Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Φασιστικός Λυρισμός

Κατάληψη και στη Λυρική Σκηνή, λοιπόν, από τους αυτοαποκαλούμενους "Ελεύθερους Λυρικούς", που θεώρησαν σκόπιμο να δικαιολογήσουν την κατάληψη αυτή με μια ανακοίνωση, την οποία μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.
Μοιραία, κατά την ανάγνωση της ανακοινώσεως αυτής, μου γεννήθηκαν πλείστες όσες απορίες. Διότι μπορώ να δεχθώ μια κατάληψη ενός κτιρίου, όπου στεγάζεται κάποια δημόσια υπηρεσία, ως τρόπο διεκδίκησης δικαιωμάτων ή διαμαρτυρίας, αν και το μέτρο έχει ξεφτίσει από την τακτική και συχνά καταχρηστική επανάληψή του. Αλλά η Λυρική Σκηνή;
Τέλος πάντων, διαβάζοντας ανοίγει η όρεξη για σχολιασμό και βλέπω :
"Η εξέγερση του Δεκέμβρη δικαιώνοντας όλους τους προηγούμενους κοινωνικούς αγώνες έδωσε το έναυσμα για γενικευμένη αντίσταση σε όλα αυτά που μας προσβάλλουν και μας υποδουλώνουν" : Το γενικευμένο της αντίστασης αλλά και ο χαρακτηρισμός "εξέγερση", που προσάπτουν οι καταληψίες της Λυρικής Σκηνής στα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου σηκώνουν αρκετό σχολιασμό, κυρίως επειδή η εξέγερση κόπασε, μόλις άρχισαν οι γιορτές των Χριστουγέννων. Και δεν μπορώ να θυμηθώ κάποια επανάσταση ή έστω εξέγερση του παρελθόντος, όπου οι εξεγερμένοι έκαναν διάλειμμα για να γιορτάσουν με τις οικογένειές τους. Έστω, λοιπόν, να δεχθούμε, ότι βρέθηκαν κάποιοι νέοι να εξεγερθούν σε όσα, πραγματικά, μας υποβιβάζουν και όσους επιθυμούν να μας χειραγωγήσουν.
"Εξέγερση στους δρόμους, στα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα εργατικά κέντρα, τους δήμους και τα πάρκα." : Προς το παρόν δεν τη βλέπουμε. Και τί είδους εξέγερση, άραγε, να γίνει σε ένα πάρκο; Είναι και κρύος ο φετεινός χειμώνας, ρε παιδί μου.
"Εξέγερση και στην τέχνη.Κόντρα σε μια τέχνη- θέαμα που καταναλώνεται από παθητικούς θεατές.": Αυτό μπορεί να γίνει και με μια απλή κίνηση, ήτοι το πάτημα του κουμπιού off της τηλεόρασης ή με την άρνησή μας να αγοράσουμε τα υποπροϊόντα των εγχώριων εκδοτικών συγκροτημάτων. Αλλά οι "Ελεύθεροι Λυρικοί" προτιμούν την απολιτική και εύπεπτη συνθηματολογία. Χώρια, που γενικεύουν, όταν ομιλούν για τέχνη- θέαμα. Ποιά τέχνη, άραγε είναι αυτή; Γιατί δεν το διευκρινίζουν; Οι γενικεύσεις βλάπτουν και προδίδουν είτε αμάθεια είτε φασισμό. Ή και τα δύο μαζί!
"Κόντρα σε μια αισθητική που αποκλείει την διαφορετικότητα. Κόντρα στον πολιτισμό που καταστρέφει πάρκα και δημόσιους χώρους στο όνομα του κέρδους.": Και εδώ το στοιχείο της αοριστίας είναι εμφανές. Ας δεχθώ, ότι εννοούν την ισοπεδωτική λογική των ημεδαπών Μ.Μ.Ε..
Για το δεύτερο δεν έχω πολλές αντιρρήσεις.
"Είμαστε αλληλέγγυοι στην Κωνσταντίνα Κούνεβα και στους συλληφθέντες της εξέγερσης.Απαντάμε στην κρατική καταστολή, τον κοινωνικό αποκλεισμό και την απόπειρα τρομοκρατίας και παραπληροφόρησης από τα ΜΜΕ με τον αγώνα μας και τον πολιτισμό." : Ε, κάθε κατάληψη έχει λίγο απ' όλα τα αιτήματα. Τώρα πώς συνδέεται η κατάληψη αυτή με τον πολιτισμό τη στιγμή, κατά την οποία εμποδίζεται η λειτουργία ενός κατ' εξοχήν πολιτιστικού φορέα της χώρας, αυτό δεν μπήκαν στον κόπο να μας το εξηγήσουν οι "Ελεύθεροι Λυρικοί".
"Μια πρωτοβουλία ανθρώπων των τεχνών (θεωρώντας τέχνη τη ζωή του καθενός) οικειοποιείται ένα χώρο για την Τέχνη της ζωής του καθενός θέτοντας το ζήτημα της αναδημιουργίας της κουλτούρας σε μια νέα βάση. Επιδιώκουμε μια τέχνη αδιαμεσολάβητη, ανοιχτή σε όλους, που ο καθένας μπορεί να είναι φορέας της.Απελευθερώνουμε την Εθνική Λυρική Σκηνή, γιατί εξ’ ορισμού μας ανήκει. Έχουμε την ανάγκη να πούμε τα πράγματα από την αρχή και να ξαναβρούμε το ρόλο της τέχνης. Μέσα από διαδικασίες αυτοργάνωσης προτείνουμε ελεύθερες δημιουργικές δράσεις από όλους και για όλους όσους θεωρούν τον πολιτισμό προϊόν συλλογικής δημιουργίας.Για να ξανακερδίσουμε τον πολιτισμό που μας στερείται.": Από τί απελευθερώθηκε, άραγε, η Λυρική Σκηνή; Και γιατί ανήκει εξ ορισμού στους εν λόγω κυρίους και κυρίες και όχι στους καλλιτέχνες, που παρουσιάζουν κάποια έργα τους εκεί ή στο κοινό, που τιμά αυτό το θεσμό και αυτό τον καιρό κωλύονται;
Όσο για τις ελεύθερες δημιουργικές δράσεις, αυτές μπορούν να γίνουν και χωρίς την κατάληψη κανενός κτιρίου, ήτοι με συμβάντα στους δρόμους και τις πλατείες, εκεί, όπου οι διαθέτοντες ταλέντο και ανησυχίες μπορούν να προσφέρουν μια τέχνη μακρυά από χορηγούς και τα φώτα της δημοσιότητας. Εκτός αν προέχει το "μπούγιο".
Και τί σημαίνει "πολιτισμός, που μας στερείται"; Σε μια εποχή, όπου τα πολιτιστικά αγαθά διακινούνται ελεύθερα στο Διαδίκτυο και υπάρχουν περισσότερες βιβλιοθήκες, θέατρα και λοιποί τόποι πολιτιστικών εκδηλώσεων από ποτέ, είναι επιεικώς ανόητο να υποστηρίζει κανείς, ότι του αποστερούν τον πολιτισμό.
Ακόμα, όσο αδιαμεσολάβητη και αν είναι η Τέχνη, είναι αδύνατο ο καθένας μας να είναι φορέας της, είτε επειδή δε διαθέτει την απαιτούμενη μόρφωση είτε επειδή δεν μπορεί να προσφέρει στην Τέχνη.
Όσο για την ταύτιση παραστάσεων στη Λυρική Σκηνή την εποχή, που γίνονταν μάχες έξω από αυτή, με την κατάληψη, έχω να πω, ότι αν ζούσε ο Ιονέσκο, θα είχε βρει σπουδαίο υλικό για θεατρικό έργο. Μα τι καθάρματα, που ήταν κάποιοι σπουδαίοι μουσικοί του παρελθόντος, που συνέθεταν, ενώ η Ευρώπη καιγόταν από πολέμους και επαναστάσεις!
Περαιτέρω, ο πολιτισμός δεν πρέπει να είναι ανεπηρέαστος από τα κοινωνικά τεκταινόμενα αλλά αν υπάρχουν κάποιοι, που εξακολουθούν να προσφέρουν πέρα από τα τεκταινόμενα αυτά, με ποιά λογική θα τους εμποδίσουμε; Αυτό ακριβώς έκανε ο Χίτλερ με τις κατηγορίες περί εκφυλισμένης τέχνης, που οδήγησε πολλούς Γερμανούς καλλιτέχνες στην εξορία, αυτό έκανε και ο Στάλιν με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό και κατέπνιξε το Προλετκούλτ και το κίνημα της Ρωσσικής Πρωτοπορίας(και κατέληξαν τα έργα των καλλιτεχνών της Ρωσσικής ΠΡωτοπορίας να πωλούνται φθηνότερα από ένα σακκί πατάτες), αυτό έκανε και ο Μάο την εποχή της Πολιτιστικής Επανάστασης, όταν τα μόνα πολιτιστικά αγαθά, που μπορούσε να απολαύσει κανείς. ήταν οι "Επαναστατικές 'Οπερες" της Μαντάμ Μάο. Η επίκληση κάποιων ιερών σκοπών, που πρέπει να προέχουν της Τέχνης αποτελεί ένα απαράδεκτο ιδεολόγημα, ώστε να περιοριστούν εκείνες οι καλλιτεχνικές φωνές, που δεν μας αρέσουν ή δεν ταυτίζονται με τις αντιλήψεις μας. Και η επινόηση κατηγοριών για τις φωνές αυτές δεν τελειώνει ποτέ, διότι η αμάθεια, ο φανατισμός και η εντεύθεν βαρβαρότητα ανέκαθεν αποτελούσαν αστείρευτη πηγή κατηγοριών.
"η Λυρική προσφέρει στο κοινό της διαφυγή και στην κοινωνία μιά καθησυχαστική εικόνα ευμάρειας" : Απίστευτο εφεύρημα, σύμφωνο με όσα παραπάνω εκτίθενται. Η Λυρική Σκηνή αποτελεί μια όαση πολιτισμού σε μια εποχή, που δεν ευνοεί τον πολιτισμό. Και δεν μπορεί να καλύψει τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό συνελλήνων, που μαστίζονται από τη φτώχεια. Αν, τώρα, κάποιοι επιλέγουν να ψυχαγωγηθούν στη Λυρική Σκηνή, δεν υπάρχει καμμία δικαιολογία, που να μπορεί να τους στερήσει αυτή την απόλαυση. Με τη λογική αυτή, ας γινόταν μια κατάληψη και στα μεγάλα μπουζουξίδικα, όπου θα έστεκε περισσότερο το επιχείρημα περί εικονικής ευμάρειας. Όμως, η κατάληψη ενός αφρούρητου κτιρίου του Δημοσίου αποτελεί ελκυστικότερο και ευκολότερο στόχο.
"Η κατάληψη ενός συμβόλου σαν τη Λυρική δεν έγινε για αποπληρωμή ιστορικών χρεών, έγινε απλά γιατί θέλουμε να θυμίσουμε σε όλους, διοικούντες, κυβέρνηση, καλλιτέχνες η θεατές, ότι εκεί έξω και τώρα μέσα, υπάρχει και ένας άλλος κόσμος αναπόσπαστο τμήμα του λαού της χώρας μας, που δεν μπορείτε να τον αγνοείτε παρά το γεγονός ότι πυροβολιέται, πνίγεται με δακρυγόνα, κατεβαίνει σε μπλόκα, απαιτεί λίγο αέρα αντί για τσιμέντο και συγχρόνως αναρωτιέται και διεκδικεί μιά άλλη θέση της τέχνης στην κοινωνία." : Α, μάλιστα, η κατάληψη έγινε για εφέ. Τότε γιατί έγινε μνεία των παραστάσεων, που ανέβαιναν στη Λυρική Σκηνή, ενώ έξω από αυτή γινόταν πόλεμος; Κάτι οξύμωρο υπάρχει εδώ.
"Αυτή την άλλη θέση θα προσπαθήσουμε να επεξεργαστούμε αυτές τις μέρες της κατάληψης, σε μια διαρκή δημόσια συζήτηση, δίνοντας λόγο στους αποκλεισμένους πέραν των συνόρων της κατεστημένης τέχνης," : Η αιώνια διαμαρτυρία των εκάστοτε επαναστατημένων είναι το κατεστημένο, εν προκειμένω η κατεστημένη τέχνη. Μόνο, που εκτός από την τέχνη αυτή υπάρχει και εκείνη, που φυτοζωεί σε μικρούς και απεριποίητους χώρους, μακρυά από τα φώτα της δημοσιότητας, τους χορηγούς και τις διαγκωνιζόμενες στα μπροστινά καθίσματα διασημότητες, την οποία δεν προέβαλαν καθόλου οι διαμαρτυρόμενοι καταληψίες. Και, πέρα απ' όλ' αυτά, μια τέχνη δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται ως κατεστημένη, όταν υπάρχει κόσμος, που την παρακολουθεί και την κρίνει. Και αν κάποια μορφή τέχνης επικρατήσει, ο καλύτερος τρόπος για να δείξω τη δυσαρέσκειά μου προς αυτή είναι να αποστρέψω το πρόσωπό μου και όχι να εμποδίσω την παρουσίασή της. Διότι τότε δεν είμα ιδιαμαρτυρόμενος αλλά φασίστας, που δεν δέχεται άλλη άποψη από τη δική του.
Δυστυχώς, η κτιριακή αλλά και ιδεολογική επιλογή των καταληψιών φανερώνει μια λογική εντυπωσιασμού, κενή από πραγματικά μηνύματα για την Τέχνη, όπου οι φωνές για την Κωνσταντίνα Κούνεβα και τους φυλακισμένους των γεγονότων του περασμένου Δεκεμβρίου αποτελούν απλά φτιασίδια σε ένα ελάχιστα ελκυστικό πρόσωπο, αυτό του αμαθούς, άτεχνου και ατάλαντου συνόλου, που θεωρεί, ότι διαχέει τον πολιτισμό στις μάζες μέσα από άναρθρα και βρίθοντα απολιτικών συνθημάτων κείμενα. Και δεν ξέρω κατά πόσο είναι πραγματικά ελεύθεροι οι καταληψίες της Λυρικής Σκηνής από προκαταλήψεις και αποκρουστικά ιδεολογήματα αλλά σίγουρα διαθέτουν άφθονο λυρισμό. Και αυτόν και μόνο διαχέουν στις μάζες.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009

Προς τί η έκπληξη;

Σε μια χώρα, όπου :
Υπάρχει κόσμος, που απευθύνεται σε πολιτικούς, ώστε αυτοί να μεσολαβήσουν και το παιδί τους να μην χαρακτηριστεί "γιωτάς", λόγω ψυχολογικών προβλημάτων, που ήδη αντιμετωπίζει, στο στρατό, ώστε να υπηρετήσει ως υγειέστατος φαντάρος και αύριο, που θα απολυθεί, να μπορέσουν να το διορίσουν στο Δημόσιο,
Υπάρχει κόσμος, που διορίζεται στη Δημόσια Εκπαίδευση, παρά τα έντονα ψυχολογικά προβλήματα, που αντιμετωπίζει, επειδή δε λειτουργεί και, ενδεχόμενα, δεν υφίσταται ένα υπηρεσιακό συμβούλιο, το οποίο να διατάσσει τη διενέργεια ψυχιατρικής εξέτασής του, με όποιο κίνδυνο μπορεί να εγκυμονεί αυτή η κατάσταση για τους μαθητές,
Έχουν διοριστεί πρόσωπα στο Δημόσιο με μόνο προσόν το πολιτικό μέσο ,που είχαν, χωρίς να περάσουν από καμμία, απολύτως, ιατρική και, κυρίως, ψυχιατρική εξέταση και πληρώνονται αδρά, χωρίς να δύνανται, λόγω της κατάστασής τους, να προσφέρουν το παραμικρό και
Υπάρχουν καταγγελίες για υπηρετούντες στο Δημόσιο συμπολίτες μας, οι οποίοι, λόγω ψυχολογικών προβλημάτων, αδυνατούν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους και, όμως, κάποια αόρατη χειρ εμμένει να τους διατηρεί στη θέση τους, με τη βοήθεια της κοινής γνώμης, που προτιμά, από οίκτο, να μην εξυπηρετηθεί από τον ανωτέρω ακατάλληλο για την εργασία, που του έχει ανατεθεί, συμπολίτη μας παρά να αξιώσει ένα ορθολογισμό στη διαδικασία πρόσληψης των δημοσίων υπαλλήλων,
Τότε δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει η κυκλοφορία ενός οπλισμένου αστυνομικού και η, εντεύθεν, χρήση του όπλου του κατά κάποιου ιδιωτικού αστυνομικού αλλά και η παραμονή του στην υπηρεσία, παρ' ότι είχε επισημανθεί η κατάσταση της υγείας του.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Η ποινικοποίηση του διαδικτυακού φλερτ

Μια πρόσφατη απόφαση των διαχειριστών του ιστοχώρου myspace να αποκλείσουν περίπου 90.000 λογαριασμούς χρηστών, οι οποίοι κατηγορούνται για ηλεκτρονικές παρενοχλήσεις, κυρίως σεξουαλικού περιεχομένου, καταδεικνύει την πολυπλοκότητα των προβλημάτων, που μπορεί να ανακύψουν από τη χρήση των νέων τεχνολογιών, ιδίως όταν ο φερόμενος ως δράστης ενός αδικήματος έχει δώσει ψευδή στοιχεία, με αποτέλεσμα ο εντοπισμός του να είναι εξαιρετικά δύσκολος αν όχι απίθανος. Κυρίως, όμως, φέρνει στο προσκήνιο μια τάση ποινικοποίησης ορισμένων συμπεριφορών, που μπορεί να αποτελούν ένα είδος ενόχλησης για ορισμένα πρόσωπα αλλά εντάσσονται στις καθημερινές διαπροσωπικές επαφές, που μπορεί να έχει κάποιος. Και ήδη το myspace έχει έλθει σε συνεννόηση με εισαγγελείς των Η.Π.Α., προκειμένου να απαγγελθούν κατηγορίες εις βάρος των προσώπων, που κατηγορούνται για την τέλεση τέοιτων αδικημάτων.
Για να είμαστε ειλικρινείς, η μεγάλη πλειοψηφία των παραπάνω παραβατών είναι πρόσωπα, τα οποία επιλέγουν συνειδητά το Διαδίκτυο ως χώρο γνωριμιών με άλλα πρόσωπα. Βέβαια, συχνά οι πόθοι τους δεν ταυτίζονται με τις επιθυμίες των προσώπων, τα οποία προσεγγίζουν ηλεκτρονικά αλλά τούτο εντάσσεται στο δικαίωμα της προτίμησης, που κάθε πρόσωπο διαμορφώνει συναρτήσει διαφόρων παραγόντων. Και η απόρριψη ενός προσώπου ή το ενδεχόμενο να μας προσεγγίσει κάποιος τρίτος, που δεν επιθυμούμε να έχουμε οποιαδήποτε σχέση μαζί του, εντάσσεται σε μια φυσιολογική και απελευθερωμένη από προκαταλήψεις κοινωνική ζωή, εκτός, βέβαια, από τις περιπτώσεις, που κάποιο πρόσωπο εμμένει στο στόχο του κατά τρόπο, που καταντά εκνευριστικός, οπότε έχουμε προφανώς κάποια υπέρβαση των κοινωνικών ορίων. Και, φυσικά, δεν αποκλείεται ανάμεσα στα πρόσωπα, που μας προσεγγίζουν μέσω Διαδικτύου, να υπάρχουν και κάποια, που επιθυμούν να μας καταστήσουν συνεργούς τους σε παράνομες πράξεις (πόσες φορές δεν έχετε λάβει μηνύματα, που σας ζητούν να δεχθείτε σε τραπεζικό λογαριασμό χρήματα προερχόμενα από τρίτες χώρες, χωρίς να σας δίνουν πληροφορίες περί της προελεύσεώς τους;) αλλά και πρόσωπα, που απλά μπαίνουν στο Διαδίκτυο και προσβάλλουν τρίτους με ύβρεις.
Η προτίμηση, όμως, των διωκτικών αρχών στα σεξουαλικά εγκλήματα, που τελούνται μέσω Διαδικτύου, πέρα από τον εντοπισμό παιδοφίλων ή προσώπων, που αρέσκονται στη διάπραξη ειδεχθών σεξουαλικών αδικημάτων, οδηγεί συχνά και στην τάση της ποινικοποίησης της απλής προσέγγισης τρίτων προσώπων, με σκοπό τη σύναψη σχέσης, σεξουαλικής ή φιλικής. Πρόκειται για μια μάλλον διασταλτική ερμηνεία της κοινώς λεγόμενης σεξουαλικής παρενόχλησης, η οποία εντάσσεται, στο δικό μας ποινικό δίκαιο, στην αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 337 του Π.Κ. και η οποία, τουλάχιστον στο δικό μας ποινικό δίκαιο, προβλέπει τη χρήση ασελγών χειρονομιών ή προτάσεων σχετικών με ασελγείς πράξεις, οι οποίες (χειρονομίες και προτάσεις) προσβάλλουν βάναυσα την αξιοπρέπεια του άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του.
Πιθανότατα την 1.1.1951, όταν ετέθη σε ισχύ ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας, η απευθείας προσέγγιση ενός τρίτου προσώπου, κυρίως θηλυκού γένους, να συνιστούσε κατάφωρη προσβολή της γενετήσιας ελευθερίας του τρίτου αυτού προσώπου, αφού άλλα ήθη και έθιμα επικρατούσαν τότε στην ημεδαπή. Και δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ότι η ερμηνεία ενός επιδεχόμενου διασταλτική ερμηνεία άρθρου ποικίλλει ανάλογα με την εποχή.
Σήμερα, όμως, μια τέτοια προσέγγιση, πέρα από κάποιες ακραίες περιπτώσεις, που παραπάνω ανεφέρθησαν, ενέχει τον κίνδυνο ποινικοποίησης μιας απλής κοινωνικής συμπεριφοράς, που στόχο έχει την επίτευξη μιας γνωριμίας και δε θεωρείται, με βάση τα ισχύοντα στη σημερινή κοινωνία, ότι προσβάλλει βάναυσα τη γενετήσια ελευθερία του τρίτου προσώπου. Και γίνεται αντιληπτό, ότι χιλιάδες πρόσωπα όλων των ηλικιών μπορούν να ενοχοποιηθούν, επειδή προσέγγισαν ερωτικά κάποιο άλλο πρόσωπο, με τη συναίνεση των διαχειριστών ενός ιστοχώρου, οι οποίοι αρχικά επέτρεψαν μια τέτοια προσπάθεια σύναψης σχέσεων, για να ανακρούσουν πρύμνη πρόσφατα.
Προσωπική μου άποψη είναι ότι, πέρα από την επιβαλλόμενη συνεργασία των διαχειριστών ενός ιστοτόπου με τις όποιες διωκτικές αρχές, ώστε να εντοπίζονται και να διώκονται ποινικά όσοι διαπράττουν κάποια αδικήματα μέσω Διαδικτύου, καλό θα είναι να αποφεύγεται η υπερβολή της δίωξης προσώπων, που το μόνο αδίκημά τους είναι, ότι επεχείρισαν να προσεγγίσουν αισθηματικά κάποιο τρίτο πρόσωπο, εφόσον, βέβαια, τήρησαν κάποιους στοιχειώδεις κανόνες ευπρεπούς συμπεριφοράς. Αλλιώς, κινδυνεύουμε να δούμε τη δίωξη πάσας μορφής ερωτικής προσέγγισης στο όνομα μιας υπερβολικής διαδικτυακής ευπρέπειας.

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

Οι σπουδαίοι άνθρωποι πεθαίνουν νωρίς (και ευτυχώς)

Έδωσε τη ζωή της για την πατρίδα της. Εκτελέστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές το 1944 και αποτέλεσε ένα παράδειγμα ανιδιοτέλειας με τη συμμετοχή της στην Εθνική Αντίσταση, χωρίς να καρπωθεί κάποιο αξίωμα ή οτιδήποτε άλλο.Και συνεχίζει να αποτελεί ένα σύμβολο του αγώνα των Ελλήνων κατά των κατακτητών.
Δυστυχώς, όμως, οι απόγονοί της αποδεικνύονται πολύ κατώτεροί της και η έριδά τους περί την τύχη των κειμηλίων, που κατέλειπε η εκτελεσθείσα ηρωίδα μόνο θυμηδία μπορεί να προκαλέσει. Αναφέρομαι, βέβαια, στη δικαστική διαμάχη των απογόνων της Λέλας Καραγιάννη, που εκτυλίχθηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, όπου κατηγορείται η εγγονή της για το αδίκημα της διακεκριμένης κλοπής, καθόσον, όπως αναφέρουν οι πολιτικώς ενάγοντες αλλά και το σχετικό κατηγορητήριο, τα αντικείμενα, που κάποτε ανήκαν στην Λέλα Καραγιάννη και εκλάπησαν από την ανωτέρω κατηγορουμένη, εξετίθεντο σε συγκεκριμένο οίκημα, που λειτουργούσε ως μουσείο και είχαν ιδιαίτερη ιστορική αξία.
Ελάχιστα με ενδιαφέρει ποιος έχει δίκιο σε αυτή την ιστορία. Αν λάβω υπόψη μου το ξέσπασμα του κ. Προέδρου του εν λόγω Δικαστηρίου, που ανέφερε, ότι «Είναι φανερό ότι το δικαστήριο σέβεται πολύ περισσότερο τη μνήμη της Λέλας Καραγιάννη από τους συγγενείς της», τότε φοβούμαι, ότι θα καταλήξω στο αναπόδραστο συμπέρασμα, ότι κάποιοι σπουδαίοι άνθρωποι δικαίως φεύγουν νωρίς. Διότι αποφεύγουν να φθαρούν οι ίδιοι από το χρόνο και τις περιστάσεις, που ξεσκίζουν κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και απογυμνώνουν κάθε ανθρώπινη ύπαρξη από τα επιτεύγματά της, παραδίδοντάς τη βορά στα αδηφάγα ένστικτα όσων επιθυμούν να τη δουν όμοιά τους, χωρίς να ξεχωρίζει από αυτούς, χωρίς να τους θυμίζει τη μετριότητα και την αποτυχία τους. Και γλυτώνουν το διασυρμό των οικείων τους, που δε θα διστάσουν να οικειοποιηθούν την όποια παρακαταθήκη τους, όντες ανάξιοι αυτής, και να τη χρησιμοποιήσουν ως απαίδευτοι παλιατζήδες τα βαρύτιμα έπιπλα ενός κατεδαφισμένου αρχοντόσπιτου.
Ίσως ήταν τυχερή η Λέλα Καραγιάννη, που πέθανε σε εποχές, που προσφέρονταν για ηρωισμό. Διότι τείνω να πιστέψω, βλέποντας τα καμώματα των κληρονόμων της, ότι, πέρα από φθηνά καουμποϊλίκια, η εποχή μας ίσως δεν χωράει ανιδιοτελή ανδραγαθήματα.

Βιβλία :"Κυλήστε δάκρυά μου, είπε ο αστυνομικός", του Φίλιπ Ντικ

Ο χώρος της επιστημονικής φαντασίας υπήρξε αδικημένος από τη λεγόμενη "σοβαρή λογοτεχνία", επειδή ταυτίστηκε με τους ιπτάμενους δίσκους και τους εξωγήινους, απασχολούσε μέτριους έως κακούς λογοτέχνες και δεν είχε για πολλά χρόνια κινήσει το ενδιαφέρον των μεγάλων εκδοτικών οίκων. Αποτέλεσμα ήταν να μην τύχει της προσοχής της κριτικής αλλά και να υποστεί απίστευτο σνομπάρισμα από τους λογοτεχνικούς κύκλους. Πρόκειται για μια αναμφίβολα άδικη μεταχείριση του συγκεκριμένου κλάδου της λογοτεχνίας, διότι υπάρχουν αρκετοί σπουδαίοι λογοτέχνες με σημαντική προσφορά στον τομέα αυτό, οι οποίοι ξέφυγαν από τα τετριμμένα θέματα, που χαρακτήριζαν τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, και κινήθηκαν σε θέματα μελλοντολογικά, όπου ανέπτυξαν τις πολιτικές και κοινωνικές τους ανησυχίες.
Το βιβλίο "ΚΥΛΗΣΤΕ ΔΑΚΡΥΑ ΜΟΥ, ΕΙΠΕ Ο ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ" του Φίλιπ Ντικ αποτελεί ένα πιστό και σπουδαίο δείγμα αυτής της μεταστροφής του συγκεκριμένου είδους λογοτεχνίας. Ο κεντρικός ήρωας, ο παρουσιαστής και τραγουδιστής Τζέισον Τάβερνερ παρουσιάζει ένα τηλεοπτικό σόου(κάτι σαν το δικό μας Μικρούτσικο, δηλαδή), το οποίο παρακολουθούν 30.000.000 θεατές. Η επίθεση μιας παλαιάς του ερωμένης θα τον στείλει στο νοσοκομείο. Όταν ξυπνήσει από τη νάρκωσή του θα βρεθεί σε ένα παρηκμασμένο ξενοδοχείο χωρίς την παραμικρή ένδειξη ότι υπάρχει νομικά. Κανένας από τους ανθρώπους του δεν το θυμάται. Και σε μια κοινωνία, όπου οι πάντες καταδίδουν τους πάντες στην παντοδύναμη αστυνομία αλλά και στους πολιτοφύλακες, η ανυπαρξία ταυτότητας ισοδυναμεί με έγκλημα. Και ο αγώνας του Τζέισον Τάβερνερ να αποδείξει, ότι υπάρχει, θα τον φέρει αντιμέτωπο με την αστυνομία, η οποία πιστεύει, ότι αυτός κάτι κρύβει. Ή μήπως η αστυνομία κρύβει κάτι;
Η προσπάθεια του πρωταγωνιστή να κατανοήσει, τί του συνέβη, μας φέρνει αντιμέτωπους με μια εφιαλτική Αμερική του μέλλοντος, όπου η αστυνομοκρατία βρίσκεται στο απόγειό της. Οι φοιτητές του Κολούμπια και άλλων πανεπιστημίων βρίσκονται πολιορκημένοι από αστυνόμους και πολιτοφύλακες (το βιβλίο γράφτηκε το 1974, λίγο καιρό μετά τις φοιτητικές εξεγέρσεις στις Η.Π.Α.) και όσοι από αυτούς συλλαμβάνονται οδηγούνται, μαζί με άλλους παραβάτες, σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Η Αστυνομία ελέγχει το σύνολο των πληροφοριών, που σχετίζονται με τον πληθυσμό της Γης αλλά και προβαίνει σε τακτικό έλεγχο των εγγράφων των πολιτών, θυμίζοντας χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση. Παράλληλα, όμως, καλύπτει τις δικές της παρανομίες ( τί θυμίζει αυτό, άραγε;). Και το φυλετικό ζήτημα των Η.Π.Α. έχει βρει λύση με ένα νόμο, που επιβάλει να στειρώνονται οι έγχρωμοι αμέσως μετά τη γέννηση του πρώτου παιδιού τους.
Η εφιαλτική εικόνα των Η.Π.Α., όπως ο συγγραφέας έκρινε, ότι θα είναι, καθόσον η πλοκή εκτυλίσσεται εν έτει 1988(θυμίζω, ότι γράφτηκε το 1974), θυμίζει οργουελικό σκηνικό, όπου ο έλεγχος της ζωής των ανθρώπων είναι ασφυκτικός και το ρόλο του Μεγάλου Αδελφού παίζει η Αστυνομία με τους πολιτοφύλακες, και ξεδιπλώνεται μαεστρικά. Η παντελής απουσία πολιτικής ζωής αλλά και ουσιώδους πνευματικής δραστηριότητας, στοιχείο, που ο Ντικ υπαινίσσεται, καθιστούν ακόμα πιο εφιαλτικό το τοπίο. Η υποκουλτούρα της τηλεόρασης κυριαρχεί, με τον πρωταγωνιστή να αποτελεί ένα από τους κυριότερους εκφραστές της (οι τίτλοι των τραγουδιών αλλά και των δίσκων του είναι ενδεικτικοί). Η μοναξιά των ανθρώπων είναι κυρίαρχη και συχνά τους οδηγεί σε μορφές τρέλλας. Η αγωνία του πρωταγωνιστή να αποδείξει την ύπαρξή του αλλά και το παιχνίδι, που παίζει μαζί του η Αστυνομία, καταδεικνύουν έναν άκρως ανασφαλή και απροστάτευτο από την εξουσία άνθρωπο του μέλλοντος. Και οι ανησυχίες του συγγραφέα για τον έρωτα, τις ανθρώπινες σχέσεις αλλά και το μέλλον της ανθρωπότητας ξεδιπλώνονται με φόντο μια απολυταρχική χώρα με υποταγμένους και πρόθυμους να καταδώσουν τους πάντες κατοίκους.
Η γλώσσα του βιβλίου είναι απλή και κυλάει με γοργούς ρυθμούς, συνεπαίρνοντας τον αναγνώστη και ταξιδεύοντάς τον σε ένα εφιαλτικό αύριο, που μπορεί να δείχνει μακρυνό αλλά δεν είναι ανέφικτο για όσους επιθυμούν να εξουσιάσουν τους συνανθρώπους τους με κάθε μέσο. Και το σύμπαν του Φίλιπ Ντικ, που πιστεύω, ότι, αν δεν πέθαινε νωρίς, μόλις 54 ετών, θα είχε δώσει ακόμα καλύτερα δείγματα του ταλέντου του, αποκαλύπτεται σε όλο το αρνητικό του μεγαλείο.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Ο πολιτισμός πολιτισμός και ο π.....της π.....της

Είναι σεβαστές οι ανησυχίες των πολιτών, που διαμαρτυρήθηκαν για την κοπή των δένδρων στο οικόπεδο της Κυψέλης αλλά και των ιστολόγων, που δικαίως διαμαρτυρήθηκαν για την περαιτέρω υποβάθμιση μιας ήδη υποβαθμισμένης περιοχής του Δήμου Αθηναίων. Και δικαίως έστρεψαν τα πυρά τους εναντίον του Δημάρχου Αθηναίων, κ. Κακλαμάνη, ο οποίος ουσιαστικά έδωσε το πράσινο φως για την κοπή των δένδρων στο εν λόγω οικόπεδο.
Δεν μπορώ, όμως, να δικαιολογήσω τους απαράδεκτους χαρακτηρισμούς, που προσήψαν στον κ. Κακλαμάνη και προέρχονται από κάποιες εικαζόμενες προσωπικές προτιμήσεις του. Δε χρειάζεται να αναφερθώ σε λεπτομέρειες, άλλωστε ουδέν κρυφόν υπό τον ήλιο του google, όπου αρκεί να πληκτρολογήσετε τη λέξη "ΚΑΚΛΑΜΑΝΗΣ" και τη γνωστή λεξούλα, με την οποία χαρακτηρίζουμε κάποιους συνανθρώπους μας, που έχουν διαφορετικές προτιμήσεις από μας. Και η οποία αποτελεί μνημείο κακεντρέχειας, φοβίας και ρατσισμού.
Προφανώς δεν κάνω κήρυγμα πολιτικής ορθότητας. Ούτε επιθυμώ να υποδυθώ τον υπερασπιστή ενός ανθρώπου, που βαρύνεται με μια απαράδεκτη, κατ' εμέ, απόφαση. Απλά επισημαίνω, ότι οι διαθέτοντες ορισμένες ευαισθησίες, εν προκειμένω οικολογικές, οφείλουν, όταν επιρρίπτουν ευθύνες, να ασχολούνται με αυτές καθαυτές τις ευθύνες, ήτοι με τα πραγματικά περιστατικά, που τις αποδεικνύουν, και όχι με τις προσωπικές προτιμήσεις του εν λόγω δημοτικού άρχοντα, οι οποίες, σε τελική ανάλυση, αφορούν τον ίδιο και δεν βλάπτουν κανέναν και σαφώς δεν αποτελούν και την αιτία, που ελήφθη η απόφαση αυτή, εκτός, βέβαια, αν αποδείξουμε για μια, ακόμα, φορά, ότι είμαστε γεμάτοι υποκρισία, όταν παριστάνουμε τους προοδευτικούς και ακομπλεξάριστους, ενώ, στην πραγματικότητα, περιμένουμε, πότε κάποιος άνθρωπος, του οποίου τα προσωπικά γούστα δεν έχουμε κατά βάθος αποδεχθεί, αν, πραγματικά αυτός έχει τέτοια γούστα, θα λάβει μια απαράδεκτη απόφαση, ώστε να του τα "χώσουμε" για τις προτιμήσεις του αυτές.
Εντέλει, ο πολιτισμένος και γεμάτος ευαισθησίες άνθρωπος οφείλει να επιδεικνύει αυτόν ακριβώς τον πολιτισμό του κυρίως στις δύσκολες στιγμές και, εν προκειμένω, στον τρόπο, με τον οποίο εξωτερικεύει την όποια αντίδρασή του για πράγματα, στα οποία αντιτίθεται. Λαμπρό παράδειγμα αποτελεί η διαμαρτυρία του αείμνηστου Μάνου Χατζηδάκη (οράτε www.youtube.com/watch?v=TqXZjr49ULA), ο οποίος την εποχή, που εδέχθη μια κατάπτυστη επίθεση από την "ΑΥΡΙΑΝΗ", απάντησε με άγριο αλλά πολιτισμένο και υποδειγματικό ύφος, το οποίο, όμως, εξέλιπε από αρκετές αναρτήσεις και άρθρα ανά το Διαδίκτυο.
Προσοχή, δεν ταυτίζω τις δύο περιπτώσεις. Απλά, στέκομαι στον τρόπο εξωτερίκευσης αυτής της οργής, όπου στη μεν περίπτωση του κ. Χατζηδάκη είδαμε μια, τρόπο τινά, σοφή αγανάκτηση, η οποία, όμως, δεν ξέφυγε από τα όρια του πολιτισμού, φορέας ανυπέρβλητος του οποίου, αναντίρρητα, υπήρξε το εν λόγω πρόσωπο, στη δε περίπτωση ορισμένων αρθρογράφων και ιστολόγων, όμως, η λέξη "εκτροπή" είναι, δυστυχώς, ανεπαρκής, για να περιγράψει το χτύπημα κάτω από τη μέση.
Αν επιθυμούμε, λοιπόν, να θεωρούμαστε φορείς πολιτισμού, οφείλουμε να αποφεύγουμε τέτοιες κουβέντες, όπως αυτές, που ήδη σχολίασα. Διότι ούτε όφελος έχουν, πέρα από το προσωπικό ξέσπασμα, ούτε τον αγώνα των διαμαρτυρόμενων προσώπων βοηθούν ούτε τιμή ποιούν στους εκφραστές τους.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

Όταν η βία δεν είναι αυτοσκοπός

Η αλήθεια είναι, ότι ξεκίνησα να γράψω για το περιστατικό της μη παράδοσης του συγκλονιστικού βιβλίου "ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ" της Διδούς Σωτηρίου στους μαθητές της ΣΤ' τάξεως των Δημοτικών Σχολείων όλης της χώρας αλλά στην πορεία, όπως συχνά συμβαίνει, ενώ έψαχνα τις πιθανές πηγές για την παρούσα ανάρτηση, έπεσα σε μια ανάρτηση στο γνωστό διαδικτυακό τόπο "ΑΝΤΙΒΑΡΟ", όπου ένας δάσκαλος, ονόματι Δημήτριος Νάτσιος προέβαλε την άποψη, ότι το εν λόγω βιβλίο είναι εντελώς ακατάλληλο για παιδικές 12χρονες ψυχές, λόγω των βίαιων σκηνών, που περιέχει. Και καταλήγει με την άποψη, ότι οι γονείς των μαθητών της Στ' τάξεως των Δημοτικών σχολείων θα έπρεπε να επιστρέψουν το εν λόγω βιβλίο ως ακατάλληλο στο Υπουργείο Παιδείας. Για περισσότερες πληροφορίες, διαβάστε στο www.antibaro.gr/society/natsios_matwmena.php.
Πέρα από το σεβασμό, που η ελευθερία του λόγου επιβάλλει για την κάθε άποψη, που ακούγεται και αντιβαίνει στις πεποιθήσεις μας, καλό θα ήταν να εκφράσω την ταπεινή μου διαφωνία με το συντάκτη του ανωτέρω άρθρου. Η ίδια η ιστορία είναι μια εναλλαγή και συχνά επανάληψη βίαιων σκηνών, όπου ένας λαός εμφανίζεται πότε ως επιτιθέμενος πότε ως αμυνόμενος. Και σε κάποιες παλαιότερες εποχές, όπου η διεθνής διπλωματία ήταν είτε ανύπαρκτη είτε λιγότερο υποκριτική απ ό,τι σήμερα, η βία ήταν μια απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση ενός λαού.
Εν προκειμένω, φρονώ ότι σκοπός της συγγραφέως δεν ήταν να γράψει μια χορογραφία της άσκοπης βίας από αυτές, που αφθονούν στο σύγχρονο κινηματογράφο, αλλά να αναδείξει τις συνέπειες του εθνικισμού και του μιλιταρισμού τόσο από την πλευρά των Τούρκων όσο και από την πλευρά των Ελλήνων, δεδομένου ότι κάποιες αγριότητες των Ελλήνων εις βάρος των Τούρκων περιγράφονται λεπτομερώς στο εν λόγω βιβλίο, όπως και τις εξελίξεις της διεθνούς διπλωματίας, που εξυπηρετούνταν θαυμάσια από τη διένεξη ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους. Η ειρηνική συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων ή, καλύτερα, χριστιανών και μουσουλμάνων πριν την έλευση των Νεοτούρκων θρυμματίζεται, εξαιτίας των παραπάνω λόγων και η βία εις βάρος των ελληνικών και εν γένει χριστιανικών πληθυσμών, που γέννησε τις πολύ μικρότερης εκτάσεως σφαγές εις βάρος των Τούρκων κατά την προέλαση του ελληνικού στρατού στηα βάθη της Μικρασίας, στηλιτεύεται ως ο χειρότερος δυνατός τρόπος για την επίλυση των διαφορών, που γεννήθηκαν ξαφνικά ανάμεσα σε εθνότητες, που ζούσαν ειρηνικά επί αιώνες.
Το εν λόγω βιβλίο μπορεί να διαβαστεί σε περισσότερα επίπεδα. Υπάρχει η προσωπική ιστορία του κεντρικού ήρωα Μανώλη Αξιώτη, που γεννιέται στη Μικρασία και ξερριζώνεται με εκατομμύρια άλλους πρόσφυγες, υπάρχει η πολιτική σκηνή, όπου παίζεται το παιχνίδι του εθνικισμού και των συμφερόντων της διεθνούς διπλωματίας και, βέβαια, υπάρχει και η ανθρωπιά ανεξαρτήτως εθνικότητας, που προσπαθεί να αναδειχθεί και να κυριαρχήσει, προσπάθεια, που, όμως, αποδεικνύεται μάταιη μέσα στον κυκεώνα των ένθεν κακείθεν εθνικισμών και εν γένει σκοπιμοτήτων. Και η μέθοδος παρουσίασης των διαφόρων βίαιων σκηνών σε αρκετά σημεία του βιβλίου δεν αποτελεί παρά τον τρόπο, ώστε ο αναγνώστης, που θα διαβάσει νηφάλια και μακρυά από εθνικισμούς ή, δήθεν, αντι-εθνικισμούς το εν λόγω βιβλίο, να τη μισήσει και να τη δει ως τη χειρότερη δυνατή λύση για την επίλυση των προβλημάτων. Και αν αυτό δε γίνει από μια μικρή ηλικία, πότε θα περιμένουμε να γίνει; Μήπως στο Λύκειο, όπου το απάνθρωπο εξεταστικό σύστημα αποτρέπει τους μαθητές να διαβάσουν ό,τι έχει να κάνει με εξωσχολικά βιβλία; Ή, μήπως, η σχηματοποιημένη και αποκαθαρμένη από κάθε είδους βία αναπαράσταση της ιστορίας ή συγγραφή λογοτεχνικών βιβλίων, που αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα, βοηθάει στην πληρέστερη κατανόηση των ιστορικών γεγονότων;
Φρονώ, λοιπόν, ότι η άποψη του κ. Νάτσιου αλλά και αρκετών, ακόμα, πολέμιων της λογικής της διανομής του εν λόγω βιβλίου στους μαθητές της ΣΤ' τάξεως των Δημοτικών Σχολείων της χώρας είναι εσφαλμένη. Διότι με το εν λόγω βιβλίο επιχειρείται η ανάδειξη της φρίκης και ο, εντεύθεν, εξοβελισμός της, ως μέσου διευθέτησης των όποιων διαφορών μεταξύ των λαών, από τις ψυχές των μαθητών μας. Ή τουλάχιστον, εκεί θα έπρεπε να στοχεύει η διανομή του βιβλίου αυτού. Και, σε καμμία περίπτωση, δεν δημιουργεί εθισμό των μαθητών μας στη βία. Διότι δεν αποτελεί αυτοσκοπό της συγγραφέως.