Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

Πολιτιστική μελαγχολία

Στην Ελλάδα περηφανευόμαστε, ότι δώσαμε τα φώτα στην οικουμένη και καυχιόμαστε, ότι κάποτε εξήγαμε πολιτισμό στα πέρατα της γης. Θεωρούμε, μάλιστα, ότι είμαστε οι άξιοι κληρονόμοι των αρχαίων μας προγόνων και, εκ του λόγου αυτού, και της πολιτιστικής κληρονομίας τους.
Ο Ρός Ντέιλυ πρωτοήλθε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του '70 και δεν ξανάφυγε. Έχοντας μουσικές σπουδές στο ενεργητικό του στην Ιρλανδία, τη γενέθλια χώρα του, εμπλούτισε τις μουσικές του γνώσεις στην Κρήτη, όπου και μένει, μέχρι σήμερα. Μελέτησε και συνεχίζει να μελετάει την κρητική μουσική αλλά και αυτή της Ανατολής και στα πλαίσια αυτής της έρευνάς του ίδρυσε του μουσικό εργαστήριο "ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ", όπου εκτίθενται μουσικά όργανα απ' όλο τον κόσμο αλλά και διοργανώνονται μουσικά σεμινάρια με τη συμμετοχή μαθητών απ' όλο τον κόσμο. Πιθανότατα να είχε κατά νου, ότι μια χώρα, που οι κάτοικοί της έχουν έντονη την πεποίθηση, ότι προέρχονται από προγόνους με λαμπρά πολιτιστικά επιτεύγματα, θα το στήριζε στο σπουδαίο έργο του. Και η αλήθεια είναι, ότι τουλάχιστον η τοπική κοινωνία, όπου εδρεύει το παραπάνω εργαστήριό του, τον στήριζε επί σειρά ετών οικονομικά και ηθικά, για να μη μιλήσουμε για τους θαυμαστές της κρητικής μουσικής από το εξωτερικό, που αποτελούν βασικούς οικονομικούς αιμοδότες του θεσμού αυτού.
Έφτασε, όμως, η ώρα, που αυτή η οικονομική στήριξη κατέστη αδύνατη. Ο τοπικός δήμος δήλωσε αδυναμία να στηρίξει οικονομικά το εργαστήριο του Ρος Ντέιλυ και ο ίδιος ανέστειλε τη λειτουργία του μουσικού εργαστηρίου του. Το Υπουργείο Πολιτισμού, μάλιστα, αρνήθηκε να συνδράμει οικονομικά το θεσμό αυτό. Όχι, δε μιλάμε για κάποιο ξένο Υπουργείο Πολιτισμού αλλά για το δικό μας. Και δεν αποκλείεται, αν ήταν ξένο, να συνέτρεχε οικονομικά το μουσικό αυτό εργαστήριο.
Δε θυμάμαι ποιός είχε πει, ότι η σύγχρονη Ελλάδα μπορεί, στην παρούσα φάση, να εξαγάγει μόνο πολιτισμό. Είχα βρει αυτή την άποψη λιγάκι ακραία, ίσως επειδή θεωρούσα, ότι υπάρχουν και άλλα εξαγώγιμα προϊόντα στη χώρα μας. Αλλά και πάλι δεν είναι λίγο να θεωρείται το κυριότερο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας μας ο πολιτισμός, άλλωστε διαθέτουμε πλούσια και εγνωσμένης σημασίας πολιτιστική κληρονομία.
Δυστυχώς, όμως, πάσχουμε σε δύο τομείς. Πρώτον, διαθέτουμε ένα κράτος, το οποίο ασμένως επιχορηγεί αμφιβόλου πολιτιστικής και αισθητικής αξίας θεσμούς, όπως η Γιουροβίζιον (δεν έχω κάτι με το θεσμό και εύχομαι ο "SAKIS" να διαπρέψει αλλά όχι και να δαπανώνται τόσα χρήματα γι' αυτόν), χωρίς να λησμονούμε τις επιχορηγήσεις αποκλειστικά σε ημέτερους, που κάποιοι τους, βεβαίως, δεν αποκλείεται να αξίζουν τα μάλα αλλά διαιωνίζουν ένα καθεστώς υποταγής, που κάθε άλλο παρά συνάδει με τις επιταγές της πραγματικής δημοκρατίας. Φυσικά, το γεγονός και μόνο, ότι η πλειονότητα των υπαλλήλων, που εργάζονται σε μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους, ακόμα και μέσα στο Υπουργείο Πολιτισμού, είναι συμβασιούχοι, αποδεικνύει, ότι μόνο η αδιαφορία για τον πολιτισμό έχει εξασφαλίσει τη μονιμότητά της στο υπουργείο αυτό. Και, βέβαια, η μονόπλευρη προβολή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού έχει ως θύματά της θεσμούς, όπως το εργαστήριο του Ρος Ντέιλυ και το Μουσείο Ελευθεριάδη-Τεριάντ, για να θυμηθούμε τις πιο πρόσφατες και κραυγαλέες περιπτώσεις.
Φυσικά, για να μη βγάζουμε την ουρίτσα μας απ' έξω, να μην ξεχνάμε, ότι και εμείς πρωτοστατούμε στην απαξίωση αυτή του πολιτισμού μας. Πέραν του γεγονότος, ότι απαξιώνουμε τους αρχαιολογικούς μας χώρους και το σύνολο των πολιτιστικών θεσμών της χώρας μας (σκεφτείτε που πηγαίνουν οι περισσότερες εκδρομές των σχολείων της επαρχίας μας, όταν επισκέπτονται την Αθήνα), αρνούμαστε να εισφέρουμε τον οβολό μας για τη διάσωσή τους. Είτε τα ρίχουμε στο αδιάφορο κράτος, που εμείς, όμως, οικοδομήσαμε και αφήσαμε να θεριέψει η αδιαφορία του, είτε στον ωχαδερφισμό. Και σιγά μην ξέρουν οι περισσότεροι συνέλληνες το Ρος Ντέιλυ. Αν δεν τον περάσουν για ποδοσφαιριστή της Πρέμιερ Λιγκ.... Δεν βγαίνει, βλέπεις, σε κανένα πρωινάδικο ή σε καμμία κουτσομπολίστικη εκπομπή.
Και πόσο κοστίζει, ρε παιδιά, η διάσωση του θεσμού αυτού; Περίπου 45.000 ευρώ, σύμφωνα με τον ιδρυτή του! Πόσο κοστίζει ένας καφές στην Αθήνα ή στον κεντρικό πεζόδρομο της πόλης μου; Γύρω στα 4 ευρώ! Δεν μπορούν να βρεθούν, άραγε, 1.500 συνέλληνες να στερηθούν τον καφέ τους για μια ημέρα, προκειμένου να σωθεί ο "ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ";
Σκέφτομαι, ότι κάπου στη Μεγάλη Βρεττανία το "NATIONAL TRUST", το οποίο βασίζεται κυρίως στην ιδιωτική χρηματοδότηση, σώζει μνημεία της πολιτιστικής κληρονομίας του τόπου αυτού και δεν σας κρύβω, ότι ζηλεύω, που δεν έχουμε ανάλογες ευαισθησίες. Ή, μάλλον, θλίβομαι, που διαθέτουμε περισσότερο παχυδερμισμό από τους Βρεττανούς (και από πολλούς άλλους, γενικότερα).

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Ένα, ακόμα, αναμενόμενο περιστατικό

Τους θυμάμαι εκείνους τους ντροπαλούς και αμίλητους συμμαθητές μου να εισπράττουν σφαλιάρες και ποικίλα σχόλια από τους πιο ξεθαρρεμένους συμμαθητές τους, να τους καλούν σε πάρτυ, όπου τους έκαναν ρεζίλι, να τους κοροϊδεύουν οι γκόμενες κατάμουτρα, να τους γελοιοποιούν μέσα στην τάξη οι καθηγητές, αν τύχαινε και τους έπιαναν αδιάβαστους και, στο τέλος, αυτοί να στέκονται μόνοι τους σε μια άκρη του προαυλίου του σχολείου, χωρίς παρέες και χωρίς κουράγιο. Η απόρριψη αποτελούσε κομμάτι της καθημερινότητάς τους, η ντροπαλοσύνη τους έμοιαζε γαντζωμένη πάνω τους σαν αρρώστια ανίατη και η όλη κατάσταση θύμιζε αιώνια καταδίκη.
Όσοι από αυτούς είχαν κάποια ευφυΐα και επιμέλεια και μπόρεσαν να σπουδάσουν μακρυά από τον τόπο τους και, βέβαια, το επέτρεπαν τα οικονομικά των γονέων τους, χάθηκαν από την πόλη και τους συμμαθητές τους και όσοι επέστρεψαν, είχαν την αυτοπεποίθηση εκείνων, που δεν κρατούν κακία σε όσους τους ταλαιπώρησαν, αφού λογάριαζαν, ότι οι πραγματικές δυσκολίες της ζωής άρχιζαν μετά τις σπουδές. Όσοι, όμως, δε διέθεταν την τύχη αυτή, παρέμειναν σε περιοχές οικείες, όπου το δούλεμα και η περιθωριοποίησή τους συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση ή απλά μετετράπη σε απόλυτη αδιαφορία για το πρόσωπό τους, κατάσταση εξίσου άσχημη. Και αλλοίμονό τους, αν προσπαθούσαν να προσεγγίσουν τους βασανιστές τους και, ακόμα χειρότερα, τις κοπέλες, που τους συναναστρέφονταν! Η απόρριψη τότε έσκαγε ηχηρά στα μούτρα τους σαν κόλαφος αλύπητος.
Δεν γνωρίζω προσωπικά το νεαρό σπουδαστή του ΟΑΕΔ του Ρέντη, που αιματοκύλησε προχτές τη σχολή του. Άφησε, όμως, ένα μήνυμα, όπου εξέφραζε την πίκρα και το μίσος, που ενδεχόμενα θα εξέφραζαν και εκείνοι οι συνεσταλμένοι συμμαθητές μας απέναντι σε όσους τους είχαν λοιδορήσει και απορρίψει. Είχε βιώσει την απόρριψη στο πετσί του και, χωρίς να έχει την παραμικρή υποστήριξη, είχε στραφεί κατά των συμμαθητών του. Και αυτό ακριβώς προκύπτει από το μήνυμα, που άφησε πίσω του, προτού ξεκινήσει για το φονικό έργο του.
Δε χρειάζεται να βρεθεί σε οικονομική κρίση η κοινωνία μας, για να ξεσπάσουν τέτοια φαινόμενα, όπως άκριτα υποστήριξε ο κ. Αλέκος Αλαβάνος. Αρκεί μια ιδιαίτερη συστολή και εν γένει αδυναμία ενός προσώπου από τη μια πλευρά και μια ιδιαίτερη τάση για επίδειξη κακώς εννοούμενης μαγκιάς και τσαμπουκά από την άλλη, για να έχουμε φαινόμενα, όπως αυτό του μοναχικού σπουδαστή. Και υπάρχουν, δυστυχώς, επιστημονικές μελέτες, που αποδεικνύουν, ότι αυτό το φαινόμενο δεν ήταν παρά θέμα χρόνου να συμβεί.
Το θέμα είναι, αν υπάρχει μια πολιτεία ικανή να προλάβει τέτοια φαινόμενα. Και οι εξαγγελίες του κυβερνώντος κόμματος, ότι θα προβεί σε διορισμούς ψυχολόγων στα σχολεία φαντάζουν σαν κοροϊδίες σε αυτιά συνηθισμένα να ακούν υποσχέσεις, που δεν πρόκειται να εκπληρωθούν. Αν, μάλιστα, σκεφτούμε, ότι αυτή τη στιγμή το Υπουργείο Παιδείας έχει αφήσει απλήρωτους του ωρομισθίους καθηγητές και χωρίς συντήρηση αρκετά σχολεία, τότε νομίζω, οτι μπορούμε να απαισιοδοξούμε άφοβα. Και μη χειρότερα!

Πέμπτη 9 Απριλίου 2009

Βιβλία : "ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΗ ΑΚΤΗ", του ΠΙΤΕΡ ΤΕΜΠΛ

Αποφάσισα να παραμείνω στα χωράφια της αστυνομικής λογοτεχνίας και η επιλογή μου να διαβάσω την "ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΗ ΑΚΤΗ" του Νοτιοαφρικανικής καταγωγής Πίτερ Τεμπλ, για την οποία έχει ήδη γράψει ο εξαιρετικός librofilo, απεδείχθη επιτυχημένη, καθόσον το συγκεκριμένο βιβλίο διαβάζεται απνευστί, παρά τον όγκο των 430 σελίδων του.
Κεντρικός ήρως του βιβλίου είναι ο αστυνόμος Τζο Κάσιν, ο οποίος, ύστερα από μια επεισοδιακή καταδίωξη ενός κατά συρροήν δολοφόνου, η οποία κόστισε τη ζωή ενός συνεργάτη του, έχει μετατεθεί στο γενέθλιο τόπο του, όπου τίποτα συγκλονιστικό δε συμβαίνει και ζει με τις ενοχές του για το χαμό του συνεργάτη του. Απομονωμένος από τον υπόλοιπο κόσμο, χωρισμένος από τη γυναίκα του και χωρίς να μπορεί να δει το γιό του, θα δει την ήσυχη ζωή της πόλης του να διαταράσσεται από τη δολοφονία ενός σημαίνοντα οικονομικού παράγοντα της περιοχής. Οι υποψίες πέφτουν σε τρεις νεαρούς Αβορίγινες, καθότι η πόλη έχει έντονο το στοιχείο αυτό. Η τοπική αστυνομία επιθυμεί να κλείσει η υπόθεση με τη σύλληψη των νεαρών αυτών. Ο υποψήφιος των τοπικών εκλογών, Αβορίγινας και αυτός, φωνάζει, ότι οι νεαροί αυτοί κατηγορούνται απλά και μόνο, λόγω του χρώματός τους. Και ο πρωταγωνιστής αποφασίζει να ξετυλίξει το κουβάρι αυτής της υπόθεσης, για να ανακαλύψει, τελικά, ότι πίσω από το φόνο αυτό κρύβονται κάποια καλά κρυμμένα μυστικά του παρελθόντος.
Πίσω από μια φαινομενικά ευημερούσα Αυστραλία, κρύβονται ένα σωρό προβλήματα, με τα οποία ασχολείται το βιβλίο αυτό. Ο ρατσισμός σε βάρος των Αβοριγίνων και η αστυνομική βία σε βάρος τους, η ανεργία και τα προβλήματα, που δημιουργεί, η αξιοποίηση των τουριστικών περιοχών εις βάρος του περιβάλλοντος, η σεξουαλική κακοποίηση των ανηλίκων και η ανθρώπινη μοναξιά δίνονται με παραστατικότητα από το συγγραφέα και αποτελούν το φόντο, στο οποίο κινείται ο μοναχικός και γεμάτος ενοχές πρωταγωνιστής. Σταδιακά μας αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας του Τζο Κάσιν και τα αίτια, που το διαμόρφωσαν και οι οικογενειακές του καταβολές. Διχασμένος ανάμεσα στην πεποίθηση, ότι οι Αβορίγινες είναι τα αποπαίδια της τοπικής κοινωνίας και την πίεση, που δέχεται άνωθεν για να κλείσει την υπόθεση με τη σύλληψη των τριών νεαρών Αβοριγίνων, ο πρωταγωνιστής βιώνει αυτή την σύγκρουση έντονα. Το τέλος αυτής της ιστορίας όχι μόνο συμπίπτει με την ανακάλυψη της αλήθειας για το έγκλημα αυτό αλλά και με την πλήρη ανακάλυψη του εαυτού του πρωταγωνιστή.
Δεν πρόκειται, βέβαια, για κλασσικό αστυνομικό μυθιστόρημα αλλά για ένα έντονο σχόλιο πάνω στη σύγχρονη κοινωνία και τα προβλήματά της, απόλυτα ενταγμένο στο ρεύμα των νεότερων συγγραφέων αστυνομικών βιβλίων, όπου το υπό εξιχνίαση έγκλημα συνυπάρχει με τους ποικίλους προβληματισμούς γύρω από την κοινωνία και τον άνθρωπο, χωρίς να λειτουργεί σε βάρος της άριστα δομημένης πλοκής.
Μια αρίστη επιλογή για τους φίλους της καλής λογοτεχνίας και ένα βιβλίο, που δικαιώνει εκείνους, που το τίμησαν με το παγκόσμιο βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Συγγραφέων Αστυνομικού μυθιστορήματος για το 2007.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

Εκπατρισμένη γλώσσα

Η επιμονή μου να καταφεύγω για ενημέρωση σε ένα παραδοσιακό Μ.Μ.Ε., όπως η εφημερίδα, δεν είναι απαραίτητα κακή, καθότι θεωρώ, ότι υπάρχουν, ακόμα, στη χώρα μας κάποια έντυπα, που προσπαθούν να διατηρήσουν ένα κάποιο επίπεδο ενημέρωσης. Σε αυτά εντάσσω και την εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ", η οποία θεωρώ, ότι πασχίζει να ξεχωρίσει από τις περισσότερες εφημερίδες της χώρας μας και να προσελκύσει κάποιο αναγνωστικό κοινό με επίπεδο.
Μόνο, που διαβάζοντας ένα άρθρο της για το γνωστό Ισραηλινό συγγραφέα 'Ααρον Άπελφελντ, ένοιωσα αυτή την εμμονή μου να διαβάζω την εν λόγω εφημερίδα να προδίδεται. Συγκεκριμένα, πέρα από την τακτική της "Ε" να αποφεύγει να τονίζει το κεφαλαίο "α", όπου χρειάζεται (και η οποία, βέβαια, αφορά το σύνολο, σχεδόν, των εντύπων της ημεδαπής), διάβασα, ότι ο παραπάνω συγγραφέας "Γεννήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1932 στην πόλη Τσέρνοβιτς της τότε Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας" και "...και κατέληξε το 1946 στην Παλαιστίνη, δύο χρόνια προτού το Ισραήλ ανακηρυχθεί ανεξάρτητο κράτος. Εκεί έμαθε τα γίντις ..."(για περισσότερα, οράτε www.enet.gr/?i=news.el.article&id=33396).
Ανακαλώντας τις πενιχρές ιστορικές μου γνώσεις, θυμήθηκα, ότι η έρμη η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία διαλύθηκε το 1918, μετά τις συνθήκες του Αγίου Γερμανού και του Τριανόν. Παρ' όλ' αυτά, η δημοσιογράφος του παραπάνω κειμένου επιμένει, ότι εν έτει 1932, όταν γεννήθηκε ο κ. Άπελφελντ, η εν λόγω αυτοκρατορία υφίστατο. Άρα να υποθέσω, ότι θα πρέπει οι απανταχού ιστορικοί να σκίσουν τα πτυχία τους και να αναθεωρήσουν τις όποιες γνώσεις τους για την Κεντρική Ευρώπη μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο;
Περαιτέρω, η δημοσιογράφος του παραπάνω άρθρου αναφέρεται στην εκμάθηση, εκ μέρους του κ. 'Απελφελντ, των "γίντις". Κατ' αρχάς, δεν ήταν καθόλου παράδοξο για τους Εβραίους, που κατοικούσαν στην Ευρώπη τα χρόνια του Μεσοπολέμου να μη γνωρίζουν τη γλώσσα των προγόνων τους. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι σπουδαιότεροι λογοτέχνες εβραϊκής καταγωγής δεν έγραφαν στη γλώσσα των προγόνων τους αλλά σε άλλες γλώσσες, κατά προτίμηση στη γερμανική, όπως ο Φράντς Κάφκα ή ο Πάουλ Τσέλαν. Όσοι, πάλι, Εβραίοι μιλούσαν "εβραϊκά", αυτά ήταν, κυρίως, ένα κράμα γερμανικών, σλαβικών και εβραϊκών λέξεων, που ήταν γνωστά ως "γίντις" και τα μιλούσαν οι Εβραίοι της Ανατολικής Ευρώπης. Δεν τα μιλούσαν, όμως, οι Εβραίοι της Ελλάδος (αυτοί της Θεσσαλονίκης μιλούσαν ένα κράμα εβραϊκών και ισπανικών, καθότι προέρχονταν από τους εκδιωχθέντες Εβραίους της Ισπανίας) ή οι Εβραίοι άλλων περιοχών του κόσμου. Πώς είναι, λοιπόν, δυνατό να διδάσκεται μια διάλεκτος της εβραϊκής γλώσσας σε ένα σχολείο στο μετέπειτα κράτος του Ισραήλ και όχι αυτή καθαυτή η εβραϊκή γλώσσα; Είναι σα να διδάσκουμε σε επαναπατριζόμενα ελληνόπουλα την π.χ. ποντιακή ή την τσακώνικη διάλεκτο (τυχαία τα παραδείγματα). Δεν αποκλείεται, βέβαια, να ταυτίστηκαν στη συνείδηση της συντάκτριας του παραπάνω άρθρου τα "γίντις" με τα "εβραϊκά", ολίσθημα αρκετά συνηθισμένο στην πράξη. Όταν, όμως, εργάζεσαι σε μια εφημερίδα, που επιδιώκει να κρατήσει κάποιο επίπεδο, είναι αμαρτία να αφήνεις να σου ξεφύγουν τέτοια λάθη. Χώρια, που αποδεικνύεις, ότι η επιμέλεια των κειμένων στην εφημερίδα σου είναι μάλλον ελλειπής.
Είναι κρίμα σε μια εποχή, που οι αναγνώστες των εφημερίδων λιγοστεύουν, οι συντάκτες τους να αποθαρρύνουν με την αμέλειά τους και άλλους. Αλλά ίσως τα μηνύματα των καιρών να μη φτάνουν ειδικά στ' αυτιά των συντακτών ορισμένων εφημερίδων.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Εντυπώσεις και ισοπέδωση

Υπέπεσε στην αντίληψή μου ένα άρθρο του κ. Νίκου Δήμου για την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη (περισσότερα www.lifo.gr/content/x6/1906), όπου είδα το γνωστό συγγραφέα και δοκιμιογράφο να προσάπτει ορισμένους χαρακτηρισμούς στο αντικείμενο του άρθρου του αυτού, όπως "μέτρια ηθοποιό", "εγωπαθή", "απολιτική", "γνωστή για τις πολλές ερωτικές περιπέτειές της" και "εθνική κοκότα". Βέβαια, σπεύδει ο κ. Δήμου να γνωστοποιήσει, ότι το τελευταίο παρατσούκλι ανήκει στον "Κολοσσό του Αμαρουσίου", κ. Κατσίμπαλη.
Όμως αυτός ο τελευταίος χαρακτηρισμός μάλλον δίνει και το στίγμα του στο όλο κείμενο του κ. Δήμου. Για να γίνω σαφής, δεν ανήκω στους καθ' έξιν πολέμιους του κ. Δήμου, οι οποίοι δεν είναι και λίγοι στο αχανές Διαδίκτυο. Απεναντίας, σέβομαι την κατάρτισή του, την επιθυμία του να μη δέχεται ως δεδομένους ορισμένους μύθους, που κυριαρχούν στη χώρα μας και το ήπιο και πολιτισμένο ύφος του. Μπορεί αρκετές από τις απόψεις του να μη με βρισκουν σύμφωνο αλλά αυτο δεν αποτελεί παρά τη συνέπεια της πολυφωνίας, που το Διαδικτυο επιτρέπει.
Και το παραπάνω άρθρο του κ. Δήμου ανήκει σε εκείνες τις περιπτώσεις, που διαφωνώ μαζί του. Αν επιθυμούσε να καταρρίψει το μύθο της Μελίνας Μερκούρη, θα μπορούσε να παραθέσει απτά παραδείγματα, που να αποδεικνύουν π.χ. τις μέτριες υποκριτικές της ικανότητες ή τις αδυναμίες της ως πολιτικού. Αντ' αυτού, όμως, ο κ. Δήμου κατέφυγε σε χαρακτηρισμούς αναφορικά με ζητήματα, που αφορούν την αυστηρά προσωπική της ζωή, για να δικαιολογήσει τον προβληματισμό, που του προκαλούν τα επειτειακά αφιερώματα στη Μελίνα Μερκούρη. Δικαίωμά του αναφαίρετο, θα πείτε, να μην εκτιμά την προσωπική ζωή ενός ανθρώπου. Καμμία αντίρρηση αλλά η εκτίμηση των προσωπικών ατασθαλιών ενός ανθρώπου ίσως μετράει, όταν επιθυμούμε να συνάψουμε διαπροσωπικές σχέσεις οποιουδήποτε επιπέδου μαζί του. Όταν κρίνουμε τη διαδρομή του, όμως, στο καλλιτεχνικό ή πολιτικό στερέωμα, εστιάζουμε ή, τουλάχιστον, έτσι κρίνω, ότι πρέπει, στην καλλιτεχνική ή πολιτική του προσφορά και μόνο και σαφώς δεν καταφεύγουμε σε χαρακτηρισμούς, που καμμία σχέση δεν έχουν με τους παραπάνω τομείς. Και ο κ. Δήμου, δυστυχώς, πέφτει σε αυτή την παγίδα. Ήτοι ναι μεν αμφισβητεί το μύθο της Μελίνας αλλά αντί να προσαγάγει κάποια αποδεικτικά στοιχεία, που να ενισχύουν τις θέσεις του, καταφεύγει σε γενικότητες, που προδίδουν και μια αταίριαστη για τον εν λόγω συγγραφέα πεζή διάθεση και αντίληψη. Διότι πώς αλλιώς μπορούν να εκληφθούν εκφράσεις, όπως οι παραπάνω;
Με άλλα λόγια, οι επιλογές, που κάνει ο καθένας στην προσωπική του ζωή, αφορούν αυτόν και μόνο αυτόν. Και δεν δίνουν το στίγμα ενός ανθρώπου με ξεχωριστή προσφορά στην τέχνη και τον εν γένει πολιτισμό μιας χώρας αλλά διαμορφώνουν εντυπώσεις ρηχές, που φανερώνουν μια κριτική αγγίζουσα τα όρια της ισοπέδωσης και του λαϊκισμού, στοιχεία, που δεν περιμένει κανείς από ένα πρόσωπο με την κατάρτιση του κ. Δήμου. Διότι αν η Μελίνα Μερκούρη υπήρξε απολιτική, τούτο ήταν αναφαίρετο δικαίωμά της. Αν ήταν κοσμική, τούτο το κατέκτησε με το υποκριτικό ταλέντο της και δεν είχε καμμία υποχρέωση να ακολουθήσει κάποιο αντισυμβατικό και μακρυά από τα φώτα της δημοσιότητας δρόμο. Και αν, τέλος, υπήρξε δραστήρια ερωτικά, τούτο αφορά αποκλειστικά την ίδια και δεν μπορεί να κριθεί η πολιτιστική και πολιτική της δράση από αυτό πολλώ δε μάλλον από το χονδροειδή χαρακτηρισμό, που της προσήψε ένας αποδεδειγμένα αθυρόστομος κύριος.
Στο τέλος του άρθρου του, βέβαια, ο κ. Δήμου διευκρινίζει, ότι τον απασχολεί αν η αληθινή Μελίνα Μερκούρη ήταν εκείνη, που γνωρίσαμε πριν την επταετία των Συνταγματαρχών ή μετά. Έτσι, όμως, σβήνεται η πολιτιστική προσφορά της Μελίνας Μερκούρη πριν το 1967 και εμφανίζεται μια Μελίνα φτιαγμένη αποκλειστικά σύμφωνα με τις οδηγίες του "Πυγμαλίωνά" της, Ζυλ Ντασσέν. Μόνο που η Γαλάτεια δε φημιζόταν για την προσωπικότητά της, όταν τη γνώρισε ο Πυγμαλίων, κάτι που δεν χαρακτήριζε την προ Ντασσέν Μελίνα. Και παραμένουν οι εντυπώσεις της υποβάθμισης της σπουδαίας αυτής προσωπικότητας μέσα από μιας σειρά από γενικόλογους χαρακτηρισμούς, που αφορούν περισσότερο την προσωπική της ζωή και λιγότερο τα υπόλοιπα και αυτό ενισχύεται και από την επιλογή του κ. Δήμου να στριμώξει κάπου στο τέλος του κειμένου του το ερώτημα, που τον απασχολεί.
Αν, τέλος πάντων, ο κ. Δήμου αναζητεί μια απάντηση στην απορία του, αυτή θα μπορούσε να είναι, ότι η αληθινή Μελίνα Μερκούρη είναι και αυτή προ της χούντας και αυτή μετά τη χούντα. Και θα μπορούσε να αποφύγει αυτή τη δημιουργία δυσμενών εντυπώσεων, αν το ερώτημά του προηγούνταν του "θαψίματος" της Μελίνας Μερκούρη.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

Περί της αθωώσεως του κ. Κωνσταντίνου Πλεύρη

Δεν ανήκω στους οπαδούς του κ. Κωνσταντίνου Πλεύρη. Οι απόψεις του περί ιστορικών θεμάτων έχουν αποδεδειγμένα γελοιοποιηθεί από σοβαρούς επιστήμονες, ενώ οι πολιτικές του απόψεις προδίδουν την πλήρη περιφρόνησή του για την κοινοβουλευτική δημοκρατία (την οποία, όμως, έχει εκμεταλλευτεί, προκειμένου να πολιτευτεί στο παρελθόν αυτός και, εσχάτως, ο υιός του, κ. Αθανάσιος Πλεύρης, άρτι εκλεγείς βουλευτής με το ΛΑ.Ο.Σ.) και τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες. Επίσης, είναι απορίας άξιον, πως, ενώ πολιτεύεται επί σειρά ετών, ουδέποτε μπόρεσε να συγκροτήσει ένα σταθερό πολιτικό μόρφωμα και να συνάψει μια σταθερή πολιτική συμμαχία με ομοϊδεάτες του. Συγκεντρώνει, δηλαδή, μια σειρά από προϋποθέσεις, ώστε να καταστεί αντιπαθής στα μάτια μου.
Η πρόσφατη, όμως, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απαλλάχθηκε από την κατηγορία για παράβαση του Ν.927/1979, δε με βρήκε αντίθετο. Φυσικά οφείλω να ξεκαθαρίσω, ότι δεν διακατέχομαι από αντισημιτικά συναισθήματα, απεναντίας αναγνωρίζω, ότι οι Εβραίοι έχουν υποστεί αφάνταστες διώξεις και βάσανα στην ιστορία και χρειάζεται κάποια ευαισθητοποίηση, όταν αναφέρεται κανείς στα παθήματά τους. Αλλά θεωρώ, ότι σε ένα κράτος, που θέλει να λέγεται δημοκρατικό, οφείλουμε να ακούμε όλες τις απόψεις. Κυρίως, οι πολίτες μιας δημοκρατικής χώρας οφείλουν να σέβονται ακριβώς εκείνη την άποψη, η οποία δεν τους αρέσει.
Εν προκειμένω, έχουμε ένα δικηγόρο, συγγραφέα, ιστορικό και πολιτικό(μπορείτε να αμφισβητήσετε ελεύθερα τις 3 τελευταίες ιδιότητες), ο οποίος εξέφρασε κάποιες ακραίες και επιεικώς ρατσιστικές απόψεις για τους Εβραίους στο ογκώδες πόνημά του "ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ, ΟΛΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ". Ο ίδιος διατείνεται, ότι συγκέντρωσε τις αντισημιτικές απόψεις προσώπων, όπως ο Σοπενχάουερ, προκειμένου να καταδείξει το ποιόν του συγκεκριμένου λαού. Βέβαια, αρκετοί ιστορικοί διατείνονται, ότι τα περισσότερα απ' όσα μεταφέρει ο κ. Πλεύρης αποτελούν καραμπινάτες παραποιήσεις ρητών και απόψεων, των οποίων οι εκφραστές ενδεχομένως να εκφράστηκαν για τους Εβραίους χωρίς ιδιαίτερη συμπάθεια αλλά δεν ήταν αντισημίτες πολλώ δε μάλλον δεν προέτρεψαν σε αντιεβραϊκά πογκρόμ και λοιπές παρόμοιες εκδηλώσεις βίας κατά των Εβραιών.
Ο Ν.927/1979 στο 1ο άρθρο του αναφέρει ότι "Οστις δημοσίως, είτε προφορικώς είτε διά του τύπου ή διά γραπτών κειμένων ή εικονογραφήσεων ή παντός ετέρου μέσου εκ προθέσεως προτρέπει εις πράξεις ή ενεργείας δυναμένας να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βίαν κατά προσώπων ή ομάδος προσώπων εκ μόνου του λόγου της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής των, τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή με χρηματικήν ποινήν ή και διύ αμφοτέρων των ποινών τούτων". Από μια απλά παρακολούθηση της υπόθεσης αυτής, μπορει να διαπιστώσει κανείς, ότι έχει πραγματωθεί η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού από τον κ. Πλεύρη.
Προσωπικά, θεωρώ, ότι ο κ. Πλεύρης αποτελεί ένα πρόσωπο, που επιθυμεί να προβάλλεται ποικιλοτροπως, πότε με την υποστήριξη του ΛΑ.Ο.Σ. και την προβολή του υιού του, ο οποίος και εξελέγη βουλευτής με το παραπάνω κόμμα, πότε με την αμφιβόλου εννόμου συμφέροντος αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί απόσυρσης του βιβλίου της κας. Έρσης Σωτηροπούλου "ΖΙΓΚ ΖΑΓΚ ΣΤΙΣ ΝΕΡΑΝΤΖΙΕΣ" και πότε με το παραπάνω συγγραφικό πόνημά του. Και οι κινήσεις του αυτές κάθε άλλο παρά συμπαθή στους έχοντες δημοκρατικές ευαισθησίες πολίτες τον καθιστούν.
Ωστόσο, σε ένα πολίτευμα, όπου πρέπει να προστατεύονται όλες οι φωνές, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ακόμα και στον κ. Πλεύρη το δικαίωμα να εκφράζει την άποψή του. Ακόμα και μια ακραία άποψη, στο βαθμό, που δεν απειλεί ευθέως τα δημοκρατικά κεκτημένα, ήτοι δεν οπλίζει βάρβαρα και βίαια χέρια, πρέπει να ακούγεται, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να κριθεί. Και δεν υπάρχει κάποια απόδειξη, ότι ορισμένες πρόσφατες ενέργειες ανεγκέφαλων στο εβραϊκό κοιμητήριο των Χανίων ή στο εβραϊκό μνημείο της Ρόδου προκλήθηκαν από την έκδοση του βιβλίου αυτού. Και, προσωπικά, θεωρώ, ότι με τη διατύπωση αυτή ο παραπάνω νόμος ποινικοποιεί ευθέως το φρόνημα, το οποίο μπορεί να είναι φασιστικό ή αντισημιτικό ή και τα δύο μαζί αλλά δεν παύει να είναι φρόνημα, το οποίο δεν τιμωρείται και αυτό αποτελεί βασική αρχή του σύγχρονου ποινικού δικαίου. Και αυτή, ακριβώς, η αρχή καταστρατηγήθηκε στην Αυστρία, όπου κάποιο δικαστήριο κατεδίκασε σε ποινή φυλάκισης τον αμφιλεγόμενο συγγραφέα Ντέιβιντ Ίρβινγκ, επειδή δήλωσε αρνητής του Ολοκαυτώματος.
Μπορείτε εύλογα να φανταστείτε τις πιθανές συνέπειες της καταδίκης και σε δεύτερο βαθμό του κ. Πλεύρη. Θα ανακηρυσσόταν ήρωας, ου μην και μάρτυρας, της ελληνικής ακροδεξιάς, η οποία, σημειωτέον, δεν τον εκτιμά και ιδιαίτερα, χωρίς να αποκλείεται να ασκούσε αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου. Και αν, τυχόν, ο Άρειος Πάγος απέρριπτε την αναίρεση αυτή, θα ακολουθούσε πιθανότατα προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου θα ήταν απίθανο να επικυρωθεί η καταδίκη ενος ανθρώπου, επειδή εξέδωσε ένα βιβλίο έστω και με το περιεχόμενο αυτό. Και, έτσι, θα είχαμε τη μαρτυροποίηση ενός γραφικού, ανιστόρητου και πλαστογράφου ακροδεξιού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στους ευαίσθητους καιρούς μας.
Ορθώς, λοιπόν, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών αθώωσε τον κ. Πλεύρη, ο οποίος στη χώρα μας έχει κριθεί από τον κόσμο ως μια περιθωριακή φιγούρα, που κανένα ρόλο δε μπορεί να διαδραματίσει είτε στην πολιτική σκηνή της Ελλάδος είτε στην ανάγνωση της ιστορίας της. Και αυτό αποτελεί μια πραγματική καταδίκη, την οποία βρίσκω προτιμότερη από μια αμφιλεγόμενη νομικά καταδικαστική απόφαση.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

1 χρόνος ιστολογείν

Έκλεισα ένα χώρο στη σφαίρα του ιστολογείν (Θεέ μου, δεν μπορώ τη λέξη μπλογκόσφαιρα), η οποία εξακολουθεί να χωνεύει ό,τι γράφω στο ταπεινό μου ιστολόγιο και να υπομένει στωικά την ακατάσχετη πολυλογία μου. Μάλλον κάνω, λοιπόν, κατάχρηση της φιλοξενίας της αλλά ίσως και αυτό είναι το υπέρτατο πλεονέκτημα της σφαίρας αυτής, ήτοι να παραχωρεί το χώρο σε κάθε ενδιαφερόμενο να διατυπώνει και να καθιστά γνωστές προς τους τρίτους τις απόψεις του.
Κάνοντας χρήση, ίσως και κατάχρηση, λοιπόν, του εν λόγω αγαθού, μπήκα στο δεύτερο χρόνο στο ιστολογείν. Γνώρισα ανθρώπους με νέες αντιλήψεις, διαφώνησα πολιτισμένα στο ιστολόγιό μου αλλά και σε άλλα ιστολόγια επί αρκετών επιστητών (για να δικαιολογήσουμε κάπως και την επικεφαλίδα των διαδικτυακών λημεριών μου), έμαθα για θέματα, που συνήθως τα συμβατικά Μ.Μ.Ε. περνούν εξ απαλών ονύχων, σνομπάρουν ή σκοπίμως αποκρύπτουν και, γενικά, μόνο χαμένος δε βγήκα από το πνευματικό αυτό αλισβερίσι.
Συνεχίζω, λοιπόν, και ευχαριστώ όσους μου προσέφεραν τη δυνατότητα να συνομιλήσω μαζί τους και να ανταλλάξουμε απόψεις για αρκετά θέματα.