Δημοφιλείς αναρτήσεις

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008

Η επιστροφή της κας. Τσέκου

Θα μπορούσε να είναι ένα από τα χιλιάδες παιδιά, που, αφού πάλεψαν να εισαχθούν σε μια πανεπιστημιακή σχολή και μετά να την τελειώσουν, μπήκαν στην επαγγελματική ζούγκλα της Ελλάδος και προσπάθησαν με κάποιο καλό βύσμα να εισαχθούν στο ποθητό Ελληνικό Δημόσιο. Δεν θεωρώ απαραίτητα κακή τη σκέψη περί διορισμού εκεί, καθόσον ο καθένας έχει το δικαίωμα να θέτει κάποιες φιλοδοξίες στη ζωή του ή έστω να τις περιορίζει, όπως αυτός νομίζει. Οπωσδήποτε, δεν μπορούν να έχουν όλοι τα μεγαλεπήβολα σχέδια για τη ζωή τους, αλλιώς θα είχαμε διαγκωνισμό στη ζωή πραγματικών επιστημόνων και σωστών ανθρώπων και όχι πτυχιούχων με επίφαση επιστημονικότητας και επιθυμία να διοριστούν κάπου μόνιμα στο Ελληνικό Δημόσιο πάση θυσία και συχνά χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς.
Την επιστημονικότητα της κα. Τσέκου θα αποφύγω να την κρίνω, κυρίως διότι δεν τη γνωρίζω προσωπικά. Πάντως, μια κοπέλα, που εισάγεται πρώτη στην πρώτη σχολή προτίμησής της, σαφώς δεν είναι αδιάφορη, καθώς είτε θα πρόκειται για ένα πανέξυπνο πρόσωπο είτε για μια επιμελέστατη μαθήτρια, αφού η παλαιά Τρίτη Δέσμη δεν αξίωνε απαραίτητα να είσαι διάνοια, ώστε να εισαχθείς σε κάποια από τις περιζήτητες τότε σχολές της.
Κάποια στιγμή, η κα. Τσέκου μονοπώλησε το ενδιαφέρον των Μ.Μ.Ε., όχι, όμως, λόγω της επιστημονικής της κατάρτισης αλλά εξαιτίας του δεσμού της με τον Προϊστάμενό της στο Υπουργείο Πολιτισμού, τέως Γενικό Γραμματέα, κ. Ζαχόπουλο ούσα συμβασιούχος υπάλληλος. Και η προσωπική ζωή του παρανόμου αυτού ζεύγους, καθότι έγγαμος ο κ. Ζαχόπουλος, θα περνούσε στα κρυφά, αν δεν μεσολαβούσε η παραίτηση και η απόπειρα ανθρωποκτονίας του πάλαι ποτέ ισχυρού ανδρός του Υπουργείου Πολιτισμού και η σύνδεση των παραπάνω ενεργειών με τη φημολογούμενη κατηγορία εκβιασμού, στην οποία προέβη η κα. Τσέκου εις βάρος του κ. Ζαχόπουλου. Τελικά, της απαγγέλθηκε κατηγορία, κρατήθηκε προσωρινά, για να αρθεί το μέτρο αυτό, ύστερα από λίγο καιρό και, έκτοτε, η κα. Τσέκου πέρασε σε δεύτερη (και βάλτε) μοίρα για τα Μ.Μ.Ε.
Εσχάτως, η κα. Τσέκου αποτέλεσε εκ νέου αντικείμενο προβολής από τα Μ.Μ.Ε., με αφορμή το υπό έκδοση, κατά δήλωσή της βιβλίο της, όπου θα αναφέρεται στα όσα διαδραματίστηκαν κατά τη θητεία της ως συμβασιούχου υπαλλήλου του Υπουργείου Πολιτισμού και, κυρίως, κατά την εποχή της σχέσεώς της με τον κ. Ζαχόπουλο. Μάλιστα, νεόκοπη εφημερίδα προτίθεται να το προσφέρει στους αναγνώστες της.
Προσωπικά, θεωρώ, ότι, όταν κάποιο πρόσωπο δε διστάζει να σχετιστεί με έναν άνθρωπο, που ναι μεν δε διαθέτει την υπέρτατη εξωτερική γοητεία, που αξιώνει κάποια γυναίκα αλλά έχει πολλή εξουσία στα χέρια του και δη εξουσία τέτοια, ώστε να υπόσχεται διορισμούς στο Ελληνικό Δημόσιο (οι φιλοδοξίες, που λέγαμε παραπάνω), αφήνει ουκ ολίγα ερωτηματικά για τη διαγωγή του αλλά και τους, τυχόν, ηθικούς ενδοιασμούς του. Με άλλα λόγια, αν δεν θέλεις ο ίδιος/η ίδια να υποστείς το ενδεχόμενο να σε αγκαλιάζει, στην καλύτερη περίπτωση, ένας κάθε άλλο παρά εμφανίσιμος αλλά με πολιτική ισχύ άνδρας, απλά και εσύ διατηρείς την ηθική σου ακεραιότητα και δε δίνεις λαβή για σχόλια.
Για την κα. Τσέκου, όμως, η θεώρηση των πραγμάτων ήταν μάλλον διαφορετική, γι’ αυτό και η πρόσφατη ιστορία της έγινε «βούκινο» στα ημεδαπά Μ.Μ.Ε. Δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα δεν έχει σημασία, άλλωστε, όταν ο κόσμος δέχεται να τρέφεται με τηλεοπτικά, ραδιοφωνικά, έντυπα και ηλεκτρονικά υποπροϊόντα, τότε νομιμοποιεί τον κάθε ιδιοκτήτη Μ.Μ.Ε. να προσφέρει αυτή τη δίαιτα σε ολοένα και μεγαλύτερες μερίδες.
Η επικείμενη, λοιπόν, έκδοση του βιβλίου της κα. Τσέκου, δυστυχώς, φανερώνει με το χειρότερο τρόπο ένα τρόπο σκέψης, που ούτε επιστήμονα προδίδει ούτε καν στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Απλά αναδεικνύει μια τάση εκδικητικότητας εναντίον εκείνων, στους οποίους κάποτε η ίδια η συγγραφέας προσέτρεξε να διοριστεί και προέβη στις όποιες παραχωρήσεις. Φυσικά, δεν μπορώ να γνωρίζω το περιεχόμενο του εν λόγω βιβλίου αλλά φαντάζομαι, ότι θα είναι κάτι ανάμεσα σε μια διεκτραγώδηση της ζωής της και την καταγγελία όσων είχαν τη δύναμη να την εκμεταλλευτούν.
Σαφέστατα και δεν είναι η κα. Τσέκου το πρώτο πρόσωπο, που λαμβάνει υποσχέσεις για διορισμό στο Ελληνικό Δημόσιο με ηθικά ανταλλάγματα και αντιδρά άσχημα. Είναι, όμως, ίσως μια απτή απόδειξη του επιπέδου ενός σημαντικού κομματιού των συμπολιτών μας, που δεν ορρωδεί προ ουδενός, προκειμένου να επιτύχει το διορισμό του στο Ελληνικό Δημόσιο και, κυρίως, προτίθεται να καταστρέψει όσους το χρησιμοποίησαν κα απεδείχθη ότι το κορόιδεψαν και, τελικά, δεν το διόρισαν. Και, λόγω της προβολής της από τα Μ.Μ.Ε. η όλη εικόνα φαντάζει ακόμα πιο αποκρουστική. Και εκμηδενίζει παν πιθανό ελαφρυντικό υπέρ της επίδοξης ερωμένης, μετέπειτα κρατουμένης και, τελικώς, εκδικούμενης συγγραφέως.

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008

Και αν τα ζητήσουν πίσω;

Από τότε, που ο γράφων θυμάται τον εαυτό του, θυμάται τις διαβόητες αγορεύσεις περί επιστροφής της πολιτιστικής μας κληρονομίας, η οποία βρίσκεται εγκατεσπαρμένη σε πολλά μουσεία και συλλογές της αλλοδαπής, αποτέλεσμα κλοπής και παράνομων συναλλαγών σε ταραγμένες εποχές για το έθνος. Ποιός μπορεί να ξεχάσει το θέμα των Ελγινείων Μαρμάρων, που η αείμνηστη Υπουργός Πολιτισμού κα. Μερκούρη είχε θέσει ως πολιτιστική προτεραιότητα της χώρας κάποια εποχή; Πόση γκρίνια είχε ξεσηκώσει ο αείμνηστος δάσκαλος στα θαμπωμένα μαθητούδια του, μεταξύ των οποίων και ο γράφων, όταν τους έλεγε πόσο τον είχε πονέσει, που ολόκληρη η αρχαία Πέργαμος είχε ξηλωθεί από την αρχική της θέση και ευρίσκετο, πλέον, στο Βερολίνο; Και πολλά άλλα παρεμφερή παραδείγματα θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί.
Η πρόσφατη αναφορά της "Ελευθεροτυπίας" στο υπό διάλυση Μουσείο Ελευθεριάδη-Τεριάντ, στη Λέσβο, στο οποίο στεγάζονται έργα καλλιτεχνών, όπως ο Σαγκάλ, ο Πικάσο και άλλοι, έθεσε σε δοκιμασία τη φαντασία μου. Το ίδιο και η συλλογή του Σινοϊαπωνικού Μουσείου της Κέρκυρας, την οποία συνέλεξε ο τέως διπλωμάτης κ. Μάνος, που υπηρέτησε σε πρεσβείες χωρών της Άπω Ανατολής επί 30ετία. Το ίδιο και η συλλογή Κωστάκη, τουλάχιστον το μέρος αυτής, που το καθεστώς της πάλαι ποτέ Ε.Σ.Σ.Δ. επέτρεψε στο διάσημο συλλέκτη να πάρει μαζί του κατά τον επαναπατρισμό του στην Ελλάδα(το υπόλοιπο υπάρχει στην Πινακοθήκη Τρετιακόφ στη Μόσχα). Εννοώ, ότι τα εκθέματα των παραπάνω μουσείων και συλλογών αποτελούν προϊόντα πνευματικών ανθρώπων και εν γένει καλλιτεχνών, που ελάχιστη ή και καμμία, απολύτως, σχέση δεν έχουν με την Ελλάδα. Εν ολίγοις, δεν αποτελούν κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομίας, εκτός αν κάποιοι ευφάνταστοι ελληνολάτρες και ελληνόπληκτοι προσπαθήσουν να βρουν ελληνική ρίζα στους Ρώσσους καλλιτέχνες της Ρωσσικής Πρωτοπορίας ή τον Πικάσο. Τί στην ευχή, οι Έλληνες αποίκησαν μια εποχή όλο τον κόσμο, δε θα υπήρχαν ψήγματα ελληνισμού στις καρδιές και της ψυχές των καλλιτεχνών αυτών ή έστω κάποια προγιαγιά, που μιλούσε 5 λέξεις ελληνικές;
Στα σοβαρά τώρα, οι παραπάνω συλλογές αποτελούν σαφώς κόσμημα για τη χώρα μας, αν παραβλέψουμε την κατάσταση λ.χ. του Μουσείου Ελευθεριάδη-Τεριάντ. Μπορούν να αποτελέσουν πόλο έλξης των φιλομαθών, των ανήσυχων αλλά και των μαθητών, που μπορούν να έλθουν σε επαφή με την καλλιτεχνική κληρονομία άλλων λαών. Με μια κατάλληλη προβολή μπορούν να αποτελέσουν ένα επικερδές για το μουσείο, που τα εκθέτει, γεγονός, το οποίο, αν επενδυθεί σωστά, θα συμβάλει στην περαιτέρω προβολή του πολιτισμού. Και, βέβαια, υπάρχει η δυνατότητα μέσα από τη μελέτη τους να διακριβωθούν οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκαν.
Η πιθανή, όμως, έλευση κάποιας χώρας, από την οποία είλκυε την καταγωγή του ο καλλιτέχνης του Χ έργου, με αίτημα την επιστροφή του σε αυτή, θα πρέπει κάποια στιγμή να μας προβληματίσει. Ειδικά για τις περιπτώσεις εκείνες, που τα έργα του τάδε διάσημου καλλιτέχνη βρίσκονται ατάκτως εριμμένα σε κάποιο υπόγειο ή σε κάποιο οίκημα, που σε καμμία περίπτωση δε θυμίζει μουσείο (Μουσείο Ελευθεριάδη-Τεριάντ, για παράδειγμα). Και, ανεξάρτητα από τις συνθήκες, υπό τις οποίες εκτίθεται ένα έργο, που ανήκει σε μη έλληνα καλλιτέχνη, είναι, νομίζω, αναφαίρετο δικαίωμα κάθε χώρας να ζητήσει να την επιστραφούν κομμάτια της πολιτιστικής κληρονομίας της. Και δε νομίζω, ότι στην περίπτωση αυτή θα χωρούν δικαιολογίες, τύπου "η χώρα αυτή δε διαθέτει τους κατάλληλους χώρους, για να εκθέσει αυτά τα έργα" ή "μα η χώρα αυτή περιφρονούσε τον τάδε καλλιτέχνη, ενόσω αυτός ζούσε", διότι στην πρώτη περίπτωση καλό θα ήταν να επαναφέρουμε στη μνήμη μας το πρώην "Μουσείο της Ακρόπολης", όπου στοιβάζονταν κομμάτια ενός εκ των λαμπρότερων μνημείων της παγκοσμίου κληρονομίας, ενώ στη δεύτερη δε θα έβλαπτε να θυμηθούμε τις συνθήκες, υπό τις οποίες δημιούργησαν πολλοί καλλιτέχνες μας.
Η θύμηση της αντίδρασης του κ. Νιλ ΜακΓκρέγκορ, Διευθυντού του Βρεττανικού Μουσείου, ότι τα Ελγίνεια Μάρμαρα δεν θα επιστραφούν στην Ελλάδα ούτε ως δάνειο λοιδορήθηκε και ορθώς. Το θέμα θα ήταν, αν ποτέ ανέκυπτε πρόβλημα επιστροφής του Χ εκθέματος στη χώρα καταγωγής του δημιουργού του, να μην ακολουθούσαμε αυτή την τακτική. Και πολύ φοβάμαι, ότι με την έλλειψη ψυχραιμίας, που αντιμετωπίζουμε τα περισσότερα θέματα στη χώρα μας, αν ανακύψει ποτέ ζήτημα επιστροφής καλλιτεχνημάτων από άλλες χώρες, θα δούμε και τέτοιες συμπεριφορές. Και, μάλιστα, από μεγαλόσχημους! Μεγαλόσχημους στα λόγια και την αγένεια!
(που αποτέλεσε και το ερέθισμα για την παρούσα ανάρτηση)

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008

Και έξω μαυρίλα

Έρχονται στιγμές, που αποφασίζεις να ταξιδέψεις με το νου (διότι να ταξιδέψεις πραγματικά είναι αδύνατο, λόγω δουλειάς) στον κόσμο, επιθυμώντας αφενός να διευρύνεις τους ορίζοντές σου αφετέρου να ξεφύγεις από τη γκρίνια και την απαισιοδοξία, που τείνουν να καταστούν κύρια προϊόντα της χώρας μας. Και πέφτεις :
.- Στις δηλώσεις του ιατρού Κλάιβ Ίβιαν, που ασχολείται με τη φροντίδα των ασθενών του AIDS στη Νότιο Αφρική και διατείνεται, ότι ο νυν Πρόεδρος της χώρα, κ. Τάμπο Μπέκι, απαγόρευε επί 15 χρόνια την εισαγωγή αντιρετροϊκών φαρμάκων στη χώρα του, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ασθένεια αυτή, διότι θεωρούσε, ότι υπάρχει συνωμοσία φαρμακευτικών πολυεθνικών εις βάρος της χώρας του και πίστευε, ότι το AIDS προκαλείται από τη φτώχεια και την κακή διατροφή (για περισσότερα σχετικά με την εξάπλωση της αθένειας αυτής στην πιο ανεπτυγμένη χώρα της Αφρικής, οράτε www.enet.gr/online/online_text/c=113,id=1253300) και
.- Στην επιδημία χολέρας, που έχει ενσκήψει στη Ζιμπάμπουε εν έτει 2008.
Επέστρεψα στα της Ελλάδος ταχύτατα.

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

Δημοκρατία και πανεπιστημιακό άσυλο

Το νέο κατόρθωμα των γνωστών-αγνώστων κουκουλοφόρων, που εισέβαλαν στο αμφιθέατρο της Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ. και απαίτησαν από τους παρευρισκόμενους να το εκκενώσουν, αποτελεί ένα, ακόμα, λαμπρό παράδειγμα της καταχρήσεως του πανεπιστημιακού ασύλου, ιδίως από τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία κραυγάζουνε περισσότερο απ' όλους για τη διατήρησή του. Τελικά, το αμφιθέατρο εκκενώθηκε, ο Πρύτανης του Α.Π.Θ., κ. Μάνθος, ήταν ο μόνος, που τόλμησε να μείνει μέσα και οι κουκουλοφόροι αρκέστηκαν να αφήσουν τα σημάδια τους εντός του χώρου αυτού, ήτοι συνθήματα, βρωμιές και άλλα συναφή.
Προσωπικά, μπορώ να δεχθώ, ότι το πανεπιστημιακό άσυλο δημιουργήθηκε, ώστε να προφυλάσσεται η ελεύθερη σκέψη και έκφραση αλλά και η ακαδημαϊκή έρευνα και ζωή. Και δεν ήταν παράλογη η θέσπισή του, καθόσον το πανεπιστήμιο στο κοντινό παρελθόν αποτελούσε ένα ενοχλητικό αγκάθι για την εξουσία, λόγω της μόρφωσης, που παρήγαγε και η οποία δημιουργούσε πρόσωπα, που αμφισβητούσαν την εξουσία, ειδικά σε μια εποχή, κατά την οποία η χώρα μας δεν φημιζόταν για τις δημοκρατικές ελευθερίες της. Και μιλάμε για μια εποχή, κατά την οποία δραστηριοποιούνταν εντός των πανεπιστημιακών χώρων η διαβόητη ΕΚΟΦ, που οι μέθοδοί της ελάχιστα διέφεραν από αυτές, που οι γνωστοί-άγνωστοι χρησιμοποιούν. Η ιστορία επαναλαμβάνεται αλλά ως κακόγουστο αστείο.
Αναρωτιέμαι, όμως, τί είδους ελευθερία της έκφρασης προστατεύει το πανεπιστημιακό άσυλο στην περίπτωση των κουκουλοφόρων, ειδικά, όταν οι τελευταίοι όχι μόνο δεν εκφράζουν κάποια άποψη, που χρήζει προστασίας, αλλά απλά επιδίδονται σε ένα φασισμό του χειρότερου είδους. Και μη βιαστείτε να πείτε, ότι ο φασισμός είναι ίδιον των προσώπων, που κινούνται στους αντίποδες των αναρχικών, διότι η έκφραση του φασισμού αποτελεί χαρακτηριστικό όλων, δυστυχώς, εκείνων των πολιτικών ομάδων, που απλά ενδιαφέρονται να επιβάλουν τη δική τους άποψη και μόνο αυτή.
Εκείνο, όμως, που με ενοχλεί περισσότερο, είναι, ότι σε καμμία πορεία από αυτές, που διοργανώνουν οι κοπτόμενοι για την κατάσταση της δημόσια παιδείας φοιτητές, δεν ετέθη η εκδίωξη των κουκουλοφόρων από τα πανεπιστήμια πολλώ δε μάλλον η προστασία της δημόσιας πανεπιστημιακής περιουσίας, την οποία καταστρέφουν ή λεηλατούν (θυμηθείτε τι έγινε στο γραφείο του κ. Βασσάλου στην Πάντειο ή το Οικονομικό Πανεπιστήμιο).
Θα πείτε, ότι, όταν οι φοιτητές μας βλέπουν παντού γύρω τους ότι πολλοί καταχρώνται ή καταπατούν τις ελευθερίες της Δημοκρατίας, δεν μπορούμε να αξιώνουμε από αυτούς κάτι καλύτερο. Ε, όχι, λοιπόν! Από παιδιά, που μεγάλωσαν με δυνατότητες ενημέρωσης, που ούτε η αμέσως προηγούμενη γενιά δεν είχε, και είδαν την κατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα μας, περίμενα και περιμένω κάτι διαφορετικό, ήτοι μια πιο δημοκρατική συμπεριφορά και, κυρίως, τη μη επίδειξη φασιστικής νοοτροπίας, όπως έγινε στο αμφιθέατρο της Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ. Και, κυρίως, περιμένω να μην επαναλάβει τα λάθη και τις καταχρήσεις των παλαιότερων γενιών.
Μπορούμε, κατόπιν των ανωτέρω να μιλήσουμε για Δημοκρατία εντός των πανεπιστημιακών χώρων της Ελλάδος;

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

Γιορτή προς το τέλος της μέρας

Η βροχή είχε αρχίσει να πέφτει βάρβαρα στο τζάμι του, διαταράσσοντας τις σκέψεις του, αν μπορούσες να χαρακτηρίσεις σκέψεις εκείνο το συνοθήλευμα ξεκάρφωτων ιδεών, που τριγυρνούσε στο κεφάλι του. Ήταν μια μέρα τρελλή, ούτε την ονομαστική του εορτή δεν είχε μπορέσει να χαρεί. Όλο το πρωί να τρέχει σε μια παραλυμένη από την απεργία των εργαζομένων στο μετρό Αθήνα, από δημόσια υπηρεσία σε δημόσια υπηρεσία, με υπαλλήλους, που ένοιωθες ότι βαριόνταν ακόμα και να ανασάνουν, να του δημιουργούν προσκόμματα και να μην τον εξυπηρετούν, με ένα τηλέφωνο να χτυπάει ακατάπαυστα, διότι οι πελάτες δεν καταλαβαίνουν ότι για να εξυπηρετηθούν, πρέπει να προθυμοποιηθεί προς τούτο η δημόσια υπηρεσία και ο εντολοδόχος τους δεν είναι μάγος να τους κάνει τη δουλειά μόνος του, τα ταξί γεμάτα γκρινιάρηδες πελάτες και αγενέστατους ταξιτζήδες, που δε σταματούσαν στιγμή να βρίζουν ρωμαίικα τους άλλους οδηγούς κατά τα αλεπάλληλα σλάλομ τους στους πηγμένους από την κίνηση δρόμους, ο κόσμος να σπρώχνει για να του ανοίξουν το πεζοδρόμιο και αυτός να αισθάνεται να πνίγεται σε μια αφιλόξενη μεγαλούπολη, όπου κανένας δε φαινόταν να δίνει δεκάρα, αν θα χρειαστεί να περάσει πάνω από το τομάρι σου, ώστε να κάνει τη δουλειά του ή έστω να βρει ελεύθερο δρόμο να διαβεί. "Να τελειώσω γρήγορα να γυρίσω πίσω", σκεφτόταν.
Στο λεωφορείο της επιστροφής ένοιωθε ότι το εκρηκτικό μίγμα της κοκομοιριάς και της αγένειας, που τον είχε μαστιγώσει στο κλεινόν άστυ, είχε ενσκήψει σαν επιδημία και στους επιβάτες. Μουτρωμένες κοπέλες να βρίζονται σα λιμενεργάτες με τους συνομιλητές τους εις επήκοον των συνεπιβατών τους, ηλικιωμένες κυρίες να μασουλάνε πλαταγίζοντας τη γλώσσα τους και ένας οδηγός, που έμοιαζε να πιστεύει, ότι θα βραβευθεί, αν πετύχει όσο το δυνατό περισσότερες λακκούβες του δρόμου, που με θράσος είχαν βαφτίσει εθνική οδό. Να κοιμηθεί ούτε λόγος, αφού το λεωφορείο ήταν φτιαγμένο με προδιαγραφές Πυγμαίων, για να μη μιλήσουμε για τις λακκούβες, που μόνο ως νανουρητό δε λειτουργούσαν.
Και στο γραφείο, η εικόνα δεν ήταν καλύτερη. 2-3 πελάτες από εκείνους, που δεν καταδέχονται να τηλεφωνήσουν, πριν έλθουν, τον περίμεναν με άγριες διαθέσεις, ο ένας χρωστούσε την παράσταση ενός δικαστηρίου αλλά προφανώς είχε επιβάλει στον εαυτό του να το ξεχάσει και ο άλλος εξακολουθούσε να ρωτάει επανειλημμένως τα ίδια πράγματα και να λαμβάνει για πολλοστή φορά τις ίδιες απαντήσεις, που ενδεχομένως φάνταζαν ως υπερβολικές για να τις αφομοιώσει ο ταπεινός του νους. Απλά δράμα, θα περάσει, σκέφτηκε.
Όταν έφυγε και ο τελευταίος πελάτης, έκλεισε την πόρτα του γραφείου. Η βροχή είχε αρχίσει το ανελέητο σφυροκόπημά της στο τζάμι. Στο youtube έπαιζε η Nostalgia του Yanni. Και πάλι! Και πάλι! Και πάλι! Και κάθε φορά που έπαιζε, η αρνητική ενέργεια, που τον είχαν ποτίσει, έφευγε και σκόρπιζε στον αέρα. Επιτέλους, βράδυ Παρασκευής και ημέρα γιορτής, μονολόγησε. Και τα τελευταία αρνητικά μόρια διαλύθηκαν.
Βγήκε έξω και κλείδωσε την πόρτα του γραφείου του. Η κοπέλα του τον περίμενε να βγουν για να γιορτάσουν. Μια κουραστική μέρα είχε τελειώσει, ένα ξεκούραστο και εποικοδομητικό βράδυ ξεκινούσε. Η βροχή τον χτύπησε στο πρόσωπο. Κράτησε την ομπρέλλα του κλειστή. "Η βροχή καθαρίζει την ατμόσφαιρα και το μυαλό των ανθρώπων", σκέφτηκε και προχώρησε.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2008

Θρησκευτική κατήχηση μέσω της κρατικής τηλεόρασης

Δεν έχω κανένα πρόβλημα να παραδεχτώ τις όποιες θρησκευτικές μου πεποιθήσεις, ως, επίσης, και να σεβαστώ τους τρίτους, είτε είναι θρήσκοι είτε αγνωστικιστές και, κυρίως, οπουδήποτε και αν πιστεύουν. Φυσικά, θεωρώ, ότι επιβάλλεται ο σεβασμός στο δικαίωμα του άλλου είτε να θρησκεύεται (ή να εκκλησιάζεται) είτε να μην πιστεύει σε καμμία μεταφυσική ιδέα.
Δυστυχώς, όμως, παρακολουθώντας πρόσφατα, έπειτα από αρκετό καιρό, το πρωινό κυριακάτικο πρόγραμμα της ΕΤ-1 αισθάνθηκα, ότι στο Μέγαρο της Αγίας Παρασκευής οι θρησκευτικές επιλογές των διοικούντων προδίδουν το ελάχιστο ή και ανύπαρκτο ενδιαφέρον τους για τα δικαιώματα όσων δεν πιστεύουν στην Ορθοδοξία ή το χριστιανισμό και, ακόμα περισσότερο, δηλώνουν άθεοι. Η μετάδοση της Θείας Λειτουργίας, όσο και αν εντάσσεται, θα πουν πολλοί, στο πρόγραμμα της ελληνικής τηλεόρασης εδώ και πολλά χρόνια, εντούτοις δεν παύει να αποτελεί ένα αναχρονισμό, που, συνάμα, προδίδει και ελάχιστο σεβασμό στα δικαιώματα όσων δεν ανήκουν στο χριστεπώνυμο και ορθόδοξο πλήθος, για να μην αναφερθούμε σε πιθανή προσπάθεια κατήχησης δια της τηλεοράσεως (άλλα και άλλα είδη «κατήχησης» ευδοκιμούν στην τηλεόραση). Και, σε σημαντικό βαθμό, θα έλεγα τα ίδια και για την εκπομπή «Αρχονταρίκι», όπου ο Αρχιεπίσκοπος Δημητριάδος Ιγνάτιος συζητά με διάφορους καλεσμένους θέματα της επικαιρότητας, αν και εδώ περισσότερο με απασχολεί η επιλογή του παρουσιαστή (να υποθέσω, ότι είναι τυχαίο, ότι αποτελούσε πνευματικό τέκνο του εκλιπόντος τέως Μητροπολίτη Δημητριάδος και μετέπειτα Αθηνών Χριστόδουλου, τη στιγμή, που υπάρχουν λαμπρότατοι κληρικοί, όπως ο π. Φιλόθεος Φάρος, που θα μπορούσαν να παρουσιάσουν μια τέτοια εκπομπή;) παρά η εκπομπή καθεαυτή.
Σε μια εποχή, όπου η χώρα μας σύρεται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβιάσεις, όπως η μη αναγνώριση νομικής προσωπικότητας της Καθολικής Εκκλησίας, αρκούμενη να την αναγνωρίζει απλά ως «γνωστή θρησκεία», καταγγέλλεται για την επιμονή της να χαρακτηρίζει ως μάθημα Θρησκευτικών τη διδασκαλία της Ορθοδοξίας και να μην έχει ορίσει κάποιο εναλλακτικό μάθημα για όσους μαθητές δεν επιθυμούν να διδαχθούν τα επίσημα Θρησκευτικά, εξακολουθεί να επιβάλλει με ποικίλους τρόπους στους υπηκόους της αλλά και όσους αλλοδαπούς διαβιούν εντός της ελληνικής επικράτειας να δηλώσουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, κατά τρόπο αντίθετο προς τα οριζόμενα στη Συνθήκη της Ε.Σ.Δ.Α., καθυστερεί μέσω του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (άλλος αναχρονισμός) να αναγνωρίσει νεότερες θρησκείες και, το κυριότερο απ’ όλα, εξακολουθεί και περιβάλλει Ελληνορθόδοξη Εκκλησία με προνόμια ασύλληπτα για τις λοιπές θρησκείες και δόγματα (οράτε athens.usembassy.gov/root/reports08/religiousfreedom08_greece.pdf), είναι τουλάχιστον επιβαρυντική η εμμονή της ΕΡΤ σε συμπλήρωση του προγράμματός της με εκπομπές, που στόχο έχουν την προώθηση του ορθοδόξου δόγματος του χριστιανισμού.
Δηλαδή, αν υπήρχε μια ισότιμη προβολή και των υπολοίπων δογμάτων και θρησκειών, θα λυνόταν το πρόβλημα; Όχι, διότι σκοπός της τηλεόρασης και δη της κρατικής, που την πληρώνουμε όλοι οι Έλληνες πολίτες, είτε την παρακολουθούμε και μας αρέσει είτε όχι, δεν είναι να προβαίνει σε μορφές προσηλυτισμού μέσα από την προβολή της Θείας Λειτουργίας αλλά, αν πρέπει σώνει και καλά να μιλήσει για τη θρησκεία, να ενημερώνει τους τηλεθεατές-πολίτες για τα ισχύοντα σε θρησκείες και δόγματα με μια εκπομπή θρησκειολογικού περιεχομένου, να αναφέρεται στην ιστορία τους και, γενικά, να αποφεύγει τις προτιμήσεις σε συγκεκριμένες θρησκείες ή δόγματα.
Μα δεν αποτελεί η Ορθοδοξία μια από τις παραδόσεις μας; Πέρα από τις όποιες ενστάσεις μπορεί να έχει κανείς για την επινόηση της παράδοσης, η Ορθοδοξία, όπως και οι άλλες παραδόσεις αποτελούν επιλογές συγκεκριμένων προσώπων, τις οποίες ουδείς πολλώ δε μάλλον η κρατική τηλεόραση έχει δικαίωμα να επιβάλλει σε όσους τη συντηρούν με τον οβολό τους, χωρίς να έχουν άλλη επιλογή. Επιπλέον, τόσο η Ορθοδοξία όσο και ο χριστιανισμός αποτελούν τμήμα της παιδείας, που έλαβαν πολλοί από εμάς αλλά εκτός από εμάς υπάρχουν και οι Έλληνες καθολικοί, οι Έλληνες Εβραίοι, οι Έλληνες μουσουλμάνοι, οι Έλληνες αγνωστικιστές (ή άθεοι, αν προτιμάτε), οι μετανάστες από άλλες χώρες, που είτε δεν ασπάζονται την Ορθοδοξία είτε δεν ανήκουν σε κάποια θρησκεία ή δόγμα κ.λπ. Με ποια λογική θα επιβάλλει η κρατική τηλεόραση σε όλες αυτές τις κατηγορίες συνανθρώπων μας τις θρησκευτικές επιλογές της;
Και αυτό βρήκες να ενοχληθείς, θα απορήσουν πολλοί. Ε, ναι, και αυτό βρήκα ανάμεσα σε όσα δεν μου αρέσουν στην κρατική τηλεόραση. Δεν είναι το μόνο αλλά είναι εκείνο ακριβώς, για το οποίο ουδέποτε άκουσα τους πολιτικούς μας να διαμαρτύρονται. Ήτοι, διάφοροι πολιτικοί διαμαρτύρονται, επειδή οι ομάδες της Θεσσαλονίκης δεν προβάλλονται επαρκώς από τις αθλητικές εκπομπές των κρατικών καναλιών (μάλλον δεν βλέπουν ΕΤ-3 αλλά εδώ ανοίγουμε άλλη κουβέντα), διάφορα κόμματα γκρινιάζουν, επειδή δεν προβάλλεται το πρόγραμμά τους, πολύς κόσμος φωνάζει για τον τρόπο επιλογής του προσωπικού της κρατικής τηλεόρασης αλλά και για τη διαχείριση των χρημάτων, που της χορηγούνται αλλά ουδέποτε άκουσα ένα πολιτικό να διαμαρτύρεται για την επιλογή της κρατικής τηλεόρασης να εμπλουτίζει το πρόγραμμά της με εκπομπές ελληνορθόδοξου περιεχομένου.

Βιβλία : "Παραδείγματος χάριν, ο ναζί αδελφός μου", του Ούβε ΤΙμ

1943 : Ο 19χρονος αδελφός του αφηγητή-συγγραφέα στρατεύεται εθελοντικά στα Βάφεν Ες-Ες, πριν αυτά εισβάλουν στην Ουκρανία. ΤΟν Οκτώβριο του ίδιου έτους χάνει τη ζωή του στο μέτωπο. Η απώλειά του στιγματίζει την οικογένειά του και κάθε πτυχή της ζωής της περνάει από τη σκέψη, πώς θα ήταν τα πράγματα, αν αυτός ζούσε. Και ο αφηγητής-συγγραφέας αναζητεί το αληθινό πρόσωπο του χαμένου αδελφού του μέσα από το διασωθέν πολεμικό του ημερολόγιο σε μια εποχή, όπου η μεταπολεμική Γερμανία ζει μέσα στις ενοχές για τα δεινά, που προκάλεσε κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και προσπαθεί να ορθοποδήσει.
Ο βραβευμένος Γερμανός συγγραφέας Ούβε Τιμ με την εν μέρει αυτοβιογραφική αυτή νουβέλα αποκαλύπτει μια πτυχή της οικογένειάς του. Επιχειρεί να ανακαλύψει τον πραγματικό χαρακτήρα του Καρλ-Χάιντς, του νεκρού αδελφού του, από τον οποίο έχει ελάχιστες αναμνήσεις (σκοτώθηκε, όταν ο συγγραφέας ήταν 3 ετών). Μαζί, όμως, με την αναζήτησή του αυτή ο συγγραφέας παρουσιάζει το πρόσωπο της μεταπολεμικής Γερμανίας, μιας χώρας, που βγήκε κατεστραμμένη από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέσα από την πορεία της οικογένειάς του παρουσιάζει τα αίτια, που οδήγησαν τη χώρα αυτή να εμπιστευτεί τις τύχες της στον Αδόλφο Χίτλερ και να παρασυρθεί από τα σχέδιά του. Φυσικά, ο γερμανικός λαός, η πλειοψηφία του, τουλάχιστον, που συνετάχθη με το ναζισμό, ενήργησε εν γνώσει του, καθόσον τα ιδανικά περί ανώτερης (άρειας) φυλής, που πρέσβευε ο ναζισμός, άγγιξαν πολλούς Γερμανούς. Η τελική ήττα αποτέλεσε τη μεγαλύτερη δοκιμασία για όσους Γερμανούς επέζησαν του πολέμου αυτού, αφού αναγκάστηκαν να παραδεχθούν την ήττα τους όχι μόνο στο στρατιωτικό πεδίο αλλά και στο πολιτιστικό, όπως μαρτυρεί η διαμάχη του συγγραφέα με τον πατέρα του, όταν ο τελευταίος απαγορεύει στο γιό του να φοράει μπλουτζήν. Οι ενοχές πνίγουν τη χώρα και πολλοί Γερμανοί σπεύδουν να επιρρίψουν τις ευθύνες για την ήττα στο Χίτλερ, αρνούμενοι να δεχθούν ότι γνώριζαν τι συνέβαινε (η μητέρα του συγγραφέα αναρωτιέται μεταπολεμικά τί να απέγιναν οι Εβραίοι γείτονές της).
Η οικογένεια του συγγραφέα αποτελεί τους πρωταγωνιστές, μέσα από την πορεία της ζωής των οποίων παρουσιάζεται η ζωή στη μεταπολεμική (Δυτική, πλέον) Γερμανία. Κάθε μέλος της οικογένειας του συγγραφέα φέρνει τη δοκιμασία του. Ο πατέρας βλέπει τη Γερμανία να καταρρέει και το μύθο περί ανώτερης φυλής να συντρίβεται, ενώ μεταπολεμικά συντρίβεται και το όνειρό του να αποκτήσει δική του δουλειά, αποτέλεσμα της οποία συντριβής είναι ο αλκοολισμός του. Η μητέρα αποτελεί μια φιγούρα γεμάτη εγκαρτέρηση, που δε σταματά να συμπαραστέκεται στον πατέρα, διατηρώντας ένα αξιοπρεπές πένθος για το χαμένο γιο. Και η κόρη ζει μια ζωή χωρίς έρωτα, μέχρι τα γεράματά της, οπότε και βιώνει λίγο πριν το θάνατό της τη χαρά του αισθήματος αυτού.
Ο νεκρός αδελφός αποτελεί το πρότυπο του άριου νέου, όπως των ήθελε ο ναζισμός. Ξανθός, γαλανομάτης, υπάκουος, πειθαρχημένος, φιλοπόλεμος και πιστός στα κελεύσματα του εθνικοσοσιαλισμού, στρατεύεται εθελοντικά, τρέφει περιφρόνηση για τους σλάβους, που καλείται να πολεμήσει και πεθαίνει γεμάτος πίστη για τα ιδανικά της χώρας του. Και μαζί του πεθαίνει, έστω 2, περίπου, χρόνια αργότερα και ο ναζισμός, τουλάχιστον ως κυρίαρχη στη Γερμανία ιδεολογία.
Ο συγγραφέας κινείται στα βήματα άλλων συμπατριωτών του ομοτέχνων, όπως ο Γκύντερ Γκρας και ο Μπέρνχαρντ Σλινκ, που αποτυπώνουν στα βιβλία τους τις μεταπολεμικές τύψεις της χώρας τους μέσα από τις ζωές καθημερινών ανθρώπων. Και το επιτυγχάνει με ένα μικρό αλλά περιεκτικό, λόγω της πυκνής γραφής του, βιβλίο, όπου ακόμα και η συχνή αναδρομή στο μέσο της αφήγησης δε διακόπτει τη ροή του κειμένου αλλά κατατοπίζει τον αναγνώστη για τα πάθη της μεταπολεμικής Γερμανίας και τα αίτιά τους.