Το πρόβλημα δεν είναι τόσο η φράση, που χρησιμοποίησε ο κ. Ντομινίκ Στρος-Καν, για να περιγράψει την κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει η πλειονότητα των Ελλήνων. Άλλωστε, ο μέσος Έλληνας είναι συνηθισμένος να ακούει πολύ χειρότερες εκφράσεις από την πλουσιότατη σε υβρεολόγιο νεοελληνική γλώσσα. Οι δε πολύ καλοί γνώστες της γαλλικής γλώσσας θα αναγνωρίσουν στα λόγια του κ. Στρος-Καν μια έκφραση της αργκό, η οποία δεν έχει μειωτικό νόημα, κάτι σαν ένα δικό μας ιδιωματισμό, τύπου "έμπλεξα", "μπήκα στο λούκι" κ.λπ.
Το θέμα εντοπίζεται στις αντιδράσεις πολλών νεοελλήνων στο άκουσμα αυτής της φράσης. Παρά το γεγονός, ότι δεν γνωρίζουν γαλλικά, έσπευσαν να κατακεραυνώσουν τον κ. Στρος-Καν με εκφράσεις, μπροστά στις οποίες η κουβέντα του επικεφαλής του ΔΝΤ φαντάζει με υπόδειγμα αβροφροσύνης σε οικοτρόφους παρθεναγωγείου. Δεν αρνούμαι το δικαίωμα στην κριτική αλλά είναι οξύμωρο από τη μια να αξιώνει κανείς την αποφυγή χαρακτηρισμών, τους οποίους θεωρείς μειωτικούς, και από την άλλη να καταφεύγει σε αντικειμενικά προσβλητικούς χαρακτηρισμούς.
Πέραν, όμως, των ανωτέρω, οι αντιδράσεις, που πυροδότησε η ρήση του κ. Στρος-Καν, αποδεικνύουν, ότι ο νεοέλληνας μπορεί να υπομείνει ασμένως το ζυγό π.χ. του υπερκαταναλωτισμού και υπερδανεισμού, για να συντηρήσει τον πρώτο, αλλά σε ό,τι αφορά την κριτική για την οικονομική κατάστασή του δεν δέχεται ούτε την υποψία ζυγού. Αυτή η αντίληψη υποκρύπτει μια άρνηση σε πάσης φύσεως κριτική, ειδικά αν αυτή προέρχεται από στελέχη επάρατων οργανισμών, όπως το ΔΝΤ (μια περισσότερο οξεία κριτική στην Ελλάδα του δημοφιλέστατου πλην αμετροεπούς κ. Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ την κατάπιε το σκοτάδι), η οποία με τη σειρά της αποκαλύπτει μια νοοτροπία εφησυχασμού και αδιαφορίας, ο φορέας της οποίας όχι μόνο αρνείται να συμμορφωθεί με τις νέες συνθήκες αλλά και κατακεραυνώνει όσους του υποδεικνύουν τη συμμόρφωση αυτή.
Φυσικά, πέρα από τα παραπάνω συμπτώματα, ο νεοέλληνας διακατέχεται από την εμμονή, ότι είναι σπουδαίος. Μπορεί η Μεγάλη Ιδέα να ετάφη στα συντρίμμια της Σμύρνης το 1922 αλλά η μεγάλη ιδέα, που έχει ο νεοέλληνας για τον εαυτό του, ζει και βασιλεύει. Παινεύεται, που έχει ένδοξους προγόνους, οι οποίοι έδωσαν τα φώτα του πολιτισμού στους Δυτικούς και, συνεπώς, φρονεί, ότι οι Δυτικοί του χρωστούν χάρη, που χάρη στον πολιτισμό των προγόνων του κατέβηκαν από τα δέντρα και πέταξαν τις προβιές, για να ντυθούν ανθρώπινα. Συνεπώς, δεν δικαιούνται να τον κρίνουν.
Εντέλει, αυτή η άρνησή μας να δεχθούμε κριτική μας οδήγησε στην απουσία αυτοκριτικής και την εξ αυτής καταστροφική συμπεριφορά μας, ένεκα της οποίας κατέληξε η χώρα μας στη σημερινή της κατάσταση. Και θα ήταν πολύ προτιμότερη η αποδοχή αυτής της διαπίστωσης παρά οι υστερικές αντιδράσεις προς πάσα κριτική προς εμάς.
Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011
Και μετά μας φταίει ο κ. Στρος-Καν!
Όταν η κυβέρνηση ορθώς υπαναχωρεί
Δικαιώθηκαν οι μετανάστες, που είχαν εγκατασταθεί στο Μέγαρο "Υπατία", αφού οι αιτήσεις τους για χορήγηση πολιτικού ασύλου θα επανεξεταστούν από την κυβέρνηση. Και, έτσι, έλαβε τέλος μια ιστορία, για την οποία κυκλοφόρησαν ουκ ολίγες τερατολογίες, που πιστοποιούν, ότι αν μη τι άλλο ακόμα και σε χαλεπούς καιρούς η ελληνική διάνοια γεννάει σενάρια. Κρίμα, που ο κινηματογράφος μας βρίσκεται, ακόμα, σε νηπιακή ηλικία!
Με αφορμή, λοιπόν, τη δικαίωση των μεταναστών, καλό είναι να δούμε, τι συνέβη πραγματικά με την περίπτωσή τους.
.- Οι μετανάστες αυτοί διεκδικούν το αυτονόητο, ήτοι την αναγνώρισή τους ως πολιτικούς πρόσφυγες. Στη χώρα μας, ο σχετικός μηχανισμός ελέγχου των αιτήσεων αυτών υπολειτουργεί και ουσιαστικά αναιρεί το δικαίωμα των προσώπων αυτών να υποβάλουν το όποιο αίτημά τους. Μια επίσκεψη στην Πέτρου Ράλλη θα πείσει ακόμα και τον πιο δύσπιστο για του λόγου το αληθές. Την ίδια στιγμή, η χώρα μας χρηματοδοτείται, προκειμένου να αντιμετωπίσει το θέμα της εισόδου μεταναστών από σπαρασσόμενες από εμφύλιες διαμάχες χώρες.
.- Η απεργία πείνας είναι το έσχατο μέσο διεκδίκησης ενός δικαιώματος, το οποίο δικαίωμα έχει αναγνωρίσει η χώρα μας εδώ και χρόνια με διεθνείς συνθήκες, που έχουν ενσωματωθεί στο εγχώριο δίκαιο. Αφ' ης στιγμής τα αιτήματα των ανθρώπων αυτών είτε παρέμεναν αναπάντητα είτε απορρίπτονταν με δικαιολογίες προσβλητικές για μια μέση νοημοσύνη, επόμενο ήταν να καταφύγουν σε ένα ακραίο μέσο, με το οποίο, όμως, ευαισθητοποιήθηκε ένα μέρος της κοινής γνώμης και εντέλει πείστηκε και η κυβέρνηση, ότι δεν ήταν συμφέρον γι' αυτή να χαθούν ανθρώπινες ζωές, επειδή αυτή δεν επιθυμούσε να εφαρμόσει το νόμο.
.- Σαφώς και υπήρξαν συμπολίτες μας, οι οποίοι επωφελήθηκαν από την απεργία πείνας, για να κάνουν μικροπολιτικά παιχνίδια ή να αποδείξουν την απουσία πολιτικής σκέψης πέρα από τσιτάτα και εύκολες αρνήσεις σε όλα. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τον αγώνα των μεταναστών, οι οποίοι πάλεψαν για το αυτονόητο σε μια χώρα, για την οποία απλά δεν υπάρχουν.
.- Είναι τουλάχιστον ανόητο να ισχυρίζεται κανείς, ότι υπήρξαν πρόσωπα, τα οποία προέτρεπαν ή ακόμα απαγόρευαν και ουσιαστικά επέβαλαν στους απεργούς πείνας να ακολουθήσουν αυτό το μέτρο. Με αυτό τον τρόπο αναιρείται ο αγώνας αυτών των ανθρώπων να διεκδικήσουν τα αυτονόητα. Επίσης, η απεργία πείνας είναι ένα τρομερό μέσο, οι συνέπειες του οποίου μπορεί να φτάσουν έως την ανήκεστο βλάβη. Κανένας ενήλικος και σώφρων άνθρωπος δεν θα δεχόταν να του επιβάλουν να καταστρέψει την υγεία του και να διατρέξει τον κίνδυνο να χάσει την ίδια του τη ζωή.
.- Είναι παρήγορο, ότι, έστω και την τελευταία στιγμή, η κυβέρνηση αποφάσισε να ικανοποιήσει τα αιτήματα των απεργών πείνας μεταναστών και να μη χρεωθεί το θάνατό τους. Ακούστηκε, ότι η Αγγλία ή η Γερμανία δεν επάθαν δα και καμμία ζημία, που πέθαναν από απεργία πείνας ο Μπόμπυ Σάντς και ο Χόλγκερ Μάινς. Επομένως, ήθελαν να πουν αλλά δεν τόλμησαν να το πουν ανοικτά, ας τους αφήσουμε του 300 ή όσοι, τέλος πάντων, είναι, να πεθάνουν. Δεν μπορώ να φανταστώ το "κράξιμο" που θα έτρωγε η Ελλάδα σε αυτή την περίπτωση, η οποία, σε τελική ανάλυση, είναι και στο στόχαστρο οργανώσεων, όπως η Διεθνής Αμνηστία και η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες, για παραβιάσεις δικαιωμάτων των προσφύγων αλλά και διαφόρων μειονοτήτων.
Θεωρώ, λοιπόν, ότι με την υπαναχώρηση της κυβέρνησης λύθηκε τουλάχιστον σε πρώτη φάση, ένα δύσκολο θέμα, που ταλάνισε την κυβέρνηση. Στο χέρι της είναι να δώσει οριστικές λύσεις στο προσφυγικό ζήτημα ή, τουλάχιστον, να λάβει τέτοια μέτρα, ώστε να παύσει η χώρα μας να αντιμετωπίζεται ως κατά συρροήν παραβάτης διεθνών συμβάσεων για τα δικαιώματα των προσφύγων.
Τρίτη 8 Μαρτίου 2011
Η επανάσταση, που ξέχασε το περιβάλλον
Η καταστροφική νοοτροπία
Προ ετών, είχα γνωρίσει τη Χ. Όμορφο κορίτσι, όχι καμμία εκθαμβωτική ομορφιά από εκείνες, που γυρνάει όλος ο ανδρικός πληθυσμός και τη βλεφαριάζει με τις ώρες αλλά ωραίο κορίτσι, που ένας σεβαστός αριθμός ανδρών θα κορτάριζε. Από σπουδές, όχι σπουδαία πράγματα, κάποιο ΤΕΙ σχετικό με οικονομικά και αυτό χαμένο στην απεραντοσύνη της ελληνικής πανεπιστημιακής διασποράς. Με το που τελείωσε τις σπουδές της βρήκε δουλειά σε ένα λογιστικό γραφείο. Καλές προοπτικές, αφού το γραφείο είχε πελατεία με φράγκα, καλό περιβάλλον αλλά μέτρια λεφτά, αφού το αφεντικό ήταν σφιχτοχέρης. Τα μούτρα της Χ ήταν μονίμως πεσμένα και το κέφι της για δουλειά στο ναδίρ. Σιγά μη γελάει, που παίρνει τρεις και εξήντα, έλεγαν φίλοι και γνωστοί, με τέτοιο αγγούρι, που τρώει στη δουλειά, θέλεις και να χαμογελά, έλεγαν άλλοι φίλοι και γνωστοί, τι να γελάσει και να βρει όρεξη για δουλειά το κακόμοιρο, που ξεπατώνεται στη δουλειά για μερικά φραγκοδίφραγκα, αναστέναζε η μάνα της.
Αίφνης η Χ βρέθηκε διορισμένη στο Δημόσιο, το μεγαλύτερο όνειρο της πλειονότητας των νεοελλήνων. Και όχι όπου και όπου αλλά στη Δ.Ο.Υ. της πόλης της! Χαράς ευαγγέλια για τους γονείς της, οι οποίοι Κύριος οίδε, τι έταξαν και που, για να χωθεί το καμάρι τους στο Δημόσιο και να αράξει υπάλληλος. Άντε, θα έχουμε και ένα δικό μας άνθρωπο στην εφορία, είπαν οι κοντινοί της.
Δεν πέρασε ένας μήνας, που η Χ υπηρετούσε στη Δ.Ο.Υ., και νάσου ένας κοινός γνωστός μες το βλαστημίδι. Να βράσω γνωστή, που θα με εξυπηρετούσε στην ανάγκη μου, χτυπιόταν και κεντούσε το λόγο του με ρωμέικες βρισιές, που θα έκαναν και την αφρόκρεμα του υπόκοσμου να κοκκινίσει ωσάν αρσακειάδα των αρχών του 20ου αιώνα. Κουβέντα στην κουβέντα κατάλαβα, ότι το μπινελίκι είχε ως αποδέκτη τη φίλη μας τη Χ. Υπερβολές, σκέφτηκα μέσα μου, θα έχει τα νεύρα του και θα περίμενε από τη Χ, που είναι νέα στην εφορία, να βγάλει λαγούς από το καπέλο της.
Περνούν άλλες 10 μέρες και εμφανίζεται και άλλος παραπονεμένος από τη Χ. Αναίσθητη και με μια αγέλαστη μουτσούνα μέχρι το πάτωμα, απρόθυμη να εξυπηρετήσει και άλλα τινα, ήταν μερικές από τις τιμές, που ο παραπονεμένος αυτός κύριος επιδαψίλευσε στη Χ. Ρε, λέω μέσα μου, σύμπτωση επαναλαμβανόμενη παύει να είναι σύμπτωση, οπότε πάω και εγώ στη Δ.Ο.Υ., να δω ιδίοις όμμασι τα χαΐρια της Χ.
Ω, την πίστη μου, και λίγα μου είχαν πει οι γνωστοί μου. Το γνωστό μουρτζούφλικο ύφος "δεν πα να κουρεύεστε όλοι σας" σε υποδεχόταν με το που έσκαγες μύτη στο γραφείο της μαζί με την απροθυμία της να εργαστεί. Μια συνάδελφός της, γνωστή για το κέφι, με το οποίο εξυπηρετούσε τον κόσμο, μουρμούριζε, ότι είχε μαζευτεί δουλειά στο γραφείο της Χ, η οποία την περαίωνε με το πάσο της. Και, όμως, τα χρήματα, που κέρδιζε, ήταν περισσότερα, και το ωράριό της πολύ καλύτερο απ' ό,τι πρωτύτερα στο λογιστικό γραφείο.
Δεν χρειάστηκε καιρός, για να αντιληφθώ, ότι το πραγματικό πρόβλημα της Χ δεν ήταν τα χρήματα ή το ωράριο. Στην πραγματικότητα, ακόμα και αν η Χ κέρδιζε τα ίδια χρήματα με το πιο ακριβοπληρωμένο γκόλντεν μπόυ του κόσμου, το ύφος της και η διάθεση για εργασία θα παρέμεναν απαράλλακτα. Στη θέση της Χ μπορείτε να βάλετε ένα μεγάλο ποσοστό των νεοελλήνων, που εισάρχονται στην αγορά εργασίας. Ξεχάστε την εργασιακή ζούγκλα, που επικρατεί αναντίρρητα στην Ελλάδα, και απομονώστε το χαρακτήρα του μέσου νεαρού σε ηλικία νεοέλληνα, που ξεκινάει να εργάζεται. Το αποτέλεσμα είναι ένας απρόθυμος να εργαστεί, μόνιμα βουζωμένος και αγενής νέος, ο οποίος δεν αντιδρά έτσι, επειδή δεν υπάρχουν προοπτικές στη δουλειά του ή δεν είναι καλά τα χρήματα ή κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή με απόλυση, αλλά επειδή είναι έτσι μαθημένος, ήτοι να γκρινιάζει με το παραμικρό και να είναι απρόθυμος εν γένει να αλλάξει τη νοοτροπία της ραστώνης, που τον διακατέχει. Όλα του φταίνε και με όλους τα βάζει, ενίοτε και με τον εαυτό του, τον οποίο στολίζει με ουκ ολίγα υποτιμητικά σχόλια, όχι επειδή τον πιάνει κρίση αυτογνωσίας - διότι έτσι ίσως υπήρχε και ένα μικρό περιθώριο να βελτιώσει την εικόνα του - αλλά επειδή δεν υπάρχουν άλλοι πρόχειροι στόχοι. Για αποδοτικότητα ούτε κουβέντα, ο γκρινιάρης δεν δουλεύει σωστά ή κάνει μισοδουλειές ή αναλώνεται σε καυγάδες με όσους καλείται να εξυπηρετήσει.
Σκεφτείτε τώρα μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων να λειτουργεί κατ' αυτό τον τρόπο. Φανταστείτε, ότι αυτοί οι άνθρωποι καλούνται να διεκπεραιώσουν υποθέσεις τρίτων και μια ολόκληρη χώρα βασίζεται στην αποδοτικότητά τους, για να προκόψει. Το συμπέρασμα είναι, τουλάχιστον, αποκαρδιωτικό. Η πιθανότητα να αλλάξουν μυαλό αυτά τα παιδιά είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Και η πορεία μιας χώρας φαντάζει προδιαγεγραμμένη.
Αναρωτιέμαι, όμως, αν μετά από την παραπάνω διαπίστωση μπορούμε να πιστώνουμε την καταρράκωση της χώρας μας σε κάθε τομέα στους κυβερνώντες της. Πάντως η Χ και η κάθε Χ σε αυτή τη χώρα δεν χολοσκάνε στο ελάχιστο.
Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011
Μπέτυ Αμπατιέλου και Έλληνες φοιτητές στο Παρίσι : δύο ανόμοια μεγέθη
Εδώ, όμως, σταματούν οι ομοιότητες και αρχίζουν οι διαφορές, οι οποίες, κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν είναι αμελητέες. Διότι η σύγκριση καταστάσεων οφείλει να ακολουθεί τον κανόνα των ίδιων ή, τουλάχιστον, παρόμοιων περιστατικών, προκειμένου να είναι εφικτή.
Έχουμε και λέμε, λοιπόν :
.- Εν έτει 1963 ο Αντώνης Αμπατιέλος, ηγετικό στέλεχο του τότε Κ.Κ.Ε., ευρίσκετο στις ελληνικές φυλακές από το 1947, λόγω του Α.Ν. 590/1947, που είχε θέσει εκτός νόμου το συγκεκριμένο κόμμα. Αρχικά είχε καταδικαστεί σε θάνατο αλλά, έπειτα από διεθνή εκστρατεία, στην οποία πρωτοστάτησε η αγγλικής καταγωγής σύζυγός του, η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Έκτοτε, η Μπέτυ Αμπατιέλου επεδόθη σε ένα αγώνα για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα. Μια τέτοια κίνηση, όπως ήταν φυσικό, την κατέστησε αντιπαθή στο δεξιό κομμουνιστοφάγο μετεμφυλιακό κράτος, το οποίο, εν έτει 1958, επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Καραμανλή της αφαίρεσε την ελληνική υπηκοότητα, στερώντας της, έτσι, τη δυνατότητα να επισκέπτεται το σύζυγό της, τον οποίο και μπόρεσε, τελικά, να δει το 1961, έπειτα από διεθνή κινητοποίηση. Το 1963 Η τότε βασιλομήτωρ Φρειδερίκη επισκέφτηκε το Λονδίνο, για να παρευρεθεί στους γάμους της τότε πριγκήπισσας Αλεξάνδρας του Κεντ. Κατά την έξοδό της από το ξενοδοχείο, όπου διέμενε, η Μπέτυ Αμπατιέλου επεδίωξε να της παραδώσει μια επιστολή για την αποφυλάκιση του συζύγου της. Η Φρειδερίκη αρνήθηκε να την παραλάβει αλλά και να της μιλήσει, με αποτέλεσμα να προκληθεί ένταση. Οι επόμενες ημέρες βρίσκουν τη Μπέτυ Αμπατιέλου να διανυκτερεύει έξω από το παραπάνω ξενοδοχείο με ομάδα Ελλήνων και Κυπρίων, επιδιώκοντας συνάντηση με τη Φρειδερίκη, η οποία, για να τους αποφύγει, έβγαινε από πλαϊνή πόρτα. Η ίδια στάση επαναλήφθηκε και τον Ιούλιο του 1963 κατά τη νέα επίσκεψη της Φρειδερίκης, αυτή τη φορά συνοδεία του Παύλου, με την Μπέτυ Αμπατιέλου να επιδιώκει συνάντηση με το βασιλικό ζεύγος και αυτό να την αποφεύγει.
.- Η Μπέτυ Αμπατιέλου αντιμετώπισε μια βασιλομήτορα, η οποία δεν είχε εκλεγεί από κανένα, δεν έδινε λογαριασμό σε κανένα και κανένας δεν μπορούσε να τη "μαυρίσει" στις εκλογές και να τη στείλει στο σπίτι της. Ο ρόλος της στο πολιτικό σκηνικό της χώρας υπήρξε ολέθριος, καθώς παρενέβαινε συνεχώς σε κρίσιμα ζητήματα (κόντρα με το Γεώργιο Παπανδρέου, πρωθυπουργό και πρόεδρο της Ένωσης Κέντρου, "θάψιμο" υπόθεσης Λαμπράκη κ.λπ.) και ουσιαστικά έβαλε αρκετά λιθαράκια στο οικοδόμημα της χούντας των συνταγματαρχών, η οποία ουσιαστικά πρόλαβε τη χούντα, που αυτή και οι λοιποί παλατιανοί προετοίμαζαν.
.- Στην Ελλάδα του 1963 υπήρχε μια κατ' επίφαση δημοκρατία, με την ΕΡΕ να κυβερνά, έπειτα από τις νικηφόρες γι' αυτή εκλογές "βίας και νοθείας" και την Ελλάδα να έχει επιτηρούμενες ζώνες, όπου η ελευθερία επιλογής του κόμματος της αρεσκείας των κατοίκων ήταν κάτι πολύ σχετικό. Υπήρχαν πολιτικοί κρατούμενοι, λόγω της συμμετοχής τους στο Κ.Κ.Ε., αρκετοί εκ των οποίων κρατούνταν από την εποχή του Εμφυλίου Πολέμου, ανάμεσά τους και ο Αντώνης Αμπατιέλος και η ΕΔΑ, εκπρόσωπος της Αριστεράς εκείνη την εποχή, αντιμετωπιζόταν ως μίασμα και υφίστατο διώξεις και ενίοτε δολοφονίες στελεχών της (περίπτωση Γρηγορίου Λαμπράκη).
Τί συμβαίνει σήμερα;
.- Οι φοιτητές στο Παρίσι και το Βερολίνο (κοντεύουμε να ξεχάσουμε αυτό το περιστατικό) όχι απλά δεν είχαν πρόθεση να κάνουν διάλογο ή έστω να προβάλλουν κάποια αιτήματα αλλά, αντίθετα, έδρασαν όπως λειτουργεί η πλειονότητα των συναδέλφων τους στα ελληνικά πανεπιστήμια. Μπαχαλοποίησαν μια εκδήλωση, η οποία δεν ήταν καν πολιτική και εξύβρισαν ένα νόμιμα εκλεγμένο - για να μην ξεχνιόμαστε - πολιτικό. Ευθύς εξαρχής, δηλαδή, η δεδηλωμένη βούλησή τους ήταν να μην συνδιαλλαγούν. Ψήφισμα διαμαρτυρίας, επιστολή διαμαρτυρίας, πορεία διαμαρτυρίας; Ούτε γι' αστείο!
.- Ο κ. Θεόδωρος Πάγκαλος είναι αντιπαθής ανά το πανελλήνιο για πολλούς λόγους. Ωστόσο, είναι δημοκρατικά εκλεγμένος και άνετα, όταν το πάρουμε απόφαση, μπορούμε να μην τον προτιμήσουμε και να δώσουμε τέλος στην πολιτική του σταδιοδρομία. Στο Παρίσι βρέθηκε ως εκπρόσωπος μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης, η οποία μπορεί να βαρύνεται με μπόλικα ατοπήματα και να υπόκειται σε έντονη κριτική αλλά το φαινόμενο, που είδαμε στο Παρίσι, απέχει από το να χαρακτηριστεί κριτική.
.- Όσο και αν αρέσκονται αρκετοί να φαντασιώνονται, ότι ζούμε σε μια δημοκρατική χούντα ή σε σκέτη χούντα, καλό είναι να σκεφτούν, ότι μπορούν ελεύθερα να ψηφίζουν όποιο κόμμα γουστάρουν, χωρίς κανένα χωροφύλακα να τους απειλεί, σε περίπτωση που δεν ψηφίσουν τον αρεστό του. Η μη άσκηση του εκλογικού δικαιώματος εκ μέρους πολλών εξ αυτών για διάφορους λόγους δεν αναιρεί την ουσία του πολιτεύματός μας. Επίσης, η ελευθερία του λόγου είναι απεριόριστη και προστατεύεται, αρκεί ο χρήστης να μην υπερβαίνει τα όριά της. Τέλος, δεν υπάρχουν πολιτικοί κρατούμενοι, όσο και αν σε κατάσταση διανοητικής ευφορίας ορισμένοι κρατούμενοι του ποινικού δικαίου αυτοανακηρύσσονται ως τέτοιοι.
Δεν χωρεί, λοιπόν, καμμία σύγκριση μεταξύ της ηρωικής αλλά κυρίας Μπέτυς Αμπατιέλου και των παραπάνω φοιτητών, που θα μπορούσαν άνετα να τσακίσουν με 2-3 επιχειρήματα τον κ. Αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, ο οποίος, ως γνωστόν, χάνει την ψυχραιμία του, όταν βρεθεί με καταρτισμένους και αποφασισμένους συνομιλητές, αλλά επέλεξαν τον εύκολο δρόμο του μπούγιου και, μάλιστα, τα κατέγραψαν και σε κάμερα. Ή, μήπως, θα είχε το σχετικό βιντεάκι την πέραση, που έχει αυτή τη στιγμή στο Διαδίκτυο, αν οι φοιτητές επιθυμούσαν να διεξαγάγουν μια συζήτηση;
Επίσης, βρίσκω ιδιαίτερα προσβλητική τη σύγκριση των δύο παραπάνω περιπτώσεων. Η Μπέτυ Αμπατιέλου πάλεψε για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα, αντιμετωπίζοντας συλλήψεις και φυλακίσεις στην Ελλάδα, χωρίς να λησμονούμε την αφαίρεση της υπηκοότητάς της. Και τόσο αυτή όσο και οι υπόλοιποι πολιτικοί κρατούμενοι στην Ελλάδα πάλεψαν με αξιοπρέπεια, χωρίς παρεκτροπές και αφού ζούσαν σε ένα επιεικώς ανελεύθερο καθεστώς και υφίσταντο δεινά, που οι φοιτητές μας στο Παρίσι ούτε στους πιο φρικτούς εφιάλτες τους δεν θα φαντάζονταν. Ακόμα και το φημολογούμενο χαστούκι της Μπέτυς Αμπατιέλου στη Φρειδερίκη αποδείχθηκε μύθος, αφού τόσο η ίδια σε συνέντευξή της όσο και ο σύζυγός της στα απομνημονεύματά του το διέψευσαν. (Ιδού και μερικές λεπτομέρειες από το επεισόδιο του1963 ).
Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011
Οι "δικοι" μας νεκροί
Κάθε φορά, που χάνεται βίαια μια ανθρώπινη ζωή, το λογικό θα ήταν να θλιβόμαστε για την απώλειά της και να αναλογιζόμαστε τρόπους, ώστε να σταματήσει η βαρβαρότητα, που οδήγησε στην απώλεια αυτή. Η ανθρωπότητα, μέρος της οποίας έδωσε αγώνες πολλών ετών, μέχρις ότου καταργηθεί η δουλεία και θεσμοθετηθεί η ισότητα όλων των ανθρώπων, οφείλει να αντιδρά, όταν βλέπει να χάνονται ανθρώπινες ζωές από βίαιες ενέργειες - και ως βία δε νοείται μόνο η ενέργεια, δια της οποίας χάνεται μια ανθρώπινη ζωή, αλλά και η άρνηση πραγματοποίησης της πράξης εκείνης, δια της οποίας σώζεται μια ανθρώπινη ζωή.
Ο χτεσινός θάνατος δύο αστυνομικών από πυρά αγνώστων θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία μιας συζήτησης, με την οποία θα καταδικαζόταν το φαινόμενο της αφαίρεσης της ανθρώπινης ζωής ανεξάρτητα από την ταυτότητα του θύματος και του δράστη. Ωστόσο, αποδείχθηκε πολύ σύντομα, ότι ένα σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης επιμένει να αντιδρά απέναντι στο φαινόμενο της ανθρωποκτονίας ανάλογα με τις καταβολές είτε του θύτη είτε του θύματος. Έτσι, ακούστηκε, ότι η ζωή του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου, που αντιστάθηκε στην εξουσία, είναι υπέρτερη από τη ζωή ενός "μπάτσου", ότι το επάγγελμα του αστυνομικού απαιτεί από το φορέα του να είναι επαγγελματικά διεστραμμένος και άλλα ωραία και πολιτισμένα. Υπήρξε κόσμος, που πανηγύριζε από χαρά για το θάνατο των δύο αστυνομικών αλλά και κόσμος, που απέδωσε τους θανάτους αυτούς, επιπόλαια ή σκόπιμα δεν έχει σημασία, σε ενέργεια αντιεξουσιαστών, οι οποίοι τάχα μου επιθυμούν να εκδικηθούν την Αστυνομία για τα επεισόδια στην Πλατεία Συντάγματος την περασμένη εβδομάδα. Kαι, τέλος, διατυπώθηκε το επιχείρημα, ότι, όποιος θέλει να διαμαρτυρηθεί για τη δολοφονία των δύο αστυνομικών, είναι ελεύθερος να το κάνει αλλά προφανώς δεν θα συμμετέχουν οι συνήθεις διαμαρτυρόμενοι, που φωνάζουν, όταν ο θύτης ειναι αστυνομικός.
Φοβάμαι, ότι η παραπάνω συζήτηση ανέδειξε ένα, ακόμα, μέγιστο πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η κοινωνία μας, ήτοι τη θεσμοθετημένη αδιαφορία μας για κάθε θέμα, που δεν αφορά τους κοντινούς μας ανθρώπους. Πραγματικά, ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας μας έσπευσε - και ορθά έπραξε - να καταδικάσει το φόνο των δύο αστυνομικών αλλά απείχαν από την πορεία π.χ. για το νεκρό Αλέξη και σε κάποιες περιπτώσεις προέβαλαν επιχειρήματα, τύπου "τί ήθελε ένα δεκαπεντάχρονο εκείνη την ώρα στα Εξάρχεια" ή "ποιός ξέρει, τί είπε ο πιτσιρικάς στον αστυνομικό", ωσάν να έψαχναν ελαφρυντικά για ένα, αποδεδειγμένα αψίκορο διο και ακατάλληλο γι' αυτή τη δουλειά, ειδικό φρουρό. Την ίδια στιγμή, ελάχιστοι εκπρόσωποι εκείνου του κομματιού της κοινωνίας μας, που μάχονται - και, επίσης, πράττουν σωστά - για τα δικαιώματα των μειονοτήτων και φωνάζουν για την κρατική και καπιταλιστική αυθαιρεσία, κατέκριναν το φόνο των δύο αστυνομικών. Μάλιστα, ορισμένοι - ευτυχώς όχι τόσο πολλοί - έσπευσαν να σταθμίσουν ως υπέρτερη τη ζωή του 15χρονου Αλέξη από αυτή ενός χαμένου "μπάτσου". Τόσοι αγώνες για την ισοτιμία κάθε ανθρώπινης ζωής δεν δίδαξαν τίποτα απολύτως στους μυαλοφυγόδικους και των δύο κατηγοριών.
Ειπώθηκε, ότι, όποιος επιθυμεί, μπορεί να κάνει συλλαλητήριο διαμαρτυρίας για το θάνατο των δύο αστυνομικών. Ουσιαστικά, δηλαδή, όσοι πιστεύουν, ότι οι αστυνομικοί χάθηκαν άδοξα, ας φωνάξουν γι' αυτούς. Αυτή η φαινομενικά αθώα δήλωση υποκρύπτει ένα αδιάντροπο διαχωρισμό σε εκείνους, που διαμαρτύρονται για το θάνατο ενός οργάνου της τάξεως ή ενός οποιουδήποτε κρατικού λειτουργού, και εκείνους, που φωνάζουν για τους υπολοίπους. Με άλλα λόγια, ας διαμαρτυρηθεί ο καθένας από εμάς για τους "δικούς" του νεκρούς. Το επιχείρημα αυτό ξεχειλίζει από υποκρισία. Η καταδίκη της βίας πρέπει να είναι καθολική, ήτοι να μην ξεχωρίζουμε, ποιος είναι ο δράστης, ποιο είναι το θύμα και ποιες είναι οι πεποιθήσεις τους, οι εργοδότες τους ή η οικονομική τους κατάσταση. Ναι, η δουλειά του αστυνομικού τον υποχρεώνει να κάνει χρήση της εξουσίας του, της οποίας συχνά κάνει κατάχρηση. Αυτό, όμως, δεν νομιμοποιεί τον κάθε εγκληματία να πυροβολεί όποιο αστυνομικό βρει μπροστά του πολλώ δε μάλλον δεν καθιστά τη ζωή ενός αστυνομικού κατώτερη από αυτή του 15χρονου Αλέξη και του κάθε Αλέξη ανεξαρτήτως ηλικίας. Επίσης, είναι αλήθεια, ότι υπάρχουν στοιχεία στην κοινωνία μας, τα οποία επιζητούν την κατά μέτωπον σύγκρουση με το κράτος και εξωτερικεύουν αυτή την πρόθεσή τους με ποικίλους τρόπους. Αυτό, όμως, δεν δικαιολογεί τη χρήση αλόγιστης βίας από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους και της εργοδοσίας.
Δεν υπάρχουν "δικοί" μας νεκροί και "άλλοι" νεκροί. Οι νεκροί από βίαιο θάνατο δεν έχουν καμμία, απολύτως, διαφορά μεταξύ τους, ακόμα και αν πρέσβευαν διαφορετικές ιδέες ή ανήκαν σε διαφορετικά κοινωνικά και οικονομικά στρώματα. Ο φόνος τους πρέπει να ευαισθητοποιεί όσους αποτάσσονται τη βία και θέλουν να σταματήσει αυτό το φαινόμενο. Αλλιώς η ευαισθησία ενδύεται το μανδύα της υποκρισίας και χάνει την ουσία της.
Τρίτη 1 Μαρτίου 2011
Και, όμως, τον έκαναν "μάγκα"
Ειλικρινά δεν ξέρω, ποιο από τα δύο είναι χειρότερο. Να έχεις ένα αποδεδειγμένα αντιπαθή αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, ο οποίος δεν διστάζει να προκαλεί αρνητικά συναισθήματα, ακόμα και όταν λέει αλήθειες, ή μια ομάδα φοιτητών, οι οποίοι, στο όνομα της αντίστασης, όχι μόνο αρνούνται το διάλογο αλλά προσβάλλουν με χοντρές εκφράσεις τον αποδέκτη του ξεσπάσματός τους;
Προσωπικά, τον κ. Αντιπρόεδρο μιας κυβέρνησης μπορείς να τον "μαυρίσεις" στις εκλογές και να τον στείλεις σπίτι του, όποτε το αποφασίσεις. Όσα τρωτά σημεία και αν έχει το πολιτικό μας σύστημα, εντούτοις επιτρέπει στον ψηφοφόρο να επιλέξει, ποιο πρόσωπο θα στείλει στη Βουλή. Η κακή χρήση του δικαιώματος αυτού είναι άλλη ιστορία.
Από τους φοιτητές, όμως, που δεν άφησαν τον κ. αντιπρόεδρο της κυβέρνησης να μιλήσει, διακόπτοντάς τον συνεχώς και υβρίζοντάς τον, δεν μπορείς να απαλλαγείς. Η συμπεριφορά τους, όμοια με αυτή πολλών φοιτητικών γκρουπούσκουλων της ημεδαπής, δεν κατέδειξε τη χρεωκοπία μόνο της δημόσιας εκπαίδευσης αλλά και της κοινωνίας μας ως φορέα παιδείας και, κυρίως, την παγίωση, πλέον, αυτών των φασιστικών φαινομένων. Το βιντεάκι, που κάνει ήδη το γύρο του Διαδικτύου, αποδεικνύει του λόγου το αληθές και δείχνει τον εθισμό ενός σημαντικού τμήματος της φοιτητικής νεολαίας μας στον τραμπουκισμό. Και μη βιαστείτε να μιλήσετε για απελπισμένους και αγανακτισμένους νέους, οι οποίοι βλέπουν ένα αβέβαιο και ζοφερό μέλλον να ανοίγεται μπροστά τους ή απλά επιθυμούν να διαμαρτυρηθούν για την κυβερνητική πολιτική, διότι αφενός υπάρχουν πολύ πιο ήπιοι τρόποι διαμαρτυρίας αφετέρου καμμία δυσχερής κατάσταση δεν μπορεί να νομιμοποιεί τέτοιες συμπεριφορές.
Θα μπορούσαν οι φοιτητές αυτοί να προβάλλουν στον κ. Πάγκαλο μια σειρά από επιχειρήματα, ώστε να τον "στριμώξουν" και να τον εκθέσουν, αφού είναι γνωστό τοις πάσι, ότι ο κ. αντιπρόεδρος της κυβέρνησης απεχθάνεται το διάλογο και την επιχειρηματολογία. Αυτοί, όμως, επέλεξαν τον ανέξοδο τσαμπουκά και τα απολιτικά βρισίδια, μετατρέποντας σε "μάγκα" το αντιπαθέστερο μέλος της κυβέρνησης.