Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Με αφορμή μια επέτειο


            Χτες είχαμε την επέτειο από την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και, ως είθισται, δεν έλειψαν οι υπερβολικές αντιδράσεις πένθους για την απώλεια της Βασιλεύουσας, οι οποίες έφτασαν μέχρι του σημείου να ακουστούν τα γνωστά «πάλι με χρόνια με καιρούς» κ.ο.κ. Το φάντασμα της Μεγάλης Ιδέας εξακολουθεί να στοιχειώνει τη μνήμη πολλών συμπολιτών μας 91 χρόνια μετά τον ενταφιασμό της.

            Η πικρή αλήθεια είναι, ότι για πολύ κόσμο τα γεγονότα των τελευταίων στιγμών της Πόλης πριν την εκπόρθησή της παραμένουν νεφελώδη. Ο μύθος της Κερκόπορτας που κάποιος προδότης, ο οποίος πότε είναι εκχριστιανισμένος Οθωμανός και πότε κάποιος Έλληνας, που πρόδωσε το λαό του, άνοιξε, ή των κακών Δυτικών, οι οποίοι μας εκδικήθηκαν, που δεν ενδώσαμε στα αιτήματά τους στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, και δεν απέστειλαν βοήθεια, παραμένουν για πολύ κόσμο οι κύριες αιτίες της Άλωσης. Στο καπάκι, η Εκκλησία της Ελλάδος τιμά τη μνήμη του Γενναδίου Σχολαρίου, πρώτου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μετά την Άλωση, ο οποίος, κατά την επικρατούσα άποψη, διέσωσε το χριστιανισμό πείθοντας προς τούτο το Μωάμεθ το Β’, τον επονομαζόμενο Πορθητή, να τον ορίσει στην ως άνω θέση.

            Ωστόσο, έχει μεγάλη σημασία να δούμε, κατά πόσο ανταποκρίνονται οι παραπάνω ιστορίες στην πραγματικότητα εκείνης της εποχής. Επίσης, χρήσιμο είναι να γνωρίζουμε το ρόλο του Σχολαρίου κατά τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

            Υπήρχε τελικά Κερκόπορτα και προδοσία; Κατ’ αρχάς, αξίζει να συγκρίνουμε τις δύο δυνάμεις, που ήλθαν αντιμέτωπες εκείνη την εποχή. Από τη μια πλευρά, υπήρχε ο οθωμανικός στρατός, ο οποίος με ρεαλιστικές εκτιμήσεις αριθμούσε περί τις 80.000-100.000 τακτικούς με πλήρη εξοπλισμό και δυνατότητα άφθονου ανεφοδιασμού. Πίσω από αυτό το στρατό κρυβόταν η ιδιοφυία του Μωάμεθ του Β’, ο οποίος είχε φροντίσει να εξοπλίσει το στρατό του με σύγχρονα, για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, μέσα (π.χ. πλήρωσε τον Ουρβανό, για να κατασκευάσει το περιβόητο κανόνι του, το οποίο προκάλεσε τεράστια ζημία στα τείχη της Πόλης). Από την άλλη πλευρά, είχαμε μια αυτοκρατορία, που ψυχορραγούσε βουτηγμένη στην παρακμή και τις ταραχές ανάμεσα σε ενωτικούς και ανθενωτικούς και περιελάμβανε, πλέον, μόνο την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Περίπου 7.000 πολεμιστές , εκ των οποίων οι 2.000 ήταν ξένοι, στάθηκαν στις επάλξεις, για να αποκρούσουν τον οθωμανικό στρατό. Τα τείχη της πόλης ευρίσκοντο σε οικτρή κατάσταση, καθόσον δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να συντηρηθούν επαρκώς. Μια τέτοια δυσαναλογία σε ό,τι αφορά τον αριθμό των μαχίμων ήταν καταδικαστική για την πλευρά με το μικρότερο αριθμό, ενώ, αν σκεφτούμε, ότι είχαμε περάσει στην εποχή των τηλεβόλων όπλων, ο χρόνος πολιορκίας μιας πόλεως είχε συντομεύσει κατά πολύ.

            Άρα δεν υπήρξε κάποια προδοσία; Προσωπική μου άποψη είναι, ότι δε χρειαζόταν κάτι τέτοιο, για να πέσει η Πόλη, ειδικά στην κατάσταση στην οποία ευρίσκετο. Κακά τα ψέμματα, όλο και κάποιο τείχος θα κατέρρευσε ολοκληρωτικά ή κάποια πύλη θα υποχώρησε επιτρέποντας σε στίφη Οθωμανών να εισβάλουν στην Πόλη και να σπείρουν τον πανικό (σε επίπεδο στρατού ήταν ίσως το πιο επίφοβο σώμα της εποχής) . Ο μύθος αναφέρεται σε κερκόπορτες και προδοσίες, διότι ίσως είναι πολύ προτιμότερη για τη λαϊκή σοφία η απόδοση της Άλωσης σε παράγοντες, που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ή αντιμετωπιστούν ακόμα και με μέτρα άκρας συνέσεως και επιμελείας, παρά στην πραγματική αδυναμία των αμυνομένων να αποκρούσουν  οριστικά και αμετάκλητα τον οθωμανικό στρατό.

            Δεν φταίνε οι Δυτικοί για την πτώση της Πόλης; Σε καμμία περίπτωση! Κατ’ αρχάς, όπως προαναφέρθηκε παραπάνω, ανάμεσα στους υπερασπιστές της Πόλης υπήρχαν Γενουάτες υπό τον Ιωάννη Ιουστινιάνη, Βενετοί και άλλες εθνότητες. Η συντριπτική πλειοψηφία των Δυτικών, που πολέμησαν για τη Βασιλεύουσα, έδωσαν τη ζωή τους γι’ αυτή. Επίσης, την εποχή εκείνη, οι Οθωμανοί αποτελούσαν τον υπ’ αριθμ. 1 κίνδυνο για τη Δύση, ενώ η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε ελάχιστο προσδόκιμο, αν σκεφτούμε, ότι είχε απομείνει στην επικράτειά της μόνο η Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Κανένα δυτικό κράτος δεν θα ποντάριζε να αποστείλει σοβαρή βοήθεια σε ένα ανίσχυρο κράτος, αφαιρώντας δυνάμεις από άλλες εκτάσεις του. Ο αντίκτυπος από τις μάχες της Νικοπόλεως και της Βάρνας, όπου οι Δυτικοί υπέστησαν σοβαρές ήττες από τους Οθωμανούς, είχαν αποδείξει, ότι η συγκέντρωση δυνάμεων στις ήδη υφιστάμενες κτήσεις τους ήταν καλύτερη λύση από την αποστολή στρατού προς υποστήριξη μιας ημιθανούς αυτοκρατορίας.

            Φυσικά, αξίζει να αναφερθεί, ότι στο μεγαλύτερο διάστημα του 14ου αιώνα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ταλανίστηκε από εμφυλίους πολέμους ανάμεσα στους διεκδικητές του θρόνου. Πρωταγωνιστής αυτών των εμφυλίων ήταν ο Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος, ο οποίος εκθρονίστηκε τρεις φορές, αφού πρόλαβε με δικές του ενέργειες να μετατρέψει του Οθωμανούς σε ρυθμιστές των εσωτερικών της αυτοκρατορίας του, καταβάλλοντας σε αυτούς βαρύ φόρο υποτέλειας και παραχωρώντας τους πόλεις π.χ. Φιλαδέλφεια, για να κερδίσει την υποστήριξή τους. Αυτή η εξασθένηση ήταν αποκλειστικά έργο των Βυζαντινών και καμμία ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί στους Δυτικούς, επειδή μερικές δεκαετίες αργότερα η Πόλη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών.

            Ακόμα και αν η Εκκλησία δεν διεδραμάτιζε αρνητικό ρόλο κατά τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Άλωση ήταν δεδομένη : Αν λάβουμε υπόψη την αδυναμία των Βυζαντινών, προφανώς η Πόλη θα έπεφτε, ακόμα και αν η Εκκλησία ήταν σφόδρα ενωτική. Ωστόσο, η πικρή αλήθεια είναι, ότι η Εκκλησία επέσπευσε το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αρνούμενη έστω για λόγους ανάγκης να υπαναχωρήσει απ’ ό,τι θεωρούσε ως αρχές της. Για την ακρίβεια, ενώ ο Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος πάσχιζε να αποσπάσει τη βοήθεια των Δυτικών στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, υποσχόμενος την Ένωση των Εκκλησιών, η πλειοψηφία των ιερέων φρόντισε να φανατίσει το λαό, ώστε να μην αποδεχθεί αυτή την Ένωση, θεωρώντας ότι είναι προτιμότερο να πέσει η Πόλη στα χέρια των απίστων παρά των Λατίνων. Η υποδοχή που ο λαός επεφύλαξε στον Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο, όταν αυτός επέστρεψε από τη Δύση, ήταν ενδεικτική των προθέσεων της Εκκλησίας. Το τελευταίο πράγμα, που χρειαζόταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ήταν ο διχασμός του λαού. Δυστυχώς, με αυτό το πνεύμα βρήκε ο οθωμανικός στρατός την πολύπαθη Βασιλεύουσα κατά την έναρξη της τελευταίας πολιορκίας. Αποκορύφωμα αυτής της άρνησης της Εκκλησίας να συμπράξει στην άμυνα της Πόλης (λαμπρή εξαίρεση ο ενωτικός καρδινάλιος Ισίδωρος) ήταν οι χιλιάδες μοναχοί, που είχαν κλειστεί στις μονές τους αρνούμενοι να πολεμήσουν και κηρύσσοντας ότι η πτώση της Πόλης είναι θέλημα Θεού, τακτική ολέθρια σε μια κοινωνία αμόρφωτη και γαντζωμένη από τα Θεία.

            Ο Σχολάριος λειτούργησε ρεαλιστικά και χάρη σε αυτόν διατηρήθηκε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και μπήκαν οι βάσεις για τη μετέπειτα πορεία του υπέρ του έθνους : Ο Γεννάδιος (Γεώργιος) Σχολάριος λειτούργησε με βάση το προσωπικό του συμφέρον και μόνο. Από ενωτικός μετετράπη σε σφόδρα ανθενωτικό με την επιστροφή του Ιωάννη Η’ Παλαιολόγου από τη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας και επηρεασμένος από το μέντορά του, Μάρκο Ευγενικό, ο οποίος είχε αρνηθεί να υπογράψει τη σχετική συμφωνία. Σε εποχές που ήταν προς όφελος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας να επικρατήσει ηρεμία στο εσωτερικό της, ο Σχολάριος μαζί με άλλους κληρικούς φρόντιζε να δυναμιτίζει το κλίμα με αποκορύφωμα τα κηρύγματά του, ότι ήταν θέλημα Θεού να πέσει η Πόλη, στη διάρκεια της πολιορκίας της. Κατά την πτώση της, ο Σχολάριος συνελήφθη και σύρθηκε σκλάβος στην Αδριανούπολη, τότε πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου ήλθε σε συνεννόηση με το Μωάμεθ το Β’, ο οποίος του απένειμε τον τίτλο του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Εκτός του ότι σηκώνει πολλά ερωτηματικά, πως ακριβώς πέτυχε ο σκλάβος, πλέον, Σχολάριος να συναντηθεί με το Μωάμεθ, η προθυμία του να συνεργαστεί με εκείνο τον άνθρωπο, ο οποίος είχε δηώσει την Πόλη και καταλύσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όσο ρεαλιστική ή μάλλον ωμή κι αν θεωρηθεί, δείχνει ένα καιροσκοπισμό άνευ προηγουμένου. Φυσικά, ο Μωάμεθ δεν ήταν κάποιος ανόητος σουλτάνος, που δεν είχε αντιληφθεί το ποιόν του Σχολαρίου και τον εξανάγκασε τρεις φορές σε παραίτηση, όταν έκρινε, ότι δεν τον εξυπηρετούσε η παραμονή του στον πατριαρχικό θρόνο. Ωστόσο, τόσο η Πολιτεία όσο και η Εκκλησία εξακολουθούν να τον κατατάσσουν ανάμεσα στους άξιους Πατριάρχες η δε τελευταία τιμά τη μνήμη του στις 25 Αυγούστου.

            Ποια θα ήταν η τύχη της Βασιλεύουσας, αν τελικά είχε αποσταλεί βοήθεια από τους Δυτικούς ή η Εκκλησία τηρούσε διαφορετική στάση; Θεωρώ, ότι θα έπεφτε και πάλι είτε στα χέρια του Μωάμεθ του Β’ είτε σε αυτά κάποιου διαδόχου του. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι την εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, ήτοι 100 χρόνια μετά την Άλωση, ήταν η πιο ισχυρή δύναμη στην Ευρώπη και καμμία ευρωπαϊκή χώρα δεν είχε καταφέρει να την ανακόψει. Για την ακρίβεια, η Πόλη θα μπορούσε να έχει πέσει 50 χρόνια νωρίτερα, επί Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου, αν δεν είχε προηγηθεί η καταστροφική ήττα των Οθωμανών στη μάχη της Άγκυρας το 1402 από τους Μογγόλους του Ταμερλάνου και οι εμφύλιες διαμάχες, που ανάγκασαν τόσο το Μωάμεθ τον Α’ όσο και το Μουράτ το Β’, πατέρα του Πορθητή, να εγκαταλείψουν τα όνειρά τους για κατάληψη της Βασιλεύουσας, δίνοντας έτσι μερικά, ακόμα, χρόνια ζωής στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το γεγονός, όμως, ότι μέσα σε 30 χρόνια από την παραπάνω μάχη οι Οθωμανοί ήταν το ίδιο ισχυροί όπως και πριν αλλά και το γεγονός, ότι οι Βυζαντινοί δεν κατάφεραν να εκμεταλλευτούν, λόγω αδυναμίας τους, τις εμφύλιες διαμάχες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αποτέλεσμα να παραδώσουν όσες πόλεις είχαν καταφέρει να ανακαταλάβουν από τους Οθωμανούς στους Δυτικούς π.χ. Θεσσαλονίκη στους Βενετούς, δείχνει, ότι η πτώση της Πόλης ήταν αναπόφευκτη.

            Αξίζει, τελικά, να θρηνούμε ακόμα και σήμερα για την Άλωση και να τη μνημονεύουμε ως κομμάτι της ιστορίας μας; Η ιστορική μνήμη συνιστά δικαίωμα και όχι υποχρέωση, σε εποχές, που η ένταξη σε κάποιο συλλογικό υποσυνείδητο μοιάζει να μην απασχολεί ολοένα και περισσότερο κόσμο. Η πτώση της Πόλης ήταν δεδομένη με βάση τις πραγματικές συνθήκες της εποχής και θα ήταν τουλάχιστον άστοχο να θρηνούμε για την πτώση της και να ευχόμαστε να ξαναγίνει ελληνική, όταν στην πραγματικότητα ποτέ δεν υπήρξε ελληνική, καθότι οι Βυζαντινοί θεωρούσαν εαυτού Ρωμαίους και όχι Έλληνες, ειδικά αν θυμηθούμε την περιβόητη ρήση του Σχολαρίου «Είμαι χριστιανός, ως εκ τούτου δεν δύναμαι να είμαι Έλλην».

            Ένα πολύ μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας εξακολουθεί να ταυτίζει την ιστορική μνήμη και τον πατριωτισμό με αλυτρωτικές βλέψεις, που ελάχιστα απέχουν από τον μεγαλοϊδεατισμό, που χαρακτήριζε το ελληνικό κράτος μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή. Κανένας δεν εμποδίζει κανένα να θεωρεί κομμάτι της ελληνικής ιστορίας την Άλωση και να τιμά την επέτειό της, πλην, όμως, είναι τουλάχιστον άστοχο να επιχειρείται να μετατραπεί σε κομμάτι αυτής της ιστορικής μνήμης η λογική των χαμένων πατρίδων.     Προσωπικά θεωρώ, ότι είναι προτιμότερο να τιμάται η μνήμη του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου ως του αυτοκράτορα εκείνου, ο οποίος πολέμησε για μια ουσιαστικά χαμένη υπόθεση και επέλεξε να πέσει μαχόμενος παρά να παραδώσει την Πόλη στους Οθωμανούς.

            Εν κατακλείδι, οι συζητήσεις γύρω από την Άλωση μπορούν να συνεχιστούν επ’ άπειρον. Η ιστορία είναι ένας ζωντανός οργανισμός επιδεχόμενος αναθεωρήσεις, αλλαγές και απορρίψεις βάσει επιστημονικών δεδομένων, οπότε τίποτα δεν αποκλείει μετά από μερικά χρόνια να διατυπωθούν νέες θεωρίες για τα αίτια της Άλωσης. Το μόνο σίγουρο είναι, ότι, όσο ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας εξακολουθεί να ασπάζεται μύθους και δοξασίες γύρω από το θέμα αυτό και εξακολουθεί να πιστεύει για μαρμαρωμένους βασιλιάδες, κερκόπορτες και προδότες Δυτικούς, μια ουσιαστική και νηφάλια συζήτηση, 560 χρόνια μετά την Άλωση, δεν πρόκειται να λάβει χώρα.

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Αφήστε τους επωνύμους να σκέφτονται για σας

            Ο κ. Κωνσταντίνος Μπέης δηλώνει, ότι η χούντα άφησε μηδενικό χρέος. Ο κ. Μιχαήλ Δεκλερής αναφέρει, ότι υπάρχει σχέδιο αποσταθεροποίησης του κλίματος της γης και στηρίζει σε αυτή τη θεωρία του την άποψη, ότι γίνονται αεροψεκασμοί στη χώρα μας. Ο κ. Θάνος Βερέμης παραδέχεται, ότι μπορεί να υπήρξε Κρυφό Σχολειό στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ο κ. Μίκης Θεοδωράκης δηλώνει, ότι σήμερα ζούμε χειρότερα απ’ ό,τι επί χούντας. Υπάρχουν και άλλα τρανταχτά δημόσια ονόματα με παρόμοιες απόψεις αλλά αρκούμαστε στους παραπάνω ως επαρκές δείγμα.
            Ο κ. Μπέης υπήρξε διαπρεπής καθηγητής Πολιτικής Δικονομίας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διανοούμενος με πλούσιο συγγραφικό έργο. Ο κ. Δεκλερής διετέλεσε πρόεδρος του Ε’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, επί των ημερών του οποίου εξεδόθησαν πολλές αποφάσεις – σταθμοί για την προστασία του περιβάλλοντος στην Ελλάδα. Ο κ. Βερέμης είναι ιστορικός και καθηγητής πανεπιστημίου. Ο δε κ. Θεοδωράκης δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις για το μουσικό του έργο αλλά και τους αγώνες του για τη Δημοκρατία και την ελευθερία. Αυτές οι ιδιότητές τους κρίνονται ως υπεραρκετές, για να τους προσδώσουν ένα αέρα αυθεντίας.
            Όσοι επιθυμούν να υποστηρίξουν απόψεις παρόμοιες με αυτές των παραπάνω προσώπων, τείνουν να περιλαμβάνουν στην επιχειρηματολογία τους το γεγονός, ότι τα πρόσωπα αυτά τις έχουν εκφράσει στο παρελθόν. Η διατύπωση αυτών των απόψεων από τα παραπάνω πρόσωπα προσδίδει σε αυτές ένα αέρα θέσφατου και δυσκολεύει για τον πολύ κόσμο την ανατροπή τους, καθώς αυτές ανυψώνονται σε δυσθεώρητα ύψη και αυτός, που θα τις αμφισβητήσει, τεκμαίρεται, ότι αμφισβητεί ταυτόχρονα και τους ίδιους του επωνύμους εκφραστές τους. Σε μια χώρα, όπου σε πολλές περιπτώσεις οι απόψεις κρίνονται όχι από την βασιμότητά τους αλλά από το πρόσωπο, που τις εκφράζει, και εκ του λόγου αυτού όχι μόνο καθίστανται απρόσβλητες αλλά κάθε αμφισβήτησή τους επισύρει ουκ ολίγα αρνητικά σχόλια, όποιος τολμήσει να τις αμφισβητήσει, στηλιτεύεται ως άσχετος, στην καλύτερη περίπτωση, και λοιδορείται αγρίως. «Και ποιος είσαι εσύ, που θα αμφισβητήσεις τον Μπέη» ή «δεν έχεις το ανάστημα να κρίνεις το Δεκλερή» ή "δεν σέβεσαι τους αγώνες του Θεοδωράκη" είναι μόνο μερικές από τις επιθέσεις, που δέχονται όσοι διανοούνται να επιχειρήσουν την αποδόμηση των απόψεων των παραπάνω προσώπων. Και είναι από τις πιο ευγενικές.
             Ελάχιστη σημασία έχει για τους περισσοτέρους, αν η ενίσχυση αυτών των απόψεων ομού μετά του εκφραστή τους συσκοτίζει την πραγματικότητα. Ελάχιστοι ενδιαφέρονται, αν η άποψη του κ. Μπέη αποθεώνει ένα καθεστώς, που μόνο για τη σώφρονα διαχείριση των οικονομικών της χώρας δεν φημιζόταν και το οποίο, στην πραγματικότητα, συνετέλεσε στην αύξηση του δημοσίου χρέους, αν ληφθεί υπόψη το περιβόητο Πόρισμα Δρεττάκη. Ελάχιστοι νοιάζονται, που ο κ. Δεκλερής υιοθετεί ελαφρά τη καρδία τις θεωρίες συνωμοσίας περί αεροψεκασμών, αγνοώντας επιδεικτικά σοβαρές μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες οι αεροψεκασμοί υπάρχουν μόνο στη φαντασία των εμπνευστών τους. Ελάχιστοι τολμούν να καυτηριάσουν την απόφαση του κ. Βερέμη να αγνοήσει την απουσία ιστορικών μαρτυριών για το Κρυφό Σχολειό, τη στιγμή που, λόγω της επαγγελματικής ιδιότητός του, είχε και έχει την ευχέρεια να ανατρέξει σε πηγές, για να διαπιστώσει, τι κούφια λόγια ήταν τα περί Κρυφού Σχολειού, ή έστω να αναρωτηθεί, πως στην ευχή επί αιώνες κατάφερναν οι ραγιάδες να μορφώνονται και οι Οθωμανοί να μην το παίρνουν είδηση. Τέλος, οι περισσότεροι προτιμούν να ασπαστούν άκριτα τα συμπεράσματα του κ. Θεοδωράκη για την καθημερινή ζωή στην Ελλάδα του 2013, παρά να συγκρίνουν το σήμερα με την εποχή της χούντας και να τον αμφισβητήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο.
             Διότι στη χώρα μας προτιμάμε να αφήνουμε κάποιους τρίτους, επωνύμους, να σκέφτονται για μας και, στη συνέχεια, να υιοθετούμε τη γνώμη τους περί παντός επιστητού, ακόμα και αν αυτή αντιστρατεύεται τη λογική και την πραγματικότητα.  

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Επειδή αυτά συμβαίνουν και αλλού

Η κουβέντα για τη νίκη του Ολυμπιακού έχει κορώσει. Σχεδόν κανένας δεν φαίνεται να έχει ευχαριστηθεί τη νίκη της ομάδας. Ακόμα και κάποιοι φανατικοί δεν νοιώθουν άνετα με μια τέτοια, "μουσαντένια" νίκη. Δείγμα προόδου, αν μη τι άλλο, αν θυμηθεί κανείς τα επινίκια μετά από αναλόγου  καθαρότητος νίκες! 
Μέχρι που "σκάει" το αντεπιχείρημα, ότι αυτά συμβαίνουν και αλλού και φέρνουν το παράδειγμα της Γιουβέντους και του σκανδάλου Μότζι. Και οι περισσότεροι ξαφνικά κατανεύουν ανακουφισμένοι, που δεν είμαστε η μόνη χώρα με βρώμικο αθλητικό παρασκήνιο. Αυτά συμβαίνουν και αλλού, σκέφτονται, άρα γιατί να σκάμε με τα δικά μας σκάνδαλα; Η πρόοδος στα αθλητικά μας ήθη παραπέμπεται στις καλένδες.
Δε νομίζω, ότι υπάρχει πιο μίζερη αντίληψη, στη διάρκεια μιας συζήτησης για το κατάντημα του ελληνικού επαγγελματικού αθλητισμού και με αφορμή τη νίκη μιας ομάδας (από τις λεγόμενες "μεγάλες") με πλάγια μέσα, από εκείνη, σύμφωνα με την οποία ανάλογα περιστατικά συμβαίνουν και στο εξωτερικό. Αφενός δείχνει την άγνοια της πραγματικότητας στο εξωτερικό, όπου επιβάλλονται κυρώσεις σε βάρος της ομάδος, η οποία απεδείχθη, ότι χρησιμοποίησε πλάγια μέσα, για να ευνοηθεί (περίπτωση Γιουβέντους προ ετών αλλά και Μίλαν αρκετά πιο παλιά), καθότι οι σοβαρές χώρες δεν αστειεύονται σε τέτοια (και άλλα πολλά) θέματα, αφετέρου προδίδει την τάση ενός σημαντικού τμήματος της ελληνικής κοινωνίας να μην επιθυμεί πραγματικά να αλλάξει οτιδήποτε, προς το καλύτερο, σε αυτή τη χώρα, μια και το τμήμα αυτό προτιμά να παρηγοριέται με τη λογική, ότι "αυτά συμβαίνουν και αλλού".
Και αν ποτέ βρεθεί κάποιος ιθύνων, ο οποίος ζητήσει και πετύχει την παραδειγματική τιμωρία της ομάδος εκείνης, η οποία μετήλθε παράνομα μέσα, για να κερδίσει ένα παιχνίδι, τότε μπορείτε να φανταστείτε τη συνέχεια. Στρατιές οπαδών θα αποκλείουν εθνικές οδούς καίγοντας ελαστικά ή θα κάνουν πορεία στους κεντρικούς δρόμους πόλεων σπάζοντας αυτοκίνητα και βιτρίνες, επειδή τους πνίγει το δίκιο τους. Στη συνέχεια, δημοσιογράφοι θα διοργανώνουν εκπομπές με θέμα την τιμωρία της ομάδος, όπου ειδήμονες θα καταθέτουν την άποψή τους, ότι είναι τουλάχιστον ύποπτο, που σε μια χώρα με ιστορικό σκανδάλων οι αρχές εξάντλησαν την αυστηρότητά τους σε μια ομάδα με παράδοση και λαϊκά ερείσματα. Θα ακολουθήσουν τοπικοί βουλευτές, οι οποίοι λάβροι και αναψοκοκκινισμένοι θα ωρύονται για το δίκαιο του λαού της ομάδος (aka ψηφοφόρων τους), που έχουν κάθε δικαίωμα να διαμαρτύρονται (και να απειλούν, ότι θα ψηφίσουν "τους άλλους"). Στο τέλος, η τιμωρία θα ανακληθεί και η παρανομήσασα ομάδα θα διατηρήσει, άσπιλη και άμωμη, πλέον, τα ευεργετήματα από την παρασπονδία της. 
Σε 1-2 μήνες, η λήθη θα έχει σκεπάσει το αμάρτημα της ομάδος αυτής. Η ζωή θα συνεχιστεί. Ίσως όχι καλύτερη αλλά σίγουρα με την παρηγοριά, ότι δεν είμαστε οι μόνοι αμαρτωλοί σε αυτή τη ζωή. Μετά θα σκάσει κάποιο καινούργιο σκάνδαλο. Θα ξεσηκωθεί κόσμος και κοσμάκης, ζητώντας να επέλθει κάθαρση. Θα βρεθεί κάποιος, που θα εφαρμόσει το νόμο. Θα ξεσπάσουν οπαδοί, βουλευτές και άλλοι ενδιαφερομενοι, ζητώντας να ανακληθεί η ποινή. Θα ανακληθεί η ποινή. Θα ξεχαστεί το συμβάν. Μετά θα ξεσπάσει νέο σκάνδαλο κ.λπ. κ.λπ. Και η ζωή θα συνεχίζεται.
Διότι θα είναι ελάχιστοι όσοι θα επιθυμούν να αλλάξει πραγματικά προς το καλύτερο η κατάσταση. Οι υπόλοιποι θα ανακαλούν στιγμές από ανάλογες καταστάσεις στο εξωτερικό και θα παρηγοριούνται. 

Αφού το λέει και μια μορφωμένη .......


  Όχι, δεν με τρόμαξε ο απρόσεκτος δημόσιος λόγος της κας. Δημουλά, η οποία ναι μεν δεν είπε όσα ρατσιστικά της καταλογίστηκαν αρχικά για τους μετανάστες αλλά η πραγματική ομιλία της δεν άφησε και τις καλύτερες δυνατές εντυπώσεις, αν σκεφτούμε, ότι πρόκειται για ένα δημόσιο πρόσωπο με μόρφωση αρκετά ανώτερη από αυτή της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων αυτής της χώρας, το οποίο οφείλει να χειρίζεται τις λέξεις με καλύτερο τρόπο.
 Ούτε με ενόχλησαν όσα ακούστηκαν για την καλλιτεχνική της αξία. Είθισται, άλλωστε, με αφορμή το δημόσιο λόγο ενός δημοσίου προσώπου, να αρπάζει πολύς κόσμος την ευκαιρία να καταφερθεί κατά του προσώπου αυτού για θέματα άσχετα με την άποψη, την οποία αυτό εξέφρασε για συγκεκριμένο ζήτημα.  Οι κ.κ. Θεοδωράκης και Κιμούλης εμφανίστηκαν, με αφορμή κάποιες αμφιλεγόμενες δηλώσεις τους, ως ατάλαντοι, θα γλύτωνε η κα. Δημουλά; Προσωπικά, πάντως, δεν έχω εντρυφήσει στην ποίησή της σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δικαιούμαι να εκφέρω άποψη γι’ αυτή.
Περισσότερο με τρόμαξε η προθυμία πολλών συμπολιτών μας να αποδεχθούν, ότι έχει κάθε δίκιο η κυρία Δημουλά να αισθάνεται ρατσίστρια. Έγινε λόγος για την κατάσταση, που βιώνουν οι κάτοικοι της Κυψέλης και άλλων περιοχών των Αθηνών και άλλων πόλεων της χώρας. Μνημονεύτηκε η ψυχική κατάσταση της κας. Δημουλά στο άκουσμα της βίας, που υπέστη η αδελφή της από αλλοδαπούς διαρρήκτες. Έγινε ως και αναφορά στην ελευθερία του λόγου, η οποία πρέπει να είναι απεριόριστη και κακώς επιχειρείται να φιμωθεί η κα. Δημουλά(!!!).
 Όχι, κανένας λογικός άνθρωπος δεν ζει σε κάποιο ροζ συννεφάκι, απ’ όπου αδυνατεί να παρακολουθήσει την αύξηση της εγκληματικότητας και την υποβάθμιση της καθημερινότητας των κατοίκων του κέντρου των Αθηνών αλλά και πολλών περιοχών της ίδιας πόλης και άλλων πόλεων. Για τα φαινόμενα, όμως, αυτά δεν ευθύνονται ούτε αποκλειστικά ούτε κατά κύριο λόγο οι αλλοδαποί μετανάστες. Ας μην ξεχνάμε, ότι πολύ πριν αυτοί φτάσουν στη χώρα μας, η Αθήνα αλλά και οι περισσότερες ελληνικές πόλεις είχαν γεμίσει με ακαλαίσθητα μπετονένια κτίρια, τα οποία κατέλαβαν κάθε πιθαμή ελεύθερης γης, ακυρώνοντας κάθε προσπάθεια αναβάθμισης της αστικής ζωής των πόλεων αυτών. Η αστυφιλία έγινε η αιτία συσσώρευσης στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας χιλιάδων εσωτερικών μεταναστών, αρκετοί εκ των οποίων όχι μόνο δεν κατάφεραν να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους για μια καλύτερη ζωή αλλά σταδιακά οδηγήθηκαν στο περιθώριο, απ’ όπου είτε οι ίδιοι είτε οι απόγονοί τους αντιμετώπισαν την κοινωνία με ιδιαίτερη εχθρότητα ου μην και με το έγκλημα. Έπειτα, ακόμα και η ίδια η κάθε άλλο παρά πολέμια του ρατσισμού ΕΛ.ΑΣ. παραδέχεται, ότι, βάσει στατιστικών, η πλειοψηφία των εγκλημάτων (τουλάχιστον το 80%) τελούνται από Έλληνες δράστες, ενώ υπάρχουν και αρκετά δημοσιεύματα στον τύπο για το ίδιο θέμα, τα οποία επιβεβαιώνουν την ΕΛ.ΑΣ.
Βέβαια, στη χώρα όπου η πρόνοια του κράτους για την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού είναι τουλάχιστον ανεπαρκής, οι αλλοδαποί μετανάστες παραμένουν ο αποδιοπομπαίος τράγος των ρατσιστών συμπολιτών μας και οι δηλώσεις της κας. Δημουλά ή ό,τι, τέλος πάντων, της αποδόθηκε αρχικά, χρησιμοποιήθηκαν ως άλλοθι για τη νομιμοποίηση του ρατσισμού. Ο λόγος ενός δημοσίου προσώπου με ιδιαίτερη καλλιέργεια συντελεί στην άμβλυνση της αρνητικής χροιάς του συγκεκριμένου φαινομένου και υιοθετείται εύκολα, για να απενοχοποιηθούν όσοι το προάγουν. Αφού τα λέει ένα μορφωμένο και σοβαρό πρόσωπο, όπως η κα. Δημουλά, γιατί κατηγορείτε εμάς, ότι διαπράττουμε κάτι το εγκληματικό, θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει ένας μέσος ρατσιστής Έλληνας. Πηγαίνετε να ζήσετε στην Κυψέλη, διατείνονται άλλοι, επιθυμώντας να δικαιολογήσουν το ρατσιστικό λόγο, λες και ο ρατσισμός είναι θέμα τόπου κατοικίας και όχι αντίληψης.
Για να μην απομένουν πολλές απορίες, δε Χ.Α. έσπευσε να εκμεταλλευτεί  τη φερομένη ως δήλωση της κας. Δημουλά εκμεταλλευόμενη προφανώς το καλλιτεχνικό μέγεθος της εν λόγω ποιήτριας. Η απενοχοποίηση, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω! Και εμείς αναρωτιόμαστε, γιατί έχουν αυξηθεί τα περιστατικά βίας σε βάρος μεταναστών.