Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Ένα τζάμπα Νόμπελ;

Πέρσυ είχα κατακρίνει όσους έκριναν, ότι ο νέος, τότε, πρόεδρος των Η.Π.Α., κ. Μπάρακ Ομπάμα, θα συνεχίσει απλά την πολιτική, που είχαν ήδη χαράξει πριν από αυτόν οι προκάτοχοί του, πιστοί στο παρεμβατικό δόγμα της χώρας του, η οποία, χωρίς, πλέον, να διακατέχεται από το φόβο της διατάραξης της ισορροπίας του τρόμου, μπορεί να αλωνίζει μόνη και άνευ ανταγωνισμού. Τότε πολύς κόσμος, ανάμεσά τους και ο γράφων, θεωρούσε, ότι ο νέος αυτός πρόεδρος θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα των Η.Π.Α., που τόσο άγαρμπα είχε τσαλακώσει ο άξεστος προκάτοχός του.
Αμ δε! Η εικόνα της χώρας αυτής δεν άλλαξε. Ή, μάλλον, άλλαξε ως προς τον τρόπο προβολής της ισχύος της. Από τα βλοσυρά βλέμματα και την ολοφάνερη πολεμοχαρή νοοτροπία του επιτελείου του κ. Τζωρτζ Μπους το νεότερου περάσαμε στο υποκριτικό χαμόγελο και το παιχνίδι των λέξεων του κ. Μπάρακ Ομπάμα, το οποίο λειτουργεί ως προπέτασμα καπνού, προκειμένου να συγκαλυφθούν οι σκοποί του. Δεν τρίβει στη μούρη του κόσμου τα σχέδια των Η.Π.Α. με τον ίδιο άτσαλο τρόπο του προκατόχου του ούτε ακολουθεί για τη διατύπωσή τους τη θεόπληκτη, πατριδολάγνη και εν γένει ακραία γλώσσα των νεοσυντηρητικών του κοντινού παρελθόντος αλλά τα προσφέρει σε λαμπερό περιτύλιγμα. Φυσικά, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο : δεν πείθει κανένα.
Η πρόσφατη απονομή του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης στον κ. Ομπάμα αποτέλεσε ένα, ακόμα, παράπτωμα στην ιστορία του εν λόγω θεσμού. Σαφώς και δεν είναι η πρώτη φορά, που η επιτροπή αυτή υποπίπτει σε τέτοιο ολίσθημα. Πέρσυ, ήταν ο κ. Αχτισαάρι (αν τον έγραψα σωστά), παλαιότερα ο Χένρυ Κίσινγκερ και ίσως η λίστα να έχει και άλλους οπαδούς του πολέμου. Η εν λόγω απονομή διανθίστηκε με σχόλια εκ μέρους του βραβευθέντος περί δίκαιου πολέμου, θέλοντας, έτσι, να δώσει μια νομιμοποιητική βάση στην εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. Και χωρίς να έχω παρακολουθήσει κάποιο βίντεο της εν λόγω απονομής, φαντάζομαι, ότι αρκετά αμήχανα βλέμματα των παρευρισκομένων λειτούργησαν ως εικόνα των πραγματικών συναισθημάτων τους για την επιλογή να βραβευτεί ο συνεχιστής, ουσιαστικά, ενός επιθετικού δόγματος, που προσβάλλει το διεθνές δίκαιο.
Πραγματικά κρίμα για μια επιτροπή, που στο παρελθόν είχε, τουλάχιστον, τιμήσει πραγματικούς αγωνιστές της ειρήνης, όπως τη Ριγκομπέρτα Μέντσου, τη Σούου Κίι και άλους.

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Βιβλία : "ΚΙΝΕΖΙΚΑ ΚΟΥΤΙΑ", της Σώτης Τριανταφύλλου

Η Σώτη Τριανταφύλλου αποτελεί ένα από τα πιο δυνατά χαρτιά της εγχώριας λογοτεχνίας. Συγγραφέας με ευρύ πνεύμα, πολέμια των προκαταλήψεων, που μαστίζουν τη σύγχρονη Ελλάδα, πολυταξιδεμένη, με αρκετά χρόνια διαμονής στο εξωτερικό και άριστη χρήστης της ελληνικής γλώσσας, έχει δώσει ουκ ολίγα δείγματα τόσο του συγγραφικού ταλέντου της όσο και των εν γένει ανησυχιών της σχετικά με την πορεία της ελληνικής κοινωνίας.
Το τελευταίο βιβλίο της "ΚΙΝΕΖΙΚΑ ΚΟΥΤΙΑ" (Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ) εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετιας του '90, την εποχή, που οι δείκτες εγκληματικότητας στην πόλη αυτή ευρίσκοντο στα ύψη, λίγο πριν την εφαρμογή της πολιτικής της μηδενικής ανοχής στο έγκλημα. Ο ιδιωτικό ντετέκτιβ Στούαρτ Μαλόουν περιφέρεται στις κεντρικές συνοικίες της Νέας Υόρκης αναλογιζόμενος τη σύντροφό του, η οποία τον εγκατέλειψε, δημιουργώντας του ένα κενό, που δεν έχει καταφέρει να αναπληρώσει και αναδιφώντας στο κινέζικο ωροσκόπιο και την κινέζικη κουλτούρα. Μια σειρά από φόνους προσώπων προερχομένων από φυλετικές και κοινωνικές μειονότητες, που όλα τους βρίσκονται με ένα τατουάζ, που παριστάνει ένα ελάφι, συνταράσσει την πόλη. Η αστυνομία έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά. Και ο Μαλόουν αναζητεί με τη βοηθό του ένα χαμένο νεαρό, ενώ η αστυνομία ζητάει τη βοήθειά του, προκειμένου να βρει τη λύση στους φόνους αυτούς.
Ο κεντρικός ήρωας είναι ο κλασσικός "λούζερ", ένα ναυάγιο, που δεν έχει κανένα στόχο στη ζωή του, εκτός της διακαούς επιθυμίας του να ξεπεράσεις τις βασανιστικές αϋπνίες του και να μπορέσει, επιτέλους, να κοιμηθεί και φυτοζωεί ως ιδιωτικός ντετέκτιβ, χωρίς καμμία κοινωνική επαφή και χωρίς να έχει ξεπεράσει το τραύμα, που του άφησε ο χωρισμός του από τη σύντροφό του, στην οποία τριγυρνάει ακατάπυστα η σκέψη του. Στο ίδιο μοτίβο της ηττοπαθούς μορφής κινείται και η βοηθός του, Ντήνι Λαμούρ, μια κοπέλα της διπλανής πόρτας της αμερικανικής επαρχίας, η οποία έχει βρεθεί στη Νέα Υόρκη προς αναζήτηση του ονείρου της, αφού έχει διακόψει τις σχέσεις με την οικογένειά της. Στον ίδιο χώρο με αυτούς κινούνται και οι αστυνομικοί της Νέας Υόρκης, πρόσωπα με κατεστραμμένη ή ανύπαρκτη προσωπική ζωή. Όλοι τους κυκλοφορούν στο βόρβορο των λιγότερο προνομιούχων συνοικιών της Νέας Υόρκης, όπου το έγκλημα ζει και βασιλεύει και τις οποίες λυμαίνονται οι συμμορίες των απογόνων των μεταναστών και η αδιαφορία της πολιτείας.
Η συγγραφέας σηκώνει την κουρτίνα των Η.Π.Α. και μας αποκαλύπτει τί κρύβεται πίσω από το φανταχτερό ιλλουστρασιόν εξώφυλλο αυτής της χώρας. Η αποκομμένη από τις εξελίξεις των αμερικανικών μητροπόλεων επαρχία με τους απολίτιστους, ρατσιστές και βορά των συνομωσιολόγων κατοίκους, η είσοδος λαθρομεταναστών και η εκμετάλλευσή τους από τα πάσης φύσεως κυκλώματα, η φθορά και παρακμή των συνοικιών της Νέας Υόρκης από το έγκλημα και την ανικανότητα της πολιτική ηγεσίας αλλά και η αγγίζουσα τα όρια της παραφροσύνης μοναξιά του σύγχρονου κατοίκου των Η.Π.Α. αποτελούν τον καμβά της κας. Τριανταφύλλου, η οποία γράφει μετά λόγου γνώσεως, ούσα κάτοικος αυτής της χώρας για αρκετά χρόνια. Το άρωμα της κοσμοπολίτικης μεγαλουπόλεως δεν φτάνει μέχρι τις περιθωριακές συνοικίες της, όπου ένας άγριος κόσμος πασχίζει να επιβιώσει, πατώντας ακόμα και σε πτώματα, κατάσταση, που γλαφυρότατα περιγράφεται στο εν λόγω βιβλίο. Εν ολίγοις, παρουσιάζεται μια χώρα σε αδιέξοδο, το οποίο συμβολίζουν και τα κινέζικα κουτιά, από τα οποία η συγγραφέας εμπνεύστηκε τον τιτλο του βιβλίου της αυτού.
Μόνο, που η κεντρική ιστορία χωλαίνει σημαντικά, αν υποθέσει κανείς, ότι πρόθεση της συγγραφέως ήταν να δημιουργήσει μια τέτοια ιστορία ως κεντρικό άξονα του βιβλίου. Ο αναγνώστης αντιμετωπίζει και αυτός αδιέξοδο, καθώς προσπαθεί να ανεύρει τί επιθυμεί να πει η συγγραφέας με την ιστορία αυτή πέρα της περιγραφής της ζωής και των προβλημάτων ενός μέσου αμερικανού κατοίκου μιας μητροπόλεως των Η.Π.Α. Η περιπλάνηση του κεντρικού ήρωα δεν δείχνει να οδηγεί κάπου συγκεκριμένα και μόνο η ελκυστική γραφή της συγγραφέως σώζει μεν το βιβλίο από την απόλυτη ανία.
Δυσκολεύομαι να εντοπίσω τα αίτια της αδιέξοδης πλοκής ττου εν λόγω βιβλίου. Αν πρόθεσή της ήταν να καταδείξει το αδιέξοδο του μέσου ανθρώπου στις Η.Π.Α., τότε πολύ φοβάμαι, ότι το μετέφερε εις τρόπον, ώστε να έρχεται και ο αναγνώστης σε αδιέξοδο, αφού η υπόθεση καταλήγει στο κενό. Και αυτό δεν είναι ακριβώς ό,τι περιμένει κανείς από μια εκ των δυνατών πενών της ελληνικής λογοτεχνίας.

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Κατά διαπόμπευσης

Η ιστορία ξεκίνησε από μια ομάδα προσώπων, η οποία θέλησε να γνωστοποιήσει περιπτώσεις εύπορων δυτικοευρωπαίων με παιδοφιλικές τάσεις, που συνήθιζαν να επισκέπτονται μέρη, όπως η Ταϋλάνδη και η Καμπότζη, προκειμένου να ικανοποιήσουν τα γενετήσια ένστικτά τους. Η μέθοδος ήταν απλή : Κάποια στελέχη της ομάδος αυτής ελάμβαναν γνώση, ότι ο τάδε παιδόφιλος θα επισκεπτόταν την τάδε χώρα και το δείνα ανήλικο παιδί και αφού κατελάμβαναν τον παιδόφιλο να αποπειράται να έλθει σε σαρκική συνάφεια με το ανήλικο, τον φωτογράφιζαν και έδιδαν στη δημοσιότητα τα στοιχεία του.
Ουσιαστικά, επρόκειτο για μια μέθοδο, με την οποία η παραπάνω ομάδα θεωρούσε, ότι αποδίδεται δικαιοσύνη σε χώρες, τις οποίες είθισται να επισκέπτονται πρόσωπα με τις τάσεις, που παραπάνω αναφέρονται. Και λαμβάνοντας υπόψη, ότι στις χώρες αυτές η μέριμνα για τα ανήλικα παιδιά των κατώτερων οικονομικών τάξεων είναι επιεικώς ανύπαρκτη και τα μέτρα σε βάρος των παιδόφιλων ποτέ δεν επιβάλλονται, αποτελεί ίσως τη μοναδική περίπτωση, ώστε να παύσει αυτή η απαράδεκτη σεξουαλική εκμετάλλευση. Κυρίως, όμως, αναφερόμαστε σε περιπτώσεις, όπου ο δράστης καταλαμβάνεται, ενώ διαπράττει το αδίκημα.
Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια αναφέρθηκαν αρκετά παρόμοια κρούσματα. Και επειδή ως χώρα έχουμε μια κάποια σημαντικότερη εξοικίωση με την τεχνολογία, δημιουργήθηκαν κυκλώματα, που διακινούν διαδικτυακά πορνογραφικό υλικό με πρωταγωνιστές ανηλίκους και των δύο φύλων. Πολλά εξ αυτών έχουν εξαρθρωθεί και τα μέλη τους έχουν τιμωρηθεί με βαρύτατες ποινές, ενώ οι σχετικές υποθέσεις έχουν καταστεί γνωστές μέσω των Μ.Μ.Ε. αλλά και μέσω ομάδων, που ευαισθητοποιούνται σε παρόμοιες καταστάσεις. Η μέθοδος δημοσιεύσεως των ονομάτων των προσώπων, που ενεπλάκησαν σε υποθέσεις σεξουαλικού περιεχομένου με ανηλίκους πρωταγωνιστές επελέγη, προκειμένου, σύμφωνα με τη γνώμη των εμπνευστών, να διαπομπεύονται τα πρόσωπα αυτά, ώστε να αποθαρρύνονται τρίτοι από την τέλεση παρομοίων αδικημάτων.
Πλην, όμως, η συγκεκριμένη μέθοδος έχει ένα πολύ σοβαρό μειονέκτημα, το οποίο οι θερμόαιμοι οπαδοί της διαπόμπευσης δεν φαίνεται να λαμβάνουν υπόψη. Και αυτό είναι το ενδεχόμενο τα πρόσωπα, που κατηγορούνται για συμμετοχή σε τέτοιο κύκλωμα, να αθωωθούν ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων. Προσοχή, δεν αναφέρομαι σε απαλλαγή λόγω δικαστικής πλάνης - την οποία, για να είμαστε ειλικρινείς, μπορούν να την κρίνουν μόνο όσοι παρίστανται στη δίκη - αλλά για περιπτώσεις, όπου οι κατηγορούμενοι αποδειχθηκε, ότι δεν τέλεσαν τα αδικήματα, που τους αποδίδονταν. Ένα πρόσωπο, που έχει αθωωθεί δικαστικά και τελεσίδικα πόσες, άραγε, ελπίδες έχει, ώστε να καθαρίσει το όνομά του, όταν έχει προηγηθεί αυτό το ξεμπρόστιασμα; Αστειεύεστε, φαντάζομαι. Η απαίδευτη κοινωνία μας είναι πρόθυμη να καταδικάσει τον φερόμενο ως δράστη ενός εγκλήματος πολλώ δε μάλλον, όταν το έγκλημα αυτό έχει ιδιαίτερη απαξία, όπως η γενετήσια εκμετάλλευση ανηλίκου, πλην, όμως, δεν μπορεί να αποδεχθεί, ότι ενδέχεται να αθωωθεί κάποιος εκ των κατηγορουμένων. Συμφωνώ, ότι το σύστημα απονομής δικαιοσύνης στη χώρα μας πάσχει σε πολλά θέματα αλλά ακόμα και έτσι οφειλουμε να σεβαστούμε την ετυμηγορία του δικαστηρίου, ιδίως όταν δεν έχουμε αποδείξεις, ότι η απόφαση πάσχει.
Το κυριότερό, όμως, είναι, ότι με τη μέθοδο της δημοσίευσης των ονομάτων των προσώπων, που εμπλέκονται σε τέτοιες υποθέσεις, καταργείται το τεκμήριο της αθωότητας, η υπέρτατη, ίσως, κατάκτηση του νομικού πολιτισμού, στο όνομα μιας πρωτόγονης διαπόμπευσης, που μας γυρίζει πολλά χρόνια πίσω. Δεν παραβλέπω την ευαισθησία όσων επιθυμούν να προστατεύσουν τους ανηλίκους από τη σεξουαλική εκμετάλλευση αλλά απέχει από τη νομιμότητα η δημοσίευση των ονομάτων προσώπων, τα οποία μπορεί να κατηγορούνται για την τέλεση ειδεχθών αδικημάτων αλλά δεν έχουν, ακόμα, δικαστεί και καμμία ευαισθησία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δικαιοσύνη. Και καμμία κοινωνία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη Δικαιοσύνη ακριβώς επειδή στερείται της σχετικής κατάρτισης, μέρος της οποίας είναι και η αναγνώριση του τεκμηρίου της αθωότητας, αλλά και της απαραίτητης ψυχραιμίας, για να κρίνει τα όποια αδικήματα.
Για τους λόγους αυτούς, λοιπόν, είμαι κάθετα αντίθετος στη δημοσίευση των ονομάτων των προσώπων, που εμπλέκονται σε τέτοιες υποθέσεις αλλά και γενικότερα. Και όσο περισσότερο φωνάζουν και υιοθετούν τέτοιες μεθόδους οι οπαδοί τους, τόσο περισσότερο θα αποδεικνύουν, ότι και η ατελής δικαιοσύνη είναι προτιμότερη από την απαράδεκτη για την εποχή μας λογική της διαπόμπευσης. Εκτός αν επιθυμούμε να επιστρέψουμε στην εποχή, όπου οι μελλοθάνατοι διαπομπεύονταν από το πλήθος, πριν εκτελεστούν.

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του απαίδευτου φανατικού

Ειλικρινά δεν γνωρίζω το πρόσωπο, που κόσμησε κάποιο τοίχο στην Αθήνα με τη φράση "Σε κάθε γωνιά υπάρχει αστυνομία, η Χούντα δεν τελείωσε το '73". Είναι το τελευταίο, που με απασχολεί, άλλωστε, αφού μια φράση, όπως αυτή, αξίζει όσο χίλιες λέξεις, χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα του εκφραστή της σε αυτή καθώς και σε κάθε άλλη μορφή έκφρασης της γνώμης του στο μέτρο, που δεν παραβιάζει τα δικαιώματα τρίτων.
Περισσότερο με ενδιαφέρει το όλο σκεπτικό, όπως αποτυπώθηκε στο σύνθημα αυτό, που ανεγράφη με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός έτους από το θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Παρέλκει να αναφερθώ στις πορείες, που διοργανώθηκαν στη μνήμη του, τις οποίες εκτιμώ όχι σαν ανάδειξη του εν λόγω νεκρού ως συμβόλου αλλά ως διαμαρτυρία για την αστυνομική βία, έστω και αν απεδείχθη, ότι δεν ήταν και τόσοι πολλοί εκείνοι, που έκριναν σκόπιμο να διαδηλώσουν στη μνήμη του. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα, ακόμα σύνθημα από εκείνα, που παρήχθησαν κατά τις περσυνές ταραχές. Μόνο, που ενώ πολλά από εκείνα τα συνθήματα ήταν άκρως εμπνευσμένα, το συγκεκριμένο μόνο θυμηδία προκαλεί, τουλάχιστον στο γράφοντα.
Κατ' αρχάς, όσο και αν στύψει κανείς το κεφάλι του και όση προσπάθεια και αν καταβάλει, ώστε να ανακαλέσει τα μαθητικά του χρόνια και, συγκεκριμένα, τις ώρες, που διδασκόταν το μάθημα της νεότερης ιστορίας της Ελλάδος ή έστω αν θυμηθεί, τί ακριβώς γιόρταζε στο σχολείο του στις 17 Νοεμβρίου κάθε έτους, πέρα από τη χαρά, που είχε, επειδή έχανε το μάθημα, δεν θα καταλήξει παρά μοναχά σε ένα συμπέρασμα, ότι, δηλαδή, η χούντα στην Ελλάδα έπεσε το 1974 και όχι το 1973. Αλλά σε στιγμές υποτιθέμενης οργής, η οποία όλως περιέργως είχε κοπάσει από τον περσυνό Δεκέμβριο και επανήλθε στις μέρες μας, σαν τη χειμερινή μόδα, ο λυρισμός ξεχειλίζει από ορισμένα πρόσωπα και χαρίζει κομψοτεχνήματα του λόγου, όπως το υπό σχολιασμό. Σε τελική ανάλυση, πόσοι θυμούνται ακριβώς πότε έπεσε η χούντα; Και δεν ενδιαφέρει και τους φανατικούς μια τέτοια λεπτομέρεια, αρκεί να βγαίνει η ρίμα για να παίξει το τσιτάτο στα χείλη των διαδηλωτών.
Επιπλέον, η σύγκριση της σημερινής εποχής με την εποχή της χούντας είναι τουλάχιστον αστεία. Κακά τα ψέμματα, η επταετία 1967-1974 υπήρξε μια επιεικώς αντιδημοκρατική εποχή, όπου η απουσία της δημοκρατίας από τον πολιτικό βίο και οι εντεύθεν συνέπειές της στα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα εκπορευόταν από μια αυταρχική εξουσία, την οποία κανένας δεν μπορούσε δια της ψήφου του να αλλάξει. Η σημερινή εποχή ουδεμία σχέση έχει με την επταετία, καθόσον όχι μόνο έχει αποκατασταθεί η δημοκρατία στις μέρες μας αλλά, επιπλέον, παρέχεται η δυνατότητα στον πολίτη να αλλάξει το πολιτικό σκηνικό δια του δικαιώματος του εκλέγειν αλλά και του εκλέγεσθαι. Η αδυναμία αλλαγής του σκηνικού αυτού θα πρέπει να αναζητηθεί στα φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας ή μάλλον αδιαφορίας και εφησυχασμού του μέσου νεοέλληνα παρά σε κάποια αντικειμενικά ανυπέρβλητα εμπόδια.
Έπειτα, θα μπορούσε, άραγε ο εμπνευστής του τσιτάτου αυτού να διαδηλώσει υπέρ του οποιουδήποτε νεκρού από αστυνομικό κατ' αυτό τον τρόπο κατά την εποχή της δικτατορίας; Αστειεύεστε προφανώς! Όποιος είχε τη φαεινή έμπνευση να καταφύγει σε τέτοιες πρακτικές, θα κατέληγε μπουζουριασμένος και θα έτρωγε και κάμποσες "ψιλές", ανάλογα με τον επαγγελματικό ζήλο του αστυνομικού, που θα τον συνελάμβανε. Και αν συμβαίνει ενίοτε και σήμερα το ίδιο, σίγουρα τότε δεν υπήρχαν και πολλοί εισαγγελείς, που να τολμούσαν να αφήσουν ελεύθερους τους όποιους συλληφθέντες για παρόμοιες καταστάσεις. Και αν η υπόθεση έφτανε και στα δικαστήρια, τότε η καμπάνα θα ηχούσε βαρύτατη για τον όποιο διαδηλωτή. Για να μην αναφερθούμε στην τύχη του διαδηλωτή, που θα τολμούσε να επιδοθεί σε πάσης φύσεως βανδαλισμούς και δη στην αναγραφή τέτοιου συνθήματος, όπως το παραπάνω. Αν, μάλιστα, ανακαλέσουμε εκείνες τις εποχές, θα δούμε, ότι τότε χιλιάδες συμπολίτες μας αδυνατούσαν να ανεύρουν την παραμικρή εργασία, με μόνο έγκλημά τους την ένταξή τους στην Αριστερά, ενδεχόμενο αδιανόητο στη σημερινή εποχή.
Προφανώς και υπάρχουν καταστάσεις στη σύγχρονη Ελλάδα, οι οποίες δεν είναι απόλυτα συμβατές με τις δημοκρατικές ελευθερίες. Ωστόσο, όμως, εξίσου ασύμβατες με τη δημοκρατία είναι και οι εικόνες, που είδαμε τόσο πέρσυ όσο και φέτος, όπου μια μειοψηφία κουκουλοφόρων οπλισμένων με καδρόνια προέβησαν σε πάσης φύσεως καταστροφές περιουσιών τρίτων, ενώ η φιλήσυχη πλειοψηφία συνέχιζε να διαδηλώνει, αδιαφορώντας για τους ελάχιστους αυτούς μυαλοφυγόδικους, που αμαύρωναν την πορεία. Και μην βιαστείτε να μιλήσετε για προβοκάτσια της ΕΛ.ΑΣ., επικαλούμενοι ορισμένες φωτογραφίες, που είδαν πέρσυ το φως της δημοσιότητας, καθόσον αφενός δεν αποδεικνύεται, ότι οι εν λόγω προβοκάτορες ευθύνονται για τις όποιες φθορές αφετέρου έχω προσωπικά βαρεθεί να ακούω και διαβάζω εμβριθείς αναλύσεις, όπου οι διαδηλωτές εμμένουν στην επίρριψη ευθυνών στην ΕΛ.ΑΣ., ενώ επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους το φωτοστέφανο του άσπιλου και άμωμου διαδηλωτή, που δεν εγκρίνει αυτά τα επεισόδια. Αλλά δεν κάνει και τίποτα, για να τα σταματήσει, θα προσέθετα, καθόσον στα τρίσβαθα της ψυχής του θεωρεί, ότι με αυτά τα επεισόδια θα ασχοληθεί η κοινή γνώμη με τη διαδήλωση.
Εξακολουθώ να πιστεύω, ότι είναι σημαντικό να ανακαλεί κανείς, έστω υπό τη μορφή επετείου, γεγονότα, που σημάδεψαν την εποχή μας, όπως το θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, παρόλες τις υπερβολές, που το συνόδευσαν. Αλλά η ταύτιση της εποχής μας με τα χρόνια της χούντας προδίδει την αβάσταχτη ελαφρότητα του απαίδευτου και ανιστόρητου φανατικού, ο οποίος περιμένει τέτοια γεγονότα, για να κάνει το κομμάτι του. Το οποίο, παρεμπιπτόντως, ούτε στα πιο τρελλά του όνειρα δεν θα μπορούσε να κάνει επί χούντας.

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Παρακολουθώντας την πορεία για τον Αλέξη

Προ ολίγων λεπτών, πέρασε η πορεία για τον Αλέξη Γρηγορόπουλο κάτω από το γραφείο μου. Μπροστά τα μέλη της ΚΝΕ με ισχυρή περιφρούρηση και τα γνωστά συνθήματα, που νοιώθεις, ότι βγήκαν από το χρονοντούλαπο της πολιτικής ιστορίας της Ελλάδος. Πιο πίσω νεολαίοι με πανώ, όπου κυριαρχούν τα συνθήματα κατά των αστυνομικών και του κράτους. Και γύρω από αυτούς ορισμένοι κουκουλοφόροι με στειλιάρια, όχι περισσότεροι από 20, τη στιγμή, που όλοι οι συμμετέχοντες στην πορεία υπερβαίνουν του 300. Κάποιοι αστυνομικοί με πολιτικά βρίσκονται στο τέλος της πορείας αυτής.

Αίφνης, η κατάσταση δείχνει να ξεφεύγει. Η βιτρίνα του παρακείμενου υποκαταστήματος των ΕΛ.ΤΑ γίνεται σμπαράλια από τα πάσης φύσεως πτερόεντα αντικείμενα, που πετούν οι ανωτέρω κύριοι με τις κουκούλες και τα καδρόνια. Κανένας μα κανένας από τους υπολοίπους 300 διαδηλωτές δεν μπαίνει στον κόπο να τους σταματήσει. Κάποιος κουκουλοφόρος εκτοξεύει μια μολότοφ εντός του χώρου των ΕΛ.ΤΑ., η οποία, ευτυχώς, δεν προκαλεί κάποια ζημία. Πιο πίσω, 4-5 κουκουλοφόροι με καδρόνια προσπαθούν να σπάσουν τη βιτρίνα ενός καταστήματος της WIND, πλην μάταια. Πιο πίσω τους, οι παραπάνω αστυνομικοί με τα πολιτικά δεν κάνουν τίποτα, απολύτως, , ώστε να σταματήσουν αυτούς του ελαχίστους βανδάλους, οι οποίοι αμαυρώνουν μια ειρηνική, σε γενικές γραμμές, πορεία. Είπαμε, η ΕΛ.ΑΣ. είναι φτιαγμένη κατ' εικόνα και ομοίωση μιας κοινωνίας, η οποία όχι μόνο ανέχεται αλλά σιωπηρά επικροτεί τις παντός είδους παρανομίες.

Το χειρότερο, όμως, είναι, ότι καμμία μα καμμία επέμβαση εκ μέρους των λοιπών διαδηλωτών δεν λαμβάνει χώρα. Ελάχιστοι εξ αυτών αποφασίζουν να ελέγξουν τους καταστροφείς του υποκαταστήματος των ΕΛ.ΤΑ. και ενώ ήδη έχει γίνει μεγάλη ζημία ο δε νεαρός, που εκτόξευσε τη μολότοφ, αποχωρεί από το χώρο χωρίς να συμβεί το παραμικρό. Η ΚΝΕ μοιάζει να ενδιαφέρεται, μην, τυχόν, παρεκτραπούν μόνο οι δικοί της και αγνοεί επιδεικτικά τους άλλους, για τους οποίους κάθε σχόλιο περιττεύει.

Δεν είμαι αντίθετος με κανενός είδους πορείες και εκδηλώσεις μνήμης. Και είναι σημαντικό, ότι ένα κομμάτι των νέων μας, πολύ μικρό, είναι αλήθεια, αλλά αυτό δεν έχει σημασία, επιμένει να θυμάται ένα νεαρό παιδί, που έπεσε θύμα αστυνομικής βίας, όπως δείχνουν τα πράγματα. Με ενοχλεί βαθύτατα, όμως, η αφορμή, που βρίσκουν ελάχιστα άτομα με παραβατική συμπεριφορά, ώστε να προβούν σε πάσης φύσεως βανδαλισμούς. Και ακόμα περισσότερο με ενοχλεί η απάθεια των συνδιαδηλωτών τους, οι οποίοι όχι μόνο δεν ενοχλούνται από τις φθορές αυτές αλλά δείχνουν να τις επιζητούν, ώστε να ακουστεί η διαμαρτυρία τους στα Μ.Μ.Ε. Μόνο, που έτσι παίζουν το παιχνίδι των Μ.Μ.Ε., τα οποία, κατά τα άλλα, βδελύσσονται. Και, έτσι, περνάει σε δεύτερη μοίρα η μνήμη του Αλέξη Γρηγορόπουλου.

Υποστηρίχθηκε, ότι η περιφρούρηση των πορειών αυτών είναι αντίθετη με τις αρχές της ελεύθερης έκφρασης και διατύπωσης μιας διαμαρτυρίας. Μόνο, που η απουσία ψυχραιμίας εκείνης της μειοψηφίας, η οποία εκμεταλλεύεται ακριβώς αυτές τις περιστάσεις, ώστε να εκδηλώσει την απολιτική καταστροφομανία της, καθιστά άκρως απαραίτητες τις περιφρουρήσεις, ώστε να αποφεύγονται τα πάσης φύσεως έκτροπα. Συν τοις άλλοις, καθιστά συνυπεύθυνους και όσους επέλεξαν όχι μόνο να μην περιφρουρήσουν τη διαδήλωση αυτή αλλά και να επιτρέψουν σε οπλισμένους κρανοφόρους και κουκουλοφόρους, πρόσωπα, δηλαδή, με δυνάμει παραβατική συμπεριφορά, να συμμετάσχουν ανέλεγκτοι σε αυτή.

Ξέρω, θα ακουστεί και πάλι το επιχείρημα, ότι οι κουκουλοφόροι, που προκαλούν τις φθορές αυτές, είναι αστυνομικοί, οι οποίοι επιδιώκουν να αμαυρώσουν το νόημα της διαμαρτυρίας αυτής. Κατ' αρχάς, οι εν λόγω ταραξίες, όποιοι και αν είναι, αποτελούν μετά βίας το 8% της κάθε πορείας. Το υπόλοιπο 92% τους επιτρέπει κατ' επανάληψη να προβούν στις πάσης φύσεως φθορές και μετά ωρύεται, ότι δεν μπορούμε να σπιλώνουμε μια διαδήλωση εξαιτίας ελαχίστων προσώπων. Αυτό υποδηλώνει μια συνενοχή άλλως μια ανοχή ανεπίτρεπτη για πολιτικά όντα. Μια σωστή περιφρούρηση θα απέτρεπε αυτούς τους κυρίους από το να επιτελέσουν το θεάρεστο έργο τους. Αλλά δεν την είδα.

Σε παράλληλη εικόνα, το "ΜΕΓΚΑ ΤΣΑΝΝΕΛ" σχεδόν πανηγύριζε, που τα επεισόδια φέτος είναι λιγότερα απ' ό,τι πέρσυ. Λέτε να γίνομαι κακός, που αντιλαμβάνομαι τον υπαινιγμό του εν λόγω καναλιού, ότι φέτος με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην εξουσία έγιναν λιγότερα έκτροπα; Ότι και αν είναι, πάντως, με κάνει να αισθάνομαι ακόμα πιο απαίσια.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

Η "δεκεμβριολογία" του κ. Τσίπρα

Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το άρθρο του κ. Αλέξη Τσίπρα, προέδρου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., στον άκρως ενδιαφέροντα ιστότοπο protagon.gr για τον περσυνό Δεκέμβριο. Κυρίως, με απασχολούσε ο τρόπος, με τον οποίο ο κ. Τσίπρας διαχειρίστηκε το εν λόγω θέμα, δεδομένης και της αμφιλεγόμενης στάσεως του κόμματός του σε αυτό (διαβάστε : www.protagon.gr/Default.aspx?tabid=70&smid=382&ArticleID=720&reftab=61&t=%CE%A0%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%94%CE%B5%CE%BA%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B7%CE%B4%CE%B5%CF%82;).
Η αλήθεια είναι, ότι ο κ. Τσίπρας εστίασε στα αληθή αίτια των γεγονότων εκείνης της περιόδου. Κανένας δεν αρνείται, ότι το αβέβαιο μέλλον αγχώνει ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής νεολαίας και ο θάνατος του Αλέξη Γρηγορόπουλου λειτούργησε ως αφορμή για τα γεγονότα αυτά. Και, φυσικά, μια μειονότητα των διαμαρτυρομένων προσώπων εκείνων των ημερών - αν, τέλος πάντων, υποθέσει κανείς, ότι επρόκειτο για πραγματικόα διαμαρτυρόμενους - εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση αυτή, ώστε να προκαλέσει τις καταστροφές, που όλοι βλέπαμε εκείνες τις ημέρες. Ούτε είναι εσφαλμένη η εκτίμηση, ότι η τότε κυβέρνηση προσπάθησε να πείσει, ότι ο θάνατος του 15χρονου επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό, τη στιγμή, που στελέχη της είχαν φροντίσει, ώστε να δικαιολογήσουν αρκετές άλλες παρεμφερείς ακραίες συμπεριφορές στελεχών της ΕΛ.ΑΣ.
Ωστόσο, με ενόχλησαν ορισμένα πράγματα στο εν λόγω άρθρο του κ. Τσίπρα. Κατ' αρχάς, η κινδυνολογία, ότι, δηλαδή, "η βεβαιότητα ότι αυτή η γενιά θα ζήσει τη ζωή της χειρότερα από ότι έζησαν όλες οι προηγούμενες γενιές μέχρι σήμερα" αποτελεί μια υψίστου είδους εσχατολογία. Όσα χρόνια υφίσταται το ταλαίπωρο νεοελληνικό μόρφωμα, ουδέποτε υπήρξε μια χρυσή εποχή, κατά την οποία να προδιαγράφεται λαμπρό το μέλλον των νέων της Ελλάδος. Περαιτέρω, υπήρξαν και εποχές, που οι νέοι της ελλάδος ντύνονταν με αποφόρια, κυκλοφορούσαν ανυπόδητοι, πεινούσαν και αναγκάζονταν να ξενιτευτούν, για να επιβιώσουν αυτοί και οι οικογένειές τους. Για να μην αναφερθούμε στις εποχές εκείνες, όπου, αν ακολουθούσες τις πολιτικές πεποιθήσεις του κ. Τσίπρα, κινδύνευες να βρεθείς όχι στο πανεπιστήμιο αλλά σε κάποιο ξερονήσι, χώρια, που η ζωή σου γινόταν αφόρητη, γιατί έφερες το μίασμα να είσαι αριστερός. Οι σημερινοί νέοι ζουν πολύ καλύτερα απ' ό,τι οι πατεράδες και οι παππούδες τους και, κυρίως, έχουν τη δυνατότητα να σπουδάσουν, κάτι, που δεν ήταν αυτονόητο μέχρι και πριν από 30 χρόνια. Συνεπώς, έχουν όλα τα εχέγγυα, ώστε να ζήσουν καλύτερα από τους προγόνους τους. Αρκεί να αφήσουν στο περιθώριο την εκ Κουμουνδούρου προερχόμενη κινδυνολογία.
Περαιτέρω, ήταν σαφής η προσπάθεια του κ. Τσίπρα να παρουσιάσει το κόμμα του ως το μοναδικό, που συμπαραστάθηκε στους εξεγερμένους. Πέρα από τη διαφωνία μου σχετικά με το αν επρόκειτο, πράγματι, για εξέγερση, καθόσον με την έναρξη των διακοπών των Χριστουγέννων αίφνης έπαυσαν οι παντός είδους καταλήψεις, πορείες και εν γένει διαμαρτυρίες, η συμπαράσταση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν σε πολλές περιπτώσεις καιροσκοπική, με αρκετά στελέχη του να εκτοξεύουν τσιτάτα, όπως εκείνο, που παρομοίαζε τον Αλέξη Γρηγορόπουλο με τον Αθανάσιο Διάκο, να αρνούνται να καταδικάσουν τα όποια έκτροπα και, γενικά, να διδουν την εντύπωση, ότι περισσότερο τους ένοιαζε να επωφεληθούν από τις ταραγμένες εκείνες ημέρες αλλά και ορισμένα εξ αυτών να αμφισβητούν τη νομιμότητα ορισμένων ενεργειών, όπως των καταλήψεων σε σχολεία και πανεπιστήμια(κ. Κοροβέσης) αλλά και την εν γένει στάση του κόμματος (κ. Κουβέλης). Ο κ. Τσίπρας ισχυρίζεται στο ίδιο άρθρο, ότι το κόμμα του πλήρωσε ακριβά την υποστήριξή του αυτή. Η πραγματικότητα είναι, ότι πλήρωσε όλη την αμετροέπεια, που διακατείχε την εν λόγω παράταξη από την εποχή, που οι δημοσκοπήσεις την εκτόξευαν στο 16% των προτιμήσεων του εκλογικού σώματος και δευτερευόντως την όλη στάση του στο θέμα των ημερών του περσυνού Δεκεμβρίου. Αλλά γι' αυτό δεν του φταίει παρά ο άκρατος ενθουσιασμός του.
Διατείνεται, επίσης, ο κ. Τσίπρας, ότι το κόμμα του εστίασε στον ορθό λόγο εκείνες τις ημέρες και το πλήρωσε ακριβά. Μόνο, που η ταύτιση του γεμάτου τσιτάτα και αοριστολογίες λόγου των περισσοτέρων μελών της εν λόγω παράταξης με τον ορθό λόγο θα έκανε τον Καντ να γεμίσει φλύκταινες. Οι ελάχιστοι ορθολογιστές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εκείνη την εποχή (Κοροβέσης, Κουβέλης) παραγκωνίστηκαν από τους οπαδούς της μικροπολιτικής. Και το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης γι' αυτή την απουσία σταθερής θέσης το φέρει σαφώς ο κ. Τσίπρας. Αναγνωρίζω, βέβαια, ότι ορθότατα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εστίασε στα αίτια, που ξεσήκωσαν ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, πλην, όμως, η άρνησή του να καταδικάσει τα έκτροπα, που σημάδεψαν εκείνες τις ημέρες, έστειλε στον κάλαθο των αχρήστων τα όποια ψήγματα ορθολογισμού υπήρχαν στο λόγω των μελών του.
Γενικά, σχημάτισα την άποψη, ότι ο κ. Τσίπρας εξακολουθεί να διακατέχεται από την άποψη, ότι το κόμμα του αποτελεί το μόνο συνοδοιπόρο όσων ξεσηκώθηκαν το Δεκέμβριο του 2008. Μόνο, που έτσι αναιρεί το γεγονός, ότι ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας μας αποφάσισε να βγει στους δρόμους και να φωνάξει για όσα της μουντζουρώνουν τη ζωή, χωρίς να ταυτίζεται απαραίτητα είτε με το συγκεκριμένο κόμμα είτε με τις θέσεις του. Και αυτό το "καπέλωμα" των γεγονότων του περασμένου Δεκεμβρίου ενοχλεί αφάνταστα και καταδεικνύει, ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν έχει αντιληφθεί απόλυτα τα αίτια, που τον κατέστησαν αντιπαθή σε ένα μεγάλο μέρος των σκεπτομένων πολιτών. Προσοχή, δεν αναφέρομαι στους νοικοκυραίους του καναπέ, που αναρωτιόνταν ωρυόμενοι, που βρισκόταν η αστυνομία, όταν οι γνωστοί άγνωστοι έκαιγαν ό,τι έβρισκαν στο διάβα τους, αλλά σε όσους διεπίστωσαν, ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν απρόθυμος να καταδικάσει ανοικτά τα έκτροπα των ημερών εκείνων αλλά λίαν πρόθυμος να καρπωθεί τα όποια οφέλη από την τακτική του αυτή. Και, ακόμα, χειρότερα, η χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου από τον κ. Τσίπρα φανερώνει μια τάση οικειοποίησης των γεγονότων, τα οποία δεν ανήκουν στο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Ή, για την ακρίβεια, ανήκουν σε όσους ανθρώπους σκέπτονται ορθά και στέκονται μακρυά από τα απολιτικά τσιτάτα, που εκτόξευαν, μεταξύ άλλων, και αρκετά μέλη του κόμματος αυτού.
Αν κάτι είναι παρήγορο από το συγκεκριμένο άρθρο, αυτό είναι η τάση του κ. Τσίπρα να διδάσκεται από τα σφάλματά του. Σκεπτόμενος, ότι η συμπλήρωση ενός χρόνου από το θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου ίσως σημάνει την απαρχή νέων ταραχών, προτρέπει να μην υπάρξουν ξεσπάσματα βίας. Ωστόσο, η λογική των τσιτάτων συνεχίζει να αποτελεί την κύρια τακτική του κ. Τσίπρα και παρασύρει το κόμμα του σε μια ανεδαφική σύγκρουση με όσους επιθυμούν ένα πιο καθαρό λόγο. Και αυτό δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικό για ένα νεότατο πολιτικό, ο οποίος και πολιτικές ικανότητες έχει - το απέδειξε, όταν ξυλάρμενος ων, συνεπεία της άτακτης αποχώρησης του κ. Αλαβάνου, οδήγησε το ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στη Βουλή - και δείχνει να κατανοεί τα λάθη του. Αρκεί αυτό το τελευταίο να το πράττει συχνότερα.