Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κυριακή 3 Μαΐου 2009

Επιπόλαιες συγκρίσεις

Δεν είδα, ακόμα, την τουρκική ταινία "ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ" της Τομρίς Γκιρτιλίογλου αλλά πρόλαβα να διαβάσω και να θαυμάσω τη σπουδή, με την οποία ορισμένοι κριτικοί κινηματογράφου και όχι μόνο αυτοί έσπευσαν να επαινέσουν τους γείτονές μας, που αποφάσισαν να δουν με κριτική ματιά τα ανδραγαθήματά τους εις βάρος εθνοτήτων, που ζούσαν μαζί τους στο παρελθόν, ενώ εμείς ακόμα δεν αγγίζουμε τέτοια ζητήματα.
Προφανώς για τους θιασώτες της παραπάνω άποψης δεν υπάρχουν τα εκδοθέντα το 1962 "ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ" της Διδούς Σωτηρίου, στις σελίδες των οποίων (μιλάω για το βιβλίο και όχι για την τηλεοπτική σειρά) αναφέρονται οι αγριότητες του ελληνικού στρατού στην περιοχή της Σμύρνης. Ενδεχόμενα για τα ίδια πρόσωπα να μην υφίστανται ούτε ανάλογες ιστορικές μελέτες, που αναφέρονται σε βαρβαρότητες από την ελληνική πλευρά, όπως το πογκρόμ στην εβραϊκή συνοικία Κάμπελ της Θεσσαλονίκης, που δεν είχε, σε καμμία περίπτωση, την ένταση και έκταση των Σεπτεμβριανών του 1955 στην Πόλη αλλά υπάρχει και κρίνεται, η μπάρα, με την οποία ήταν αποκλεισμένοι από την υπόλοιπη Ελλάδα οι κάτοικοι των Πομακοχωρίων της Θράκης έως και πριν από 15 χρόνια κ.λπ.
Αλλά η σύγχρονη τάση να υπερθεματίζουμε σε ενοχές για τις αγριότητες του παρελθόντος ως και για τη σκόπιμη εκ μέρους μας, δήθεν, απόκρυψή τους φαίνεται, ότι υπερτερεί της δυνατότητας να ρίχνουμε ψύχραιμες ματιές στο παρελθόν μας. Και, κυρίως, να διαπιστώνουμε, ότι έχουμε ξεφύγει από την ωραιοποίηση της ιστορίας μας και έχουμε καταβάλει αρκετές προσπάθειες, ώστε να δούμε και τις γκρίζες ου μην και μαύρες σελίδες της.

Σάββατο 2 Μαΐου 2009

Η επίκληση μιας ξεχασμένης έννοιας

Πίσω από τις ολοένα εντονότερες προτροπές των ανωτέρων στελεχών της κυβερνώσης παρατάξεως για ψήφο των βουλευτών της κατά συνείδηση στην υπόθεση του πρώην Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, κ. Παυλίδη, κρύβεται μια περισσότερο θλιβερή πραγματικότητα, αυτή, που θέλει την πολιτική μας να είναι τόσο απαξιωμένη και στερούμενη συνειδήσεως στα μάτια των πολιτών, ώστε η επίκληση της κατά συνείδηση ψήφου να φαντάζει ως ένα άνοστο και, ακόμα χειρότερα, κακόγουστο αστείο, με το οποίο όχι μόνο κανείς δεν έχει την όρεξη να γελάσει αλλά φρίττει ακόμα περισσότερο με την κακογουστιά του πολιτικού μας μικρόκοσμου.
Αφού, λοιπόν, η πολιτική σκηνή του τόπου μας δίδαξε επί σειρά ετών την ανηθικότητα, η οποία είναι συνέπεια της απουσίας πάσης συνειδήσεως των πολιτικών μας, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τώρα προτρέπει εαυτήν ή μάλλον το μέρος της εκείνο, το οποίο νέμεται αμεσότερα την εποχή αυτή την εξουσία, να χρησιμοποιήσει μια αφηρημένη και λησμονημένη έννοια, προκειμένου να επιτύχει την παραπομπή ενός παρατυπήσαντος πρώην υπουργού (δε χρησιμοποιώ βαρύτερους χαρακτηρισμούς, αφού το τεκμήριο της αθωότητας ισχύει για όλους). Και το πρόβλημα δεν είναι, αν ο εν λόγω πολιτικός παρέβλεψε το νόμο, πράγμα, για το οποίο ακόμα δεν υπάρχει σαφή εικόνα, όσο ότι η συνείδηση, ως έννοια, που συνεπάγεται την υπευθυνότητα και την άσκηση χρηστής διοίκησης εκ μέρους των πολιτικών ταγών μας, γίνεται ένα κατά περισταση μεταχειριζόμενο εργαλείο.
Κακά τα ψέμματα, αν η κυβέρνηση ήταν περισσότερο επιμελής στην άσκηση εξουσίας, τότε κανένας δεν θα μιλούσε για συνειδήσεις και παραπομπές και όλοι θα συνέχιζαν τη ζωή τους χωρίς κανένα πολιτικό σκάνδαλο να αποτελεί το αλατοπίπερο της καθημερινότητάς μας. Και, στη χειρότερη περίπτωση, αν επεδίδετο με περισσότερη επιμέλεια στο καταδικαστέο άθλημα της κομπίνας, τότε ουδείς θα επικαλούνταν τη συνείδηση και η ζωή θα προχωρούσε.
Όμως, χρειάστηκε ένα, ακόμα, σκάνδαλο, για να θυμηθούν οι πολιτικοί μας άρχοντες, ότι υπάρχει και συνείδηση και ότι απαιτείται, αν θέλουμε την κάθαρση του πολιτικού σκηνικού, να τη μεταχειριστούν οι ίδιοι πολιτικοί, που την αγνοούσαν επί σειρά ετών, ώστε να ψηφίσουν κατά συνείδηση. Και αντί η συνείδηση να μετατραπεί σε κινητήριο μοχλό της πολιτικής ζωής της Ελλάδος σε καθημερινή βάση, καθίσταται ένα εργαλείο κατά περίσταση απαραίτητο, ήτοι όταν σηκώνεται πολύς ντόρος για μια υπόθεση με οσμή σκανδάλου. Μετά θα ξεχαστεί και αυτή η φασαρία και η συνείδηση θα κλειστεί στο χρονοντούλαπο της πολιτικής μας ιστορίας, μέχρις ότου να ξεσηκωθούν τεχνηέντως ορισμένοι αλαλάζοντες πολιτικοί μας για κάποιο άλλο περιστατικό και να τη θυμηθούν.
Δεν είναι, λοιπόν, ανεξήγητη η απαξίωση της πολιτικής στη χώρα μας, αφού οι περισσότεροι συμπολίτες μας δεν ταυτίζουν τη συνείδηση με την άσκηση πολιτικής εξουσίας.Και η περιστασιακή υπενθύμιση της συνείδησης από τους πολιτικούς απλά εντείνει την απαξίωση αυτή.

Κυριακή 26 Απριλίου 2009

Οι μικρές στιγμές της μεγάλης ευτυχίας

Μου έχει τύχει να με ρωτήσουν, τι αποτελεί απόλυτη ευτυχία για μένα. Είναι μια από εκείνες τις ερωτήσεις, που μπορεί να σε πιάσουν αδιάβαστο, αφού η πλειονότητα των συνανθρώπων μας δεν έχει μπει στη διαδικασία να ταξινομήσει εκείνα τα πράγματα, που την καθιστούν ευτυχισμένη πολλώ δε μάλλον να τα διευκρινίσει, ώστε να τα εκφράσει σε τρίτους, όταν τύχει να ερωτηθεί σχετικά. Και δε νομίζω, ότι αποτελεί έκπληξη η εμπλοκή, που παθαίνει αρκετός κόσμος, όταν του θέτουν την ερώτηση αυτή, και τελικά δεν απαντάει ή δίνει αγχώδεις απαντήσεις, ακριβώς επειδή θεωρεί, ότι πρέπει να δώσει κάποια απάντηση.
Έτυχε να αναλογιστώ αυτή την ερώτηση σήμερα, την ώρα, που απολάμβανα το μεσημεριανό μου καφεδάκι μακρυά από επαγγελματικές έγνοιες και παρέα με καλούς φίλους. Δεν ήταν, προφανώς, η πρώτη φορά, που έπινα καφέ μετά από καιρό ούτε η πρώτη φορά έπειτα από χρόνια, που έβλεπα αυτούς τους φίλους μου και τα θέματα, που συζητήσαμε, δεν ήταν κάτι το ξεχωριστό. Αν επιχειρούσα να χαρακτηρίσω κάπως τη μέρα αυτή, θα έλεγα, ότι επρόκειτο για ένα καθ' όλα συνηθισμένο μεσημέρι Κυριακής, το οποίο ελάχιστα διέφερε από άλλα κυριακάτικα μεσημέρια με φίλους, καφεδάκι και χαλαρή κουβεντούλα.
Και, όμως, συχνά η ευτυχία κρύβεται πίσω από απλά και καθημερινά πράγματα, τα οποία μπορεί να επαναλαμβάνονται με μια συχνότητα αρκετά μεγάλη αλλά δεν παύουν να χαρακτηρίζουν κάποιες όμορφες στιγμές μας. Και η ευτυχία μας δεν κρύβεται απαραίτητα πίσω από ασυνήθιστα πράγματα και σπάνιες κινήσεις αλλά μπορεί να υπάρχει και στα καθημερινά μικρά και συχνά επαναλαμβανόμενα πράγματα, που μπορεί να εκπέμπουν κάποια ρουτίνα αλλά, έστω και έτσι, μας χαρίζουν ευτυχισμένες στιγμές. Φυσικά, η επανάληψη των ίδιων πραγμάτων ίσως μετριάζει τα θετικά συναισθήματα, που μπορεί να νοιώθουμε εκείνες τις στιγμές αλλά αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα τον κανόνα, ιδίως όταν κάποιες στιγμές, που γεμίζουν τις ώρες μας, μας χαρίζουν αγαλλίαση και μας απομακρύνουν από τις σκοτούρες της ζωής.
Διότι ό,τι και αν κάνουμε, αν αυτό μας φέρνει μακρυά από τα βάσανα και τις εκκρεμότητες της καθημερινότητας, αρκεί, ώστε να νοιώσουμε χαρούμενοι, έστω προσωρινά. Και μας απαλλάσσει από το άγχος να αναζητήσουμε την ευτυχία στα ξεχωριστά και ασυνήθιστα και μόνο σε αυτά.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Βιβλία : "Το μυστικό της τελευταίας σελίδας", του Νίκου Χρυσού

Δεν είναι σπάνιες οι φορές, που ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας εκπλήσσει ευχάριστα με το πρωτόλειό του και αφήνει πολλές υποσχέσεις για το συγγραφικό του μέλλον.
Στην κατηγορία αυτή προσωπικά εντάσσω το Νίκο Χρυσό, του οποίου "ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΣΕΛΙΔΑΣ" (Εκδόσεις "ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ") μου άφησε άριστες εντυπώσεις. Ο πρωταγωνιστής του, Χρήστος Κάσιος, βιβλιοκριτικός, δημοσιογράφος, φανατικός βιβλιοφάγος και συλλέκτης παλαιών βιβλίων, βρίσκεται στα πρώτα του "-άντα" και αδυνατεί να συμφιλιωθεί με την εγκατάλειψή του από την κοπέλα του. Μια τυχαία κουβέντα σε μια παρουσίαση βιβλίου για μια λησμονημένη λογοτεχνική παρέα του παρελθόντος θα αποτελέσει το έναυσμα για την αναζήτηση των ιχνών της. Σύντομα, η αναζήτηση αυτή θα μετατραπεί σε εμμονή. Και παράλληλα με την καταβύθισή του στον κόσμο του βιβλίου, θα αρχίσει να αποδίδεται σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα ύμνο στο βιβλίο και τους βιβλιομανείς, χωρίς, ωστόσο, να καταφεύγει σε ωραιοποιήσεις. Πρόσωπα, που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην ανάγνωση βιβλίων αλλά απομονώθηκαν από τον υπόλοιπο κόσμο και το αντελήφθησαν, όταν πια ήταν πολύ αργά, εραστές της γνώσης αλλά και της ομορφιάς των λέξεων, μανιώδεις συλλέκτες βιβλίων και άδολοι στιχοπλόκοι συνθέτουν ένα κόσμο μαγικό αλλά και επικίνδυνο συνάμα, αφού ο κίνδυνος της απομόνωσής τους από τη ζωή ελλοχεύει σε κάθε σελίδα. Διότι η ζωή δεν είναι μόνο στα βιβλία ή, μάλλον, είναι πρωτίστως έξω από τα βιβλία. Και το βιβλίο εμφανίζεται ως το καταφύγιο των ευαίσθητων και καλλιεργημένων ψυχών αλλά και η πιθανή ειρκτή τους.
Παράλληλα, ο συγγραφέας δράττεται την ευκαιρία να στηλιτεύσει τη βιομηχανία της ενημέρωσης, ιδίως των μεγάλων εκδοτικών οίκων, που επιλέγουν τι θα εκδώσουν αλλά και των μύθων, που με περισσή ευκολία πλάθουν και τους καθιστούν πιστευτούς με την αγαστή συνεργασία πανεπιστημιακών και ανθρώπων, που (υποτίθεται ότι) ανήκουν στο χώρο των γραμμάτων. Η προθυμία ορισμένων ανθρώπων των γραμμάτων να συμμετάσχουν σε ένα παιχνίδι κατά της αληθινής γνώσης και ο συμβιβασμός τους με τους κανόνες του αντιπαρατίθενται στην επιθυμία του κεντρικού ήρωα να παραμείνει οπαδός της πραγματικότητας και αρνείται να συνδράμει στην οικονομική εκμετάλλευση των μύθων αυτών από τους μεγαλοεκδότες, κίνηση, την οποία συμβολίζει και η παραίτησή του από τον εκδοτικό όμιλο, στον οποίο εργάζεται. Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας σχολιάζει τη μοναξιά του σύγχρονου νέου ανθρώπου στις μεγαλουπόλεις αλλά και την κρίση των πρώτων "-άντα". Ο πρωταγωνιστής είναι τριγυρισμένος από φίλους και γνωστούς αλλά στην ουσία παραμένει μόνος και στη μοναξιά του κατεφεύγει και αναπολεί τη χαμένη του αγάπη, ενώ δεν δείχνει πρόθυμος να κάνει μια νέα αρχή, αναλογιζόμενος, παράλληλα, την ηλικία του και παραμένοντας απροσπέλαστος για όποιες γυναίκες ενδιαφέρονται γι' αυτόν.
Γραμμένο σε μια στρωτή γλώσσα, που ρέει υπέροχα, με αρκετά στοιχεία ποιητικότητας, που, όμως, δεν κουράζουν, με αρκετές αναφορές σε ποιήματα, με στροφές ποιημάτων ως επικεφαλίδες κάθε κεφαλαίου, οι οποίες σχετίζονται με το θέμα κάθε κεφαλαίου αλλά και παραπομπές σε λογοτέχνες και το έργο τους, θα μαγέψει τους βιβλιόφιλους. Η αναζήτηση της λησμονημένης λογοτεχνικής παρέας δίνεται με πειστικότητα, αν και μια κάποια ένσταση υπάρχει ως προς την αδυναμία λύτρωσης του αναγνώστη ως προς την τελική κατάληξη της αναζήτησης αυτής. Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι άψογα δομημένος και σύμφωνος με τους τριαντάρηδες της γενιάς του, με μια καλλιέργεια, βέβαια, περισσότερη από αυτή, που διαθέτουν οι συνομήλικοί του αλλά και με τις έγνοιες και το λεξιλόγιο της εποχής του, ενώ άρτια σκιαγραφημένοι δείχνουν και οι λοιποί χαρακτήρες του βιβλίου.
Πιθανότατα λάτρεψα το βιβλίο αυτό, επειδή βρίσκομαι στην ίδια ηλικία με τον πρωταγωνιστή του και ορισμένοι από τους προβληματισμούς του απασχολούν και μένα. Αλλά καμμία ταύτισή μου με οποιονδήποτε ήρωα δεν μου επιβάλλει την επιθυμία να ρουφήξω τις σελίδες οποιουδήποτε βιβλίου. Και αυτή η βουλιμική ανάγνωση των σελίδων αυτών προκλήθηκε ακριβώς από αυτή την σπουδαία γραφή του και την εξίσου σπουδαία ανάπτυξη του θέματός του. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Ειδικά στους βιβλιοφάγους!

Τετάρτη 22 Απριλίου 2009

Οι συνέπειες της μονοκρατορίας

Η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος στη χώρα μας υπήρξε πολύ ισχυρή ήδη από τις απαρχές του νεοελληνικού κράτους. Ανεξάρτητη από νωρίς από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ώστε να καλλιεργήσει την επιρροή της στο νεοελληνικό κράτος, άρχισε να εξοπλίζεται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις με προνόμια, που της έδωσαν αναμφισβήτητη δύναμη και κύρος, σε συνδυασμό με την πίστη του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, που φρόντιζε να της κληροδοτεί παντός τύπου ακίνητα. Και, βέβαια, αυτή η γιγάντωση των προνομίων και της περιουσίας της την κατέστησε αδιαμφισβήτητο ρυθμιστή καταστάσεων αλλά και φορέα, που είχε τη δυνατότητα να επηρεάζει κυβερνήσεις, αν έκρινε, ότι οι πολιτικές τους δεν τη συνέφεραν (θυμηθείτε την αποπομπή του αείμνηστου Αντώνη Τρίτση λίγο καιρό μετά τη δημοσίευση του νόμου για την εκκλησιαστική περιουσία, του οποίου ο εν λόγω πολιτικός υπήρξε εμπνευστής).
Φυσικά, ένας φορέας με αντίληψη και ισχύ μονοκράτορα δεν θα μπορούσε παρά να μην ασχολείται με το επίπεδο των προσφερόμενων υπηρεσιών των λειτουργών του και, γενικά, όσων αμείβονται από αυτόν. Διότι πώς αλλιώς μπορεί να αξιολογηθεί το φαινόμενο :
.- Εις εκ των ψαλτών της λειτουργίας της Πρώτης Ανάστασης αμέσως μετά το πέρας της λειτουργίας να εισέρχεται στο ιερό και να μιλάει στο κινητό του, ενώ η Δεξιά Πύλη του ιερού είναι ορθάνοιχτη, με αποτέλεσμα όχι μόνο να τον παρατηρεί το ποίμνιο να πηγαινοέρχεται χειρονομώντας αλλά και να ακούει την ελάχιστη σχέση έχουσα με το πνεύμα της Μεγάλης Εβδομάδος κουβέντα του,
.- Ο ιερέας του ενοριακού ναού να αρνείται να βγει στην κεντρική πύλη της εκκλησίας για να πει το "ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ", επειδή θέλει να εκφράσει με τον τρόπο αυτό τη δυσφορία του, που το ποίμνιό του δεν παραμένει στην εκκλησία μέχρι το πέρας της λειτουργίας της Αναστάσεως και
.- Ο επιφορτισμένος με το καθήκον της βάπτισης ιερέας να αναμένει να ετοιμάσουν οι γονείς τα παιδιά τους για τη βάπτιση κρατώντας με το ένα του χέρι τη μέση του και ακουμπώντας με το άλλο την κολυμπήθρα, σε μια πόζα, που θυμίζει περισσότερο συνοικιακό χασάπη και λιγότερο ιερωμένο, προτού τα βουτήξει με βάρβαρο τρόπο;
Προφανώς και έχει σοβαρότερα προβλήματα να επιλύσει η Εκκλησία της Ελλάδος από αυτά, που προανέφερα. Ωστόσο, σε μια εποχή, που η επιρροή της στον κόσμο δείχνει να μειώνεται, ειδικά στις μικρότερες ηλικίες, φαντάζει τουλάχιστον ανόητο αυτή να επαναπαύεται στα μεγαλεία (λέμε τώρα) παλαιότερων εποχών και να μη φροντίζει να καταστήσει τις υπηρεσίες της περισσότερο ελκυστικές αλλά και τη συμπεριφορά των λειτουργών της περισσότερο επαγγελματική. Εκτός αν επιθυμεί να δικαιώσει όσους απομακρύνονται από τους κόλπους της και της καταλογίζουν τα μύρια απαράδεκτα. Ή, ακόμα περισσότερο, μπορεί να θεωρεί, ότι αρκείται με ένα ποίμνιο χαμηλού διανοητικού και μορφωτικού επιπέδου, το οποίο αρκείται στον εκκλησιασμό του και δεν ενδιαφέρεται για τις παρασπονδίες της Εκκλησίας.
Αλλά τότε ίσως εμείς δεν έχουμε θέση σε αυτό τον οργανισμό.
Χρόνια πολλά σε όλους!

Παρασκευή 17 Απριλίου 2009

Η πίστη σε μια εποχή αμφισβήτησης

Σε μια εποχή έξαρσης του σκεπτικισμού, απόρροια της ευχερέστερης απ' ό,τι στο παρελθόν διακίνησης ιδεών, ο πρώτος στόχος των απανταχού αμφισβητιών είναι η θρησκεία. Ο ρόλος της στην ιστορία, οι σχέσεις της με την εκάστοτε εξουσία, το περιεχόμενο των φερομένων ως ιερών κειμένων της ως και η ίδια η ύπαρξη των ιδρυτών της μπαίνουν στο μικροσκόπιο, αμφισβητούνται και, συχνά απορρίπτονται ως αναληθή. Η επιρροή της στον κόσμο κρίνεται ως κάτι το περιττό, η ηθική παύει να αποτελεί προνόμιο και διδαχή αποκλειστικά του ιερατείου και των κειμένων των θρησκειών άλλως αναπτύσσεται μια τάση, σύμφωνα με την οποία η εκάστοτε κοινωνία μπορεί να είναι φορέας μιας δέσμης αντιλήψεων, που μπορούν να συνοψιστούν σε αυτό, που αποκαλούμε "ηθική", χωρίς να κρίνεται απαραίτητη η μεσολάβηση της θρησκείας πολλώ δε μάλλον να θεωρείται η θρησκεία ως αποκλειστικό φορέας της ηθικής. Και, φυσικά, τίθεται το αμείλικτο ερώτημα, ποια μπορεί να είναι σήμερα η ανάγκη της θρησκείας. Καίρια ερωτήματα, που κερδίζουν περισσότερους οπαδούς καθημερινά, σε μια εποχή, που τα εκκλησιαστικά σκάνδαλα συντρέχουν με τη διάχυση της γνώσης.
Απομένει το περί θείου αίσθημα, που υπάρχει σε αρκετό, ακόμα, κόσμο, απογυμνωμένο, όμως, από τα παραδοσιακά του στηρίγματα. Το πιο βασικό εξ αυτών, η Εκκλησία, δείχνει να χάνεται μέσα σε ένα κυκεώνα σκανδάλων και κακίστων ενεργειών, που απομάκρυναν αρκετό κόσμο από την επιρροή της και ανέδειξαν ακόμα περισσότερο μια αλαζονική και καθόλα ξένη προς το Θείο Λόγο ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία, τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους της. Οι θεωρίες του αθεϊσμού δείχνουν να κερδίζουν έδαφος σε μια κοινωνία, όπου οι παραδοσιακές αξίες μοιάζουν να καταρρέουν. Και ο φανατισμός των λειτουργών των επισήμων θρησκειών ή, τουλάχιστον, η ακραία ερμηνεία των φερομένων ως ιερών κειμένων τους σε μια εποχή, όπου ο Ορθός Λόγος φαίνεται να έχει περισσότερη ισχύ απ' ό,τι άλλες εποχές συντελεί στην περαιτέρω απομάκρυνση του κόσμου από τα θεία.
Πέρα από τη χρησιμότητα του σκεπτικισμού σε μια εποχή, που δείχνει, ότι επιδιώκει να αποβάλλει τις όποιες χρόνιες προκαταλήψεις της, το περί θείου αίσθημα δεν παύει να παραμένει ισχυρό σε αρκετό, ακόμα, κόσμο, ο οποίος ναι μεν γνωρίζει και βδελύσσεται τα στραβά και ανάποδα της Εκκλησίας και των επισήμων θρησκειών αλλά εξακολουθεί να εμπνέεται και να κερδίζει δύναμη από ορισμένα πρόσωπα, που ίδρυσαν και στήριξαν την κάθε θρησκεία. Και τούτο δεν προδίδει απαραίτητα αδυναμία, όπως συχνά παρουσιάζεται, αλλά πίστη σε ορισμένες αξίες, που δίνουν ένα νόημα στην καθημερινότητά μας ή, τουλάχιστον, αυτό πιστεύουν όσοι ασπάζονται μια θρησκεία, πεποιθήσεις, οι οποίες δεν αποκλείεται να συνυπάρχουν με το σκεπτικισμό και τα ρεύματα αμφισβήτησης της εποχής μας.
Ίσως σε αυτές τις περιπτώσεις βρίσκει την εφαρμογή της η ρήση του Αντρέι Ταρκόφσκυ, ότι "αν πιστεύεις, υπάρχει (προφανώς ο Θεός), αν δεν πιστεύεις, δεν υπάρχει". Πίσω από αυτή την ενδεχομένως απλουστευτική λογική κρύβεται η ελευθερία στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός μας, στοιχείο της οποίας μπορεί να είναι οι όποιες μεταφυσικές αναζητήσεις. Και αυτές δεν στηρίζονται απαραίτητα στην ύπαρξη και λειτουργία μιας επίσημης θρησκείας ως και στην υιοθέτηση του τυπικού της αλλά δύνανται να λειτουργούν αυτόνομα και με βάση το βίο και το λόγο του ιδρυτή της, πέρα από ακραίες ερμηνείες ορισμένων εκπροσώπων του ιερατείου, χωρίς να αποκλείουμε την ύπαρξη φωτισμένων ιερέων, που συγκεντρώνουν όσους πιστούς θέλουν να ακούσουν κάτι, που θα τους αγγίξει. Και η πίστη αυτή μπορεί μεν να διαμορφώνει την καθημερινότητα όσων είναι φορείς της αλλά λειτουργεί χωρίς εξαρτήσεις από την επίσημη θρησκεία, πέρα από την άσκηση κάποιων λατρευτικών καθηκόντων και, κυρίως, δεν στρέφεται κατά όσων δεν την ασπάζονται. Και αυτή η πίστη δεν έχει κανένα λόγο να φοβάται την εξέλιξη των αθεϊστικών κινημάτων και, κυρίως, να τα εχθρεύεται.
Απλές έως απλουστευτικές παρατηρήσεις, που εκφράζουν αποκλειστικά τον υποφαινόμενο, που, με αφορμή τις ημέρες του Πάσχα βρήκε την ευκαιρία να τις διατυπώσει.
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

Έαρ άνευ ευχών, με πολλή κατήφεια

Έφτασε Μεγάλη Τετάρτη και είναι η πρώτη φορά, που οι ευχές για "Καλό Πάσχα" και "Καλή Ανάσταση" έβγαιναν με το σταγονόμετρο από τα περισσότερα στόματα. Έμοιαζε σα να είχε πέσει μια επιδημία κατήφειας σε όλο τον κόσμο με συμπτώματα ανησυχητικά και κάθε άλλο παρά συνηθισμένα. Και εκεί, που άλλες εποχές, έως και πέρσυ, άκουγες τέτοιες μέρες τις γνωστές πασχαλινές ευχές, τώρα αυτές είχαν λιγοστέψει. Και, το χειρότερο, συνοδεύονταν από κατσούφικα πρόσωπα.
Δεν ξέρω, αν είμαι ο μόνος, που αισθάνθηκε κάπως έτσι σήμερα το πρωί, όταν βγήκα για τις καθημερινές εργασίες μου. Μπορώ, όμως, να πω, ότι άκουγα ελάχιστες ευχές στο δρόμο, τα καταστήματα και τις υπηρεσίες και τις περισσότερες από αυτές βεβιασμένες και άχρωμες, από εκείνες, που τις λες χωρίς, πραγματικά, να τις εννοείς, μια αγγαρεία, που απλά πρέπει να γίνει μέρες που είναι.
Ίσως να φταίει η οικονομική κρίση, που έχει γονατίσει τον κόσμο, αφού του έχει αφαιρέσει ή περιορίσει δραστικά το κυριότερο μέσο για την εκπλήρωση των αναγκών του. Πιθανότατα η ιεράρχηση των αναγκών μας να είναι, πλέον, τέτοια, που η έκφραση ευχών προς τρίτους να έχει στριμωχτεί κάπου προς το τέλος όσων έχουμε κατατάξει στις υποχρεώσεις μας, ενώ κυριαρχεί η επιθυμία μας να κερδίσουμε περισσότερα χρήματα ή να αγοράσουμε περισσότερα καταναλωτικά αγαθά. Και επειδή μια τάση για αποξένωση υπήρχε και προτού η αγορά βυθιστεί στην υφισταμένη οικονομική κρίση, αυτή ακριβώς η τάση αυξήθηκε, μόλις άρχισαν οι οικονομικές δυσκολίες των περισσοτέρων ή πολύς κόσμος υπέκυψε στον άκρατο καταναλωτισμό.
Μάλλον πλέον ούτε οι γιορτές αρκούν, ώστε να αναστρέψουν ένα ήδη αρνητικό κλίμα στην καθημερινότητά μας. Και αυτό δεν είναι το καλύτερο σημάδι για την κοινωνία μας, εκτός αν αυτή η δυσαρέσκεια αποτελέσει τον κινητήριο μοχλό, ώστε να εξελιχθούμε σαν άνθρωποι μέσα από την επισήμανση των στραβών και ανάποδων της χώρας μας και την προσπάθεια για την καταπολέμησή τους. Αλλά κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα, οπότε θα μας μείνει η κατήφεια να μας συντροφεύει αυτές τις μέρες.