Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Ο απεργός πείνας δεν είναι τυχαίος άνθρωπος

Ο απεργός πείνας δεν είναι κάποιος τυχαίος άνθρωπος. Ξεφεύγει κατά πολύ από το μέσο όρο, αποφασίζοντας να λάβει ένα ακραίο μέτρο κατά της ζωής του για τα δικά του πιστεύω. Και όταν θέτει κανείς σε κίνδυνο τη ζωή του, δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με τη μάζα. Γνωρίζει, ότι μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτες βλάβες στον οργανισμό του και, όμως, βαδίζει ένα ξεχωριστό δρόμο, αυτό του ανθρώπου, που δεν έχει κανένα ενδοίασμό να θυσιάσει τη ζωή του για μια ιδέα, την οποία θεωρεί ιερή ή έστω απαραβίαστη.
Κυρίως, όμως, σε μια εποχή, που οι περισσότεροι θα θυσίαζαν άφοβα και χωρίς αναστολές τρίτους, για να πετύχουν τους σκοπούς τους, ο απεργός πείνας αποφασίζει να θυσιάσει τον ίδιο του τον εαυτό. Αρνείται να βλάψει οποιονδήποτε άλλο. Αναβιβάζει, έτσι, το σκοπό του σε ιερή αποστολή και αποφεύγει να τον μετατρέψει σε αυτοσκοπό ή να τον ευτελίσει σε θλιβερό αιματοκύλισμα.
Κοιτάζω τους 300 απεργούς πείνας, οι οποίοι αυτές τις μέρες έχουν κινήσει την περιέργεια του κόσμου. Πολλοί από αυτούς ζουν μόνιμα στην Ελλάδα αρκετά χρόνια αλλά υφίστανται το ρατσισμό και τις διακρίσεις, που υφίστανται οι περισσότεροι διαφορετικοί στη χώρα μας, ιδίως αν εργάζονται ως ανειδίκευτοι εργάτες. Για να έλθουν στη χώρα μας πέρασαν από απίστευτες κακουχίες και βίωσαν απάνθρωπους εξευτελισμούς. Ο κόσμος, που άφησαν πίσω τους, μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από εικόνες ανείπωτης φτώχειας σαν και αυτή, που διαβάζουμε στη λογοτεχνία. Θα μπορούσαν να επικαλεστούν το δίκαιο του αδικημένου και να προκαλέσουν εκτεταμένες φθορές απ' όπου πέρασαν, διεκδικώντας έτσι το ενδιαφέρον των Μ.Μ.Ε.. Και, όμως, προτίμησαν με αξιοπρέπεια να διαμαρτυρηθούν, κάνοντας απεργία πείνας, μήπως και τους προσέξει η πολιτεία και ο κόσμος και συνειδητοποιήσουν, επιτέλους, ότι υπάρχουν και αυτοί και έχουν τα προβλήματά τους, τα οποία χρειάζονται λύση.
Ακούστηκε, ότι η απεργία πείνας συνιστά ωμό εκβιασμό. Δεν γνωρίζω, πόσο νοσηρή φαντασία πρέπει να διαθέτει κανείς, ώστε να υποστηρίξει μια τέτοια άποψη. Σίγουρα αποτελεί ωμό εκβιασμό και η αδιαφορία μιας ολόκληρης κοινωνίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η κυβέρνηση, σε ένα υπαρκτό πρόβλημα. Όταν αποστερείς από το μετανάστη/πρόσφυγα τα κατοχυρωμένα βάσει διεθνών συμβάσεων, οι οποίες έχουν υπογραφεί από την Ελλάδα, δικαιώματά του, εκβιάζοντάς τον ουσιαστικά να φύγει (και να πάει που;), τότε είναι τουλάχιστον άνανδρο να χαρακτηρίζεις εκβιαστή στο μετανάστη/πρόσφυγα, ο οποίος, σε τελική ανάλυση, διαμαρτύρεται χωρίς να βλάπτει άλλον παρά τον εαυτό του, προκειμένου να διεκδικήσει αυτά, που η ίδια η πολιτεία αναγνωρίζει ως δικαιώματά του.
Η προσφυγή στην απεργία πείνας συνιστά μια έσχατη κατάληξη κάποιων ανθρώπων, οι οποίοι δεν διαθέτουν κανένα άλλο μέσο, για να προστατεύσουν τους εαυτούς τους. Και ως τέτοια θα πρέπει να εκτιμάται και να γίνεται σεβαστή από μια κοινωνία, η οποία προτιμά να θυσιάσει οποιονδήποτε άλλο στο βωμό των συμφερόντων της εκτός από την ίδια. Και, το χειρότερο απ' όλα, αδιαφορεί ως κοινωνία για τα δικαιώματα κάποιων λιγότερο προνομιούχων συνανθρώπων μας αλλά και ως κράτος για τις υποχρεώσεις, που έχει αναλάβει έναντι αυτών.

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

Είτε αγέννητοι είτε με ξεθωριασμένη μνήμη

Ακούγοντας ολ' αυτά περί "δημοκρατικής χούντας" και ανελεύθερης χώρας, θα πίστευε κάποιος, ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα εφάμιλλη, από πλευράς σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με το Ιράν ή τη Βόρειο Κορέα. Άλλωστε, "επανάληψις μήτηρ μαθήσεως", που λέγεται, ότι έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι και όσο περισσότερο επαναλαμβάνουμε, ότι ζούμε σε μια δημοκρατική χούντα, όλο και περισσότεροι θα το πιστέψουν.
Κρίμα, που η πλειονότητα των υποστηρικτών αυτής της άποψης είτε ήταν αγέννητοι, όταν είχαμε πραγματική χούντα στην Ελλάδα, είτε έχουν ξεθωριάσει τόσο οι μνήμες τους, που λησμόνησαν, πόσο σκληρά ήταν εκείνα τα χρόνια για όσους ήθελαν να εκφράζονται ελεύθερα και να διαφοροποιούνται από τους άλλους. Διότι στα χρόνια της χούντας ήταν αδύνατο να εκφραστείς ελεύθερα για την πολιτική κατάσταση στη χώρα μας, εκτός αν είχες την αγγίζουσα τα όρια του μαζοχισμού επιθυμία να βιώσεις την ασύγκριτη εμπειρία του εγκλεισμού σου, συνοδεία ξυλοδαρμού, βασανιστηρίων και απομόνωσης, στις φυλακές Αβέρωφ ή άλλα παρεμφερή ευαγή ιδρύματα, που συνδέθηκαν με τις σκληρότερες εποχές, που γνώρισε αυτός ο τόπος. Και αν, τέλος πάντων, κατάφερνες να βγεις από εκεί μέσα και δεν σε έσερναν σε κανένα δικαστήριο, όπου με περισσή ευκολία σε κατεδίκαζαν σε υψηλές ποινές, τις οποίες εξέτιες στο ακέραιο, αφού δεν είχαν έλθει, ακόμα, τα χρόνια της δημοκρατικής χούντας για να ψηφιστούν ευεργετικοί νόμοι και είτε να εξαγοράσεις την ποινή σου είτε να έχει η έφεσή σου ανασταλτικό αποτέλεσμα, ήσουν, πλέον, σταμπαρισμένος αντιδραστικός, κομμουνιστής, εαμοβούλγαρος και άλλα συναφή και δεν εύρισκες δουλειά με τίποτα. Αν, μάλιστα, ετύγχανε να έχεις δουλειά, προτού σου συμβεί το ευτυχές γεγονός του μπουζουριάσματός σου στα παραπάνω ευαγή ιδρύματα, τότε ο εργοδότης σου σε απέλυε και χωρίς πολλά πολλά.
Φυσικά, στα χρόνια της πραγματικής χούντας δεν τη γλύτωνες, ακόμα και αν ήσουν σημαίνον πρόσωπο μέσα και έξω από την Ελλάδα. Ο Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης συνελήφθη την ώρα, που δίδασκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και βίωσε στο πετσί του τη βία της "Επανάστασης". Η Αμαλία Φλέμινγκ συνελήφθη και αυτή, βασανίστηκε, φυλακίστηκε και αργότερα της αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια.
Και, φυσικά, δεν είχες το δικαίωμα να εκλέξεις ή να εκλεγείς σε κάποιο πολιτικό αξίωμα, αφού η χώρα, ούσα ασθενής κατά την άποψη των χουντικών, είχε μπει στο γύψο μαζί με το δημοκρατικό πολίτευμα. Συνεπώς, οι πιθανότητες να ακουστεί η άποψή σου εκμηδενίζονταν. Όσο για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, αυτά ανήκαν στο κράτος και προέβαλαν ό,τι αυτό επιθυμούσε και το ίδιο συνέβαινε και με τα έντυπα. Όσα δε έντυπα έκριναν, ότι έπρεπε να πουν δύο λογάκια παραπάνω, υφίσταντο απερίγραπτες διώξεις, ανέστελλαν την κυκλοφορία τους και οι κεφαλές τους οδηγούνταν στις φυλακές (περίπτωση "ΕΘΝΟΥΣ").
Με όλο το σεβασμό τώρα, αναγνωρίζω, ότι η δημοκρατία στη χώρα μας πάσχει από μια κυβέρνηση, η οποία καταστρατηγεί το νομο συχνότατα, για να εξυπηρετήσει μικροπολιτικά συμφέροντα, και από ένα απαίδευτο λαό, ο οποίος έχει κάνει σημαία την αυθαιρεσία με την ελπίδα, ότι θα βολευτεί παντοιοτρόπως και ενδεχόμενα θα φτάσει στο ίδιο επίπεδο ατιμωρησίας με τους κυβερνώντες. Καμμία αντίρρηση! Αυτά τα συμπτώματα, όμως, δεν αρκούν, όσο και αν τα τραβήξει κανείς, για να χαρακτηρίσουν ένα πολίτευμα ως δικτατορία, ειδικά τη στιγμή, που η ελευθερία του λόγου είναι απόλυτη, ειδικά με τα σύγχρονα μέσα, που έχει ο μέσος Έλληνας στη διάθεσή του, και, βέβαια, υπάρχει το μοναδικο, έστω παραμελημένο και υποτιμημένο, όπλο της ψήφου στις εκλογές. Κανένα μέσο καταστολής δεν μπορεί να φτάσει σε σημείο να αναστείλει ή εξαφανίσει τις βασικές ατομικές και πολιτικές ελευθερίες, όσο και αν θέλουν να πιστεύουν και διατυμπανίζουν το αντίθετο οι θιασώτες της "δημοκρατικής χούντας".
Οι οποίοι θιασώτες της άποψης αυτής, παρεμπιπτόντως, αμφιβάλλω, αν σε μια χούντα θα είχαν το δικαίωμα να αρθρώσουν λόγο και δη το λόγο, που αυτό τον καιρό εκφέρουν, αλλά και αν θα κυκλοφορούσαν ελεύθεροι.

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Στο πλευρό των μεταναστών

Συμφωνώ με όσους υποστηρίζουν, ότι η χώρα μας δεν μπορεί να αντέξει άλλους μετανάστες. Σε μια εποχή, που η οικονομία μας - αυτή, που κάποτε απασχολούσε χιλιάδες μετανάστες σε δουλειές, που οι δικοί μας δεν καταδέχονταν, πλέον, να κάνουν - πάει από το κακό στο χειρότερο, ενώ την ίδια στιγμή η Ευρώπη μετατρέπεται σε ένα φρούριο, στο οποίο οι μετανάστες δεν έχουν καμμία θέση και πετιούνται στην Ελλάδα, η οποία καλείται να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά, η είσοδος εκατοντάδων απελπισμένων ανθρώπων από σπαρασσόμενες από ταλαιπωρίες χώρες, όπως το Αφγανιστάν και η Σομαλία, αποτελεί μια πυριτιδαποθήκη στην καρδιά της Ελλάδος.
Αυτή η πραγματικότητα, όμως, δεν μπορεί να αναιρέσει μια επίσης αναπόδραστη πραγματικότητα. Ότι, δηλαδή, οι μετανάστες είναι άνθρωποι με προβλήματα, στους οποίους δεν μπορεί η χώρα μας να συμπεριφέρεται με βαναυσότητα ή να τους δαιμονοποιεί για την υποβάθμιση των περιοχών, στις οποίες εργάζονται (πόσο δίκιο είχε η κα. Κούρτοβικ με όσα είπε πρόσφατα). Αφ' ης στιγμής υπάρχουν διεθνείς συμβάσεις σχετικά με τα δικαιώματα των προσφύγων, στις οποίες η Ελλάδα έχει προσχωρήσει, οφείλουμε να τους συμπεριφερόμαστε ανθρώπινα. Και επειδή η ιστορία με τους πρόσφυγες δεν ξεκίνησε χτες, οφείλαμε ως χώρα να έχουμε λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την αντιμετώπιση του ζητήματος, πράγμα το οποίο, ως είθισται, δεν πράξαμε.
Μα δεν τους φέρονται καλύτερα στο εξωτερικο, θα πείτε. Συγγνώμη αλλά θα προτιμούσα να μιμηθούμε όσα θετικά βλέπουμε στο εξωτερικο και όχι τα αρνητικά τους, τα οποία, εντέλει, μάθαμε να χρησιμοποιούμε ως άλλοθι για την ανικανότητά μας άλλως απροθυμία μας να κάνουμε ένα βήμα μπροστά. Και αν, τέλος πάντων, ο κ. Σαρκοζί φέρθηκε απαράδεκτα στους Ρομά, οι οποίοι, σε τελική ανάλυση, είναι πολίτες χώρας-μέλους της Ε.Ε., και δεν κουνήθηκε φύλλο, αυτό δεν μας δίνει το ελεύθερο να δράσουμε αναλόγως. Αρκετά υπόλογοι είμαστε για τόσα αρνητικά, δεν υπάρχει λόγος να δώσουμε και άλλες αφορμές.
Συμπονώ, λοιπόν, τους 300 μετανάστες, που προέβησαν σε απεργία πείνας, διεκδικώντας τα αυτονόητα. Και αν, ακόμα, υπάρχει κόσμος, που, όπως λέγεται, παίζει παιχνίδια στις πλάτες τους, αυτό δεν μου αφαιρεί το δικαίωμα να συμπάσχω με όσους συνανθρώπους μου έλαχε να ζουν σε άλλη χώρα, κατεστραμμένη από πολέμους και τυραννίες, και αναγκάστηκαν να φύγουν γι' αλλού.

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Και οι αστυνομικοί είναι άνθρωποι με προβλήματα

Η είδηση της αυτοκτονίας του 25χρονου αστυφύλακα των ΜΑΤ είναι μια από τις ειδήσεις, που απασχολούν ελάχιστα την κοινή γνώμη. Ακούγονται για λίγο, κάνουν ένα μικρό γδούπο και μετά σιωπή, ξεχνιούνται μέσα στον κυκεώνα των ειδήσεων και των προβλημάτων, που πλημμυρίζουν την καθημερινότητά μας. Άλλωστε, ο 25χρονος αυτόχειρας δεν ήταν "δικός" μας, δεν αγωνίζεται για τα δίκαια των επαναστατημένων. Απεναντίας, ήταν "μπάτσος", μίσθαρνο όργανο του συστήματος, δεκανίκι του νεοφιλελευθερισμού και του συστήματος, που καταπιέζει τον λαό. Αν δεν του άξιζε να πεθάνει, δεν θα τον κλάψουν κιόλας, που αυτοκτόνησε.
Αλήθεια, θα περνούσε έτσι στα αθόρυβα αυτός ο θάνατος, αν επρόκειτο π.χ. για την αυτοκτονία κάποιου μαθητή, που προετοιμαζόταν για τις πανελλαδικές εξετάσεις, ή για κάποιο επιχειρηματία, που τον έπνιξαν τα χρέη; Ασφαλώς όχι! Εκεί τα σχόλια για την άνιση κοινωνία και την πίεση, που ασκεί στον απλό κόσμο, θα γέμιζαν σκληρό δίσκο εκατοντάδων γίγα και πάλι θα έμεναν αρκετά εκτός. Θεωρίες για τον απαράδεκτο τρόπο ζωής, που έχει διαμορφωθεί σήμερα, θα ακούγονταν και κατάρες και αναθέματα γι' αυτόν θα εκτοξεύονταν προς πάσα κατεύθυνση.
Μόνο που λησμονούμε, ότι κομμάτι της κοινωνίας μας είναι και ο αστυνομικός. Τα προβλήματά του δεν είναι λιγότερα από εμάς, το άγχος του για την επιβίωση δεν διαφέρει από αυτό του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας μας. Η πίεση, που υφίσταται στη δουλειά του, είναι απίστευτη. Έχω ακούσει αστυνομικούς, που υπηρετούν στα ΜΑΤ, να ισχυρίζονται, ότι παραμονές πορειών στην Αθήνα έχουν τόση ένταση, που το παραμικρό κλικ μπορεί να τους αποτρελλάνει. Και, βέβαια, στις δύσκολες στιγμές - οράτε επεισόδια - είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος μιας κοινωνίας, που ανακάλυψε στο πρόσωπό τους το μέσο εκτόνωσής της αλλά και το άλλοθι για την ανικανότητά της να αποτρέψει τα επεισόδια αυτά.
Και, όμως, όσο μας πονάει - και δεν είναι λάθος, που μας πονάει - η αυτοκτονία ενός μαθητή, που δεν άντεξε την πίεση της προετοιμασίας για τις εισαγωγικές στο πανεπιστήμιο εξετάσεις, ή ενός εμπόρου, που τον γονάτισαν τα πανωτόκια των τραπεζών, άλλο τόσο μας αφήνει αδιάφορους η αυτοκτονία ενός αστυνομικού, σαν να μην έχει και αυτός προβλήματα, όπως οι υπόλοιποι συμπολίτες μας. Και το πρόβλημα δεν είναι η επιλογή μας να συμπονέσουμε περισσότερο άλλες, πλην, αστυνομικών ,κατηγορίες συνανθρώπων μας αλλά η παντελής ψυχρότητα, με την οποία υποδεχόμαστε ως κοινωνία την αυτοκτονία ενός αστυνομικού.
Μια κοινωνία, που θέλει να δηλώνει, ότι επιθυμεί να αλλάξει τον κόσμο και να προβληματίζεται για όσα δεινά συμβαίνουν γύρω της, οφείλει να μην αποκλείσει από τους προβληματισμούς της κάποιους συνανθρώπους της. Δεν πρέπει να αρκείται στην αντίληψη, ότι ορισμένοι συνάνθρωποί της είναι εξ ορισμού προβληματικοί - θυμηθείτε πόσα τέτοια σχόλια ακούστηκαν για τους αστυνομικούς την εποχή της δολοφονίας του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου - και, συνεπώς, δεν αξίζει να ασχολούμαστε μαζί τους, αλλά να φωνάζει και για τα δικά τους προβλήματα. Δεν έχει κανένα δικαίωμα να κατηγοριοποιεί τους ανθρώπους σε "δικούς" μας και "εχθρούς" και με βάση αυτή τη διάκριση να σφυρίζει αδιάφορα, όταν οι "εχθροί" της πλήττονται από προβλήματα, τη στιγμή που ξεσηκώνεται και εκδηλώνεται ακραία, όταν οι "δικοί" της βάλλονται. Για να αλλάξει μια κοινωνία, οφείλουν όσοι θέλουν να λέγονται ενεργοί πολίτες, να επισημαίνουν τα προβλήματα, που αντιμετωπίζουν όλοι ανεξαιρέτως όσοι ζουν σε αυτή και να προτείνουν λύσεις γι' αυτά, χωρίς να επιλέγουν με ποιους αποκλειστικά θα ασχοληθούν.
Απλά πράγματα, τα οποία γίνονται κατανοητά, αρκεί να μη βλέπει κανείς την πραγματικότητα με παρωπίδες και να επιθυμεί πραγματικά να αλλάξει κάτι σε αυτό τον τόπο.

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Ποιός νοιάζεται για την παραγραφή;

Η ανακοίνωση στη Βουλή, ότι έχουν παραγραφεί τα αδικήματα, τα οποία τέλεσαν γνωστά πολιτικά πρόσωπα σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ήταν αναμενόμενη. Η τάση των δύο μεγάλων κομμάτων να αλληλοπροστατεύονται υπερίσχυσε, για μια, ακόμα, φορά της όποιας νομιμότητας και του όποιου φιλότιμου.
Εκείνο, που δεν γίνεται κατανοητό, είναι η απόλυτη αδιαφορία, με την οποία υποδέχθηκε ο κόσμος την είδηση αυτή. Πέρα από σχόλια, κουτσομπολιά, βρισίδια και απειλές σε καφενειακό ή διαδικτυακό επίπεδο - ενίοτε αυτά τα δύο ταυτίζονται - δεν υπήρξε κάποια αντίδραση, που να πιστοποιεί την εξωτερίκευση αυτής της οργής του κόσμου. Δεν εννοώ, βέβαια, να βγει κόσμος στους δρόμους και να πετάει μολότωφ και αγκωνάρια αριστερά και δεξιά αλλά να κατέβει και να διαμαρτυρηθεί πέρα από κόμματα και ιδεολογίες, να φωνάξει, ότι δεν πάει άλλο η ατιμωρησία των πολιτικών, που οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή κατάσταση.
Χτες έγινε γνωστή η αρνητική εισήγηση του εισηγητού Αρεοπαγίτη στην υπόθεση της μονιμοποίησης των μαθητευομένων του Ελληνικού Δημοσίου. Οι συγκεντρωμένοι έξω από τον Άρειο Πάγο μαθητευόμενοι αντέδρασαν με κραυγές, ύβρεις, ρίψεις αντικειμένων και συμπλοκές με την Αστυνομία. Οι εκπρόσωποί τους φώναζαν για την αδικία, που έγινε στο πρόσωπό τους, και υποσχέθηκαν, ότι δεν θα σταματήσουν, έως ότου δικαιωθούν.
Τα παραπάνω δύο περιστατικά αποδεικνύουν, για πολλοστή φορά, ότι οι πραγματικές προθέσεις του νεοέλληνα είναι αυστηρά ωφελιμιστικές και οι κραυγές του κατά των πολιτικών είναι στην πλειονότητά τους υποκριτικές. Οι πολιτικοί, που κυβερνούν αυτή τη χώρα είναι πρόσωπα κατ' εικόνα και ομοίωση των πολιτών, οι οποίοι ονειρεύονται, τουλάχιστον οι περισσότεροι από αυτούς, τη στιγμή, που είτε θα φτάσουν στο επίπεδο εξουσίας των πολιτικών είτε, τουλάχιστον, η ατιμωρησία, που απολαμβάνουν οι πολιτικοί ,αθ επεκταθεί και σε αυτούς.
Σε κάθε περίπτωση, το βόλεμα, ο υπέρτατος σκοπός των περισσοτέρων πολιτικών μας, δείχνει να παραμένει ο απώτατος στόχος ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού αυτής της χώρας. Γι' αυτό ο νεοέλληνας είναι πρόθυμος να θυσιάσει ατελείωτες ώρες αναμονής σε πολιτικά γραφεία, να τσαλακώσει την αξιοπρέπειά του, να προσκυνήσει πρόσωπα, τα οποία υπό άλλες συνθήκες και αντιλήψεις δεν θα ήθελε ούτε ζωγραφιστά να δει, ακόμα και να παραβιάσει το νόμο. Δεν θα κολλώσει να ξελαρυγγιαστεί, έτσι και δεν ικανοποιηθεί ο πόθος του για μια θεσούλα στο Δημόσιο, θα επικαλεστεί ανύπαρκτα δίκαια και τους πολιτικούς, που τον κορόιδεψαν, αποδεχόμενος ότι αφενός είναι ηλίθιος, αφού δέχθηκε να τον δουλέψουν ψιλό γαζί πρόσωπα αποδεδειγμένα επιρρεπή στο ψέμα, αφετέρου ότι έχει γραμμένο το γενικότερο συμφέρον της κοινωνίας και της χώρας του γραμμένα στα ίδια αντικείμενα, όπου τα έχουν τοποθετήσει και οι πολιτικοί, τους οποίους τώρα βρίζει και απειλεί.
Και, φυσικά, όσο διαρκεί αυτή η κατάσταση, οι πολιτικοί μας θα μπορούν ανενόχλητοι να ρημάζουν τη χώρα μας, ενώ εμείς θα διεκδικούμε με κάθε μέσο, ακόμα και δια της βίας, την κατάληψη μιας θέσης στο Δημόσιο.

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Η ανάγκη για πρόοδο και η γριούλα

Εδώ και πάρα πολλά χρόνια κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης και εν γένει καθημερινότητάς μας σκοντάφτει στην επίκληση της αδυναμίας συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων να ακολουθήσουν τα νέα δεδομένα. Η γιαγιούλα, που δεν μπορεί τώρα στα γεράματα να μάθει να υπολογίζει σε ευρώ, η γυναικούλα, που δεν ξέρει ούτε τον υπολογιστή να ανοίξει κ.λπ. βρίσκονται στη φαρέτρα όσων υποστηρίζουν το αδύνατο του όποιου πραγματικού εκσυγχρονισμού.
Λόγω της δουλειάς μου έχω ζήσει την εμπειρία της παράστασης αυτών των συνανθρώπων μας, οι οποίοι υποτίθεται, ότι αδυνατούν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Έχω, για παράδειγμα, δει κάτι ηλικιωμένους, που κάνουν μπαμ από χιλιόμετρα μακρυά, ότι δεν έχουν πάει σχολείο, να δικάζονται για παράβαση του Δασικού Κώδικα - η παράβασή τους είναι, ότι έχουν κόψει 3 πουρνάρια, για να κάνουν βοσκότοπο για τα 5-6 γίδια τους - και να έχουν μάθει απ' έξω και ανακατωτά το Δασικό Κώδικα, για να τη λουφάρουν. Έχω πετύχει κάτι γυναίκες της γειτονιάς, όπως συνήθισε να τις αποκαλεί πολύς κόσμος, αλλά και ορισμένους εντελώς αμόρφωτους τύπους να επιχειρηματολογούν μπροστά σε εφοριακούς με εμπειρία ετών, προκειμένου να αποφύγουν να πληρώσουν το φόρο, που τους έχει καταλογιστεί.
Δεν θυμάμαι, που είχα διαβάσει, ότι προ μερικών ετών η Εσθονία απέκτησε ένα σύστημα, που επιτρέπει όλες τις συναλλαγές με τις δημόσιες υπηρεσίες της να γίνονται διαδικτυακά. Το 1991, όταν ανεξαρτητοποιήθηκε η χώρα αυτή, η τεχνολογία στην καθημερινότητά της ήταν όπως και στις υπόλοιπες δημοκρατίες της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., ήτοι ανύπαρκτη και σαφώς πολύ πιο πίσω απ' ό,τι στην Ελλάδα. Σήμερα, μόλις 20 χρόνια μετά, η Εσθονία μας έχει ξεπεράσει, διότι προφανώς επιχειρήματα για αδύναμες γριούλες και λαό, που δεν φταίει, που δεν μορφώθηκε, επειδή η εξουσία θέλει να τον έχει κοιμισμένο, και γι' αυτό δεν μπορεί τις νέες τεχνολογίες και συνήθειες, θεωρούνται λαϊκιστικά και δεν πιάνουν μπάζα.
Το πρόβλημα στη χώρα μας είναι, ότι κάθε τι πραγματικά προοδευτικό μας τρομάζει. Έχοντας συνηθίσει στη ραστώνη και τον ωχαδερφισμό μιας χώρας, που καμώνεται, ότι ανήκει στον ανεπτυγμένο κόσμο, πολεμάμε κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης με φλύαρα επιχειρήματα, τα οποία σε πείσμα της λογικής βρίσκουν πολλούς υποστηρικτές πρόθυμους να επιστρέψουμε, ει δυνατόν, και στα τεφτέρια, ώστε να διευκολυνθούν και οι πάμπολλοι τεχνοφοβικοί συμπολίτες μας. Αντί, δηλαδή, να απαιτούμε να επιμορφωθούν οι δημόσιοι υπάλληλοί μας με σεμινάρια, προκειμένου να αποκτήσουν μια επάρκεια γνώσεων σε θέματα υπολογιστών, σπεύδουμε να αιτιολογήσουμε την απροθυμία τους αυτή με το επιχείρημα της απαιδευσιάς τους, εξαιτίας του κακού σχολείου και των υποχρεώσεών τους, που δεν τους άφησαν χρόνο για επιμόρφωση. Και αντί να εμμένουμε, ότι πρέπει να επικρατήσει η διαδικτυακή εξυπηρέτηση στις δημόσιες υπηρεσίες, τρέχουμε να υποστηρίξουμε τη γριούλα και το γεροντάκο, τους οποίους, σημειωτέον, έχουμε σε όλες τις άλλες περιπτώσεις επιεικώς γραμμένους στα παλαιότερα των υποδημάτων μας (δείτε, πόσοι ηλικιωμένοι μένουν μόνοι τους ή τους ξεφορτώνονται τα παιδιά τους σε οίκους ευγηρίας).
Αν, όμως, πρόκειται για το στενώς εννούμενο συμφέρον μας, τότε η τεχνοφοβία και έλλειψη γνώσεως πάει περίπατο. Στην ιδέα, ότι θα ξεπατώσει το δάσος για να χτίσει το κοτέτσι του ή θα ψαρέψει όπου του καπνίσει με οποιοδήποτε μέσο, ακόμα και ο πιο αμόρφωτος συμπολίτης μας γίνεται ξεφτέρι και ξεσκίζει όλους τους νόμμους και κώδικες νόμων του κόσμου. Επικαλείται, άμα λάχει, και κάποιες βασικές νομικές αρχές και νάτον έτοιμο να καλύψει πάσαν παρανομίαν του. Αμ πως, που έλεγε και ένας ανεπανάληπτος και χαρακτηριστικός της νεοελληνικής ψυχοσύνθεσης ήρωας του παλαιού λαϊκού κινηματογράφου μας;
Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι λαϊκιστές, τύπου Λάκη Λαζόπουλου, αποδίδουν την υποτιθέμενη ανικανότητα του ελληνικού λαού στην απουσία ικανού εκπαιδευτικού συστήματος, λέγοντας ότι ο κοσμάκης δεν φταίει, και κάποιος μακαρίτης, πλέον, αρχιερέας φώναζε από άμβωνος μπροστά στο εκστασιασμένο ποίμνιό του "Όπισθεν ολοταχώς", και, όμως, έχουν αποκτήσει χιλιάδες πιστούς, που πιθηκίζουν τα τσιτάτα τους με θέρμη ιεροκήρυκα. Σε μια πραγματικά προηγμένη χώρα οι ανωτέρω κύριοι θα είχαν περιθωριοποιηθεί ως επικίνδυνοι δημαγωγοί άλλως δεν θα είχαν αυτή την απήχηση.

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Βιβλία : "Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΛΕΓΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ", του Μάριο Βάργκας Λιόσα

Μια έκθεση φωτογραφίας στη Φλωρεντία φέρνει στο νου του συγγραφέα ένα παλιό του φίλο, ο οποίος εξαφανίστηκε, χωρίς να αφήσει ίχνη. Οι αναμνήσεις από τη γνωριμία και τη φιλία του αυτή ξεχύνονται και σκιαγραφούν ένα ιδιόρρυθμο χαρακτήρα περιθωριοποιημένο λόγω μιας τεράστιας ελιάς, που είχε στο πρόσωπό του, αλλά και λόγω της εμμονής του με μια συγκεκριμένη φυλή αυτοχθόνων του Περού. Παράλληλα, ένα παράξενο πρόσωπο μονολογεί παράλληλα με το μονόλογο του συγγραφέα, αφηγούμενο ιστορίες και θρύλους της ίδιας φυλής αυτοχθόνων.
Αυτοί οι δύο παράλληλα αναπτυσσόμενοι μονόλογοι αποτελούν το βιβλίο του νομπελίστα Μάριο Βάργκας Λιόσα "Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΛΕΓΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (Εκδόσεις "ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ"). Πρόκειται για δύο μονολόγους, ο ένας του συγγραφέα και ο άλλος ενός μυστηρίου προσώπου, η ταυτότητα του οποίου αποκαλύπτεται προς το τέλος του βιβλίου, το οποίο αφηγείται ιστορίες της φυλής Ματσιγκένγκα, η οποία κατοικούσε στη ζούγκλα της Αμαζονίας στο κομμάτι, που ανήκει το Περού. Από τη μια πλευρά έχουμε το μονόλογο του συγγραφέα, ο οποίος αφηγείται τη γνωριμία του με το Σαούλ Σουράτας, ένα ιδιόρρυθμο για τους παραπάνω λόγους άνθρωπο, ο οποίος μελετούσε εμβριθώς καθετί για την παραπάνω φυλή και κάποια στιγμή χάθηκε από προσώπου γης, αφήνοντας να εννοηθεί, ότι μετανάστευσε στο Ισραήλ - ήταν εβραϊκής καταγωγής - αφού πρώτα του μετέδωσε την εμμονή με τους Ματσιγκένγκα και, κυρίως, με το μυστηριώδες πρόσωπο, που αφηγείται ιστορίες σε αυτούς και το ρόλο του οποίου ο συγγραφέας προσπαθεί να κατανοήσει. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ένα άγνωστο, έως τις τελευταίες αράδες του βιβλίου, πρόσωπο, που γνωρίζει τους θρύλους και τις δοξασίες των Ματσιγκένγκα και τις αφηγείται. Οι δύο μονόλογοι αποκαλύπτουν το κεντρικό θέμα των πρωταγωνιστών τους, ήτοι τη φυλή των ιθαγενών, την οποία ο πρώτος προσπάθησε να κατανοήσει μέσα από τις αφηγήσεις του χαμένου φίλου του και ο δεύτερος κατανόησε και επεδίωξε να την προφυλάξει από τη διαβρωτική επιρροή του δυτικού πολιτισμού.
Ιδιαίτερες συστάσεις δεν χρειάζεται ο συγγραφέας, αφού είναι πασίγνωστος παγκοσμίως και τα βιβλία του βρίσκονται στην κορυφή των προτιμήσεων του αναγνωστικού κοινού. Η ανάγνωστη του βιβλίου του είναι πολύ ευχάριστη, αποδεικνύοντας τη μαστοριά του συγγραφέα αλλά και την πρόθεσή του να περάσει τα δικά του μηνύματα χωρίς βερμπαλισμούς και απογειώνεται ιδιαίτερα στα τελευταία κεφάλαια, όταν ο συγγραφέας ανακαλύπτει το ρόλο του αφηγητή αλλά και τα σχέδια του χαμένου φίλου του, ως, επίσης, όταν ο αφηγητής αποκαλύπτεται και συνάμα ξεφεύγει από το ρόλο του απλού εξιστορητή, περνώντας μηνύματα στους ιθαγενείς να μην απαρνηθούν τον τρόπο ζωής τους. Οι αφηγήσεις του μυστηριώδους αφηγητή είναι μαγικές και κυλούν όπως τα παραδοσιακά παραμύθια με μόνη διαφορά, ότι είναι ιδιαίτερα μακροσκελείς και πηδούν από το ένα θέμα στο άλλο, χωρίς, όμως, και έτσι, ακόμα, να κουράζουν. Ο ρόλος του Σαούλ Σουράτας, του ρομαντικού νεαρού, που ξεκινάει σπουδές στη νομική και την ανθρωπολογία, μελετάει τους Ματσιγκένγκα και έρχεται σε σύγκρουση με το σύγχρονο πολιτισμό, για να χαθεί στη συνέχεια από προσώπου γης, χωρίς να αφήσει το παραμικρό ίχνος, είναι άκρως ενδιαφέρων και συγκινητικός. Είναι ένας ιδεολόγος χωρίς φανατισμούς και εμπάθεια για το σύγχρονο κόσμο, τον οποίο απορρίπτει χωρίς να επιθυμεί την καταστροφή του. Όσο, όμως, τον βιώνει ο συγγραφέας και προσπαθεί να τον κατανοήσει, πάντα κάποιο ερώτημα απομένει αναπάντητο μέχρι λίγο πριν το τέλος του βιβλίου. Εξόχως ευρηματική είναι και η ταύτιση του εβραϊκής καταγωγής Σαούλ, μέλους ενός λαού, που περιπλανώνταν από χώρα σε χώρα για αιώνες, με το λαό των Ματσιγκένγκα, ένα λαό, που από συνήθεια περπατούσε συνέχεια, χωρίς να έχει σταθερή εστία.
Χωρίς να επιθυμεί να μειώσει το σύγχρονο πολιτισμό, ο συγγραφέας δεν διστάζει να τον κατηγορήσει, μέσα από τα λόγια του Σαούλ Σουράτας, για την καταστροφή των παραδοσιακών πολιτισμών των αυτοχθόνων. Κυρίως, στέκεται στην απώλεια της ιστορικής και συλλογικής μνήμης των αυτοχθόνων εξαιτίας της λαίλαπας του δυτικού πολιτισμού, που τους αναγκάζει να αλλάξουν τρόπο ζωής και συνήθειες. Η μνήμη του πολιτισμού των Ματσιγκένγκα είναι ο αφηγητής τους, αυτό το παράξενο πρόσωπο, το οποίο γνωρίζει την ιστορία αυτής της φυλής μέσα από τη μυθολογία και τις παραδόσεις της και τη μεταδίδει σε ένα εκστασιασμένο κοινό αυτοχθόνων μέσα από μακροσκελείς και πολύωρες αφηγήσεις, τις οποίες οι ελάχιστοι δυτικοί, που καταφέρνουν να τις βιώσουν, αδυνατούν να τις παρακολουθήσουν, αφού απουσιάζει η συνοχή του δυτικού λόγου και κυριαρχεί η μετάβαση από ένα θέμα σε κάποιο άλλο. Οι Ματσιγκένγκα του βιβλίου μοιάζουν να έχουν συνειδητοποιήσει, ότι, αν χαθεί ο αφηγητής, θα χαθεί και ο πολιτισμός τους και, παρά το γεγονός, ότι έχουν δεχθεί αρκετές επιρροές από το δυτικό πολιτισμό, εντούτοις αρνούνται να παράσχουν πληροφορίες για τον αφηγητή και το ρόλο του.
Τελικά, μοιάζει να αναρωτιέται ο συγγραφέας, αξίζει ο δυτικός πολιτισμός, αν είναι να χαθούν κάποιοι παραδοσιακοί πολιτισμοί μαζί με τους φυσικούς παραδείσους, στους οποίους γεννήθηκαν οι πολιτισμοί αυτοί; Η απάντηση του συγγραφέα είναι, ότι δεν αξίζει, αν δεν θέλουμε να μετατραπεί ένας παραδοσιακός πολιτισμός σε καρικατούρα για τους τουρίστες.