Δημοφιλείς αναρτήσεις

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Βουλευτές με προσόντα


            Ο κ. Μεϊμαράκης είναι προϊόν μιας βαθύτατα διαποτισμένης από τη μικροπολιτική κοινωνίας. Ιδρυτικό και σημαίνον στέλεχος της ΟΝΝΕΔ (αλλά και των αλήστου μνήμης «Κενταύρων») στα νιάτα του, σκαρφάλωσε γρήγορα τα σκαλιά της κομματικής ιεραρχίας λειτουργώντας όπως είχαν πράξει πριν από αυτόν εκατοντάδες πολιτικοί σε αυτό τον τόπο, ήτοι εξαργυρώνοντας σε ψήφους τα αναρίθμητα ρουσφέτια, τα οποία ικανοποιούσε στους πρόθυμους να επισκεφτούν το γραφείο του πολίτες αλλά και βοηθούμενος από την πολιτική κληρονομία της οικογενείας του. Κανένας δεν γνωρίζει να πει, ποιο θετικό έργο άφησε στη διάρκεια της πολιτικής θητείας του ή αν στη ζωή του αποκέρδαινε ποτέ τα προς το ζην από τη δικηγορία, όντας απόφοιτος της νομικής. Σίγουρα, όμως, θα βρεθούν πολλοί πρόθυμοι να πουν, πόσο πολύ τους βοήθησε ο κ. Μεϊμαράκης. Φαντάζομαι, ότι το είδος της βοήθειας, που ο εν λόγω πολιτικός προσέφερε, δεν θα έχει κάποια διαφορά από αυτό πολλών προκατόχων αλλά και μιμητών του, ήτοι θα περιλαμβάνει διορισμούς στο Δημόσιο, έστω και μη υλοποιηθέντες, διαγραφές κλήσεων για παράβαση του Κ.Ο.Κ., μεσολάβηση για λήψη επιδοτήσεων από μη δικαιούχους και άλλα πολλά, που όλοι έχουμε λίγο πολύ δει στη ζωή μας.
            Για την πολιτική επιτυχία του ανωτέρω ανδρός δεν χρειάστηκαν ούτε ατελείωτες εργατοώρες μελέτης κάποιων σχετικών εγχειριδίων ούτε κάποια καλλιέργεια, που να επέβαλε στον κ. Μεϊμαράκη να διατηρεί μια, έστω εξωτερική, καλή εντύπωση. Οι κομματικές του περγαμηνές αλλά και, επαναλαμβάνουμε, το πολιτικό του παρελθόν (γιος και ανιψιός βουλευτών της ΕΡΕ και του Λαϊκού Κόμματος, αντίστοιχα) του εξασφάλιζαν μια άνετη κομματική σταδιοδρομία. Η απάθεια της κοινωνίας απέναντι σε τέτοια πολιτικά φαινόμενα αλλά και η υποστήριξή της σε πολιτικούς αυτού του φυράματος με την αιτιολογία, ότι «έχουν βοηθήσει κόσμο» (οράτε αμέσως παραπάνω το είδος της «βοήθειας» αυτής), συντέλεσαν στη διαιώνιση της παραμονής αυτής της συνομοταξίας πολιτικών στο ελληνικό κοινοβούλιο.
            Χτες είδε στο φως της δημοσιότητας η φήμη για λεκτική επίθεση του ανωτέρω πολιτικού σε βάρος ενός συναδέλφου του, η οποία συνοδευόταν και αποκαλυπτικές λεπτομέρειες για τη ……... ρώμη του. Θα μπορούσε να είναι ένα ωραίο νούμερο επιθεώρησης, το οποίο έδωσε τροφή για άφθονα σατιρικά σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αλλά, δυστυχώς για τον τόπο μας, ήταν αληθινό. Θα μου πείτε, ότι σε μια Βουλή, όπου κάποτε οι μαγκουριές πήγαιναν σύννεφο και οι αναφορές σε κωλόσπιτα, ειρωνικά καλοσωρίσματα, όπως «καλώς τα τά παιδιά» και άλλα παραστρατήματα θα γέμιζαν περισσότερους τόμους και από την Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, μια λεκτική παρασπονδία παραπάνω δεν βλάπτει. Και θα έχετε απόλυτο δίκιο.
            Διότι το πρόβλημα της κοινωνίας μας δεν είναι τόσο πολιτικό ή οικονομικό όσο ηθικό. Σε μια χώρα 11 εκ. κατοίκων δεν έχουμε τόσο τρομακτική απουσία προσώπων ικανών στη διακυβέρνηση. Επίσης, υπάρχουν ρεαλιστικά μέτρα, όπως η πάταξη της φοροδιαφυγής και ο έλεγχος των δημοσίων δαπανών, για την ανασυγκρότηση της χώρας και την αποτροπή χειροτέρων καταστάσεων. Ναι, ακούγονται γενικόλογα όλα αυτά. Αλλά υπάρχουν.
            Στην πραγματικότητα, η κοινωνία μας, εθισμένη κατά το μεγαλύτερο μέρος της να ψηφίζει και διατηρεί στη Βουλή βουλευτές κενούς περιεχομένου και μάγκες στις υποσχέσεις προς τους κάθε άλλο παρά αφελείς ιθαγενείς, δεν επιθυμεί πραγματικά να δει άλλες αντιλήψεις στη Βουλή. Η πορεία των περισσοτέρων βουλευτών των δύο μεγάλων κομμάτων (και κάποιων, που, πλέον, πολιτεύονται με το ΣΥ.ΡΙΖ.Α., τη ΔΗΜ.ΑΡ. και τους Ανεξέλληνες) μοιάζει κουραστικά κοινότοπη αλλά ελάχιστα ενοχλητική για το μεγαλύτερο κομμάτι των ψηφοφόρων. Στελέχη φοιτητικών νεολαιών και αργότερα συνδικαλιστικών οργανώσεων ή κατευθείαν στελέχη συνδικαλιστικών οργανώσεων, μετά παρατρεχάμενοι παλαιότερων βουλευτών και κάποια στιγμή και οι ίδιοι υποψήφιοι βουλευτές, οι πολιτικοί μας έχουν ζυμωθεί καλά στο εργαστήριο της ελληνικής μικροπολιτικής και γνωρίζουν άψογα, ότι η κομματική αφοσίωση και η ικανότητα να τάζουν λαγούς με πετραχήλια και να γίνονται πιστευτοί, έστω και αν δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν όλα τα αιτούμενα ρουσφέτια, επισκιάζει οποιοδήποτε άλλο προσόν. Αυτούς ξέρει και αυτούς εξακολουθεί να εμπιστεύεται το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας μας, που έχει περάσει από το ίδιο παραπάνω εργαστήριο ως ψηφοφόροι και όχι απλά αναγνωρίζει αλλά και αποδέχεται και επιβάλλει ως αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτικού μηχανισμού μας. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τις πολιορκίες πολλών πολιτικών γραφείων βουλευτών του ΠΑ.ΣΟ.Κ., κάπου το 1994, όταν ψηφίστηκε ο Ν.2190/1994 για τη σύσταση του ΑΣΕΠ, που θα έβαζε, υποτίθεται, μια τάξη στους διορισμούς στο Δημόσιο, από ομάδες εξαγριωμένων ψηφοφόρων, που έχαναν τη βολή τους; Ποιος λησμονεί, ότι σε περιόδους κατά τις οποίες κάποιοι πολιτικοί θέλησαν να πάρουν ορισμένα σκληρά πλην, όμως, απαραίτητα και ρεαλιστικά μέτρα, μερικοί επικεφαλής συνδικαλιστικών οργανώσεων, συμπολιτευόμενοι κατά τα άλλα, ξεσήκωσαν τους συναδέλφους τους με σκοπό τη ματαίωση των μέτρων αυτών και αργότερα έγιναν βουλευτές με μόνο προσόν τους αυτό τον ξεσηκωμό ενάντια στα μέτρα αυτά;
Ο βουλευτής, που θα μιλήσει με ειλικρίνεια για το κοινό συμφέρον, θα γίνει περίγελος και στόχος σκωπτικών ή και υβριστικών σχολίων. Ο πολιτικός, που θα αρνηθεί να ικανοποιήσει ρουσφέτια, θα εξασφαλίσει τον πολιτικό του αφανισμό. Ο πολιτικός, ο οποίος θα διάγει έντιμο πολιτικό βίο, θα κερδίσει την ταμπέλα του … (εδώ βάλτε την πρώτο «κοσμητική» λέξη, που σας έρχεται στο νου). Κανένας έντιμος άνθρωπος δεν θα δεχθεί να πολιτευτεί σε ένα κόμμα εξουσίας, το οποίο διατηρείται, κακά τα ψέμματα, με το βόλεμα των δικών του παιδιών. Κανένας διαβρωμένος ηθικά πολίτης δεν θα ψηφίσει ένα πολιτευτή, που θα τον κοιτάξει κατάματα και θα του μιλήσει για αμοιβαίες (και πραγματικές, εννοείται) θυσίες και την ανάγκη να ξεχάσει τις εξυπηρετήσεις από τα πολιτικά γραφεία. Και κανένας πολίτης, που ψηφίζει με βάση το προσωπικό του συμφέρον και μόνο, δεν θα εξοργιστεί με την αγοραία συμπεριφορά του βουλευτή του, αφού στο μυαλό του προέχει το χατίρι, που κάποτε του έκανε αυτός ο βουλευτής.
Άλλωστε, αυτό το είδος βουλευτή, που μοιάζει βγαλμένο από τα πιο εμπνευσμένα κείμενα του Σουρή και του Ροΐδη, αποτελεί σάρκα εκ της σαρκός και ταυτόχρονα διαχρονική πλην, όμως, επιθυμητή πληγή της κοινωνίας μας. Μπορεί ο βουλευτής αυτός να σπούδασε αλλά στην πράξη παρέμεινε ένα ντουβάρι και μισό, όπως και οι περισσότεροι κάτοικοι αυτού του τόπου. Μπορεί να μην έχει ξεμυτίσει ποτέ έξω από την Ελλάδα αλλά κατέχει την πατριδογνωσία όσο ελάχιστοι και την πουλάει με το κιλό στο πρόθυμο να την αγοράσει εκλογικό σώμα. Μπορεί ο κ. εθνοπατέρας να μιλάει σα λιμενεργάτης αλλά μήπως μιλάει καλύτερα η πλειοψηφία των Ελλήνων και Ελληνίδων; Ο περισσότερος κόσμος ασπάζεται εν αγνοία του εκείνο το διαφημιστικό σποτάκι, που έπαιζε στα αμερικανικά Μ.Μ.Ε. τις παραμονές της δεύτερης εκλογής του κ. Τζωρτζ Μπους του νεότερου στην Προεδρία των Η.Π.Α. και έλεγε «με ποιον θα προτιμούσε να πιείς μια μπύρα;». Όπως και να το κάνουμε, άλλη πέραση έχει ο βουλευτής, που θα καθήσει σε ένα καφενείο να τα κουτσοπιεί με το λαό ή θα χαιρετήσει όλη τη λαϊκή αγορά από τον αποστασιοποιημένο (και γνήσιο) τεχνοκράτη, που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την επίλυση των προβλημάτων, που ταλαιπωρούν τη χώρα μας και δεν ασχολείται με δημόσιες σχέσεις. Ο πρώτος είναι δικός μας άνθρωπος, παιδί του λαού, που μιλάει την ίδια γλώσσα με μας, ενώ ο δεύτερος είναι ένας ξενέρωτος, «φραγκεμένος» όπως χαρακτήριζαν υποτιμητικά στο παρελθόν κάτι μπαστουνόβλαχοι δικοί μας όσους είχαν την τύχη να σπουδάσουν στο εξωτερικό και να έλθουν σε επαφή με νέες ιδέες. Και πού ξέρουμε, ότι δεν είναι μέλος καμμίας σκοτεινής ομάδας από εκείνες που νυχθημερόν απεργάζονται τον αφανισμό του έθνους μας κατ’ εντολή του «Εβραίου Κίσσινγκερ»; Εκτός αν πιστεύουμε, ότι οι κινδυνολογίες περί αφανισμού της Ελλάδος από τους μοχθηρούς ξένους δεν βρίσκονται, πλέον, στην πολιτική ατζέντα πολλών υποψηφίων βουλευτών μας ή ότι οι ψηφοφόροι δεν προσελκύονται από τέτοιες τακτικές.
            Αν δεν πείθεστε, ρίξτε, παρακαλώ, μια ματιά στη σύνθεση της Βουλής μας. Και αν δεχθούμε, ότι στα δύο πάλαι ποτέ μεγάλα κόμματα δεν περίμενε κανείς εκπλήξεις, αξίζει να δούμε ορισμένα στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., με θητεία σε καίριας σημασίας θέσεις και επιλήψιμη συμπεριφορά επί κυβερνήσεων ΠΑ.ΣΟ.Κ., ή των Ανεξαρτήτων Ελλήνων με ανάλογη διαδρομή και στάση επί κυβερνήσεων ΠΑ.ΣΟ.Κ. ή Ν.Δ. Ούτε η ΔΗΜ.ΑΡ. είναι απαλλαγμένη από στοιχεία, όπως τα ανωτέρω. Η δε είσοδος της Χρυσής Αυγής στη Βουλή είναι η χειροπιαστή και συνάμα πικρή απόδειξη, ότι έχουν τρομακτική πέραση στην αμόρφωτη, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ελληνική κοινωνία οι απόψεις περί έθνους, που κινδυνεύει από σκοτεινές δυνάμεις (ο κ. Κίσσινγκερ, που είπαμε παραπάνω), η αλλεργία στο διαφορετικό και η καταπολέμησή του με μεθόδους ελάχιστα συμβατές με ένα δημοκρατικό πολίτευμα και, γενικά, πολλές οπισθοδρομικές αντιλήψεις, που για πολλά χρόνια εξασφάλιζαν την υποστήριξη τμήματος του ελληνικού λαού πότε στην ΕΡΕ, πότε στο Λαϊκό Κόμμα (αναφέρθηκα στα πιο μακροημερεύσαντα συντηρητικά κόμματα του παρελθόντος) και πότε στις πάσης φύσεως δικτατορίες του παρελθόντος.
            Χρειάζονται άλλες αποδείξεις, για να καταστούν φανερότερα τα κίνητρα, με τα οποία πρόσωπα, όπως ο κ. Μεϊμαράκης και πολλοί άλλοι, εκλέγονται επανειλημμένως βουλευτές και ελάχιστοι ενοχλούνται με την παρουσία τους στη Βουλή;

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Φιμώνοντας τη σάτιρα

            Δεν μπορώ να πω, ότι το χιούμορ της ομάδος του γέροντος Παστίτσιου ήταν πάντοτε πετυχημένο. Περισσότερο διασκέδαζα με τις αντιδράσεις κάποιων ανεγκέφαλων, που ξεσπούσαν με ακατάσχετα και ακατονόμαστα βρισίδια και απειλές σε βάρος όσων ήταν μέλη της ομάδας αυτής, παρά με τις ατάκες και τις αναρτήσεις του ιδίου. Ούτε φημιζόταν για τη λεπτή σάτιρά της. Απεναντίας, κάποιες στιγμές έδινε ρεσιτάλ χοντράδας.
            Ωστόσο, σε μια χώρα, που θέλει να περηφανεύεται, ότι ανήκει στη Δύση και, συνεπώς, σέβεται και προστατεύει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, η ανοχή ακόμα και σε σελίδες ή ομάδες, όπως η ανωτέρω, είναι επιβεβλημένη, στο μέτρο, βεβαίως, που δεν θίγονται τα έννομα αγαθά τρίτων. Και η σελίδα αυτή ουδέν έννομο αγαθό έθιγε. Τουναντίον, σατίριζε ένα πρόσωπο, που πέρα από την καλοσύνη του, την οποία πολύς κόσμος περιγράφει ακόμα και σήμερα, βαρύνεται με μια σειρά από δυσνόητα και αφελή ρητά, τα οποία πέρασαν ως προφητείες ήδη από την εποχή, που ήταν ακόμα εν ζωή, χωρίς την παραμικρή αντίδραση εκ μέρους του. Παράλληλα, σατίριζε και τη θρησκεία και τον εντεύθεν προκαλούμενο φανατισμό. Δεν μείωνε όσους πιστεύουν πραγματικά αλλά σχολίαζε με καυστικό τρόπο το φονταμενταλισμό και τον τρόπο, με τον οποίο γινόταν εκμετάλλευση του ονόματος του π. Παϊσίου.
       Τότε γιατί προκάλεσε την παρέμβαση της Υπηρεσίας Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος; Κατ’ αρχάς, ζούμε σε μια χώρα, όπου ο θρησκευτικός φανατισμός καλά κρατεί. Αρκούσε μια επίσκεψη στην επίμαχη ομάδα, για να καταδείξει τον τρόπο, με τον οποίο αρκετοί θρησκευόμενοι – κατά δήλωσή τους – αντιδρούσαν. Όσοι γνωρίζουν τις αρχές του χριστιανισμού – αναφέρομαι στη διδασκαλία του Ιησού, όπως αυτή έχει σωθεί και με όλες τις αμφιβολίες, που έχουν γεννηθεί γύρω από την ύπαρξή του, θέμα το οποίο ξεφεύγει πολύ από το αντικείμενό μας – αντιλαμβάνονται, ότι σε αυτές δεν έχει καμμία θέση η μισαλλοδοξία, που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο κομμάτι των θρησκευόμενων χριστιανών συμπολιτών μας και οδήγησε στο κλείσιμο της επίμαχης ομάδας. Η ίδια μισαλλοδοξία οδήγησε στο παρελθόν στη θέσπιση του αδικήματος της κακόβουλης βλασφημίας και της περιύβρισης θρησκεύματος, το οποίο ουσιαστικά θεσπίστηκε, προκειμένου να αποτρέψει κάθε κριτική σε βάρος της επικρατούσης θρησκείας, ενώ έρχεται και σε αντίθεση με τις σύγχρονες αρχές του ποινικού δικαίου, καθόσον παραμένει απορίας άξιον, ποιο είναι εκείνο το έννομο αγαθό, που θίγεται από τις σχετικές διατάξεις του ποινικού μας κώδικα. Αρκούσαν, λοιπόν, μερικές καταγγελίες σε μια υπηρεσία, για να συλληφθεί και διωχθεί ο δημιουργός και διαχειριστής μιας αμιγώς σατιρικής σελίδας.
            Φυσικά, στη χώρα, όπου προ διετίας κάποιος ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός είχε προγραμματίσει να προβάλει την ταινία «Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ» και, τελικά ανέβαλε επ' αόριστον την προβολή της, επικαλούμενος τις διαμαρτυρίες κάποιων τηλεθεατών και παλαιότερα το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών είχε αποφασίσει την απαγόρευση της προβολής της στους κινηματογράφους, σύρθηκαν στα Δικαστήρια οι συντελεστές της θεατρικής παράστασης «CORPUS CHRISTI» αλλά και ο Αυστριακός κομίστας, που σατίριζε τη ζωή του Χριστού, κατέβηκε, έπειτα από απειλές πολιτικών, το μέτριο καλλιτεχνικά έργο του κ. Ντε Κορντιέ στην έκθεση “OUTLOOK” και, γενικά, η Εκκλησία της Ελλάδος παρεμβαίνει με διάφορους τρόπους σε καταστάσεις, που κρίνει, ότι τη θίγουν, θα αποτελούσε είδηση το γεγονός, ότι μια τέτοια σελίδα δεν θα προκαλούσε καμμία αρνητική αντίδραση. Σε εποχές γενικευμένης κρίσης και σε μια κοινωνία, το μεγαλύτερο κομμάτι της οποίας φοράει παρωπίδες και δεν δέχεται να αμφισβητούνται οι πεποιθήσεις της, οι αντιδράσεις απέναντι σε κινήσεις, όπως ο «Γέροντας Παστίτσιος», δεν πρόκειται να είναι οτιδήποτε άλλο από αρνητικές. Σε μια χώρα, που οι περισσότεροι κάτοικοί της μαθαίνουν από μικροί, ότι οι πρόγονοί τους δημιούργησαν ένα αξιοζήλευτο πολιτισμό, ως, επίσης, ότι οφείλουμε να διαφυλάξουμε τις παραδόσεις μας, προκειμένου να μην αλλοτριωθούμε, και ο τόπος αυτός είναι ο ομορφότερος του κόσμου, με συνέπεια όλων των ανωτέρω να μας φθονεί ολόκληρη η οικουμένη, ενέργειες που αμφισβητούν ένα από τους πυλώνες του πολιτισμού και της παράδοσής μας, όπως η θρησκεία και, ειδικότερα, μια από τις πιο γνωστές μορφές της, προκαλούν εντάσεις και οδηγούν σε κυρώσεις σε βάρος όποιου τολμήσει να αμφισβητήσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο αυτούς τους πυλώνες.
            Ναι αλλά ακόμα και ένας ανόητος νόμος ή ένα προβληματικό νομικά άρθρο ενός κώδικά μας πρέπει να εφαρμόζονται, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Καμμία αντίρρηση! Δείτε, όμως, τι συνέβη εν προκειμένω! Κατ’ αρχάς, έχουμε μια σατιρική ομάδα, έστω με χοντροκομμένο χιούμορ ενίοτε, η οποία σατιρίζει τον π. Παΐσιο και τη θρησκεία και, όπως προαναφέραμε, στηλιτεύει τη βιομηχανία εκμετάλλευσης του εν λόγω ιερωμένου. Σκοπός της σάτιρας είναι να αμφισβητήσει και να προκαλέσει την ευθυμία στο κοινό. Ελάχιστη σημασία έχει, αν το αποτέλεσμα είναι επιτυχημένο. Συνεπώς, δεν προκύπτει πρόθεση για κακόβουλη βλασφημία του Θεού ή έλλειψη σεβασμού προς τα θεία ή για δημόσια και κακόβουλη προσβολή της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού ή οποιασδήποτε άλλης θρησκείας ανεκτής στην Ελλάδα, οπότε δεν συντρέχει περίπτωση είτε κακόβουλης βλασφημίας είτε καθύβρισης θρησκεύματος, τα οποία και είναι τα αδικήματα, για τα οποία διώκεται ο διαχειριστής της επίμαχης ομάδος. Επίσης, καλό είναι να γνωρίζουμε, ότι ο π. Παΐσιος δεν έχει ανακηρυχθεί άγιος, οπότε δεν πιστεύω, ότι η κριτική ή η σάτιρα στο πρόσωπό του εμπίπτουν στην περίπτωση της έλλειψης σεβασμού προς τα θεία (άρθρο 198 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα) πολλώ δε μάλλον δεν εξισώνεται με το Θεό (άρθρο 198 παράγραφος 1 του Ποινικού Κώδικα) και δεν εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 199 περί καθύβρισης θρησκεύματος. Οπότε;
            Ας μην κοροϊδευόμαστε! Τα όσια και ιερά του κάθε πολίτη αυτής της χώρας είναι απόλυτα σεβαστά. Ωστόσο, εξίσου σεβαστό πρέπει να είναι και το δικαίωμα του κάθε πολίτη να δηλώνει, ότι δεν έχει ούτε όσιο ούτε ιερό, ως, επίσης, να αμφισβητεί πρόσωπα και καταστάσεις της καθημερινότητάς μας είτε καλλιτεχνική αδεία είτε μέσα από το επιστημονικό έργο του. Επίσης, προσωπικά θεωρώ επιεικώς παράνομο και απαράδεκτο τρίτα πρόσωπα να επιβάλλουν, τι θα διαβάζω και θα παρακολουθώ, από τη στιγμή που δεν συντρέχει περίπτωση προσβολής κάποιου εννόμου αγαθού. Η όλη ιστορία ξεκίνησε από μια ανόητη ερώτηση στη Βουλή της Χ.Α. γύρω από το τι προτίθεται να πράξει η κυβέρνηση για την επίμαχη ομάδα (τι ειρωνικό, αλήθεια, να υποδύεσαι το δωδεκαθεϊστή επί σειρά ετών και τώρα να επικαλείσαι την ίδια θρησκεία, που μέχρι πρότινος χλεύαζες, προκειμένου να μαζέψεις ψήφους) και ουσιαστικά οδήγησε για μια, ακόμα, φορά σε περιστατικό φίμωσης της ελευθερίας του λόγου. Αν αυτό θεωρείται τιμητικό για μια χώρα, που θέλει να καυχιέται, ότι ανήκει στη Δύση, μάλλον οι λέξεις έχουν χάσει το περιεχόμενό τους.
            Κλείνω με μια ρήση του αείμνηστου καθηγητή του ποινικού δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ., Ιωάννη Μανωλεδάκη : "Όταν ένας νομοθέτης, για να δείξει και τη θρησκευτικότητά του παράλληλα με την προσήλωσή του στα χρηστά ήθη, ανάγει το Θεό σε αντικείμενο της προστασίας του και τον εξομοιώνει έτσι με τα λοιπά "συναφή" μεγέθη, κατορθώνει εντελώς το αντίθετο και γελοιοποιείται." Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα. 

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Υπεραπλουστεύσεις και αλλεργίες


            Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο το πρόσφατο άρθρο του κ. Κασιμάτη για την άνοδο της Χ.Α. όσο και τη φιλολογία, που αναπτύχθηκε γύρω από αυτό. Αναμφίβολα σε περιόδους, κατά τις οποίες αναπτύσσονται αντιδημοκρατικά – για να το πούμε κομψά – κόμματα και πρακτικές, ο προβληματισμός γύρω από τα θέματα αυτά είναι πάντοτε χρήσιμος, ιδιαίτερα αν προέρχεται από μια εκ των ελαχίστων δυνατών πενών, που έχουν απομείνει στην ελληνική δημοσιογραφία.
             Μόνο που ο κ. Κασιμάτης προτίμησε να ακολουθήσει την εύκολη οδό της αποδόσεως ευθυνών αποκλειστικά στα κόμματα της Αριστεράς για το φαινόμενο της πολιτικής βίας, τακτική η οποία οδήγησε και στη νομιμοποίηση της βίας της Χ.Α., ξεκινώντας, μάλιστα, το επίμαχο άρθρο του με την απόδοση ευχαριστιών στο κόμμα αυτό. Στην πορεία του κειμένου αυτού, μάλιστα, παραθέτει και τις ζητωκραυγές του πλήθους των κατοίκων της Αργολίδος προς τα Τάγματα Ασφαλείας μετά τις εκεί σφαγές του ΕΛΑΣ.

            Κατ’ αρχάς, κανένας λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να παραγνωρίσει τις ευθύνες της Αριστεράς στη γιγάντωση του φαινομένου της πολιτικής βίας. Τα τελευταία χρόνια, τα κόμματα της Αριστεράς είτε αρνούνταν πεισματικά να καταγγείλουν τα φαινόμενα βίας είτε έσπευδαν ενίοτε να καρπωθούν οφέλη από αυτά. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την ανόητη παρομοίωση του νεκρού Αλέξη Γρηγορόπουλου με τον Αθανάσιο Διάκο ή το χαρακτηρισμό των συγκεντρώσεων των αγανακτισμένων πέρσυ στις πλατείες ως «νέας Εκκλησίας του Δήμου»; Και στις δύο περιπτώσεις, είχαμε ξεκάθαρη αποφυγή της καταδίκης του φαινομένου της βίας, που ταλάνισε τότε την κοινωνία μας. Ταυτόχρονα, υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις, κατά τις οποίες στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κατέθεσαν υπέρ π.χ. κατηγορουμένων για συμμετοχή στη 17Ν ή απέφυγαν να καταδικάσουν τους προπηλακισμούς βουλευτών, που ψήφισαν τις δανειακές συμβάσεις. Επίσης, το άθλιο φαινόμενο των μούντζων προς τη Βουλή ή των συνθημάτων, τύπου «να καεί το μπ…. η Βουλή» δεν επικρίθηκε από μεγάλη μερίδα της Αριστεράς, όπως, επίσης, δεν σχολιάστηκε το γεγονός ότι αυτές οι πρακτικές ξεκίνησαν από ομάδες ακροδεξιών, που είχαν, μάλιστα, καταλάβει μέρος της Πλατείας Συντάγματος και σε αρκετές περιπτώσεις έδωσαν ανενόχλητοι τον παλμό στις παραπάνω συγκεντρώσεις. Φυσικά, δεν μπορούν να περάσουν στα κρυφά και ορισμένες πρακτικές κάποιων αριστερών νεολαιών στα πανεπιστήμιά μας ή συνδικαλιστικών οργανώσεων προσκειμένων στην Αριστερά σε χώρους εργασίας. Όσα δε στελέχη της Αριστεράς κατεδίκασαν αυτές τις πρακτικές αλλά και ορισμένα σοβαρά παραπτώματα αυτού του πολιτικού χώρου, όπως ο μακαρίτης Λεωνίδας Κύρκος ή ο κ. Περικλής Κοροβέσης , έγιναν στόχος αρκετών ομοϊδεατών τους.
            Ωστόσο, αντί ο κ. Κασιμάτης να προβεί σε μια αναλυτικότερη προσέγγιση του φαινομένου της βίας, προτίμησε να επιρρίψει ευθύνες αποκλειστικά στην Αριστερά και να ταυτίσει τη βία της με αυτή, που ασκεί η Χ.Α. Στην πραγματικότητα, το φαινόμενο της βίας είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα και με τη συμμετοχή εκπροσώπων των δύο μεγάλων κομμάτων. Ο γράφων έζησε στα εφηβικά του χρόνια, στις αρχές του ’90, τις συσκοτίσεις εξαιτίας της απόφασης των προσκειμένων στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. συνδικαλιστών της Δ.Ε.Η. να κατεβάζουν τους διακόπτες του ηλεκτρικού και να βυθίζουν στο σκοτάδι ολόκληρη τη χώρα και θυμάται πολλούς εμπόρους να κλαίνε από απελπισία για το χαμένο τους εμπόρευμα. Επίσης, θυμάμαι πολύ καλά ομάδες συνδικαλιστών των δύο μεγάλων κομμάτων να κλείνουν τους δρόμους και να απειλούν υπουργούς και βουλευτές, αν δεν ικανοποιούνταν τα αιτήματά τους. Ακόμα και σε πανεπιστημιακούς χώρους η συμπεριφορά πολλών φοιτητών προσκείμενων στις νεολαίες των δύο μεγάλων κομμάτων δεν ήταν τόσο δημοκρατική (όσοι σπούδασαν σε ελληνικές πανεπιστημιακές σχολές με υψηλή βάση εισαγωγής, θα θυμούνται, πόσο «σύννομα» λειτουργούσαν οι εκεί φοιτητικοί σύλλογοι, στους οποίους είχαν την πλειοψηφία οργανώσεις προσκείμενες στα δύο μεγάλα κόμματα). Συμφωνώ, ότι η βία εκείνη δεν είχε σχέση π.χ. με τον περσυνό ξυλοδαρμό του κ. Χατζηδάκη αλλά το φαινόμενο δεν ξεκίνησε από την Αριστερά. Απλά η τελευταία εκμεταλλεύτηκε τα ίδια όπλα, που μέχρι πρότινος χρησιμοποιούσαν οι εκπρόσωποι και ψηφοφόροι των δύο μεγάλων κομμάτων, ως, επίσης, το γενικευμένο καθεστώς ατιμωρησίας, που κυριάρχησε τα τελευταία χρόνια και οδήγησε μεγάλες μερίδες της κοινωνίας μας στις παραβατικές συμπεριφορές, εν γνώσει τους ότι δεν επρόκειτο να υποστούν καμμία συνέπεια γι’ αυτές.
            Περαιτέρω, σαφώς και έγιναν προσπάθειες τόσο του Κ.Κ.Ε. όσο και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είτε να ξεσηκώσουν τους πολίτες σε κινητοποιήσεις πάσης φύσεως είτε να καρπωθούν οφέλη από την οργή του κόσμου. Όσο, όμως, και αν τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα δείχνουν, ότι ο μεγάλος ωφελημένος των περιστάσεων υπήρξε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., εντούτοις το φαινόμενο των αγανακτισμένων και της εν γένει λαϊκής οργής της τελευταίας τετραετίας παραήταν πολυσύνθετο και εκτεταμένο και ξεπέρασε κατά πολύ ό,τι επιθυμούσαν ορισμένα στελέχη των κομμάτων της Αριστεράς. Μέσα στους αγανακτισμένους των πλατειών πέρσυ ή τους οργισμένους του Δεκεμβρίου του 2008 ήταν δύσκολο να διακρίνει κανείς την πολιτική προέλευση ορισμένων προσώπων, που πετούσαν πέτρες σε αστυνομικούς, έσπαγαν και έκαιγαν περιουσίες. Στα πλήθη των πλατειών πέρσυ υπήρχαν αρκετά πρόσωπα με φανερή αποστροφή για τη Δημοκρατία, οι οποίοι όχι μόνο προέτρεπαν τον κόσμο να μουντζώνει και προπηλακίζει πολιτικούς αλλά κανένας δεν τα εμπόδιζε να επιδεικνύουν τα πραγματικά αισθήματά τους για τη Δημοκρατία. Και δεν ήταν αριστεροί. 
Με άλλα λόγια, μόνη η προτροπή ενός κομματιού της ελληνικής Αριστεράς προς το λαό για ξεσηκωμό άλλως η αποφύγη εκ μέρους της τής καταδίκης ορισμένων ακραίων συμπεριφορών, που παρατηρήθηκαν από το Δεκέμβριο του 2008 έως και σήμερα, δεν θα αρκούσε, για να προκαλέσει τα πρόσφατα φαινόμενα των πλατειών και των προπηλακισμών πολιτικών προσώπων και, επομένως, η απόδοση τέτοιων ευθυνών στα κόμματα της Αριστεράς οδηγεί στη δαιμονοποίησή τους, κάτι που ξεπερνάει κατά πολύ τις πραγματικές ευθύνες τους, και, εντεύθεν, σε απλοϊκά συμπεράσματα, τα οποία απέχουν από το να δώσουν μια ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα, ποιος ευθύνεται για την έξαρση της πολιτικής – και όχι μόνο αυτής – βίας.
Εκ των ανωτέρω λόγων, λοιπόν, η ταύτιση της βίας, που ασκούν ορισμένα πρόσωπα, που διατείνονται, ότι ανήκουν στην Αριστερά, ή η αποφυγή ορισμένων στελεχών της Αριστεράς να καταδικάσουν τη βία και τους φορείς της, με τη συμπεριφορά των στελεχών της Χ.Α. είναι όχι απλά ατυχής αλλά και αδύνατη. Από τη μια πλευρά, όσο παράδοξο και αν ακουστεί, τα κόμματα της Αριστεράς ουδέποτε εξέφρασαν συνολικά την αποστροφή τους προς τις αρχές της Δημοκρατίας και του κράτους δικαίου οι δε ακραίες περιπτώσεις ορισμένων στελεχών π.χ. του κ. Μαΐλη περί μη αναγνώρισης του Συντάγματός μας ή ορισμένων στελεχών του Π.Α.Μ.Ε. (το οποίο σε πολλές περιπτώσεις δεν κατάφερε να περάσει τη δική του γραμμή, όπως στο εργοστάσιο της "ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗΣ" στο Βελεστίνο) δεν αρκούν για το σχηματισμό της πεποιθήσεως, ότι πρόκειται περί «σοσιαλφασιστικών» κομμάτων. Ας θυμηθούμε, ότι τα κόμματα της Αριστεράς συμμετείχαν στις οικουμενικές κυβερνήσεις της περιόδου 1989-1990, χωρίς να αμφισβητήσουν το πολίτευμα της χώρας. Αντίθετα, τα στελέχη της Χρυσής Αυγής δεν σταματούν να ομιλούν περί του «σάπιου κοινοβουλευτισμού» (η ορολογία αυτή δεν είναι περιοριστική) και να υποκαθιστούν το κράτος επιβάλλοντας κυρώσεις της δικής τους επιλογής σε βάρος όσων δεν ταιριάζουν με τις απόψεις τους. Σε γενικές γραμμές, δεν κρύβουν την απέχθειά τους τόσο για τις αρχές ενός δημοκρατικού πολιτεύματος όσο και για τα συνταγματικά ή δια διεθνών συμβάσεων κατοχυρωμένα δικαιώματα όσων κατοικούν στη χώρα αυτή.
Φυσικά, η επίκληση των Ταγμάτων Ασφαλείας εκ μέρους του κ. Κασιμάτη δεν αντέχει σε κριτική. Εκτός του ότι τα περιστατικά, που συγκλόνισαν το Νομό Αργολίδος έλαβαν χώρα το 1944 και όχι το 1943 και αναγνωρίζονται ακόμα και από αριστερούς ιστορικούς, τα Τάγματα Ασφαλείας σκόρπισαν το θάνατο σε ολόκληρη την κατεχόμενη Ελλάδα και υπήρξαν συχνά πιο σκληροί ακόμα και από τους Γερμανούς. Ο κ. Κασιμάτης, όμως, προτίμησε να αναφερθεί στη μοναδική, ίσως, περίπτωση, εκκαθαριστικών ενεργειών του ΕΛΑΣ πανελλαδικά, με αποτέλεσμα να εμφανίσει τα Τ.Α. ως υπόδειγμα νομιμότητας, ενέργεια επιεικώς ανιστόρητη από ένα δημοσιογράφο, ο οποίος δεν θεωρείται αμόρφωτος.
Φυσικά, δεν είναι στις προθέσεις του γράφοντος να απαλλάξει την Αριστερά από τις ευθύνες της. Δεν θεωρεί, όμως, ως καλύτερη δυνατή μέθοδο τον αντιαριστερισμό του κ. Κασιμάτη, που με μια υπεραπλουστευτική λογική ταυτίζει τη βία της Αριστεράς (όπου ως αριστεροί αντιμετωπίζονται το σύνολο των ταραχοποιών σε πορείες και καταλήψεις των τελευταίων ετών), η οποία όχι απλά δεν είναι ένα ενιαίο κόμμα αλλά αποτελείται από τρία κόμματα με μεγάλες διαφορές στην ιδεολογία τους, με αυτή, που ασκεί ένα αμιγώς αντιδημοκρατικό κόμμα.
Όσο υπεραπλουστευτική, όμως, και αν φαντάζει η προσέγγιση στο φαινόμενο της πολιτικής βίας, που επεχείρησε ο κ. Κασιμάτης, άλλο τόσο απαράδεκτη ήταν η επιστολή διαμαρτυρίας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. προς την «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», με αφορμή το ανωτέρω επίμαχο άρθρο. Σε ένα δημοκρατικό καθεστώς η κριτική σε ένα κόμμα, ακόμα και αν ενέχει στοιχεία υπερβολής η απλοϊκότητας, είναι επιβεβλημένη και κατοχυρωμένη. Εφόσον, λοιπόν, έκριναν στο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ότι το άρθρο αυτό του κ. Κασιμάτη έχρηζε απάντησης, όφειλαν να αντικρούσουν τα επιχειρήματα, που παρέθετε ο εν λόγω δημοσιογράφος. Δεν θα ήταν δύσκολο να το πράξουν. Αντ’ αυτού, όμως, αρκέστηκαν σε μια επιστολή διαμαρτυρίας, δίνοντας έτσι λαβή σε όσους πιστεύουν, ότι τα κόμματα της Αριστεράς δεν έχουν συνηθίσει στην κριτική, βάσιμη ή επιπόλαιη. Παρεμπιπτόντως, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχει ανεχθεί πολύ χειρότερα σχόλια, όπως αυτό, χωρίς να αντιδράσει. Δεν σκοπεύω να υποδείξω σε ένα κόμμα, που διαθέτει πληθώρα σωφρόνων προσώπων, τρόπους αντιμετώπισης των επικριτικών γι’ αυτό δημοσιευμάτων πολλώ δε μάλλον να υποστηρίξω, ότι, εφόσον έχει δεχθεί κριτική από το Χ έντυπο, οφείλει να υπομείνει στωικά την κριτική από το Ψ έντυπο. Εν προκειμένω, όμως, όσα ελαττώματα και αν καταλογίζει κανείς στο επίμαχο άρθρο, ο συντάκτης του είχε κάθε δικαίωμα να διατυπώσει την άποψή του και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όπως και κάθε άλλο πολιτικό κόμμα, την υποχρέωση να σεβαστεί αυτή την κριτική αλλά και το δικαίωμα, αν κρίνει σκόπιμο, να την αποδομήσει. Αντ’ αυτού, όμως, δήλωσε, ότι «δεν θα αφήσουμε αναπάντητα τα ολοκληρωτικού τύπου κηρύγματα ενάντια στη δημοκρατία και τους κοινωνικούς αγώνες που προωθούν τέτοιου είδους δημοσιεύματα.» Περιττεύει κάθε σχόλιο επ’ αυτού.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, καταλήγω, λοιπόν, στο ταπεινό συμπέρασμα, ότι από τη μια πλευρά έχουμε ένα ολοένα εντεινόμενο αντιαριστερισμό, όπου τα κόμματα της Αριστεράς μετατρέπονται στον αποδιοπομπαίο τράγο μιας προβληματικής κοινωνίας και ενός εξίσου προβληματικού κράτους, και από την άλλη πλευρά υπάρχει μια Αριστερά της οποίας ένα κομμάτι δείχνει αλλεργικό στην κριτική. Για μια κοινωνία, που γυρεύει απελπισμένα τρόπους επίλυσης των προβλημάτων της, αμφότερα τα ανωτέρω φαινόμενα είναι ανησυχητικά και δεν προδιαθέτουν κανένα για νηφάλιες προσεγγίσεις των προβλημάτων αυτών και, εντεύθεν, επαρκείς προτάσεις για την αντιμετώπισή τους.

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Υπόθεση Κιτσοπούλου

             «ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ», «TRAINSPOTTING», “OUTLOOK”, «Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»(σε κόμικς), «CORPUS CHRISTI»! Υποθέσεις, που ξεσήκωσαν φασαρία, λόγω του περιεχομένου τους! Η πρώτη έληξε με την απαγόρευση προβολής της πολύκροτης ταινίας του κ. Σκορτσέζε (η οποία απαγόρευση συνεχίστηκε κατά κάποιο τρόπο και στη μικρή οθόνη, αν θυμάστε την αιφνίδια απόφαση του STAR CHANNEL προ ετών να μην την προβάλει, επειδή διαμαρτυρήθηκαν κάποιοι τηλεθεατές). Οι υπόλοιπες παραστάσεις είχαν αίσια δικαστική έκβαση, αφού προηγούμενα είχε ξεσπάσει θύελλα διαμαρτυριών γι’ αυτές.
            Όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να είναι κατάλοιπα μιας παλαιότερης, σκοτεινής εποχής για τη χώρα μας, αν δεν ξεσπούσε καινούργια φασαρία, αυτή τη φορά με αφορμή ένα θεατρικό έργο της κας. Λένας Κιτσοπούλου για τον Αθανάσιο Διάκο. Η συγγραφέας στέλνει τον ήρωα του ’21 στην εποχή μας και τον μετατρέπει σε ιδιοκτήτη μιας ψησταριάς, ο οποίος διακατέχεται από τις έγνοιες, που ταλανίζουν το μέσο σημερινό Έλληνα και η γυναίκα του συνάπτει σχέσεις με τον Κούρδο υπάλληλό του. Το «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ» εντοπίζει το θεατρικό αυτό έργο 2 μήνες, αφότου αυτό άρχισε να προβάλλεται, και με ένα εξώφυλλο και λεξιλόγιο αντάξια της αισθητικής του αρχίζει να εκτοξεύει λάσπη στη συγγραφέα. Χιλιάδες κόσμου τσιμπούν και το πανηγύρι αρχίζει. Τα κοσμητικά επίθετα δίνουν και παίρνουν. Η χυδαία αισθητική της καθημερινότητας χιλιάδων συμπολιτών μας παίρνει σάρκα και οστά. Μια συγγραφέας στο πυρ το εξώτερον και, μάλιστα, από ανθρώπους, που δεν έχουν δει το επίμαχο θεατρικό έργο της!
            Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνο για μια, ακόμα, αποθέωση του μισογυνισμού και ρατσισμού απέναντι σε όσους δεν ταιριάζουν στην προκρούστεια κλίνη, που λέγεται λογική και αισθητική της πλειοψηφίας. Είναι, συνάμα, και μια προσπάθεια λογοκρισίας, πρόθεση την οποία δεν αποκρύπτει και η ανωτέρω εφημερίδα πολλώ δε μάλλον όσοι από χτες έχουν καταλάβει το διαδικτυακό στασίδι τους και αξιώνουν την παρέμβαση εισαγγελέα, προκειμένου η κα. Κιτσοπούλου «να πάψει να προσβάλλει την ιστορία μας». Μια ματιά σε συζητήσεις, που έλαβαν χώρα χτες σε διάφορα διαδικτυακά φόρα αποδεικνύει όχι μόνο του λόγου το αληθές αλλά και την φτήνια. Τη σχεδόν παντελή απουσία σοβαρών επιχειρημάτων και την πληθώρα μειωτικών χαρακτηρισμών για την κα. Κιτσοπούλου!
            Το χειρότερο της υπόθεσης είναι, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πολεμίων της κας. Κιτσοπούλου όχι απλά δεν έχει παρακολουθήσει την επίμαχη παράσταση αλλά αγνοούσε και το ονοματεπώνυμο της συγγραφέως. Για να καταδειχθεί για μια, ακόμα, φορά, ότι δεν θεωρούμε ως απαραίτητη προϋπόθεση τη γνώση ενός αντικειμένου, προκειμένου να το κρίνουμε, αλλά μας αρκεί η γνώμη μιας αμφιβόλου εγκυρότητος εφημερίδας ή οι κραυγές του διπλανού μας, για να σχηματίσουμε δικανική πεποίθηση και να αξιώσουμε την επιβολή ενός ακραίου μέτρου.
            Οι περισσότεροι πολέμιοι της κας. Κιτσοπούλου χρησιμοποίησαν το Διαδίκτυο, για να ασκήσουν την κριτική τους ή απλά να τη «στολίσουν» με διάφορα κοσμητικά επίθετα. Κανένας τους δεν έκανε τον κόπο, όμως, να αναζητήσει την υπόθεση του επίμαχου έργου, το οποίο δεν είναι τίποτα περισσότερο από τη μεταφορά του Αθανασίου Διάκου στο σήμερα. Το ερώτημα, που τίθεται στο έργο, είναι, αν αξίζει κανείς να θυσιαστεί σήμερα. Τόσο απλά! Αν, δηλαδή, έκαναν τον κόπο όσοι επέκριναν την κα. Κιτσοπούλου να διαβάσουν την υπόθεση του έργου, δεν θα έφταναν στο σημείο να μιλήσουν για λογοκρισίες και άλλα συναφή. Αλλά όχι, τα σύμβολα είναι ιερά και δεν επιτρέπεται να τα πιάνουμε στο στόμα μας. Αν, τώρα, οι εικόνες, τα μνημεία και οι τελετές προς τιμήν των συμβόλων αυτών είναι η αποθέωση της κιτσαρίας, αυτό μάλλον δεν απασχολεί τους εκλεκτούς προστάτες των οσίων και ιερών της πατρίδος, που δεν προβληματίζονται στη θέα τσολιάδων με σπορτέξ και ρολόγια χειρός στον εορτασμό της επετείου του 1821 και ανωτάτων κληρικών, που τονίζουν το, δήθεν, ωφέλιμο ρόλο της Εκκλησίας στον Αγώνα.
            Και σα να μην έφτανε αυτό, η ανωτέρω εφημερίδα ρίχνει μπόλικα καρυκεύματα στην ιστορία, για να φανατίσει ακόμα περισσότερο το κοινό της (και να αυξήσει το τιράζ της, βεβαίως, βεβαίως). Έτσι, λοιπόν, η κα. Κιτσοπούλου εμφανίζεται να έχει προβεί σε κάποιες δηλώσεις σχετικά με την ανάγκη η Ελληνίδα να συνάψει σχέσεις και με πρόσωπα από άλλες φυλές και δη με μαύρους, να επιδοτείται από το Ελληνικό Δημόσιο και να έχει κάνει και γυμνή φωτογράφηση. Με άλλα λόγια, η εν λόγω καλλιτέχνιδα εμφανίζεται να είναι προκλητική (αντεστραμμένα ρατσίστρια, όπως διάβασα κάπου), να προσβάλει ένα σύμβολο της Ανεξαρτησίας μας με τους φόρους, τα λεφτά, δηλαδή, του φτωχού εργαζομένου, και να είναι και πρόστυχη, αφού έκανε γυμνή φωτογράφηση. Φυσικά, ο εμπνευστής του εμετικού εξωφύλλου και του ακόμα πιο αηδιαστικού λιβέλλου δεν έκανε τον κόπο να σκεφτεί, ότι σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπως μετατρέπεται σταδιακά η ελληνική, τέτοιοι μικτοί γάμοι (τι φρικτός επιθετικός προσδιορισμός!) ή και απλές συνουσίες με πρόσωπα διαφορετικής καταγωγής από εμάς είναι συνηθισμένο φαινόμενο, όπως ότι η συγγραφέας δεν είχε σκοπό να προσβάλει όσους δεν συμμερίζονται την άποψή της. Ούτε, βέβαια, έθεσε ζήτημα διακοπής της κρατικής επιδότησης για όλες τις καλλιτεχνικές παραστάσεις αλλά μόνο για όσες δεν είναι της αρεσκείας του. Για δε την παράθεση της φωτογραφίας της γυμνής κας. Κιτσοπούλου μάλλον κάποιος θα πρέπει να εξηγήσει στον αρθρογράφο, ότι γυμνό και πρόστυχο ταυτίζονται μόνο σε γυμνά από καλλιέργεια και πρόστυχα μυαλά.
            Ναι αλλά οι δηλώσεις της συγγραφέως έγιναν, για να προκληθεί φασαρία και να πάει ο κόσμος να δει την παράστασή της. Μπορώ να θυμηθώ πολλούς καλλιτέχνες, που στο παρελθόν προέβησαν σε ανάλογες ή χειρότερες δηλώσεις δηλώσεις, πλην, όμως, οι παραστάσεις τους «πάτωσαν» εισπρακτικά και καλλιτεχνικά. Να το πω αλλιώς, αν το επίδικο θεατρικό έργο της κας. Κιτσοπούλου ήταν κακό, καμμία προκλητική δήλωση δεν θα το έσωζε. Απ’ όσο, όμως, είμαι σε θέση να γνωρίζω από διηγήσεις τρίτων προσώπων, το θέατρο, που ανεβαίνει το εν λόγω θεατρικό έργο, μαζεύει κόσμο. Άρα, μάλλον δεν χρειάστηκαν οι δηλώσεις της συγγραφέως, για να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο, άλλωστε, έχει έλθει και άλλες φορές στο παρελθόν σε επαφή με το έργο της.
            Και τί έγινε, που η είδηση προέρχεται από το «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ», αφού η καλλιτέχνιδα είναι προκλητική και η είδηση αληθινή, θα απαντήσει πολύς κόσμος. Όχι, έγινε και παραέγινε. Και μόνο το γεγονός, ότι μια εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας επαναφέρει, εν έτει 2012, το θέμα της λογοκρισίας σε μια κοινωνία - μέλη της οποίας μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες πλήρωναν ακριβά τη διαφοροποίησή τους από την επίσημη γραμμή - ανακατεύοντας ετερόκλητα υλικά (τα παρέθεσα ήδη παραπάνω), για να φτιάξει ένα εμετικό άρθρο, να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα και να προκαλέσει ντόρο, αρκεί για να απορρίψει κάθε λογικός άνθρωπος τον επίμαχο λίβελλο μαζί με το αηδιαστικό εξώφυλλο και όσα γράφουν και να δει με καθαρό μάτι μια παράσταση μιας ταλαντούχας δημιουργού, όπου το μόνο που θα έχει σημασία θα είναι, αν η παράσταση ήταν καλή ή κακή. Στο βασίλειο, όμως, του παραλόγου, τέτοιες αντιλήψεις αποτελούν μειοψηφία.
            Μα η παράσταση ανεβαίνει με χρήματα των φορολογουμένων και, συνεπώς, αυτοί πρέπει να έχουν άποψη για το έργο. Κατ’ αρχάς, οφείλω να ομολογήσω, ότι είμαι κατά πάσης μορφής κρατικής ενίσχυσης οποιουδήποτε καλλιτέχνη. Βέβαια, δεν παραγνωρίζω, ότι ζω στη χώρα, όπου εορτάζονται ως πολιτιστικό γεγονός τα 20χρονα του Φοίβου και, μάλιστα, με αρκετό χρήμα από ορισμένα ιδιωτικά Μ.Μ.Ε., δεν περισσεύουν χρήματα και ευαισθησία των εχόντων και κατεχόντων για την υποστήριξη ενός αξιόλογου καλλιτέχνη (εδώ βάλτε το όνομα της αρεσκείας σας), οπότε το κράτος αναγκάζεται να βάλει το χέρι στην τσέπη. Ωστόσο, γεννάται το ερώτημα, ποιας μορφής άποψη πρέπει να έχει ο φορολογούμενος για τα έργα, που επιχορηγούνται από το κράτος. Προσωπική μου άποψη είναι, ότι μια τέτοια αξίωση μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε ποδηγέτηση της ελευθερίας της καλλιτεχνικής έκφρασης (δεν αναφέρομαι σε έργα, που προσβάλλουν συγκεκριμένα έννομα αγαθά) και τακτικές λογοκρισίας, που θα μας γυρίσουν πολλά χρόνια πίσω. Συνεπώς, η αξίωση του πολίτη να έχει λόγο για ένα καλλιτεχνικό έργο, ακόμα και επιδοτούμενο από το κράτος, θα πρέπει να περιορίζεται στο αν το έργο αυτό είναι καλό ή κακό. Σε τελική ανάλυση, υπάρχουν επιτροπές, που κρίνουν την καταλληλότητα των έργων, η παράσταση των οποίων πρόκειται να βασιστεί σε χρήματα προερχόμενα από τον κρατικό κορβανά, ακόμα και όταν γεννώνται ερωτηματικά για τα κίνητρα των αποφάσεων, με τις οποίες έχει εγκριθεί η επιχορήγηση ορισμένων έργων.
            Όσο για μένα;
            Ειλικρινά, δεν έχω παρακολουθήσει κάποια παράσταση έργου της κας. Κιτσοπούλου ή άλλου προσώπου σκηνοθετημένη από αυτή. Έχω ακούσει πολλά θετικά σχόλια αλλά δεν αρκούν, ομολογώ, για να διαμορφώσω την προσωπική μου άποψη. Και αν είχα παρακολουθήσει κάποιο θεατρικό έργο της και δεν μου άρεσε, δεν θα μπορούσα να επιρρίψω ευθύνες σε οποιονδήποτε τρίτο, ότι με υποχρέωσε να το παρακολουθήσω.
            Όποιο, όμως, και αν είναι το περιεχόμενο του εν λόγω έργου, είτε έχει ταλέντο η δημιουργός του είτε όχι, από τη στιγμή, που ζούμε σε μια ελεύθερη χώρα, θεωρώ αναφαίρετο δικαίωμά μου να παρακολουθώ οτιδήποτε καλλιτεχνικό ερεθίζει τις αισθήσεις μου και να αξιώνω από οποιονδήποτε τρίτο να μην με εμποδίζει προς τούτο άλλως να μην μου επιβάλλει την καλλιτεχνική και αισθητική του δυσανεξία. Τούτο σημαίνει, ότι θεωρώ επιεικώς απαράδεκτη την προσπάθεια επαναφοράς μιας λογοκρισίας, είτε προέρχεται από την εφημερίδα ενός δημοσιογράφου με ύποπτο τρόπο εκμαίευσης, διασταύρωσης και προβολής των ειδήσεών του είτε από ένα σαφώς λιγότερο υποκειμενικό έντυπο. Η ελευθερία της έκφρασης και η ειδικότερη αυτής έκφανση της καλλιτεχνικής ελευθερίας πρέπει να είναι απαραβίαστες, εφόσον, φυσικά, δεν προσβάλλουν κάποιο έννομο αγαθό και δη συγκεκριμένα αγαθά και όχι γενικά και αόριστα, όπως η ιστορική μνήμη. Και το θεατρικό έργο της κας. Κιτσοπούλου, όπως διάβασα την περίληψή του σε κάποιους ιστότοπους, δεν περιέχει τίποτα το προκλητικό. Τοποθετεί απλά ένα ήρωα καλλιτεχνική αδεία στη σύγχρονη εποχή και τον βάζει να στοιχειώνεται από ερωτήματα, που οι περισσότεροι από εμάς έχουν ήδη θέσει.
Συνιστά αυτό πρόκληση ή ασέβεια προς την ιστορία μας;