Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Καλά αλλά ανέφικτα νομοσχέδια με ολίγη από βόλεμα ημετέρων

Οι κατά καιρούς διατελέσαντες υπουργοί στην Ελλάδα φιλοδοξούσαν να επιλύσουν μια σειρά φλεγόντων ζητημάτων με ποικίλα νομοσχέδια. Αυτή ήταν και είναι η αρμοδιότητά τους και ήταν απολύτα λογικό να επιδιώκουν να την υλοποιήσουν. Συμβούλους πάσης φύσεως είχαν και έχουν, η κυβερνητική πλειοψηφία υπήρχε, ώστε να ψηφιστούν τα εν λόγω νομοσχέδια, οπότε απέμενε η εφαρμογή τους.


Και εκεί κολλούσε το όλο θέμα. Διότι μπορεί στους νόμους, πλέον, αυτούς να υπήρχαν όλες οι καλές προθέσεις για την επίλυση των διαφόρων ζητημάτων, που ταλανίζουν τη χώρα μας, αλλά συχνά οι νόμοι αυτοί ουδόλως ελάμβαναν υπόψη τους την πικρή ελληνική πραγματικότητα. Για παράδειγμα, ουδέποτε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ελαμβάνετο υπόψη η απουσία υλικοτεχνικών υποδομών ή προσωπικού για την εφαρμογή ενός νόμου. Άλλοτε η εφαρμογή ενός νόμου επαφιόταν στον πατριωτισμό των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι είτε δεν διέθεταν τις κατάλληλες γνώσεις είτε ήταν αναπληρωτές ή εποχικοί και τους οφείλονταν χρήματα (περίπτωση εκπαιδευτικών της ενισχυτικής διδασκαλίας στη μέση εκπαίδευση). Κάποιες άλλες φορές η πραγματοποίηση των σκοπών ενός νόμου εξαρτιόταν από την υπογραφή προεδρικών διαταγμάτων ή τη δημοσίευση υπουργικών αποφάσεων, με αποτέλεσμα να καθίσταται εν τοις πράγμασι ανίσχυρος. Φυσικά, παραδείγματα της ένταξης σε ένα νόμο και άσχετων διατάξεων με τον τίτλο του νόμου, ως και της μέριμνας για τους ημέτερους αφθονούν.


Δύο πρόσφατα νομοσχέδια, του Υπουργείου Παιδείας για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και του Υπουργείου Υγείας για τις μεταμοσχεύσεις, αποδεικνύουν, ότι η πολιτική ασθένεια της επιπολαιότητας καλά κρατεί. Το πρώτο δεν λαμβάνει υπόψη την απουσία υλικοτεχνικών υποδομών στα σχολεία και τις οφειλές του Δημοσίου προς τους αναπληρωτές και ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς, που καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος της διδασκαλίας. Οι εμπνευστές του δεύτερου παραβλέπουν, ότι για τις μεταμοσχεύσεις, που αυτό ευαγγελίζεται, απουσιάζουν τα εξειδικευμένα μεταμοσχευτικά κέντρα ή οι αντίστοιχες κλινικές, με αποτέλεσμα τα όποια μοσχεύματα να κινδυνεύουν να αχρηστευτούν. Πιθανότατα να έχουν και άλλα τρωτά σημεία αλλά αρκούν και τα παραπάνω για αρκετά συμπεράσματα.


Στην πραγματικότητα, η τωρινή κυβέρνηση συνεχίζει το ίδιο παραμύθι με τις προκατόχους της, ήτοι εξακολουθεί να υποδύεται τον καλό εξουσιαστή, που επιθυμεί να δώσει λύση στα προβλήματα του τόπου, ψηφίζοντας νόμους, οι οποίοι πρακτικά δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Τούτο είναι σε γνώση των κυβερνώντων, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, διαθέτουν πληθώρα συμβούλων, συνεπώς μπορούν να ενημερώνονται για την ελληνική. Παράλληλα, με τους ίδιους νόμους φροντίζει, ώστε να περνάει άσχετες τροπολογίες για καθαρή εξυπηρέτηση συμφερόντων δικών της προσώπων.


Συνεπώς, αν επιθυμεί η τωρινή κυβέρνηση να αλλάξει κάτι, αυτό είναι η νοοτροπία, με την οποία συντάσσει και εισάγει στη Βουλή προς ψήφιση νόμους. Να πάψει, δηλαδή, να περιλαμβάνει σε αυτούς οράματα, η υλοποίηση των οποίων απαιτεί δαπάνες πρακτικά ανέφικτες για την ελληνική πραγματικότητα ή, τουλάχιστον, να φροντίσει πρώτα να τις εξασφαλίσει και να σταματήσει να εξυπηρετεί ιδιοτέλειες με τροπολογίες της τελευταίας στιγμής. Εκτός αν δεν τρέφει τη σχετική επιθυμία και αρκείται να διαιωνίζει μια παθογένεια δεκαετιών, επειδή κατά βάθος βολεύει και την ίδια να επιδεικνύει το υποτιθέμενο έργο της, τακτοποιώντας, παράλληλα, τα όποια γραμμάτια προς τα "δικά της παιδιά".

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Για την αξιοποίηση των πνευματικών δικαιωμάτων, ρε γαμώτο!

Ας πούμε, ότι έχουν δίκιο, όσοι μέμφονται τον κ. Πάτροκλο Σταύρου, δικαιούχο των πνευματικών δικαιωμάτων του Νίκου Καζαντζάκη, για πλημμελή διαχείρισή τους. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν, ότι σε μια εποχή, όπου οι περισσότεροι εν Ελλάδι εκδοτικοί οίκοι επιμελούνται τα βιβλία τους με αξιοζήλευτο μεράκι, τα βιβλία του Καζαντζάκη εξακολουθούν να εκδίδονται χωρίς επίμετρο, βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, ερμηνευτικά σχόλια, κριτικές και όλα εκείνα τα στοιχεία, που χαρακτηρίζουν μια σύγχρονη έκδοση. Χρειάστηκε να ξεκινήσει ο κ. Σταύρου μια δικαστική διαμάχη σε βάρος της επιτροπής, που στα τέλη Δεκεμβρίου συνέστησε το Υπουργείο Πολιτισμού με σκοπό να αξιοποιήσει καλύτερα το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, για να αντιληφθούμε και μια παράμετρο, η οποία θα περνούσε στα κρυφά, αν στη θέση του κ. Σταύρου βρισκόταν κάποιος αδαής περί την πνευματική ιδιοκτησία άνθρωπος. Και αυτή η παράμετρος ήταν η πρόθεση του κράτους να παραμερίσει τον κ. Σταύρου από τη διαχείριση των πνευματικών αυτών δικαιωμάτων με τη αρωγή, μάλιστα, και μιας μερίδας πνευματικών ανθρώπων, οι οποίοι θεωρούν, ότι η αξιοποίηση του έργου του μεγάλου Έλληνα δημιουργού δεν γίνεται με τον προσήκοντα τρόπο. Αξίζει κανείς να σταθεί στην στάση, που τήρησε ο εκ των μελών της επιτροπής αυτής, κ. Γιατρομανωλάκης. Πέρα από την ενόχληση, που νοιώθει για την απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία ο κ. Σταύρου κατέστη μοναδικός και αδιαφιλονίκητος κληρονόμος των πνευματικών δικαιωμάτων του Νίκου Καζαντζάκη, ο κ. Γιατρομανωλάκης ουδόλως έδειξε να πειράζεται από την καραμπινάτη παρανομία, που επεχείρησε το κράτος και στην οποία και ο ίδιος υπήρξε συνένοχος. Μάλιστα, έδειξε να δικαιολογεί την ενέργεια του Υπουργείου Πολιτισμού, αναρωτώμενος πως είναι δυνατό να νομιμοποιείται να εκδίδει το έργο του Καζαντζάκη ο κ. Σταύρου, αφ' ης στιγμής δεν μόχθησε γι' αυτό και ενδεχόμενα δεν το κατανόησε. Φυσικά, ο νόμος δεν εξετάζει, αν ο διάδοχος του δημιουργού συμμετείχε στην παραγωγή του έργου αυτού ούτε ενδιαφέρεται για τις νοητικές ικανότητές του. Απλά ορίζει, ότι αυτός αποκλειστικά έχει το δικαίωμα αξιοποίησης των πνευματικών δικαιωμάτων του δημιουργού και μετά από αυτόν οι διάδοχοί του για χρονικό διάστημα 70 ετών από το θάνατο του δημιουργού. Ξεκάθαρα πράγματα, αν μη τι άλλο, για τα οποία δεν απαιτούνται ιδιαίτερες πνευματικές . Αν, λοιπόν, ο κ. Γιατρομανωλάκης ενοχλείται από τον τρόπο αξιοποίησης του έργου του Καζαντζάκη εκ μέρους του κ. Σταύρου, μπορεί να διαμαρτυρηθεί για τον τρόπο, με τον οποίο αυτό αξιοποιείται. Ως πνευματικός άνθρωπος διαθέτει αρκετά επιχειρήματα για το θέμα αυτό. Αλλά η όποια πλημμελής διαχείριση του καζαντζάκειου έργου δεν δίνει κανένα δικαίωμα είτε στον κ. Γιατρομανωλάκη είτε σε οποιονδήποτε πνευματικό ή μη άνθρωπο της Ελλάδος να λειτουργεί ως κλασσικός νεοέλληνας και να γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του το νόμο, στο όνομα, τάχαμου, ενός υπέρτατου σκοπού. Διότι αν υπέρτατος σκοπός μιας χώρας είναι η προστασία της πολιτιστικής της κληρονομίας, εξίσου σημαντικό είναι το κράτος και οι πολίτες αυτής της χώρας να σέβονται το νόμο. Κάτι το οποίο, εν προκειμένω, δεν συνέβη.

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Μακρυά από βιαιότητες!

Πιτσιρικάς παρακολουθούσα την παρέλαση της 25ης Μαρτίου συνοδεία κάποιου συγγενούς, κατά προτίμηση του πατέρα μου ή της γιαγιάς μου. Θυμάμαι, που καθόμαστε απέναντι από ένα γιαπί, όπου είχαν ταμπουρωθεί μια ντουζίνα πιτσιρικάδες με στραγάλια και φυσοκάλαμα και έριχναν αβέρτα στους παρελαύνοντες. Ήταν μια χοντράδα και μισή αλλά στο παιδικό μου μυαλό φαινόταν αστεία.
Αργότερα, μεγαλώνοντας, συμμετείχα και εγώ στην παρέλαση για τον εορτασμό της επετείου αυτής. Λόγω σωματοδομής, με προτιμούσαν οι γυμναστές και μαζί με τους υπόλοιπους επίλεκτους προβάραμε το βήμα για ένα μήνα. Τώρα μη φανταστείτε τίποτα πρόβες σοβαρές, το καλαμπούρι πήγαινε σύννεφο και ο γυμναστής μας δεν καιγόταν και ιδιαίτερα να μας μάθει να βαδίζουμε σωστά. Πάντως, στην παρέλαση τον βγάζαμε ασπροπρόσωπο και, ευτυχώς για μας, το γιαπί ήταν, πλέον, ολοκληρωμένη κατασκευή, οι παλιοί ταραξίες είχαν και αυτοί μεγαλώσει και δεν έψαχναν στέκι, για να κάνουν το κομμάτι τους και δεν υπήρχε διάδοχος κατάσταση να σπάει πλάκα με την παρελαύνουσα νεολαία.
Αργότερα, φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, κατηφορίζαμε στη Λεωφόρο Νίκης, για να παρακολουθήσουμε την παρέλαση. Βέβαια, ποτέ δεν την βλέπαμε ολοκληρωμένη, αφού η ορθοστασία αλλά και το σπρωξίδι των παραδοσιακών γιαγιάδων, που έψαχναν τάχα μου καλύτερη θέση για τα εγγονάκια τους αλλά, στην ουσία, γύρευαν την πρωτοκαθεδρία για την πάρτη τους, μας σμπαράλιαζε τα νεύρα, οπότε πολύ σύντομα αράζαμε σε κάποια παραλιακή καφετέρια και τα εμβατήρια για την 25η Μαρτίου πνίγονταν στους πηχτούς αφρούς του φραπέ.
Φέτος, θα αποδράσω μακρυά από την πόλη μου. Δεν θέλω να είμαι εκεί ή σε οποιαδήποτε άλλη πόλη της Ελλάδος, όταν, όσοι απειλούν εδώ και μέρες στο Διαδίκτυο αλλά και σε άλλα μέσα με ξεσηκωμό, αρχίσουν, με αφορμή τον εορτασμό της επετείου αυτής, να προπηλακίζουν πολιτικούς στο όνομα της όποιας αγανάκτησης. Δεν επιθυμώ να βλέπω ανθρώπους, που μέχρι χτες προσκυνούσαν τους πολιτικούς, ξεροστάλιαζαν στα πολιτικά γραφεία των δύο μεγάλων κομμάτων, προκειμένου να πετύχουν το ρουσφετάκι τους, και έτρεχαν πρώτοι και καλύτεροι με τις σημαίες του κόμματός τους παραμάσχαλα, να υποδύονται τους αντιστασιακούς και να εξαντλούν την αντίδρασή τους στην προβληματική πολιτική της κυβέρνησης με ύβρεις και χειροδικίες, αδυνατώντας να πείσουν, ότι έχουν διδαχθεί από τα παθήματα του παρελθόντος και έχουν αναπτύξει ορθή πολιτική σκέψη πέρα από ανόητα και επικίνδυνα ξεσπάσματα βίας. Εν ολίγοις, απεχθάνομαι αυτή τη συνέχιση της άγονης επιθετικότητας και των βιαιοπραγιών σε βάρος πολιτικών στο όνομα λαϊκής οργής, η οποία δεν μετουσιώνεται σε πολιτική σκέψη με βαθειές ρίζες, ικανή να καταπολεμήσει τη χρόνια παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας παρά εξαντλείται σε ξεσπάσματα χωρίς αποτέλεσμα, ενώ η κοινωνική παθογένεια παραμένει ίδια και απαράλλακτη. Και όσο περισσότερο διαβάζω τις ανοησίες, που αναρτώνται στο Διαδίκτυο ή τυπώνονται σε φέιγ βολάν και καλούν σε προπηλακισμό των πολιτικών, τόσο περισσότερο πείθομαι να χαθώ από το βίαιο σκηνικό, που ετοιμάζεται. Δεν με ενοχλεί η αντίδραση καθαυτή ενάντια στους πολιτικούς, οι οποίοι, σε τελική ανάλυση, σπέρνουν ό,τι θέριζαν εδώ και χρόνια. Χώρια που ο τρόπος πολλών εξ αυτών είναι αρκούντως προκλητικός και γίνεται ακόμα περισσότερο προκλητικός, όσο περνάει ο καιρός και τα απαλλακτικά βουλεύματα υπέρ αυτών πληθαίνουν, παγιώνοντας το καθεστώς ατιμωρησίας τους. Αλλά θα προτιμούσα να ακούσω κάποια έστω ατελή πολιτική πρόταση, που να δίνει κάποια ελπίδα, ότι κάποια στιγμή θα ξεπεράσει η χώρα μας τα προβλήματά της. Και οι βιαιότητες σε βάρος πολιτικών δεν επιλύουν κανένα πρόβλημα.
Καλή αυριανή, λοιπόν!

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Μεροληπτώντας ασύστολα

Ξεκινάμε από τη λογική, ότι σήμερα έχουν απομείνει μόνο τα κόμματα της Αριστεράς να φωνάζουν για περιστατικά, που λαμβάνουν χώρα εκτός Ελλάδος, με την έννοια ότι εξωτερικεύουν την αντίθεσή τους στα περιστατικά αυτά με περισσότερο συμβατικές μεθόδους, ήτοι πορείες, αφισοκόλληση, καταλήψεις κτιρίων κ.λπ., οι οποίες, λόγω ακριβώς του συμβατικού χαρακτήρα τους, γίνονται περισσότερο αντιληπτές από το σύνολο της τεχνοφοβικής κοινωνίας μας απ' ό,τι ένα καλογραμμένο κείμενο ή μια συλλογή υπογραφών σε κάποια διαδικτυακή εφαρμογή. Συνεπώς, μπορεί περισσότερος κόσμος να εκτιμήσει την ορθότητα ή μη των κινήσεων αυτών απ' ό,τι αν οι όποιες αντιδράσεις της ελληνικής Αριστεράς διαχέονταν μέσω των επιτευγμάτων της τεχνολογίας.
Η ελληνική Αριστερά φωνάζει, σήμερα, για την Παλαιστίνη, το Ιράκ, εσχάτως για τη Λιβύη και παλαιότερα για τη Νικαράγουα και την Κούβα. Για όσους παρακολουθούν τις διεθνείς εξελίξεις, σε όλες τις παραπάνω περιοχές υπήρξαν γεγονότα, τα οποία ξεκινούσαν από την καταπίεση, που υφίστατο ένα κομμάτι της κοινωνίας της "Χ" χώρας για διάφορους λόγους, ή την προσπάθεια δύο ή και περισσοτέρων αντιπάλων φατριών να καταλάβουν την εξουσία και έφταναν μέχρι την απόπειρα εισβολής στις χώρες αυτές είτε από τις στρατιωτικές δυνάμεις κάποιου διεθνούς οργανισμού είτε κάποιας μόνης χώρας. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις ετέθη ζήτημα παραβάσεων κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, οι οποίες επέβαλαν την παρέμβαση του Ο.Η.Ε., προκειμένου να επιλυθεί η όποια διαφορά. Σε αρκετές, όμως, από τις περιπτώσεις αυτές, ο Ο.Η.Ε. παρέμεινε αδρανής ή η εκ μέρους του ανάληψη δράσης του υπήρξε τουλάχιστον υποκριτική. Και αυτή την υποκρισία καυτηρίαζε και καυτηριάζει η ελληνική Αριστερά, κερδίζοντας εύσημα για την ευαισθησία και το ενδιαφέρον της. Όλα καλά έως εδώ!
Για κακή τύχη, όμως, της ελληνικής Αριστεράς, υπάρχουν και περιοχές του πλανήτη, όπου λαμβάνουν χώρα γεγονότα, που άπτονται της εφαρμογής των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου. Υπάρχει, για παράδειγμα, η Τσετσενία, όπου ο Ρωσσικός στρατός έχει διαπράξει μια σειρά από ενέργειες, που χαλαρά θα μπορούσαν να κριθούν ως εγκλήματα πολέμου. Υπάρχει το Θιβέτ, το οποίο υφίσταται τις συνέπειες του αυταρχισμού της κινεζικής κυβέρνησης. Υπάρχει η Δυτική Σαχάρα και η Μυανμάρ, υπήρχαν στο παρελθόν το Ανατολικό Τιμόρ, το Αφγανιστάν (την εποχή της σοβιετικής εισβολής), το Τσαντ (την εποχή της εισβολής του λιβυκού στρατού) και άλλες περιπτώσεις, για τις οποίες η ελληνική Αριστερά δεν μίλησε, δεν διαδήλωσε, δεν διαμαρτυρήθηκε και, γενικά, δεν ασχολήθηκε.
Ενδεχόμενα η ελληνική Αριστερά να σκέφτηκε, ότι δεν συντρέχει λόγος να διαμαρτυρηθεί για τις καταστάσεις αυτές ή ότι δεν παραβιαζόταν κάποιος κανόνας του Διεθνούς Δικαίου. Πιθανόν να έκρινε ως πιο σοβαρές τις περιπτώσεις, για τις οποίες φώναξε και φωνάζει. Εντέλει, ίσως να προέκρινε ως άξιες ενασχόλησής της όσες περιπτώσεις προκλήθηκαν από αμερικανικό δάκτυλο ή τα φερέφωνά του. Και, όσο και αν ακούγεται σκληρό, αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά της να ασπάζεται αυτή τη λογική και να πορεύεται, φωνάζοντας συνθήματα υπέρ αυτών των χωρών και κατά των Η.Π.Α., του Ισραήλ, του ΝΑΤΟ του ΟΗΕ και όσων οργανισμών φρονεί, ότι ελέγχονται από τις Η.Π.Α. και τα μεγάλα συμφέροντα.
Η επιλεκτική, όμως, αυτή ευαισθησία της ελληνικής Αριστεράς μπορεί να φαντάζει ως η εύλογη άσκηση του δικαιώματός της να επιλέγει, για ποιούς λαούς και ποιές χώρες θα φωνάξει, αλλά εν προκειμένω δεν πρόκειται για μια ομάδα προσώπων, οι οποίοι ασκούν ένα κατοχυρωμένο δικαίωμά τους, αλλά για τα κόμματα συγκεκριμένου πολιτικού προσανατολισμού, που από καταβολής τους επέλεξαν να υιοθετήσουν συγκεκριμένες αρχές, τις οποίες, ενώ οφείλουν να τηρούν απαρέγκλιτα, σήμερα εφαρμόζουν μερικώς και ανάλογα με τις ιδεολογικές τους εμμονές. Συνεπώς, μετά από αυτή την νόμιμη πλην κραυγαλέα μεροληψία υπέρ συγκεκριμένων χωρών, η ελληνική Αριστερά απλά χάνει κάθε δικαίωμα να μιλά για τα δίκαια των λαών, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και την παγκόσμια ειρήνη. Διότι η υποστήριξη των παραπάνω αρχών προϋποθέτει την αμερόληπτη υποστήριξη όλων των λαών, που καταπιέζονται από εσωτερικούς ή εξωτερικούς παράγοντες, και όλων των κρατών, στις οποίες λαμβάνουν χώρα τα παραπάνω περιστατικά ή έχουν δεχθεί την εισβολή τρίτων χωρών, καταστάσεις, δηλαδή, ασύμβατες με όσα πρεσβεύει σήμερα η ελληνική Αριστερά, η οποία, ενώ διαμαρτύρεται έντονα για τα γεγονότα στην Παλαιστίνη και το Ιράκ - και δεν έχει καθόλου άδικο - στα γεγονότα στην Τσετσενία, για παράδειγμα, απαντά με εκκωφαντική σιωπή.
Πιθανότατα κάποια στελέχη της να πιστεύουν, ότι μόνο αυτοί κατέχουν την απόλυτη αλήθεια. Ενδεχόμενα, να σκέφτονται τα ίδια αυτά στελέχη, ότι οι μικροαστοί, χαρακτηρισμός που παραδοσιακά προσάπτουν σε όσους δεν συντάσσονται με τις απόψεις τους, τρώνε κουτόχορτο. Είναι δικαίωμα του καθενός να φαντασιώνεται πνευματικά μεγαλεία και ιδεολογική ανωτερότητα. Αλλά δεν αρκεί, για να πείσει κανένα, ότι η ελληνική Αριστερά νοιάζεται, πραγματικά, για τα δίκαια όλων των λαών.

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες και οι διαδηλωτές του σήμερα

Ο χρόνος γυρίζει στην εποχή του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, του πιο σκληρού, ίσως, μαζί με το δικό μας, στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Μια ομάδα ανθρώπων, γνωστοί και ως Διεθνείς Ταξιαρχίες, τους οποίους κάποιες πηγές υπολογίζουν στους 60.000, αποφάσισε να πολεμήσει, στο πλευρό των Ισπανών Δημοκρατών, τα στρατεύματα του Φράνκο. Ο αγώνας αποδείχθηκε άνισος, αφού ο Φράνκο είχε την πλήρη υποστήριξη των φασιστικών κυβερνήσεων της Ιταλίας και της Γερμανίας, ενώ οι Ισπανοί Δημοκρατικοί δεν ήταν τόσο καλά εξοπλισμένοι.
Ωστόσο, τα μέλη των Διεθνών Ταξιαρχιών πολέμησαν, επειδή πίστευαν, ότι είναι απαράδεκτη ενέργεια να αφήσουν, στο όνομα της αυτοδιάθεσης των λαών, ένα επίδοξο δικτάτορα να καταλάβει την εξουσία και μετά να σφάξει όσους έκρινε, ότι θα του δημιουργούσαν προβλήματα. Επίσης, τα μέλη αυτά θεωρούσαν, ότι είναι ανεπίτρεπτη η παρέμβαση είτε των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής εκείνης είτε των Διεθνών Οργανισμών στα εσωτερικά μιας χώρας, γι' αυτό και έσπευσαν, στο όνομα της παγκόσμιας αδελφοσύνης και του κοινού αγώνα των δοκιμαζομμένων λαών ενάντια στο φασισμό, να πολεμήσουν. Πολλοί από αυτούς άφησαν τα κόκκαλά τους σε μια ξένη γη, για την ελευθερία της οποίας πολέμησαν.
Προσπαθώ να συγκρίνω τους Έλληνες αγωνιστές των Διεθνών Ταξιαρχιών με τους σημερινούς ημεδαπούς αριστερούς και αριστεριστές, που αυτές τις μέρες διαδηλώνουν ενάντια στην εισβολή των στρατιωτικών δυνάμεων του ΟΗΕ - και όχι μόνο αυτών - στη Λιβύη, θεωρώντας ότι πρόκειται για ιμπεριαλιστική και άδικη πράξη και ότι τη βαρβαρότητα ενός απάνθρωπου καθεστώτος δεν μπορεί κανείς να την αντιμετωπίσει με βαρβαρότητα, και βρίσκω τη σύγκριση αδύνατη. Διότι είναι αδύνατο να συγκριθούν άνθρωποι, που πολέμησαν για τις ιδέες τους, με ανθρώπους, που εξαντλούν τη μαχητικότητά τους σε πορείες και συνθήματα. Κατ' επέκταση, είναι αδύνατο να ταυτίσεις την Αριστερά εκείνης της εποχής, που μέσα από τις διώξεις και τις ταλαιπωρίες του Μεσοπολεμικού Κράτους επέμενε όχι μόνο να αγωνίζεται και να υπερασπίζεται τα ιδεώδη της αλλά και να προσφέρει, προβαίνοντας, ακόμα, και στην υπέρτατη θυσία, με τη σημερινή Αριστερά, που αρκείται στα λόγια και τις διαδηλώσεις, υποκρινόμενη, ότι κόπτεται για τις ελευθερίες των λαών - όλως τυχαίως, μόνο εκείνων, στις χώρες των οποίων εισβάλλουν οι Μεγάλες Δυνάμεις της Δύσης και τα στρατεύματα των Διεθνών Οργανισμών, που ελέγχονται από αυτές - αλλά δεν θέλει να θυσιάσει ούτε μια ρανίδα αίματος, για να υπερασπιστεί ένα λαό, που επαναστάτησε ενάντια σε ένα δικτάτορα και μάχεται εναντίον του σε ένα άνισο αγώνα.
Αυτή η ελληνική Αριστερά προτιμά, με άλλα λόγια, στο όνομα της αυτοδιάθεσης των λαών και του αντιμπεριαλισμού, να αφήσει ένα αιμοσταγές καθεστώς, που διαθέτει ένα υπερσύγχρονο οπλοστάσιο, να θερίσει τους αντιφρονούντες του. Και, βέβαια, ούτε λόγος να πολεμήσει στο πλευρό των επαναστατών, που μάχονται για την ελευθερία τους! Σε τί διαφέρει, όμως, τότε από την παραδοσιακά εφησυχασμένη Δεξιά;

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

Ένα γιαούρτωμα, που βαφτίστηκε πολιτική πράξη

Θα επαναλάβω αυτό, που είχα πει πρόσφατα, ότι, δηλαδή, ο κ. Πάγκαλος ειναι ο αντιπαθέστερος με διαφορά πολιτικός αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Δεν είναι μόνο ο κυριότερος εκφραστής μιας σκληρής πολιτικής αλλά και ένα πρόσωπο, το οποίο, ακόμα και όταν λέει αλήθειες, χάνει το δίκιο του με τον τρόπο, που τις εκφράζει. Συνεπώς, δεν είναι παράλογο, που αποτελεί ένα από τους κυριότερους στόχους της αγανάκτησης του κόσμου.
Ωστόσο, το χτεσινό γιαούρτωμά του, εκτός του ότι μας θύμισε την εποχή του Νόμου 4000 και τη σχετική ταινία του παλιού λαϊκού ελληνικού κινηματογράφου (αλλά χωρίς το κούρεμα και τη διαπόμπευση του δράστη) απέδειξε, ότι η πολιτική δράση του νεοέλληνα περιορίζεται σε εύκολους και ανέξοδους ακτιβισμούς αλλά απουσιάζει η ουσία. Για την ακρίβεια, η οργή του νεοέλληνα εκτονώνεται σε επεισόδια σε βάρος πολιτικών, τα οποία ενίοτε είναι ιδιαίτερα βίαια (περίπτωση ξυλοδαρμού κ. Χατζηδάκη), και, στη συνέχεια αναρτώνται στο Διαδίκτυο για σχολιασμό, χωρίς στην ουσία να οδηγούν σε επίλυση των προβλημάτων της Ελλάδος. Πρόκειται για μια πρακτική, η οποία στοχεύει αφενός στη γελοιοποίηση των πολιτικών αφετέρου στην τρομοκράτησή τους και αιτία και των δύο αυτών σκοπών είναι ο επιλήψιμος πολιτικά βίος των προσώπων αυτών.
Πέραν αυτών, όμως, η θεοποίηση της λαϊκής αγανάκτησης εμπεριέχει ουκ ολίγους κινδύνους όχι μόνο για το πολίτευμά μας αλλά και για την κοινωνία μας. Αφενός προβάλλεται ως η μόνη λύση για την υπέρβαση των προβλημάτων της χώρας μας αφετέρου ως πρόσφορος τρόπος εξωτερίκευσής της προάγεται μια εύπεπτη επιθετικότητα, που στόχο της έχει να πλήξει σε βαθμό γελοιοποίησης τον άτακτο πολιτικό. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι η διαμόρφωση μιας εικονικής πραγματικότητας, σύμφωνα με την οποία ο λαός είναι ευαισθητοποιημένος και πολιτικοποιημένος, αφού δείχνει να έχει αντιληφθεί, ότι κυβερνάται από επικίνδυνους και απατεώνες πολιτικούς και, εκ του λόγου αυτού, αντιδρά.
Ωστόσο, είναι δεδομένο ιστορικά, ότι όλες αυτές οι κινητοποιήσεις οδηγούν σε ένα ξέσπασμα της οργής, μετά το οποίο ακολουθεί μια νηνεμία, κατά την οποία οι ξεσπάσαντες επανέρχονται στην καθημερινότητά τους με την ικανοποίηση "καλά του κάναμε του τάδε". Κάποιες άλλες φορές, όταν αυτά τα φαινόμενα εντείνονται και γίνονται ολοένα και πιο βίαια, οδηγούν στην παγίωση ασύμβατων με τη δημοκρατία καταστάσεων, για τη διατήρηση των οποίων, στο όνομα του όποιου οράματος και της όποιας αγωνιστικότητας και επαναστατικότητας, οι φορείς τους αναγκάζονται να μετέλθουν ακόμα πιο βίαιες μεθόδους.
Συν τοις άλλοις, αυτού του είδους οι ακτιβισμοί δεν επιλύουν κανένα, απολύτως, πρόβλημα, αφού δεν οδηγούν στη διαμόρφωση μιας πολιτικής σκέψης, σύμφωνα με την οποία οι πολιτικοί, που οδήγησαν, αναντίρρητα, τη χώρα στη σημερινή της κατάσταση, πρέπει να απογυμνωθούν από κάθε εξουσία (δεν αναφέρομαι στην αποστέρηση των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων. Δεν προάγουν, με άλλα λόγια, ένα γόνιμο προβληματισμό, που θα βοηθούσε στο σχηματισμό μιας ευρείας κοινωνικής και πολιτικής αντίληψης, την οποία θα υιοθετούσε το σύνολο της κοινωνίας μας και θα ξεκινούσε, έτσι, μια προσπάθεια απαλλαγής της Ελλάδος από τα πάσης φύσεως βαριδια, που αναστέλλουν την πρόοδό της, παρά επιτρέπουν τη διαμόρφωση μιας αμιγώς επιθετικής αντίδρασης γυμνής από κάθε κρίση και βασιζόμενης αποκλειστικά στο θυμικό.
Μπορεί, λοιπόν, περιστατικά, όπως αυτό με το γιαούρτωμα του κ. Πάγκαλου να προσφέρονται για εκτόνωση αλλά και για σχολιασμό, τύπου "καλά του κάναμε του Πάγκαλου" αλλά, στην ουσία, όχι μόνο δεν προσφέρουν κάποια λύση αλλά προλειαίνουν το έδαφος για βίαιες πρακτικές στο όνομα της όποιας ιδέας, όπου το αποτέλεσμα δεν θα είναι ένα απλό γιαούρτωμα. Χώρια που δημιουργούν προβληματισμό σχετικά με τον τρόπο, με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα σοβαρά ζητήματα σε αυτό τον τόπο.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Ο μιθριδατισμός στην ανοησία

Ανοίγεις ένα Δελτίο Ειδήσεων ή μια ενημερωτική εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης τη στιγμή, που αναφέρονται στο σεισμό στην Ιαπωνία, και αισθάνεσαι, ότι αυτός έλαβε χώρα στην Ελλάδα και η χώρα μας μετρά νεκρούς, τραυματίες, αγνοούμενους και φυσικές καταστροφές ή θα εύχονταν οι συντελεστές αυτών των εκπομπών - τουλάχιστον οι περισσότεροι από αυτούς - να είχε χτυπήσει ένας τέτοιος σεισμός τη χώρα μας. Η ανοησία και η παραπληροφόρηση ξεχειλίζουν από στόματα μη ειδικών, οι οποίοι με βαρυσήμαντο ύφος αποκαλύπτουν τους κινδύνους, που, δήθεν, διατρέχουμε, εάν συμβούν όσα με ύφος ειδήμονα αναφέρουν. Η καταστροφολογία εξέρχεται ωσάν παρανοϊκό κύμα έτοιμο να καταστρέψει ό,τι λογικό και σώφρον βρει στο διάβα του.
Θα μου πείτε, ότι δεν είναι η πρώτη φορά, που η ανοησία κάνει την εμφάνισή της στην καθημερινότητά μας. Σε μια χώρα, όπου η πλειονότητα του λαού είναι απαίδευτη και, όμως, επιθυμεί να έχει άποψη για το καθετί αλλά και να λαμβάνει πεισματικά ως αληθινό ό,τι του παρουσιάζεται με ελκυστικό τρόπο, και ας είναι μια μπαρούφα και μισή, επόμενη είναι η εμφάνιση και πύκνωση του φαινομένου της παραπληροφόρησης όσο και της διατύπωσης μιας άποψης από πρόσωπα, τα οποία δεν έχουν την κατάρτιση προς αυτό αλλά φρονούν, ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμά τους να μπουρδολογούν ασύστολα, και του φαινομένου άλλοι να αποδέχονται την μπουρδολογία ως επιστημονική άλλως τεκμηριωμένη άποψη.
Το ανησυχητικό, όμως, είναι ο μιθριδατισμός του κόσμου στην ανοησία, που διαχέεται από τα Μ.Μ.Ε. Αντί, δηλαδή, να κλείσουν την τηλεόρασή τους ή να παύσουν να διαβάζουν την τάδε εφημερίδα οι αποδέκτες αυτών των βλακειών, τις ασπάζονται και τις διαχέουν περαιτέρω, με τη λογική, ότι, αφού προβάλλονται, θα έχουν κάποια βάση. Και ενώ σε αρκετές περιπτώσεις γνωρίζουν, ότι ο εκφραστής της τάδε άποψης είναι ένας τσαρλατάνος και μισός, που συνηθίζει να δουλεύει ψιλό γαζί τον κόσμο, ωστόσο όχι μόνο δεν διαμαρτύρονται για το στασίδι, που φαίνεται εργολαβικά να κατέχει σε κάποιο Μ.Μ.Ε., αλλά τον παρακολουθούν και συχνότατα επηρεάζονται από τη γνώμη του. Η κριτική ικανότητα ενός λαού, που βασικά δεν είναι καθόλου ανόητος, πηγαίνει περίπατο μπροστά στις θεωρίες των ημεδαπών αστέρων της παντογνωσίας αλλά και τη λαγνεία των Μ.Μ.Ε. και το θαυματουργό τηλεχειριστήριο καταδικάζεται σε αχρησία μπροστά στην επέλαση της βλακείας made in Greece, που σαρώνει κάθε κόκκο λογικής.
Τουλάχιστον ο αυθεντικός Μιθριδάτης εθιζόταν στα δηλητήρια της εποχής του, ώστε να αποφύγει το ενδεχόμενο να τον δολοφονήσουν. Οι καταναλωτές της εγχώριας ανοησίας, που κατασκευάζουν πολλά Μ.Μ.Ε. σε τί ωφελούνται από αυτό τον εθισμό;