Δημοφιλείς αναρτήσεις

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

Στη χώρα των οξύμωρων

Οργιάζουν τα αρνητικά σχόλια στο Διαδίκτυο για τις απολύσεις σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. 60 άτομα απέλυσε ο "90,2" (Αριστερά στα FM, για να μην ξεχνιόμαστε), καμπόσους άλλους απέλυσε η "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" και ο "ΔΟΛ" και πολύ φοβάμαι, ότι έπεται συνέχεια στις απολύσεις.
Η αλήθεια είναι, ότι αυτές τις δύσκολες εποχές είναι εξαιρετικά τραγικό να χάνει κανείς τη δουλειά του, δεδομένης και της ελάχιστης ζήτησης εργατικών χεριών. Ο απολυμένος πάντοτε προκαλεί κάποιο αίσθημα συμπάθειας λόγω της κατάστασης, στην οποία περιέρχεται μετά την απώλεια της εργασίας του. Και οι παραδοσιακοί υποστηρικτές του δικαίου των αδυνάτων, απ' όπου και αν προέρχονται, δικαιωματικά στηλιτεύουν την πρακτική των απολύσεων από τους παραπάνω οργανισμούς.
Το φαινόμενο αυτό, όμως, δεν οφείλεται μοναχά στην οικονομική κρίση, από την οποία, όπως δείχνουν τα πράγματα, έχουμε δει μόνο ένα μικρό μέρος. Η παρακμή των παραδοσιακών Μ.Μ.Ε. έχει δρομολογηθεί εδώ και μερικά χρόνια, ιδίως αφότου το Διαδίκτυο άρχισε να αποκτά περισσότερους χρήστες και στη χώρα μας, οι οποίοι το προτιμούν, πλέον, για την ενημέρωση και ψυχαγωγία τους από μια εφημερίδα ή την τηλεόραση. Η πρόσβαση στην πληροφορία έχει καταστεί ευκολότερη, πλέον, και είναι εύκολο για ένα μέσο χρήστη του Διαδικτύου να ανακαλύψει την πραγματικότητα πίσω από την εικόνα, που προβάλλουν η τηλεόραση ή η εφημερίδα. Αρκετοί εκ των χρηστών του Διαδικτύου, με τους οποίου ομιλώ τακτικά, δεν έχουν καν τηλεόραση, δεν αγοράζουν εφημερίδα και ανοίγουν σπανίως το ραδιόφωνό τους. Θεωρούν, μάλιστα, ότι η ενημέρωση από τα παραδοσιακά Μ.Μ.Ε., από τα οποία απολύεται τόσος κόσμος εσχάτως, είναι κατευθυνόμενη, εξυπηρετεί τα μεγάλα συμφέροντα, αποκρύπτει τις πραγματικά σημαντικές ειδήσεις και παραποιεί άλλες. Σε άλλες περιπτώσεις, τη θεωρούν περιττή.
Χωρίς να απέχει από την πραγματικότητα αυτή η διαπίστωση, εντούτοις καταδεικνύει ένα οξύμωρο από τα πολλά, που συμβαίνουν στη χώρα μας. Ήτοι ότι ενώ είμαστε πρόθυμοι να φωνάξουμε για τα εργασιακά δικαιώματα όσων εργάζονται στα παραδοσιακά Μ.Μ.Ε., εντούτοις βδελυσσόμαστε το ρόλο τους και αρνούμαστε να τα μεταχειριστούμε για την ενημέρωσή μας. Δεν χρειάζεται να κατέχει κανείς διδακτορικό δίπλωμα στη θεωρία της οικονομίας ή να έχει εντρυφήσει στις βασικές αρχές του καπιταλισμού, για να αντιληφθεί, ότι, όταν δεν στηρίζεις τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης, αυτή αυτόματα έχει μικρότερο κέρδος και μεγαλύτερη ζημία. Και επειδή ειναι επιχείρηση και όχι φιλανθρωπικό ίδρυμα, ήτοι επιδιώκει το κέρδος και δεν πετάει τα λεφτά της άσκοπα, θα φροντίσει, ώστε να έχει τη μικρότερη δυνατή χασούρα, κόβοντας τα έξοδα, ήτοι απολύοντας κόσμο. Είναι η σκληρή αλλά αναπόφευκτη πραγματικότητα της εξέλιξης.
Αν επιθυμούμε, λοιπόν, να οδυρόμαστε για τις θέσεις εργασίας, που χάνονται στα κλασσικά Μ.Μ.Ε., καλό θα ειναι να αναλογιστούμε, μήπως και εμείς με την άρνησή μας να ενημερωνόμαστε ή ψυχαγωγούμαστε από αυτά συντελέσαμε σε αυτές τις απώλειες. Αν το αντιληφθούμε, τότε θα καταλάβουμε, πόσο υποκριτικό είναι να φωνάζουμε για τις απολύσεις αυτές και να βρίζουμε τα μεγάλα συγκροτήματα, που κατέχουν το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών των μεγάλων Μ.Μ.Ε., και εκ του λόγου αυτού να αποφεύγουμε να τα χρησιμοποιήσουμε είτε για την ενημέρωσή μας ή για την ψυχαγωγία μας, ενώ την ίδια στιγμή θέλουμε κανένας να μη χάσει τη δουλειά του στις επιχειρήσεις αυτές.

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Ο τιμώμενος και ο άκλαυτος

Έβλεπα την προχτεσινή πορεία για τον Αλέξη Γρηγορόπουλο και ήλθε στο νου μου ο Θάνος Αξαρλιάν. Για όσους τον έχουν ξεχάσει, είναι εκείνο το 20χρονο παλληκάρι, που σκοτώθηκε από ρουκέτα της οργάνωσης "17 Νοέμβρη" πριν από 18 χρόνια. Η ρουκέτα αυτή είχε ως στόχο της τον τότε υπουργό, κ. Παλαιοκρασσά.
Όπως και ο Αλέξης Γρηγορόπουλος, έτσι και ο Θάνος Αξαρλιάν δεν είχε καμμία φανερή πολιτική δράση. Και οι δύο τους ήταν δύο ξέγνοιαστα παιδιά, που χαίρονταν τη νιότη τους και κατέστρωναν, φαντάζομαι, τα σχέδιά τους για το μέλλον. Αμφότερα έπεσαν θύματα βίας, η μεν Αλέξης Γρηγορόπουλος της κρατικής βίας ο δε Θάνος Αξαρλιάν της τρομοκρατικής βίας.
Όσο, όμως, τιμήθηκε ο πρώτος, άλλο τόσο πέρασε στη λήθη ο δεύτερος. Καμμία πορεία δεν έγινε στη μνήμη του, κανένα ψήφισμα διαμαρτυρίας δεν είδαμε, καμμία καταδίκη από τα γνωστά πρόσωπα, που σπεύδουν να καταδικάσουν την κρατική βία δεν ακούσαμε. Τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι το δύστυχο Θάνο.
Στην Ελλάδα αρκεί ο προσδιορισμός του δράστη μιας δολοφονίας, ώστε να ξεσηκωθεί ο κόσμος και να διαδηλώνει στους δρόμους, ενίοτε σπάζοντας και καίγοντας ό,τι βρει μπροστά του, ή να αδιαφορήσει επιδεικτικά. Η λογική της νόμιμης και παράνομης βίας έχει διαποτίσει ένα σημαντικό τμήμα του ελληνικού λαού, με αποτέλεσμα τις επιλεκτικές διαμαρτυρίες. Σε αυτή την κατάσταση ευθύνονται και οι παρατάξεις, που πρωτοστατούν στις διαμαρτυρίες, για τις οποίες η τρομοκρατική και πάντως μη προερχόμενη από κρατικά όργανα βία είναι συχνά επιβεβλημένη, ώστε ο λαός να διεκδικήσει τα δικαιώματά του ή να στείλει μήνυμα στην εξουσία, και σε κάθε περίπτωση δικαιολογημένη ως απάντηση στη βία της εξουσίας.
Οι θιασώτες, όμως, αυτής της άποψης λησμονούν, ότι δεν μπορούν να υπάρχουν διακρίσεις ανάμεσα στα θύματα της βίας ανάλογα με το δράστη. Η βία πρέπει να καταδικάζεται, απ' όπου και αν προέρχεται. Ο αστυνομικός, που σηκώνει το όπλο του και πυροβολεί στο ψαχνό, ενεργεί το ίδιο απαράδεκτα με τον κουκουλοφόρο, που πετάει τη μολότοφ σε κτίρια, στα οποία βρίσκεται κόσμος. Ούτε έχουν σημασία τα κίνητρα της μιας ή της άλλης πλευράς, αφού η απώλεια είναι δεδομένη και, αν μιλάμε για ανθρώπινη ζωή, αναντικατάστατη.
Χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα των διαδηλωτών να διαμαρτύρονται για το θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου και να τιμούν τη μνήμη του, πιστεύω, ότι κάθε άνθρωπος έχει χρέος να καταδικάζει τη βία, απ' όπου και αν προέρχεται, χωρίς να τη διαχωρίζει, ανάλογα με το φορέα της και την ταυτότητα του θύματος, σε νόμιμη και μη νόμιμη. Αλλιώς υποκρίνεται το δημοκράτη και είναι επικίνδυνος για την κοινωνία μας.

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Σκοταδισμός και προκαταλήψεις

Σε μια εποχή, που καθίσταται επιτακτικός ο σεβασμός των δικαιωμάτων των πάσης φύσεως μειονοτήτων και ζητείται η δημιουργία των κατάλληλων υποδομών, ώστε να είναι δυνατή η προστασία και άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, έρχεται αίφνης ένα άρθρο μιας συγγραφέως και διανοουμένης για να αποδείξει, ότι ο σεβασμός αυτός δεν είναι δεδομένος ούτε καν από πρόσωπα, που θα έπρεπε να τον επιδείξουν.
Για το συγγραφικό έργο και τη σκέψη της κας. Τριανταφύλλου οι συστάσεις περιττεύουν. Κοσμοπολίτισσα και πολέμια των στενοκέφαλων αντιλήψεων και των μύθων, που κυριαρχούν στη χώρα μας, αλλά και συγγραφέας πολυδιαβασμένων βιβλίων, η κα. Τριανταφύλλου κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην ελληνική διανόηση και παρέχει όλα τα εχέγγυα, ότι θα προασπίζεται τα δικαιώματα εκείνων των προσώπων, τα οποία αποτελούν μειονότητα σε μια χώρα, που δεν φημίζεται ακριβώς για το σεβασμό προς αυτά.
Στο ανωτέρω άρθρο της, όμως, η κα. Τριανταφύλλου θεωρεί, ότι η ίδρυση ισλαμικών τεμενών θα συμβάλει στη δημιουργία σκοταδιστικών αντιλήψεων μεταξύ των εν Ελλάδι εγκαταβιούντων μουσουλμάνων. Αναφέρει, μάλιστα, ότι η αδυναμία των μουσουλμάνων μεταναστών να μεταβούν στις χώρες της Δύσης και ο εγκλωβισμός τους σε μια χώρα, που δεν τους σέβεται, συντελεί στην καλλιέργεια μίσους. Η καλή συγγραφέας συνδέει ουσιαστικά τη θρησκεία και, συγκεκριμένα, την ίδρυση θρησκευτικών ναών με το μίσος, που μπορεί να αισθάνεται κάποιο πρόσωπο για τον τόπο, που το φιλοξενεί ή από τον οποίο δεν μπορεί να φύγει προς τον προορισμό του.
Κατ' αρχάς, το μίσος δεν ξεπηδάει απαραίτητα από τη θρησκεία. Όσο και αν ορισμένα εδάφια των ιερών κειμένων των διαφόρων θρησκειών, εν προκειμένω του Κορανίου, προσφέρονται για πολεμικές ερμηνείες και συντηρητικές τακτικές, όπως αυτές που με περισσή επιμέλεια προωθεί ο ουαχαβισμός, ωστόσο από μόνη της μια θρησκεία δεν οδηγεί απαραίτητα σε μίση και συρράξεις. Χρειάζονται και τα απαραίτητα διεστραμμένα μυαλά, ώστε να καταφύγει κανείς σε διώξεις και πάσης φύσεως δυσμενή μέτρα σε βάρος των ετεροθρήσκων και ετεροδόξων συνανθρώπων του. Η ιστορία έχει δείξει, ότι τέτοια μυαλά, δυστυχώς, περίσσευαν ανέκαθεν αλλά η γνώστης της ιστορίας κα. Τριανταφύλλου παραβλέπει, ότι δεν έλειψαν και τα φωτισμένα μυαλά αρχόντων, που ακολούθησαν μετριοπαθή και συνετή πολιτική έναντι των λοιπών θρησκειών και δογμάτων και περιόρισαν τους φανατικούς θρησκόληπτους.
Ουσιαστικά, η ερμηνεία της κας. Τριανταφύλλου δαιμονοποιεί όχι μόνο μια θρησκεία, η οποία στη βάση της είναι περισσότερο δημοκρατική και δίκαιη από το χριστιανισμό, αλλά και τις εκδηλώσεις της, θεωρώντας ότι οι η ανέγερση ισλαμικών ναών, οδηγεί οπωσδήποτε στο συντηρητισμό των μουσουλμάνων και στην εντεύθεν αποφυγή τήρησης των νόμων του τόπου, στον οποίο ζουν. Πρόκειται για μια αντίληψη, η οποία φοριέται ιδιαίτερα στις Η.Π.Α., όπου η συγγραφέας έχει περάσει ένα σημαντικό μέρος της ζωής της και η κουλτούρα και ο τρόπος σκέψης της οποίας την έχει επηρεάσει. Η αντίληψη αυτή έχει γίνει περισσότερο έκδηλη μετά τις 11.9.2001 και έχει οδηγήσει στην εν γένει στοχοποίηση του Ισλάμ.
Η ερμηνεία της κας. Τριανταφύλλου μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει σε περιορισμό των θρησκευτικών ελευθεριών των εν Ελλάδι διαβιούντων μουσουλμάνων. Η ύπαρξη παραδειγμάτων από το εξωτερικό, όπου η ίδρυση ισλαμικών ναών οδήγησε στην αποκοπή των μουσουλμάνων από τις κοινωνίες, όπου ζουν, εκτός του ότι γενικεύει, βάζοντας στο ίδιο μισαλλόδοξο τσουβάλι όλους τους μουσουλμάνους, καθόσον υπήρξαν και πολλοί εξ αυτών, που απέφυγαν την κατήχηση και τον εντεύθεν φανατισμό και ενσωματώθηκαν απόλυτα στην κοινωνία, όπου ζούσαν, μπορεί να ερμηνευθεί και ως προσπάθεια αποστέρησης του δικαιώματος να εκδηλώνει κανείς τα λατρευτικά του καθήκοντα σε συγκεκριμένους χώρους, όπου υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες. Όταν η κα. Τριανταφύλλου δηλώνει, ότι "η ανεξιθρησκία είναι ένα δικαίωμα, ο σεβασμός της χώρας υποδοχής είναι μια υποχρέωση " παραλείπει να αναρωτηθεί, πως θα εκδηλωθεί αυτή η ανεξιθρησκεία, όταν δεν υπάρχουν οι πρέποντες λατρευτικοί χώροι, ώστε αυτή να αποκτήσει σάρκα και οστά πολλώ δε μάλλον η σύνδεση της υποχρέωσης του σεβασμού προς τη χώρα φιλοξενίας με την άρνηση αυτής να χτίσει ένα τζαμί είναι παράλογη και ουσιαστικα οδηγεί σε καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των θρησκευτικών μειονοτήτων. Ήδη η χώρα μας έχει καταδικαστεί για παρόμοιες περιπτώσεις (Υπόθεση Κοκκινάκη κατά Ελλάδας στο Ε.Δ.Δ.Α.), οπότε περιττεύει να αναφέρουμε, ποια θα είναι η τύχη της, αν υιοθετήσει την άποψη της κας. Τριανταφύλλου.
Η προοδευτική κοινωνία της κας. Τριανταφύλλου είναι μια απόλυτα κοσμική κοινωνία, όπου απουσιάζουν οι θρησκευτικές πιέσεις. Ακόμα και στις λιγότερο επηρεαζόμενες από τη θρησκεία κοινωνίες, όμως, οι οποίες προσεγγίζουν το παραπάνω πρότυπο, τα δικαιώματα όσων επιθυμούν να θρησκεύονται ή έστω εκκλησιάζονται γινονται σεβαστά και ανεγείρονται ναοί, προκειμένου να ασκεί ο πιστός τα λατρευτικά του καθήκοντα. Υπάρχουν, για παράδειγμα, ελληνορθόδοξοι ναοί ακόμα και σε πόλεις του εξωτερικού, όπου οι χριστιανοί ορθόδοξοι είναι ελάχιστοι, ακόμα και ανύπαρκτοι. Δεν γνωρίζω, πότε θα φτάσουμε στην εποχή, όπου η θρησκεία θα αποτελεί παρελθόν και η εκκοσμίκευση της κοινωνίας θα είναι απόλυτη. Μέχρι τότε, όμως, θεωρώ, οτι υπάρχει υποχρέωση του κράτους να σέβεται τα θρησκευτικά δικαιώματα, όσων κατοικούν στο εσωτερικό του.
Η μισαλλοδοξία του πιστού πηγάζει περισσότερο από την προκατάληψη, με την οποία τον αντιμετωπίζει ο ετερόθρησκος/ ετερόδοξος ενίοτε και ο άθεος/άθρησκος. Η γκετοποίηση των μουσουλμάνων σε πολλές δυτικοευρωπαϊκές χώρες οδήγησε στην περιθωριοποίησή τους, αφού στις υποβαθμισμένες περιοχές, όπου ζούσαν, οι πιθανότητες μορφωτικής και επαγγελματικής ανέλιξης ήταν ελάχιστες, χωρίς να παραβλέπουμε, ότι όσοι κατάφεραν να ξεφύγουν από το στενό κλοιό του γκέτο, έπρεπε να κοπιάσουν δύο φορές περισσότερο από τους γηγενείς, οι οποίοι τους έβλεπαν ως τους; ξένους, που ήλθαν να τους πάρουν τις δουλειές. Ένα πρόσωπο, το οποίο τυγχάνει τέτοιας αντιμετώπισης, αυτόματα αντιλαμβάνεται, ότι είναι διαφορετικός και, αν δεν έχει τα κατάλληλα αντισώματα, ώστε να αντιπαλέψει αυτή την προκατάληψη, τότε είναι εύκολο να παρασυρθεί από τα κελεύσματα των θρησκόληπτων ομοθρήσκων του και να αρνηθεί την όποια ενσωμάτωσή του στη δυτική κοινωνία. Χωρίς να παραγνωρίζω τις πιθανές παρενέργειες από την ίδρυση ενός ισλαμικού τεμένους στην Αθήνα, δεν τις θεωρώ δεδομένες και αναπόφευκτες. Φρονώ, λοιπόν, ότι, όσο και αν επιβάλλεται το ανήσυχο πνεύμα της κας. Τριανταφύλλου να βομβαρδίζει τις διαφορετικές απόψεις της κοινωνίας μας και να επισημαίνει τις προβληματικές αποφύσεις, που προκύπτουν από την άσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος και τις διευκολύνσεις, που η πολιτεία οφείλει να παρέχει στην άσκηση αυτή, μια κοινωνία, που θέλει να λέγεται πολιτισμένη και να σέβεται την ετερότητα, οφείλει να προστατεύει τα δικαιώματα των μειονοτήτων της. Αλλιώς μπορεί να παραδειγματιστεί απ' όσα συνέβησαν και συμβαίνουν σε όσες κοινωνίες συντάσσονται με τα λεγόμενα της κας. Τριανταφύλλου.

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

2 χρόνια πέρασαν (και ψυχραιμία ακόμα δεν υπάρχει)

Σας σήμερα πριν από δύο χρόνια, χρειάστηκε η δολοφονική ηλιθιότητα ενός ανεγκέφαλου ειδικού φρουρού, για να ξεσπάσουν οι χειρότερες, ίσως, ταραχές στη χώρα μας από τη Μεταπολίτευση. Ένας έφηβος νεκρός, χιλιάδες περιουσιές κατεστραμμένες και ένας λαός φοβισμένος από επεισόδια, τα οποία ερμηνεύτηκαν ποικιλοτρόπως, χωρίς κάποια ερμηνεία να αποδεικνύεται επαρκής και με αρκετούς υποστηρικτές της μιας άποψης για τις ταραχές αυτές να εκτοξεύουν βολές σε βάρος των φίλων των άλλων απόψεων, αποδεικνύοντας ότι είναι, τελικά, ευκολότερο να παγώσει η Κόλαση παρά να μάθει ο νεοέλληνας να μάθει να συζητάει.
Υποστηρίχθηκε, ότι η Αστυνομία άφησε τους ταραχοποιούς να καταστρέψουν το κέντρο της Αθήνας αλλά και άλλων πόλεων, ενώ θα έπρεπε να είναι πιο σκληρή απέναντί τους. Όσο και αν με ενόχλησε η καταστροφολαγνεία των ημερών εκείνων, δεν μπορώ να φανταστώ, πόσες περισσότερες καταστροφές θα γίνονταν, αν η Αστυνομία δρούσε διαφορετικά. Μιλάμε για μια Αστυνομία ελάχιστα εκπαιδευμένη, με προσωπικό που αδυνατεί πολλές φορές να συγκρατήσει την ψυχραιμία του, το οποίο πιστώνεται με αρκετές πράξεις άσκοπης βίας, που έχουν πυροδοτήσει χειρότερα επεισόδια από αυτά, που σκόπευαν να αποσοβήσουν.
Εδώ και μερικές ημέρες γίνεται τακτική υπενθύμιση από αρκετό κόσμο, είτε στα παραδοσιακά Μ.Μ.Ε. είτε στα ηλεκτρονικά, της επετείου από τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Επειδή γνωρίζω, ότι σε τέτοιες επετείους πολύς κόσμος σπεύδει να καπηλευτεί τη μνήμη ενός νεκρού παιδιού, με σκοπό να προβεί σε φθορές ξένης ιδιοκτησίας ή να δικαιολογήσει τις φθορές ,που άλλοι προκαλούν, οφείλω να επισημάνω, ότι από τις περισσότερες αναφορές στη θλιβερή αυτή επέτειο απουσιάζουν οι συστάσεις για ψυχραιμία σε όσους θα συμμετάσχουν στις σχετικές πορείες. Σε μια χώρα, που κυριαρχεί η άποψη, ότι όσο περισσότερος ντόρος προκληθεί τόσο περισσότερες πιθανότητες να πάρει η εξουσία το μήνυμά της υπάρχουν και με δεδομένη την τάση για καταστροφές όσων πιστεύουν, ότι έτσι θα αλλάξουν τον κόσμο, έχω κάθε δικαίωμα να φοβάμαι και να αγανακτώ με την τακτική αυτή. Φοβάμαι, επειδή κανένας δεν φροντίζει, ώστε να παύσουν αυτοί οι ελάχιστοι ανόητοι να αμαυρώνουν τις πορείες μνήμης αλλά και αγανακτώ, επειδή οι ίδιοι οι ειρηνικοί διαδηλωτές αποφεύγουν επιμελώς να εμποδίσουν τους ελάχιστους ανεγκέφαλους να τελέσουν το "θεάρεστο" έργο τους.
Δεν τρέφω ελπίδες, ότι θα είναι εντελώς ειρηνικές οι αυριανές πορείες. Εκεί, που φτάσαμε, κατέληξα και εγώ να εύχομαι να είναι λιγότερα από πέρσυ τα επεισόδια, που αύριο θα λάβουν χώρα και τα οποία θα επισκιάσουν μια επέτειο, η οποία θα έπρεπε να εξελιχθεί σε μια πορεία κατά της βίας απ' όπου και αν προέρχεται. Αλλά όταν ακούγονται φωνές, που μιλάνε για νόμιμη βία - η οποία, όλως τυχαίως, είναι αυτή, που στρέφεται κατά του κράτους και των "μικροαστών" -, δεν μπορώ να περιμένω, ότι θα υπάρξει ποτέ καθολική καταδίκη της βίας στην Ελλάδα.

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Η επανάσταση πρέπει να ξεκινήσει από τα χειροπιαστά

Δεν χρειάζεται να εντρυφήσει κανείς για καιρό στις συνήθειες των νεοελλήνων, για να διαπιστώσει μια τάση τους για μεγαλοστομία και μεγαλόπνοα οράματα. Στο χώρο εργασίας του, στο πανεπιστήμιο, στο καφενείο της γειτονιάς του, στις παρέες του ο νεοέλληνας ωρύεται για τα δεινά της χώρας μας και θεωρεί, ότι πρέπει να λάβει χώρα μια επανάσταση, να χυθεί αίμα και να καούν περιουσίες, ενδεχόμενα να πέσουν και μερικά κεφάλια πολιτικών και μεγαλοκεφαλαιούχων, που πίνουν το αίμα του κοσμάκη, μήπως και αλλάξει κάτι στον ταλαίπωρο αυτό τόπο. Την εποχή, μάλιστα, που ξέσπασαν οι ταραχές στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, δεν έλειπαν οι φωνές, που χαίρονταν με τον ξεσηκωμό των νέων - και όχι μόνο αυτών, προσδοκώντας σε κάτι χειρότερο, το οποίο, ευτυχώς, απεφεύχθη.
Χωρίς να αρνούμαι το δικαίωμα του καθενός στο μεγαλοϊδεατισμό, οφείλω να επισημάνω, ότι ο νεοέλληνας είναι εύκολος στα λόγια, όταν σκέφτεται τα άφταστα και την εν γένει ανατροπή. Κάτι το εν γένει απαισιόδοξο κλίμα κάτι η ατιμωρησία των πολιτικών, που βούλιαξαν τον τόπο μας, κάτι η οικονομική κρίση, που έχει αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία της, το έδαφος για την καλλιέργεια ιδεών περί ανατροπής και ταραχών εν γένει σταδιακά στρώνεται και απομένει κάποιος να ρίξει το σπόρο της φασαρίας, για να φυτρώσει το κακό και να θρηνήσουμε ενδεχόμενα και θύματα και σίγουρα περιουσίες τρίτων προσώπων, όχι απαραίτητα του Δημοσίου ή τραπεζών ή μεγαλοκεφαλαιούχων.
Ελάχιστοι σκέφτονται, ότι θα ήταν ίσως προτιμότερο ο νεοέλληνας να ξεκινήσει από μερικά μικρά αλλά σημαντικά πράγματα, ώστε να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων στη χώρα μας. Για παράδειγμα, η Αθήνα συγκαταλέγεται στις πιο βρώμικες πόλεις της Ευρώπης και, όμως, κανένας δεν σκίζεται γι' αυτό. Στην ίδια κατάσταση βρίσκονται και άλλες ελληνικές μεγαλουπόλεις. Θα μπορούσαν οι νεοέλληνες, αν θέλουν να λέγονται πολίτες, να πιέσουν τους τοπικούς άρχοντες προς επίλυση του φλέγοντος αυτού ζητήματος, το οποίο δεν αφορά μόνο την αισθητική αλλά και τη δημόσια υγεία. Οι ίδιοι, μάλιστα, οι πολίτες θα μπορούσαν να περιορίσουν τη ρύπανση, κρατώντας λιγάκι παραπάνω πάνω τους τα σκουπίδια ή καθαρίζοντας τους δημόσιους χώρους, που οι ίδιοι ρυπαίνουν. Δείτε την εικόνα, που παρουσιάζει ένα δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή μια πλατεία και θα αντιληφθείτε, ότι στη θεωρία της επανάστασης είμαστε πρώτοι αλλά στην καθαριότητά έχουμε τρυπήσει τον πάτο και συνεχίζουμε προς τα κάτω. Σε πολλές, μάλιστα, περιπτώσεις ρύπανσης δημοσίων χώρων έχει προηγηθεί κάποια εκδήλωση με θέμα την ανάγκη να επαναστατήσει ο κόσμος σήμερα ή κάτι παρεμφερές. Το τέλος αυτής της εκδήλωσης βρίσκει το χώρο αυτό στολισμένο με απομεινάρια πλακάτ, αφισών και λοιπών σκουπιδιών, που οι επαναστατημένες ψυχές θεώρησαν αμελητέο να πάρουν μαζί τους.
Επίσης, όσο και αν η παιδεία μας είναι ανύπαρκτη, δεν μπορώ και πάλι να δικαιολογήσω τους εξυπνάκηδες, που φουμάρουν αρειμανίως το τσιγάρο τους σε κλειστούς δημόσιους χώρους, ποντάροντας στο γεγονός, ότι το κράτος δεν έχει τους επαρκείς μηχανισμούς, για να ελέγξει, αν ο νόμος περί απαγόρευσης του καπνίσματος εφαρμόζεται. Ανάμεσα στους μανιώδεις καπνιστές, που έγραψαν το νόμο αυτό στα παλαιότερα των υποδημάτων τους, είναι και μερικοί άνθρωποι του πνεύματος, που θυμήθηκαν το επαναστατικό τους παρελθόν, αν υποθέσουμε, ότι υπήρξαν ποτέ επαναστάτες, και σήκωσαν το λάβαρο της υπέρ του ντουμανιού επανάστασης. Το γεγονός, ότι ένας διανοούμενος προτρέπει τον κόσμο να παραβεί το νομο - και δεν μιλάμε για κάποιο νόμο παλαιότερων εποχών, που προσβάλλει θεμελιώδη δικαιώματα - αποδεικνύει, ότι έχουμε τους διανοούμενους, που μας αξίζουν και ότι η πραγματική επανάσταση θα ήταν να προτρέψουν τα ίδια πρόσωπα τον υπόλοιπο κόσμο να τηρήσει το νόμο.
Ένας μηχανικός ποτέ δεν ξεκινάει την κατασκευή ενός σπιτιού από τη στέγη αλλά από τα θεμέλια. Οι σωστοί και συνειδητοποιημένοι πολίτες, λοιπόν, οφείλουν να ξεκινήσουν από την τήρηση κάποιων βασικών αρχών του δικαίου και της κοινωνικής συμβίωσης και, στη συνέχεια, να περάσουν στην υλοποίηση κάποιων περισσότερο μακροπρόθεσμων αλλαγών. Εκτός αν προτιμάμε να δαπανούμε την ενεργητικότητά μας, θεωρητικολογώντας για την επανάσταση, που πρέπει να γίνει, και αδιαφορώντας για περισσότερο χειροπιαστά και υλοποιήσιμα θέματα.

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

Ο Μανωλιός και τα ρούχα του

Βάζει μια σπίθα να φουντώσει και εύχεται αυτή να γίνει η καθαρτήρια φωτιά, που θα μας σώσει, δήλωσε ο κ. Μίκης Θεοδωράκης στην ομιλία του, με αφορμή την ίδρυση της ανεξάρτητης κίνησης πολιτών, που ακούει στο παραπάνω όνομα. Ακολούθησαν και άλλες δηλώσεις, από τις οποίες ο κ. Θεοδωράκης άφησε να εννοηθεί, ποιο θα είναι το ύφος της παράταξης αυτής.
Από την ανάγνωση των άρθρων, που αναφέρονται στο παραπάνω γεγονός, εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς, ότι οι καταβολές του ιδρυτού της φαίνονται με γυμνό μάτι. Η αναφορά στην ανυπακοή, την οποία πρέπει να επιδείξει ο λαός απέναντι σε μια κυβέρνηση, η οποία δεν έχει την ηθική νομιμοποίηση για όσα κάνει, αλλά και η άποψη, ότι η κυβέρνηση βάζει τα συμφέροντα των Η.Π.Α. πάνω από τα συμφέροντα του ελληνικού λαού, θυμίζουν έντονα το κόμμα εκείνο, από το οποίο προέρχεται ο κ. Θεοδωράκης. Δεν είναι κακό οι πολιτικές καταβολές να επηρεάζουν τις σημερινές πολιτικές απόψεις του εκάστοτε εκφραστή αλλά η ξύλινη γλώσσα του συγκεκριμένου εκφραστή μαρτυρεί πολιτική αγκύλωση σε ένα παρελθόν γεμάτο μελανές σελίδες.
Περαιτέρω, ενθυμούμαι, ότι, όταν πρόσφατα ιδρύθηκε η "Δημοκρατική Συμμαχία" της κας. Μπακογιάννη, αναρτήθηκαν στο Διαδίκτυο αλλά και δημοσιεύθηκαν στον τύπο οι θέσεις του κόμματος αυτού. Στην περίπτωση του κ. Θεοδωράκη, όμως, δεν γνωρίζουμε, ποιές είναι το πρόγραμμά του για τη χώρα μας και πως θα αντιμετωπίσει τα προβλήματά της. Η παράθεση τσιτάτων προδίδει και πάλι τις κομματικές καταβολές του κ. Θεοδωράκη αλλά, τουλάχιστον, στο Κ.Κ.Ε. υπάρχουν απόψεις για την αντιμετώπιση ποικίλων ζητημάτων της Ελλάδος, τις οποίες συχνότατα τα στελέχη του κόμματος αυτού αναφέρουν.
Ακόμα, κακά τα ψέμματα, ένα πρόσωπο, το οποίο έχει στο παρελθόν πολιτευτεί τουλάχιστον με άλλα δύο κόμματα, τα οποία, μάλιστα, τυγχάνει να έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές, αλλά και έχει εσχάτως ταυτιστεί με εθνικιστικούς και συνωμοσιολογικούς κύκλους, ελάχιστα πείθει για τη σοβαρότητα και σταθερότητά του. Δεν παραγνωρίζω ούτε τους αγώνες του κ. Θεοδωράκη για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα αλλά δεν πρέπει και να αφήσουμε το ένδοξο παρελθόν του να σκεπάσει τα πολιτικά και ιδεολογικά του ατοπήματα.
Τέλος, ιδιαίτερα ανησυχητικό πρέπει να θεωρηθεί το γεγονός, ότι τα περισσότερα επαινετικά σχόλια για την ανωτέρω κίνησή του ο κ. Θεοδωράκης τα εξασφάλισε από ιστολόγια, όπως αυτό και αυτό. Προφανώς είναι ακόμα νωρίς να κρίνουμε τον κ. Θεοδωράκη για το εν λόγω εγχείρημά του, πλην, όμως, από ένα προσωπο, το οποίο αγωνίστηκε και διώχθηκε για τους αγώνες του για την ελευθερία, περιμένουμε να αποστασιοποιείται από φωνές, οι οποίες όχι μόνο αναπολούν τις εποχές, που αυτός εδιώκετο, αλλά και συστηματικά παραποιούν την ιστορία, ώστε να συκοφαντήσουν όσους θεωρούν εχθρούς τους.
Είναι αλήθεια, ότι υπάρχει ανάγκη να εμφανιστούν κάποιες φωνές, οι οποίες θα αφυπνίσουν τον κόσμο και θα τον εμπνεύσουν, ώστε να πάρει στα χέρια του τις τύχες αυτής της χώρας και να δώσει λύσεις στα αδιέξοδα, που αυτή αντιμετωπίζει. Φοβάμαι, όμως, ότι ο κ. Θεοδωράκης δεν έχει αυτή τη δυνατότητα, ειδικά όταν τα λεγόμενα θυμίζουν τη γνωστή παροιμία με το Μανωλιό και τα ρούχα του. Και το πολιτικό παρελθόν του, κυρίως αυτό της τελευταίας εικοσαετίας, μάλλον θα έπρεπε να τον αποθαρρύνει από το εγχείρημά του αυτο.

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Με την κατάληψη δεν λύνεται κανένα πρόβλημα

Έχω πάψει να πιστεύω στο δίκαιο των καταληψιών μαθητών εδώ και καιρό.
Όσο και αν αναγνωρίζω τα προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης, εντούτοις δεν μπορώ να αντιληφθώ, πως μια κατάληψη συνδέεται με το Μνημόνιο και με ποια λογική θα λυθούν τα προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης με μια κατάληψη πολλώ δε μάλλον με ποια λογική πιστεύουν κάποιοι μαθητές, ότι με την κατάληψη του σχολείου τους θα καταργηθεί το Μνημόνιο. Επίσης, δεν πείθομαι, ότι οι μαθητές αυθόρμητα αποφάσισαν να καταλάβουν τα σχολεία τους. Το λεξιλόγιο των ανακοινώσεών τους όζει ξένης χειρός από χιλιόμετρα μακρυά. Η αντίληψη, ότι με μια κατάληψη θα λυθούν ή έστω θα αναδειχθούν τα πρόβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης δεν είναι απαραίτητα εσφαλμένη, πλην, όμως, είναι άστοχη, αφού και οι πέτρες, πλέον, γνωρίζουν, ότι με μια κατάληψη το μόνο, που επιτυγχάνεται, είναι η απώλεια διδακτικών ωρών και η διαφήμιση των απανταχού ανατροπέων, οι οποίοι στερούνται λύσεων και εν γένει προτάσεων για τη δημόσια εκπαίδευση.
Το μόνο, που μπορώ να δεχθώ, είναι, ότι το δημόσιο σχολείο ελάχιστα εμπνέει, πλέον, τους μαθητές, οι οποίοι αναζητούν αφορμή να γλυτώσουν τα μαθήματα. Αλλά με τις καταλήψεις δεν πρόκειται να καταστεί το σχολείο ελκυστικότερο. Αυτό, όμως, οφείλουν να το κατανοήσουν οι μαθητές πρώτοι και καλύτεροι.