών, επειδή "ενόχλησε πολλούς η πώληση του 33% του ΟΠΑΠ".
Δεν θα μπω στη διαδικασία να κρίνω την ορθότητα των όρων της σύμβασης μεταβίβασης του ΟΠΑΠ (θα αρκεστώ μόνο να αντιγράψω την καταγγελία του ευρωβουλευτή, κ. Σκυλακάκη, ότι "Ο ΟΠΑΠ δεσμεύθηκε σε δύο συμβάσεις που οι νέοι αγοραστές καταγγέλουν ως σκανδαλωδώς ασύμφορες. Ο κοινός παίκτης και στις δύο συμβάσεις διώκεται από τη δικαιοσύνη σε βαθμό κακουργήματος για τις δύο προκάτοχες συμβάσεις με τον ΟΠΑΠ. Η νέα σύμβαση έγινε αποδεκτή από το ΤΑΙΠΕΔ (με την αποχή του στην κρίσιμη συνέλευση όπου για λόγους που ποτέ δεν εξήγησε δεν χρησιμοποίησε όλες τις μετοχές του δημοσίου στην κρίσιμη ψηφοφορία), μερικές μέρες πριν την αποκρατικοποίηση και παρά το γεγονός ότι στο διαγωνισμό υπήρχε μια μόνο προσφορά. Στον ίδιο τον διαγωνισμό του ΟΠΑΠ υπήρχε μια μόνο προσφορά καθώς οι άλλοι ενδιαφερόμενοι είχαν απομακρυνθεί από την αδιαφάνεια στη διαδικασία. Επί εβδομάδες οι παλαιότερες συμβάσεις του ΟΠΑΠ δεν ήταν στη διάθεση των επενδυτών που έφυγαν. Μόνο ο επενδυτής με ισχυρό φίλοκυβερνητικο παράγοντα στην κοινοπραξία έμεινε στη διαδικασία"). Θα σταθώ, όμως, σε δύο θέματα γύρω απο τη συγκεκριμένη υπόθεση. Το πρώτο αφορά την επιλογή του κ. Σταυρίδη και, κατ' επέκταση, της κυβέρνησης να καθήσει στο ίδιο τραπέζι με ένα επιχειρηματία, σε βάρος του οποίου έχουν ακουστεί πολλά και διάφορα, πολλώ δε μάλλον να συναινέσει στη μεταβίβαση σε αυτόν του ανωτέρω ποσοστού. Σαφώς και τη στιγμή, που έγινε η επίμαχη μεταβίβαση, ο κ. Μελισσανιδης διέθετε λευκό ποινικό μητρώο, πλην, όμως, χρέος του επικεφαλής ενός δημοσίου οργανισμού είναι να προσέχει τα πρόσωπα, με τα οποία συναλλάσσεται, προκειμένου να μη γεννώνται υποψίες γύρω από τις συνθήκες διαπραγμάτευσης και περαίωσης μιας συναλλαγής. Προτού βιαστείτε να μιλήσετε για αφορητη ηθικολογία, αξίζει να σταθούμε σε κάποια πράγματα. O κ. Μελισσανίδης έχει ένα αρκετά ύποπτο παρελθόν και σε περίπτωση μηνύσεως σε βάρος του για τα αδικήματα της λαθρεμπορίας και πλαστογραφίας (σε βαθμό κακουργήματος η δεύτερη) όχι μόνο έτυχε σκανδαλώδους εξυπηρέτησης από την ελληνική δικαιοσύνη, με εννέα αναβολές, μέχρι που παραγράφηκε το έγκλημα της λαθρεμπορίας, αλλά, όταν, τελικά, συζητήθηκε η υπόθεση, το Ελληνικό Δημόσιο δεν παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων και ο ίδιος, παρά την κατηγορηματική κατάθεση του προϊσταμένου της υπηρεσίας, που του είχε υποβάλει πρόστιμο, και την πρόταση του Εισαγγελέως της έδρας για την ενοχή του κατηγορουμένου, απαλλάχθηκε για το εναπομείναν αδίκημα της πλαστογραφίας. Όταν βοά η χώρα για το μέγεθος της διαπλοκής των κυβερνήσεων με επιχειρηματίες ύποπτης αξιοπιστίας, η επιλογή του κ. Σταυρίδη αλλά και της κυβέρνησης να συνδιαλλαγούν με τον κ. Μελισσανίδη και, τελικώς, να του μεταβιβάσουν το 33% του ανωτέρω οργανισμού δικαιώνει όσους ομιλούν για αδιαφανείς διαδικασίες και υπόγειες συνεννοήσεις με αρεστούς στην εκάστοτε κυβέρνηση επιχειρηματίες. Φυσικά, τίθεται και το ερώτημα, γιατί δεν προτιμήθηκαν άλλοι υποψήφιοι αγοραστές, οι οποίοι σίγουρα υπήρχαν, δεδομένου ότι ο ΟΠΑΠ φέρεται να είναι κερδοφόρος οργανισμός. Επιπλέον, υπάρχει και η εμπλοκή, ως νομικού συμβούλου του κ. Μελισσανίδη, του κ. Φαήλου Κρανιδιώτη, ο οποίος τυγχάνει συγχρόνως σύμβουλος του κ. Πρωθυπουργού. Εν ολίγοις, αντί ο κ. Σταυρίδης να φροντίσει, ώστε να μη γεννηθούν υποψίες για τον τρόπο, που έλαβε χώρα η επίμαχη μεταβίβαση, κατάφερε να δικαιώσει όσους πιστεύουν, ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Ελλάδος.
Το δεύτερο αφορά την επιλογή του κ. Σταυρίδη να αποδεχθεί την εξυπηρέτηση του κ. Μελισσανίδη να τον μεταφέρει ο τελευταίος στην Κεφαλλονιά με το ιδιωτικό του αεροσκάφος. Έστω, λοιπόν, ότι  ο κ. Σταυρίδης είναι "καθαρός" και εγνώριζε παλαιόθεν τον κ. Μελισσανίδη διό και απεδέχθη, στα πλαίσια αυτής της γνωριμίας, την πρόταση του τελευταίου να τον "πετάξει" στην Κεφαλλονιά! Μια στιγμή! Ο κ. Σταυρίδης είναι πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ την εποχή, που έγινε η μεταβίβαση του 33% του ΟΠΑΠ στον Όμιλο Μελισσανίδη. Το ΤΑΙΠΕΔ, επί προεδρίας κ. Σταυρίδη, αναλαμβάνει να οργανώσει τη διαδικασία μεταβίβασης του συγκεκριμένου ποσοστού, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την ανεύρεση της πιο συμφέρουσας προσφοράς για την πώληση του εν λόγω ποσοστού, και καταλήγει, ότι αυτά τα χαρακτηριστικά συγκεντρώνει η προσφορά του κ. Μελισσανίδη, στον οποίο και, τελικά, αυτό μεταβιβάζεται. Ο κ. Μελισσανίδης είναι ένας επιχειρηματίας με αμφιβόλου νομιμότητος επιχειρήσεις, ο οποίος προέβη στην ανωτέρω εξαγορά. Μετά από λίγο καιρό, ο κ. Σταυρίδης επιβαίνει στο ιδιωτικό αεροπλάνο του κ. Μελισσανίδη, προκειμένου να μεταβεί στην Κεφαλλονιά, όπου διατηρεί επιχείρηση. Προσοχή! Δεν επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο της γραμμής αλλά σε αυτό του κ. Μελισσανίδη. Ο ίδιος επιχειρηματίας, που στηλίτευε τις πρακτικές των δύο μεγάλων κομμάτων, στις οποίες εντάσσονται και οι απροκάλυπτες εκδουλεύσεις επιχειρηματιών σε πολιτικά πρόσωπα, εκλεγμένα ή διορισμένα, έκανε ακριβώς ό,τι έκαναν οι προκάτοχοί του και, μάλιστα, λίγο μετά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του 33% του ΟΠΑΠ στον κ. Μελισσανιδη. Λησμόνησε, με άλλα λόγια, ότι υποχρέωση ενός προσώπου, το οποίο ασκεί πολιτική εξουσία, είναι να κρατάει αποστάσεις από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και δη από τις επιχειρήσεις, των οποίων προΐστανται πρόσωπα υπόπτου παρελθόντος και συναλλασσόμενα με το κράτος, διαφορετικά κινδυνεύει να κατηγορηθεί για μεροληψία υπέρ του επιχειρηματία, από τον οποίο δεν κράτησε αποστάσεις, ειδικά όταν ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας δεν αποκρύπτει τις στενές σχέσεις του με την κυβέρνηση, που τοποθέτησε τον κ. Σταυρίδη στη θέση του προέδρου του ΤΑΙΠΕΔ. Φυσικά, περιττεύει να θυμίσουμε, ότι σε οποιαδήποτε σοβαρή χώρα της Δύσης ο κ. Σταυρίδης δεν θα τολμούσε καν να ψελλίσει τις δικαιολογίες, που επικαλέστηκε.
Όσο, λοιπόν, και αν επικαλείται τα ήθη και έθιμα του εμπορικού χώρου ο κ. Σταυρίδης, δεν παύει να πιστώνεται με σοβαρή ανακολουθία λόγων και έργων, οι επιπτώσεις της οποίας στο Ελληνικό Δημόσιο είναι, ακόμα, άγνωστες. Επίσης, όσο αν μυρίζει κήρυγμα, πρέπει κάποια στιγμή να γίνει κατανοητό, όχι μόνο στην κοινωνία μας αλλά και στον πολιτικό κόσμο μας, ότι το κράτος και οι λειτουργοί του οφείλουν να τηρούν αποστάσεις ασφαλείας από τον επιχειρηματικό κόσμο, αν επιθυμούν πραγματικά να ασκούν τον απαιτούμενο έλεγχο νομιμότητος στον τελευταίο (και όχι μόνο σε αυτόν). Τα περί υποκρισίας απλά αποτελούν προφάσεις εν αμαρτίαις.

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

Οι λάτρεις του Μεταξά δεν ντρέπονται, πλέον

Για μια, ακόμα, χρονιά, επ' ευκαιρία της επετείου του πραξικοπήματος της 4ης Αυγούστου του 1936, βγήκαν στην επιφάνεια υμνητικά κείμενα και απόψεις γύρω από την πολιτεία του Ιωάννη Μεταξά, το φερόμενο ως ιδρυτή του ΙΚΑ και τον εμπνευστή του σύγχρονου κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα, τον γνήσιο πατριώτη που είπε το "ΟΧΙ" στον κατακτητή, που ανόρθωσε την ελληνική οικονομία, που πήγε την Ελλάδα στα διεθνή δικαστήρια και πέτυχε τη διαγραφή του χρέους της, που επέλεξε το σωστό στρατόπεδο για τη χώρα, τις παραμονές του Β' Π.Π., και προετοίμασε άψογα τη χώρα γι' αυτόν και άλλα πολλά. Πρόκειται για κείμενα, τα οποία κυκλοφορούν εδώ και πολλά χρόνια, αρχικά σε έντυπη μορφή και μεταγενέστερα σε ηλεκτρονική, και επιχειρούν να εξωραΐσουν την εικόνα ενός πολιτικού, ο οποίος υπήρξε επιλογή του τότε βασιλέως, Γεωργίου του Β', αλλά και αποτέλεσμα της αδυναμίας βενιζελικών και αντιβενιζελικών να σχηματίσουν βιώσιμη κυβέρνηση, για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, προτού καταλήξει να κηρύξει επίσημα την αναστολή αρκετών άρθρων του Συντάγματος, τα οποία αφορούσαν τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες, να διαλύσει τη Βουλή (με τη σύμπραξη του Γεωργίου του Β') και να εγκαινιάσει μια πενταετία διωγμού και κατατρεγμού κάθε αντίθετης φωνής και μπόλικης γελοιότητος με τις εκδηλώσεις του Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν γνωρίζω την αρχική μορφή των κειμένων αυτών αλλά δεν απαιτείται ιδιαίτερη φαντασία, για να γίνει αντιληπτό, ότι με τα χρόνια εμπλουτίζονται με καινούργια κατορθώματα του συγκεκριμένου πολιτικού.
Φέτος ένοιωσα, ότι αυτά τα κείμενα κέρδισαν έδαφος. Ολοένα περισσότερος κόσμος θεωρεί, ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ο Μεταξάς είναι μια αδικημένη από την επίσημη, "αριστεροκρατούμενη" (έτσι την αποκαλούν και έτσι σας τη μεταφέρω) ιστορία, ένας άνθρωπος που ακολούθησε φιλεργατική πολιτική και επί των ημερών του η Ελλάδα γνώρισε σπουδαία ανάπτυξη σε κάθε τομέα. Ο ίδιος κόσμος προβαίνει, βέβαια, σε συγκρίσεις του με τους σημερινούς "προδότες" πολιτικούς, για να θυμηθούμε ένα από τα πιο γνωστά γνωμικά, που ακούστηκαν πρόπερσυ στις πλατείες, τους οποίους θεωρεί κατώτερους από τον "πατριώτη" και "έντιμο" Μεταξά.
Οι οπαδοί της συγκεκριμένης άποψης δίνουν σημαντικό βάρος στην επιλογή του Μεταξά να συμμαχήσει με τους Άγγλους, στο "ΟΧΙ" του συγκεκριμένου πολιτικού και στην προετοιμασία της χώρας, ενόψει του επικειμένου τότε πολέμου, την οποία βρίσκουν αρίστη. Παρέλκει να αναφέρουμε, ότι ο Μεταξάς ήταν απόλυτα εξαρτημένος από την Αγγλία και δεν είχε το περιθώριο να απομακρύνει την Ελλάδα από την αγγλική σφαίρα επιρροής, ως, επίσης, για τον ίδιο λόγο αδυνατούσε να δεχθεί την πρόταση του Γκράτσι. Φυσικά, χρεώνεται με την άψογη αντιμετώπιση της ιταλικής εισβολής αλλά ο πολύς κόσμος λησμονεί, ότι ο γερμανικός στρατός πέρασε χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση από τα βόρεια σύνορα της χώρας. Ούτε λόγος, φυσικά, για την απαγόρευση διενέργειας εκλογών και λειτουργίας πολιτικών κομμάτων, τους διωγμούς πολιτικών, που αρνήθηκαν να συνεργαστούν μαζί του, αλλά και χιλιάδων αντιφρονούντων, την απαγόρευση των απεργιών, τον ασφυκτικό έλεγχο της αστυνομίας, τη δημόσια καύση ανεπιθύμητων βιβλίων, στα πρότυπα της ναζιστικής Γερμανίας, και την απαγόρευση διδασκαλίας, μεταξύ άλλων, του Επιταφίου του Περικλή (για προφανείς λόγους). Οι γενικολογίες και ανιστορικές αναφορές στον υποτιθέμενο ιδρυτή του Ι.Κ.Α. και τάχαμου εμπνευστή του 8ώρου, μαζί με ολίγη από πατριωτική στάση τις παραμονές του Β' Π.Π. αρκούν, για να φιλοτεχνηθεί ένα ελκυστικό πορτραίτο ενός δικτάτορα.
Αν κάτι προκαλεί εντύπωση, αυτό δεν είναι η άγνοια της ιστορίας, η οποία αποτελεί διαχρονική πληγή της ελληνικής κοινωνίας, αλλά η τάση πολλών συμπολιτών μας να μη διστάζουν να δηλώνουν, πλέον, άφοβα δημοσίως, ότι έλκονται από προσωπικότητες, οι οποίες προβάλλονται ως χαρισματικές και ταυτόχρονα τρέφουν ελάχιστο σεβασμό για τη δημοκρατία και τα παρεπόμενά της, ήτοι το σεβασμό στα ατομικά, πολιτικά και συλλογικά δικαιώματα. Αυτές οι προσωπικότητες, σύμφωνα με τους υμνητές τους, διέθεταν σιδηρά πυγμή και, συνεπώς είχαν τη δυνατότητα να δώσουν λύσεις στα προβλήματα της χώρας. Η αξιολόγησή τους δεν γίνεται βάσει του σεβασμού, που επέδειξαν στον κοινοβουλευτισμό και τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες των πολιτών, αλλά με γνώμονα τις λύσεις, που, δήθεν, έδωσαν στα ανωτέρω προβλήματα. Πρόκειται, ουσιαστικά, για τον εξωραϊσμό της πολιτείας του αναδεικνυόμενου πολιτικού, σε πείσμα της ιστορίας και της λογικής. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, ο αναδεικνυόμενος πολιτικός ξεπλένεται από τα αμαρτήματά του με την υπερπροβολή των τυχόν θετικών στοιχείων του και την αποσιώπηση ή υποβάθμιση των ατοπημάτων του, υπερτονίζεται η κρισιμότητα της στιγμής, που τον ώθησε να λάβει ακραία μέτρα, και επισημαίνεται η αξία των μέτρων αυτών για την αντιμετώπιση μελλοντικών καταστάσεων, στις οποίες εναπλάκη η χώρα. Συχνότατα, επιχειρείται η σύγκριση του πολιτικού αυτού με τους σημερινούς πολιτικούς, όπου η επίκληση της θετικής του συνεισφοράς, συνήθως μη ανταποκρινόμενης στην πραγματικότητα, και η ταυτόχρονη απόκρυψη των μελανών σελίδων της πολιτείας του αποσκοπεί στην ανάδειξη του συγκεκριμένου πολιτικού ως υπέρτερου των σημερινών.
Για πολλά χρόνια, οι περισσότεροι πιστεύαμε, ότι η ελληνική κοινωνία είχε ξεπεράσει τις πολιτικές αναταράξεις, που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα, και είχε ασπαστεί, πλέον, την άποψη, ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία, μ' όλες τις κακοποιήσεις της από τα κόμματα εξουσίας, αποτελεί το καλύτερο και ιδανικότερο πολίτευμα. Αρκούσε μια γενικευμένη κρίση, για να αποδειχθεί, πόσο καλά είχε κρυφτεί πίσω από την επίπλαστη ευημερία της εποχής της παντοδυναμίας του δικομματισμού η αλλεργία σε καθετί, που θυμίζει δημοκρατία, και η λατρεία για πολιτικούς με ελάχιστες ή και ανύπαρκτες ανοχές προς αυτή. Τέλος, αρκούσε η ίδια κρίση, για να εγκαταλείψουν χιλιάδες συμπολίτες μας κάθε ντροπή όχι μόνο για τις πολιτικές τους προτιμήσεις αλλά και για τα πραγματικά πολιτικά ινδάλματά τους. Η αποδοχή των υμνητικών για το Μεταξά κειμένων από ολοένα περισσότερο κόσμο το αποδεικνύει με το παραπάνω.

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Αυτή γουστάρουν, αυτή εμπιστεύονται

Στην αρχή, υποστηρίχθηκε, ότι η ψήφος στη Χρυσή Αυγή ήταν ψήφος διαμαρτυρίας στο προβληματικό πολιτικό (και όχι μόνο αυτό) κατεστημένο της Ελλάδας και, όταν το συγκεκριμένο κόμμα άρχιζε να δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο, ο κόσμος θα το βδελυσσόταν και αυτό θα επέστρεφε στα παλιά, ταπεινά ποσοστά του. 
Μετά ήλθε το χαστούκι ενός εκ των πλέον προβεβλημένων στελεχών της Χ.Α. σε μια βουλευτίνα του Κ.Κ.Ε. και όχι μόνο περίσσεψαν οι δικαιολογίες, ότι καλώς τα έπαθε η εν λόγω βουλευτίνα, αλλά και τα ποσοστά του εν λόγω κόμματος πήραν την ανιούσα. 
Ακολούθησαν οι ύμνοι προς τη χούντα και η αναπαραγωγή όλων εκείνων των μύθων, που ήθελαν την Ελλάδα να ευημερεί την επταετία 1967-1974, να έχει μηδενικό χρέος, να κυριαρχεί η αξιοκρατία, οι χουντικοί να πεθαίνουν πτωχοί πλην έντιμοι και πολλά άλλα απ' όσα κυκλοφορούν εδώ και χρόνια σε λαθρόβια έντυπα και εσχάτως σε πιο δημοφιλή έντυπα, ιστολόγια και εκπομπές. Και πάλι τα ποσοστά της Χ.Α. συνέχισαν τον ανήφορο. 
Μετά, ήλθαν τα μπινελίκια και οι εν γένει καφρίλες των βουλευτών του εν λόγω κόμματος στη Βουλή, σε βάρος συναδέλφων τους. Αλλά και πάλι οι υποστηρικτές της Χ.Α. δεν πτοήθηκαν και συνέχισαν να την πριμοδοτούν με ποσοστά, που την έφεραν στην τρίτη θέση στις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος. 
Στη συνέχεια, άρχισαν τα συσσίτια μόνο για Έλληνες άνα τρίμηνο, όπου μοιράζονταν πλουσιοπάροχα τρόφιμα, όπως μια σακκούλα πατάτες, 1-2 κρεμμύδια άντε και κανένα πεπόνι για τους τυχερούς. Αυτός ο αισχρός αποκλεισμός συνανθρώπων μας, που έλαχε να μην είναι Έλληνες, αλλά και το γεγονός, ότι ένα κόμμα, το οποίο έλαβε κρατική επιχορήγηση της τάξεως των 850.000 ευρώ, περίπου, χωρίς να συνυπολογίζονται οι αποζημιώσεις των βουλευτών του, αντιμετωπίστηκε με επιχειρήματα, τύπου "η Χ.Α. κάνει κοινωνικό έργο", όταν φορείς, όπως η Εκκλησία, οι Δήμοι, ορισμένα κόμματα και άλλοι φορείς, διοργανώνουν διανομές τροφίμων και συσσίτια σε καθημερινή βάση, χωρίς να διαχωρίζουν τους αναξιοπαθούντες σε Έλληνες και ξένους. Φυσικά, τα ποσοστά της Χ.Α. εκτινάχθηκαν περαιτέρω.
Κάποια στιγμή, αναρτήθηκε μια ανακοίνωση της Χ.Α. για τη θέση της γυναίκας και τα άτομα με ειδικές ανάγκες, η οποία δεν είχε να ζηλέψει κάτι από αντίστοιχες απόψεις του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία.  Κανενός εκ των ψηφοφόρων της το αυτί δεν ίδρωσε. Δεν μπορώ να φανταστώ άνθρωπο με ειδικές ανάγκες, που ψηφίζει το συγκεκριμένο κόμμα. Γυναίκες, όμως, μπορώ να φανταστώ. Πολλές, πάρα πολλές, και ας τους υπόσχεται η Χ.Α. ένα λαμπρό μέλλον μέσα σε μια κουζίνα και μακρυά από την ισότητα των δύο φύλων!
Φυσικά, ούτε λόγος για ενόχληση των ψηφοφόρων από την καθαρά ναζιστική ιδεολογία της Χ.Α.! Οι ίδιοι άνθρωποι, που η χώρα τους όχι απλά κατελήφθη από τις δυνάμεις του Άξονα αλλά υπέφερε τα πάνδεινα από αυτές, τώρα ασμένως στηρίζουν ένα κόμμα, το οποίο υμνεί ακριβώς εκείνες τις δυνάμεις και υβρίζει το πολίτευμα, μιλώντας για πραξικόπημα του 1974 (κ. Χρήστος Παππάς στις 17 Ιουλίου του 2013), και επιχειρηματολογεί, ότι η εξόντωση των Εβραίων δεν συνιστούσε Ολοκαύτωμα (κ.κ. Ηλίας Κασιδιάρης και Μιχάλης Αρβανίτης, τον περασμένο Ιούνιο).
Ας το πάρουμε, λοιπόν, απόφαση!
Οι ψηφοφόροι της Χ.Α. δεν ενδιαφέρονται, αν το κόμμα αυτό έχει προτάσεις για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως ζητημάτων της χώρας. Απλά γουστάρουν να βλέπουν τους βουλευτές του να βρίζουν, να απειλούν και να σαπίζουν στο ξύλο αλλοδαπούς, αριστερούς, ομοφυλόφιλους, καλλιτέχνες και όσους δεν ανταποκρίνονται στις σταθερές του κόμματός τους, να δείχνουν με τον πιο ποταπό τρόπο την περιφρόνησή τους στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα των κατοίκων αυτής της χώρας, να ωραιοποιούν το χουντικό παρελθόν μιας χώρας, η οποία πλήρωσε ακριβά τέτοια πολιτειακά πειράματα,  να κατηγορούν τους κακόβουλους ξένους και τους "προδότες" ντόπιους συνεργάτες τους, που απεργάζονται την καταστροφή της χώρας, την εκποίηση του εθνικού μας πλούτου και την αλλοίωση της ιστορίας, των ηθών και εθίμων μας, και, τέλος, να αποδεικνύουν, πόσο απεχθάνονται τη δημοκρατία (ακόμα και αυτή, την προβληματική, που έχουμε σε αυτό τον τόπο) και τις κατακτήσεις της. Οι ίδοι αυτοί συμπολίτες μας δεν αποφάσισαν εν μια νυκτί να  στηρίξουν τη Χ.Α., μέσα στην απελπισία τους αλλά είχαν το σχετικό αντιδημοκρατικό υπόβαθρο. Αρκούσε η κατάρρευση του δικομματισμού, για να το αποδείξουν. Και δεν "κολλώνουν" να το δείχνουν κάθε φορά, που η Χ.Α. ασχημονεί καθ' οιονδήποτε τρόπο.
Καλό θα είναι, λοιπόν, να αποβάλουμε την αυταπάτη, ότι, όσο περισσότερο ασχημονεί η Χ.Α., τόσο περισσότεροι πιστοί της θα την εγκαταλείπουν. Διότι οι ψηφοφόροι της αυτή γουστάρουν, αυτή εμπιστεύονται και αυτή ψηφίζουν, όπως και αν λειτουργεί.

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Ο δυσάρεστος πλην απαραίτητος ρόλος της δημοσιογραφίας

Ένας Γερμανός δημοσιογράφος, ονόματι Μάρτενς, ζητάει να πάρει συνέντευξη από τον κ. Τσίπρα. Το επιτελείο του τελευταίου εγκρίνει το συγκεκριμένο δημοσιογράφο και τον προσκαλεί σε δήλη μέρα και ώρα να προσέλθει στην Κουμουνδούρου για το σκοπό αυτό. Πράγματι, ο κ. Μάρτενς προσέρχεται και αρχίζει η συνέντευξη. Στην πορεία, η συνέντευξη διακόπτεται. Οι φήμες για τα αίτια της διακοπής οργιάζουν. Η "ΑΥΓΗ" σπεύδει να δικαιολογήσει τον κ. Τσίπρα. Μέχρι που έρχεται η απάντηση του κ. Μάρτενς, σύμφωνα με την οποία η αιτία της διακοπής της συνέντευξης ήταν η ερώτηση γύρω από το νόημα μιας δήλωσης του κ. Τσίπρα τον Ιούνιο του 2012.
Στη χώρα μας αποτελεί παγία πρακτική να αποφεύγουν οι πολιτικοί να εκτίθενται στον τύπο. Συνήθως, επιλέγουν τα πρόσωπα εκείνα, στα οποία θα παραχωρήσουν συνέντευξη. Πολύ πριν αναλάβει ο κ. Τσίπρας την προεδρία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ο μακαρίτης Μιλτιάδης Έβερτ δήλωνε, τις παραμονές των βουλευτικών εκλογών του 1996, ότι δεν επιθυμούσε να μιλήσει σε αντιπολιτευόμενες εφημερίδες, ενώ ο νυν πρωθυπουργός αποφεύγει επιμελώς τις συνεντεύξεις σε αντιπολιτευόμενα μέσα. Δεν σπανίζουν, βέβαια, τα αυστηρά και ενίοτε χολερικά άρθρα για τους πολιτικούς μας αλλά αυτά, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αποτελούν προϊόν πληροφοριών και προσωπικών εκτιμήσεων του εκάστοτε δημοσιογράφου.
Δυστυχώς, οι περισσότεροι πολιτικοί μας αποφεύγουν να αποδεχθούν κάτι στοιχειώδες σε κάθε πολιτισμένη χώρα, ήτοι ότι ρόλος ενός δημοσιογράφου είναι να γίνεται δυσάρεστος σε κάθε συνεντευξιαζόμενο. Να του κάνει ζόρικες ερωτήσεις! Να του δείχνει, ότι δεν τον φοβάται. Να μην αφήνει κανένα εκπρόσωπο κάθε είδους εξουσίας σε χλωρό κλαρί! Να μην του χαρίζεται! Σκοπός του τύπου είναι να ελέγχει τα πάντα και, πρώτα απ' όλους, τους ίδιους τους πολιτικούς. Και τέτοιου είδους έλεγχος δεν επιτυγχάνεται με χαριεντισμούς και ανώδυνες ερωτήσεις.
Τί έγινε εν προκειμένω; Την αποχώρηση του κ. Μάρτενς ακολούθησε ένα άρθρο της "ΑΥΓΗΣ", σύμφωνα με το οποίο "αν οι Γερμανοί δημοσιογράφοι έχουν μάθει να φέρονται έτσι στους ψοφοδεείς μνημονιακούς που μας κυβερνούν, πρέπει να μάθουν ότι αυτά στον ΣΥΡΙΖΑ δεν περνάνε." Πέρα από το απαράδεκτο και ρατσιστικό τσουβάλιασμα όλων των Γερμανών δημοσιογράφων στην ίδια κατηγορία και το επιεικώς απαράδεκτο ύφος, γίνεται μια αναφορά σε μια δήλωση του κ. Μάρτενς πέρσυ τον Ιούνιο αναφορικά με τον κ. Τσίπρα, προκειμένου να καταδειχθεί, πόσο δίκιο είχε ο πρόεδρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που έδιωξε το συγκεκριμένο δημοσιογράφο. Μια στιγμή, όμως! Υποτίθεται, ότι το επιτελείο του κ. Τσίπρα είχε ελέγξει τον κ. Μάρτενς και τον είχε βρει κατάλληλο, για να του πάρει συνέντευξη. Συνεπώς, αποκλείεται να μην εγνώριζε την επίμαχη δήλωση.
Προσωπική μου εκτίμηση; Δεν αποκλείεται ο κ. Τσίπρας να μη θυμόταν, ότι είχε κάνει την επίμαχη δήλωση περί υποστολής της ελληνικής σημαίας από ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ. και παράδοσής της στην κα. Μέρκελ Αυτό είναι απολύτως ανθρώπινο. Αλλά το χειρίστηκε με φρικτό τρόπο και αυτός και οι συνεργάτες του. Αρχικά αποχώρησε από τη συνέντευξη και, στη συνέχεια, το επιτελείο του ανέλαβε όχι μόνο να αναζητήσει τον "πληροφοριοδότη" (στην εποχή του Διαδικτύου, για να μην ξεχνιόμαστε) αλλά και να καλύψει τον  κ. Τσίπρα με το παραπάνω, ιταμού ύφους, άρθρο. Στην πραγματικότητα, όμως, τον εξέθεσε. Η δήλωση του κ. Μάρτενς, που αναφέρεται στην "ΑΥΓΗ", είχε διατυπωθεί καιρό πριν από την επίμαχη συνέντευξη. Επομένως, ήταν αδύνατο να μην υπέπεσε στην αντίληψη των συνεργατών του προέδρου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όταν έλεγξαν το παρελθόν του συγκεκριμένου δημοσιογράφου. Και μπορεί αυτό το ατόπημα να μην κοστίσει ιδιαίτερα στη χώρα μας αλλά στο εξωτερικό, όπου η FAZ αντιμετωπίζεται με σεβασμό, η εικόνα, που άφησε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μόνο θετική δεν ήταν.
Κάθε πολιτικός, είτε βρίσκεται στην εξουσία είτε είναι υποψήφιος νομέας αυτής, οφείλει να σέβεται το ρόλο του τύπου και να αποφεύγει, ο ίδιος ή οι συνεργάτες του τυχόν υπαιγινμούς για τους σκοπούς ή την καταγωγή του δημοσιογράφου, στον οποίο ο πολιτικός αυτός παραχώρησε συνέντευξη. Στην εγχώρια πολιτική ζωή, όμως, τέτοιες αρχές αποτελούν περιττά στολίδια στο δρόμο είτε για την κατάκτηση της εξουσίας είτε για τη διατήρησή της.

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Η βολική μεταφορά της ευθύνης

Δεν χρειαζόταν η εμετική αναφορά της κας. Ζαρούλια στην υπόθεση της κόρης του κ. Δραγασάκη, για να γίνει κατανοητό, τι ακριβώς αντιπροσωπεύει το κόμμα, στο οποίο ανήκει η εν λόγω βουλευτίνα. Για την ακρίβεια, το να περιμένει κανείς από τη Χ.Α. να επιδοθεί σε ρεσιτάλ καλών τρόπων είναι σα να αξιώνει κανείς από ένα ελέφαντα να ασχοληθεί με το επαγγελματικό πατινάζ.
Ωστόσο, αν κάτι γίνεται αντιληπτό, με αφορμή το ανωτέρω περιστατικό, αυτό δεν είναι ούτε η σφοδρότητα και η χυδαιότητα της επίθεσης, που εξαπέλυσε η κα. Ζαρούλια προς ένα συνάδελφό της βουλευτή ούτε ο πολλαπλασιασμός αυτών των περιστατικών εκ μέρους των βουλευτών της Χ.Α. Αυτά είναι, δυστυχώς, αναμενόμενα. Όταν μισό εκ. συμπολίτες μας επέλεξαν να ψηφίσουν το συγκεκριμένο κόμμα, ήξεραν πολύ καλά, τι «άνθη» έστελναν στη Βουλή. Άλλωστε, η Χ.Α. ουδέποτε έκρυψε τις ταραγμένες σχέσεις της με το σαβουάρ βιβρ και τη λατρεία της προς τον τραμπουκισμό. 
Δυστυχώς, περίσσεψαν στο Διαδίκτυο αλλά και εκτός αυτού οι δικαιολογίες για την κα. Ζαρούλια, κυρίως με αφορμή την προηγοηθείσα αμέλεια ή απροθυμία του κ. Δραγασάκη να επαναφέρει στην τάξη άλλους συναδέλφους του. Κάποιοι, μάλιστα, δεν δίστασαν να κατηγορήσουν τον κ. Δραγασάκη για επιλεκτική ευαισθησία και, εντεύθεν, να αποφύγουν επιμελώς να καταδικάσουν την αήθη συμπεριφορά της κας. Ζαρούλια. Άλλοι θυμήθηκαν τους κ.κ. Στάθη Παναγούλη και Γιάννη Στάθα, αμφοτέρων βουλευτών του ίδιου κόμματος με αυτό, με το οποίο έχει εκλεγεί ο κ. Δραγασάκης,  και τις ατάκες τους περί εκτελεστικού αποσπάσματος (του πρώτου) ή της μειωτικής αναφοράς του πρώτου στο πρόβλημα υγείας του κ. Σόιμπλε (του δεύτερου), επειδή αμφότεροι δεν τιμωρήθηκαν για τις δηλώσεις τους.
Τα πράγματα είναι απλά, ή, τουλάχιστον, θα έπρεπε να είναι απλά. Όταν ένας βουλευτής δέχεται μια επίθεση, όπως αυτή που δέχθηκε ο κ. Δραγασάκης, η καταδίκη της είναι όχι μόνο επιβεβλημένη αλλά και μονόδρομος, αν επιθυμούμε να εκλείψουν τέτοια φαινόμενα. Μόνο με την απερίφραστη στηλίτευση τέτοιων φαινομένων μπορεί να καταστεί δυνατή η μη επανάληψή τους.
Από τη στιγμή, όμως, που μπαίνει στη μέση η λογική της δικαιολόγησης τέτοιων ελεεινών περιστατικών, τότε, πλέον, ανοίγει ο δρόμος όχι μόνο για τη νομιμοποίησή τους αλλά και για την ενθάρρυνση ακόμα περισσοτέρων να διαπράξουν παρόμοια ανομήματα. Η αντίληψη ότι ένας βουλευτής ή πολιτικός έσφαλε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στο παρελθόν διό και τώρα "δικαίως τα λούζεται", εκτός του ότι οδηγεί στο συμψηφισμό ανομοίων πραγμάτων, ουσιαστικά λειτουργεί ευεργετικά για το δράστη μιας τέτοιας, απαράδεκτης ενέργειας και μεταθέτει τη συζήτηση από το αποτέλεσμα στην υποτιθέμενη αιτία, αφήνοντας το πρώτο ανέγγιχτο. Δεν υπάρχει πιο ανόητο και συνάμα βολικό πράγμα από τη δικαιολόγηση μιας ad hominem επίθεσης - η οποία, εκτός από χυδαία, είναι και ψευδής - με σκοπό την αποφυγή της απόλυτης καταδίκης της. Και δεν υπάρχει πιο πρόσφορος τρόπος να πολλαπλασιαστούν τέτοιες επιθέσεις από την επίκληση διαφόρων δικαιολογιών, όπως η παραπάνω περί κακής ασκήσεως των καθηκόντων του θύματος αυτής της επίθεσης.
Σε μια σοβαρή κοινωνία, πολιτικοί και πολίτες αναλαμβάνουν τις απαιτούμενες πρωτοβουλίες για την καταδίκη τέτοιων φαινομένων και την περιθωριοποίηση των φορέων τους. Στη χώρα μας, όχι μόνο συζητήθηκε στα σοβαρά το δικαίωμα ενός μέλους του κοινοβουλίου να εκφράζεται ελεύθερα, ακόμα και να καθυβρίζει συναδέλφους της, αλλά και το βάρος της συζήτησης μετατέθηκε στις υποτιθέμενες ευθύνες του θύματος για την επίθεση αυτή. Πέρα από την τετριμμένη διαπίστωση, ότι η ανοχή σε τέτοιες πρακτικές είναι προς όφελος της Χ.Α., με την ίδια παθητική στάση πέφτει ακόμα περισσότερο νερό στο μύλο της χυδαιότητος. Και κάποια στιγμή, η χυδαιότητα αυτή θα πλήξει ακόμα περισσότερους, ίσως και εμάς, τους ίδιους, που μπροστά στην αήθη επίθεση μιας βουλευτίνας θυμηθήκαμε τη βολική μεταφορά της ευθύνης από το δράστη στο θύμα.

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Μια από τα ίδια και ο ελληνικός φιλελευθερισμός;

Ο κ. Τζήμερος μπήκε στην πολιτική ζωή του τόπου πριν από μερικούς μήνες. Δεν ήταν επαγγελματίας πολιτικός ούτε είχε ξανασχοληθεί με την πολιτική, κατά δήλωσή του. Αξιοποίησε το Διαδίκτυο, ώστε να προβάλλει τις ιδέες της ΔΗΞΑΝ. Κέρδισε την εκτίμηση πολλών πολιτών, οι οποίοι είχαν κουραστεί και απογοητευτεί από το δικομματισμό, δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις εμμονές της Αριστεράς, παραδοσιακής και ανανεωτικής, και είχαν αρκετές δημοκρατικές ευαισθησίες, ώστε να βδελύσσονται την ακροδεξιά. Κατάφερε να μιλήσει στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο και να ακουστεί πέρα από τους χρήστες του Διαδικτύου (η Ελλάδα έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ε.Ε.). Πήρε ένα αξιοπρεπέστατο 2,1% στις εκλογές της 06.05.2012. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις εμφάνισαν τη ΔΗΞΑΝ ανεβασμένη. Και ύστερα ήλθε η ιστορία με τον κ. Βαλλιανάτο να αποδείξει, πόσο ψευδεπίγραφος υπήρξε ο φιλελευθερισμός της ΔΗΞΑΝ. Ο όρος, που ο κ. Τζήμερος έθεσε στη «ΔΡΑΣΗ-Φ.Σ.», ώστε να κατεβούν από κοινού στις επερχόμενες εκλογές, ήταν η απομάκρυνση του κ. Βαλλιανάτου. Μια από τις βασικότερες αρχές του φιλελευθερισμού είναι ο σεβασμός στη διαφορετικότητα. Άρα; Όσο αιρετική και ενίοτε προκλητική και αν φαντάζει η στάση του κ. Βαλλιανάτου για ορισμένα θέματα, η συμπεριφορά του είναι απόλυτα εναρμονισμένη με τις αρχές του φιλελευθερισμού, που θέλουν τον άνθρωπο να προοδεύει σύμφωνα με την αξία του και ανεξάρτητα από τις όποιες πεποιθήσεις ή επιλογές του, οι οποίες πρέπει να είναι σεβαστές. Κακά τα ψέμματα, αν σκεφτούμε τις καταδικαστικές σε βάρος της Ελλάδος και υπέρ των Τούρκων ή Μακεδόνων το φρόνημα συμπολιτών μας αποφάσεις του ΕΔΔΑ αλλά και την ανεγνωρισμένη με διεθνείς συμβάσεις υποχρέωση της Ελλάδος να σέβεται το δικαίωμα των κατοίκων της να αυτοπροσδιορίζονται, ο κ. Βαλλιανάτος δεν λέει κάτι βλαπτικό. Αν σκεφτούμε, ότι στις χώρες της Δύσης κανένας δεν ασχολείται με το κρεββάτι ενός πολιτικού, ο κ. Βαλλιανάτος δεν λέει κάτι παράλογο. Ο κ. Τζήμερος έπεισε πολλούς, ότι κομίζει κάτι καινούργιο στην πολιτική σκηνή του τόπου. Μετά το παραπάνω περιστατικό, θα δυσκολευτεί να πείσει περισσότερους γι’ αυτό, παρά την αίσια έκβαση της υπόθεσης αυτής και την τελική συμμετοχή του κ. Βαλλιανάτου στο παραπάνω εγχείρημα. Ελάχιστοι δε, πλέον, θα πείθονται, ότι ο φιλελευθερισμός εν Ελλάδι δεν έχει νοσήσει και αυτός από τον ιό του συντηρητισμού, που επικρατεί στη χώρα μας.

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Τα γνωρίσματα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος

Σήμερα, συμπληρώνονται 45 χρόνια από την κατάλυση του Συντάγματος από μια ομάδα επίορκων αξιωματικών του στρατού. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι πρόκειται για μια από τις μελανότερες στιγμές της νεότερης ιστορίας μας, όσο και αν οι αναθεωρητικές φωνές πληθαίνουν με γοργούς και επικίνδυνους ρυθμούς.
Οι τελευταίες αυτές φωνές βρίσκουν πρόθυμους αποδέκτες στην μπερδεμένη σήμερα ελληνική κοινωνία. Οι πρόσφατες εξελίξεις (δανειακές συμβάσεις, αύξηση της ανεργίας κ.λπ.) σάρωσαν το καθεστώς απάθειας, που επικρατούσε στην κοινωνία μας και ανέδειξαν ορισμένες δυνάμεις, οι οποίες προωθούν την άποψη, ότι ζούμε σε ένα καθεστώς, το οποίο από πλευράς σκληρότητας δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από αυτό της χούντας.
Δεν πρόκειται για πρωτοεμφανιζόμενη τακτική. Σε κάθε ταραγμένη περίοδο της ιστορίας πλήθαιναν οι φωνές, που επιχειρούσαν να ερμηνεύσουν με ριζοσπαστικό τρόπο την πολιτική κατάσταση μιας χώρας. Επιτήδειοι ρήτορες μα και άνθρωποι χωρίς ρητορικό χάρισμα αλλά με περίσσευμα πείσματος και άγνοια της ιστορίας υποστήριζαν με πάθος τις απόψεις τους περί ολοκληρωτισμού, ο οποίος, δήθεν, επικρατούσε σε ένα τόπο, και κατακεραύνωναν όσους είχαν αντίθετη άποψη, στολίζοντάς τους με κοσμητικά επίθετα, που ξεκινούσαν από το "εγκάθετοι" και έφταναν μέχρι το "επικίνδυνοι". Οι ίδιοι άνθρωποι έχουν κάνει και σήμερα την εμφάνισή τους και υποστηρίζουν με θέρμη, ότι ζούμε σε καθεστώς χούντας.
Επειδή, όμως, υπάρχουν και κάποια ιστορικά ντοκουμέντα, τα οποία αφορούν την εποχή και τις συνθήκες, που επικρατούσαν σε χουντικά/ολοκληρωτικά καθεστώτα, καλό είναι να γνωρίζουμε, ότι :
.- Δεν υπάρχει χουντικό καθεστώς, το οποίο να επιτρέπει τις αντίθετες φωνές. Σε τέτοια πολιτεύματα, ο φορέας της αντίθετης από την κρατούσα κυβερνητική άποψης χαρακτηρίζεται ως αντιφρονών και υφίσταται κυρώσεις, οι οποίες κυμαίνονται από την απόλυσή του από την εργασία του έως την άμεση εξόντωσή του. Σε αρκετά από τα καθεστώτα αυτά οι αντιφρονούντες χαρακτηρίζονται ως ψυχικά διαταραγμένοι και νοσηλεύονται ακούσια σε ιδρύματα, με σκοπό την αναμόρφωσή τους, ώστε να επανενταχθούν στην κοινωνία. Μπορείτε να φανταστείτε, τι είδους νοσηλεία τους επιφυλάσσεται!
.- Σε κανένα χουντικό καθεστώς δεν επιτρέπεται η ίδρυση και λειτουργία πολιτικών κομμάτων. Μην βιαστείτε να ταυτίσετε τα κόμματα αυτά με τις παράνομες οργανώσεις, που δραστηριοποιήθηκαν στην Ελλάδα κατά την επταετία 1967-1974, διότι εκείνες ήταν ομάδες, που είχαν ιδρυθεί εν κρυπτώ και παραβύστω, χωρίς πανηγυρικές ιδρυτικές διακηρύξεις σε Μ.Μ.Ε. και εν γένει δημόσιες πράξεις, τα μέλη των οποίων ζούσαν με το φόβο της κατάδοσης από τους "νομιμόφρονες" γείτονες στις αρχές. Τα σημερινά κόμματα στην Ελλάδα όχι μόνο λειτουργούν άφοβα ( οι επιθέσεις, που δέχονται τα μέλη ορισμένων εξ αυτών από ακροδεξιούς, όσο αντιδημοκρατικές και απαράδεκτες και αν είναι, δεν αναιρούν την πραγματικότητα) αλλά δύνανται να εκφράζουν την αντίθεσή τους προς την κυβερνητική πολιτική, ακολουθώντας ακόμα και τακτικές αμφιβόλου κοσμιότητος.
.- Στα χουντικά/ολοκληρωτικά καθεστώτα ο έλεγχος της εξουσίας στην καθημερινότητα των πολιτών είναι ασφυκτικότατος. Παιδιά εκπαιδεύονται να παρακολουθούν, αν οι γονείς τους έχουν ασύμβατες με την εξουσία δραστηριότητες, γείτονες κατασκοπεύουν τους γείτονές τους και οι υπήκοοι αυτών των κρατών ελέγχονται, αν διαβάζουν αντιδραστικά βιβλία (στο βιβλίο του δημοσιογράφου κ. Γιάννη Κάτρη "Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα 1960-1974" απαριθμούνται τα βιβλία, που απαγορεύτηκαν επί χούντας, ανάμεσα στα οποία ήταν και η τραγωδία "Αντιγόνη") ή ακούν αντιδραστική μουσική. Βιβλία και δίσκοι κατάσχονται και καταστρέφονται, ενώ οι κάτοχοί τους υφίστανται τις συνέπειες της επιλογής τους να κατέχουν τέτοια διεφθαρμένα/αντιδραστικά πράγματα. Ακόμα και οι μετακινήσεις ελέγχονται. Κανένας δεν μπορεί να βγει ελεύθερα από τη χώρα και σε πολλές περιπτώσεις κανένας δεν μπορεί να μετακινείται ελεύθερα εντός της χώρας, αν δεν συντρέχει ειδική δικαιολογία.
.- Στα ολοκληρωτικά καθεστώτα ο πολίτης μετατρέπεται σε υπήκοο, ο οποίος οφείλει τυφλή υπακοή και αφοσίωση στην εξουσία. Αυτό συνεπάγεται την απουσία κριτικής σκέψης άλλως την καταπίεση κάθε αντιδραστικής φωνής μέσα στον υπήκοο. Ο σκεπτόμενος άνθρωπος είναι εχθρός του λαού και της εξουσίας, διότι κρίνει και αμφισβητεί την εξουσία και τους σκοπούς της. Κάθε απόπειρα σκέψης θεωρείται ανατρεπτική πράξη και τιμωρείται. Κάθε προβολή αιτήματος σχετικού ακόμα και με τη βελτίωση των συνθηκών ζωής και εργασίας χαρακτηρίζεται ως προσπάθειας κατάλυσης του πολιτεύματος και καταστέλλεται με ανείπωτη σκληρότητα.
Βέβαια, θα υποστηριχθεί και η άποψη, ότι κάθε χούντα έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Σύμφωνοι αλλά καμμία χούντα δεν υπάρχει χωρίς το σύνολο των παραπάνω γνωρισμάτων τα δε ιδιαίτερα γνωρίσματα κάθε χούντας εξαντλούνται στα μέσα επιβολής της π.χ. άλλη χούντα βασίζεται στην αστυνομία και άλλη στο στρατό, αλλά συνυπάρχουν σε αυτή όλα τα παραπάνω στοιχεία.
Δεν έχω αντίρρηση, ότι ζούμε σε εποχές προβληματικές και αυτό κανένας λογικός άνθρωπος δεν το αμφισβητεί. Αλλά κάθε προβληματικό πολίτευμα δεν είναι απαραίτητα χούντα, όταν δεν συντρέχουν τα παραπάνω γνωρίσματα.

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Στη χώρα της αποθέωσης του παρελθόντος

Θα υπέπεσε στην αντίληψή σας η περίπτωση της Πηγής Σερρών, του πρώτου χωριού στην Ελλάδα, το οποίο αποφάσισε να επιστρέψει στη δραχμή, ακολουθώντας, λέει, το παράδειγμα άλλων κοινοτήτων χωρών της Ε.Ε. Οι πιο υποψιασμένοι θα έψαξαν το θέμα στο Διαδίκτυο, όπου και θα διεπίστωσαν, ότι δεν υπάρχει κοινότητα ή πρώην κοινότητα με τέτοιο όνομα, οπότε, αφού δεν υπάρχει πρωταγωνιστής, δεν υπάρχει και υπόθεση. Οι περισσότεροι, όμως, όχι απλά κατάπιαν αμάσητο το παραμύθι αλλά ξιφούλκησαν υπέρ του γενναίου γαλατικού….. ε, με συγχωρείτε, ελληνικού χωριού, το οποίο αντιστέκεται σθεναρά στην αλλοτρίωση, που επιβάλλει η Ε.Ε. και πολλοί άλλοι (προσθέσατε τους κακούς της αρεσκείας σας), επιστρέφοντας στις φερόμενες ως παραδόσεις μας.
Το παραπάνω περιστατικό δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα, ακόμα, σύμπτωμα της παρελθοντολαγνείας, που κατακλύζει την κοινωνία μας. Σε μια χώρα, που αρέσκεται, ακόμα και σήμερα, να προβάλλει στα πλεονεκτήματά της την καταγωγή των κατοίκων της από ενδόξους προγόνους, η στροφή στο παρελθόν όχι μόνο αποτελεί τακτική για την αποφυγή της αντιμετώπισης του παρόντος και του μέλλοντος με ρεαλιστικούς όρους αλλά και μέσο για την προσέλκυση θαυμαστών-ψηφοφόρων των πάσης φύσεως πολιτικών και εν γένει δημοσίων προσώπων. Ποιος μπορεί, άραγε, να λησμονήσει τη δημοφιλία του τέως Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστόδουλου, μότο του οποίου αποτελούσε το αμίμητο «όπισθεν ολοταχώς»; Και πόσοι δεν ασπάζονται τη λογική του κ. Γιανναρά, ο οποίος μέσα από τη στήλη του στην «Κ» ωρύεται για την αποκοπή από τις ρίζες μας, η οποία επήλθε με την κατάργηση του πολυτονικού, του οποίου την επαναφορά ζητεί, αντί να ζητήσει να αυξηθούν οι ώρες διδασκαλίας των νέων ελληνικών;
Με αυτά αλλά και με άλλα παραδείγματα παρουσιάζεται ως ελκυστική μια εποχή ή μια πρακτική, εις τρόπον ώστε να καταδικαστεί το σήμερα και να ζητηθεί επιτακτικά η επιστροφή στο χτες και τις πρακτικές του. Η παρελθοντολογία είναι ένας χρήσιμος τρόπος άρνησης τόσο της αντιμετώπισης της σκληρής πραγματικότητας όσο και της ανεύρεσης τρόπων για την έξοδο από την κρίση. Με την επίκληση του παρελθόντος ή των συνηθειών, που επικρατούσαν τότε, το χτες αποθεώνεται ως μια ιδανική κατάσταση και ανυψώνεται σε επιθυμητό, ενώ η κοινωνία καλείται να γυρίσει τις πλάτες της στο παρόν και να διδαχθεί από τη, δήθεν, παράδοσή μας και το υποτιθέμενο ένδοξο παρελθόν μας. Οι πιστοί της επιστροφής αυτής παρουσιάζουν ένα εξιδανικευμένο παρελθόν πασπαλισμένο με μπόλικη παραφιλολογία, το οποίο, δια της μεθόδου της διαδόσεώς του με κάθε μέσο, προσπαθούν να παρουσιάσουν ως μια τεκμηριωμένη και ακλόνητη αλήθεια. Στην παραπλάνηση αυτή βοηθάει το ζοφερό παρόν και το αβέβαιο μέλλον, αφού προβάλλεται το απατηλό δίλημμα, ότι είναι προτιμότερο το παρελθόν, όταν τα πράγματα δεν είχαν φτάσει στη σημερινή κατάσταση, άλλως ότι δεν βλάπτει να στρεφόμαστε σε παλαιότερες εποχές, όταν ο κόσμος ζούσε, υποτίθεται, καλύτερα. Ο χτυπημένος από την εν γένει κρίση άνθρωπος δύσκολα θα αντισταθεί στην προβολή ενός ελκυστικού παρελθόντος, ιδίως όταν έχει απελπιστεί και δεν έχει ούτε την κουλτούρα ούτε την υπομονή, ώστε να αντιληφθεί, τι κούφια λόγια του τάζουν οι χοντρέμποροι του λαϊκισμού.
Σε μια εποχή οικονομικής ευμάρειας, έστω επίπλαστης, τέτοιες φωνές θα περιθωριοποιούνταν πολύ εύκολα. Στην εποχή της γενικευμένης κρίσης κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος. Αυτό, όμως, αντί να ανησυχεί τον πολύ κόσμο, αντιμετωπίζεται από αυτόν με αδιαφορία.

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Τί άλλο περιμένατε από το ΚΚΕ;

Κάθε φορά, που το ΚΚΕ ετοιμάζεται να βγάλει κάποια ανακοίνωση, αισθάνομαι, ότι γνωρίζω από πριν το περιεχόμενό της. Θα ακουστούν οι γνωστές κραυγές κατά του επάρατου ιμπεριαλισμού, θα γίνει λόγος για καταχθόνια σχέδια σε βάρος της εργατιάς, της αγροτιάς και του φοιτητικού κινήματος και, ως περίοδος κατακλείδα, θα ακούσουμε το κάλεσμα σε αγώνα. Αν εργαζόμουν ως λογογράφος στο ΚΚΕ, δεν θα είχα καμμία σκοτούρα για το περιεχόμενο του κειμένου, που θα ‘πρεπε να γράψω.
Σε μια χώρα, όπου οι πολιτικές απόψεις μοιάζουν σαν τα πουκάμισα, που κάποιος καλείται να αλλάζει κάθε τρεις και λίγο, ώστε να μην παρεκκλίνει από τη μόδα (ή, εν προκειμένω, από τις προτιμήσεις των ψηφοφόρων), ίσως θα έπρεπε να οφείλουμε κάποιο σεβασμό προς το κόμμα αυτό, που ακολουθεί πιστά τις ίδιες αρχές εδώ και χρόνια. Ωστόσο, μάλλον θα πρέπει να γίνει κάποιος διαχωρισμός ανάμεσα στις αρχές ενός κόμματος και τις μεθόδους εφαρμογής τους, προκειμένου να γίνει περισσότερο διαυγής η εικόνα του ΚΚΕ. Οι αρχές τους σεβασμού στα δικαιώματα των εργατών και των αγροτών, η κατάργηση των μεσαζόντων στην αγορά και ο κεντρικός οικονομικός σχεδιασμός είναι μερικές από τις πάγιες απόψεις του εν λόγω κόμματος και μπορεί μεν κανείς να διαφωνεί με αυτές ιδεολογικά ή να αμφισβητεί την επιτυχία τους στο παρελθόν αλλά ως πολιτικές απόψεις δεν μπορούν παρά να είναι σεβαστές. Το πρόβλημα εντοπίζεται στους τρόπους, με τους οποίους το ΚΚΕ επιλέγει να εφαρμόσει αυτές τις αρχές του. Όσο, δηλαδή, και αν είναι υπαρκτό και σοβαρό το πρόβλημα των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων στην ελληνική εμπορική ναυτιλία, ο αποκλεισμός των λιμανιών δεν είναι και ο καλύτερος τρόπος, για να δείξει κανείς την υποστήριξή του στους εργαζομένους αυτούς. Ούτε, φυσικά, η κριτική στην ελεύθερη αγορά μπορεί να περιορίζεται, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στην απόλυτη καταδίκη της ούτε η υποστήριξη στους αγροτικούς πληθυσμούς μπορεί να γίνει με το κλείσιμο των δρόμων.
Η πρόσφατη ανακοίνωση του ΚΚΕ για το «κίνημα της πατάτας», πέραν του ότι αποδεικνύει, ότι όλα τριγύρω αλλάζουνε (για τον υπόλοιπο κόσμο) και όλα τα ίδια μένουν (για το ΚΚΕ), αποκαλύπτει την παραπάνω παθογένεια του κόμματος αυτού. Παρά το γεγονός, ότι η συγκεκριμένη κίνηση των πατατοπαραγωγών υπήρξε ίσως η πιο πολιτική πράξη των τελευταίων ετών στη χώρα μας αλλά και η πιο κοντινή στις αντιλήψεις του παραπάνω κόμματος, εντούτοις το τελευταίο, αντί να την αγκαλιάσει, αρκέστηκε σε μια παρανοϊκή ανακοίνωση, με την οποία ούτε λίγο ούτε πολύ χαρακτηρίζει την κίνηση αυτή ως κόλπο της κυβέρνησης, «για να αξιοποιήσουν τον πόνο των φτωχών λαϊκών στρωμάτων», ως, επίσης, ότι «στόχος προβολής του «κινήματος της φθηνής πατάτας» είναι ίδιος με εκείνον της προβολής του λεγόμενου κινήματος των πλατειών», δηλαδή «αποπροσανατολισμός των μικρών φτωχών αγροτών παραγωγών, απομάκρυνσή τους από το αγροτικό κίνημα με προσανατολισμό ρήξης με τα μονοπώλια και την ΕΕ».
Στην πραγματικότητα, το ΚΚΕ δεν επιθυμεί απλά να παραμείνει προσηλωμένο στη γραμμή, που χάραξαν στο παρελθόν οι προκάτοχοι της σημερινής ηγεσίας του, αλλά και ολόκληρος ο κόσμος να ακολουθήσει αυτή τη γραμμή μέσα από τις τάξεις του. Ακόμα, δηλαδή, και αν μια άποψη συγκλίνει προς τις αρχές του κόμματος αυτού, λοιδορείται ως αντιδραστική και παραπλανητική και απορρίπτεται εφόσον δεν προέρχεται από αυτό. Και αν η πραγματικότητα επιβάλλει να αναγνωριστούν και ενδεχόμενα καθιερωθούν πρακτικές, όπως η πώληση αγροτικών προϊόντων απευθείας από τους αγρότες στου καταναλωτές, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα, σύμφωνα με τη λογική του ΚΚΕ.
Βέβαια, δεν είναι φρέσκο το φαινόμενο το ΚΚΕ να λειτουργεί με λογική θρησκευτικής σέχτας, η οποία δεν ενοχλείται, αν ταλαιπωρηθούν ουκ ολίγοι συμπολίτες μας, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της. Αν, όμως, λειτουργούσε διαφορετικά, δεν θα ήταν ΚΚΕ.


Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Τί σημαίνει πατριωτισμός;

Κάθε φορά, που ξεσπάει μια κάποιας μορφής κρίση, εμφανίζονται διάφοροι αυτόκλητοι σωτήρες, που επικαλούνται τον πατριωτισμό του συνελλήνων, προκειμένου αυτή να ξεπεραστεί. Για ένα λαό, που χαρακτηρίζεται εδώ και χρόνια ως έθνος περικυκλωμένο από προαιώνιους (και συνάμα αόρατους, σε πολλές περιπτώσεις) εχθρούς, η επίκληση στον πατριωτισμό λειτουργεί συσπειρωτικά και πάνω από ιδεολογίες και κομματικές προτιμήσεις ,τουλάχιστον για ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας μας.
Ωστόσο, παραμένει ζητούμενο, ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της έννοιας. Ακόμα και οι ίδιοι οι πάτρωνές της αποφεύγουν να την προσδιορίσουν. Κάπως έτσι, ο καθένας δινει τη δική του σημασία στο πατριωτισμό. Για άλλους είναι η αγάπη για καθετί ελληνικό, για άλλους η αντίθεση στην κυβέρνηση, που έχει μετατρέψει το Σύνταγμα σε κουρελόχαρτο, και για άλλους η πίστη στις παραδοσιακές αξίες του τόπου μας(ορθοδοξία, ελληνισμός, προγονολατρεία κ.λπ.). Μια αόριστη έννοια τους χωράει όλους, ειδικά όταν ο εχθρός είναι συγκεκριμένος ή, τουλάχιστον, συγκεντρώνει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ό,τι οι πολλοί θεωρούν ως επιζήμιο για την Ελλάδα.
Κανένας, βέβαια, από τους πιστούς του πατριωτισμού αυτού του τύπου δεν μπαίνει στον κόπο να σκεφτεί, εάν πληρούν των ίδιων με αυτόν κριτηρίων οι διαπρύσιοι κήρυκες αυτής της αφηρημένης έννοιας. Ούτε, βέβαια, αν ο τάδε υπερπατριώτης τηρούσε ανέκαθεν αποστάσεις από αυτούς, που σήμερα εχθρεύεται ως μη πατριώτες, ή αν υπήρξε συνεπής προς τις υποχρεώσεις του απέναντι στην πατριδα, που σήμερα δακρυσμένος επικαλείται. Αυτά είναι μάλλον ψιλά γράμματα για τους θερμόαιμους, οι οποίοι τρέφουν για τη λογική την ιδια απέχθεια με τους φανατικούς ρασοφόρους όλων των θρησκειών.
Άλλωστε, ο πολιτικαντισμός ανέκαθεν προσείλκυε πολύ κόσμο, επειδή χαρακτηριζόταν από μια ακατάσχετη γενικολογία και συνθηματολογία, που απέκλειαν τη χρήση του ορθού λόγου. Δεν χρειαζόταν να σκεφτεί κανείς, αρκούσε να ονειρεύεται μέσα από συνθήματα, αόριστες έννοιες και κραυγές. Και αρκετές περιπτώσεις του παρόντος, όπως τα κόμματα των κ.κ. Θεοδωράκη και Καμμένου αποδεικνύουν, ότι η πολιτική ρηχότητα δεν έπαψε ποτέ να γοητεύει το μέσο Έλληνα.

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

Η απώλεια ενός ευπατρίδη

Για το Λεωνίδα Κύρκο έχουν ακουστεί πολλά αντικρουόμενα λόγια. Για κάποιους υπήρξε ένας από τους Νέστορες της μεταπολιτευτικής πολιτικής ζωής, ένας πολιτικός με μακροχρόνιους αγώνες για την Αριστερά και την ελευθερία σε μια εποχή, που και οι δύο έννοιες αποτελούσαν το κόκκινο πανί για την καθεστώσα τάξη, με ανοικτούς ορίζοντες και έτοιμος να επισημάνει τις δυσκαμψίες της παράταξής του και να συγκρουστεί με ό,τι έκρινε, ότι την έβλαπτε. Για τους επικριτές του ήταν ένας κακός παίκτης φυσαρμόνικας και σίγουρα ένας κάκιστος πολιτικός, επί των ημερών του οποίου το ΚΚΕ εσωτερικού έμεινε εκτός Βουλής και απέτυχε να διαχειριστεί προς όφελος της Ανανεωτικής Αριστεράς τον όγκο των φίλων της, που απαλλαγμένοι από τις έως τη Μεταπολίτευση διώξεις είχαν από το 1974 και μετά τη δυνατότητα να την υποστηρίξουν ανοικτά και χωρίς το φόβο του χωροφύλακα.
Στην πραγματικότητα, ο Λεωνίδας Κύρκος υπήρξε ένας πολιτικός με τις αρετές και τα λάθη του, όπως και κάθε πολιτικός, που πέρασε από την πολιτική ζωή του τόπου μας. Υπήρξε ένας από τους πρώτους αριστερούς, που διέγνωσε την ανάγκη να απαλλαγεί η Αριστερά από τα κομμουνιστικά βαρίδια, τα οποία την εμπόδιζαν να αντιμετωπίσει με λιγότερη προκατάληψη τις εξελίξεις ανά τον κόσμο. Ήταν ένας από τους στυλοβάτες της ελληνικής Αριστεράς σε μια εποχή, που η ένταξη κάποιου στο συγκεκριμένο πολιτικό χώρο συνεπαγόταν διωγμούς και ταλαιπωρίες, τα οποία και βίωσε ο Λεωνίδας Κύρκος. Μεταπολιτευτικά προσπάθησε να προσελκύσει τους συμπαθούντες την Αριστερά στο Κ.Κ.Ε. εσωτερικού. Απέτυχε παταγωδώς για τρεις λόγους :


.- Η ιδιοσυγκρασία του δεν του επέτρεψε να κάνει δημαγωγία, προκειμένου να κερδισει ψήφους. Ανέκαθεν προτιμούσε τη σύνεση από τα εμπρηστικά λόγια και απέφευγε τις προκλητικές δηλώσεις αλλά και την αλαζονεία, που διακρίνει σήμερα ένα κομμάτι της λεγόμενης Ανανεωτικής Αριστεράς.


.- Έπεσε πάνω στο φαινόμενο του ΠΑ.ΣΟ.Κ., το οποίο καθοδηγούμενο από τον Ανδρέα Παπανδρέου έτρεχε με σπασμένα φρένα προς την εξουσία. Το σύνθημα του Ανδρέα Παπανδρέου "καμμία ψήφος στη Δεξιά" έστρεψε τότε πολλούς φίλα προσκείμενους στην Αριστερά ψηφοφόρους στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., ίσως επειδή αυτό παρείχε περισσότερα εχέγγυα, για την κατάληψη της .


.- Το Κ.Κ.Ε. εσωτερικού υπήρξε ένα κόμμα, του οποίου τα στελέχη φημίζονταν για την καλλιέργειά τους αλλά και το ήθος τους, ό,τι πρέπει, δηλαδή, για να γίνουν αντιπαθείς από το σύνολο ενός λαού, που ποτέ δεν είχε αγαστές σχέσεις με τη μόρφωση. Ένα κόμμα τέτοιου τύπου, το οποίο δεν υποσχόταν διορισμούς και ρουσφέτια, δεν έταζε λαγούς με πετραχήλια και δεν χάιδευε τα αυτιά κανενός ακραίου, ήταν καταδικασμένο σε αποτυχία.


Προς το τέλος της ζωής του, ο Λεωνίδας Κύρκος έκανε κάτι το ασυνήθιστο για Έλληνα αριστερό. Μέσα από το βιβλίο του με τίτλο "ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΥΡΚΟΣ : ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ", ο εν λόγω πολιτικός αναγνώρισε λάθη στις επιλογές του και προέβη σε μια εν γένει αυτοκριτική. Στις πρώτες κιόλας μέρες κυκλοφορίας του εν λόγω βιβλίου οι βολές από τους πρώην συντρόφους του έπεφταν με ρυθμούς οπλοπολυβόλου. Και εκεί έγκειται ίσως η αξία του βιβλίου αυτού, ότι απέδειξε την απουσία γνήσιας αυτοκριτικής από ένα ένδοξο κομμάτι του ελληνικού πολιτικού κόσμου.


Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, ο Λεωνίδας Κύρκος δεν υπήρξε επιτυχημένος πολιτικός. Ούτε υπήρξε αναμάρτητος. Αλλά η αναζήτηση αναμάρτητων πολιτικών με θητεία στα κοινοβούλια όλου του κόσμου είναι το ίδιο μάταιη με την αναζήτηση οξυγόνου στο φεγγάρι. Στο σκληρό κόσμο της πολιτικής κάθε πρόσωπο πιστώνεται με κάποιες εσφαλμένες επιλογές. Ο Λεωνίδας Κύρκος, όμως, υπήρξε ένας πολιτικός, ο οποίος απέφυγε τα σοβαρά λάθη και τόλμησε να κάνει μια δημόσια αυτοκριτική, αναγνωρίζοντας τα οποία σφάλματά του, χωρίς να λησμονούμε ήθος του, το οποίο δεν του επέτρεψε να υιοθετήσει τακτικές ευκολίας, καταστάσεις, που μόνο αυτονόητες δεν λογίζονται στη χώρα μας. Και αυτά υπεραρκούν για να του χαρίσουν τον τίτλο του ευπατρίδη.


Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Η μαγική δύναμη της ελευθερίας της επιλογής



Την ώρα, που γράφω αυτές τις γραμμές, δεν αποκλείεται να έχει ανακοινωθεί, ότι ο επί σαράντα και βάλε χρόνια ηγέτης της Λιβύης, κ. Μουαμάρ Καντάφι, συνελήφθη ή έπεσε νεκρός από τα πυρά αντιφρονούντων ή διέφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Δεν αποκλείω, επίσης, το ενδεχόμενο ο ανωτέρω να ανέκαμψε πλήρως και να πήρε φαλάγγι τους αντιρρησίες του, ανακαταλαμβάνοντας ενδεχομένως την Τρίπολη. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις 100%, τι συμβαίνει τόσο μακρυά από το σπίτι σου και η εμπειρία της μετάδοσης της εισβολής του Ιράκ στο Κουβέιτ το απέδειξε πικρά. Πάντως, δύσκολα αμφισβητείται, ότι ο Λίβυος ηγέτης περνάει πολύ δύσκολες στιγμές.


Για τη φύση του πολιτεύματος της Λιβύης τα τελευταία 43 χρόνια δεν υπάρχουν πολλές αμφιβολίες, άλλωστε δε νοείται ένα πρόσωπο να παραμένει στην εξουσία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και χωρίς να προκηρύσσονται ελεύθερες εκλογές, μόνο επειδή το αγαπάει ο λαός του. Η ιστορία έχει παρόμοια παραδείγματα "αυθόρμητης" λαϊκής αγάπης από τη σταλινική Ε.Σ.Σ.Δ. και άλλες περιπτώσεις. Φυσικά, υπάρχει και κόσμος, που θαυμάζει ηγέτες αυτού του είδους, αλλά ο εγκωμιασμός ενός ξένου πολιτεύματος δεν έχει ποινικές συνέπειες.


Εδώ και λίγους μήνες, από τότε, δηλαδή, που ξέσπασε η εξέγερση κατά του καθεστώτος Καντάφι, έχει ανοίξει μια κουβέντα στην Ελλάδα σχετικά με τα κίνητρα των εξεγερμένων. Υπάρχει μια σημαντική μερίδα, που θεωρεί, ότι η εξέγερση είναι υποκινούμενη από τις μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες δήθεν κόπτονται για τα δικαιώματα του λιβυκού λαού ενώ, στην πραγματικότητα, έχουν βάλει στο μάτι τα λιβυκά πετρέλαια. Η ίδια μερίδα υποστηρίζει, ότι τα χρήματα από την πώληση και εν γένει εκμετάλλευση του πετρελαίου πηγαίνουν απευθείας στο λιβυκό λαό, ο οποίος απολαμβάνει πολλές κρατικές υπηρεσίες, τις οποίες εμείς στην Ελλάδα ούτε που τις φανταζόμαστε και ο λιβυκός λαός έχει ένα από τα υψηλότερα βιοτικά επίπεδα παναφρικανικά. Μέρος της μερίδας αυτής διατείνεται, επίσης, ότι ο λιβυκός λαός λατρεύει τον κ. Καντάφι.


Όλα αυτά τα επιχειρήματα είναι σεβαστά αλλά δύσκολα αντέχουν σε αντίλογο. Κατ' αρχάς, από τη στιγμή που ο πανέξυπνος Λίβυος δικτάτορας αντελήφθη, ότι θα έχει το τέλος άλλων ομοστάβλων του, αν εξακολουθήσει να παριστάνει το νταή, αποφάσισε να κάνει σημαντικά ανοίγματα προς τη Δύση. Έτσι, δεκάδες πετρελαιικές εταιρείες εγκαταστάθηκαν στη Λιβύη και άρχισαν να συνεκμεταλλεύονται τα τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου, αποκομίζοντας τεράστια οφέλη. Δεν είχαν, λοιπόν, κανένα συμφέρον, ώστε να ρίξουν τον άνθρωπο, που τους προσεκάλεσε, αφού μια ενδεχόμενη αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό ίσως συνεπαγόταν την απομάκρυνσή τους από τη χώρα αυτή. Όσο για το επίπεδο διαβίωσης στη Λιβύη, αυτό πρέπει να συγκριθεί με αυτό του λεγόμενου ανεπτυγμένου κόσμου και όχι με το χαμηλότατο επίπεδο αφρικανικών χωρών χωρίς τον ορυκτό πλούτο της χώρας αυτής. Για την αγάπη του λιβυκού λαού τα είπαμε και παραπάνω, μην επαναλαμβανόμαστε.


Χωρίς να είναι απόλυτα συγκρίσιμα μεγέθη, η Λιβύη και οι χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ έχουν πολλά κοινά στοιχεία. Κατ' αρχάς, κυβερνήθηκαν για δεκαετίες από απολυταρχικά καθεστώτα, τα οποία δεν δίστασαν να εξοντώσουν όσους δεν τους ήταν αρεστοί και, στη συνέχεια, οι ίδιες κυβερνήσεις εθνικοποίησαν τον πλούτο των χωρών αυτών, ώστε να τον εκμεταλλεύονται για δικό τους και μόνο όφελος. Σε όλες αυτές τις χώρες είχε απαπτυχθεί ένα σύστημα παροχών, όπου οι υπήκοοι έβρισκαν δωρεάν νοσηλεία και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Στο θέμα των βασικών αγαθών υπήρχε, βέβαια, ένα ζήτημα - στη Λιβύη ήταν σαφώς καλύτερα τα πράγματα από αυτή την άποψη - αλλά ο κόσμος την έβγαζε έστω και με λίγα, αφού βοηθούσε και η τάση των κυβερνώντων να παραποιούν την αλήθεια σχετικά με ό,τι συνέβαινε στο εξωτερικό. Μην ξεχνάτε, ότι μιλάμε για εποχές, που το Διαδίκτυο ήταν ακόμα σε πειραματικό στάδιο και η εικόνα από το εξωτερικό έφτανε αλλοιωμένη και πάντως όχι ικανή να αποδείξει τη χαώδη διαφορά στο βιοτικό επίπεδο των δύο κόσμων.


Γνωρίζω, ότι σε αρκετό κόσμο τα παραπάνω οφέλη ίσως φαντάζουν ελκυστικά, αν λάβει κανείς υπόψη του τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση της αγοραστικής μας δύναμης και τις πενιχρές κρατικές παροχές. Ωστόσο, αυτό, που μας διαφοροποιεί με του Λίβυους και τους κατοίκους των χωρών του τέως υπαρκτού σοσιαλισμού και μας φέρνει σε καλύτερη μοίρα, είναι η δυνατότητά μας να επιλέγουμε ελεύθερα σε κάθε επίπεδο, είτε πρόκειται για τους πολιτικούς, που θα μας κυβερνήσουν, είτε πρόκειται για τον τρόπο έκφρασής μας απέναντι στην εξουσία ή ακόμα και για καταναλωτικά αγαθά. Μπορεί από πλευρά βιοτικού επιπέδου ο μέσος Λίβυος να απολαμβάνει παροχές άγνωστες για ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη μας αλλά το αντίτιμο ήταν ιδιαίτερα επαχθές και περιελάμβανε την υποχρέωσή του να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του ιδίου προσώπου και της κλίκας του για 4 δεκαετίες. Το ίδιο συνέβαινε και στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Μια σκληρή ηγεσία ζητούσε υποταγή από τους υπηκόους της, παρέχοντάς τους μια στοιχειώδη διαβίωση. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους των πρώην σοσιαλιστικών χωρών απώλεσαν τα οφέλη αυτά, όταν κατέρρευσε το πολιτικό σύστημα, που τα συντηρούσε, αλλά ακόμα και σήμερα κανένας τους δεν θέλει να επιστρέψει σε εκείνη την εποχή, αφού εξασφάλισε την ελευθερία να επιλέγει αυτό, που ο ίδιος επιθυμεί για τον εαυτό του σε κάθε επίπεδο. Κάτι παρόμοιο συνέβη και στη Λιβύη. Όσες παροχές και αν εξασφάλισε ο κ. Καντάφι στους υπηκόους του, η απουσία πολιτικών ελευθεριών σε ένα κόσμο, ένα σημαντικό τμήμα του οποίου προοδεύει χάρη στις πολιτικές ελευθερίες, ήταν δυσβάστακτη για ένα λαό, ο οποίος απλά δεν άντεξε το σκληρό κόστος της διαβίωσης, που του επέβαλε να σιωπά σε ό,τι διέτασσε ο δικτάτοράς του. Στην εποχή του Διαδικτύου όλα γίνονται γνωστά και πολύς κόσμος στη Λιβύη μπόρεσε να συγκρίνει την κατάσταση στη χώρα του με τα τεκταινόμενα στις ανεπτυγμένες χώρες και να συμπεράνει, ότι δεν του αρκούσαν οι παροχές και το ικανοποιητικό επίπεδο ζωής αλλά ήθελε και πολιτικές ελευθερίες και, κυρίως, το δικαίωμα να ζει σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, όπου θα δύναται να διαλέξει, ποιος θα τον κυβερνήσει.


Ναι, ξέρω, ότι πολλοί αμφισβητούν το πραγματικό μέγεθος αυτού, που αποκαλούμε ελευθερία επιλογής. Ακόμα και έτσι, όμως, είναι πολύ προτιμότερο από την απόλυτη απουσία της. Και έτσι σκέφτηκαν, μεταξύ άλλων, και οι εξεγερμένοι της Λιβύης και αποφάσισαν, ότι δεν θέλουν άλλο Καντάφι. Απλά τα πράγματα!

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011

Η ρητορεία της ευκολίας

Η γνωστή ηθοποιός κα. Νένα Μεντή δήλωσε σε συνέντευξή της στην "Ε", ότι αυτό, που ζούμε, είναι η χειρότερη χούντα. Και προσθέτει, ότι η ίδια την άλλη (χούντα) την έζησε πολύ καλά. Δικαίωμά της είναι να πιστεύει ό,τι αυτή επιθυμεί, όπως δικαίωμα του καθενός είναι να ονειρεύεται, ότι ζει στο στυγνότερο καθεστώς της υφηλίου, ότι επί χούντας ο κόσμος περνούσε καλύτερα κ.λπ. Αφ' ης στιγμής στην Ελλάδα η σκέψη αλλά και η έκφραση είναι ελεύθερη, τότε ο καθένας νομιμοποιείται να τα μεταχειρίζεται, όπως αυτός επιθυμεί.
Ωστόσο, το παράδοξο δεν είναι η άποψη της κας. Μεντή καθαυτή όπως και οι απόψεις προσώπων, που θεωρούνταν αρκούντως καταρτισμένα και μορφωμένα, ώστε να πιστεύουμε, ότι ουδέποτε θα ακούγαμε από το στόμα τους συγκρίσεις του σημερινού πολιτεύματός μας με αυτό, που κυβερνούσε τη χώρα την επταετία 1967-1974. Το αξιοσημείωτο στην περίπτωση αυτή είναι η ευκολία, με την οποία προσχωρούν αρκετοί διανοούμενοι και γενικά μορφωμένοι συμπολίτες μας σε ακραίες απόψεις, προκειμένου να εξωτερικεύσουν την οργή τους για τα τεκταινόμενα των τελευταίων μηνών στην Ελλάδα. Αρκετοί εξ αυτών βρίσκονταν σε ηλικία, όταν ξέσπασε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, που τους επέτρεπε να αντιληφθούν, τι είδους πολίτευμα είχε τότε η χώρα μας και τι υφίσταντο όσοι το αμφισβητούσαν ή απλά δεν ταίριαζαν με τα χνότα των πραξικοπηματιών. Κάποιοι, μάλιστα, εξ αυτών έχουν προσωπική εμπειρία από τη συμπεριφορά των εκπροσώπων της χούντας αυτής, ώστε να είναι σε θέση σήμερα να κάνουν τις απαραίτητες συγκρίσεις. Παρ' ολ' αυτά, διατείνονται, ότι έχουμε χούντα. Η ελεύθερα εκφραζόμενη αντίθεσή τους στην παρούσα κυβέρνηση, συχνά με ακραίους χαρακτηρισμούς, δεν έχει καμμία σημασία γι' αυτούς ούτε, επίσης, το εκλογικό τους δικαίωμα, η σωστή άσκηση του οποίου και εκ μέρους τους θα είχε συμβάλει εδώ και χρόνια, ώστε να αποφευχθεί ή έστω μετριαστεί η γενική κρίση. Η λογική έχει παραδώσει τη σκυτάλη στο θυμικό και αυτό κάνει κουμάντο στο νου πολλών συμπολιτών μας.
Προσωπικά περίμενα από κάποιους ανθρώπους, που άνοιξαν στη ζωή τους πέντε βιβλία παραπάνω από το μέσο Έλληνα και, κυρίως, βίωσαν την πραγματική χούντα στο πετσί τους, να καταδείξουν πόσο απείχε το πολίτευμα, που τυράννησε τη χώρα μας για επτά χρόνια (αλλά και άλλες φορές προπολεμικά), από αυτό, που ζούμε. Φαίνεται, όμως, ότι σε περιόδους γενικευμένης κρίσης η ρητορεία της ευκολίας κερδίζει οπαδούς ακόμα και από το στρατόπεδο όσων θεωρούνταν μορφωμένοι και, κυρίως, προσεκτικοί στις κρίσεις τους.

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Η δικαίωση του Χαρίλαου Φλωράκη

Το ΚΚΕ υποστηρίζει, θεωρητικά τουλάχιστον, το λαό. Έχει καταψηφίσει το σύνολο των αντιλαϊκών νομοσχεδίων, που κατατίθενται προς ψήφιση στη Βουλή. Είναι το μοναδικό κόμμα, το οποίο έχει καταθέσει μια σοβαρή και εμπεριστατωμένη πρόταση για το χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους. Στέκεται σθεναρά στο πλευρό των εργαζομένων και αγωνίζεται, ώστε να μην περικοπούν τα εργασιακά τους δικαιώματα. Ωρύεται, όταν απολύεται κόσμος από τη δουλειά του (δεν πράττει, βέβαια, το ίδιο, όταν πρόκειται για εργαζομένους στην Τυποεκδοτική ή στον «902» αλλά αυτό αποτελεί άλλο κεφάλαιο). Διαμαρτύρεται, όταν εργάτες χάνουν τη ζωή τους ή τραυματίζονται κατά την εργασία τους, συνεπεία απουσίας μέτρων ασφαλείας (και εδώ, βέβαια, έχει μια προτίμηση στις ιδιωτικές επιχειρήσεις). Γενικά, φαίνεται, ότι κρατάει αποστάσεις από το κεφάλαιο και το πολιτικό σύστημα. Πάνω κάτω την ίδια στάση κρατά και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αλλά και η Δημοκρατική Αριστερά.

To KKE, όπως και η ανανεωτική Αριστερά (λαμπρή εξαίρεση εδώ η Δημοκρατική Αριστερά) ανέκαθεν αρνούνταν να καταδικάσουν τη βία, όταν αυτή ξεσπούσε. Το Δεκέμβριο του 2008 η μεν παραδοσιακή Αριστερά επέρριψε ευθύνες για τις ταραχές στο κέντρο της Αθήνας σε παρακρατικούς, που επιθυμούσαν να αμαυρώσουν το κίνημα των νέων, και "καθάρισε" η δε ανανεωτική προσπάθησε να καρπωθεί οφέλη από τα γεγονότα αυτά, είτε δίνοντας ρεσιτάλ αμετροέπειας (ταυτίζοντας το νεκρό Αλέξη Γρηγορόπουλο με τον Αθανάσιο Διάκο) είτε προσπαθώντας να δικαιολογήσει την απίστευτη βία, που ασκήθηκε. Στα γεγονότα της περασμένης εβδομάδα στο Σύνταγμα, η στάση τους ήταν πανομοιότυπη. Απλά εδώ δεν υπήρχε νεκρός αλλιώς ένας Θεός ξέρει, με ποιο ιστορικό πρόσωπο θα ταυτιζόταν.

Ιστορικά, η εν Ελλάδι Αριστερά δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει βία, προκειμένου να πετύχει τους σκοπούς της. Φυσικά, υπήρξαν και περιπτώσεις, όπου η βία αυτή χρησιμοποιήθηκε για καθαρά αμυντικούς λόγους, αν λάβει κανείς υπόψη του την αντικομμουνιστική υστερία της εποχής. Αλλά σε αυτούς δεν εντάσσονται ούτε οι δολοφονίες αντιφρονούντων διαρκούσης της Κατοχής (αρκετά κατατοπιστική η "ΟΡΘΟΚΩΣΤΑ" του κ. Βαλτινού) ούτε οι δολοφονίες της ΟΠΛΑ αργότερα στη διάρκεια των Δεκεμβριανών ούτε οι εκκενώσεις ανταρτοκρατούμενων χωριών. Επίσης, η ελληνική Αριστερά δεν είχε κανένα ενδοιασμό να διαχωρίζει τη βία σε νόμιμη και παράνομη ανάλογα με το θύτη και τους σκοπούς του. Η πρόσφατη επανασταλινοποίηση του ΚΚΕ συνοδεύτηκε από υμνητικά σχόλια για τον πατερούλη Στάλιν, του οποίου οι διωγμοί δικαιολογήθηκαν ως αναγκαίο κακό. Η ανανεωτική Αριστερά υπήρξε περισσότερο δηκτική απέναντι στην τάση του ΚΚΕ να δικαιολογεί τη βία, όταν αυτή προερχόταν από την εκάστοτε ηγεσία της ΕΣΣΔ αλλά σταδιακά υιοθέτησε και αυτή την τακτική της νόμιμης βίας είτε αυτή αφορούσε τον Τσαουσέσκου είτε αργότερα τα επεισόδια σε διάφορες πορείες, με αποκορύφωμα τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008.
Προσφάτως η βουλευτής του, κα. Λιάνα Κανέλλη, δέχθηκε επίθεση με γιαούρτια από αγανακτισμένους. Προσοχή, δεν της επιτέθηκαν πρόσωπα, που πάσχουν από την παραδοσιακή αλλεργία προς καθετί, που θυμίζει Αριστερά στην Ελλάδα, αλλά αγανακτισμένοι πολίτες. Τί και αν η κα. Κανέλλη δεν ανήκει στο κυβερνόν κόμμα; Τί και αν έχει κατακεραυνώσει επανειλημμένως την κυβερνητική πολιτική; Ως βουλευτής και πολιτικός δέχθηκε τις «περιποιήσεις» των αγανακτισμένων συμπολιτών μας, οι οποίοι έχουν βρει απάγκιο στη βία. Και μη βιαστείτε να δικαιώσετε τους αγανακτισμένους, που επιτέθηκαν σε μια ιδιοκτήτρια ενός περιοδικού, για τη διαχείριση εκ μέρους της του οποίου έχουν ακουστεί πλείστα όσα αρνητικά σχόλια. Οποιοσδήποτε βουλευτής αυτού του κόμματος και αν ήταν, θα δεχόταν την ίδια επίθεση, αφ' ης στιγμής βρέθηκε στο διάβα των αγανακτισμένων.
Το περιστατικό αυτό αποδεικνύει μια δυσάρεστη παρανυχίδα του κινήματος των αγανακτισμένων πολιτών. Οι πολιτικοί παύουν να κρίνονται ως μονάδες και γίνονται ένα αντιπαθητικό σύνολο, εναντίον του οποίου ξεσπούν αλύπητα οι οργισμένοι πολίτες. Δεν γίνεται ένας διαχωρισμός σε πολιτικούς, που προσέφεραν – υπάρχουν και τέτοιοι, για όποιον επιθυμεί να ψάξει μακρυά από συναισθηματισμούς – και πολιτικούς, που έβλαψαν τον τόπο. Όλοι είναι ίδιοι, για να θυμηθούμε την ανόητη αυτή γενίκευση, όλοι έχουν βλάψει τον τόπο – η γενίκευση καλά κρατεί – και όλοι αξίζουν το χειρότερο.
Μόνο που μέσα από αυτή τη γενίκευση διαμορφώνεται μια αντίληψη εντελώς φασιστική. Εξαλείφεται η κριτική σκέψη και προάγεται η γενίκευση και η κατηγοριοποίηση των ανθρώπων σε βλαβερούς και ωφέλιμους με βάση την ιδιότητά τους και όχι τις ικανότητές τους. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, δεν εξετάζεται η προσφορά ή η αντίσταση ενός πολιτικού ή ενός κόμματος. Όλοι οι πολιτικοί περνούν από το μικροσκόπιο του αγανακτισμένου όχλου και όλοι βγαίνουν ελαττωματικοί με την ίδια ευκολία, που οι ναζιστές μια εποχή κατέτασσαν στους υπανθρώπους του Εβραίους με μόνο γνώμονα την καταγωγή τους. Για τους αγανακτισμένους δεν έχει καμμία σημασία, αν το ΚΚΕ (ή ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) αντιστάθηκε και αντιστέκεται σε επαχθή μέτρα και αντιλαϊκές πολιτικές. Εφόσον βρίσκεται στο «μπ…» τη Βουλή και απολαμβάνει και αυτό και οι βουλευτές του τα οφέλη, που προβλέπει ο νόμος, αυτό αποτελεί υπεραρκετό λόγο, ώστε να μπει στο στόχαστρο των θολωμένων μυαλών, που στα πρόσωπα των πολιτικών βλέπουν ένα στόχο προς εξόντωση. Δεν έχει καμμία σημασία, που το Ελληνικό Δημόσιο, μέρος του οποίου είναι και πάρα πολλοί εκ των αγανακτισμένων, κοστίζει πολλά περισσότερα χρήματα απ’ όσα όλοι οι βουλευτές και οι υπάλληλοι της Βουλής. Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα οπλίζει το χέρι κάθε τραμπούκου και νομιμοποιεί τις επιθέσεις του κατά των πολιτικών ανεξαρτήτως της ιδεολογικής τους κατεύθυνσης.
Από την πρακτική αυτή δικαιώνεται και ο μακαρίτης ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο οποίος έλεγε με το απαράμιλλο ύφος του «όταν κατουράς στη θάλασσα, τα βρίσκεις στο αλάτι». Με άλλα λόγια, η ελληνική Αριστερά, παραδοσιακή και ανανεωτική, λούζεται αυτή τη στιγμή τη βία, στην οποία προέτρεπε κάποτε τα μέλη της και αργότερα αρνούνταν – και αρνείται – να καταδικάσει. Η στιγμή, που η βία θα στρεφόταν και εναντίον της, ήλθε και, μάλιστα, σε μια κρίσιμη εποχή, όπου η ιδεολογία των πολιτικών δεν διαφοροποιεί τη συμπεριφορά των αγανακτισμένων απέναντί τους. Εννοείται, βέβαια, ότι δεν δικαιολογώ αυτή τη μορφή βίας και κατακρίνω κάθε μορφή της ανεξάρτητα από το φορέα ή το θύμα της. Αλλά δεν παραβλέπω, ότι η ελληνική Αριστερά έπεσε θύμα των προτροπών και των υπεκφυγών της.
Νομίζω, ότι ήλθε η ώρα, ώστε το σύνολο του πολιτικού κόσμου να καταδικάσει το φαινόμενο της βίας, ειδικά σε μια εποχή, όπου οι συνθήκες ευνοούν το ξέσπασμά της. Αρκεί να αντιληφθεί, ότι δεν έχει, πλέον, την πολυτέλεια να επικαλείται πρακτικές, οι οποίες ήδη έχουν αρχίσει να στρέφονται εναντίον του.

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν...

Όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν, τραγουδούσε προ 20ετίας, περίπου, ο πρόσφατα χαμένος Νίκος Παπαζογλου. Οι περισσότεροι Έλληνες έχουν λίγο πολύ τραγουδήσει αυτούς τους στίχους άλλοι γοητευμένοι από τη μελωδία του Παπάζογλου και άλλοι υποψιασμένοι, ότι οι στίχοι αυτοί κρύβουν βαθύτερα νοήματα για όσους αντιλαμβάνονται τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα.
Δεν ανακαλύπτει κανείς την Αμερική, αν οδηγηθεί στο συμπέρασμα, ότι ζούμε σε μια χώρα, όπου όλοι φωνάζουν, ότι πρέπει να αλλάξουν τα πάντα αλλά, στην πραγματικότητα, κανένας δεν θέλει να αλλάξει τίποτα. Όσοι κάτοικοι αυτής της χώρας διαθέτουν μια στοιχειώδη νοημοσύνη, γνωρίζουν τη δεινή κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει η οικονομία της Ελλάδος. Με το Ελληνικό Δημόσιο να κοστίζει κάτι δισεκατομμύρια ευρώ (όχι δραχμές, να εξηγούμαστε) περισσότερα απ' όσα αποδίδει, με υπηρεσίες, στις οποίες στοιβάζονται (και πληρώνονται) τριπλάσιοι και βάλε υπάλληλοι απ' όσους αυτές έχουν πραγματικά ανάγκη, με τους ασφαλιστικούς φορείς να απειλούνται με κατάρρυεση συνεπεία της απουσίας ελεγκτικού μηχανισμού, που θα ελέγχει τους εργοδότες για την καταβολή των οφειλομένων εισφορών τους, με φορολογικούς μηχανισμούς ανίκανους να πατάξουν τη φοροδιαφυγή αλλά και την παραοικονομία και με την κούρσα των εξοπλισμών να προσθέτει και αυτή την πινελιά της στον καμβά της οικονομικής δυσπραγίας της χώρας, οι διαθέτοντες αντίληψη εύκολα αντιλαμβάνονται, ότι το σλόγκαν "ζούμε στην ωραιότερη χώρα του κόσμου" προσφέρεται μόνο για τουριστική κατανάλωση - και όχι πάντα - αλλά ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Αυτή η αντίληψη, όμως, συνοδεύεται και από ένα ατομισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο καθένας από εμάς είναι ανεύθυνος και πρέπει να πληρώσουν για τη ζημία εκείνοι, που φταίνε. Και εδώ αρχίζει η διελκυστίνδα του παραλόγου, όπου όλοι κατηγορούν όλους εκτός από τον ίδιο τους τον εαυτό. Η πλειονότητα των δημοσίων υπαλλήλων κατηγορεί το κράτος, ότι τους έχει κατακλέψει, παραβλέποντας τον τρόπο, με τον οποίο οι περισσότεροι εξ αυτών διορίστηκαν στο Δημόσιο καθώς και το κόστος τους σε σχέση με αυτά, που παράγουν (ΟΚ, υπάρχουν εξαιρέσεις αλλά είναι λίγες). Ένα μεγάλο μέρος των συγκεντρωμένων στις πλατείες ωρύεται για την κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει η χώρα αλλά ελάχιστοι εξ αυτών προέβησαν σε μια κάποια αυτοκριτική, ώστε να διαπιστώσουν, μήπως, τυχόν, οι ίδιοι ανέδειξαν αυτό το σπάταλο και διεφθαρμένο κράτος. Ένα σημαντικό κομμάτι του ελληνικού λαού αποτίει φόρο τιμής στους κ.κ. Θεοδωράκη. Λαζόπουλο, Κραουνάκη, Μπέη, Κασιμάτη και άλλους προπαγανδιστές της θεωρίας περί ανευθύνου λαού παραβλέποντας πόσο στενά συνδεδεμένοι με το κράτος υπήρξαν οι κύριοι αυτοί και πόσο ωφελήθηκαν από αυτό στο . Όλοι τους συμφωνούν, ότι το κράτος φταίει για όλα. Και όλοι τους κάνουν την πάπια, όταν τίθεται το κρίσιμο ερώτημα, ποιος ανέδειξε αυτό το κράτος.
Αυτή η αυτοπεποίθηση, ότι ο λαός δεν ήξερε τίποτα και άλλοι, οι εξής πολιτικοί, τον παρέσυραν έχει ως αποτέλεσμα την απουσία πάσης αυτοκριτικής ικανής να θέσει τις βάσεις για μια αλλαγή νοοτροπίας των πολλών. Αυτό φαίνεται και στην πρόσφατη απόφαση των αγανακτισμένων να υποστηρίξουν τη χρηματοδοτούμενη αδρά, προκλητικά και καταχρηστικά από το κράτος ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, η οποία με τις επαναλαμβανόμενες διακοπές ρεύματος πληγώνει την ήδη τρωθείσα οικονομία της χώρας και αποδεικνύει, ότι γι' αυτή νόμος είναι το δίκιο του (κάκιστου) συνδικαλιστή. Φαίνεται, επίσης, από την απουσία πάσης αναφοράς στην πάταξη του κομματισμού, της αναξιοκρατίας και του νεποτισμού, αν διαβάσει κανείς τις διακηρύξεις των αγανακτισμένων. Αποκαλύπτεται από την άρνησή τους για μείωση των δαπανών του δημοσίου. Προκύπτει από την απόφασή τους να χειροκροτήσουν τους ιερείς, που υποδύονται τους αγανακτισμένους, αγνοώντας ότι οι ίδιοι ιερείς αρνούνται κατηγορηματικά τη φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, δύο κινήσεις, οι οποίες θα τόνωναν αναμφίβολα το δημόσιο ταμείο. Αποδεικνύεται από την απουσία αποδοχής πάσης αντίθετης άποψης στις πλατείες, όπου η πιθανή έκφραση κάποιας θετικής γνώμης για το Μνημόνιο έχει ως αποτέλεσμα το "κράξιμο" του διαφωνούντα και το στολισμό του με εκφράσεις, που θυμίζουν ολοκληρωτισμό από χιλιόμετρα μακρυά. Διάβασα ένα κείμενο του κ. Απόστολους Δοξιάδη στο lifo και διεπίστωσα πόσο αντιδημοκρατική είναι η συμπεριφορά ορισμένων αγανακτισμένων απέναντι σε όσους έχουν αντίθετη άποψη ή υποψιάζονται, ότι έχουν αντίθετη άποψη. Και αν δεν σας καλύπτει το κείμενο του κ. Δοξιάδη ή είστε προκατειλημμένοι απέναντί του, διαβάστε κάποια σχόλια στο Διαδίκτυο, τα οποία αφορούν όσους δεν συναινούν στις ενέργειες των αγανακτισμένων! Οι κάτοχοι της απόλυτης και μοναδικής αλήθειας είναι και εκείνοι, που αγνοούν την έννοια και τη σημασία της αυτοκριτικής. Αγνοούν, ότι είτε με την ψήφο τους είτε με την άρνησή τους να ψηφίσουν έστρωσαν το δρόμο στο δικομματισμό και στην άλωση του Δημοσίου από αυτό. Δεν θέλουν να αντιληφθούν, ότι όσο περνούσαν καλά και ξόδευαν πολλά, η διασπάθιση του δημοσίου χρήματος περνούσε απαρατήρητη και οι ελάχιστοι, που τολμούσαν να καταγγείλουν τα φαινόμενα αυτά, όπως το ΚΚΕ - να λέμε και τα σωστά - αντιμετωπίζονταν σαν γραφικοί και εκτός εποχής.
Σε αυτή την εποχή επιθυμεί η πλειονότητα των αγανακτισμένων να επιστρέψουμε, ήτοι στην εποχή των αθρόων διορισμών στο Δημόσιο - οι οποίοι δεν έπαυσαν, απλά περιορίστηκαν σε πολύ πιο μικρά νούμερα - των μεγάλων χρηματοδοτήσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των πολλών δανείων από τις τράπεζες και άλλα πολλά, που σηματοδοτούσαν την καλοπέρασή μας έως πολύ πρόσφατα. Και αποδεικνύεται έτσι, ότι, εφόσον οι πολλοί δεν θέλουν ριζικές αλλαγές, η κατάσταση θα χειροτερέψει.
Υ.Γ. Δεν σκοπεύω να υποστηριξω τους πολιτικούς μας. Αυτοί οδήγησαν τη χώρα σε αυτή την κατάσταση. Δεν μπορώ, όμως, να παραβλέψω, ότι αυτοί οι πολιτικοί αναδείχθηκαν από τους ψηφοφόρους, ήτοι από εμάς, και το θεάρεστο έργο τους της σπατάλης του κρατικού χρήματος δεν εμφανίστηκε ξαφνικά αλλά υπήρχε εδώ και δεκαετίες.