Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Γιαλαντζί αντιστασιακός, καιροσκόπος πολιτικός


Υπάρχουν δύο, τουλάχιστον, βιντεάκια, στο Διαδίκτυο, τα οποία δείχνουν τον Άγγλο ευρωβουλευτή, κ. Νάιτζελ Φάρατζ, να τα «χώνει» στην Ε.Ε. για τους χειρισμούς της στο θέμα της Ελλάδος. Αμφοτερα συνοδεύονται με πληθώρα επαινετικών σχολίων για τον λαμπρό πολιτικό, που τα βάζει με τους Ευρωπαίους και κάνει αυτό, το οποίο αδυνατούν να πράξουν οι δικοί μας πολιτικοί.
Περιττεύει να πω, ότι με το καλημέρα, εξαιτίας αυτών των βίντεο, ο κ. Φάρατζ βαφτίστηκε αντιστασιακός, φιλέλληνας και υποστηρικτής των ελληνικών θέσεων και συμφερόντων. Οι δε συγκρίσεις του με τους Έλληνες πολιτικούς κατέληγαν σε σχόλια, αρκετά εκ των οποίων αποδεικνύουν, πόσοι διαταραγμένοι κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο.
Όμως, αν αφήναμε κατά μέρος τους συναισθηματισμούς και προσεγγίζαμε περισσότερο ψύχραιμα το φαινόμενο Φάρατζ, θα συμπεραίναμε, ότι ο συγκεκριμένος ευρωβουλευτής έχει τόση σχέση με την αντίσταση και το φιλελληνισμό όση και ο φάντης με το ρετσινόλαδο. Για την ακρίβεια, ο εν λόγω πολιτικός χρησιμοποιεί την περίπτωση της Ελλάδος όχι επειδή διακατέχεται από φιλικά αισθήματα προς αυτή αλλά διότι τη βλέπει ως ένα καλό παράδειγμα προς απόδειξη των θέσεών του περί της ανάγκης διαλύσεως της Ε.Ε., θέση την οποία ο κ. Φάρατζ δεν κάνει κάποια προσπάθεια να αποκρύψει. Μην πάει, βέβαια, ο νους σας σε κάποιον αριστερό υπέρμαχο της αυτοδιάθεσης των λαών ή σε κάποιον επικριτή της Ε.Ε., ο οποίος επισημαίνει τις πλημμέλειές της και αναζητεί τρόπους καλύτερης λειτουργίας της! Ο κ. Φάρατζ αλλά και το κόμμα του, το UKIP, ονειρεύονται, εκτός από τη διάλυση της Ε.Ε., την αναβίωση της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας, την απόσυρση της υπογραφής της Αγγλίας από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (η οποία θεωρεί, ότι έχει πλήξει το δίκαιο της χώρας του) κ.λπ. Άλλωστε, αν παρατηρήσει κανείς ορισμένες συνεντεύξεις του κ. Φάρατζ, θα βγάλει το αβίαστο συμπέρασμα, ότι ο συγκεκριμένος πολιτικός είναι έντονα αντιαριστεριστής και δεν διστάζει να δηλώσει, ότι η Ε.Ε. κυριαρχείται, στην πραγματικότητα, από κομμουνιστές (!!!!).  
Και τι στην ευχή είναι αυτό το UKIP, του οποίου ηγείται ο κ. Φάρατζ; Η πλήρης ονομασία του κόμματος αυτού είναι United Kingdom Independence Party και ιδρύθηκε με σκοπό να συγκεντρώσει όσους Βρεττανούς είναι αντίθετοι στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Τα μέλη του αυτοχαρακτηρίζονται ως φιλελεύθεροι αλλά η σχέση τους με τον φιλελευθερισμό ελέγχεται, καθότι πέρα από τα αιτήματά τους για χαμηλότερη φορολόγηση των επιχειρήσεων, περικοπή των δαπανών για αμοιβές πολιτικών και προστασία της πολιτιστικής κληρονομίας περιοχών, όπως η Ουαλία και η Σκωτία, αξιώνουν αύξηση των αμυντικών δαπανών της χώρας τους σε ποσοστό έως και 40%, αντιπαθούν την πολυπολιτισμικότητα, τρέφουν έντονο αντιαριστερισμό και, βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, επιθυμούν την απόσυρση της υπογραφής της χώρας τους από την ΕΣΔΑ. Αν, επίσης, αποφασίσετε να εγκαταλείψετε την χειμαζόμενη Ελλάδα και να εγκατασταθείτε στην Αγγλία, να είστε σίγουροι, ότι ο κ Φάρατζ θα είναι από τους πρώτους, που θα επισημάνουν τον κίνδυνο, το οποίο εγκυμονεί η παρουσία σας, ως μετανάστη, στη χώρα του, αφού το κόμμα του έχει ζητήσει πενταετές πάγωμα των χορηγήσεων αδειών παραμονής, χωρίς, βέβαια, να εγγυάται, ότι δεν θα ζητήσει παράταση του διαστήματος αυτού. Σας θυμίζει λίγο τη δική μας ακροδεξιά;
Στην πραγματικότητα, το κόμμα του κ. Φάρατζ είναι μια βελτιωμένη εκδοχή της δικής μας ακροδεξιάς. Δεν διακατέχεται από αλλεργία για τη Δημοκρατία, τουλάχιστον στο βαθμό που χαρακτηρίζει τη Χ.Α., αλλά θυμίζει κράμα ΛΑΟΣ και Ανεξαρτήτων Ελλήνων με αρκετά καλύτερη ενημέρωση και ατζέντα. Ωστόσο, έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ακροδεξιάς, ήτοι ξενοφοβία, μιλιταρισμό, αλλεργία στην αριστερά, φόβο για την αλλοίωση της εθνικής ταυτότητας, αντιευρωπαϊσμό, εσωστρέφεια και έντονο λαϊκισμό. Και ο κ. Φάρατζ διαθέτει όλα αυτά τα στοιχεία και δεν το κρύβει. Αποφεύγει να απαντήσει ευθέως σε κρίσιμα ερωτήματα (θα το διαπιστώσετε, διαβάζοντας αυτό), βλέπει παντού κομμουνιστές και πετάει ανούσιες κορώνες.
Φοβάμαι, ότι για μια, ακόμα, φορά, στην προσπάθειά μας να αναζητήσουμε υποστηρικτές στο εξωτερικό, καταλήξαμε να θεοποιήσουμε ως αντιστασιακό ένα καιροσκόπο ακροδεξιό πολιτικό, ο οποίος αδιαφορεί, στην πραγματικότητα, για την Ελλάδα και η αναφορά του σε αυτή εξυπηρετεί αποκλειστικά την επιθυμία του να δει την Ε.Ε. να διαλύεται στα εξ ων συνετέθη. Στην εποχή δε του Διαδικτύου, όπου τίποτα δεν μένει κρυφό, θα αρκούσε μια 10λεπτη αναζήτηση, για να αποκαλυφθεί το ποιόν του κ. Φάρατζ και του κόμματός του. Αλλά, δυστυχώς, απ’ ό,τι φαίνεται, λατρεύουμε τα παχιά λόγια, και ας προέρχονται από κάλπηδες λαοπλάνους. Και, βέβαια, τα ξέρουμε όλα και δεν χρειαζόμαστε κανένα Διαδίκτυο, μήπως και πάρουμε χαμπάρι, τι κούφια λόγια είναι ορισμένες τάχαμου αντιστασιακές δηλώσεις υπέρ της χώρας μας. 

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Χούντα και "χούντα"

Στην οικογένεια της μητέρας μου υπήρχε ένας αδελφός, ο οποίος στα μέσα της δεκαετίας του '60 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία. Εκεί τον βρήκε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967. Ανήσυχο πνεύμα ο θείος, οργανώθηκε στο ΠΑΚ, το οποίο εκείνη την εποχή ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στους Έλληνες φοιτητές της Ιταλίας. Συμμετείχε, λοιπόν, σε ομιλίες, ενημερώσεις και ίσως φιλοξένησε κάποια στιγμή ορισμένα πρωτοκλασάτα στελέχη της παραπάνω οργάνωσης.
Δυστυχώς, ανάμεσα στους συμφοιτητές του δεν υπήρχαν μόνο εχθροί της δικτατορίας ή απολιτίκ φοιτητές. Κάποια καλόπαιδα, πιστοί της χούντας, έσπευσαν να δώσουν αναφορά στο ελληνικό προξενείο της Μπολόνια και μετά από λίγο καιρό ο θείος μου μαζί με αρκετά άλλα μέλη του ΠΑΚ και άλλων παρεμφερών οργανώσεων, απώλεσαν την ελληνική ιθαγένεια. Έτσι, ο θείος μου κατέστη άπατρις μέχρι το 1974, όταν, πλέον, έπεσε η χούντα.
Φυσικά, ο παππούς μου εκ μητρός (εθνικόφρων αλλά όχι κομμουνιστοφάγος) χρειάστηκε να δώσει ποικιλες εξηγήσεις στην αστυνομία για το θέμα αυτό. Και μη φανταστείτε, ότι η τότε αστυνομία τον αντιμετώπισε με σύνεση! ΟΚ, δεν έφαγε ξύλο ούτε κρατήθηκε αλλά κάτι "μπηχτές", που του πετούσαν οι αστυνομικοί, δεν πρέπει να τις ξεπέρασε ποτέ του. Χώρια που τον παππού μου τον ήξεραν με το μικρό του όνομα και έφαγε τέτοια στάμπα, που περπατούσε στους δρόμους της Πάτρας και έβλεπε συντοπίτες του να στρέφουν αλλού το βλέμμα τους.
Σιγά τα ωά, θα μου πείτε, σκέψου, τι τράβηξαν άλλες οικογένειες, που είχαν εξόριστους, φυλακισμένους και εκτελεσμένους ή αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν, γιατί δεν είχαν στον ήλιο μοίρα σε μια Ελλάδα βαθιά διχασμένη. Συμφωνώ και δεν προτίθεμαι να συγκρίνω τα δεινά αυτών των ανθρώπων με την ταλαιπωρία είτε του θείου μου είτε της οικογένειας της μητέρας μου. Κάτι τέτοιο θα ήταν εκτός πραγματικότητας.
Αλλά να! Κάθε φορά, που πλησιάζει η επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και ακούω πολύ κόσμο, ολοένα περισσότερο κάθε χρονιά, να υποστηρίζει, ότι επί χούντας τα πράγματα ήταν καλύτερα, ή ότι σήμερα ζούμε σε μια σύγχρονη χούντα, θυμάμαι το μακαρίτη, πλέον, θείο μου και τα 8 χρόνια, που πέρασε, χωρίς να μπορεί να πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα. Θυμάμαι, επίσης, όσους διώχθηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν ή και σκοτώθηκαν, επειδή τα μούτρα και οι ιδέες τους δεν ήταν αρεστά στη χούντα και τους στυλοβάτες της.
Και σκέφτομαι, ότι μπορεί οι εποχές, που ζούμε, να μην είναι οι ιδανικότερες αλλά, που να πάρει και να σηκώσει, δεν μπορούμε να τις ταυτίζουμε ελαφρά τη καρδία με τον ολοκληρωτισμό. Κανένας, πλέον, δεν διώκεται για τις ιδέες του, κανένας δεν χάνει τη δουλειά του ούτε φυλακίζεται ούτε εκτελείται, επειδή ασπάζεται αντιλήψεις ξένες προς την κυρίαρχη ιδεολογία. Έχουμε ελεύθερες εκλογές (γυρίστε πίσω στο παρελθόν, για να δείτε, τι σημαίνει στημένες και κατευθυνόμενες εκλογές), η ίδρυση και συμμετοχή κομμάτων σε αυτές είναι απρόσκοπτη και καθένας μπορεί να εκφράζει ελεύθερα την άποψή του, χωρίς να κινδυνεύει να τον μπουζουριάσει η εξουσία.
Ας το έχουμε υπόψη την επόμενη φορά, που θα ασκήσουμε δριμεία και δημόσια κριτική στην κυβέρνηση! Και ας σκεφτούμε, αν μπορούσε να κάνει το ίδιο κάποιος άλλος συμπολίτης μας ελεύθερα μέχρι και πριν από 38 χρόνια!

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Βιβλία : "Ο ΑΤΛΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣΕ", της Άυν Ραντ


        Μεταφέρομαι στην εποχή, που το άστρο της Άυν Ραντ μεσουρανούσε στο λογοτεχνικό στερέωμα των Η.Π.Α.  Οι μαρτυρίες της εποχής κάνουν λόγο για μια λογοτέχνιδα με φανατικό κοινό, μέρος του οποίου την ακολουθούσε σε όλες τις ομιλίες της, τη ζητωκραύγαζε με πάθος ανάλογο με αυτό φίλων αθλητικού σωματείου και ζούσε σύμφωνα με το φιλοσοφικό της σύστημα. Η ίδια ήταν λάτρης του καπιταλισμού, τον οποίο θεωρούσε ως το μόνο σύστημα, που εξασφαλίζει στον άνθρωπο όλα τα εφόδια για την εν γένει πρόοδό του. Οι εμφανίσεις της στα Μ.Μ.Ε. της εποχής της αλλά και η συγγραφική της δραστηριότητα δεν περιελάμβαναν μόνο μυθιστορήματα αλλά και φιλοσοφικά δοκίμια και άρθρα στον τύπο, όπου ανέπτυσσε με πάθος τις θεωρίες της. Οι ήρωές της, αυτοδημιούργητοι οραματιστές επιστήμονες και επιχειρηματίες ή πανέξυπνοι και εργατικότατοι κληρονόμοι επιχειρήσεων, είναι πλασμένοι σύμφωνα με τις διδαχές της. Ενδεχόμενα να αποτελούν και το alter ego μιας γυναίκας από την τότε Ε.Σ.Σ.Δ., η οποία αφού περαίωσε μέρος των σπουδών της στη χώρα καταγωγής της, μετανάστευσε στις Η.Π.Α., όπου ξεκινώντας από το μηδέν και με σκληρή εργασία αναγνωρίστηκε ως μια από τις σπουδαιότερες λογοτεχνικές μορφές του 20ου αιώνα.


            Όλη η φιλοσοφία της Άυν Ραντ αποτυπώνεται στο τρίτομο έργο της «Ο ΑΤΛΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣΕ» (Εκδόσεις «ΩΚΕΑΝΙΔΑ»). Η ιστορία διαδραματίζεται σε κάποιο απροσδιόριστο χρόνο στις Η.Π.Α. Η χώρα βρίσκεται σε δεινή κατάσταση. Ένας – ένας οι ικανότεροι πολίτες εξαφανίζονται μυστηριωδώς, χωρίς να αφήσουν πίσω τους το παραμικρό ίχνος. Οι ελάχιστοι ικανοί, που μένουν πίσω, καλούνται να αντιμετωπίσουν τον ανελέητο πόλεμο των ανίκανων συναδέλφων τους, οι οποίοι έχουν συμμαχήσει με άρπαγες και τυχοδιώκτες πολιτικούς και μέτριους ή εξωνημένους καλλιτέχνες, διανοουμένους και επιστήμονες, προκειμένου να επιβάλουν τα δικά τους μέτρα για την ευημερία των Η.Π.Α. αλλά, στην ουσία επιδιώκουν στο προσωπικό τους κέρδος και την προώθηση των συμφερόντων των δικών τους ανθρώπων (οι αναλογίες με τα εν Ελλάδα ισχύοντα είναι τρομακτικές). Η ερώτηση «Ποιος είναι ο Τζων Γκολτ;» μοιάζει να στοιχειώνει όχι μόνο τους πρωταγωνιστές του βιβλίου αλλά και τον ίδιο τον αναγνώστη.            
                Η όλη φιλοσοφία της Άυν Ραντ υμνεί την ικανότητα κάθε ανθρώπου να παράγει πλούτο(όχι μόνο υλικό). Κάθε άνθρωπος λειτουργεί ουσιαστικά ως έμπορος των ικανοτήτων του και συναλλάσσεται με όποιον έχει να του προσφέρει κάτι ως αντάλλαγμα (όχι απαραίτητα υλικό). Κάθε άνθρωπος διαμορφώνει μια ηθική μέσα από την εργασία του και κανένας δεν χρωστάει σε κανένα. Η πορεία του πρέπει να διαμορφώνεται με βάση τη λογική και το προσωπικό του συμφέρον και κανένας παραλογισμός δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην ανθρώπινη πρόοδο. Οι θετικοί ήρωες του βιβλίου διαθέτουν όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά και  έχουν διαμορφώσει τη ζωή τους βάσει αυτών, αποκλείοντας κάθε υποχώρηση. Το μεταφυσικό έχει εξοβελιστεί από τη ζωή τους ως μη συμβατό με τις απόψεις τους.       
                Σε πολιτικό επίπεδο, το βιβλίο αποτελεί ένα κατηγορώ εναντίον του κρατικού παρεμβατισμού. Με χαλαρά φιλελεύθερες απόψεις, η συγγραφέας στηλιτεύει την κρατική πολιτική των περιορισμών στην παραγωγή και διάθεση αγαθών ως και τους πάσης φύσεως εξαναγκασμούς, που έρχονται σε αντίθεση με τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς.        
                Η προσπάθεια, όμως, της συγγραφέως να μετατρέψει το βιβλίο της εκτός από μυθιστόρημα και σε φιλοσοφικό μανιφέστο, αφελές κατά τη γνώμη μου, αποβαίνει κουραστική για τον αναγνώστη. Υπάρχουν στιγμές, που νοιώθεις, ότι έχεις ξαναδιαβάσει κάπου νωρίτερα στο ίδιο βιβλίο κάποια αποσπάσματα. Προς το τέλος του τρίτου τόμου, ο μεγέθους 120 σελίδων μονόλογος – αποθέωση του φιλοσοφικού συστήματος της συγγραφέως ταλαιπωρεί κάθε καλοπροαίρετο βιβλιοφάγο. Ο όγκος δε του βιβλίου είναι αποθαρρυντικός. Ένας άλλος λογοτέχνης αξιώσεων θα μπορούσε να γράψει το ίδιο βιβλίο με την ίδια θεματολογία αλλά στο μισό (και λιγότερο) μέγεθος. Επίσης, οι χαρακτήρες, θετικοί και αρνητικοί, μοιάζουν αυστηρά διαχωρισμένοι σε απόλυτα καλούς και απόλυτα κακούς. Καμμία κακή σκέψη ή πράξη δεν σκιάζει τους θετικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου και τίποτα θετικό δεν φωτίζει τους αρνητικούς χαρακτήρες του.         
                   Το κυριότερο, όμως, στοιχείο του μυθιστορήματος, για το οποίο η κριτική έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις, είναι η ιδεολογία του. Οι πολέμιοί του το θεωρούν ως την επιτομή του νεοφιλελευθερισμού, διότι προάγει τον άκρατο ατομικισμό, καταδικάζει την αλληλεγγύη προς τους οικονομικά ασθενέστερους, τους οποίους, δήθεν, χαρακτηρίζει ως παράσιτα, και το συνδικαλισμό, ανάγει σε υπέρτατη αξία την προσωπική ηθική και την ασυδοσία, ζητάει την εκμηδένιση του ρόλου του κράτους στην ελεύθερη αγορά και αφήνει την κοινωνία στο έλεος του κεφαλαίου. Βρίσκω αυτή την κριτική αρκετά άδικη. Κατ’ αρχάς, ναι μεν η συγγραφέας ήταν οπαδός του «λεσέ φερ λεσέ πασέ», πλην, όμως, η Δικαιοσύνη παίζει καθοριστικό ρόλο στη θεωρία της και απαγορεύει τις πάσης φύσεως παρεκτροπές των κεφαλαιοκρατών και των ανθρώπων γενικά. Η προσωπική ηθική κάθε ανθρώπου ανάγεται σε υπέρτατη αξία αλλά όχι σε βαθμό ασυδοσίας, την οποία, άλλωστε, η συγγραφέας δεν παύει να καταδικάζει σε πολλά σημεία του βιβλίου της. Ο αλτρουισμός καταδικάζεται ως προσπάθεια των ανήθικων δυνατών να υποτάξουν τη βούληση του ανθρώπου και όχι ως πρακτική εν γένει. Επίσης, η συγγραφέας δεν καταδικάζει το συνδικαλισμό γενικά και αόριστα αλλά ως πρακτική χειραγώγησης των εργατών (ο αποκρουστικός αρχισυνδικαλιστής Φρεντ Κίναν μοιάζει βγαλμένος από τις μελανότερες σελίδες του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα), τη στιγμή, που αναφέρει, ότι στο χαλυβουργείο του Χανκ Ρίρντεν (ενός από τους «άπληστους» βιομηχάνους, που η κυβέρνηση πολεμούσε) όλοι οι εργάτες ήξεραν, ότι θα εύρισκαν καλές συνθήκες εργασίας και καλούς μισθούς. Αυτοί, που βαφτίζονται ως παράσιτα, δεν είναι οι φτωχοί και αναξιοπαθούντες αλλά οι πολιτικάντηδες και ο περίγυρός τους. Εκείνο, που επικρίνεται, είναι η βαρύτατη φορολογία ως μέσο απάλυνσης των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, το προϊόν της οποίας, όπως διαβάζουμε στο έργο αυτό, δεν χρησιμοποιείται προς όφελος οικονομικά αναξιοπαθούντων αλλά καταλήγει στις τσέπες των επιτηδείων κυβερνώντων και των συνεργατών τους (ανατριχιαστικές και εδώ οι αναλογίες με την ελληνική πραγματικότητα), με αποτέλεσμα και η βιομηχανία να πλήττεται (διότι στο βιβλίο της δεν βαρύνεται με εξοντωτική φορολόγηση μόνο αλλά ταλαιπωρείται από την υποχρέωσή της να προσλαμβάνει πρόσωπα συστημένα από την κυβέρνηση και να μην απολύει κανένα, ακόμα και αν αυτός δεν αποδίδει, υποχρεούται να μην παράγει πάνω από μια συγκεκριμένη ποσότητα αγαθών, την οποία, στη συνέχεια, θα διοχετεύει σε συγκεκριμένους πελάτες καθ’ υπαγόρευση της κυβέρνησης κ.λπ.) και η κοινωνία να βυθίζεται στη φτώχεια, αφού τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης δεν δίνουν κίνητρο σε κανένα να κάνει σοβαρές επενδύσεις, τη στιγμή που η κυβέρνηση στηρίζει οικονομικά απατεώνες χωρίς επιχειρηματικό πλάνο με προοπτικές, οι οποίοι χωρίς την κυβερνητική πολιτική δεν θα στέκονταν ούτε στιγμή στο εμπόριο (σας θυμίζει κάτι από την ελληνική πραγματικότητα;) και, βέβαια, τα διάφορα αγαθά δεν επαρκούν ποτέ για τη διατροφή του πληθυσμού.                                          Οι λάτρεις του βιβλίου το θεωρούν ως ένα από τα κορυφαία λογοτεχνικά έργα του 20ου αιώνα και ίσως το κορυφαίο μυθιστόρημα των Η.Π.Α. Η πρώτη σκέψη είναι, ότι μάλλον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αυτή η άποψη, αν κρίνει από την τεράστια αποδοχή του έως τις μέρες μας, καθότι μιλάμε για ένα βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1957, την επιρροή του ακόμα και σήμερα σε πολλούς ανθρώπους, όχι μόνο στις Η.Π.Α., την ένταση που εξακολουθεί να προκαλεί σε Δεξιούς και Αριστερούς, στους μεν για την επίθεσή του στη θρησκεία στους δε για τις βολές του κατά της αλληλεγγύης και του κρατικού παρεμβατισμού και τη ρήξη του με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής της. Υπάρχουν στιγμές, που απόλαυσα, όπως στο τέλος του πρώτου βιβλίου, όπου η Ντάγκνι Τάγκαρτ και ο Χανκ Ρίρντεν αναζητώντας τα ίχνη ενός παράξενου και πρωτοποριακού μηχανισμού διαπιστώνουν την πενία των κατοίκων της αμερικανικής ενδοχώρας, ή στις στιγμές που ο καθηγητής Φλόιντ Φέρρις ανέπτυσσε μέρος του δόγματος των αρπάγων.   
                           Προσωπική μου εκτίμηση; Είναι ένα πολύ καλό βιβλίο, άλλοτε συναρπαστικό και άλλοτε βαρετό, υπερεκτιμημένο ίσως λόγω των φιλοσοφικών αντιλήψεων της συγγραφέως, με τις οποίες είναι βαθιά διαποτισμένο και οι οποίες επηρέασαν και επηρεάζουν πάρα πολύ κόσμο ακόμα και σήμερα, και λίγο αφελές μέσα από τους απλουστευμένους αυστηρά άσπρους ή μαύρους χαρακτήρες του. Αν και θεωρείται το πιο δημοφιλές έργο της Άυν Ραντ, προσωπικά βρίσκω πολύ καλύτερο εκ των βιβλίων της το «ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ» (Εκδόσεις «ΩΚΕΑΝΙΔΑ» και αυτό), όπου σε λιγότερες σελίδες και με λιγότερο κουραστικό τρόπο και με πιο συναρπαστική γραφή η συγγραφέας αναπτύσσει τις ίδιες ιδέες.