Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2008

Βιβλία : "Μαύρο κορίτσι, άσπρο κορίτσι", της Τζόις Κάρολ Όουτς

Το έτος 1974, η Τζένα Μίντ, γόνος ιστορικής οικογένειας των Η.Π.Α., που πρωτοστάτησε στην αγώνα για την απελευθέρωση των μαύρων της χώρας, και μεγαλωμένη σε μια οικογένεια με πατέρα ακτιβιστή δικηγόρο, υπερασπιστή αντιρρησιών συνείδησης του πολέμου στο Βιετνάμ και λοιπών ακτιβιστών της εποχής εκείνης, πρώην χίπη και αποξενωμένο από την οικογένειά του και μητέρα συρόμενη από τις κοινωνικές και πολιτικές επιλογές του πατέρα και συνάμα εγκαταλελειμένη από αυτόν, έρχεται να σπουδάσει στο Κολλέγιο Σάιλερ, το οποίο είχε ιδρύσει κάποιος πρόγονός της, με σκοπό να σπουδάζουν σε αυτό μαύρες κοπέλες. Συγκάτοικός της είναι η Μινέτ Σουίφτ, μια υπότροφος ιδιόρρυθμη μαύρη κοπέλα. Σύντομα, μια σειρά από επεισόδια με ρατσιστική χροιά και στόχο τη Μινέτ Σουίφτ θα πλήξουν τη ζωή του κολλεγίου. Η ψύχραιμη, υπερόπτης, αδιάφορη για τον περίγυρό της και θρησκόληπτη Μινέτ Σουίφτ θα αρχίσει να καταρρέει. Και η κατάρρευσή της θα συμπαρασύρει και την Τζένα Μιντ.
Η συγγραφέας εστιάζει στην αντιπαράθεση των δύο κεντρικών χαρακτήρων. Από τη μια έχουμε τη λευκή Τζένα Μιντ, μεγαλωμένη σε μια οικογένεια, που ακολουθεί το ρεύμα της αμφισβήτησης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που συντάραξε τις Η.Π.Α. τη δεκαετία του '60, και μαθημένη να αισθάνεται ενοχή, που είναι λευκή και βαρύνεται με τα εγκλήματα της λευκής φυλής και πιέζεται να συμπαραστέκεται στους αδυνάτους και τις μειονότητες. Και από την άλλη έχουμε τη μαύρη Μινέτ Σουίφτ, μεγαλωμένη σε μια οικογένεια με βαθειά πίστη (η ίδια κινείται στα όρια της θρησκοληψίας), αδιάφορη για τον περίγυρό της και τον εαυτό της, ανέγγιχτη από τις κοινωνικές αλλαγές, που συνέπαιρναν τις Η.Π.Α. της εποχής εκείνης και χωρίς ιδιαίτερες σχέσεις με τις συμφοιτήτριές της, ακόμα και με την ίδια τη Τζένα Μιντ. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την αντιπαράθεση της λευκής Αμερικής, που θέλει να σκύψει πάνω από τα προβλήματα των μειονοτήτων, με τη μαύρη Αμερική, που επιθυμεί να προοδεύσει, χωρίς να αξιώνει τη βοήθεια των λευκών.
Το σύνολο, σχεδόν, του βιβλίου αναφέρεται σε όσα προηγήθηκαν του αδιευκρίνιστου θανάτου της Μινέτ Σουίφτ. Ρατσιστικό έγκλημα ή ατύχημα; Η συγγραφέας αφήνει τον αναγνώστη να απαντήσει στο ερώτημα αυτό. Με το σταδιακό ξεδίπλωμα των άψογα σκιαγραφημένων χαρακτήρων των δύο πρωταγωνιστριών η συγγραφέας αναφέρει ξεκάθαρα, ότι, ακόμα και στις πιο φιλελεύθερες γωνίες των Η.Π.Α., ο ρατσισμός καραδοκεί. Ωστόσο, ακόμα και τα υποψήφια θύματα του ρατσισμού καθίστανται και αυτά ένοχα, όταν καλλιεργούν ένα κλίμα ρατσισμού σε βάρος τους, με την επινόηση, δήθεν, φυλετικών παρενοχλήσεων. Και τότε οι υποστηρικτές τους γίνονται και αυτοί ένοχοι, επειδή υποστηρίζουν τα ανύπαρκτα ρατσιστικά περιστατικά.
"Πολλές φορές η μισαλλοδοξία δεν είναι παρά η μορφή, που δίνουμε στο μίσος, που νοιώθουμε για τον εαυτό μας", διαβάζουμε στο βιβλίο αυτό. Δε νομίζω ότι θα μπορούσε πιο εύστοχα να αποδοθεί το πνεύμα του βιβλίου αυτού.
Εν ολίγοις, ένα πολύ δυνατό και καλογραμμένο βιβλίο, που δικαιώνει όσους κατατάσσουν τη συγγραφέα του στους άξιους βράβευσης με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας συγγραφείς.

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2008

Η ατιμωρησία ως κυρίαρχη αντίληψη

Αν και ο φωνακλάς κύριος είχε διαπράξει την καραμπινάτη παράβαση του Κ.Ο.Κ., παρκάροντας το αυτοκίνητό του πάνω στην κίτρινη γραμμή, εν τούτοις δεν εννοούσε να αντιληφθεί ότι του άξιζε η κλήση. "Μα εδώ το Βατοπέδι έχει κατακλέψει όλη την Ελλάδα και παραμένει ατιμώρητο, ο Βουλγαράκης έφαγε με την ψυχή του και εμένα βρήκαν να τιμωρήσουν", κραύγαζε μπροστά στους διερχόμενους πεζούς. Και δεν ήταν και λίγοι εκείνοι, που κουνούσαν συναινετικά το κεφάλι τους, μουρμουρίζοντας ότι ο άνθρωπος είχε δίκιο.
Στη θέση του φωνακλά κυρίου μπορείτε να βάλετε όποιον άλλο κύριο ή κυρία επιθυμείτε. Ως παράβαση μπορείτε να χαρακτηρίσετε τη φοροδιαφυγή, την υπέρβαση της οικοδομικής αδείας, την παράνομη υλοτομία και άλλες παραβάσεις του νόμου, συνήθεια, που έγινε έξη στη χώρα μας.
Σε μια κοινωνία πολιτισμένη, θα ήταν αναμενόμενο να κυριαρχεί ένα αίσθημα σεβασμού των νόμων ως θεμέλιο της ευνομίας και της ισονομίας. Η τήρηση όσων ορίζουν κάποιες διατάξεις τεθείσες, μεταξύ άλλων, και για την ομαλή κοινωνική συμβίωση αποτελεί τμήμα της διαπαιδαγώγησης, που θα έπρεπε να λαμβάνει κάθε παιδί. Και, βέβαια, η τιμωρία των παραβατών αυτών των νόμων θα έπρεπε να αποτελεί κοινή και αποδεκτή πρακτική.
Ωστόσο, διαπιστώνουμε ότι υπερισχύει των παραπάνω μια κατάσταση, που ελάχιστα ταυτίζεται με τα παραπάνω δέοντα. Αντί να τιμωρείται ο δράστης, συχνά ο ίδιος επιδιώκει και αξιώνει να παραμείνει ατιμώρητος με την προβολή της δικαιολογίας ότι υπάρχουν και χειρότερες παραβάσεις από αυτές, που διέπραξε. Αντί να αποδίδονται ευθύνες στον παραβάτη, κυριαρχεί μια προσπάθεια αποσεισης των όποιων ευθυνών του με την προβολή δικαιολογιών, που ελάχιστο σεβασμό προς τους νόμους προδίδουν. Χωρίς, φυσικά, να παραβλέπουμε πρόσωπα της επικαιρότητας, όπως ο μακαρίτης Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος, που δήλωνε στις λαοσυνάξεις του πρόσφατου παρελθόντος ότι ο νόμος (αυτός για τις ταυτότητες), δεν πρέπει να εφαρμοστεί, λογική, που υιοθέτησε και ο τότε Πρόεδρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., κ. Αλαβάνος, για το νόμο-πλαίσιο των ΑΕΙ. Αλλά αυτά τα στραβά και ανάποδα βλέπουν πολλοί συνέλληνες και παίρνουν θάρρος.
Αυτή η κάθε άλλο παρά υγιής αντίδραση στην επιβολή του νόμου μαρτυρεί μια επελαύνουσα αντίληψη, σύμφωνα με την οποία οι μεγαλόσχημοι πρέπει πρώτοι απ' όλους να υποστούν τις συνέπειες του νόμου. Δεν θα υπήρχε αντίλογος σε αυτή τη σκέψη, αν οι ίδιοι οι διαδίδοντες τα παραπάνω δεν υπερασπίζονταν συχνά την ατιμωρησία των μη μεγαλόσχημων. Και, κυρίως, αν αυτή η άποψη δε χρησιμοποιούνταν, ώστε να συνεχίσουν οι "ταπεινοί" να παραβαίνουν κατά κόρο το νόμο.
Η ορθή, κατά την ταπεινή μου άποψη, αντίληψη θα ήταν η εφαρμογή του νόμου σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις και ανεξάρτητα από τη θέση και εξουσία του παραβάτη. Δυστυχώς, όμως, φαίνεται να κερδίζει έδαφος η πεποίθηση ότι, αφού οι ανώτατοι άρχοντες της χώρας μας, πολιτικοί και οικονομικοί, παραμένουν ατιμώρητοι, θα πρέπει και εμείς οι κατώτεροι να μην τιμωρούμαστε για όσες παραβάσεις καταλαμβανόμαστε να διαπράττουμε. Και μια άλλη μορφή του συνδρόμου αυτού είναι η τιμωρία των άλλων πριν από μας, αφού και αυτοί έχουν παραβεί το νόμο.
Κατά τα άλλα, οι νόμοι δεν εφαρμόζονται στην Ελλάδα. Η πικρή αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι από μας δεν επιθυμούμε να εφαρμόζονται, ώστε να έχουμε και εμείς τη χαρά να παραβούμε το νόμο και να μην υποστούμε κάποια συνέπεια. Και έπειτα είναι τυχαίο ότι εξακολουθούμε να εκλέγουμε και αναδεικνύουμε τους ίδιους αναξιόπιστους και παραβάτες πολιτικούς;

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2008

Σπουδαίες προθέσεις, λειψά μέτρα

Οι αφίσες για τις Επιτροπές Κατά της Ακρίβειας εμφανίστηκαν προ ενός, περίπου, μηνός, σε μια εποχή, όπου η κατάρρευση της "Λέμαν Μπράδερς" δεν είχε, ακόμα, συμπαρασύρει όλο τον πλανήτη σε μια φρενίτιδα περί της τύχης του καπιταλισμού και των φορέων του αλλά η ακρίβεια σε πολλά βασικά καταναλωτικά αγαθά, σε συνδυασμό με τους χαμηλούς μισθούς, είχε οδηγήσει πολλούς συμπολίτες μας στην απόγνωση.
Μετά από αυτή την εμφάνιση, οι εν λόγω επιτροπές αποφάσισαν να περάσουν στη δράση. Αύριο, 28.10.2008, θα συγκεντρωθούν σε κεντρικά σημεία των Αθηνών και των ομόρων Δήμων, με πρόθεση να διαμαρτυρηθούν κατά της ακρίβειας και, ενδεχόμενα, να παρελάσουν με σκοπό να αποδοκιμάσουν τις συνεχιζόμενες ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά, την καθήλωση των μισθών, τις παράνομες πρακτικές των τραπεζών και την εν γένει ακρίβεια.
Θα μπορούσε να είναι μια σπουδαία λύση, πραγματικά, καθώς, μέχρι σήμερα, δεν υπήρχε κάποιος οργανωμένος φορέας, που να συγκεντρώνει και συντονίζει του απογοητευμένους και πρόθυμους να αντιδράσουν πολίτες. Ωστόσο, από τις εξαγγελίες των επιτροπών αυτών απουσιάζει ένα πολύ βασικό μέσο πάταξης της ακρίβειας. Ίσως, βέβαια, να το δούμε αργότερα, καθόσον οι εν λόγω επιτροπές αρχίζουν τώρα τη δράση τους. Αλλά, επιτρέψτε μου, πρόκειται για μια παράλειψη, που προβληματίζει.
Μιλάω, φυσικά, για την παντελή απουσία, από τις εξαγγελίες των επικεφαλής των επιτροπών αυτών, κάποιας πρότασης για μποϋκοτάζ των προϊόντων, των οποίων οι τιμές έχουν ανατιμηθεί υπέρμετρα. Πρόκειται για ένα μέτρο, που έχει ήδη εφαρμοστεί σε πολλές χώρες του εξωτερικού, όπου τα καταναλωτικά κινήματα έχουν παρελθόν και βαθύτερες ρίζες, με μεγάλη επιτυχία στην καταπολέμηση της ακατάσχετης κερδοσκοπίας και συνίσταται στην αποχή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που μπορεί και να μην προσδιορίζεται, από την κατανάλωση βασικών αγαθών.
Το εύλογο ερώτημα, που μπορεί να αποτείνει κανείς στον γκρινιάρη υποφαινόμενο, είναι γιατί να παραπονιόμαστε, τη στιγμή, που οι βασικές αρχές των διαμαρτυρόμενων πολιτών για μείωση της κερδοσκοπικής βουλιμίας των τραπεζών και καταπολέμηση του καρτέλ, που ανυψώνει τις τιμές σε υψηλά επίπεδα βρίσκουν, επιτέλους, κάποια εφαρμογή; Ουδεμία αντίρρηση επ' αυτού, αλλά η καταπολέμηση της ακόρεστης διάθεσης των τραπεζών για κέρδη ανεξαρτήτως της νομιμότητας των μέσων, που χρησιμοποιούν, και των δυνάμεων, που φροντίζουν για την ανύψωση των τιμών σε δυσθεώρητα ύψη, αποτελούν ζητήματα, για τα οποία άλλο πρόσφορο μέσο, πέρα από την οργάνωση των πολιτών και παρακάμπτοντας τις χρονίζουσες διαδικασίες ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, δεν φαίνεται να υπάρχει (εξαίρεση η διαδικασία ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης υπέρ τραπεζών, όταν το ποσό είναι μικρότερο των 10.000 ευρώ και προσεχώς 20.000 ευρώ συν 2-3 άλλες προϋποθέσεις αλλά γι' αυτό θα μιλήσουμε σε άλλη ανάρτηση).
Όμως, για την ακρίβεια των βασικών αγαθών το προσφορότερο μέσο είναι, κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντα, το μποϋκοτάζ. Και τούτο, διότι η αποχή από την κατανάλωση του Χ αγαθού, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια, τον παραγωγό αλλά και το μεσάζοντα σε μείωση της τιμής του, ώστε αυτό να καταστεί πιο προσιτό. Το ίδιο συμβάινει και με την αποχή απ' όλες εκείνες τις προσφερόμενες από τις τράπεζες υπηρεσίες. Η αποχή από αυτές θα ανάγκαζε τις τράπεζες στην απόσυρσή τους. Και επαναλαμβάνω ότι ως μέσο έχει αποδειχθεί άκρως αποτελεσματικό, πολύ πιο αποτελεσματικό από τις πορείες, που απλά μεταθέτουν το πρόβλημα της ακρίβειας στην πολιτεία, χωρίς κάποια περαιτέρω δράση των διαμαρτυρομένων πολιτών. Και αυτή η μετάθεση του προβλήματος της ακρίβειας από τους πολίτες στην πολιτεία, απλά διαιωνίζει το πρόβλημα αυτό.
Πολύ φοβάμαι ότι, παρ' όλη την καλή πρόθεση και διάθεση των προσώπων, που απαρτίζουν τις επιτροπές αυτές, το ζήτημα της ακρίβειας, ειδικά, δεν θα λυθεί, αν δεν αρχίσουμε να στερούμαστε κάποια αγαθά, τα οποία είναι επιεικώς πολύ ακριβά ή οι όροι τους είναι απλά δυσβάστακτοι. Και όσες πορείες και αν κάνουμε, χωρίς μποϋκοτάζ και αποχή οι τιμές τους θα παραμείνουν κάπου εκεί ψηλά.

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2008

Η ιδεολογική ακαμψία και οι εντεύθεν αδυναμίες

Σε μια εποχή, που τα αρχεία της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. έχουν ανοίξει και δεκάδες μελετητές εξετάζουν εξονυχιστικά τα πεπραγμένα του κυρίαρχου τότε Κ.Κ.Σ.Ε., η εμμονή του Κ.Κ.Ε. στη μνεία, σε βαθμό λατρείας, του Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλλι, γνωστού ως "Στάλιν", προκαλεί απορία. Διότι, αν κάποια εποχή ένα πέπλο μυστηρίου κάλυπτε όσα ελάμβαναν χώρα στην αχανή αυτή χώρα, με την εξαίρεση όσων φανερώνονταν από κείμενα αντιφρονούντων, όπως ο Σολζενίτσιν, ο Ζαχάροβ και ο Γκίνζμπουργκ, που γρήγορα καταδικάζονταν συλλήβδην ως συκοφάντες, συνοδοιπόροι του καπιταλισμού, πράκτορες του ιμπεριαλισμού και άλλα από το πλούσιο ξύλινο λεξιλόγιο των ορθοδόξων οπαδών του κομμουνισμού, τα τελευταία χρόνια η αποκάλυψη αρκετών στοιχείων από την εποχή της παντοδυναμίας του Στάλιν και του κύκλου του θα έπρεπε κανονικά να έχει στρέψει κάθε κομμουνιστικό κόμμα στην καταδίκη του σταλινισμού.
Αν και αρκετά ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα προέβησαν σε αυτή την τακτική, το Κ.Κ.Ε. αρκέστηκε απλά να σιγήσει επί σειρά ετών, αρχής γενομένης από το 1956, όταν το Κ.Κ.Σ.Ε. κατεδίκασε το σταλινισμό και τις πρακτικές του. Η κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ. προκάλεσε μια αρχική σύγχυση στα ανά τον κόσμο κομμουνιστικά κόμματα, η οποία ξεπεράστηκε είτε με την απάλειψη του όρου "κομμουνιστικό" από την προμετωπίδα τους είτε με την αναγωγή στο πλούσιο και ιστορικό παρελθόν του κομμουνισμού, ιδίως αυτό της κοιτίδας του, της Ρωσσίας. Η ταχύτατη κατάρρευση όλων των κομμουνιστικών καθεστώτων της Ευρώπης, πέρα από τις ευφάνταστες θεωρίες που αναπτύχθηκαν, κατέδειξε την αδυναμία αυτού του πολιτικού συστήματος αλλά και τη δίψα των πολιτών των χωρών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού για πολιτικές αλλαγές.
Αυτή,όμως,η πραγματικότητα ελάχιστα πτόησε ή επηρέασε τους ημεδαπούς ορθοδόξους κομμουνιστές, όπως αυτοί εκφράζονται από την πολιτική του Κ.Κ.Ε. Απόδειξη ότι, ενώ επί σειρά ετών απουσίαζε πάσα μνεία του ονόματος του Στάλιν στο κόμμα αυτό, με την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ. όχι μόνο επανήλθε η αναφορά στο όνομα αυτό αλλά και κρίθηκε σκόπιμο να εξεταστεί η φθορά του κομμουνισμού από την εποχή της καταδίκης του σταλινισμού το 1956 και εντεύθεν. Με άλλα λόγια, κρίθηκε ότι ο Στάλιν υπήρξε ο τελευταίος επαναστάτης ηγέτης του Κ.Κ.Σ.Ε.
Και τα εγκλήματα του Στάλιν; Οι εκκαθαρίσεις μέσα στο ίδιο του το κόμμα; Οι δίκες-παρωδία της Μόσχας; Τα εκατομμύρια των εκτοπισμένων στα γκούλαγκ; Η προσωπολατρεία του Στάλιν, έννοια εντελώς ξένη με όσα πρεσβεύει ο κομμουνισμός; Απλά δεν υπάρχουν για το Κ.Κ.Ε. ή θεωρούνται αποτέλεσμα της συνυπαιτιότητας όσων υπηρετούσαν εκείνη την εποχή τον κομμουνισμό. Κοινώς κάτω τα χέρια από το Στάλιν!
Η κρίση αυτή, όσο και αν πρέπει να γίνεται σεβαστή σε ένα πολυφωνικό και, εντεύθεν, δημοκρατικό περιβάλλον, εν τούτοις προβληματίζει. Διότι είναι οικοδομημένη στην απλή άγνοια ή την παράκαμψη όσων έλαβαν χώρα επί Στάλιν και, κατά γενική ομολογία, στέρησαν από το καθεστώς τη δυνατότητα να εγκαθιδρύσει σχέσεις εμπιστοσύνης με το λαό της Ε.Σ.Σ.Δ. άλλως να δώσει τη δυνατότητα στους πολίτες του να στηρίξουν το καθεστώς αυτό. Η απόλυτη κατάρρευση του καθεστώτος στη χώρα αυτή αλλά και η απροθυμία των πολιτών τα πρώτα σκληρά μετακομμουνιστικά χρόνια να επιστρέψουν στην αγκαλιά των κομμουνιστών απλά κατέδειξε αυτή την έλλειψη πίστης προς το σύστημα αυτό.
Προβληματισμός για τη λογική του Κ.Κ.Ε.; Σαφώς, αν και σε ένα δημοκρατικό καθεστώς αυτές οι αντιλήψεις πρέπει να είναι σεβαστές. Αλλά με αυτά τα εφόδια μπορεί αυτό το κόμμα να εγγυηθεί κάποια βιώσιμη προοπτική στους τρίτους; Και ένα κόμμα, που υποκρίνεται ότι κάνει αυτοκριτική, σε τί μπορεί να διαφοροποιηθεί από τα δύο κόμματα εξουσίας, άλλως πώς μπορεί να καρπωθεί τη φθορά τους και να προτείνει χειροπιαστές λύσεις για τη χώρα ;

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

Ένα παιχνίδι, για να περάσει η ώρα

Είχα ορκιστεί να μην περιαυτολογήσω αλλά ο φίλτατος ιστολόγος άμμος με έβαλε σε πειρασμό, οπότε είπα να ενδώσω, διότι η πολλή εγκράτεια δεν κάνει καλό.
Έχουμε και λέμε, λοιπόν :
«Α. Διαβάστε πρώτα το «Κάτω τα χέρια από το Βασιλάκο» στης Ντίβας. Ακολουθήστε και το link για τα βιογραφικάB. Πηγαίντε στο blog σας και γράψτε αντίστοιχης μορφής βιογραφικό.Γ. Καλέστε κατά προτίμηση 5 άτομα να το κάνουν και αυτοί. (το 5 είναι συμβολικό).
Ακολουθεί βιογραφικό :

«Μπορεί να επέλεξα εγώ και όχι τρίτοι το όνομα «περιούσιος» αλλά αυτό ελάχιστα έχει να κάνει με την αντίληψη, που έχω για τον εαυτό μου, η οποία αντίληψη και καθρεφτίζεται στην παντελή απουσία προσωπικών μου στοιχείων στην εισαγωγική του ιστολογίου μου σελίδα. Ψώνιο; Ίσως αλλά προτιμώ να ασχολούμαι με το ιστολογείν παρά να τρέχω στα μπαράκια. Αφήστε, που είμαι σε μια ηλικία, που μοιάζω με τη μάνα του λόχου, όποτε εισβάλλω σε μπαράκι. Και έχει ακριβύνει και το ποτό, ρε παιδί μου.
Πάνε αρκετά χρόνια από τότε, που γεννήθηκα. Τι, να σας πω την ηλικία μου; Δεν έχετε ακούσει για τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα; Μην λακίσουν και οι θαυμάστριές μου (το ψώνιο, που λέγαμε παραπάνω)! Γεννήθηκα στην Αθήνα και αυτή ήταν, μέχρι πρότινος, η μόνη μου σχέση με το κλεινόν άστυ. Διότι έζησα την υπόλοιπη ζωή μου, με μια ευχάριστη και ανανεωτική παρένθεση πέντε ετών φοιτητικής ζωής στη Θεσσαλονίκη, στην επαρχιακή πόλη μου. Εκεί διαμόρφωσα τις πρώτες φιλίες μου, έφαγα τις πρώτες σφαλιάρες μου επαγγελματικά και εκεί συνεχίζω να δημιουργώ φιλίες και να μαζεύω σφαλιάρες. Στη δουλειά μου δεν υπάρχει εργοδότης αλλά Θεός, που επιβλέπει όσα κάνω και αλλοίμονό μου, αν παραστρατήσω. Και οι σφαλιάρες του Θεού είναι οι πιο οδυνηρές και αφήνουν και σημάδι.
Ανήκω στο χώρο των ελευθέρων επαγγελματιών και φοβάμαι ότι το επάγγελμά μου, όσο και αν προσπαθώ να το κρύψω, φανερώνεται από το λεξιλόγιο, που χρησιμοποιώ. Ας είναι, αυτό, μαζί με την οικογένειά μου και τους φίλους μου, με έμαθε να είμαι σεμνός και ταπεινός πολύ πριν χρησιδανειστεί ο κ. Πρωθυπουργός αυτή την ατάκα χωρίς να με ρωτήσει. Τουλάχιστον θέλω να πιστεύω ότι εξακολουθώ να ανήκω στην κατηγορία των σεμνών και ταπεινών. Τι, το έχω ήδη ξεφτιλίσει υποδυόμενος το σεμνό και ταπεινό; Μα βιογραφικό δε μου ζητήσατε, ρε σεις; Τα βιογραφικά είναι σαν τα απομνημονεύματα, προβάλλεις και αποθεώνεις τον εαυτό σου. Τι περιμένατε, να με θάψω; Πριτς!
Η πρώτη φορά, που διάβασα κάποιο ιστολόγιο, ήταν προ διετίας, ενόσω εξασκούμην στο απαιτητικό άθλημα της ιστιοσανίδας εν τω Διαδικτύω. Το ιστολόγιο ανήκε στον κ. Νίκο Δήμου και ανεξάρτητα, αν συμφωνούσα ή όχι με αρκετές από τις απόψεις του, κόλλησα το μικρόβιο του ιστολογείν. Λέτε να είναι ανησυχητικό; Πάντως, τόλμησα να κάνω τα πρώτα μου δειλά βήματα στη χώρα του ιστολογείν προ 8 μηνών και προς το παρόν οι επισκέπτες μου, ως και η χώρα του ιστολογείν ανέχονται την ακατάσχετη φλυαρία μου και την οφθαλμοφανέστατη έπαρσή μου.
Οι γονείς μου ασκούσαν με σοβαρότητα τα καθήκοντά τους ως δημόσιοι υπάλληλοι και δε σταμάτησαν στιγμή να ανησυχούν πως θα εξελισσόταν ο κανακάρης τους αλλά και η αδελφή μου, καθόσον ήταν και είναι γονείς με «γάμμα» κεφαλαίο. Επάγγελμα και πελατεία δεν είχαν να μου κληροδοτήσουν αλλά αυτό το θεωρώ προτέρημα, διότι δε σκοτίζω τα ώτα κανενός υπομονετικού αναγνώστη μου με τις περιαυτολογίες μου.
Δεν είχα φιλοδοξίες να προεδρεύσω κανενός σωματείου, ενώσεως προσώπων ή οποιουδήποτε μορφώματος. Μια φορά προήδρευσα στη ζωή μου κάποιου μορφώματος και το μόνο καλό ήταν ότι γνώρισα και 5-6 άτομα της προκοπής από τον επαγγελματικό μου χώρο. Αφού δεν τα θαλάσσωσα εντελώς, είπα και όρκο έδωσα να μην ξαναπροεδρεύσω σε κανένα μόρφωμα, όποια μορφή και αν έχει. Το βλέπω ότι μπορώ να πατήσω τον όρκο μου, διότι είμαι καλός χριστιανός και μου αρέσει να αμαρταίνω, ώστε γονυπετής να εκλιπαρώ το Θεό (αυτόν πάνω στους ουρανούς, όχι τον εργοδότη μου) για συγχώρεση. Συγχωροχάρτι, πάντως, δεν πρόκειται να αγοράσω, είπαμε δεν έχω λεφτά για πέταμα.
Μέχρι στιγμής, κανείς δεν με παρακάλεσε να ηγηθώ του κινήματος των ιστολόγων. Τόσα ξέρετε, κυρίες και κύριοι! Εσείς θα χάσετε!»

Παραδίδω τη σκυτάλη στους exofthalmi, koprogata, rodia, ritsmas και ange-ta. Καλή έμπνευση!

Μια διαχρονική αιτία φθοράς

Είναι εκείνη η φήμη, που ακούγεται από στόμα σε στόμα και θεριεύει, χωρίς καμμία βασιμότητα. Τρυπώνει σε αυτιά και συνειδήσεις, δημιουργεί ή αλλοιώνει εντυπώσεις, προκαλεί δεινά και λειτουργεί σαν ντόμινο με τα πρόσωπα να πέφτουν στην παγίδα όσων άκουσαν και να ρίχνουν και άλλους στην παγίδα αυτή. Κανένας δεν την ελέγχει, διότι η διάδοσή της από πολλούς οδηγεί στην εντύπωση πως είναι αληθινή. Αρκετοί δεν την ψάχνουν, διότι είναι πρόθυμοι να πιστέψουν ο,τιδήποτε τους σερβίρουν.
Η πλούσια γλώσσα μας της έχει χαρίσει αρκετές ονομασίες, όπως "θάψιμο", "κουτσομπολιό", "κακές γλώσσες" και άλλες. Η πλούσια ιστορία, όχι μόνο η δική μας, έχει πολλά παραδείγματα προσώπων, που έπεσαν θύμα της, αλλά και προσώπων, που την ασπάστηκαν. Και τίποτα δεν εγγυάται ότι θα πάψει να δηλητηριάζει την καθημερινότητά μας.
Δεν εξαρτάται από το μορφωτικό επίπεδο του καθενός μας, διότι σε οποιαδήποτε στιγμή μπορεί κανείς να την ασπαστεί, επειδή δεν είχε το χρόνο να σκεφτεί καθαρά ή τη διάθεση να το ψάξει. Απαντά σε μικρά και μεγάλα μέρη, διότι η κινητήρια δύναμή της, η κακία/φθόνος, απαντούν παντού.
Λίγη ψυχραιμία χρειάζεται, ώστε να διαπιστωθεί το ανυπόστατό της. Λίγη ήρεμη σκέψη και, κυρίως, η άρνησή μας να την αποδεχθούμε, πριν, ακόμα, βάλουμε το μυαλό μας να λειτουργήσει.
Πότε, όμως, θα μάθουμε να λειτουργούμε καθαρά και, κυρίως, να σταματήσουμε να αναπαράγουμε λόγια χωρίς υπόσταση;

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2008

Περίσσευμα αλαζονείας

Επιβάλλεται, αν ένας πολιτικός επιθυμεί να διασώσει την όποια εικόνα του, να σκύβει το κεφάλι και να προβαίνει σε μια κάποια αυτοκριτική. Ακόμα περισσότερο, οφείλει να σέβεται τους θεσμούς, από τους οποίους κρίνεται και να φροντίζει να διατηρεί χαμηλούς τόνους.
Στην περίπτωση, όμως, του Υπουργού Επικρατείας, κ. Ρουσσόπουλου, τα παραπάνω αποτέλεσαν ψιλά γράμματα. Αφού, λοιπόν, παρουσίασε τον εαυτό του ως ένα αγνό αγωνιστή με 20ετή παρουσία στο χώρο της δημοσιογραφίας, προερχόμενο από ταπεινή οικογένεια και σαφώς όχι από κάποιο πολιτικό "τζάκι", όπως ο Πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ., χαρακτήρισε την επίθεση εναντίον του ως πολιτικό κανιβαλισμό χωρίς αποδείξεις, καταλήγοντας ότι ουδείς είναι σε θέση να αμφισβητήσει την ηθική ακεραιότητά του.
Το γεγονός ότι η νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδος βρίθει παραδειγμάτων πολιτικών, που αποποιήθηκαν με ευκολία των όποιων ευθυνών τους για το έργο τους κατά τη διάρκεια της πολιτικής θητείας τους, επ' ουδενί λόγω μπορεί να αποτελέσει ελαφρυντικό για τον κ. Ρουσσόπουλο, o οποίος, όντας στενός συνεργάτης του θιασώτη του ρητού "σεμνά και ταπεινά" κ. Πρωθυπουργού, όφειλε να τηρήσει αυτή την οδηγία. Ούτε, βέβαια, αποτελεί δικαιολογία η μη επίσημη απόδοση, ακόμα, κατηγοριών προς τον κ. Ρουσσόπουλο, καθόσον, όταν κατέχεις μια δημόσια θέση, η οποία σου επιτρέπει να ασκήσεις εξουσία σε τρίτα πρόσωπα, κυριως τότε οφείλεις όχι μόνο να δείχνεις έντιμος και σωστός αλλά και να είσαι και, βέβαια, να μη δίνεις την παραμικρή αφορμή στο ίδιο σου το κόμμα.
Το χειρότερο απ' όλη αυτή την αρνητική επίδειξη έπαρσης του κ. Ρουσσόπουλου είναι ότι με την επιλογή του να χαρακτηρίσει τον Πρόεδρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ., κ. Παπανδρέου, ως γεννηθέντα πολιτικά ισχυρό, χαρακτήρισε τοιουτοτρόπως άθελά του και τον άμεσο πολιτικό προϊστάμενο και φίλο του, κ. Πρωθυπουργό, αλλά και αρκετούς ομόσταβλους συναδέλφους του, όπως τον κ. Παπαληγούρα, τον κ. Σκανδαλάκη (3η γενιά βουλευτών, παρακαλώ!!), την κα. Καλαντζάκου και άλλους. Αλλά, δυστυχώς, όταν η αλαζονεία περισσεύει, η αμετροέπεια θεριεύει. Και αυτό δεν το διδάχθηκε στα 20 χρόνια της δημοσιογραφικής του σταδιοδρομίας ο κ. Ρουσσόπουλος.