Σε μια εποχή, που καθίσταται επιτακτικός ο σεβασμός των δικαιωμάτων των πάσης φύσεως μειονοτήτων και ζητείται η δημιουργία των κατάλληλων υποδομών, ώστε να είναι δυνατή η προστασία και άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, έρχεται αίφνης ένα άρθρο μιας συγγραφέως και διανοουμένης για να αποδείξει, ότι ο σεβασμός αυτός δεν είναι δεδομένος ούτε καν από πρόσωπα, που θα έπρεπε να τον επιδείξουν.
Για το συγγραφικό έργο και τη σκέψη της κας. Τριανταφύλλου οι συστάσεις περιττεύουν. Κοσμοπολίτισσα και πολέμια των στενοκέφαλων αντιλήψεων και των μύθων, που κυριαρχούν στη χώρα μας, αλλά και συγγραφέας πολυδιαβασμένων βιβλίων, η κα. Τριανταφύλλου κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην ελληνική διανόηση και παρέχει όλα τα εχέγγυα, ότι θα προασπίζεται τα δικαιώματα εκείνων των προσώπων, τα οποία αποτελούν μειονότητα σε μια χώρα, που δεν φημίζεται ακριβώς για το σεβασμό προς αυτά.
Στο ανωτέρω άρθρο της, όμως, η κα. Τριανταφύλλου θεωρεί, ότι η ίδρυση ισλαμικών τεμενών θα συμβάλει στη δημιουργία σκοταδιστικών αντιλήψεων μεταξύ των εν Ελλάδι εγκαταβιούντων μουσουλμάνων. Αναφέρει, μάλιστα, ότι η αδυναμία των μουσουλμάνων μεταναστών να μεταβούν στις χώρες της Δύσης και ο εγκλωβισμός τους σε μια χώρα, που δεν τους σέβεται, συντελεί στην καλλιέργεια μίσους. Η καλή συγγραφέας συνδέει ουσιαστικά τη θρησκεία και, συγκεκριμένα, την ίδρυση θρησκευτικών ναών με το μίσος, που μπορεί να αισθάνεται κάποιο πρόσωπο για τον τόπο, που το φιλοξενεί ή από τον οποίο δεν μπορεί να φύγει προς τον προορισμό του.
Κατ' αρχάς, το μίσος δεν ξεπηδάει απαραίτητα από τη θρησκεία. Όσο και αν ορισμένα εδάφια των ιερών κειμένων των διαφόρων θρησκειών, εν προκειμένω του Κορανίου, προσφέρονται για πολεμικές ερμηνείες και συντηρητικές τακτικές, όπως αυτές που με περισσή επιμέλεια προωθεί ο ουαχαβισμός, ωστόσο από μόνη της μια θρησκεία δεν οδηγεί απαραίτητα σε μίση και συρράξεις. Χρειάζονται και τα απαραίτητα διεστραμμένα μυαλά, ώστε να καταφύγει κανείς σε διώξεις και πάσης φύσεως δυσμενή μέτρα σε βάρος των ετεροθρήσκων και ετεροδόξων συνανθρώπων του. Η ιστορία έχει δείξει, ότι τέτοια μυαλά, δυστυχώς, περίσσευαν ανέκαθεν αλλά η γνώστης της ιστορίας κα. Τριανταφύλλου παραβλέπει, ότι δεν έλειψαν και τα φωτισμένα μυαλά αρχόντων, που ακολούθησαν μετριοπαθή και συνετή πολιτική έναντι των λοιπών θρησκειών και δογμάτων και περιόρισαν τους φανατικούς θρησκόληπτους.
Ουσιαστικά, η ερμηνεία της κας. Τριανταφύλλου δαιμονοποιεί όχι μόνο μια θρησκεία, η οποία στη βάση της είναι περισσότερο δημοκρατική και δίκαιη από το χριστιανισμό, αλλά και τις εκδηλώσεις της, θεωρώντας ότι οι η ανέγερση ισλαμικών ναών, οδηγεί οπωσδήποτε στο συντηρητισμό των μουσουλμάνων και στην εντεύθεν αποφυγή τήρησης των νόμων του τόπου, στον οποίο ζουν. Πρόκειται για μια αντίληψη, η οποία φοριέται ιδιαίτερα στις Η.Π.Α., όπου η συγγραφέας έχει περάσει ένα σημαντικό μέρος της ζωής της και η κουλτούρα και ο τρόπος σκέψης της οποίας την έχει επηρεάσει. Η αντίληψη αυτή έχει γίνει περισσότερο έκδηλη μετά τις 11.9.2001 και έχει οδηγήσει στην εν γένει στοχοποίηση του Ισλάμ.
Η ερμηνεία της κας. Τριανταφύλλου μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει σε περιορισμό των θρησκευτικών ελευθεριών των εν Ελλάδι διαβιούντων μουσουλμάνων. Η ύπαρξη παραδειγμάτων από το εξωτερικό, όπου η ίδρυση ισλαμικών ναών οδήγησε στην αποκοπή των μουσουλμάνων από τις κοινωνίες, όπου ζουν, εκτός του ότι γενικεύει, βάζοντας στο ίδιο μισαλλόδοξο τσουβάλι όλους τους μουσουλμάνους, καθόσον υπήρξαν και πολλοί εξ αυτών, που απέφυγαν την κατήχηση και τον εντεύθεν φανατισμό και ενσωματώθηκαν απόλυτα στην κοινωνία, όπου ζούσαν, μπορεί να ερμηνευθεί και ως προσπάθεια αποστέρησης του δικαιώματος να εκδηλώνει κανείς τα λατρευτικά του καθήκοντα σε συγκεκριμένους χώρους, όπου υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες. Όταν η κα. Τριανταφύλλου δηλώνει, ότι "η ανεξιθρησκία είναι ένα δικαίωμα, ο σεβασμός της χώρας υποδοχής είναι μια υποχρέωση " παραλείπει να αναρωτηθεί, πως θα εκδηλωθεί αυτή η ανεξιθρησκεία, όταν δεν υπάρχουν οι πρέποντες λατρευτικοί χώροι, ώστε αυτή να αποκτήσει σάρκα και οστά πολλώ δε μάλλον η σύνδεση της υποχρέωσης του σεβασμού προς τη χώρα φιλοξενίας με την άρνηση αυτής να χτίσει ένα τζαμί είναι παράλογη και ουσιαστικα οδηγεί σε καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των θρησκευτικών μειονοτήτων. Ήδη η χώρα μας έχει καταδικαστεί για παρόμοιες περιπτώσεις (Υπόθεση Κοκκινάκη κατά Ελλάδας στο Ε.Δ.Δ.Α.), οπότε περιττεύει να αναφέρουμε, ποια θα είναι η τύχη της, αν υιοθετήσει την άποψη της κας. Τριανταφύλλου.
Η προοδευτική κοινωνία της κας. Τριανταφύλλου είναι μια απόλυτα κοσμική κοινωνία, όπου απουσιάζουν οι θρησκευτικές πιέσεις. Ακόμα και στις λιγότερο επηρεαζόμενες από τη θρησκεία κοινωνίες, όμως, οι οποίες προσεγγίζουν το παραπάνω πρότυπο, τα δικαιώματα όσων επιθυμούν να θρησκεύονται ή έστω εκκλησιάζονται γινονται σεβαστά και ανεγείρονται ναοί, προκειμένου να ασκεί ο πιστός τα λατρευτικά του καθήκοντα. Υπάρχουν, για παράδειγμα, ελληνορθόδοξοι ναοί ακόμα και σε πόλεις του εξωτερικού, όπου οι χριστιανοί ορθόδοξοι είναι ελάχιστοι, ακόμα και ανύπαρκτοι. Δεν γνωρίζω, πότε θα φτάσουμε στην εποχή, όπου η θρησκεία θα αποτελεί παρελθόν και η εκκοσμίκευση της κοινωνίας θα είναι απόλυτη. Μέχρι τότε, όμως, θεωρώ, οτι υπάρχει υποχρέωση του κράτους να σέβεται τα θρησκευτικά δικαιώματα, όσων κατοικούν στο εσωτερικό του.
Η μισαλλοδοξία του πιστού πηγάζει περισσότερο από την προκατάληψη, με την οποία τον αντιμετωπίζει ο ετερόθρησκος/ ετερόδοξος ενίοτε και ο άθεος/άθρησκος. Η γκετοποίηση των μουσουλμάνων σε πολλές δυτικοευρωπαϊκές χώρες οδήγησε στην περιθωριοποίησή τους, αφού στις υποβαθμισμένες περιοχές, όπου ζούσαν, οι πιθανότητες μορφωτικής και επαγγελματικής ανέλιξης ήταν ελάχιστες, χωρίς να παραβλέπουμε, ότι όσοι κατάφεραν να ξεφύγουν από το στενό κλοιό του γκέτο, έπρεπε να κοπιάσουν δύο φορές περισσότερο από τους γηγενείς, οι οποίοι τους έβλεπαν ως τους; ξένους, που ήλθαν να τους πάρουν τις δουλειές. Ένα πρόσωπο, το οποίο τυγχάνει τέτοιας αντιμετώπισης, αυτόματα αντιλαμβάνεται, ότι είναι διαφορετικός και, αν δεν έχει τα κατάλληλα αντισώματα, ώστε να αντιπαλέψει αυτή την προκατάληψη, τότε είναι εύκολο να παρασυρθεί από τα κελεύσματα των θρησκόληπτων ομοθρήσκων του και να αρνηθεί την όποια ενσωμάτωσή του στη δυτική κοινωνία. Χωρίς να παραγνωρίζω τις πιθανές παρενέργειες από την ίδρυση ενός ισλαμικού τεμένους στην Αθήνα, δεν τις θεωρώ δεδομένες και αναπόφευκτες. Φρονώ, λοιπόν, ότι, όσο και αν επιβάλλεται το ανήσυχο πνεύμα της κας. Τριανταφύλλου να βομβαρδίζει τις διαφορετικές απόψεις της κοινωνίας μας και να επισημαίνει τις προβληματικές αποφύσεις, που προκύπτουν από την άσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος και τις διευκολύνσεις, που η πολιτεία οφείλει να παρέχει στην άσκηση αυτή, μια κοινωνία, που θέλει να λέγεται πολιτισμένη και να σέβεται την ετερότητα, οφείλει να προστατεύει τα δικαιώματα των μειονοτήτων της. Αλλιώς μπορεί να παραδειγματιστεί απ' όσα συνέβησαν και συμβαίνουν σε όσες κοινωνίες συντάσσονται με τα λεγόμενα της κας. Τριανταφύλλου.
Για το συγγραφικό έργο και τη σκέψη της κας. Τριανταφύλλου οι συστάσεις περιττεύουν. Κοσμοπολίτισσα και πολέμια των στενοκέφαλων αντιλήψεων και των μύθων, που κυριαρχούν στη χώρα μας, αλλά και συγγραφέας πολυδιαβασμένων βιβλίων, η κα. Τριανταφύλλου κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην ελληνική διανόηση και παρέχει όλα τα εχέγγυα, ότι θα προασπίζεται τα δικαιώματα εκείνων των προσώπων, τα οποία αποτελούν μειονότητα σε μια χώρα, που δεν φημίζεται ακριβώς για το σεβασμό προς αυτά.
Στο ανωτέρω άρθρο της, όμως, η κα. Τριανταφύλλου θεωρεί, ότι η ίδρυση ισλαμικών τεμενών θα συμβάλει στη δημιουργία σκοταδιστικών αντιλήψεων μεταξύ των εν Ελλάδι εγκαταβιούντων μουσουλμάνων. Αναφέρει, μάλιστα, ότι η αδυναμία των μουσουλμάνων μεταναστών να μεταβούν στις χώρες της Δύσης και ο εγκλωβισμός τους σε μια χώρα, που δεν τους σέβεται, συντελεί στην καλλιέργεια μίσους. Η καλή συγγραφέας συνδέει ουσιαστικά τη θρησκεία και, συγκεκριμένα, την ίδρυση θρησκευτικών ναών με το μίσος, που μπορεί να αισθάνεται κάποιο πρόσωπο για τον τόπο, που το φιλοξενεί ή από τον οποίο δεν μπορεί να φύγει προς τον προορισμό του.
Κατ' αρχάς, το μίσος δεν ξεπηδάει απαραίτητα από τη θρησκεία. Όσο και αν ορισμένα εδάφια των ιερών κειμένων των διαφόρων θρησκειών, εν προκειμένω του Κορανίου, προσφέρονται για πολεμικές ερμηνείες και συντηρητικές τακτικές, όπως αυτές που με περισσή επιμέλεια προωθεί ο ουαχαβισμός, ωστόσο από μόνη της μια θρησκεία δεν οδηγεί απαραίτητα σε μίση και συρράξεις. Χρειάζονται και τα απαραίτητα διεστραμμένα μυαλά, ώστε να καταφύγει κανείς σε διώξεις και πάσης φύσεως δυσμενή μέτρα σε βάρος των ετεροθρήσκων και ετεροδόξων συνανθρώπων του. Η ιστορία έχει δείξει, ότι τέτοια μυαλά, δυστυχώς, περίσσευαν ανέκαθεν αλλά η γνώστης της ιστορίας κα. Τριανταφύλλου παραβλέπει, ότι δεν έλειψαν και τα φωτισμένα μυαλά αρχόντων, που ακολούθησαν μετριοπαθή και συνετή πολιτική έναντι των λοιπών θρησκειών και δογμάτων και περιόρισαν τους φανατικούς θρησκόληπτους.
Ουσιαστικά, η ερμηνεία της κας. Τριανταφύλλου δαιμονοποιεί όχι μόνο μια θρησκεία, η οποία στη βάση της είναι περισσότερο δημοκρατική και δίκαιη από το χριστιανισμό, αλλά και τις εκδηλώσεις της, θεωρώντας ότι οι η ανέγερση ισλαμικών ναών, οδηγεί οπωσδήποτε στο συντηρητισμό των μουσουλμάνων και στην εντεύθεν αποφυγή τήρησης των νόμων του τόπου, στον οποίο ζουν. Πρόκειται για μια αντίληψη, η οποία φοριέται ιδιαίτερα στις Η.Π.Α., όπου η συγγραφέας έχει περάσει ένα σημαντικό μέρος της ζωής της και η κουλτούρα και ο τρόπος σκέψης της οποίας την έχει επηρεάσει. Η αντίληψη αυτή έχει γίνει περισσότερο έκδηλη μετά τις 11.9.2001 και έχει οδηγήσει στην εν γένει στοχοποίηση του Ισλάμ.
Η ερμηνεία της κας. Τριανταφύλλου μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει σε περιορισμό των θρησκευτικών ελευθεριών των εν Ελλάδι διαβιούντων μουσουλμάνων. Η ύπαρξη παραδειγμάτων από το εξωτερικό, όπου η ίδρυση ισλαμικών ναών οδήγησε στην αποκοπή των μουσουλμάνων από τις κοινωνίες, όπου ζουν, εκτός του ότι γενικεύει, βάζοντας στο ίδιο μισαλλόδοξο τσουβάλι όλους τους μουσουλμάνους, καθόσον υπήρξαν και πολλοί εξ αυτών, που απέφυγαν την κατήχηση και τον εντεύθεν φανατισμό και ενσωματώθηκαν απόλυτα στην κοινωνία, όπου ζούσαν, μπορεί να ερμηνευθεί και ως προσπάθεια αποστέρησης του δικαιώματος να εκδηλώνει κανείς τα λατρευτικά του καθήκοντα σε συγκεκριμένους χώρους, όπου υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες. Όταν η κα. Τριανταφύλλου δηλώνει, ότι "η ανεξιθρησκία είναι ένα δικαίωμα, ο σεβασμός της χώρας υποδοχής είναι μια υποχρέωση " παραλείπει να αναρωτηθεί, πως θα εκδηλωθεί αυτή η ανεξιθρησκεία, όταν δεν υπάρχουν οι πρέποντες λατρευτικοί χώροι, ώστε αυτή να αποκτήσει σάρκα και οστά πολλώ δε μάλλον η σύνδεση της υποχρέωσης του σεβασμού προς τη χώρα φιλοξενίας με την άρνηση αυτής να χτίσει ένα τζαμί είναι παράλογη και ουσιαστικα οδηγεί σε καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των θρησκευτικών μειονοτήτων. Ήδη η χώρα μας έχει καταδικαστεί για παρόμοιες περιπτώσεις (Υπόθεση Κοκκινάκη κατά Ελλάδας στο Ε.Δ.Δ.Α.), οπότε περιττεύει να αναφέρουμε, ποια θα είναι η τύχη της, αν υιοθετήσει την άποψη της κας. Τριανταφύλλου.
Η προοδευτική κοινωνία της κας. Τριανταφύλλου είναι μια απόλυτα κοσμική κοινωνία, όπου απουσιάζουν οι θρησκευτικές πιέσεις. Ακόμα και στις λιγότερο επηρεαζόμενες από τη θρησκεία κοινωνίες, όμως, οι οποίες προσεγγίζουν το παραπάνω πρότυπο, τα δικαιώματα όσων επιθυμούν να θρησκεύονται ή έστω εκκλησιάζονται γινονται σεβαστά και ανεγείρονται ναοί, προκειμένου να ασκεί ο πιστός τα λατρευτικά του καθήκοντα. Υπάρχουν, για παράδειγμα, ελληνορθόδοξοι ναοί ακόμα και σε πόλεις του εξωτερικού, όπου οι χριστιανοί ορθόδοξοι είναι ελάχιστοι, ακόμα και ανύπαρκτοι. Δεν γνωρίζω, πότε θα φτάσουμε στην εποχή, όπου η θρησκεία θα αποτελεί παρελθόν και η εκκοσμίκευση της κοινωνίας θα είναι απόλυτη. Μέχρι τότε, όμως, θεωρώ, οτι υπάρχει υποχρέωση του κράτους να σέβεται τα θρησκευτικά δικαιώματα, όσων κατοικούν στο εσωτερικό του.
Η μισαλλοδοξία του πιστού πηγάζει περισσότερο από την προκατάληψη, με την οποία τον αντιμετωπίζει ο ετερόθρησκος/ ετερόδοξος ενίοτε και ο άθεος/άθρησκος. Η γκετοποίηση των μουσουλμάνων σε πολλές δυτικοευρωπαϊκές χώρες οδήγησε στην περιθωριοποίησή τους, αφού στις υποβαθμισμένες περιοχές, όπου ζούσαν, οι πιθανότητες μορφωτικής και επαγγελματικής ανέλιξης ήταν ελάχιστες, χωρίς να παραβλέπουμε, ότι όσοι κατάφεραν να ξεφύγουν από το στενό κλοιό του γκέτο, έπρεπε να κοπιάσουν δύο φορές περισσότερο από τους γηγενείς, οι οποίοι τους έβλεπαν ως τους; ξένους, που ήλθαν να τους πάρουν τις δουλειές. Ένα πρόσωπο, το οποίο τυγχάνει τέτοιας αντιμετώπισης, αυτόματα αντιλαμβάνεται, ότι είναι διαφορετικός και, αν δεν έχει τα κατάλληλα αντισώματα, ώστε να αντιπαλέψει αυτή την προκατάληψη, τότε είναι εύκολο να παρασυρθεί από τα κελεύσματα των θρησκόληπτων ομοθρήσκων του και να αρνηθεί την όποια ενσωμάτωσή του στη δυτική κοινωνία. Χωρίς να παραγνωρίζω τις πιθανές παρενέργειες από την ίδρυση ενός ισλαμικού τεμένους στην Αθήνα, δεν τις θεωρώ δεδομένες και αναπόφευκτες. Φρονώ, λοιπόν, ότι, όσο και αν επιβάλλεται το ανήσυχο πνεύμα της κας. Τριανταφύλλου να βομβαρδίζει τις διαφορετικές απόψεις της κοινωνίας μας και να επισημαίνει τις προβληματικές αποφύσεις, που προκύπτουν από την άσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος και τις διευκολύνσεις, που η πολιτεία οφείλει να παρέχει στην άσκηση αυτή, μια κοινωνία, που θέλει να λέγεται πολιτισμένη και να σέβεται την ετερότητα, οφείλει να προστατεύει τα δικαιώματα των μειονοτήτων της. Αλλιώς μπορεί να παραδειγματιστεί απ' όσα συνέβησαν και συμβαίνουν σε όσες κοινωνίες συντάσσονται με τα λεγόμενα της κας. Τριανταφύλλου.