Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Αυτή γουστάρουν, αυτή εμπιστεύονται

Στην αρχή, υποστηρίχθηκε, ότι η ψήφος στη Χρυσή Αυγή ήταν ψήφος διαμαρτυρίας στο προβληματικό πολιτικό (και όχι μόνο αυτό) κατεστημένο της Ελλάδας και, όταν το συγκεκριμένο κόμμα άρχιζε να δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο, ο κόσμος θα το βδελυσσόταν και αυτό θα επέστρεφε στα παλιά, ταπεινά ποσοστά του. 
Μετά ήλθε το χαστούκι ενός εκ των πλέον προβεβλημένων στελεχών της Χ.Α. σε μια βουλευτίνα του Κ.Κ.Ε. και όχι μόνο περίσσεψαν οι δικαιολογίες, ότι καλώς τα έπαθε η εν λόγω βουλευτίνα, αλλά και τα ποσοστά του εν λόγω κόμματος πήραν την ανιούσα. 
Ακολούθησαν οι ύμνοι προς τη χούντα και η αναπαραγωγή όλων εκείνων των μύθων, που ήθελαν την Ελλάδα να ευημερεί την επταετία 1967-1974, να έχει μηδενικό χρέος, να κυριαρχεί η αξιοκρατία, οι χουντικοί να πεθαίνουν πτωχοί πλην έντιμοι και πολλά άλλα απ' όσα κυκλοφορούν εδώ και χρόνια σε λαθρόβια έντυπα και εσχάτως σε πιο δημοφιλή έντυπα, ιστολόγια και εκπομπές. Και πάλι τα ποσοστά της Χ.Α. συνέχισαν τον ανήφορο. 
Μετά, ήλθαν τα μπινελίκια και οι εν γένει καφρίλες των βουλευτών του εν λόγω κόμματος στη Βουλή, σε βάρος συναδέλφων τους. Αλλά και πάλι οι υποστηρικτές της Χ.Α. δεν πτοήθηκαν και συνέχισαν να την πριμοδοτούν με ποσοστά, που την έφεραν στην τρίτη θέση στις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος. 
Στη συνέχεια, άρχισαν τα συσσίτια μόνο για Έλληνες άνα τρίμηνο, όπου μοιράζονταν πλουσιοπάροχα τρόφιμα, όπως μια σακκούλα πατάτες, 1-2 κρεμμύδια άντε και κανένα πεπόνι για τους τυχερούς. Αυτός ο αισχρός αποκλεισμός συνανθρώπων μας, που έλαχε να μην είναι Έλληνες, αλλά και το γεγονός, ότι ένα κόμμα, το οποίο έλαβε κρατική επιχορήγηση της τάξεως των 850.000 ευρώ, περίπου, χωρίς να συνυπολογίζονται οι αποζημιώσεις των βουλευτών του, αντιμετωπίστηκε με επιχειρήματα, τύπου "η Χ.Α. κάνει κοινωνικό έργο", όταν φορείς, όπως η Εκκλησία, οι Δήμοι, ορισμένα κόμματα και άλλοι φορείς, διοργανώνουν διανομές τροφίμων και συσσίτια σε καθημερινή βάση, χωρίς να διαχωρίζουν τους αναξιοπαθούντες σε Έλληνες και ξένους. Φυσικά, τα ποσοστά της Χ.Α. εκτινάχθηκαν περαιτέρω.
Κάποια στιγμή, αναρτήθηκε μια ανακοίνωση της Χ.Α. για τη θέση της γυναίκας και τα άτομα με ειδικές ανάγκες, η οποία δεν είχε να ζηλέψει κάτι από αντίστοιχες απόψεις του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία.  Κανενός εκ των ψηφοφόρων της το αυτί δεν ίδρωσε. Δεν μπορώ να φανταστώ άνθρωπο με ειδικές ανάγκες, που ψηφίζει το συγκεκριμένο κόμμα. Γυναίκες, όμως, μπορώ να φανταστώ. Πολλές, πάρα πολλές, και ας τους υπόσχεται η Χ.Α. ένα λαμπρό μέλλον μέσα σε μια κουζίνα και μακρυά από την ισότητα των δύο φύλων!
Φυσικά, ούτε λόγος για ενόχληση των ψηφοφόρων από την καθαρά ναζιστική ιδεολογία της Χ.Α.! Οι ίδιοι άνθρωποι, που η χώρα τους όχι απλά κατελήφθη από τις δυνάμεις του Άξονα αλλά υπέφερε τα πάνδεινα από αυτές, τώρα ασμένως στηρίζουν ένα κόμμα, το οποίο υμνεί ακριβώς εκείνες τις δυνάμεις και υβρίζει το πολίτευμα, μιλώντας για πραξικόπημα του 1974 (κ. Χρήστος Παππάς στις 17 Ιουλίου του 2013), και επιχειρηματολογεί, ότι η εξόντωση των Εβραίων δεν συνιστούσε Ολοκαύτωμα (κ.κ. Ηλίας Κασιδιάρης και Μιχάλης Αρβανίτης, τον περασμένο Ιούνιο).
Ας το πάρουμε, λοιπόν, απόφαση!
Οι ψηφοφόροι της Χ.Α. δεν ενδιαφέρονται, αν το κόμμα αυτό έχει προτάσεις για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως ζητημάτων της χώρας. Απλά γουστάρουν να βλέπουν τους βουλευτές του να βρίζουν, να απειλούν και να σαπίζουν στο ξύλο αλλοδαπούς, αριστερούς, ομοφυλόφιλους, καλλιτέχνες και όσους δεν ανταποκρίνονται στις σταθερές του κόμματός τους, να δείχνουν με τον πιο ποταπό τρόπο την περιφρόνησή τους στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα των κατοίκων αυτής της χώρας, να ωραιοποιούν το χουντικό παρελθόν μιας χώρας, η οποία πλήρωσε ακριβά τέτοια πολιτειακά πειράματα,  να κατηγορούν τους κακόβουλους ξένους και τους "προδότες" ντόπιους συνεργάτες τους, που απεργάζονται την καταστροφή της χώρας, την εκποίηση του εθνικού μας πλούτου και την αλλοίωση της ιστορίας, των ηθών και εθίμων μας, και, τέλος, να αποδεικνύουν, πόσο απεχθάνονται τη δημοκρατία (ακόμα και αυτή, την προβληματική, που έχουμε σε αυτό τον τόπο) και τις κατακτήσεις της. Οι ίδοι αυτοί συμπολίτες μας δεν αποφάσισαν εν μια νυκτί να  στηρίξουν τη Χ.Α., μέσα στην απελπισία τους αλλά είχαν το σχετικό αντιδημοκρατικό υπόβαθρο. Αρκούσε η κατάρρευση του δικομματισμού, για να το αποδείξουν. Και δεν "κολλώνουν" να το δείχνουν κάθε φορά, που η Χ.Α. ασχημονεί καθ' οιονδήποτε τρόπο.
Καλό θα είναι, λοιπόν, να αποβάλουμε την αυταπάτη, ότι, όσο περισσότερο ασχημονεί η Χ.Α., τόσο περισσότεροι πιστοί της θα την εγκαταλείπουν. Διότι οι ψηφοφόροι της αυτή γουστάρουν, αυτή εμπιστεύονται και αυτή ψηφίζουν, όπως και αν λειτουργεί.

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Ο δυσάρεστος πλην απαραίτητος ρόλος της δημοσιογραφίας

Ένας Γερμανός δημοσιογράφος, ονόματι Μάρτενς, ζητάει να πάρει συνέντευξη από τον κ. Τσίπρα. Το επιτελείο του τελευταίου εγκρίνει το συγκεκριμένο δημοσιογράφο και τον προσκαλεί σε δήλη μέρα και ώρα να προσέλθει στην Κουμουνδούρου για το σκοπό αυτό. Πράγματι, ο κ. Μάρτενς προσέρχεται και αρχίζει η συνέντευξη. Στην πορεία, η συνέντευξη διακόπτεται. Οι φήμες για τα αίτια της διακοπής οργιάζουν. Η "ΑΥΓΗ" σπεύδει να δικαιολογήσει τον κ. Τσίπρα. Μέχρι που έρχεται η απάντηση του κ. Μάρτενς, σύμφωνα με την οποία η αιτία της διακοπής της συνέντευξης ήταν η ερώτηση γύρω από το νόημα μιας δήλωσης του κ. Τσίπρα τον Ιούνιο του 2012.
Στη χώρα μας αποτελεί παγία πρακτική να αποφεύγουν οι πολιτικοί να εκτίθενται στον τύπο. Συνήθως, επιλέγουν τα πρόσωπα εκείνα, στα οποία θα παραχωρήσουν συνέντευξη. Πολύ πριν αναλάβει ο κ. Τσίπρας την προεδρία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ο μακαρίτης Μιλτιάδης Έβερτ δήλωνε, τις παραμονές των βουλευτικών εκλογών του 1996, ότι δεν επιθυμούσε να μιλήσει σε αντιπολιτευόμενες εφημερίδες, ενώ ο νυν πρωθυπουργός αποφεύγει επιμελώς τις συνεντεύξεις σε αντιπολιτευόμενα μέσα. Δεν σπανίζουν, βέβαια, τα αυστηρά και ενίοτε χολερικά άρθρα για τους πολιτικούς μας αλλά αυτά, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αποτελούν προϊόν πληροφοριών και προσωπικών εκτιμήσεων του εκάστοτε δημοσιογράφου.
Δυστυχώς, οι περισσότεροι πολιτικοί μας αποφεύγουν να αποδεχθούν κάτι στοιχειώδες σε κάθε πολιτισμένη χώρα, ήτοι ότι ρόλος ενός δημοσιογράφου είναι να γίνεται δυσάρεστος σε κάθε συνεντευξιαζόμενο. Να του κάνει ζόρικες ερωτήσεις! Να του δείχνει, ότι δεν τον φοβάται. Να μην αφήνει κανένα εκπρόσωπο κάθε είδους εξουσίας σε χλωρό κλαρί! Να μην του χαρίζεται! Σκοπός του τύπου είναι να ελέγχει τα πάντα και, πρώτα απ' όλους, τους ίδιους τους πολιτικούς. Και τέτοιου είδους έλεγχος δεν επιτυγχάνεται με χαριεντισμούς και ανώδυνες ερωτήσεις.
Τί έγινε εν προκειμένω; Την αποχώρηση του κ. Μάρτενς ακολούθησε ένα άρθρο της "ΑΥΓΗΣ", σύμφωνα με το οποίο "αν οι Γερμανοί δημοσιογράφοι έχουν μάθει να φέρονται έτσι στους ψοφοδεείς μνημονιακούς που μας κυβερνούν, πρέπει να μάθουν ότι αυτά στον ΣΥΡΙΖΑ δεν περνάνε." Πέρα από το απαράδεκτο και ρατσιστικό τσουβάλιασμα όλων των Γερμανών δημοσιογράφων στην ίδια κατηγορία και το επιεικώς απαράδεκτο ύφος, γίνεται μια αναφορά σε μια δήλωση του κ. Μάρτενς πέρσυ τον Ιούνιο αναφορικά με τον κ. Τσίπρα, προκειμένου να καταδειχθεί, πόσο δίκιο είχε ο πρόεδρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που έδιωξε το συγκεκριμένο δημοσιογράφο. Μια στιγμή, όμως! Υποτίθεται, ότι το επιτελείο του κ. Τσίπρα είχε ελέγξει τον κ. Μάρτενς και τον είχε βρει κατάλληλο, για να του πάρει συνέντευξη. Συνεπώς, αποκλείεται να μην εγνώριζε την επίμαχη δήλωση.
Προσωπική μου εκτίμηση; Δεν αποκλείεται ο κ. Τσίπρας να μη θυμόταν, ότι είχε κάνει την επίμαχη δήλωση περί υποστολής της ελληνικής σημαίας από ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ. και παράδοσής της στην κα. Μέρκελ Αυτό είναι απολύτως ανθρώπινο. Αλλά το χειρίστηκε με φρικτό τρόπο και αυτός και οι συνεργάτες του. Αρχικά αποχώρησε από τη συνέντευξη και, στη συνέχεια, το επιτελείο του ανέλαβε όχι μόνο να αναζητήσει τον "πληροφοριοδότη" (στην εποχή του Διαδικτύου, για να μην ξεχνιόμαστε) αλλά και να καλύψει τον  κ. Τσίπρα με το παραπάνω, ιταμού ύφους, άρθρο. Στην πραγματικότητα, όμως, τον εξέθεσε. Η δήλωση του κ. Μάρτενς, που αναφέρεται στην "ΑΥΓΗ", είχε διατυπωθεί καιρό πριν από την επίμαχη συνέντευξη. Επομένως, ήταν αδύνατο να μην υπέπεσε στην αντίληψη των συνεργατών του προέδρου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όταν έλεγξαν το παρελθόν του συγκεκριμένου δημοσιογράφου. Και μπορεί αυτό το ατόπημα να μην κοστίσει ιδιαίτερα στη χώρα μας αλλά στο εξωτερικό, όπου η FAZ αντιμετωπίζεται με σεβασμό, η εικόνα, που άφησε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μόνο θετική δεν ήταν.
Κάθε πολιτικός, είτε βρίσκεται στην εξουσία είτε είναι υποψήφιος νομέας αυτής, οφείλει να σέβεται το ρόλο του τύπου και να αποφεύγει, ο ίδιος ή οι συνεργάτες του τυχόν υπαιγινμούς για τους σκοπούς ή την καταγωγή του δημοσιογράφου, στον οποίο ο πολιτικός αυτός παραχώρησε συνέντευξη. Στην εγχώρια πολιτική ζωή, όμως, τέτοιες αρχές αποτελούν περιττά στολίδια στο δρόμο είτε για την κατάκτηση της εξουσίας είτε για τη διατήρησή της.

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Η βολική μεταφορά της ευθύνης

Δεν χρειαζόταν η εμετική αναφορά της κας. Ζαρούλια στην υπόθεση της κόρης του κ. Δραγασάκη, για να γίνει κατανοητό, τι ακριβώς αντιπροσωπεύει το κόμμα, στο οποίο ανήκει η εν λόγω βουλευτίνα. Για την ακρίβεια, το να περιμένει κανείς από τη Χ.Α. να επιδοθεί σε ρεσιτάλ καλών τρόπων είναι σα να αξιώνει κανείς από ένα ελέφαντα να ασχοληθεί με το επαγγελματικό πατινάζ.
Ωστόσο, αν κάτι γίνεται αντιληπτό, με αφορμή το ανωτέρω περιστατικό, αυτό δεν είναι ούτε η σφοδρότητα και η χυδαιότητα της επίθεσης, που εξαπέλυσε η κα. Ζαρούλια προς ένα συνάδελφό της βουλευτή ούτε ο πολλαπλασιασμός αυτών των περιστατικών εκ μέρους των βουλευτών της Χ.Α. Αυτά είναι, δυστυχώς, αναμενόμενα. Όταν μισό εκ. συμπολίτες μας επέλεξαν να ψηφίσουν το συγκεκριμένο κόμμα, ήξεραν πολύ καλά, τι «άνθη» έστελναν στη Βουλή. Άλλωστε, η Χ.Α. ουδέποτε έκρυψε τις ταραγμένες σχέσεις της με το σαβουάρ βιβρ και τη λατρεία της προς τον τραμπουκισμό. 
Δυστυχώς, περίσσεψαν στο Διαδίκτυο αλλά και εκτός αυτού οι δικαιολογίες για την κα. Ζαρούλια, κυρίως με αφορμή την προηγοηθείσα αμέλεια ή απροθυμία του κ. Δραγασάκη να επαναφέρει στην τάξη άλλους συναδέλφους του. Κάποιοι, μάλιστα, δεν δίστασαν να κατηγορήσουν τον κ. Δραγασάκη για επιλεκτική ευαισθησία και, εντεύθεν, να αποφύγουν επιμελώς να καταδικάσουν την αήθη συμπεριφορά της κας. Ζαρούλια. Άλλοι θυμήθηκαν τους κ.κ. Στάθη Παναγούλη και Γιάννη Στάθα, αμφοτέρων βουλευτών του ίδιου κόμματος με αυτό, με το οποίο έχει εκλεγεί ο κ. Δραγασάκης,  και τις ατάκες τους περί εκτελεστικού αποσπάσματος (του πρώτου) ή της μειωτικής αναφοράς του πρώτου στο πρόβλημα υγείας του κ. Σόιμπλε (του δεύτερου), επειδή αμφότεροι δεν τιμωρήθηκαν για τις δηλώσεις τους.
Τα πράγματα είναι απλά, ή, τουλάχιστον, θα έπρεπε να είναι απλά. Όταν ένας βουλευτής δέχεται μια επίθεση, όπως αυτή που δέχθηκε ο κ. Δραγασάκης, η καταδίκη της είναι όχι μόνο επιβεβλημένη αλλά και μονόδρομος, αν επιθυμούμε να εκλείψουν τέτοια φαινόμενα. Μόνο με την απερίφραστη στηλίτευση τέτοιων φαινομένων μπορεί να καταστεί δυνατή η μη επανάληψή τους.
Από τη στιγμή, όμως, που μπαίνει στη μέση η λογική της δικαιολόγησης τέτοιων ελεεινών περιστατικών, τότε, πλέον, ανοίγει ο δρόμος όχι μόνο για τη νομιμοποίησή τους αλλά και για την ενθάρρυνση ακόμα περισσοτέρων να διαπράξουν παρόμοια ανομήματα. Η αντίληψη ότι ένας βουλευτής ή πολιτικός έσφαλε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στο παρελθόν διό και τώρα "δικαίως τα λούζεται", εκτός του ότι οδηγεί στο συμψηφισμό ανομοίων πραγμάτων, ουσιαστικά λειτουργεί ευεργετικά για το δράστη μιας τέτοιας, απαράδεκτης ενέργειας και μεταθέτει τη συζήτηση από το αποτέλεσμα στην υποτιθέμενη αιτία, αφήνοντας το πρώτο ανέγγιχτο. Δεν υπάρχει πιο ανόητο και συνάμα βολικό πράγμα από τη δικαιολόγηση μιας ad hominem επίθεσης - η οποία, εκτός από χυδαία, είναι και ψευδής - με σκοπό την αποφυγή της απόλυτης καταδίκης της. Και δεν υπάρχει πιο πρόσφορος τρόπος να πολλαπλασιαστούν τέτοιες επιθέσεις από την επίκληση διαφόρων δικαιολογιών, όπως η παραπάνω περί κακής ασκήσεως των καθηκόντων του θύματος αυτής της επίθεσης.
Σε μια σοβαρή κοινωνία, πολιτικοί και πολίτες αναλαμβάνουν τις απαιτούμενες πρωτοβουλίες για την καταδίκη τέτοιων φαινομένων και την περιθωριοποίηση των φορέων τους. Στη χώρα μας, όχι μόνο συζητήθηκε στα σοβαρά το δικαίωμα ενός μέλους του κοινοβουλίου να εκφράζεται ελεύθερα, ακόμα και να καθυβρίζει συναδέλφους της, αλλά και το βάρος της συζήτησης μετατέθηκε στις υποτιθέμενες ευθύνες του θύματος για την επίθεση αυτή. Πέρα από την τετριμμένη διαπίστωση, ότι η ανοχή σε τέτοιες πρακτικές είναι προς όφελος της Χ.Α., με την ίδια παθητική στάση πέφτει ακόμα περισσότερο νερό στο μύλο της χυδαιότητος. Και κάποια στιγμή, η χυδαιότητα αυτή θα πλήξει ακόμα περισσότερους, ίσως και εμάς, τους ίδιους, που μπροστά στην αήθη επίθεση μιας βουλευτίνας θυμηθήκαμε τη βολική μεταφορά της ευθύνης από το δράστη στο θύμα.

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Το πραγματικό πρόβλημα της χώρας

            Δεν απαιτούνται γνώσεις προηγμένης αεροναυπηγικής, για να γίνει αντιληπτό, ότι έχουμε πολιτικούς, πολλοί εκ των οποίων σε οποιαδήποτε ευνομούμενη χώρα όχι μόνο δεν θα είχαν επανεκλεγεί αλλά τώρα θα βρίσκονταν πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, καταδικασμένοι για απάτες και άλλα, συναφή εγκλήματα. Κάποιοι εξ αυτών δεν υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή παρά ελαφρά τη καρδία αποφασίζουν για το διασυρμό συνανθρώπων μας, που τους έλαχε να είναι φορείς βαρέων ασθενειών.
            Έχουμε δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι αποφασίζουν για την παράταση της προσωρινής κράτησης συνανθρώπων μας, ακόμα και όταν, σύμφωνα με το νόμο, το ανώτατο όριο αυτής έχει ολοκληρωθεί και οι συνάνθρωποί μας αυτοί πρέπει να αφεθούν ελεύθεροι. Γι’ αυτούς τους λειτουργούς, οι οποίοι κάποτε ορκίστηκαν να περιφρουρούν τη Δικαιοσύνη, ο νόμος μοιάζει περιττό στολίδι μιας κοινωνίας, η οποία πρέπει, κατ’ αυτούς, να αμυνθεί κατά παντός υποθετικού κινδύνου ακόμα και με πλάγια μέσα.
            Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι οι παραπάνω πολιτικοί και δικαστικοί. Όχι! Τους πολιτικούς τους «μαυρίζεις» στις εκλογές και τους στέλνεις σπίτι τους, όταν κρίνεις, ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους ή ενεργούν κόντρα στο κοινό συμφέρον. Οι κακοί δικαστικοί περνούν από πειθαρχικό και είτε ξηλώνονται και αποστέλλονται άναυλοι στο σπίτι τους είτε υφίστανται σοβαρές κυρώσεις, ώστε να μάθουν καλύτερα το νόμο και τις υποχρεώσεις τους.
            Το πραγματικό πρόβλημα αυτής της χώρας είναι οι φαύλοι εκείνοι πολίτες, οι οποίοι θεωρούν, ότι η δική τους ασφάλεια, όπως και αν την ορίζουν, υπερτερεί των όποιων δικαιωμάτων μιας οροθετικής πόρνης ή ενός κρατουμένου, που παραμένει στη φυλακή κατά παράβαση, όσων ορίζει ο νόμος για την προσωρινή κράτηση, και, συνεπώς, στο όνομα της δικής τους ασφάλειας όχι μόνο επιτρέπεται αλλά επιβάλλεται η διαπόμπευσή της. Οι ίδιοι αυτοί πολίτες όχι μόνο σφυρίζουν αδιάφορα στο άκουσμα της παράνομης παράτασης της προσωρινής κράτησης ενός συνανθρώπου τους αλλά τη θεωρούν επιβεβλημένη, επειδή το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι αναρχικός και επιδιώκει την ανατροπή του πολιτεύματος (μερικά από τα επιχειρήματα που διάβασα). Και αν δεν έχει, ακόμα, δικαστεί και ο νόμος προβλέπει, ότι μετά την πάροδο του ανωτάτου ορίου προσωρινής κράτησης ο κρατούμενος πρέπει να αφεθεί ελεύθερος, για τους συμπολίτες μας αυτούς ο κ. Σακκάς έχει κηρυχθεί ένοχος και ορθότατα παρέμεινε κρατούμενος για περισσότερο χρόνο απ’ όσο προβλέπει ο νόμος.  Προ ενός έτους, τα αυτά πρόσωπα θεωρούσαν σωστή την απόφαση του τότε Υπουργού Υγείας, κ. Λοβέρδου, να δίδονται στη δημοσιότητα τα στοιχεία των προσώπων, που έπασχαν από επικίνδυνες μεταδοτικές ασθένειες, διότι έτσι θα τιμωρούνταν ιερόδουλες, που ήταν φορείς των ασθενειών αυτών. Στο μυαλό αυτών των συμπολιτών μας δεν χωρούσε το ενδεχόμενο το νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας των οίκων ανοχής να πάσχει σφόδρα και, εκ του λόγου αυτού, ο έλεγχος των πορνών από τις αρμόδιες υπηρεσίες να είναι όχι απλά πλημμελής αλλά και σχεδόν ανύπαρκτος. Αρκούσε που ο τότε Υπουργός Υγείας με μια κατάπτυστη απόφαση πέταξε στην αρένα μερικές ανυπεράσπιστες πόρνες – όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο, μάλλον δεν αντιλαμβάνεται, ότι η πόρνη δεν έχει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του σώματός της καθώς και ότι η κοινωνία μας την τοποθετεί στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας – αφήνοντας το υπάρχον νομοθετικό καθεστώς εξίσου προβληματικό με πριν και τις πόρνες να σέρνονται από τα αφροδίσια νοσήματα.
            Λυπάμαι, αν στενοχωρώ κάποιους φίλους, αλλά αυτή η κατηγορία συμπολιτών μας είναι απείρως χειρότερη από τους κυβερνώντες μας. Διότι, αν οι τελευταίοι λειτουργούν ασύδοτα και αφήνουν τους υφισταμένους τους να δρουν επίσης ασύδοτα, το οφείλουν στους παραπάνω συμπολίτες μας, οι οποίοι επικροτούν κάθε παράνομη ενέργειά τους, κρίνοντάς την ως απαραίτητη για την ασφάλεια και ευημερία τους. Και ο νόμος και τα ατομικά δικαιώματα των προσώπων, που πλήττονται από τις κυβερνητικές και δικαστικές ατασθαλίες; Ας πάνε να κουρεύονται, σύμφωνα πάντα με αυτούς τους συμπολίτες μας, αρκεί αυτοί να νοιώθουν, ότι δεν απειλείται ο μικρόκοσμός τους!

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Μια εικόνα από το μέλλον

Απέμεναν δέκα λεπτά, μέχρι να τον φωνάξουν να εμφανιστεί.
Έλεγξε με τα δάχτυλά του τον κόμπο της πανάκριβης ιταλικής και νεανικής γραβάτας του. Ίσιωσε τη χωρίστρα του. 10 χρόνια είχε αποχωριστεί το εν χρω κούρεμα και ακόμα ένοιωθε κάπως παράξενα, που κάτι γαργαλούσε την παλάμη του, κάθε φορά που την ύψωνε πάνω από το κεφάλι του. Σκούπισε μηχανικά το πέτο και το μαντίλι του σακακιού του. Προς στιγμή, θυμήθηκε την πρότερη νιότη του, όταν σήκωνε το χέρι είτε για να χαιρετίσει με τον τρόπο, που τον είχαν μάθει στο κόμμα του, είτε για να δώσει το σύνθημα στους συντρόφους του να μπουκάρουν σε στέκια μεταναστών. Α, μια φορά είχε χτυπήσει και μια βουλευτή του ΚΚΕ σε τηλεοπτική εκπομπή. Την είχε γλυτώσει, επειδή η παθούσα δεν είχε υποβάλει έγκληση.
Έπιασε τον εαυτό του να λέει λόγια, όπως "βρωμιάρηδες", "λαθρομετανάστες" και άλλες πολλές με παρεμφερή απαξία. Οι λέξεις ξύπνησαν θύμησες απ' τα όχι και τόσο παλιά. Το σκοτεινό παρασκήνιο του θύμισε εποχές ένδοξες και ανδρειωμένες, όταν με άλλους συντρόφους του εξορμούσε στις γειτονιές των μεταναστών και κυνηγούσε όποιον σκουρόχρωμο έβρισκε μπροστά του ή απειλούσε ομοφυλοφίλους και καλλιτέχνες. Τα μάτια του στριφογύρισαν στις κόχες τους. Η ματιά του έπεσε στην καθαρίστρια, που πάλευε με μια μουντζούρα στον τοίχο. Μετανάστρια, συμπέρανε, από το δέρμα της επιδερμίδας της! Τόσα χρόνια στο κυνήγι, τους είχε μάθει και αυτοί τον είχαν, επίσης, μάθει. Το τρομαγμένο βλέμμα της τον γέμισε ευχαρίστηση. Τι ωραία που θα ήταν να της κολλήσω τη μάπα στον τοίχο, σκέφτηκε. Ένοιωσε την αδρεναλίνη να πετάγεται από κάθε πόρο του δέρματός του. 
Ένα νόημα του βοηθού σκηνοθέτη τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Σε πέντε λεπτά εμφανίζεσαι. Τι ηλίθιος, σκέφτηκε, θα τα τίναζα όλα στον αέρα για μια παρόρμηση. Σε λίγο, θα άρχιζε η συνέντευξή του, η οποία θα μεταδιδόταν σε πανελλήνιο δίκτυο και αυτός σκεφτόταν να τσακίσει τη μούρη μιας "λαθρομετανάστριας". Τα έβαλε με τον εαυτό του. Οι εποχές, που δρούσε με βάση το θυμικό του, είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Το κόμμα του, κάποτε περιθωριακό και με μερικές εκατοντάδες ψήφους πανελλαδικά, συγκέντρωνε, πλέον, το 20% και έπαιζε το ρόλο ρυθμιστή σε μια αποσαθρωμένη κοινωνία, που περίμενε από τους πάλαι ποτέ μαυροντυμένους και σωματώδεις τύπους, τους οποίους πάντοτε συνόδευαν κοπέλες σε όλες τις αποχρώσεις του ξανθού, να βάλει στη θέση τους τους κλέφτες πολιτικούς και να διαλύσει το σάπιο σύστημα. Συνάμα, όμως, μια δεκαετία στα βουλευτικά έδρανα είχε διδάξει αυτόν και το κόμμα του να συγκρατούν τα νεύρα τους. Κάτι ηλίθιοι, που επέμεναν στις παραδοσιακές μεθόδους της βίας και του τραμπουκισμού, είχαν εκδιωχθεί από το κόμμα και τώρα φυτοζωούσαν πουλώντας προστασία σε τριτοκλασάτα μπαράκια ή ξεφορτώνοντας κασόνια σε σούπερ μάρκετς. Ας πρόσεχαν, τόσο τους έκοβε, σκέφτηκε.  Όσοι κατάλαβαν, ότι έπρεπε να προσαρμοστούν, εγκατέλειψαν τις ακραίες κομμώσεις και προσαρμόστηκαν στις νόρμες των αστών, που έπρεπε να προσεταιριστούν. Τέρμα πια οι μπρατσαράδες με τις στενές μπλούζες και τα μουστάκια των οπλαρχηγών του '21! Τέρμα πια τα κουρέματα γουλί! Τέρμα τα άρβυλα και τα μαύρα τζιν! Κομμένοι και οι λεκτικοί αυτοσχεδιασμοί, που προκαλούσαν αλωπεκίαση σε όσους ακροατές γνώριζαν ελληνικά. Είμαστε εθνικιστές και ο καλός εθνικιστής δεν πρέπει να φωνάζει τις καταβολές του, είχε πει ο αρχηγός και οι λιγότερο ανεγκέφαλοι τον είχαν υπακούσει, όπως, άλλωστε, είχαν διδαχθεί από το πρώτο κιόλας λεπτό τους στο κόμμα. 
Δύο λεπτά, έκανε νόημα ο βοηθός σκηνοθέτη. Τώρα και αυτός και οι σύντροφοί του είχαν ντυθεί κοστούμια και γραβάτες, είχαν αφήσει το μαλλί τους να μεγαλώσει 2-3 πόντους, είχαν ιταλικά παπούτσια και βουρ  στα ΜΜΕ. Μερικοί έβαλαν και ζελέ στο μαλλί και έντυσαν το λόγο τους με 5-6 ελληνικούρες, για να δείχνουν μορφωμένοι και καλοί χρήστες της ελληνικής. Κάποιοι πήγαν σε γιατρούς, για να τους αφαιρέσουν τα τατουάζ με τις σβάστικες και τα ζιγκ χάιλ. Τώρα, που το σχέδιο συνεργασίας με τη Ν.Δ. είχε πάρει καλό δρόμο και το κόμμα είχε αποκτήσει ρόλο ρυθμιστή στα πολιτικά πράγματα, το πρόγραμμά του είχε τροποποιηθεί προς το ηπιότερο. Τώρα προείχε η βελτίωση της παιδείας, με σκοπό την εθνική και θρησκευτική διάπλαση των παίδων, με έμφαση στην αύξηση των ωρών διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και την προσθήκη μιας, ακόμα, ώρας θρησκευτικών αλλά και την αποκάθαρση της διδασκαλίας της ιστορίας "από αριστερές επιρροές". Στην οικονομία, οι κραυγές περί καταργήσεων των μνημονίων είχαν αντικατασταθεί από συνθήματα για αληθινή επαναδιαπραγμάτευση μαζί με σχέδιο περί αύξησης της εγχώριας αγροτικής παραγωγής και αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου της χώρας από Έλληνες, για να γίνει η χώρα αυτάρκης και να μην εξαρτάται από τους ξένους. Στην πολιτική, θα αποκάλυπταν όσους πολιτικούς είχαν προδώσει τη χώρα στα ξένα συμφέροντα και θα τους τιμωρούσαν αμείλικτα, ψηφίζοντας νόμους με αναδρομική ισχύ. Στον τομέας της εγκληματικότητας, είχαν ήδη εισηγηθεί την επαναφορά της θανατικής ποινής και την υιοθέτηση του μέτρου των καταναγκαστικών έργων ως μέσου σωφρονισμού των φυλακισμένων. Όσο για τους μετανάστες; Η πρόταση ήταν απλή, όσοι μπήκαν νόμιμα στη χώρα, θα παρέμεναν στη χώρα. Οι υπόλοιποι θα απελαύνονταν.
Ένα λεπτό! Κοίταξε από το παρασκήνιο τον παρουσιαστή. Ήταν ο καλύτερος σύμμαχός του και δεν φοβόταν, μήπως του κάνει κάποια κακή ερώτηση. Η αυτοπεποίθησή του είχε πάει στα ουράνια. Τα πόδια του είχαν βγάλει φτερά. Ούτε υπήρχε περίπτωση να του θυμίσει το παρελθόν του. Άλλωστε, η απάντησή του σε όσους κακεντρεχείς του θύμιζαν τη βίαιη νιότη του ήταν σταθερή. Επρόκειτο για νεανικά ατοπήματα, που όλοι έχουμε κάνει.
Μπαίνεις, μόλις σταματήσει να μιλάει ο παρουσιαστής, έκανε νόημα ο βοηθός σκηνοθέτη. Ο φέρελπις πολιτικός, ο πρώτος βουλευτής των εθνικιστών, που θα έπαιρνε υπουργικό αξίωμα, ο αγαπημένος χιλιάδων νέων, ο επιστήμονας, που συνδύασε την πολιτική με το σεξ απήλ και τον ανδρισμό, που έκανε τις γυναίκες να παραμιλούν στη θέα του, έπαιρνε τη θέση του δίπλα στον παρουσιαστή, που τον  προσφωνούσε :
"Κυρίες και κύριοι, υποδεχθείτε τον .............."
Το κοινό χειροκροτούσε εκστασιασμένο.
Καληνύχτα, Ελλάδα!

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Δεν αρκούν οι οικονομικοί δείκτες


Ακόμα θυμάμαι κάποια σχόλια και άρθρα προ καιρού, τα οποία ενεφάνιζαν μια ακμαία και ευημερούσα οικονομικά Τουρκία και τη συνέκριναν με την χειμαζόμενη Ελλάδα, για να καταλήξουν στο συμπέρασμα, ότι η οικονομική ευμάρεια είναι ο καλύτερος τρόπος για την παγίωση της ειρήνης σε μια χώρα. Μέχρι και κρίσεις, ότι η Τουρκία είναι περισσότερο δημοκρατική χώρα από την Ελλάδα είχαν ακουστεί.
Ελάχιστοι ελάμβαναν υπόψη, ότι πίσω από την απαστράπτουσα εικόνα του κέντρου και των καλών συνοικιών της Κωνσταντινούπολης και των πόλεων των μικρασιατικών παραλίων υπήρχαν γειτονιές εκατομμυρίων απόκληρων στις ίδιες αυτές πόλεις αλλά και πόλεις στη μικρασιατική ενδοχώρα, τις οποίες το τουρκικό οικονομικό θαύμα δεν είχε αγγίξει. Ελάχιστοι ελάμβαναν υπόψη, ότι η κυβέρνηση Ερντογάν είναι βαθύτατα οπισθοδρομική και ελάχιστα δημοκρατική και χωρίς σεβασμό στην ελευθερία του λόγου (72 πρόσωπα απασχολούμενα σε Μ.Μ.Ε. βρίσκονταν σε τουρκικές φυλακές το 2012, σύμφωνα με τους Δημοσιογράφους χωρίς Σύνορα), που επιχειρεί να λάβει μέτρα για την ηθική τάξη, τα οποία περιλαμβάνουν ως και την απαγόρευση του φιλιού στο μετρό. Ελάχιστοι θυμούνται τη δήλωση του πρωθυπουργού, κ. Ερντογάν, ότι επιθυμεί μια θρησκευόμενη νεολαία ή την εικόνα των μαντιλοφορεμένων συζύγων τόσο του κ. Ερντογάν όσο και των υπολοίπων υπουργών του. 
Δεν πιστεύω, ότι το σύνολο των διαμαρτυρομένων στην Πλατεία Ταξίμ είναι κεμαλιστές ή αντιτιθέμενοι στην ανέγερση εμπορικού κέντρου στην ίδια πλατεία και σε σημείο της, όπου υπάρχει πράσινο. Σίγουρα σε μια τέτοια ογκώδη διαδήλωση θα υπάρχουν και φτωχοί άνθρωποι, που διεκδικούν καλύτερο καταμερισμό του πλούτου ή έστω μέτρα ανακούφισης της φτώχειας τους, δημοκράτες με αίτημα για εκδημοκρατισμό της Τουρκίας, πολέμιοι του ισλαμισμού, έστω της μετριοπαθούς μορφής του, που, κατά δήλωση του κ. Ερντογάν, πρεσβεύει το ΑΚΡ, και πολλοί άλλοι. Σε ένα τέτοιο πλήθος είναι φύσει αδύνατο να υπάρξει ιδεολογική και πολιτική ομοιογένεια, ως, επίσης, είναι πολύ νωρίς, για να συμπεράνουμε, αν οι διαδηλωτές θα παραμείνουν και στη συνέχεια ενωμένοι ή θα διασπαστούν.
Δύο μόνο πράγματα είναι σίγουρα μετά τα γεγονότα στην Πλατεία Ταξίμ. Πρώτον, ότι ο Τούρκος ηγέτης είναι γυμνός και προσπάθησε να καλύψει τη γύμνια του επιστρατεύοντας την ίδια λύση, που χρησιμοποιούσαν οι προκάτοχοί του, οι ίδιοι, δηλαδή, που εφάρμοσαν εκείνη την πολιτική, την οποία αυτός δήλωνε, ότι θα ανατρέψει, δηλαδή τη βία. Και, δεύτερον, η οικονομική ευημερία δεν αφορά το μεγαλύτερο μέρος της τουρκικής κοινωνίας και, βέβαια, δεν αποτέλεσε ικανή προϋπόθεση, ώστε να κάνει ακόμα και όσους ωφελήθηκαν από αυτή, ανάμεσά τους και τους ευρισκόμενος πιο κοντά στις ευρωπαϊκές κατακτήσεις κατοίκους της Κωνσταντινούπολης και των πόλεων στα παράλια της Μικρασίας να ξεχάσουν την οπισθοδρομικότητα της κυβέρνησης Ερντογάν και την απόφασή της να καταργήσει τα ελάχιστα εκείνα θετικά στοιχεία, που άφησε ο κεμαλισμός, ήτοι το άθρησκο κράτος και την αδιαφορία για τα ήθη και έθιμα των πολιτών. 

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Με αφορμή μια επέτειο


            Χτες είχαμε την επέτειο από την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και, ως είθισται, δεν έλειψαν οι υπερβολικές αντιδράσεις πένθους για την απώλεια της Βασιλεύουσας, οι οποίες έφτασαν μέχρι του σημείου να ακουστούν τα γνωστά «πάλι με χρόνια με καιρούς» κ.ο.κ. Το φάντασμα της Μεγάλης Ιδέας εξακολουθεί να στοιχειώνει τη μνήμη πολλών συμπολιτών μας 91 χρόνια μετά τον ενταφιασμό της.

            Η πικρή αλήθεια είναι, ότι για πολύ κόσμο τα γεγονότα των τελευταίων στιγμών της Πόλης πριν την εκπόρθησή της παραμένουν νεφελώδη. Ο μύθος της Κερκόπορτας που κάποιος προδότης, ο οποίος πότε είναι εκχριστιανισμένος Οθωμανός και πότε κάποιος Έλληνας, που πρόδωσε το λαό του, άνοιξε, ή των κακών Δυτικών, οι οποίοι μας εκδικήθηκαν, που δεν ενδώσαμε στα αιτήματά τους στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, και δεν απέστειλαν βοήθεια, παραμένουν για πολύ κόσμο οι κύριες αιτίες της Άλωσης. Στο καπάκι, η Εκκλησία της Ελλάδος τιμά τη μνήμη του Γενναδίου Σχολαρίου, πρώτου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μετά την Άλωση, ο οποίος, κατά την επικρατούσα άποψη, διέσωσε το χριστιανισμό πείθοντας προς τούτο το Μωάμεθ το Β’, τον επονομαζόμενο Πορθητή, να τον ορίσει στην ως άνω θέση.

            Ωστόσο, έχει μεγάλη σημασία να δούμε, κατά πόσο ανταποκρίνονται οι παραπάνω ιστορίες στην πραγματικότητα εκείνης της εποχής. Επίσης, χρήσιμο είναι να γνωρίζουμε το ρόλο του Σχολαρίου κατά τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

            Υπήρχε τελικά Κερκόπορτα και προδοσία; Κατ’ αρχάς, αξίζει να συγκρίνουμε τις δύο δυνάμεις, που ήλθαν αντιμέτωπες εκείνη την εποχή. Από τη μια πλευρά, υπήρχε ο οθωμανικός στρατός, ο οποίος με ρεαλιστικές εκτιμήσεις αριθμούσε περί τις 80.000-100.000 τακτικούς με πλήρη εξοπλισμό και δυνατότητα άφθονου ανεφοδιασμού. Πίσω από αυτό το στρατό κρυβόταν η ιδιοφυία του Μωάμεθ του Β’, ο οποίος είχε φροντίσει να εξοπλίσει το στρατό του με σύγχρονα, για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, μέσα (π.χ. πλήρωσε τον Ουρβανό, για να κατασκευάσει το περιβόητο κανόνι του, το οποίο προκάλεσε τεράστια ζημία στα τείχη της Πόλης). Από την άλλη πλευρά, είχαμε μια αυτοκρατορία, που ψυχορραγούσε βουτηγμένη στην παρακμή και τις ταραχές ανάμεσα σε ενωτικούς και ανθενωτικούς και περιελάμβανε, πλέον, μόνο την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Περίπου 7.000 πολεμιστές , εκ των οποίων οι 2.000 ήταν ξένοι, στάθηκαν στις επάλξεις, για να αποκρούσουν τον οθωμανικό στρατό. Τα τείχη της πόλης ευρίσκοντο σε οικτρή κατάσταση, καθόσον δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να συντηρηθούν επαρκώς. Μια τέτοια δυσαναλογία σε ό,τι αφορά τον αριθμό των μαχίμων ήταν καταδικαστική για την πλευρά με το μικρότερο αριθμό, ενώ, αν σκεφτούμε, ότι είχαμε περάσει στην εποχή των τηλεβόλων όπλων, ο χρόνος πολιορκίας μιας πόλεως είχε συντομεύσει κατά πολύ.

            Άρα δεν υπήρξε κάποια προδοσία; Προσωπική μου άποψη είναι, ότι δε χρειαζόταν κάτι τέτοιο, για να πέσει η Πόλη, ειδικά στην κατάσταση στην οποία ευρίσκετο. Κακά τα ψέμματα, όλο και κάποιο τείχος θα κατέρρευσε ολοκληρωτικά ή κάποια πύλη θα υποχώρησε επιτρέποντας σε στίφη Οθωμανών να εισβάλουν στην Πόλη και να σπείρουν τον πανικό (σε επίπεδο στρατού ήταν ίσως το πιο επίφοβο σώμα της εποχής) . Ο μύθος αναφέρεται σε κερκόπορτες και προδοσίες, διότι ίσως είναι πολύ προτιμότερη για τη λαϊκή σοφία η απόδοση της Άλωσης σε παράγοντες, που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ή αντιμετωπιστούν ακόμα και με μέτρα άκρας συνέσεως και επιμελείας, παρά στην πραγματική αδυναμία των αμυνομένων να αποκρούσουν  οριστικά και αμετάκλητα τον οθωμανικό στρατό.

            Δεν φταίνε οι Δυτικοί για την πτώση της Πόλης; Σε καμμία περίπτωση! Κατ’ αρχάς, όπως προαναφέρθηκε παραπάνω, ανάμεσα στους υπερασπιστές της Πόλης υπήρχαν Γενουάτες υπό τον Ιωάννη Ιουστινιάνη, Βενετοί και άλλες εθνότητες. Η συντριπτική πλειοψηφία των Δυτικών, που πολέμησαν για τη Βασιλεύουσα, έδωσαν τη ζωή τους γι’ αυτή. Επίσης, την εποχή εκείνη, οι Οθωμανοί αποτελούσαν τον υπ’ αριθμ. 1 κίνδυνο για τη Δύση, ενώ η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε ελάχιστο προσδόκιμο, αν σκεφτούμε, ότι είχε απομείνει στην επικράτειά της μόνο η Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Κανένα δυτικό κράτος δεν θα ποντάριζε να αποστείλει σοβαρή βοήθεια σε ένα ανίσχυρο κράτος, αφαιρώντας δυνάμεις από άλλες εκτάσεις του. Ο αντίκτυπος από τις μάχες της Νικοπόλεως και της Βάρνας, όπου οι Δυτικοί υπέστησαν σοβαρές ήττες από τους Οθωμανούς, είχαν αποδείξει, ότι η συγκέντρωση δυνάμεων στις ήδη υφιστάμενες κτήσεις τους ήταν καλύτερη λύση από την αποστολή στρατού προς υποστήριξη μιας ημιθανούς αυτοκρατορίας.

            Φυσικά, αξίζει να αναφερθεί, ότι στο μεγαλύτερο διάστημα του 14ου αιώνα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ταλανίστηκε από εμφυλίους πολέμους ανάμεσα στους διεκδικητές του θρόνου. Πρωταγωνιστής αυτών των εμφυλίων ήταν ο Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος, ο οποίος εκθρονίστηκε τρεις φορές, αφού πρόλαβε με δικές του ενέργειες να μετατρέψει του Οθωμανούς σε ρυθμιστές των εσωτερικών της αυτοκρατορίας του, καταβάλλοντας σε αυτούς βαρύ φόρο υποτέλειας και παραχωρώντας τους πόλεις π.χ. Φιλαδέλφεια, για να κερδίσει την υποστήριξή τους. Αυτή η εξασθένηση ήταν αποκλειστικά έργο των Βυζαντινών και καμμία ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί στους Δυτικούς, επειδή μερικές δεκαετίες αργότερα η Πόλη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών.

            Ακόμα και αν η Εκκλησία δεν διεδραμάτιζε αρνητικό ρόλο κατά τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Άλωση ήταν δεδομένη : Αν λάβουμε υπόψη την αδυναμία των Βυζαντινών, προφανώς η Πόλη θα έπεφτε, ακόμα και αν η Εκκλησία ήταν σφόδρα ενωτική. Ωστόσο, η πικρή αλήθεια είναι, ότι η Εκκλησία επέσπευσε το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αρνούμενη έστω για λόγους ανάγκης να υπαναχωρήσει απ’ ό,τι θεωρούσε ως αρχές της. Για την ακρίβεια, ενώ ο Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος πάσχιζε να αποσπάσει τη βοήθεια των Δυτικών στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, υποσχόμενος την Ένωση των Εκκλησιών, η πλειοψηφία των ιερέων φρόντισε να φανατίσει το λαό, ώστε να μην αποδεχθεί αυτή την Ένωση, θεωρώντας ότι είναι προτιμότερο να πέσει η Πόλη στα χέρια των απίστων παρά των Λατίνων. Η υποδοχή που ο λαός επεφύλαξε στον Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο, όταν αυτός επέστρεψε από τη Δύση, ήταν ενδεικτική των προθέσεων της Εκκλησίας. Το τελευταίο πράγμα, που χρειαζόταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ήταν ο διχασμός του λαού. Δυστυχώς, με αυτό το πνεύμα βρήκε ο οθωμανικός στρατός την πολύπαθη Βασιλεύουσα κατά την έναρξη της τελευταίας πολιορκίας. Αποκορύφωμα αυτής της άρνησης της Εκκλησίας να συμπράξει στην άμυνα της Πόλης (λαμπρή εξαίρεση ο ενωτικός καρδινάλιος Ισίδωρος) ήταν οι χιλιάδες μοναχοί, που είχαν κλειστεί στις μονές τους αρνούμενοι να πολεμήσουν και κηρύσσοντας ότι η πτώση της Πόλης είναι θέλημα Θεού, τακτική ολέθρια σε μια κοινωνία αμόρφωτη και γαντζωμένη από τα Θεία.

            Ο Σχολάριος λειτούργησε ρεαλιστικά και χάρη σε αυτόν διατηρήθηκε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και μπήκαν οι βάσεις για τη μετέπειτα πορεία του υπέρ του έθνους : Ο Γεννάδιος (Γεώργιος) Σχολάριος λειτούργησε με βάση το προσωπικό του συμφέρον και μόνο. Από ενωτικός μετετράπη σε σφόδρα ανθενωτικό με την επιστροφή του Ιωάννη Η’ Παλαιολόγου από τη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας και επηρεασμένος από το μέντορά του, Μάρκο Ευγενικό, ο οποίος είχε αρνηθεί να υπογράψει τη σχετική συμφωνία. Σε εποχές που ήταν προς όφελος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας να επικρατήσει ηρεμία στο εσωτερικό της, ο Σχολάριος μαζί με άλλους κληρικούς φρόντιζε να δυναμιτίζει το κλίμα με αποκορύφωμα τα κηρύγματά του, ότι ήταν θέλημα Θεού να πέσει η Πόλη, στη διάρκεια της πολιορκίας της. Κατά την πτώση της, ο Σχολάριος συνελήφθη και σύρθηκε σκλάβος στην Αδριανούπολη, τότε πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου ήλθε σε συνεννόηση με το Μωάμεθ το Β’, ο οποίος του απένειμε τον τίτλο του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Εκτός του ότι σηκώνει πολλά ερωτηματικά, πως ακριβώς πέτυχε ο σκλάβος, πλέον, Σχολάριος να συναντηθεί με το Μωάμεθ, η προθυμία του να συνεργαστεί με εκείνο τον άνθρωπο, ο οποίος είχε δηώσει την Πόλη και καταλύσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όσο ρεαλιστική ή μάλλον ωμή κι αν θεωρηθεί, δείχνει ένα καιροσκοπισμό άνευ προηγουμένου. Φυσικά, ο Μωάμεθ δεν ήταν κάποιος ανόητος σουλτάνος, που δεν είχε αντιληφθεί το ποιόν του Σχολαρίου και τον εξανάγκασε τρεις φορές σε παραίτηση, όταν έκρινε, ότι δεν τον εξυπηρετούσε η παραμονή του στον πατριαρχικό θρόνο. Ωστόσο, τόσο η Πολιτεία όσο και η Εκκλησία εξακολουθούν να τον κατατάσσουν ανάμεσα στους άξιους Πατριάρχες η δε τελευταία τιμά τη μνήμη του στις 25 Αυγούστου.

            Ποια θα ήταν η τύχη της Βασιλεύουσας, αν τελικά είχε αποσταλεί βοήθεια από τους Δυτικούς ή η Εκκλησία τηρούσε διαφορετική στάση; Θεωρώ, ότι θα έπεφτε και πάλι είτε στα χέρια του Μωάμεθ του Β’ είτε σε αυτά κάποιου διαδόχου του. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι την εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, ήτοι 100 χρόνια μετά την Άλωση, ήταν η πιο ισχυρή δύναμη στην Ευρώπη και καμμία ευρωπαϊκή χώρα δεν είχε καταφέρει να την ανακόψει. Για την ακρίβεια, η Πόλη θα μπορούσε να έχει πέσει 50 χρόνια νωρίτερα, επί Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου, αν δεν είχε προηγηθεί η καταστροφική ήττα των Οθωμανών στη μάχη της Άγκυρας το 1402 από τους Μογγόλους του Ταμερλάνου και οι εμφύλιες διαμάχες, που ανάγκασαν τόσο το Μωάμεθ τον Α’ όσο και το Μουράτ το Β’, πατέρα του Πορθητή, να εγκαταλείψουν τα όνειρά τους για κατάληψη της Βασιλεύουσας, δίνοντας έτσι μερικά, ακόμα, χρόνια ζωής στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το γεγονός, όμως, ότι μέσα σε 30 χρόνια από την παραπάνω μάχη οι Οθωμανοί ήταν το ίδιο ισχυροί όπως και πριν αλλά και το γεγονός, ότι οι Βυζαντινοί δεν κατάφεραν να εκμεταλλευτούν, λόγω αδυναμίας τους, τις εμφύλιες διαμάχες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αποτέλεσμα να παραδώσουν όσες πόλεις είχαν καταφέρει να ανακαταλάβουν από τους Οθωμανούς στους Δυτικούς π.χ. Θεσσαλονίκη στους Βενετούς, δείχνει, ότι η πτώση της Πόλης ήταν αναπόφευκτη.

            Αξίζει, τελικά, να θρηνούμε ακόμα και σήμερα για την Άλωση και να τη μνημονεύουμε ως κομμάτι της ιστορίας μας; Η ιστορική μνήμη συνιστά δικαίωμα και όχι υποχρέωση, σε εποχές, που η ένταξη σε κάποιο συλλογικό υποσυνείδητο μοιάζει να μην απασχολεί ολοένα και περισσότερο κόσμο. Η πτώση της Πόλης ήταν δεδομένη με βάση τις πραγματικές συνθήκες της εποχής και θα ήταν τουλάχιστον άστοχο να θρηνούμε για την πτώση της και να ευχόμαστε να ξαναγίνει ελληνική, όταν στην πραγματικότητα ποτέ δεν υπήρξε ελληνική, καθότι οι Βυζαντινοί θεωρούσαν εαυτού Ρωμαίους και όχι Έλληνες, ειδικά αν θυμηθούμε την περιβόητη ρήση του Σχολαρίου «Είμαι χριστιανός, ως εκ τούτου δεν δύναμαι να είμαι Έλλην».

            Ένα πολύ μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας εξακολουθεί να ταυτίζει την ιστορική μνήμη και τον πατριωτισμό με αλυτρωτικές βλέψεις, που ελάχιστα απέχουν από τον μεγαλοϊδεατισμό, που χαρακτήριζε το ελληνικό κράτος μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή. Κανένας δεν εμποδίζει κανένα να θεωρεί κομμάτι της ελληνικής ιστορίας την Άλωση και να τιμά την επέτειό της, πλην, όμως, είναι τουλάχιστον άστοχο να επιχειρείται να μετατραπεί σε κομμάτι αυτής της ιστορικής μνήμης η λογική των χαμένων πατρίδων.     Προσωπικά θεωρώ, ότι είναι προτιμότερο να τιμάται η μνήμη του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου ως του αυτοκράτορα εκείνου, ο οποίος πολέμησε για μια ουσιαστικά χαμένη υπόθεση και επέλεξε να πέσει μαχόμενος παρά να παραδώσει την Πόλη στους Οθωμανούς.

            Εν κατακλείδι, οι συζητήσεις γύρω από την Άλωση μπορούν να συνεχιστούν επ’ άπειρον. Η ιστορία είναι ένας ζωντανός οργανισμός επιδεχόμενος αναθεωρήσεις, αλλαγές και απορρίψεις βάσει επιστημονικών δεδομένων, οπότε τίποτα δεν αποκλείει μετά από μερικά χρόνια να διατυπωθούν νέες θεωρίες για τα αίτια της Άλωσης. Το μόνο σίγουρο είναι, ότι, όσο ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας εξακολουθεί να ασπάζεται μύθους και δοξασίες γύρω από το θέμα αυτό και εξακολουθεί να πιστεύει για μαρμαρωμένους βασιλιάδες, κερκόπορτες και προδότες Δυτικούς, μια ουσιαστική και νηφάλια συζήτηση, 560 χρόνια μετά την Άλωση, δεν πρόκειται να λάβει χώρα.