Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

'21 και μύθοι

Πότε μαθαίνουμε, ότι ξεκίνησε η Επανάσταση του '21 στην Ελλάδα; Πάντως όχι την ημερομηνία, που πράγματι ξεκίνησε.
Ποια ήταν η στάση της επίσημης εκκλησίας στην Επανάσταση του '21; Σίγουρα όχι αυτή, που θέλει να παρουσιάσει η πολιτεία μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια και ο θάνατος του Παπαφλέσσα ή του Σαλώνων Ησαΐα δε σώζουν την κατάσταση.
Που ξεκίνησε η Επανάσταση; Σε καμμία περίπτωση στην Αγία Λαύρα, όπως διατείνονται οι αρμόδιοι.
Πότε κατασκευάστηκε το περιβόητο λάβαρο, που σήκωσε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός κατά την υποτιθέμενη ημερομηνία έναρξης της Επαναστάσεως του '21; Αν στην Ιταλία δέχθηκε η Καθολική Εκκλησία να επιτρέψει να υπολογιστεί η πραγματική ηλικία της Σινδόνης του Τορίνου, ώστε να αποδειχθεί, αν επρόκειτο για το σάβανο, με το οποίο τυλίχθηκε το σώμα του Χριστού, στην Ελλάδα η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν πρόκειται να επιτρέψει ούτε γι' αστείο κάτι παρόμοιο. Κάτι παραπάνω ξέρει από εμάς.
Πόσες σελίδες της Ελληνικής Επανάστασης προβάλλονται από την επίστημη ιστορία; Σαφώς οι πιο λαμπρές, ενώ οι υπόλοιπες περνούν μάλλον "στα ντούκου". Τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια γίνονται κάποιες προσπάθειες να προβληθούν και οι μελανότερες στιγμές του Αγώνα, έστω με κάποιες υπερβολές.
Πόσοι μύθοι χωρούν σε μια Επανάσταση; Άπειροι, αρκεί να βρεθεί ένα πρόθυμο να αποκρύψει ορισμένα θέματα κράτος και αρκετοί πολίτες πρόθυμοι να τείνουν ευήκοον ους.
Τελικά, τί έγινε στις 25 Μαρτίου 1821; Για απάντηση http://www.athensvoice.gr/politics/av,17297,Ιστορία_ώρα_μηδέν!.html
Πόσο πρόθυμοι είναι αρκετοί συνέλληνες να δουν κάποια πραγματικά γεγονότα; Για δείτε gkaratheodoris.blogspot.com/2009/03/blog-post_25.html
Υ.Γ. Συμφωνώ, ότι δεν πρέπει να φτάσουμε στον αντίποδα, που θέλει τον Κολοκοτρώνη ψυχρό χασάπη, ένεκα της σφαγής της Τριπολιτζάς (τι παράξενο οι ίδιοι, που δικαιολογούν τις όποιες ακρότητες των Παλαιστινίων εις βάρος Εβραίων, να θυμούνται τις παναθρώπινες αξίες, όταν αναφέρονται στον Κολοκοτρώνη) ή ομιλούν μονόπλευρα για γενοκτονία των μουσουλμάνων στον ελλαδικό χώρο κατά την Επανάσταση του '21, αγνοώντας τις όποιες ακρότητες των Τούρκων κατά των Ελλήνων την ίδια εποχή στη Μακεδονία, την Κωνσταντινούπολη και αλλού (οράτε www.sitemaker.gr/antiethnikistik/assets/genoktoniamousoulmanon.doc). Με άλλα λόγια, καλό θα είναι να ανοίξουν όλες οι σελίδες της εποχής του '21 αλλά με ψυχραιμία και γνώση του αντικειμένου.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Η ανύπαρκτη πρωτοτυπία της ελληνικής τηλεόρασης

Έχουμε και λέμε :
Η "ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ" είναι μια ξεπατικούρα από τις Η.Π.Α., οι οποίες μιμήθηκαν μια αντίστοιχη εκπομπή της Κολομβίας.
Ο "ΛΑΚΗΣ Ο ΓΛΥΚΟΥΛΗΣ" είναι αντιγραφή μιας αντίστοιχης ισπανικής σειράς.
Η "ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ" κύριος οίδε από ποια εκπομπή ποιάς χώρας αντιγράφτηκε.
Α, και το ριάλιτυ "BIG BROTHER"(για να μη λησμονούμε τον πλούτο της γλώσσας μας) αποτελεί μια πατέντα ολλανδική, την οποία, αφού τη χρησιμοποίησαν δεκάδες χώρες του εξωτερικού, από τις λεγόμενες "προηγμένες", είπαμε και εμείς να μην πάμε πίσω και μας πουν οπισθοδρομικούς (ενώ στους υπόλοιπους τομείς προοδεύουμε) και τη φάγαμε στη μάπα για 2-3 χρόνια.
Και υπάρχουν και άλλες εκπομπές, που έχουν μιμηθεί και όχι απλά αντιγράψει τα κανάλια μας αλλά οι σχέσεις μου με την τηλεόραση είναι αρκετά ψυχρές, ώστε να τις θυμάμαι.
Ε, λοιπόν, δυσκολεύομαι να δεχθώ, ότι στην τηλεόρασή μας δεν υπάρχουν μυαλά ικανά να παραγάγουν μια πρωτότυπη ιδέα. Δεν αρνούμαι την αντιγραφή καλών εκπομπών, όπως αυτή του Ηλία Μαμαλάκη, η οποία μου έχει κοστίσει αρκετούς καυγάδες με τη διαιτολόγο μου, αλλά μάλλον αυτή η περίπτωση αποτελεί τη σταγόνα στον ωκεανό της κάκιστης μίμησης, που δείχνει να κυριαρχεί στην ελληνική τηλεόραση.
Τί απομένει; Να κρατάω όσο το δυνατό περισσότερο κλειστή την τηλεόραση. Δεν θα την κλείσω εντελώς, διότι όλο και κάποιες καλές ταινίες και εκπομπές θα παίξουν (κυρίως στην κρατική τηλεόραση, χωρίς το φόβο του βομβαρδισμού από διαφημίσεις). Αλλά είμαστε τόσο ατάλαντοι, τελικά; Ή τις καλές θέσεις στα Μ.Μ.Ε. τια καταλαμβάνουν ,τελικά, ακριβώς όσοι είναι ατάλαντοι;

Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

Η αβάσταχτη ελαφρότητα της αυστηρότητας

Στην αρχή, βομβαρδίζεσαι με κουβέντες, τύπου "μια χούντα θα μας σώσει", ή "οι συνταγματάρχες ήταν τίμιοι και ήθελαν να καθαρίσουν τη χώρα". Πρόκειται για τις γνωστές και εύπεπτες σοφιστείες, που εκτοξεύονται από δοκησίσοφα πρόσωπα, που με γνώμονα την απελπισία τους από την πραγματικά τραγική κατάσταση της χώρας νοσταλγούν την εποχή της επταετίας, όπου όλα, τάχα μου, λειτουργούσαν ρολόι και δεν γίνονταν τα σημερινά αίσχη.
Έρχεται στο καπάκι και το εξώφυλλο του σημερινού "ΠΡΩΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ"(οράτε www.protothema.gr/content/files/soma213.html), που προβάλλει τα αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης, όπου το 78% των ερωτηθέντων ζητάει πιο σκληρά μέτρα για την εγκληματικότητα, το 62% τάσσεται υπέρ του νόμου για την κουκούλα, το 76% ζητάει να μπαίνει η αστυνομία στα πανεπιστήμια και λοιπά άτεγκτα και αυστηρά και νοιώθεις, ότι αυτή τη χώρα δεν χαρακτηρίστηκε τυχαία ως ένα απέραντο φρενοκομείο.
Όλα τα παραπάνω συμπτώματα προδίδουν μια ασύλληπτη σχιζοφρένεια νεοελληνικού τύπου, όπου οι ασθενείς δείχνουν να αξιώνουν μια μεγαλύτερη αυστηρότητα, η οποία μπορεί να εκφράζεται και με την περιστολή των πολιτικών ελευθεριών αλλά και με τη θέσπιση αυστηροτερων νόμων, ενώ την ίδια στιγμή σπεύδουν να καταπατήσουν το νόμο, προκειμένου να νομιμοποιήσουν το αυθαίρετό τους, να διορίσουν από το παράθυρο το παιδί τους στο Δημόσιο, να σβήσουν την κλήση, που τους επεβλήθη για παράνομη στάθμευση και άλλες εκλεκτές συμπεριφορές, που δικαιολογούνται από τα 400 χρόνια σκλαβιάς αλλά μάλλον οφείλονται στα περισσότερα χρόνια ανοησίας μας.
Κανένας, όμως, εκ των ασθενών δε δείχνει να ασχολείται με τις απώτερες συνέπειες αυτής της επιβολής της αυστηρότητας, ήτοι τον περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών, για τις οποίες έγιναν αγώνες δεκαετιών στη χώρα μας, αφού γι' αυτόν προέχει "να πάψουν οι αναρχικοί να τα σπάνε".Ουδείς εξ αυτών μπαίνει στη διαδικασία να βασανίσει λιγάκι παραπάνω τον ταπεινό εγκέφαλό του να σκεφτεί, ότι υπάρχουν ουκ ολίγοι νόμοι στη χώρα μας, οι οποίοι απλά δεν εφαρμόζονται για ποικίλους λόγους, αρκεί να έχει μερικούς, ακόμα, ώστε να έχει την ψευδαίσθηση, ότι επιτέλους "θα σφίξουν τα λουριά". Καθόλου παράξενο αυτό, άλλωστε ποιός ασθενής παραδέχεται την πνευματική ή ψυχική ασθένειά του;
Πέρα, όμως, από την πλάκα, το φαινόμενο είναι άκρως ανησυχητικό. Διότι η ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα και κοινωνική αναταραχή, πέρα από την πρόληψή τους, που πρέπει να χαρακτηρίζουν κάθε πολιτεία, που θέλει να αποκαλείται σοβαρή, απαιτούν μια σοβαρή μελέτη για την αντιμετώπισή τους, η οποία θα ξεκινάει από τα αίτια και μετά θα καταλήγει στις προτάσεις. Η δε πολιτική κατάσταση θα μπορούσε κάλλιστα να λυθεί, αν ήμαστε μια οργανωμένη κοινωνία πολιτών, όπου πέρα από τις επισημάνσεις για τα πρόσωπα και τα φαινόμενα της πολιτικής ζωής της χώρας μας, θα δίναμε λύσεις, παύοντας να στηρίζουμε διεφθαρμένους πολιτικούς και ανίκανα κόμματα. Και, κυρίως, θα μας βοηθούσε να διακρίνουμε πόσο καλά "λειτουργούσε" η χώρα μας επί χούντας ή τι αποτελέσματα είχε σε άλλες χώρες η θέσπιση και εφαρμογή νόμων, που υποτίθεται, ότι στόχευαν στην ασφάλεια της κοινωνίας (υπάρχει πιο τρομακτικό και πρόσφατο παράδειγμα από την αμερικανική Patriot Act;). Και, ακόμα περισσότερο, θα μας οδηγούσε σε διάφορες μορφές διαμαρτυρίας, με σκοπό να ισχύσουν, επιτέλους, οι νόμοι για όλους.
Αλλά, δυστυχώς, η προτίμηση στις άναρθρες κραυγές, τους αυστηρότερους νόμους και τους επίδοξους σωτήρες, τύπου Παπαδόπουλου κ.λπ., αποδεικνύει, ότι ακόμα και την επίλυση των σοβαρότερων προβλημάτων μας εμμένουμε να την θωρούμε ελαφρά τη καρδία. Και ελαφρά τη καρδία δεχόμαστε την περιστολή των ατομικών και πολιτικών μας ελευθεριών, λησμονώντας, ότι εκείνοι, που ειναι πρόθυμοι να θυσιάσουν την ελευθερία τους για την ασφάλειά τους, δεν είναι άξιοι για καμμία από τις δύο. Αλλά μέχρι να το καταλάβουμε αυτό, διατρέχουμε τον κίνδυνο να έχουμε στερηθεί και τα δύο. Αλλά θα ζούμε με την ψευδαίσθηση, ότι είμαστε ασφαλείς και ελεύθεροι να ζητάμε ακόμα περισσότερη αυστηρότητα.

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Βιβλία : "Η νοσταλγία των δράκων", του Δημοσθένη Κούρτοβικ

Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο ένας συγγραφέας να επιδιώκει, πέρα από την κεντρική ιστορία, που αφηγείται, να προβάλει και μια σειρά προβληματισμών για διάφορα ζητήματα, με σκοπό να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αλλά και να ξεφύγει από την μονοκόμματη συγγραφή ενός θέματος. Αποτέλεσμα είναι, συνήθως, μια πολυεπίπεδη ιστορία, όπου δημιουργεί περισσότερα ερεθίσματα στον αναγνώστη αλλά και δίνει τη δυνατότητα στο συγγραφέα να αναπτύξει τους προβληματισμούς του για διάφορα θέματα παράλληλα με το κεντρικό θέμα.
Ο γνωστός βιβλιοκριτικός και συγγραφέας Δημοσθένης Κούρτοβικ στο βιβλίο του "Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΩΝ ΔΡΑΚΩΝ" (Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ) δείχνει να ακολουθεί τη γραμμή αυτή. Η ιστορία είναι ένα θρίλερ, όπου άγνωστοι κλέβουν την αρχαιότερη μούμια του κόσμου από το υποτυπώδες Μουσείο Προϊστορίας των Αθηνών. Υπεύθυνος θεωρείται ο προϊστάμενος του Μουσείου αυτού, ο Ίων Δρακάς, ανθρωπολόγος και παλαιός αντιστασιακός, ο οποίος ζει απομονωμένος από τον κόσμο. Η επιθυμία του να αναζητήσει τη χαμένη μούμια θα τον οδηγήσει σε ένα ταξίδι ανά την Ευρώπη με τη συνοδεία της υπαστυνόμου Ανδρομάχης Κουτρουμπά, η οποία, όλως τυχαίως, είναι η κόρη του βασανιστή του Δρακά επί χούντας. Το ταξίδι αυτό θα αποκαλύψει τα αίτια την κλοπής της μούμιας αλλά και θα συμβάλει στην αυτογνωσία του Δρακά, ενώ διάφορες μυστικές οργανώσεις βρίσκονται στο κατόπι των δύο ηρώων, αναζητώντας και αυτές τη μούμια ή προσπαθώντας να τους αποτρέψουν από την αναζήτησή τους.
Παράλληλα με την ιστορία αυτή, ο συγγραφέας αναπτύσσει τους προβληματισμούς του για ποικίλα θέματα, όπως τη θέση της Ελλάδος στη διεθνή σκηνή (αποκαλυπτική η αντιμετώπιση του Δρακά από τους επιστήμονες συναδέλφους του σε ένα διεθνές συνέδριο στο Βερολίνο), τις συνέπειες της κατάρρευσης των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και, κυρίως, την έκφραση του Κακού και το δικαίωμα στην αναζήτηση της γνώσης και τα τυχόν όρια και οι στρεβλώσεις αυτού.
Η αλήθεια είναι, ότι ο κ. Κούρτοβικ χειρίζεται αριστοτεχνικά την ελληνική γλώσσα και γνωρίζει να εντείνει την αγωνία, καθώς προχωράει η πλοκή του έργου, παρουσιάζοντας, παράλληλα, τις έγνοιές του για τα παραπάνω ζητήματα. Οι αποκαλύψεις για την ιδιότητα της μούμιας αλλά και το ποιόν και τους σκοπούς των απαγωγέων της αλλά και εκείνων, που την αναζητούν, έρχονται κλιμακωτά και κουρντίζουν τον αναγνώστη να συνεχίσει την ανάγνωση.
Ωστόσο, το βιβλίο έχει κάποιες αδυναμίες. Κατ' αρχάς, δύσκολα γίνεται πιστευτός ο έρωτας της όμορφης, αν κρίνουμε από τις περιγραφές, Ανδρομάχης Κουτρουμπά για τον περίπου εβδομηντάρη Ίωνα Δρακά. Ο ίδιος ο έρωτας της Κουτρουμπά μοιάζει αρκετά στερεότυπος ( η όμορφη κοπέλα ερωτεύεται ένα μυαλωμένο ώριμο άνδρα, ο οποίος, όμως, είναι αλλού προσανατολισμένος), ενώ προς το τέλος η παρουσία των δύο πρωταγωνιστών στη σπαρασσόμενη από τον εμφύλιο πόλεμο πρώην Γιουγκοσλαβία μοιάζει επιεικώς ξεκάρφωτη και δείχνει περισσότερο να εξυπηρετεί τους εν γένει προβληματισμούς του συγγραφέα παρά την υπόθεση του βιβλίου.
Χωρίς να επιθυμώ να μειώσω την αξία του εν λόγω πονήματος, υπήρχαν στιγμές κατά την ανάγνωση του έργου, όπου ένοιωθα, πως ο συγγραφέας έδειχνε να προτάσσει περισσότερο τις αναζητήσεις του και έβαζε τους ήρωές του να τις αναλύουν και λιγότερο την ίδια την υπόθεση. Δεν αντιλέγω, ότι σε ένα φιλοσοφικό θρίλερ, όπως αυτό, οι ποικίλες ανησυχίες του συγγραφέας βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν, πλην, όμως, θεωρώ, ότι αυτό θα πρέπει να γίνεται ισομερώς και όχι εις βάρος της υπόθεσης, όπως ένοιωσα, ότι γινόταν σε ορισμένες στιγμές.
Έστω και έτσι, πάντως, το βιβλίο παραμένει άκρως ενδιαφέρον και προσφέρεται για αρκετές απολαυστικές αναγνώσεις, δεδομένης και της γερής πένας του συγγραφέως.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

Ζήτημα παιδείας

Στην αρχή ήταν ο τότε Υπουργός Παιδείας, κ. Στυλιανίδης, ο οποίος σε ομιλία του, στους Δελφούς, αναφέρθηκε στο πρόγραμμα "HELLENIC QUEST", το οποίο, όπως ανέφερε, χρησιμοποιούν τα στελέχη των αμερικανικών εταιρειών,προκειμένου να μάθουν ελληνικά, παραβλέποντας, ότι πρόκειται για ένα μύθο χωρίς την παραμικρή υπόσταση.
Ακολούθησε ο Υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Μπούρας, ο οποίος μίλησε για "την οικονομολόγο Πωλ Κρούγκμαν", αν και όσοι ασχολούνται με τα οικονομικά γνωρίζουν ότι πρόκειται για άνδρα και, μάλιστα, όχι τυχαίο αλλά διάσημο και νομπελίστα.
Με τέτοια έλλειψη παιδείας από τα ανώτατα στελέχη της, γιατί να αποτελεί έκπληξη η επιλογή της παρούσας κυβέρνησης να θεσπίσει ένα ιδιώνυμο αδίκημα, ποινικοποιώντας την επιλογή ενός διαδηλωτή να φοράει κουκούλα, μπαντάνα και παν μέσο, που να καλύπτει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, και εγείροντας, έτσι, ζήτημα αντισυνταγματικότητας;

Τρίτη 17 Μαρτίου 2009

Ο ευτελισμός του δημοσιοποιούμενου θανάτου

Αν δεν υπήρχαν τηλεοπτικές εκπομπές, τύπου "BIG BROTHER", η Τζέιν Γκούντι θα ήταν άλλο ένα άσημο κορίτσι της βρεττανικής επαρχίας. Η νίκη της στο παραπάνω παιχνίδι αποτέλεσε εν έτει 2002 την αφορμή να αφήσει πίσω της την ανωνυμία και να εκτοξευθεί στην κορυφή της δημοσιότητας. Έκτοτε, έγινε πρωτοσέλιδο σε δεκάδες έντυπα, έδωσε πάμπολλες συνεντεύξεις, έβγαλε άρωμα και την αυτοβιογραφία της, έδωσε ρεσιτάλ αμάθειας, πράγμα καθόλου παράδοξο για ένα πρόσωπο με υποτυπώδη μόρφωση και, γενικά, φρόντισε να ευρίσκεται παντοιοτρόπως στα φώτα της δημοσιότητας.
Τον περασμένο Φλεβάρη διαγνώστηκε, ότι πάσχει από καρκίνο της μήτρας, η επιθετική μορφή του οποίου δεν της αφήνει πολύ, ακόμα, χρόνο ζωής. Μπροστά σε αυτή την τραγική είδηση, οι περισσότεροι είτε θα προσέτρεχαν σε κάποιο γιατρό, αναζητώντας να παρατείνουν τη ζωή τους ακόμα και να πολεμήσουν τον καρκίνο, είτε θα αποσύρονταν από την κοινωνία, προκειμένου να ζήσουν αξιοπρεπώς και πάντως μακρυά από τον κόσμο τις τελευταίες ημέρες τους. Κάποιοι θα το έριχναν στο θεοτικό, μήπως και γλυτώσουν από το θάνατο. Η Τζέιν Γκούντι, όμως, προτίμησε να αξιοποιήσει την ασθένειά της και τον επερχόμενο θάνατό της, προκειμένου να τονώσει την προβολή της. Έτσι, λοιπόν, παντρεύτηκε τον αγαπημένο της δημοσίως, διηγήθηκε τις μεταστάσεις του καρκίνου της στα πρόθυμα Μ.Μ.Ε., έβαλε τα κλάμματα δημοσίως, εξαιτίας της ασθένειάς της, εμφανίστηκε με τα δύο παιδιά της και άρχισε να μιλάει για την ασθένειά της μπροστά στους εκπροσώπους των Μ.Μ.Ε.και, γενικά, αποφάσισε, ότι θέλει να πεθάνει, όπως ήθελε να ζει : δημοσίως.
Η στοιχειώδης αξιοπρέπεια απαιτεί την ανάλογη αντιμετώπιση του θανάτου. Κανένας, βέβαια, δεν υποχρεούται να αποσυρθεί από τα εγκόσμια, ώστε να μην θεωρηθεί, ότι προβάλλει το θάνατό του, αν και υπάρχει αρκετός κόσμος, που, όταν ασθενήσει από κάποια ανίατη ασθένεια, προτιμά να εξαφανιστεί, ώστε να πεθάνει μόνος του και χωρίς να επιβαρύνει ψυχολογικά τρίτους. Γνωρίζω, επίσης, αρκετά πρόσωπα, που έπασχαν από κάποια αρρώστια μη ιάσιμη αλλά εξακολουθούσαν να εργάζονται και να επιμελούνται των κοινωνικών τους συναναστροφών, όπως έκαναν και πριν αρρωστήσουν. Σε όλες, όμως, τις παραπάνω περιπτώσεις, ο επικείμενος θάνατος αποτελεί ένα φαινόμενο αναπόφευκτο, το οποίο αντιμετωπίζεται ως μια προσωπική υπόθεση, στην οποία ίσως χωρούν κάποιοι εκ των οικείων αλλά, σε κάθε περίπτωση, δεν χρειάζεται η συμμετοχή περισσοτέρων. Υπάρχει ένας σεβασμός στον αναπόφευκτο θάνατο, ο οποίος δεν προδίδει κάποιο φόβο αλλά μια οδύνη και αξιοπρέπεια. Αποτελεί μια αυστηρά προσωπική στιγμή, που ο ασθενής περνάει ουσιαστικά μόνος του, διατηρώντας, έτσι, όχι μόνο την αξιοπρέπειά του αλλά και τη σοβαρότητα της περίστασης. Διότι ο θάνατος δεν αποτελεί μια στιγμή χαράς, που μπορούμε άφοβα να τη μοιραστούμε με όποιους επιθυμούμε, αλλά μια ανθρώπινη δοκιμασία, που η μοιρασιά της με τρίτους μη οικείους τη μετατρέπει σε ένα θέαμα αποκρουστικό, που ευτελίζει το φαινόμενο αυτό και, κυρίως, τον ίδιο τον παθόντα.
Πιθανότατα, όμως, όλα τα παραπάνω δεν πέρασαν στιγμή από το κολλημένο με τη δημοσιότητα μυαλό της Τζέιν Γκούντι. Και αντί να προκαλεί οίκτο για τον επερχόμενο θάνατό της, προκαλεί αποστροφή με τη θεαματοποίησή του. Διότι επέλεξε να πεθάνει ακριβώς όπως έζησε τα χρόνια της μετά τη νίκη της στο βρεττανικό "BIG BROTHER", ήτοι με μια απροκάλυπτη δημοσιότητα, που αγγίζει τα όρια της χυδαιότητας.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

Σε τί είδους παιδιά θα αφήσουμε τον κόσμο;

Ανέκαθεν οι δυσκολίες, που αντιμετώπιζε στην καθημερινότητά του ο κόσμος αλλά και οι παντός είδους δυσχέρειες, με τις οποίες ερχόταν αντιμέτωπη η ανθρωπότητα, γεννούσε το πάντοτε επίκαιρο ερώτημα : "Ποιόν κόσμο θα αφήσουμε στα παιδιά μας;"
Χωρίς να χάνει την επικαιρότητά του αυτό το ερώτημα, ίσως θα έπρεπε να συνοδεύεται από ένα άλλο εξίσου επίκαιρο ερώτημα : "Σε τί είδους παιδιά θα αφήσουμε τον κόσμο;"
Αντιγράφω τη σκέψη αυτή, που δεν μου ανήκει (περιλαμβάνεται στο τελευταίο τεύχος της "Νέας Εστίας") αλλά την προσυπογράφω, έπειτα από τους πρόσφατους βανδαλισμούς των γνωστών-αγνώστων και, πάντως, αρκετά έως πολύ νέων σε ηλικία ανθρώπων στο Κολωνάκι. Και, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, ούτε οπαδός της θεωρίας "το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο" είμαι ούτε πρόκειται να προσυπογράψω τα ακραία μέτρα, που εμμέσως πλην σαφώς προτείνει ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως, κ. Μαρκογιαννάκης. Απλά διατυπώνω ένα προβληματισμό μου.