Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Η αυτοκρατορία των οπισθοδρομικών


            Δύο κορμιά στροβιλίζονται στη δίνη ενός παράλογου ερωτικού πάθους. Η κάμερα δεν τσιγκουνεύεται τα ερωτικά πλάνα. Η δημιουργία μιας από τις πιο πολύκροτες ταινίες στην ιστορία του παγκοσμίου κινηματογράφου, της «Αυτοκρατορίας των αισθήσεων,» είναι, πλέον, εν έτει 1976, γεγονός.

            Με αφορμή το θάνατο του δημιουργού της, Ναγκίσα Οσίμα, θυμήθηκα την προβολή της ταινίας αυτής στα μέσα της δεκαετίας του ’90 από την ΕΡΤ. Ελάχιστοι γνώριζαν τότε το δημιουργό της και από αυτούς μόνο οι ιδιαίτερα μυημένοι στην 7η Τέχνη ήξεραν τη συγκεκριμένη ταινία και το περιεχόμενό της. Βέβαια, προβλήθηκε στη μεταμεσονύκτια ζώνη αλλά ας μην είμαστε παράλογοι! Γεγονός είναι, ότι δεν έγινε καμμία, απολύτως, φασαρία. Ούτε το γραμματοκιβώτιο της ΕΡΤ (τότε το Διαδίκτυο ήταν προσιτό μόνο σε λίγους) ξεχείλισε από επιστολές διαμαρτυρίας ούτε τα τηλέφωνά της «έσπασαν» από οργισμένους τηλεθεατές ούτε κάποιος στρατός αυτόκλητων υπερασπιστών των χρηστών μας ηθών πολιόρκησε τις εγκαταστάσεις της. Η ταινία προβλήθηκε κανονικά.
            Με την περίπτωση του κομμένου φιλιού μεταξύ δύο ανδρών από τη σειρά «Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΝΤΑΟΥΝΤΟΝ», στη ΝΕΤ, να είναι ακόμα νωπή και με το Διαδίκτυο να φέρνει τον κόσμο πιο κοντά όχι μόνο στην ενημέρωση αλλά, το χειρότερο, στην παραφιλολογία και την υπερβολή, σκέφτομαι, ότι μια προβολή της παραπάνω ταινίας στις μέρες μας μοιάζει με ρωσσική ρουλέτα για τους υπευθύνους της κρατικής τηλεόρασης. Όχι, δεν ήταν πιο προχωρημένος ο κόσμος τη δεκαετία του ’90. Απλά αδιαφορούσε για οτιδήποτε δεν έπληττε την τσέπη του. Με την κρίση να θεριεύει σε κάθε επίπεδο και τις γνωστές δυνάμεις της οπισθοδρομικότητας να έχουν ήδη δώσει δείγματα γραφής (υποθέσεις Γέροντα Παστίτσιου και Corpus Christi) μπορώ να φανταστώ από τώρα πλήθη έξω από το κτίριο του τηλεοπτικού σταθμού, που θα τολμήσει να συμπεριλάβει στο πρόγραμμά του τη συγκεκριμένη ταινία, να εκτοξεύουν απειλές και να επιχειρούν να εισβάλουν στο κτίριο αυτό, βουλευτές της ακροδεξιάς να ρωτούν για τη σκοπιμότητα της προβολής της και, μάλιστα, με χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων, πύρινα άρθρα να κοσμούν τις εφημερίδες και ιστοσελίδες μίσους να πλημμυρίζουν το Διαδίκτυο. Στο τέλος, ο τηλεοπτικός σταθμός είτε θα ματαιώσει την προβολή της εν λόγω ταινίας επικαλούμενος τις «διαμαρτυρίες τηλεθεατών μας» είτε θα την προβάλει πετσοκομμένη και χωρίς τη γοητεία της αυθεντικής κόπιας. Εκείνη η ρασοφόρος ψυχή, που ανέκραξε κάποτε δίκην προφήτη «όπισθεν ολοταχώς» θα παρακολουθεί από κάπου αυτό το σκηνικό και θα γελούν και τα γένια της.
            Μετά τα παραπάνω, οι φύλακες των ηθών μας θα κομπάζουν, που έσωσαν το λαό από τη διαφθορά, οι βουλευτές, που πρωτοστάτησαν στις παραπάνω φασαρίες, θα μετρούν έμπλεοι ευτυχίας τα κουκιά τους (οράτε ψήφους), και τα διευθυντικά στελέχη του σταθμού θα ξεφυσούν ανακουφισμένοι, επειδή έσωσαν τα κεφάλια τους. Οι υπόλοιποι θα μπορούμε να φωνάξουμε «ο συντηρητισμός πέθανε, ζήτω η οπισθοδρομικότητα». Και θα έχουμε κάθε λόγο προς τούτο. 

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Διάσταση λόγου και πράξεων

Ξεκινάω με δύο απαραίτητες διευκρινίσεις :
.- Επ' ουδενί αμφισβητώ το υποκριτικό ταλέντο του κ. Κιμούλη και την προσφορά του στο ελληνικό θέατρο. Από τη στιγμή, που μου λείπουν οι απαραίτητες σχετικές γνώσεις, θεωρώ απαράδεκτο να προβώ σε τέτοιο σχολιασμό. Συν τοις άλλοις, αντικείμενο του παρόντος δεν είναι οι θεατρικές επιδόσεις του κ. Κιμούλη.
.- Οποιαδήποτε αναφορά στις σχέσεις του κ. Κιμούλη με την εξουσία δεν περιλαμβάνουν τη σύζυγό του πολλώ δε μάλλον τις πολιτικές επιλογές της και τα οφέλη, που αυτή άντλησε από αυτές. Κάθε άνθρωπος φέρει ευθύνη αποκλειστικά για τις δικές του πράξεις και όχι γι' αυτές του συντρόφου του.
Κλείνει η παρένθεση.
Παρακολούθησα με ενδιαφέρον τις δηλώσεις του κ. Κιμούλη περί ανάγκης διαμορφώσεως μιας κοινωνίας, η οποία δεν θα έχει ως βάση της το κέρδος. Διάβασα με ενδιαφέρον την οξεία κριτική, που του άσκησε από τη στήλη του στα "ΝΕΑ" ο κ. Τάκης Θεοδωρόπουλος αλλά και την σκληρή απάντηση του κ. Κιμούλη. Οφείλω να ομολογήσω, ότι η τελευταία ήταν εξαιρετικά μπερδεμένη και με ζόρισε, μέχρι να την κατανοήσω. 
Αλλά ........... προσπάθησα να θυμηθώ, πότε ο κ. Κιμούλης όρθωσε στα χρόνια της επίπλαστης, όπως αποδείχθηκε, ευμάρειας, το ανάστημά του όμοια με τον τρόπο, τον οποίο περιέγραψε στην παραπάνω απάντησή του. Ίσως με απατά η μνήμη μου αλλά δεν κατάφερα να θυμηθώ. Απεναντίας, πέρασαν μπροστά μου εκείνες οι στιγμές, που ο κ. Κιμούλης φωτογραφιζόταν την εποχή εκείνη πρόθυμος και χαμογελαστός πλάι σε ανθρώπους της εξουσίας. Ούτε μου διαφεύγει η θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή στο ΔΗΠΕΘΕ Πατρών στα τέλη του '90 (άσχετο αν παραιτήθηκε ένα χρόνο μετά). 
Ύστερα, όσες φορές παρακολούθησα θεατρική παράσταση σκηνοθετημένη από τον κ. Κιμούλη, που συνήθως κρατούσε και τον πρωταγωνιστικό ρόλο, απόλαυσα και αυτόν και την παράστασή του. Δεν μπορώ, όμως, να κρύψω τη δυσαρέσκειά μου για το ιδιαίτερα αλμυρό εισιτήριο, τη στιγμή που για εξίσου καλές παραστάσεις είχα πληρώσει έως και αρκετά λιγότερα χρήματα. Κάποιος φίλος σε διαδικτυακή συζήτηση υποστήριξε, ότι αυτό μπορεί να οφειλόταν στους καλούς μισθούς των συντελεστών της παράστασης. Όσο αξιέπαινο και αν φαντάζει κάτι τέτοιο (δεν φημίζονται οι περισσότεροι θιασάρχες για τη γαλαντομία τους), εντούτοις δεν παύει να πονάει το θεατή. Και, βέβαια, γεννάται το ερώτημα, πως συμβαδίζει η αξίωση του κ. Κιμούλη για μια κοινωνία, στην οποία ο κόσμος δεν θα σκέφτεται το κέρδος, όταν ο ίδιος δεν δείχνει να λειτουργεί και τόσο ανιδιοτελώς. 
Θα απαντήσετε, ότι ο κ. Κιμούλης έχει κάθε δικαίωμα στις μέρες, που ζούμε, ως διανοούμενος, να ξεσηκωθεί και να ξεσηκώσει τον κόσμο. Κατ' αρχάς, κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην έκφραση, ακόμα και όταν στρέφεται εναντίον του κράτους, στο μέτρο πάντα που δεν θίγονται έννομα αγαθά τρίτων. Πλην, όμως, σε κάθε λόγο υπάρχει και ο αντίλογος, ο οποίος, εν προκειμένω, αφορά την ανύπαρκτη κριτική του κ. Κιμούλη εναντίον της εξουσίας μέχρι και πριν την έναρξη της γενικευμένης κρίσης στη χώρα μας. Στο μυαλό μου έρχονται ορισμένοι καλλιτέχνες, έστω από διαφορετικό χώρο, όπως οι κ.κ. Αγγελάκας και Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Μπορεί να μη συμφωνώ με τις πολιτικές τους απόψεις αλλά αναγνωρίζω, ότι σε καιρούς, που οι περισσότεροι Έλληνες ζούσαν την ξέφρενη παραζάλη της αφθονίας, επέμεναν να ζητούν από τον κόσμο να ευρίσκεται σε εγρήγορση και, ταυτόχρονα, κρατούσαν τεράστια απόσταση από την εξουσία, πράγμα που ο σχολιαζόμενος εδώ ηθοποιός μας δεν έπραττε. Αφήνω, που η απάντηση του κ. Κιμούλη προς τον κ. Θεοδωρόπουλο είναι τόσο χαοτική, που μόνο διανοούμενο δεν θυμίζει. Α, φανερώνει, επίσης, άνθρωπο αλλεργικό στην κριτική. 
Ναι, ομολογώ, ότι δεν με έπεισε η στάση ενός εξαιρετικού ηθοποιού, ο οποίος ουδέποτε κράτησε κάποια απόσταση από την εξουσία πολλώ δε μάλλον οι παραστάσεις του διαπνέονταν από τον κανόνα του κέρδους, στοιχείο αναπόσπαστα συνδεδεμένο με τον καπιταλισμό, τον οποίο ο κ. Κιμούλης επέκρινε στην παραπάνω απάντησή του προς τον κ. Θεοδωρόπουλο. Και αυτή η απόσταση λόγου και πράξεων συνιστά αρκετή προϋπόθεση ώστε να είμαι επικριτικός με το σπουδαίο αυτό καλλιτέχνη. 

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Τον ελληναρά και αν τον ενημερώνεις .......


            Μες τις γιορτές είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία με κάποιο φιλικό μου πρόσωπο γύρω από την περιβόητη ιστορία με την προσφυγή του Μεταξά σε Διεθνές Δικαστήριο της εποχής του για τη διαφορά, που είχε ανακύψει ανάμεσα στην Ελλάδα και τη βελγική τράπεζα «Societe Commerciale de Belgique» (δείτε http://periousios.blogspot.gr/2013/01/blog-post.html). Η κρατούσα άποψη θέλει τον Μεταξά να προσφεύγει στο παραπάνω Δικαστήριο και να επιτυγχάνει τη διαγραφή του χρέους με μια απόφαση, την οποία μεταγενέστερα χρησιμοποίησε και η Αργεντινή για ανάλογη περίπτωση, και καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι ο Μεταξάς ήταν ένας πραγματικός πατριώτης, διότι φρόντισε για τη μείωση του δημοσίου χρέους, σε αντίθεση με τους σημερινούς πολιτικούς.

            Παρά το γεγονός, ότι είχαμε στη διάθεσή μας υπολογιστή και σύνδεση στο Διαδίκτυο, ώστε να έχουμε πρόσβαση στην επίμαχη απόφαση και να αποδειχθεί, ότι το περιεχόμενο της παραπάνω αποφάσεως ήταν εντελώς διαφορετικό από αυτό, που της δόθηκε στη χώρα μας (οράτε εδώ), και σε καμμία περίπτωση τιμητικό για τη χώρα μας, ο συνομιλητής μου λειτούργησε όπως κάθε κουτοπόνηρος και αμόρφωτος φανατικός. Αφενός αμφισβήτησε τη βασιμότητα της επίμαχης αποφάσεως, φωνάζοντας ότι το περιεχόμενό της ήταν πειραγμένο. Μετά και αφού δεν μπόρεσε να αποδείξει, ποιο ήταν το αρχικό περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής (διότι συνηθίζεται η ηλεκτρονική καταχώρηση των αποφάσεων όλων των διεθνών οργανισμών, ακόμα και αυτών που δεν υφίστανται, πλέον), υποστήριξε, ότι έστω και έτσι ο Μεταξάς πέτυχε διαγραφή μέρους του χρέους της χώρας, άρα η κυρίαρχη άποψη για το θέμα αυτό στη χώρα μας είναι ορθή. Όταν ανετράπη και αυτή η θεώρησή του, διότι αφενός απεδείχθη, ότι οι δύο διαιτητικές αποφάσεις δεν μείωσαν την οφειλή της χώρας αφετέρου εξεδόθησαν κατόπιν προσφυγής των Βέλγων και προτού αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας ο Μεταξάς, η περήφανη απάντηση του συνομιλητή μου ήταν, ότι τουλάχιστον ο Μεταξάς το «πάλεψε,» ενώ οι δικοί μας «προδότες» ούτε καν προσέφυγαν στα Δικαστήρια. Και, βέβαια, φρόντισε να ρίξει και τη μπηχτή του κατά όσων ασπάζονται την άποψή μου, λέγοντας ότι δεν ξέρουμε, ποιοι έχουν συμφέρον να διαδοθεί, ότι η Ελλάδα δεν αποκόμισε κανένα όφελος από την παραπάνω υπόθεση. «Σκέψου μόνο, ότι μας αποτρέπουν να προσφύγουμε στα διεθνή δικαστήρια και να κηρύξουμε το χρέος μας απεχθές και θα καταλάβεις, γιατί κυκλοφόρησε τώρα η είδηση, ότι η Ελλάδα έχασε την υπόθεση την εποχή του Μεταξά, ενώ η αλήθεια είναι διαφορετική,» ήταν ο τελικός ισχυρισμός του.
            Μετά από αυτή τη στιχομυθία, πείστηκα, ότι, αφ’ ης στιγμής συσταθεί και διαδοθεί ένας μύθος, πάσα προσπάθεια κατάρριψής του στη χώρα μας είναι μάταιη. Με το καλημέρα ο μύθος αυτός αποκτά φανατικούς πιστούς, οι οποίοι απλά αρνούνται να δεχθούν την αναλήθειά του, ακόμα και όταν τους προσκομιστούν αδιάσειστα στοιχεία. Διότι οι μύθοι αυτοί ικανοποιούν κάποιες βασικές παραμέτρους της ψυχοσύνθεσης χιλιάδων Ελλήνων, ήτοι τους πείθουν, ότι στο παρελθόν είτε έλαβε χώρα κάποιο θετικό για τη χώρα και το έθνος γεγονός, στο οποίο πρωταγωνίστησε κάποιος πατριώτης πολιτικός (ο οποίος είχε καταλάβει την εξουσία χωρίς εκλογές αλλά αυτό αποτελεί ψιλά γράμματα για ένα λαό, μεγάλο μέρος του οποίου ποτέ πραγματικά δεν ασπάστηκε τη Δημοκρατία) που κατάφερε με τον τσαμπουκά του να σπάσει τα μούτρα των κακών ξένων και να ικανοποιήσει την προαιώνια δίψα των συμπολιτών μας αυτών για εκδίκηση σε βάρος της Δύσης, η οποία ευθύνεται για όλα τα δεινά αυτού του τόπου, είτε ότι κάποια πρόσωπα, Έλληνες ή αλλοδαποί, εξυφαίνουν ή έχουν ήδη εξυφάνει κάποιο σχέδιο, για να πλήξουν τη χώρα, ώστε να πειστεί και ο πιο δύσπιστος, ότι δεν φταίει ο καημένος ο λαός για τα δεινά, που έχουν συσσωρευτεί στις πλάτες του. Με τέτοιες ιστορίες, παραμυθάκια για τα δεδομένα του ορθού λόγου και της επιστήμης της ιστορίας, οι συμπολίτες μας αυτοί κοιμούνται ήσυχοι, ότι στο παρελθόν ένας πολιτικός πέτυχε να προστατεύσει τα δίκαια της Ελλάδος ή ότι δεν φέρουν καμμία ευθύνη για ό,τι συμβαίνει σε αυτό τον τόπο, αφού άλλοι παίρνουν τις αποφάσεις. Άρα πάλι με χρόνους με καιρούς κάποιος γνήσιος πατριώτης θα πάρει την εξουσία στα χέρια του και με σιδερένια πυγμή (και αφού στείλει μερικούς πολιτικούς και πιστούς τους στη φυλακή) θα πάει στους διεθνείς οργανισμούς και θα κερδίσει το δίκιο της Ελλάδος.
            Φυσικά, οι ίδιοι φαντασιόπληκτοι συμπολίτες μας θα φροντίσουν, ώστε να κατακεραυνώσουν όσους επιχειρούν να αποδομήσουν τους μύθους αυτούς, προσάπτοντάς τους κατηγορίες πέρα ακόμα και από την πιο νοσηρή φαντασία. Άλλοτε οι αποδομητές αυτοί βαφτίζονται ως μίσθαρνα όργανα της Νέας Τάξης Πραγμάτων ή άλλων σκοτεινών αλλά ικανών να προκαλέσουν κύμα εχθρότητας δυνάμεων. Σε άλλες περιπτώσεις, τους ασκείται δριμεία κριτική, η οποία, όμως, αφορά στοιχεία άσχετα με την επιστημονική κατάρτιση ή ενημέρωσή τους π.χ. ο Χ είναι μασόνος (λες και η ιδιότητα αυτή επηρεάζει την επιστημονική κρίση του κατόχου της) ή είχε κληθεί την τάδε χρονιά στη συνεδρίαση της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ (που ανάθεμα και αν γνωρίζουμε, τι συζητούν εκεί μέσα). Πρόκειται για την προσφιλέστερη τακτική κατά των αποδομητών, ήγουν την ανάπτυξη και διάδοση θεωριών συνωμοσίας, σύμφωνα με τις οποίες τα σκεπτόμενα εκείνα πρόσωπα χαρακτηρίζονται ως όργανα γνωστών κέντρων, τα οποία απεργάζονται την εξόντωση του ελληνισμού και των ηθών και εθίμων του. Το Διαδίκτυο αλλά και ο τύπος βρίθουν από τέτοια παραδείγματα, πολλά εκ των οποίων είναι τόσο ευφάνταστα, ώστε κάνουν το Σιμονίνι, ήρωα του τελευταίου μυθιστορήματος του κ. Ουμπέρτο Έκο «ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΡΑΓΑΣ,» να μοιάζει με ερασιτέχνη.
            Αλλά τί λέω; Ζούμε στη χώρα, όπου, όποτε τίθεται κάποιο θέμα, πάντοτε κάποιος θα φωνάζει, ότι υπάρχουν σοβαρότερα θέματα, που χρήζουν επίλυσης, και, επομένως, η παραφιλολογία και παραϊστορία, προφανώς ασήμαντα θέματα για τους πολλούς, δεν βλάπτουν. Άλλως, διδασκόμενοι για το Κρυφό Σχολειό ή την προσφορά του Μεταξά (οράτε ίδρυση Ι.Κ.Α.) στο σχολείο δεν πάθαμε και τίποτα κακό. Άρα γιατί να μας πειράξει μια τέτοια ιστορία και, άρα, γιατί να τη βγάλουμε ψεύτικη; Και κάπως έτσι η διάδοση της ανοησίας συνεχίζεται στη χώρα μας με αμείωτο ρυθμό. 

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Μια ιστορία υποτιθέμενης διαγραφής χρέους


            Υπάρχει μια μικρή ιστορία, που θέλει το δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά να προσφεύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και να επιτυγχάνει την έκδοση αποφάσεως, με την οποία η Ελλάδα κατάφερε, ώστε να μην πληρώσει το χρέος της προς μια βελγική τράπεζα. Αυτή η ιστορία διαδίδεται εδώ και μια διετία, περίπου, υπάρχει σε ιστότοπους πάσης φύσεως, προβάλλεται ως η λύση, που αρνούνται να ακολουθήσουν οι τωρινοί κυβερνώντες, και συνοδεύεται με συγκρίσεις του τότε πολιτικού με τους σημερινούς, οι οποίες φτάνουν μέχρι του σημείου να θεωρείται υπέρτερη η πολιτική του από αυτή των σημερινών.

            Η πλειονότητα των προσώπων, που αναπαράγουν τη συγκεκριμένη είδηση (οράτε εδώ, εδώ και εδώ), λειτουργούν όπως η πλειοψηφία των χρηστών του Διαδικτύου στην Ελλάδα, ήτοι την αναγιγνώσκουν από κάποιο ιστότοπο και την αναπαράγουν αβίαστα, χωρίς προηγουμένως να έχουν ερευνήσει την αξιοπιστία της. Κάποιες από τις παραπάνω σελίδες περιέχουν μια σελίδα του υπομνήματος, το οποίο (λέγεται ότι) υπέβαλε η νομική υπηρεσία της ελληνικής κυβέρνησης και καταλήγουν, ότι αυτός ο ισχυρισμός, όπως και οι υπόλοιποι, έγιναν δεκτοί από το αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο. Αλλού έχει απαλειφθεί ο όρος «Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης», καθόσον το συγκεκριμένο όργανο ιδρύθηκε αρκετά χρόνια μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (απλά ετύγχανε, όπως θα δούμε παρακάτω, και το τότε διεθνές Δικαστήριο να εδρεύει στη Χάγη), σε μια προσπάθεια να παρουσιαστεί ως περισσότερο αληθοφανής η είδηση αυτή. Σε κανένα από τους παραπάνω ιστότοπους δεν περιέχεται το σώμα της εκδοθείσης αποφάσεως.

            Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, οι αποφάσεις του Διαρκούς Δικαστηρίου του Διεθνούς Δικαίου (Permanent Court of International Justice), το οποίο λειτουργούσε προπολεμικά στα πλαίσια της λειτουργίας της Κοινωνίας των Εθνών, προδρόμου του Ο.Η.Ε., περιλαμβάνονται στο Διαδίκτυο και οποιοσδήποτε χρήστης του με στοιχειώδεις γνώσεις της αγγλικής γλώσσας μπορεί να τις ανεύρει. Μάλιστα, η πληκτρολόγηση των αναγκαίων όρων στην αγγλική γλώσσα είναι απαραίτητη, προκειμένου η σχετική μηχανή αναζήτησης να ανεύρει την επίμαχη απόφαση, που είναι αυτή εδώ, καθότι η αναζήτηση αποκλειστικά στα ελληνικά οδηγεί, μεταξύ άλλων, στις παραπάνω, υπόπτου βασιμότητος, ιστοσελίδες. 
            Η ιστορία έχει ως εξής : Τον Αύγουστο του 1925, η τότε ελληνική κυβέρνηση ήλθε σε συμφωνία με τη βελγική τράπεζα «Societe Commerciale de Belgique», προκειμένου η τελευταία να χρηματοδοτήσει την κατασκευή τμήματος του σιδηροδρομικού δικτύου της Ελλάδος. Για την εξόφληση της σχετικής υποχρεώσεώς της προς την εταιρεία αυτή, η Ελλάδα υπέγραψε δανειακή σύμβαση με την τράπεζα αυτή. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι οι όποιες διαφορές, τεχνικές ή οικονομικές, μεταξύ της χώρας μας και της παραπάνω τραπέζης θα επιλύονταν μέσω διαιτησίας από τριμελή επιτροπή διαιτησίας. Κάθε μέρος θα επέλεγε από ένα μέρος και το τρίτο θα το επέλεγαν με κοινή συμφωνία τους τα μέρη και σε περίπτωση διαφωνίας τους για το μέλος αυτό, η επιλογή θα γινόταν από τον Πρόεδρο του Διεθνούς Δικαστηρίου Διαιτησίας, που είχε τότε την έδρα του στη Χάγη. Οι όποιες αποφάσεις της επιτροπής αυτής θα ήταν τελεσίδικες και δεν θα υπάγονταν σε ένδικα μέσα.
            Το Μάιο του 1932, η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου κήρυξε στάση πληρωμών. Έτσι, όταν έφτασε η ώρα να εξοφλήσει τη δόση του παραπάνω δανείου της την 1η Ιουλίου 1932, δήλωσε αδυναμία προς τούτο, με αποτέλεσμα η εργολήπτρια εταιρεία να μην μπορέσει να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της προς τους υπεργολάβους του ανωτέρω έργου και οι εργασίες να σταματήσουν. Προς τούτο συνηγορούσε και το πόρισμα της Οικονομικής Επιτροπής, που είχε αποστείλει στην Ελλάδα η Κοινωνία των Εθνών, για να εκτιμήσει την οικονομική κατάσταση της χώρας.
            Προκειμένου να μην απωλέσει τα χρήματά της, η ανωτέρω βελγική τράπεζα προσέφυγε στην παραπάνω επιτροπή διαιτησίας και η ελληνική κυβέρνηση συμφώνησε προς τούτο. Η διαδικασία ενώπιον της επιτροπής αυτής άρχισε το 29 Νοεμβρίου του 1935 και η πρώτη απόφαση της επιτροπής αυτής εξεδόθη στις 3 Ιανουαρίου του 1936. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, ακυρωνόταν η συμφωνία της 27ης Αυγούστου 1925 από τον Ιούλιο του 1932 και οριζόταν ένα σώμα ειδικών, το οποίο θα επεξεργαζόταν κάποια λύση για το ποσό και τον τρόπο πληρωμής της οφειλής της Ελλάδος προς την παραπάνω τράπεζα. Στις 25.07.1936, η παραπάνω επιτροπή εξέδωσε δεύτερη απόφαση, με την οποία η συνολική οφειλή της χώρας μας ορίστηκε στα 6.771.868 χρυσά δολλάρια με επιτόκιο 5% από τις 01.08.1936. Με την ίδια δεύτερη διαιτητική απόφαση καθορίστηκαν και μια σειρά από άλλους όρους.
            Παρά τις παραπάνω διαιτητικές αποφάσεις, η κυβέρνηση Μεταξά, που λίγο καιρό μετά την έκδοση της δεύτερης παραπάνω διαιτητικής αποφάσεως είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, αρνήθηκε να πληρώσει το παραπάνω χρηματικό ποσό και, έτσι, το Δεκέμβριο του 1936 δύο εκπρόσωποι της βελγικής τράπεζας ταξίδεψαν στην Αθήνα και στις 21.12.1936 συνέταξαν υπόμνημα, με το οποίο ζητούσαν από την ελληνική κυβέρνηση να καταβάλει άμεσα 4.000.000 δολλάρια και το υπόλοιπο σε δόσεις. Η ελληνική κυβέρνηση απάντησε στις 31.12.1936, ότι διαφωνούσε με το χαρακτήρα του χρέους, ήτοι θεωρούσε, ότι αυτό αποτελεί τμήμα του ελληνικού δημοσίου χρέους και, συνεπώς, έπρεπε να πληρωθεί υπό τους ίδιους όρους που πληρωνόταν και το υπόλοιπο δημόσιο χρέος. Προσφέρθηκε, μάλιστα, να καταβάλει άμεσα το ποσό των 300.000 δολλαρίων προς την παραπάνω βελγική τράπεζα.
            Φυσικά, η βελγική τράπεζα αρνήθηκε να αποδεχθεί την παραπάνω πρόταση και στις 05.01.1937 απάντησε, ότι η εμμονή της ελληνικής κυβέρνησης στους όρους της ισοδυναμούσε με άρνησή της να αποπληρώσει το παραπάνω χρέος της, το οποίο ήταν εμπορικό και όχι δημόσιο, και προέβη σε νέα πρόταση προς την ελληνική κυβέρνηση, η οποία απορρίφθηκε εκ νέου και έτσι, στις 21.05.1937, η βελγική τράπεζα απευθύνθηκε στη βελγική κυβέρνηση για προστασία.
            Στις 14.06.1937, η βελγική κυβέρνηση ζήτησε από την κυβέρνηση Μεταξά την επανεξέταση του όλου θέματος, προκειμένου να αποφευχθεί η δικαστική διαμάχη μεταξύ των δύο χωρών. Η κυβέρνηση Μεταξά επανέλαβε, με τρεις μήνες καθυστέρηση, στις 06.09.1937, ό, τι είχε περιλάβει στην από 31.12.1936 απάντησή της, αναγκάζοντας τη βελγική πλευρά να υποστηρίξει, στις 22.12.1937, ότι θα προσέφευγε στο Διαρκές Δικαστήριο του Διεθνούς Δικαίου. Η Ελλάδα αντέτεινε, ότι το Δικαστήριο αυτό δεν είχε την αρμοδιότητα να δικάσει μια τέτοια προσφυγή.
            Τελικά, στις 04.05.1938 το Βέλγιο προσέφυγε στο Διαρκές Δικαστήριο του Διεθνούς Δικαίου, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα με την άρνησή της να συμμορφωθεί με τις δύο ανωτέρω διαιτητικές αποφάσεις και να πληρώσει το χρέος της είχε παραβεί τις διεθνείς υποχρεώσεις της.
            Η ελληνική πλευρά αντέτεινε, ότι δεν είχε αρνηθεί να πληρώσει το χρέος της προς την ανωτέρω βελγική τράπεζα και είχε προσφερθεί να πληρώσει ό,τι εδύνατο, εξαιτίας της δυσχερούς οικονομικής καταστάσεώς της. Τολμώ, μάλιστα, να κάνω εδώ μια παρένθεση και να αναρωτηθώ, σε τι ακριβώς συνίστατο το οικονομικό θαύμα, που συντελέστηκε επί εποχής Μεταξά στην Ελλάδα, όταν υπάρχει αυτή η ομολογία της ελληνικής αντιπροσωπείας στο ανωτέρω δικαστήριο. Κλείνει η παρένθεση.
            Η βελγική πλευρά ανταπάντησε, ότι η ελληνική πλευρά επιχειρούσε να αλλάξει το χαρακτήρα της αντιδικίας μεταξύ των δύο μερών και ζήτησε από την ελληνική πλευρά να αναγνωρίσει τον υποχρεωτικό χαρακτήρα των παραπάνω διαιτητικών αποφάσεων και, κατά συνέπεια, να αποδεχθεί, ότι οι προϋποθέσεις αποπληρωμής του ελληνικού δημοσίου χρέους δεν σχετίζονταν, σε καμμία περίπτωση, με τις υποχρεώσεις της Ελλάδος βάσει των από 03.01.1936 και 25.07.1936 διαιτητικών αποφάσεων και η Ελλάδα δεν δικαιούνταν να προτείνει το διακανονισμό της 31ης Δεκεμβρίου του 1936. Η Ελλάδα με τη σειρά της αντέτεινε, ότι δεν είχε καθοριστεί ο χαρακτήρας της οφειλής της απέναντι στην ανωτέρω βελγική τράπεζα.
            Κατά την ακροαματική διαδικασία, η βελγική πλευρά εστίασε στην ουσιαστική άρνηση της Ελλάδος να εξοφλήσει την οφειλή της προς την «Societe Commerciale de Belgique» και στο γεγονός ότι η άρνησή της αυτή συνιστούσε παράβαση των παραπάνω διαιτητικών αποφάσεων και, κατ’ επέκταση, των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Στην πορεία, ωστόσο, η βελγική πλευρά εστίασε αποκλειστικά στον ισχυρισμό, ότι η ελληνική πλευρά είχε δεχθεί το δεσμευτικό χαρακτήρα των διαιτητικών αποφάσεων, εγκαταλείποντας τους λοιπούς ισχυρισμούς της, όπως π.χ. ότι η Ελλάδα είχε αρνηθεί να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο των διαιτητικών αποφάσεων και έτσι είχε παραβιάσει τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, πράγμα που αναμφίβολα διευκόλυνε κατά πολύ την ελληνική πλευρά, αφού αυτή με τη σειρά της απεδέχθη το δεδικασμένο των διαιτητικών αυτών αποφάσεων, ακόμα και αν οικονομικοί λόγοι την εμπόδιζαν να συμμορφωθεί με το περιεχόμενό τους. Έτσι, η βελγική πλευρά ζήτησε από το Δικαστήριο να καταχωριστεί στο τηρούμενο για την υπόθεση αυτή αρχείο η δήλωση της ελληνικής πλευράς, ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει τον οριστικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα των διαιτητικών αποφάσεων υπέρ της «Societe Commerciale de Belgique» και ότι αυτές οι αποφάσεις έχουν ισχύ δεδικασμένου. Περαιτέρω, οι τελικοί ισχυρισμοί της βελγικής πλευράς είχαν ως εξής :
.-          Η ελληνική κυβέρνηση ήταν νόμω υπόχρεη να συμμορφωθεί με τις παραπάνω διαιτητικές αποφάσεις,
.-          Οι όροι, υπό τους οποίους η ελληνική κυβέρνηση είχε αναλάβει να εξοφλήσει το δημόσιο χρέος της, δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν για την περίπτωση της οφειλής της προς την «Societe Commerciale de Belgique» και
.-          Η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε κανένα δικαίωμα να ορίσει στη βελγική κυβέρνηση τους όρους αποπληρωμής της οφειλής της προς την παραπάνω τράπεζα σύμφωνα με τους όρους εξόφλησης του δημοσίου χρέους της και, σε κάθε περίπτωση, κατά τρόπο ξένο προς τα οριζόμενα από τις ανωτέρω διαιτητικές αποφάσεις.
            Το Δικαστήριο έκρινε, ωστόσο, ότι, εφόσον η Ελλάδα ανεγνώριζε την ισχύ των ανωτέρω διαιτητικών αποφάσεων, οι τελικοί αυτοί ισχυρισμοί ήταν άνευ αντικειμένου.
            Οι τελικοί ισχυρισμοί της Ελλάδος ήταν οι κάτωθι :
.-          Ήταν αδύνατο η ελληνική κυβέρνηση, λόγω της οικονομικής κατάστασης της χώρας, να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο των διαιτητικών αποφάσεων.
.-          Ήταν απαραίτητο οι δύο πλευρές να έλθουν σε συνεννόηση, προκειμένου να εξευρεθεί ένας τρόπος εξόφλησης του χρέους προς τη βελγική τράπεζα, ο οποίος να λαμβάνει υπόψη του την οικονομική κατάσταση της χώρας.
.-          Μια τέτοια λύση, για να είναι δίκαιη, θα έπρεπε να περιλαμβάνει τη συνεννόηση της ελληνικής κυβέρνησης με τους κατόχους ομολόγων του ελληνικού χρέους.
            Άπαντες οι ανωτέρω ισχυρισμοί της ελληνικής πλευράς απερρίφθησαν και, έτσι, με ψήφους 13 υπέρ και 2 κατά το ανωτέρω Δικαστήριο έκρινε, οι διαιτητικές αποφάσεις, που αφορούσαν τη διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και την τράπεζα «Societe Commerciale de Belgique» ήταν οριστικές και δεσμευτικές. Η απόφαση αυτή εξεδόθη στις 15.06.1939.
            Συμπεράσματα;
.-          Η παραπάνω απόφαση όχι μόνο δεν δικαίωσε την Ελλάδα αλλά ανεγνώρισε, ότι οι από 03.01.1936 και 25.07.1936 διαιτητικές αποφάσεις ήταν δεσμευτικές γι’ αυτή. Κατά τα κοινώς λεγόμενα, η Ελλάδα ηττήθηκε κατά κράτος. Και ναι μεν το παραπάνω Δικαστήριο αναγνωρίζει, ότι οι είναι δυνατή μια νέα συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών, την οποία η Ελλάδα θα δύναται να τηρήσει, λαμβανομένων υπόψη της κακής οικονομικής καταστάσεώς της, πλην, όμως, μέχρι να ληφθεί μια τέτοια συμφωνία(που, εξ όσων γνωρίζω, ουδέποτε ελήφθη), οι παραπάνω διαιτητικές αποφάσεις δέσμευαν την Ελλάδα.
.-       Ουσιαστικά η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και την τράπεζα «Societe Commerciale de Belgique» αφορούσε το χαρακτηρισμό του χρέους είτε ως μέρους του δημοσίου χρέους της χώρας και, εντεύθεν, υπαγόμενο στις ειδικότερες ρυθμίσεις περί του τρόπου αποπληρωμής του είτε ως ρυθμιζόμενου από τις παραπάνω διαιτητικές αποφάσεις. Η Ελλάδα προφανώς λόγω της δυσχερούς οικονομικής της κατάστασης είχε συμφωνήσει να εξοφλεί το δημόσιο χρέος της κατά τρόπο, που να μην οδηγούσε στην ολοκληρωτική εξαθλίωσή της. Επεδίωξε, λοιπόν, να υπαγάγει και το χρέος της προς την ανωτέρω βελγική τράπεζα στους ίδιους όρους, πλην, όμως, η απόφαση του Διαρκούς Δικαστηρίου του Διεθνούς Δικαίου δεν έκανε δεκτό αυτό τον ισχυρισμό της.
.-      Προκύπτει αβίαστα, ότι η Ελλάδα ενήργησε κατά τρόπο εκβιαστικό απέναντι στη βελγική τράπεζα, αξιώνοντας ουσιαστικά την ανατροπή των οριζομένων από τις παραπάνω διαιτητικές αποφάσεις προϋποθέσεων εξόφλησης της οφειλής της Ελλάδος προς την τράπεζα αυτή. Η απόφαση, που παραπάνω αναφέραμε, αποτελεί την πιο απτή απόδειξη της τύχης των πολιτικών λεονταρισμών χωρών, οι οποίες ξαφνικά προφασίζονται διάφορους τρόπους, προκειμένου να αποφύγουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τρίτους (και δεν αναφέρομαι σε ό,τι θεωρείται ως επαχθές χρέος, σύμφωνα με τη νομολογία των διεθνών δικαστηρίων).
      Αν θέλει κανείς να έχει μια ξεκάθαρη εικόνα, τι είδους απόφαση εξέδωσε στις 15.06.1939 το Διαρκές Δικαστήριο του Διεθνούς Δικαίου και κατά πόσο δικαίωσε, τελικά, την Ελλάδα, μπορεί να διαβάσει το κείμενο της απόφασης απευθείας εδώ. Αν, πάλι, αρέσκεται να ονειρεύεται διαγραφές χρεών και δικαίωση της κακώς εννοούμενης μαγκιάς, υπάρχουν μπόλικα σχετικά κείμενα στο Διαδίκτυο, δόξα να 'χει ο Γιαραμπής. 

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Γιαλαντζί αντιστασιακός, καιροσκόπος πολιτικός


Υπάρχουν δύο, τουλάχιστον, βιντεάκια, στο Διαδίκτυο, τα οποία δείχνουν τον Άγγλο ευρωβουλευτή, κ. Νάιτζελ Φάρατζ, να τα «χώνει» στην Ε.Ε. για τους χειρισμούς της στο θέμα της Ελλάδος. Αμφοτερα συνοδεύονται με πληθώρα επαινετικών σχολίων για τον λαμπρό πολιτικό, που τα βάζει με τους Ευρωπαίους και κάνει αυτό, το οποίο αδυνατούν να πράξουν οι δικοί μας πολιτικοί.
Περιττεύει να πω, ότι με το καλημέρα, εξαιτίας αυτών των βίντεο, ο κ. Φάρατζ βαφτίστηκε αντιστασιακός, φιλέλληνας και υποστηρικτής των ελληνικών θέσεων και συμφερόντων. Οι δε συγκρίσεις του με τους Έλληνες πολιτικούς κατέληγαν σε σχόλια, αρκετά εκ των οποίων αποδεικνύουν, πόσοι διαταραγμένοι κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο.
Όμως, αν αφήναμε κατά μέρος τους συναισθηματισμούς και προσεγγίζαμε περισσότερο ψύχραιμα το φαινόμενο Φάρατζ, θα συμπεραίναμε, ότι ο συγκεκριμένος ευρωβουλευτής έχει τόση σχέση με την αντίσταση και το φιλελληνισμό όση και ο φάντης με το ρετσινόλαδο. Για την ακρίβεια, ο εν λόγω πολιτικός χρησιμοποιεί την περίπτωση της Ελλάδος όχι επειδή διακατέχεται από φιλικά αισθήματα προς αυτή αλλά διότι τη βλέπει ως ένα καλό παράδειγμα προς απόδειξη των θέσεών του περί της ανάγκης διαλύσεως της Ε.Ε., θέση την οποία ο κ. Φάρατζ δεν κάνει κάποια προσπάθεια να αποκρύψει. Μην πάει, βέβαια, ο νους σας σε κάποιον αριστερό υπέρμαχο της αυτοδιάθεσης των λαών ή σε κάποιον επικριτή της Ε.Ε., ο οποίος επισημαίνει τις πλημμέλειές της και αναζητεί τρόπους καλύτερης λειτουργίας της! Ο κ. Φάρατζ αλλά και το κόμμα του, το UKIP, ονειρεύονται, εκτός από τη διάλυση της Ε.Ε., την αναβίωση της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας, την απόσυρση της υπογραφής της Αγγλίας από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (η οποία θεωρεί, ότι έχει πλήξει το δίκαιο της χώρας του) κ.λπ. Άλλωστε, αν παρατηρήσει κανείς ορισμένες συνεντεύξεις του κ. Φάρατζ, θα βγάλει το αβίαστο συμπέρασμα, ότι ο συγκεκριμένος πολιτικός είναι έντονα αντιαριστεριστής και δεν διστάζει να δηλώσει, ότι η Ε.Ε. κυριαρχείται, στην πραγματικότητα, από κομμουνιστές (!!!!).  
Και τι στην ευχή είναι αυτό το UKIP, του οποίου ηγείται ο κ. Φάρατζ; Η πλήρης ονομασία του κόμματος αυτού είναι United Kingdom Independence Party και ιδρύθηκε με σκοπό να συγκεντρώσει όσους Βρεττανούς είναι αντίθετοι στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Τα μέλη του αυτοχαρακτηρίζονται ως φιλελεύθεροι αλλά η σχέση τους με τον φιλελευθερισμό ελέγχεται, καθότι πέρα από τα αιτήματά τους για χαμηλότερη φορολόγηση των επιχειρήσεων, περικοπή των δαπανών για αμοιβές πολιτικών και προστασία της πολιτιστικής κληρονομίας περιοχών, όπως η Ουαλία και η Σκωτία, αξιώνουν αύξηση των αμυντικών δαπανών της χώρας τους σε ποσοστό έως και 40%, αντιπαθούν την πολυπολιτισμικότητα, τρέφουν έντονο αντιαριστερισμό και, βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, επιθυμούν την απόσυρση της υπογραφής της χώρας τους από την ΕΣΔΑ. Αν, επίσης, αποφασίσετε να εγκαταλείψετε την χειμαζόμενη Ελλάδα και να εγκατασταθείτε στην Αγγλία, να είστε σίγουροι, ότι ο κ Φάρατζ θα είναι από τους πρώτους, που θα επισημάνουν τον κίνδυνο, το οποίο εγκυμονεί η παρουσία σας, ως μετανάστη, στη χώρα του, αφού το κόμμα του έχει ζητήσει πενταετές πάγωμα των χορηγήσεων αδειών παραμονής, χωρίς, βέβαια, να εγγυάται, ότι δεν θα ζητήσει παράταση του διαστήματος αυτού. Σας θυμίζει λίγο τη δική μας ακροδεξιά;
Στην πραγματικότητα, το κόμμα του κ. Φάρατζ είναι μια βελτιωμένη εκδοχή της δικής μας ακροδεξιάς. Δεν διακατέχεται από αλλεργία για τη Δημοκρατία, τουλάχιστον στο βαθμό που χαρακτηρίζει τη Χ.Α., αλλά θυμίζει κράμα ΛΑΟΣ και Ανεξαρτήτων Ελλήνων με αρκετά καλύτερη ενημέρωση και ατζέντα. Ωστόσο, έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ακροδεξιάς, ήτοι ξενοφοβία, μιλιταρισμό, αλλεργία στην αριστερά, φόβο για την αλλοίωση της εθνικής ταυτότητας, αντιευρωπαϊσμό, εσωστρέφεια και έντονο λαϊκισμό. Και ο κ. Φάρατζ διαθέτει όλα αυτά τα στοιχεία και δεν το κρύβει. Αποφεύγει να απαντήσει ευθέως σε κρίσιμα ερωτήματα (θα το διαπιστώσετε, διαβάζοντας αυτό), βλέπει παντού κομμουνιστές και πετάει ανούσιες κορώνες.
Φοβάμαι, ότι για μια, ακόμα, φορά, στην προσπάθειά μας να αναζητήσουμε υποστηρικτές στο εξωτερικό, καταλήξαμε να θεοποιήσουμε ως αντιστασιακό ένα καιροσκόπο ακροδεξιό πολιτικό, ο οποίος αδιαφορεί, στην πραγματικότητα, για την Ελλάδα και η αναφορά του σε αυτή εξυπηρετεί αποκλειστικά την επιθυμία του να δει την Ε.Ε. να διαλύεται στα εξ ων συνετέθη. Στην εποχή δε του Διαδικτύου, όπου τίποτα δεν μένει κρυφό, θα αρκούσε μια 10λεπτη αναζήτηση, για να αποκαλυφθεί το ποιόν του κ. Φάρατζ και του κόμματός του. Αλλά, δυστυχώς, απ’ ό,τι φαίνεται, λατρεύουμε τα παχιά λόγια, και ας προέρχονται από κάλπηδες λαοπλάνους. Και, βέβαια, τα ξέρουμε όλα και δεν χρειαζόμαστε κανένα Διαδίκτυο, μήπως και πάρουμε χαμπάρι, τι κούφια λόγια είναι ορισμένες τάχαμου αντιστασιακές δηλώσεις υπέρ της χώρας μας. 

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Χούντα και "χούντα"

Στην οικογένεια της μητέρας μου υπήρχε ένας αδελφός, ο οποίος στα μέσα της δεκαετίας του '60 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία. Εκεί τον βρήκε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967. Ανήσυχο πνεύμα ο θείος, οργανώθηκε στο ΠΑΚ, το οποίο εκείνη την εποχή ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στους Έλληνες φοιτητές της Ιταλίας. Συμμετείχε, λοιπόν, σε ομιλίες, ενημερώσεις και ίσως φιλοξένησε κάποια στιγμή ορισμένα πρωτοκλασάτα στελέχη της παραπάνω οργάνωσης.
Δυστυχώς, ανάμεσα στους συμφοιτητές του δεν υπήρχαν μόνο εχθροί της δικτατορίας ή απολιτίκ φοιτητές. Κάποια καλόπαιδα, πιστοί της χούντας, έσπευσαν να δώσουν αναφορά στο ελληνικό προξενείο της Μπολόνια και μετά από λίγο καιρό ο θείος μου μαζί με αρκετά άλλα μέλη του ΠΑΚ και άλλων παρεμφερών οργανώσεων, απώλεσαν την ελληνική ιθαγένεια. Έτσι, ο θείος μου κατέστη άπατρις μέχρι το 1974, όταν, πλέον, έπεσε η χούντα.
Φυσικά, ο παππούς μου εκ μητρός (εθνικόφρων αλλά όχι κομμουνιστοφάγος) χρειάστηκε να δώσει ποικιλες εξηγήσεις στην αστυνομία για το θέμα αυτό. Και μη φανταστείτε, ότι η τότε αστυνομία τον αντιμετώπισε με σύνεση! ΟΚ, δεν έφαγε ξύλο ούτε κρατήθηκε αλλά κάτι "μπηχτές", που του πετούσαν οι αστυνομικοί, δεν πρέπει να τις ξεπέρασε ποτέ του. Χώρια που τον παππού μου τον ήξεραν με το μικρό του όνομα και έφαγε τέτοια στάμπα, που περπατούσε στους δρόμους της Πάτρας και έβλεπε συντοπίτες του να στρέφουν αλλού το βλέμμα τους.
Σιγά τα ωά, θα μου πείτε, σκέψου, τι τράβηξαν άλλες οικογένειες, που είχαν εξόριστους, φυλακισμένους και εκτελεσμένους ή αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν, γιατί δεν είχαν στον ήλιο μοίρα σε μια Ελλάδα βαθιά διχασμένη. Συμφωνώ και δεν προτίθεμαι να συγκρίνω τα δεινά αυτών των ανθρώπων με την ταλαιπωρία είτε του θείου μου είτε της οικογένειας της μητέρας μου. Κάτι τέτοιο θα ήταν εκτός πραγματικότητας.
Αλλά να! Κάθε φορά, που πλησιάζει η επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και ακούω πολύ κόσμο, ολοένα περισσότερο κάθε χρονιά, να υποστηρίζει, ότι επί χούντας τα πράγματα ήταν καλύτερα, ή ότι σήμερα ζούμε σε μια σύγχρονη χούντα, θυμάμαι το μακαρίτη, πλέον, θείο μου και τα 8 χρόνια, που πέρασε, χωρίς να μπορεί να πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα. Θυμάμαι, επίσης, όσους διώχθηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν ή και σκοτώθηκαν, επειδή τα μούτρα και οι ιδέες τους δεν ήταν αρεστά στη χούντα και τους στυλοβάτες της.
Και σκέφτομαι, ότι μπορεί οι εποχές, που ζούμε, να μην είναι οι ιδανικότερες αλλά, που να πάρει και να σηκώσει, δεν μπορούμε να τις ταυτίζουμε ελαφρά τη καρδία με τον ολοκληρωτισμό. Κανένας, πλέον, δεν διώκεται για τις ιδέες του, κανένας δεν χάνει τη δουλειά του ούτε φυλακίζεται ούτε εκτελείται, επειδή ασπάζεται αντιλήψεις ξένες προς την κυρίαρχη ιδεολογία. Έχουμε ελεύθερες εκλογές (γυρίστε πίσω στο παρελθόν, για να δείτε, τι σημαίνει στημένες και κατευθυνόμενες εκλογές), η ίδρυση και συμμετοχή κομμάτων σε αυτές είναι απρόσκοπτη και καθένας μπορεί να εκφράζει ελεύθερα την άποψή του, χωρίς να κινδυνεύει να τον μπουζουριάσει η εξουσία.
Ας το έχουμε υπόψη την επόμενη φορά, που θα ασκήσουμε δριμεία και δημόσια κριτική στην κυβέρνηση! Και ας σκεφτούμε, αν μπορούσε να κάνει το ίδιο κάποιος άλλος συμπολίτης μας ελεύθερα μέχρι και πριν από 38 χρόνια!

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Βιβλία : "Ο ΑΤΛΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣΕ", της Άυν Ραντ


        Μεταφέρομαι στην εποχή, που το άστρο της Άυν Ραντ μεσουρανούσε στο λογοτεχνικό στερέωμα των Η.Π.Α.  Οι μαρτυρίες της εποχής κάνουν λόγο για μια λογοτέχνιδα με φανατικό κοινό, μέρος του οποίου την ακολουθούσε σε όλες τις ομιλίες της, τη ζητωκραύγαζε με πάθος ανάλογο με αυτό φίλων αθλητικού σωματείου και ζούσε σύμφωνα με το φιλοσοφικό της σύστημα. Η ίδια ήταν λάτρης του καπιταλισμού, τον οποίο θεωρούσε ως το μόνο σύστημα, που εξασφαλίζει στον άνθρωπο όλα τα εφόδια για την εν γένει πρόοδό του. Οι εμφανίσεις της στα Μ.Μ.Ε. της εποχής της αλλά και η συγγραφική της δραστηριότητα δεν περιελάμβαναν μόνο μυθιστορήματα αλλά και φιλοσοφικά δοκίμια και άρθρα στον τύπο, όπου ανέπτυσσε με πάθος τις θεωρίες της. Οι ήρωές της, αυτοδημιούργητοι οραματιστές επιστήμονες και επιχειρηματίες ή πανέξυπνοι και εργατικότατοι κληρονόμοι επιχειρήσεων, είναι πλασμένοι σύμφωνα με τις διδαχές της. Ενδεχόμενα να αποτελούν και το alter ego μιας γυναίκας από την τότε Ε.Σ.Σ.Δ., η οποία αφού περαίωσε μέρος των σπουδών της στη χώρα καταγωγής της, μετανάστευσε στις Η.Π.Α., όπου ξεκινώντας από το μηδέν και με σκληρή εργασία αναγνωρίστηκε ως μια από τις σπουδαιότερες λογοτεχνικές μορφές του 20ου αιώνα.


            Όλη η φιλοσοφία της Άυν Ραντ αποτυπώνεται στο τρίτομο έργο της «Ο ΑΤΛΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣΕ» (Εκδόσεις «ΩΚΕΑΝΙΔΑ»). Η ιστορία διαδραματίζεται σε κάποιο απροσδιόριστο χρόνο στις Η.Π.Α. Η χώρα βρίσκεται σε δεινή κατάσταση. Ένας – ένας οι ικανότεροι πολίτες εξαφανίζονται μυστηριωδώς, χωρίς να αφήσουν πίσω τους το παραμικρό ίχνος. Οι ελάχιστοι ικανοί, που μένουν πίσω, καλούνται να αντιμετωπίσουν τον ανελέητο πόλεμο των ανίκανων συναδέλφων τους, οι οποίοι έχουν συμμαχήσει με άρπαγες και τυχοδιώκτες πολιτικούς και μέτριους ή εξωνημένους καλλιτέχνες, διανοουμένους και επιστήμονες, προκειμένου να επιβάλουν τα δικά τους μέτρα για την ευημερία των Η.Π.Α. αλλά, στην ουσία επιδιώκουν στο προσωπικό τους κέρδος και την προώθηση των συμφερόντων των δικών τους ανθρώπων (οι αναλογίες με τα εν Ελλάδα ισχύοντα είναι τρομακτικές). Η ερώτηση «Ποιος είναι ο Τζων Γκολτ;» μοιάζει να στοιχειώνει όχι μόνο τους πρωταγωνιστές του βιβλίου αλλά και τον ίδιο τον αναγνώστη.            
                Η όλη φιλοσοφία της Άυν Ραντ υμνεί την ικανότητα κάθε ανθρώπου να παράγει πλούτο(όχι μόνο υλικό). Κάθε άνθρωπος λειτουργεί ουσιαστικά ως έμπορος των ικανοτήτων του και συναλλάσσεται με όποιον έχει να του προσφέρει κάτι ως αντάλλαγμα (όχι απαραίτητα υλικό). Κάθε άνθρωπος διαμορφώνει μια ηθική μέσα από την εργασία του και κανένας δεν χρωστάει σε κανένα. Η πορεία του πρέπει να διαμορφώνεται με βάση τη λογική και το προσωπικό του συμφέρον και κανένας παραλογισμός δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην ανθρώπινη πρόοδο. Οι θετικοί ήρωες του βιβλίου διαθέτουν όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά και  έχουν διαμορφώσει τη ζωή τους βάσει αυτών, αποκλείοντας κάθε υποχώρηση. Το μεταφυσικό έχει εξοβελιστεί από τη ζωή τους ως μη συμβατό με τις απόψεις τους.       
                Σε πολιτικό επίπεδο, το βιβλίο αποτελεί ένα κατηγορώ εναντίον του κρατικού παρεμβατισμού. Με χαλαρά φιλελεύθερες απόψεις, η συγγραφέας στηλιτεύει την κρατική πολιτική των περιορισμών στην παραγωγή και διάθεση αγαθών ως και τους πάσης φύσεως εξαναγκασμούς, που έρχονται σε αντίθεση με τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς.        
                Η προσπάθεια, όμως, της συγγραφέως να μετατρέψει το βιβλίο της εκτός από μυθιστόρημα και σε φιλοσοφικό μανιφέστο, αφελές κατά τη γνώμη μου, αποβαίνει κουραστική για τον αναγνώστη. Υπάρχουν στιγμές, που νοιώθεις, ότι έχεις ξαναδιαβάσει κάπου νωρίτερα στο ίδιο βιβλίο κάποια αποσπάσματα. Προς το τέλος του τρίτου τόμου, ο μεγέθους 120 σελίδων μονόλογος – αποθέωση του φιλοσοφικού συστήματος της συγγραφέως ταλαιπωρεί κάθε καλοπροαίρετο βιβλιοφάγο. Ο όγκος δε του βιβλίου είναι αποθαρρυντικός. Ένας άλλος λογοτέχνης αξιώσεων θα μπορούσε να γράψει το ίδιο βιβλίο με την ίδια θεματολογία αλλά στο μισό (και λιγότερο) μέγεθος. Επίσης, οι χαρακτήρες, θετικοί και αρνητικοί, μοιάζουν αυστηρά διαχωρισμένοι σε απόλυτα καλούς και απόλυτα κακούς. Καμμία κακή σκέψη ή πράξη δεν σκιάζει τους θετικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου και τίποτα θετικό δεν φωτίζει τους αρνητικούς χαρακτήρες του.         
                   Το κυριότερο, όμως, στοιχείο του μυθιστορήματος, για το οποίο η κριτική έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις, είναι η ιδεολογία του. Οι πολέμιοί του το θεωρούν ως την επιτομή του νεοφιλελευθερισμού, διότι προάγει τον άκρατο ατομικισμό, καταδικάζει την αλληλεγγύη προς τους οικονομικά ασθενέστερους, τους οποίους, δήθεν, χαρακτηρίζει ως παράσιτα, και το συνδικαλισμό, ανάγει σε υπέρτατη αξία την προσωπική ηθική και την ασυδοσία, ζητάει την εκμηδένιση του ρόλου του κράτους στην ελεύθερη αγορά και αφήνει την κοινωνία στο έλεος του κεφαλαίου. Βρίσκω αυτή την κριτική αρκετά άδικη. Κατ’ αρχάς, ναι μεν η συγγραφέας ήταν οπαδός του «λεσέ φερ λεσέ πασέ», πλην, όμως, η Δικαιοσύνη παίζει καθοριστικό ρόλο στη θεωρία της και απαγορεύει τις πάσης φύσεως παρεκτροπές των κεφαλαιοκρατών και των ανθρώπων γενικά. Η προσωπική ηθική κάθε ανθρώπου ανάγεται σε υπέρτατη αξία αλλά όχι σε βαθμό ασυδοσίας, την οποία, άλλωστε, η συγγραφέας δεν παύει να καταδικάζει σε πολλά σημεία του βιβλίου της. Ο αλτρουισμός καταδικάζεται ως προσπάθεια των ανήθικων δυνατών να υποτάξουν τη βούληση του ανθρώπου και όχι ως πρακτική εν γένει. Επίσης, η συγγραφέας δεν καταδικάζει το συνδικαλισμό γενικά και αόριστα αλλά ως πρακτική χειραγώγησης των εργατών (ο αποκρουστικός αρχισυνδικαλιστής Φρεντ Κίναν μοιάζει βγαλμένος από τις μελανότερες σελίδες του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα), τη στιγμή, που αναφέρει, ότι στο χαλυβουργείο του Χανκ Ρίρντεν (ενός από τους «άπληστους» βιομηχάνους, που η κυβέρνηση πολεμούσε) όλοι οι εργάτες ήξεραν, ότι θα εύρισκαν καλές συνθήκες εργασίας και καλούς μισθούς. Αυτοί, που βαφτίζονται ως παράσιτα, δεν είναι οι φτωχοί και αναξιοπαθούντες αλλά οι πολιτικάντηδες και ο περίγυρός τους. Εκείνο, που επικρίνεται, είναι η βαρύτατη φορολογία ως μέσο απάλυνσης των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, το προϊόν της οποίας, όπως διαβάζουμε στο έργο αυτό, δεν χρησιμοποιείται προς όφελος οικονομικά αναξιοπαθούντων αλλά καταλήγει στις τσέπες των επιτηδείων κυβερνώντων και των συνεργατών τους (ανατριχιαστικές και εδώ οι αναλογίες με την ελληνική πραγματικότητα), με αποτέλεσμα και η βιομηχανία να πλήττεται (διότι στο βιβλίο της δεν βαρύνεται με εξοντωτική φορολόγηση μόνο αλλά ταλαιπωρείται από την υποχρέωσή της να προσλαμβάνει πρόσωπα συστημένα από την κυβέρνηση και να μην απολύει κανένα, ακόμα και αν αυτός δεν αποδίδει, υποχρεούται να μην παράγει πάνω από μια συγκεκριμένη ποσότητα αγαθών, την οποία, στη συνέχεια, θα διοχετεύει σε συγκεκριμένους πελάτες καθ’ υπαγόρευση της κυβέρνησης κ.λπ.) και η κοινωνία να βυθίζεται στη φτώχεια, αφού τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης δεν δίνουν κίνητρο σε κανένα να κάνει σοβαρές επενδύσεις, τη στιγμή που η κυβέρνηση στηρίζει οικονομικά απατεώνες χωρίς επιχειρηματικό πλάνο με προοπτικές, οι οποίοι χωρίς την κυβερνητική πολιτική δεν θα στέκονταν ούτε στιγμή στο εμπόριο (σας θυμίζει κάτι από την ελληνική πραγματικότητα;) και, βέβαια, τα διάφορα αγαθά δεν επαρκούν ποτέ για τη διατροφή του πληθυσμού.                                          Οι λάτρεις του βιβλίου το θεωρούν ως ένα από τα κορυφαία λογοτεχνικά έργα του 20ου αιώνα και ίσως το κορυφαίο μυθιστόρημα των Η.Π.Α. Η πρώτη σκέψη είναι, ότι μάλλον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αυτή η άποψη, αν κρίνει από την τεράστια αποδοχή του έως τις μέρες μας, καθότι μιλάμε για ένα βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1957, την επιρροή του ακόμα και σήμερα σε πολλούς ανθρώπους, όχι μόνο στις Η.Π.Α., την ένταση που εξακολουθεί να προκαλεί σε Δεξιούς και Αριστερούς, στους μεν για την επίθεσή του στη θρησκεία στους δε για τις βολές του κατά της αλληλεγγύης και του κρατικού παρεμβατισμού και τη ρήξη του με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής της. Υπάρχουν στιγμές, που απόλαυσα, όπως στο τέλος του πρώτου βιβλίου, όπου η Ντάγκνι Τάγκαρτ και ο Χανκ Ρίρντεν αναζητώντας τα ίχνη ενός παράξενου και πρωτοποριακού μηχανισμού διαπιστώνουν την πενία των κατοίκων της αμερικανικής ενδοχώρας, ή στις στιγμές που ο καθηγητής Φλόιντ Φέρρις ανέπτυσσε μέρος του δόγματος των αρπάγων.   
                           Προσωπική μου εκτίμηση; Είναι ένα πολύ καλό βιβλίο, άλλοτε συναρπαστικό και άλλοτε βαρετό, υπερεκτιμημένο ίσως λόγω των φιλοσοφικών αντιλήψεων της συγγραφέως, με τις οποίες είναι βαθιά διαποτισμένο και οι οποίες επηρέασαν και επηρεάζουν πάρα πολύ κόσμο ακόμα και σήμερα, και λίγο αφελές μέσα από τους απλουστευμένους αυστηρά άσπρους ή μαύρους χαρακτήρες του. Αν και θεωρείται το πιο δημοφιλές έργο της Άυν Ραντ, προσωπικά βρίσκω πολύ καλύτερο εκ των βιβλίων της το «ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ» (Εκδόσεις «ΩΚΕΑΝΙΔΑ» και αυτό), όπου σε λιγότερες σελίδες και με λιγότερο κουραστικό τρόπο και με πιο συναρπαστική γραφή η συγγραφέας αναπτύσσει τις ίδιες ιδέες.