Δημοφιλείς αναρτήσεις

Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Με ένα ήρωα ξεχνιέμαι

Προ μερικών ετών προστέθηκε το όνομα του Κωνσταντίνου Κουκίδη στους ήρωες των χρόνων της Κατοχής. Ο Κουκίδης φέρεται, ότι ήταν εκείνος ο στρατιώτης, που, όταν υπεστάλη η ελληνική σημαία από το βράχο της Ακρόπολης, την πήρε στα χέρια του και πήδηξε μαζί της στο κενό. Η εν λόγω ιστορία αναπαρήχθη πάμπολλες φορές, ο Κουκίδης ανηγορεύθη σε άγνωστο ήρωα της ιστορίας μας, ακούστηκαν οι γνωστές κραυγές περί της πραγματικής ιστορίας της Ελλάδος, που μένει αφανής, διότι μας την κρύβουν (ποίοι, άραγε;) και πολλά άλλα.
Στην πραγματικότητα, ο συγκεκριμένος ήρωας δεν υπήρξε ποτέ. Αποτελεί μια επινόηση, που σκοπό έχει να προσθέσει ένα, ακόμα, ηρωικό πρόσωπο πλάι στους πολλούς Έλληνες, που έπεσαν στη διάρκεια της Κατοχής ή επετέλεσαν ηρωικά κατορθώματα και επέζησαν. Το άρθρο του Ιού της "Ε" υπήρξε καθοριστικό, διότι έδωσε ένα σημαντικό πλήγμα στο μύθο Κουκίδη, χωρίς, ωστόσο, να τον αποτελειώσει. Απόδειξη αποτελεί και η πρόσφατη έμπνευση του αρθρογράφου του "ΒΗΜΑΤΟΣ" να παρουσιάσει το συγκεκριμένο ανύπαρκτο πρόσωπο ως ένα, ακόμα, λησμονημένο ήρωα της νεότερης ιστορίας μας.
Η αλήθεια είναι, ότι στις μέρες μας η διάχυση της πληροφορίας είναι τέτοια, που εύκολα μπορεί, όποιος έχει χρόνο και διάθεση, ενίοτε και χρήματα, να ανακαλύψει ποια πρόσωπα και γεγονότα είναι αληθινά και ποια επινοήθηκαν. Η πικρή πραγματικότητα, όμως, θέλει την πλειονότητα των Ελλήνων να βδελύσσονται όχι μόνο τη μελέτη αλλά ακόμα και την ιδέα να ανοίξουν ένα βιβλίο. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, ο Κουκίδης θα ήταν ένας, ακόμα, αστικός μύθος.
Η αλήθεια, όμως, είναι πιο περίπλοκη και δεν έχει διαμορφωθεί μόνο λόγω της παροιμιώδους αλλεργίας του Έλληνα με το διάβασμα. Στην πραγματικότητα, από καταβολής νεοελληνικού κράτους, κατεβλήθησαν προσπάθειες, ώστε να εμφανιστούν πρόσωπα με σημαντική προσφορά στο έθνος ως παραδείγματα προς μίμηση. Κάτι, δηλαδή, σαν τους θετικούς ήρωες των καθεστώτων του κάποτε υπαρκτού σοσιαλισμού, πασπαλισμένα με την άχλυ του μύθου, με θολό παρελθόν και ανεπιβεβαίωτη ύπαρξη. Άλλοτε, υπαρκτά πρόσωπα εμφανίστηκαν με γυαλισμένο παρελθόν και αποκαθαρμένη από ανεπιθύμητες ενέργειες δράση. Σε ένα ταλαίπωρο, πάμφτωχο και καθυστερημένο σε κάθε τομέα νεοελληνικό κράτος η ύπαρξη τέτοιων ηρώων λειτούργησε παρηγορητικά. Στη θύμηση του τάδε ηρωικά πεσόντος προσώπου ο νεοέλληνας ξέφευγε από την οικτρή πραγματικότητα και ανέβαινε στα ουράνια με τη σκέψη, ότι υπαγόταν στο ίδιο εθνικό συλλογικό υποσυνείδητο με λαμπρά και γεμάτα αυταπάρνηση πρόσωπα. Και να πει κανείς, ότι στερούνταν η χώρα μας ηρώων!
Ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει από τις απαρχές του νεοελληνικού κράτους μέχρι σήμερα. Η συνήθεια του Έλληνα να βρίσκει απάγκιο σε ανύπαρκτους ήρωες, προκειμένου να παρηγορείται για τη μαυρίλα του, συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς, οι οποίοι δεν αποκλείεται να ενταθούν αυτό τον καιρό, λόγω οικονομικής κρίσης. Η ύπαρξη τεκμηρίων, που αποδεικνύουν ατράνταχτα, ότι οι ήρωές του είναι ανύπαρκτοι τον αφήνουν παγερά αδιάφορο. Η αμφισβήτηση παραμένει γι' αυτόν terra incognita. Απομένει μόνο ένα πείσμα, το οποίο δεν είναι απλά συνήθεια αλλά ενσυνείδητη επιλογή να υποστηρίζονται καταστάσεις, που ποτέ δεν έλαβαν χώρα.
Σε μια χώρα, η οποία είχε ανέκαθεν την ανάγκη να παράγει και τιμά ήρωες, η ύπαρξη ανύπαρκτων προσώπων, όπως ο Κουκίδης, συνεχίζεται. Και αν εφημερίδες, όπως το "ΒΗΜΑ", που, τέλος πάντων, έχουν θεωρητικά καλύτερη πρόσβαση στην πληροφορία, υποπίπτουν στο ολίσθημα να μνημονεύσουν ως αληθινό τον Κουκίδη, δεν μπορούμε να περιμένουμε διαφορετική στάση από τον υπόλοιπο κόσμο.

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Ο πολιτιστικός μας αυτισμός

Ας υποθέσουμε, ότι ο Μαξ Φαν Ντερ Στουλ ήταν κάποιος ημεδαπός μπαλαδόρος, που είχε παίξει στη χώρα μας σπουδαία μπάλα και είχε αγαπηθεί από τους φιλάθλους. Ή κάποιος τραγουδιστής ή ηθοποιός, Έλληνας πάλι, από τους παλιούς, που είχαν χρόνια στο καλλιτεχνικό κουρμπέτι και ήταν δημοφιλής, λόγω των τραγουδιών, που ερμήνευσε, ή των ρόλων, που έπαιξε σε κινηματογραφικές ταινίες ή θεατρικά έργα. Και αφού ζούμε στον αιώνα της εικόνας, να βάλουμε και το ενδεχόμενο να ήταν κάποιος παρουσιαστής ειδήσεων από εκείνες, που ασχολούνται με κουτσομπολίστικες ειδήσεις και δίνουν το μικρόφωνο στον "απλό κόσμο", να πει τη γνώμη του, ή κάποιος παρουσιαστής άλλης τηλεοπτικής εκπομπής με υψηλή ακροαματικότητα.
Είναι δεδομένο, ότι για δύο, τουλάχιστον, εβδομάδες μετά το θάνατό του τα Μ.Μ.Ε. θα ασχολούνταν νυχθημερόν με τη ζωή του, την προσφορά του στον τομέα του, το χαρακτήρα του και τους ενδεχόμενους αγώνες του για κάποιο σκοπό. Συγγενείς, φίλοι και συνεργάτες θα εμφανίζονταν συγκινημένοι, για να πουν την άποψή τους για τον εκλιπόντα, αφιερώματα θα παρουσιάζονταν και, αν ήταν καλλιτέχνης, ταινίες με έργα του θα μοιράζονταν στον κόσμο.
Δεν είμαι αντίθετος με αυτή την τακτική. Οι τιμές αυτές είναι ενδεικτικές της εκτίμησης, που πολύς κόσμος τρέφει για συγκεκριμένες κατηγορίες συμπολιτών μας, ιδίως εκείνων, που η προσφορά τους μπορεί να εκτιμηθεί από την πλειοψηφία του κόσμου. Ο Νίκος Παπάζογλου τιμήθηκε εν ζωή και τιμάται μετά θάνατον, επειδή οι περισσότεροι μπορούσαν να κατανοήσουν τα τραγούδια του ή ένοιωθαν, ότι αυτά μιλούσαν στην καρδιά τους. Εν πάσει περιπτώσει, Η Ελλάδα μπορεί να τρώει τα καλύτερα παιδιά της αλλά, τουλάχιστον, μερικά γλυτώνουν από τα νύχια της.
Η περίπτωση, όμως, του Μαξ Φαν Ντερ Στουλ είναι διαφορετική. Αφενός ήταν ξένος, Ολλανδός, για την ακρίβεια, πολιτικός με ευρύτερη δημοκρατική παιδεία, η οποία αφενός του επέβαλε να καταδικάζει τον απολυταρχισμό αφετέρου δεν του επέτρεπε να συμμεριστεί την εθνικιστική ρητορεία. Για τις ενέργειές του, ώστε να αποβληθεί η Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του '60 από το Συμβούλιο της Ευρώπης, λόγω των βασανιστηρίων της χούντας, τιμήθηκε, έστω και χλιαρά, μεταπολιτευτικά από τους ελάχιστους εκείνους φορείς, που είχαν τη σχετική ευαισθησία. Ακόμα και αυτό, όμως, πέρασε απαρατήρητο σε μια χώρα, που αδιαφορεί για οτιδήποτε συμβαίνει έξω από την αυλή της.
Δεν είναι μόνο η λήθη, που σκεπάζει τα πάντα σε αυτή τη χώρα και κονταίνει τη μνήμη μας εκεί, που θα 'πρεπε να είναι οξυμμένη. Είναι και η άρνησή μας να ασχοληθούμε με ό,τι λαμβάνει χώρα έξω από τα σύνορά μας. Πρόκειται για μια καθολική άρνηση, η οποία ξεκινάει από την αδιαφορία μας για τα τεκταινόμενα σε άλλες χώρες έως την προτίμησή μας για διακοπές αποκλειστικά στο εσωτερικό της Ελλάδος. Οι περισσότεροι Έλληνες, που φεύγουν για σπουδές στο εξωτερικό, απαξιώνουν να συναναστραφούν με αλλοδαπούς, προτιμώντας το συναγελασμό αποκλειστικά με ομοεθνείς τους. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτή η άποψη πηγάζει από την πεποίθηση, ότι είμαστε κάτι ξεχωριστό μόνο και μόνο λόγω καταγωγής. Τις περισσότερες, όμως, φορές οφείλεται στον πολιτιστικό μας αυτισμό, αυτή την εμμονή μας, η οποία μας ωθεί να περιοριστούμε στα τεκταινόμενα στη χώρα μας και, συγκεκριμένα, σε αυτά, που είναι εύπεπτα και κατανοητά, και μας αποτρέπει να ανοίξουμε τους ορίζοντές μας στα ουσιώδη γεγονότα του πλανήτη μας.
Πικρή απόδειξη των παραπάνω είναι ο βαθμός ενασχόλησης των ημεδαπών Μ.Μ.Ε. με την είδηση του θανάτου του Μαξ Φαν Ντερ Στουλ. Ο κ. Σωμερίτης έγραψε ένα σχετικό άρθρο στο "ΒΗΜΑ" και έγιναν 1-2 αναφορές σε άλλα έντυπα για έναν από τους ελάχιστους πολιτικούς, που έδειξε έμπρακτα την αποστροφή του για το καθεστώς των συνταγματαρχών. Μετά το σκοτάδι κατάπιε και αυτή την είδηση.

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Απολαμβάνοντας τη λειτουργία της Μ. Παρασκευής

Φέτος αποφάσισα να παρακολουθήσω τη λειτουργία του Επιταφίου στην ενορία των πεθερικών μου. Έχοντας συνηθίσει σε όσα συνέβαιναν στη δική μου ενορία, όπου από το κουτσομπολιό μέσα στην εκκλησία δεν ακούγονταν οι ψάλτες και γινόταν σφαγή για να περάσουν οι πιστοί κάτω από τον Επιτάφιο, περίμενα να δω άλλη μια τοιχογραφία της νεοελληνικής ιλαροτραγικής πραγματικότητας.
Η εικόνα, που είδα, με διέψευσε. Άκρα του τάφου σιωπή εντός της εκκλησίας, μια χορωδία επιλεγμένων ψαλτών να ερμηνεύει τους ωραιότερους, ίσως, ύμνους της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ο ιερέας να επιβλέπει, αν όλα βαίνουν καλώς με μια εγρήγορση όχι ιδιαίτερα συνηθισμένη σε μισθοδοτούμενο από το κράτος άνθρωπο. Το κλίμα δεν ήταν ακριβώς κατανυκτικό αλλά, τουλάχιστον, μπορούσες να απολαύσεις τη λειτουργία και να αφεθείς στα δικά σου συναισθήματα, χωρίς να σε αποσπά το λακριντί των διπλανών σου. Ο συγκεκριμένος ιερέας ιερολογεί εδώ και πολλά χρόνια στη συγκεκριμένη ενορία και έχει επιβάλει ορισμένα ήθη στο ποίμνιό του. Μετά την περιφορά του Επιταφίου, ζήτησε από το πλήθος να παραμείνει έξω από τον προαύλιο χώρο και να εισέλθει σε δόσεις, που τις έλεγχαν κάποιοι έμπιστοί του, ώστε να μην παρατηρθεί εκείνος ο άθλιος συνωστισμός, που είχα συνηθίσει στην ενορία μου, όπου οι "πιστοί" διαγκωνίζονταν ποιος θα πρωτοπεράσει κάτω από τον Επιτάφιο, ενώ ο ίδιος καθόταν έξω από την εκκλησία και ευχόταν στους πιστούς.
Άκουγα γύρω μου κόσμο κατά την περιφορά να μουρμουρίζει, ότι ο ιερέας αυτός είναι υπερβολικά αυστηρός σε βαθμό φασισμού και άλλα παρόμοια. Με όλο το σεβασμό αλλά προτιμώ την αυστηρότητα σε ένα ποίμνιο, το οποίο αποτελεί σαρξ εκ της σαρκός μιας πολλαπλώς πάσχουσας κοινωνίας μας, που δεν εννοεί να κατανοήσει, ότι πρέπει να φέρεται με σοβαρότητα, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις. Ο κόσμος, που εκκλησιαζόταν τη Μεγάλη Παρασκευή στην εκκλησία αυτή, είχε αποδεχθεί την αυστηρότητα του συγκεκριμένου ιερέα. Μάλιστα, έμοιαζε να την επιζητεί, προκειμένου να μπορέσει να απολαύσει μια από τις πιο κατανυκτικές στιγμές της Μεγάλης Εβδομάδος, χωρίς να υφίσταται τις γνωστές ανόητες συνήθειες, που χαρακτηρίζουν ένα μεγάλο μέρος των συνελλήνων μας. Και, σε τελική ανάλυση, κανένας δεν υποχρεούται να παρακολουθήσει την όποια λειτουργία στη συγκεκριμένη εκκλησία.
Ήταν μια από τις ελάχιστες φορές στη ζωή μου, που ένοιωσα, ότι η τήρηση του εθίμου της λειτουργίας της Μεγάλης Παρασκευής, δεν τελέστηκε με ρυθμούς και διάθεση αγγαρείας από κάποιους βαριεστημένους ιερείς και παρατρεχάμενούς τους, μόνο και μόνο για να γίνει. Και, έστω για εκείνες τις ελάχιστες ώρες, αισθάνθηκα, ότι είχα ξεφύγει από το βασίλειο της προχειρότητας και της αυθαιρεσίας.

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Η ίδια ιστορία, 37 χρόνια μετά

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος "άναψε" η συζήτηση στο Διαδίκτυο σχετικά με τον απολογισμό των πεπραγμένων της χούντας. Έχουν περάσει 37 χρόνια από την πτώση της και ακόμα και σήμερα υπάρχει κόσμος, που πιστεύει, ότι οι συνταγματάρχες ωφέλησαν τον τόπο και χρειαζόμαστε αυτές τις μέρες τέτοιους πατριώτες, ώστε να ξεπεράσουμε την κρίση.
Δεκτό, κατ' αρχάς, το δικαίωμα του καθενός να πιστεύει, ό,τι θέλει. Εδώ, μετά από εκατονταετίες εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι, που πιστεύουν, ότι η γη είναι το κέντρο του σύμπαντος, θα άλλαζαν μυαλά μέσα σε 37 μόνο χρόνια ορισμένοι δικοί μας; Όχι, μην με παρεξηγείτε, δεν έχω προσωπικά με όσους ασπάζονται τη λογική "που 'σαι, Παπαδόπουλε", με την αντίληψή τους, όμως, δεν τα πάω καλά.
Κατ' αρχάς, η αλήθεια είναι, ότι οι κάτοικοι της Ελλάδος, που ξύπνησαν στις 21.04.1967 σε μια στρατοκρατούμενη χώρα με το δημοκρατικό πολίτευμα να αποτελεί παρελθόν, είχαν "μπαφιάσει" με τον τρόπο, που η δημοκρατία εφαρμοζόταν στη χώρα μας. Αλλεπάλληλες εναλλαγές κυβερνήσεων, βία και νοθεία σε εκλογές, επιτηρούμενες περιοχές, όπου η ελευθερία του εκλέγειν δεν ήταν ακριβώς εξασφαλισμένη και χαμηλό βιοτικό επίπεδο, είχαν οδηγήσει τους Έλληνες στο συμπέρασμα, ότι η Δημοκρατία δεν λειτουργούσε καθόλου καλά και ότι τίποτα δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να υπάρξουν βίαιες ανατροπές, όπως και έγινε. Ωστόσο, οι περισσότεροι Έλληνες απλά αδιαφόρησαν για την επιβολή της χούντας και λιγότερο συνέπραξαν με αυτή. Η παραμονή της χούντας στην εξουσία για επτά χρόνια οφείλεται περισσότερο στην απάθεια των πολλών παρά στην υποστήριξη, που της παρείχε ο λαός συνολικά. Επιλήψιμη, αναντίρρητα, συμπεριφορά αλλά πόρρω απέχει από το να χαρακτηριστεί υποστήριξη σε ένα απολυταρχικό καθεστώς πολλώ δε μάλλον αποδοχή του.
Είχαν, όμως, σκοπό να αλλάξουν τα πράγματα στην Ελλάδα οι πραξικοπηματίες; Μπα, μόνο αυτό δεν αποδείχθηκε. Οι αριστεροί εξακολούθησαν να διώκονται - ούτε η ΕΔΑ τη γλύτωσε αυτή τη φορά- το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων παρέμεινε στα χαμηλά, η μετανάστευση συνεχίστηκε στους ίδιους ρυθμούς, η χώρα συνέχισε να βρίσκεται στη μαύρη λίστα των ανθρωπιστικών οργανώσεων, ελαφρώς "αναβαθμισμένη" αυτή τη φορά, και, γενικά, τίποτα δεν άλλαξε, μόνο τα πρόσωπα των κυβερνώντων.
Φυσικά και δεν ήταν πατριώτες και τίμιοι οι χουντικοί. Προδότες του κερατά και στυγνοί συμφεροντολόγοι ήταν, που κατέλυσαν το πολίτευμα της Ελλάδος στο όνομα των, δήθεν, κινδύνων, που αντιμετώπιζε η χώρα, που τοποθέτησαν σε θέσεις - κλειδιά όλο το συγγενολόι τους και συνέχισαν το χορό των σκανδάλων, που χαρακτηρίζει την πολιτική ζωή της χώρας. Ο πατριώτης πρωτίστως σέβεται τον τόπο του αλλά και το λαό του και τίποτε από τα δύο δεν σεβάστηκαν οι εν λόγω κύριοι, οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, υπήρξαν ό,τι χειρότερο ανέδειξε το μετεμφυλιακό κράτος, με ορισμένους εξ αυτών να έχουν διαδραματίσει ένα άκρως προδοτικό ρόλο στα χρόνια της Κατοχής. Ούτε είναι αληθές, ότι δεν έκλεψαν, αφού η ιστορία μιλάει για το "μπαλόσημο", για τα πανάκριβα γλέντια του μπον-βιβέρ Ρουφογάλη και της νεότατης συζύγου του αλλά και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Ούτε αποτελεί επιχείρημα το γεγονός, ότι έκλεψαν λιγότερα από τους πολιτικούς της Μεταπολίτευσης, αφού αφενός κυβέρνησαν για λιγότερο χρονικό διάστημα αφετέρου το έγκλημα δεν καθορίζεται από τον αριθμό των επαναλήψεών του αλλά από την τέλεσή του καθαυτή.
Δέχομαι, ότι τα πράγματα δεν είναι καλύτερα στις μέρες μας αλλά, τουλάχιστον, έχουμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε εμείς εκείνους, που θα μας διοικήσουν. Ναι, ρε παιδιά, εμείς έχουμε εκλέξει και αυτή και τις προηγούμενες κυβερνήσεις και κανένας άλλος και δεν μας φταίνε τα κακά Μ.Μ.Ε., που μας επηρεάζουν, αφού δεν λέμε να παύσουμε να τα χρησιμοποιούμε. Χώρια που και τότε η φυλοκυβερνητική προπαγάνδα έδινε ρέστα με τις εκδηλώσεις στο ραδιόφωνο, στα στάδια και τις πλατείες.
Όσο για τον κόσμο, που βλέπουμε στα επίκαιρα της εποχής εκείνης να ζητωκραυγάζει τους χουντικούς, μην ξεχνάτε αφενός ότι οι άνθρωποι αυτοί συσπείρωσαν γύρω τους όλα τα παρακρατικά καθάρματα, που ταλαιπωρούσαν αυτό τον τόπο από τα χρόνια της Κατοχής, μερικά εκ των οποίων έκριναν σκόπιμο να εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους χειροκροτώντας τους εξουσιαστές τους, αφετέρου σε κάθε ανελεύθερο καθεστώς υπάρχουν κλακαδόροι εύχεροι για κάθε δημόσια εμφάνιση του ηγέτη ή των ηγετών.
Τέλος, αφού υπάρχουν τόσοι σιωπηροί έστω υποστηρικτές της χούντας, τότε είναι απορίας άξιον, γιατί ένας χουντικός κομματικός σχηματισμός δεν ευτύχησε εκλογικά και πολιτικά στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Δεν αναφέρομαι σε πολυσυλλεκτικά κομμματικά υβρίδια, τύπου ΛΑ.Ο.Σ., τα οποία συλλέγουν απ' όλο το φάσμα της δεξιάς, προκειμένου να πουλήσουν περισσότερο, αλλά για αμιγώς χουντικά κόμματα, όπως η αλήστου μνήμης ΕΠΕΝ.
Μην επηρεάζαστε, λοιπόν, από την οικτρή περιρρέουσα ατμόσφαιρα, την οποία εκμεταλλεύονται δεόντως οι πλαστογράφοι της ιστορίας, ώστε να σας πλασάρουν το παραμύθι περί ωφέλιμης χούντας. Ναι, η κατάσταση στην Ελλάδα δεν είναι ωραία αλλά αυτό ακριβώς περιμένουν από εσάς να εκτιμήσετε οι παραπάνω επιτήδειοι, προκειμένου να σας πείσουν, ότι η επταετία 1967-1974 ήταν εποχή ακμής και προκοπής για τη χώρα μας.

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Ευχές

Για όσους πιστεύουν στο χριστιανισμό αυτές οι μέρες συμβολίζουν τη νίκη της ζωής έναντι του θανάτου. Η Ανάσταση του Χριστού έχει στοιχεία από παλαιότερες θρησκείες και δοξασίες και αποτελεί το αποτέλεσμα του θρησκευτικού συγκρητισμού, που άνθισε στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία αλλά για πολλούς έχει το παραπάνω νόημα.



Για άλλους, πάλι, αυτές οι μέρες συνδέονται με τον ερχομό της άνοιξης και την καρποφορία της γης. Ο χειμώνα αποχωρεί και δίνει τη θέση του στην καλοκαιρία και η γη ξυπνάει από τη χειμερία νάρκη της και ξανανθίζει.



Σε άλλους πάλι η απουσία μεταφυσικών ανησυχιών μεταφράζεται σε ανάλογη απουσία ιδιαίτερων αντιδράσεων για όλα τα παραπάνω. Ο καιρός αλλάζει προς το ζεστότερο και αυτό είναι όλο.



Όποιες και αν είναι οι πεποιθήσεις του καθενός, καλό Πάσχα, καλή Ανάσταση, καλή άνοιξη και καλά να είστε!

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Νομιμοποιώντας τη χούντα

Σήμερα συμπληρώνονται 43 χρόνια από τότε, που μια ομάδα επίορκων στρατιωτικών κατέλυσε τη Δημοκρατία στην Ελλάδα. Βέβαια, το πολίτευμα, που υπήρχε τότε στον τόπο μας, απείχε από το να χαρακτηριστεί Δημοκρατία κατά τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα αλλά, εν πάσει περιπτώσει, δεν είχε καμμία σχέση με το πολιτειακό τερατούργημα, που κυβέρνησε την Ελλάδα για 7 χρόνια και έληξε με μια άκρως προβληματική οικονομία και το 40% της Κύπρου κατεχόμενο από την Τουρκία. Κάθε χρόνο πληθαίνουν τα δημοσιεύματα, που θέλουν τη χούντα να έχει ωφελήσει τη χώρα μας. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε λαθρόβια ή έστω περιωρισμένης κυκλοφορίας ακροδεξιά δημοσιεύματα αλλά και ευρύτερης κυκλοφορίας και ακροαματικότητας έντυπα και Μ.Μ.Ε., αντίστοιχα, τα οποία δεν διστάζουν να θέσουν τον προβληματισμό σχετικά με το πόση διαφορά, τελικά, είχε η χούντα με αυτό, που ζούμε σήμερα. Βοηθάει, βέβαια, και το κλίμα, που έχει διαμορφωθεί στις μέρες μας.
Το πρόβλημα δεν είναι καθαυτή η άποψη περί του "καλού", που μας έκανε η χούντα. Εφόσον θέλουμε να έχουμε ελευθερία του λόγου και να υποστηρίζουμε, μεταξύ άλλων, ότι ζούμε σε μια "δημοκρατική χούντα" και σε "χώρα υπό κατοχή", οφείλουμε να σεβαστούμε και την άποψη, σύμφωνα με την οποία η χούντα ωφέλησε την Ελλάδα και η οποία αποτελεί την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, υπό την άποψη ότι δεν δικαιούμαστε να φιμώσουμε αυτόν, που την πρεσβεύει. Αναφέρομαι μόνο στο σεβασμό αυτής της άποψης και στο δικαίωμα του καθενός να την υιοθετήσει, εφόσον κρίνει, ότι ανταποκρίνεται στα πολιτειακά του ιδεώδη.
Περισσότερο στέκομαι στην απαντοχή, που βρίσκει πολύς κόσμος σε τέτοιες απόψεις, προκειμένου να αποδοκιμάσει το πολίτευμα της Δημοκρατίας, όπως αυτό εφαρμόζεται από τους κυβερνώντες μας. Μιλάμε για κόσμο, που πρόλαβαν τη χούντα και έζησαν από κοντά τα "καλά" της και, όμως, είτε επειδή οι μνήμες τους έχουν ξεθωριάσει είτε επειδή έχουν απογοητευτεί από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα τείνουν να νοσταλγήσουν την επταετία 1967-1974. Συχνά αυτοί οι άνθρωποι θέτουν το ερώτημα, ποια μπορεί να είναι, τελικά, η διαφορά ανάμεσα σε αυτούς, που έβαλαν τη χώρα στο "γύψο", και αυτούς, που παρέλαβαν "καμμένη γη" και την αποτελείωσαν.
Πρόκειται για ένα δίλημμα, το οποίο αναιρεί, στην ουσία, πάσα κριτική για τα πεπραγμένα της επταετίας των συνταγματαρχών. Αφήνει έξω το γεγονός, ότι επί επτά χρόνια αδυνατούσαμε να επιλέξουμε τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία θα όριζαν τις πολιτικές τύχες μας, ενώ σήμερα μέσω των εκλογών εμείς αποφασίζουμε, ποιοι θα μας κυβερνήσουν(η αδυναμία σωστής άσκησης του δικαιώματος αυτού είναι άλλο θέμα). Επίσης, εκμεταλλεύεται το γεγονός, ότι έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε, ώστε ελάχιστοι να θυμούνται, ότι η οικονομική κατάσταση στη χώρα μας δεν ήταν τόσο ανθηρή, τουλάχιστον για την πλειονότητα των κατοίκων της. Και μόνο σκοπό του έχει να νομιμοποιήσει μια απολυταρχική κυβέρνηση, η οποία ανεδείχθη, καταλύοντας το πολίτευμα της χώρας, φέρνοντάς στη στο ίδιο επίπεδο με μια κυβέρνηση, η οποία προήλθε από νόμιμες εκλογές με μόνο γνώμονα την, δήθεν, καλύτερη οικονομική διαχείριση εκ μέρους της χούντας, για να καταλήξει στη λογική, ότι, αφού δεν έχουν καμμία διαφορά οι μεν από τους δε, δεν υπάρχει λόγος να κατακρίνουμε τη χούντα.
Δεν σκοπεύω να κινδυνολογήσω, ότι το πολίτευμά μας απειλείται. Όμως, η επανάληψη τέτοιων απόψεων, ειδικά σε επετείους, που έπρεπε να μας ευαισθητοποιούν σε πολιτειακά θέματα, θα έπρεπε να μας κάνει ιδιαίτερα προσεκτικούς.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Μα έχουν βοηθήσει κόσμο

Προ ετών είχε θέσει υποψηφιότητα στο νομό μας με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. κάποια λαμπρή επιστήμονας με σπουδές στην ψυχολογία και σπουδαίο έργο σε κοινωνικό οργανισμό αρμόδιο για θέματα εξαρτημένων από ναρκωτικές ουσίες προσώπων. Οι περγαμηνές της ήταν παραπάνω από αξιόλογες και η προσφορά της στον παραπάνω οργανισμό πολύ σημαντική, λαμβανομένων υπόψη των τραγικών ελλείψεων σε αυτόν.
Οι εκλογές έλαβαν χώρα και η εν λόγω επιστήμονας είχε μια αξιοπρεπή παρουσία, ήτοι έλαβε πολλές ψήφους αλλά δεν εξελέγη βουλευτίνα. Αντ' αυτή εξελέγησαν κάποιοι παραδοσιακοί πολιτικοί του νομού μας, κάποιοι εξ αυτών αξιόλογα παιδιά αλλά κανένας με το επιστημονικό επίπεδο και την προσφορά της κυρίας αυτής. Για την ακρίβεια, οι εκλεγέντες κύριοι και οι εκλεγείσες κυρίες του νομού μας είχαν προσφέρει σε έναν άλλο τομέα, αυτό της εξυπηρέτησης της κομματικής τους πελατείας με διορισμούς στο Δημόσιο, χρηματοδοτήσεις από προγράμματα, σβήσιμο κλήσεων και όλα εκείνα τα οφέλη του μικροπολιτικού μας συστήματος. Στη συνείδηση του μέσου ψηφοφόρου - της πλειονότητας, δηλαδή, των ψηφοφόρων εν Ελλάδι - αυτά μέτρησαν περισσότερο από την επιστημονική καταξίωση της υποψηφίας βουλευτίνας και την προσφορά της στους εξαρτημένους συνανθρώπους μας.
Οι ομοιότητες των παραπάνω βουλευτών του νομού μου με τα "προσόντα" του απερχόμενου - αν εφαρμοστεί ο νόμος - Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας, κ. Ψωμιάδη, είναι παραπάνω από εμφανείς. Άλλωστε, κανένας εξ αυτών δεν έκρυψε ποτέ, ότι σκοπός του είναι να εξυπηρετεί αυτά τα μικροπολιτικά συμφέροντα, ώστε να διατηρείται σε θέση εξουσίας. Αυτά ακριβώς τα προτερήματα έκαναν αγαπητούς τους πολιτικούς αυτούς στον πολύ κόσμο.
Εξ αυτού του λόγου, λοιπόν, πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν υπήρξε μια γενικότερη καταδίκη του κ. Περιφερειάρχη, όπως έλλειψαν ανάλογες καταδίκες σε βάρος πολιτικών, που εκμεταλλεύτηκαν το αξίωμά τους, ώστε να παρανομήσουν. Οι πολλοί προτίμησαν να σιωπήσουν και ελάχιστοι, όπως ο Θεσσαλονίκης Άνθιμος, δεν "κόλλωσαν" να υπερασπιστούν δημοσίως τον συγκεκριμένο πολιτικό.
Στην πραγματικότητα, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης είπε αυτά, που οι πολλοί διστάζουν να εκφράσουν ανοικτά. Με άλλα λόγια, ο κ. Περιφερειάρχης, όπως και άλλοι πολιτικοί της συνωμοταξίας του, είναι στις καρδιές των πολλών, ακριβώς επειδή "έχουν βοηθήσει κόσμο". Το καταλαβαίνεις και από τα μισόλογα του κόσμου, όταν κάποιος πολιτικός καταδικάζεται τελεσίδικα από κάποιο τολμηρό δικαστή. Είναι μια από τις περιπτώσεις, όπου ο κόσμος θυμάται, ότι τόσα και τόσα "λαμόγια" έχουν μείνει ατιμώρητα και, συνεπώς, κατά τη λογική αυτή, πρέπει να μην τιμωρηθεί ούτε ο εκλεκτός της καρδιάς τους, ο οποίος, στην τελική, έχει προσφέρει βοήθεια σε πολλούς. Μπορεί να μη βγει να το υποστηρίξει με δηλώσεις του στα Μ.Μ.Ε. αλλά η αποφυγή της καταδίκης του ελάχιστα διαφέρει από τη στήριξή του.
Δεν πρέπει, λοιπόν, να απορούμε για τους λόγους, που το υπάρχον πολιτικό σύστημα συντηρείται στη χώρα μας. Οι πολλοί ή, έστω, αρκετοί στηρίζουν με την ψήφο τους πολιτικούς ικανούς να κάνουν πάσης φύσεως χατίρια, ακόμα και αν υπερβούν τα όρια της νομιμότητας, προκειμένου να διατηρήσουν τη θέση τους, και αυτοί, με τη σειρά τους χαϊδεύουν αυτιά και συνειδήσεις, ώστε να εξασφαλίσουν υποστήριξη, αν ποτέ στραβώσει το κλήμα. Αυτό θα μπορούσε να αλλάξει, αν οι πολλοί καταδίκαζαν ανοικτά αυτούς τους πολιτικούς.
Αλλά, είπαμε, οι πολιτικοί αυτοί "έχουν βοηθήσει κόσμο".

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Αναζητώντας τη χαμένη επανάσταση

Προ ετών ήταν το Βραχάσι, που αντιστέκονταν στην κρατική εξουσία. Μετά ήταν η Κρήτη, που, επίσης, αντιστεκόταν σε όσους προσπαθούσαν να αλλοιώσουν τη φυσιογνωμία της. Τη σκυτάλη πήρε, εδώ και μερικούς μήνες, η Κερατέα, η οποία παρατάσσεται ενωμένη και πέρα από κομματικές σκοπιμότητες ενάντια στην κυβερνητική πολιτική, που θέλει να τη μετατρέψει σε σκουπιδότοπο της Αττικής.
Πολλά έχουν γραφτει και ακουστεί για την υπόθεση της Κερατέας. Αλήθεια είναι, ότι υπήρξε κατάχρηση της αστυνομικής εξουσίας σε βάρος κατοίκων. Αλήθεια είναι, ακόμα, ότι αυτής της κατάχρησης προηγήθηκαν κάποιες επιλήψιμες συμπεριφορές των κατοίκων της περιοχής αυτής. Οι ακρότητες των δύο παρατάξεων είναι κατακριτέες. Δυστυχώς, όμως, όχι για όλους, αφού οι ιδεολογικές παρωπίδες καλά κρατούν.
Τα περιστατικά των τελευταίων μηνών στην Κερατέα έχουν αναδείξει την επιπολαιότητα, με την οποία πολύς κόσμος στη χώρα μας σπεύδει να βαφτίσει αντιστασιακούς ανθρώπους με απουσία αντιστασιακών αντισωμάτων και αντιλήψεων. Μέχρι πριν λίγο καιρό η κωμόπολη της Κερατέας ήταν ένα φιλήσυχο μέρος χωρίς κάποια παράδοση σε αγώνες για την ελευθερία και την κατοχύρωση των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως ήταν μια εποχή η Κοκκινιά, και χωρίς διαφορές από την υπόλοιπη Ελλάδα σε ό,τι αφορά την τήρηση των νόμων. Αίφνης και μετά από μια δικαστική διαμάχη, που κράτησε αρκετό καιρό, το Συμβούλιο της Επικρατείας επικύρωσε μια υπουργική απόφαση, με την οποία θα κατασκευαζόταν ΧΥΤΥ στην περιοχή της Κερατέας. Η ησυχία των κατοίκων της περιοχής πήγε περίπατο, οδοφράγματα στήθηκαν, επεισόδια προκλήθηκαν, ζωές απειλήθηκαν και σύμπασα η Ελλάδα βρήκε την επαναστατική της Ιθάκη στο πρόσωπο της περιοχής αυτής.
Φυσικά, ο καθένας δικαιούται να φαντασιώνεται εξεγέρσεις, ακόμα και εκεί, όπου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Το πρόβλημα, όμως, βρίσκεται στη λογική των υποστηρικτών μιας περιοχής, οι κάτοικοι της οποίας απλά ζητούν να μην τηρηθεί ο νόμος. Είναι φανερό, ότι δεν έχουμε μια εξέγερση για κάποιο σοβαρό κοινωνικό ζήτημα αλλά μια τοπικιστική έξαρση, όπου κυριαρχεί το σκεπτικό "μακρυά από μένα και όπου θέλει ας πάει". Ουσιαστικά αποθεώνεται η μικροπολιτική άλλως τοπικιστική άποψη με σειρά κινητοποιήσεων κατά της εξουσίας, όπου μόνο το στοιχείο της άρνησης εφαρμογής του νόμου αρκεί, ώστε να βαφτιστεί "εξέγερση" η κινητοποίηση αυτή. Αλλά αυτό φαίνεται, ότι αρκεί στους θιασώτες της ανυπακοής, ώστε να σπεύσουν να αποτίσουν φόρο τιμής στους κατοίκους της Κερατέας.
Δεν μπορώ να περιμένω κάτι διαφορετικό, όσο και αν θα το ήθελα, από ένα κόσμο με επαναστατικά απωθημένα, που αναζητεί απαντοχή ακόμα και σε ψευδεπίγραφους ξεσηκωμούς. Εύχομαι μόνο αυτή η ιστορία να μην καταλήξει σε αιματοχυσία. Διότι τότε καμμία επαναστατική διάθεση δεν θα επαρκεί για να δικαιολογήσει την όποια απώλεια ζωής.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Καλό σας ταξίδι, Νίκο Παπάζογλου!

Ήμουν φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, όταν βγήκαν οι αφίσες για τη συναυλία του Νίκου Παπάζογλου στο Θέατρο στο Σέιχ - Σου. Ψάξαμε στις τσέπες μας και τα κέρματα κουδούνιζαν επικίνδυνα, σημάδι ότι το μηνιάτικο είχε, σχεδόν, σωθεί. Και το εισιτήριο για τη συναυλία ήταν αλμυρό. Θα σκαρφαλώσουμε στην πλαγιά πίσω από τις κερκίδες και θα τον ακούσουμε τζάμπα, πέταξε ο καρμίρης της παρέας. Με ένα στόμα συμφωνήσαμε όλοι. Τζάμπα συναυλία και Παπάζογλου καθόταν λουκούμι.


Ήταν ένα γλυκό βράδυ από εκείνα τα φθινοπωρινά, που οι καλοκαιρινές ζέστες έχουν αρχίσει να υποχωρούν και μια ανεπαίσθητη δροσιά γλύκαινε την ατμόσφαιρα. Τρομάξαμε να βρούμε θέση στην πλαγιά, σημάδι ότι η ιδέα μας δεν ήταν καθόλου πρωτότυπη. Βγήκε ο Νίκος Παπάζογλου και τα χειροκροτήματα ταρακούνησαν την περιοχή. Άρχισε η συναυλία και μαζί και εμείς τραγουδούσαμε. Έπαιζε ο "Αύγουστος", δεκάδες ζευγάρια γύρω μας αγκαλιάζονταν και εμείς παλιομπάκουρα να ταξιδεύουμε με το μυαλό μας σε γυναικείες αγκαλιές και χάδια ερωτικά. Τραγούδια χιλιοτραγουδισμένα, που μιλούσαν στις ψυχές μας έβγαιναν από την ακόμα ακμαία φωνή ενός τραγουδιστή, που το κοινό λάτρευε. Σε ποιό τραγούδι του να σταθείς και ποιό να λησμονήσεις, που ζούσες στην πόλη, που τον ανέδειξε και από την οποία ξεκίνησε να μαγέψει το πανελλήνιο με μελωδίες, που έμειναν άφθαρτες μέσα στον πανδαμάτορα χρόνο;


Ακόμα και όταν πια χαθεί ο καλλιτέχνης, τα τραγούδια του μένουν και θυμίζουν τη φωνή και τα λόγια του. "Κανείς εδώ δεν τραγουδά, κανένας δε χορεύει....". Και, όμως, Νίκο Παπάζογλου, ο κόσμος τραγουδά και με το παραπάνω τα τραγούδια σας, διότι μιλησαν στην καρδιά του. Και, ενίοτε, τα χορεύει, ξεφεύγοντας από την πεζότητα των ημερών μας.


Καλό σας ταξίδι, λοιπόν, Νίκο Παπάζογλου! Τα τραγούδια σας νίκησαν το χρόνο και θα χαρίσουν μια θέση σε σας στην ορχήστρα των αγγέλων κάπου στον άλλο κόσμο. Το αξίζετε, διότι μας αφήσατε μνήμες, που δεν πρόκειται να ξεθωριάσουν.

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Στην αγκαλιά του φασισμού

Η επίθεση στον καθηγητή κ. Γουότσον κατά την τελετή προς τιμή του στο Πανεπιστήμιο Πατρών αποτελεί ένα, ακόμα, βίαιο επεισόδιο της κοινωνίας μας. Περίπου 20 κουκουλοφόροι εισήλθαν στην αίθουσα τελετών του εν λόγω ιδρύματος με διάθεση να διακόψουν την τελετή, ενώ ένας από αυτούς αποπειράθηκε να επιτεθεί στον κ. Γουότσον. Τελικά, το πλήθος των παρευρισκομένων αποδοκίμασε τους εισβολείς αλλά η ρετσινιά έμεινε.


Το κακό δεν είναι, ότι πληθαίνουν τέτοια επεισόδια στη χώρα μας ούτε ότι οι πολλοί αδιαφορούν γι' αυτά. Με τη γνωστοποίηση του περιστατικού αυτού, έσπευσαν ουκ ολίγοι συνέλληνες να δικαιολογήσουν τη βιαιοπραγία των γνωστών αγνώστων, που εμφανίζονται συχνά στα πανεπιστήμιά μας, προβάλλοντας το επιχείρημα, ότι ο κ. Γουότσον είχε εκφράσει στο παρελθόν ρατσιστικές ιδέες. Φυσικά, ούτε που πέρασε από το νου τους, ότι ο άνθρωπος αυτός πιστώνεται με μια από τις μεγαλύτερες επιστημονικές ανακαλύψεις όλων των εποχών. Εν πάσει περιπτώσει, όποιες και αν είναι οι φυλετικές ιδέες του κ. Γουότσον, δεν εκλήθη να μιλήσει γι' αυτές στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Και, τέλος πάντων, θεωρώ απαράβατη υποχρέωση του καθενός να μην εμποδίζει κανένα να εκφέρει την άποψή του, ειδικά όταν αυτή λαμβάνει χώρα εντός χώρου, ο οποίος προστατεύεται από το πανεπιστημιακό άσυλο, το οποίο, παρεμπιπτόντως, οι παραπάνω κουκουλοφόροι επικαλούνται, όποτε επιθυμούν να περάσουν τις δικές τους ιδέες.


Μια κοινωνία κρίνεται ως φασιστική όχι μόνο, όταν πληθαίνουν σε αυτή φασίζουσες συμπεριφορές, αλλά από τη στάση, που τηρεί απέναντι σε αυτές την επομένη ημέρα της εκδήλωσής τους. Τότε, που έχει αρχίσει να καταλαγιάζει κάπως η ένταση από τα επεισόδια αυτά και να καθαρίζει ο νους, είναι ευκολότερο να διαπιστώσει κανείς, πως μια κοινωνία αποτιμά αυτές τις καταστάσεις.


Δυστυχώς, η ετυμηγορία για την κοινωνία μας δεν είναι ευνοϊκή. Η κοινωνία μας όχι μόνο αδιαφορεί για τα περιστατικά βίας αλλά σε πολλές περιπτώσεις προσπαθεί να τα δικαιολογήσει, όταν δεν σηκώνει αδιάφορα τους ώμους της. Ποιός μπορεί να ξεχάσει την ατάκα "τι ήθελε 15 χρονών παιδί βράδυ Σαββάτου στα Εξάρχεια" την επομένη της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου; Ή ήταν λιγότερο ανατριχιαστικό το συμπέρασμα "καλά να πάθουν οι 3 της Μαρφίν, αφού ήταν απεργοσπάστες";


Δέχομαι, ότι σε κάθε κοινωνία, ακόμα και στην πιο ανεπτυγμένη, υπάρχουν άνθρωποι, που καταφεύγουν σε βιαιοπραγίες, προκειμένου να καλύψουν τις όποιες μειονεξίες τους αλλά και για άλλους λόγους. Ωστόσο, στις ανεπτυγμένες κοινωνίες υπάρχουν τα κατάλληλα αντανακλαστικά, που ωθούν στους πολλούς να καταδικάσουν το όποιο επεισόδιο και να αναζητήσουν τρόπους, ώστε αυτό να μην επαναληφθεί. Επίσης, στίς ίδιες αυτές ανεπτυγμένες κοινωνίες εφαρμόζονται οι νόμοι απαρέγκλιτα. Στη δική μας κοινωνία, αντίθετα, υπάρχει μια σπουδή να δικαιολογηθούν φασίζουσες συμπεριφορές με την επίκληση των πιο παράδοξων ελαφρυντικών, η οποία, σε συνδυασμό με την αδιαφορία των πολλών για τέτοια περιστατικά, επίσης, με την επίκληση δικαιολογιών που θα έκαναν τους πιο φημισμένους φιλοσόφους της ιστορίας μα βγουν από τα ρούχα τους, μπλοκάρει ουσιαστικά κάθε προσπάθεια για οργανωμένη καταδίκη της βίας. Για το θέμα της ανομίας ας μη μιλήσουμε καλύτερα, διότι είναι γνωστό στους πολλούς.


Μια σωστή κοινωνία, που διδάσκεται από τα λάθη της ιστορίας και, ειδικότερα, της δικής της ιστορίας, οφείλει να αντιδρά σε φαινόμενα βίας, καταδικάζοντάς τα χωρίς δισταγμό. Αλλιώς όχι απλά έχει κάνει ένα βήμα προς το φασισμό αλλά ήδη βρίσκεται στην αγκαλιά του.

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

"Γράφοντας" τους φωτισμένους

Έτυχε, όταν πήγαινα στην Τετάρτη Δημοτικού, να έχω ένα δάσκαλο, που είχε τη φαεινή ιδέα να δημιουργήσουμε μια σχολική βιβλιοθήκη. Έφερε ο καθένας μερικά βιβλία, άλλος αυτά, που του έδωσαν οι γονείς του, άλλος κάποια, που τα αγόρασε με το χαρτζιλίκι του, έφερε και ο δάσκαλος μερικά και η βιβλιοθήκη ήταν έτοιμη σε λίγες ημέρες. Ξεκίνησε τότε ο θεσμός του δανεισμού των βιβλίων, στον οποίο μπορούσαν να συμμετάσχουν και μαθητές από άλλες τάξεις και διάρκεσε μέχρι την Έκτη Δημοτικού, οπότε και προβιβαστήκαμε στο Γυμνάσιο.


Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και σήμερα, που μιλάω με τους περισσότερους από τους τότε συμμαθητές μου, διαπιστώνω με πίκρα, ότι, εκτός από 2-3 από αυτούς, κανένας τους δεν διαβάζει ούτε αθλητική εφημερίδα. Αρκετοί από αυτούς νοιώθουν μια αλλεργία στο γραπτό κείμενο. Οι περισσότεροι επικαλούνται τις πάσης φύσεως υποχρεώσεις τους, οι οποίες δεν τους αφήνουν καθαρό μυαλό, ώστε να διαβάσουν οτιδήποτε. Άλλοι τα ρίχνουν στο άθλιο εκπαιδευτικό σύστημα, που τους έκανε να μισήσουν το διάβασμα.


Αναφέρω την παραπάνω ιστορία, επειδή ακούω ολοένα και περισσότερο να επιρρίπτονται ευθύνες στο εκπαιδευτικό μας σύστημα και, γενικά, στο κράτος για την κατάσταση, που επικρατεί σήμερα στην Ελλάδα. Ναι, πράγματι, έχουμε ανεπαρκείς προϊσταμένους στις δημόσιες υπηρεσίες. Ναι, οι υφιστάμενοί τους δεν πάνε πίσω, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Ναι, το Ελληνικό Δημόσιο τρώει τα καλύτερα παιδιά του και, στις περισσότερες περιπτώσεις, τους αφαιρεί κάθε διάθεση να αποδώσουν. Και, σε ό,τι αφορά τη δημόσια εκπαίδευση, έχουμε εκατοντάδες εκπαιδευτικούς, οι οποίοι παραδίδουν τη διδακτέα ύλη αντί να διδάσκουν πραγματικά.


Ωστόσο, όμως, υπάρχουν και μερικοί εκπαιδευτικοί, για να εστιάσω στον τομέα της δημόσιας εκπαίδευσης, που πασχίζουν να ξεστραβώσουν τους μαθητές τους με όσα μέσα έχουν στη διάθεσή τους. Παλεύουν κόντρα σε απίστευτες αντιξοότητες να πείσουν τα παιδιά να ανοίξουν τους ορίζοντές τους. Ο παραπάνω δάσκαλός μου ανήκε σε αυτούς και πίστευε, ότι μέσα από το διάβασμα μπορούσαμε να γίνουμε υπεύθυνοι πολίτες και να μπορέσουμε, έτσι, να συμβάλουμε στην επίλυση των χρονίων προβλημάτων της χώρας μας. Ουτοπικό; Ίσως, αλλά τουλάχιστον ο μακαρίτης, παρεμπιπτόντως, δάσκαλός μου δεν φημιζόταν για τον πεσσιμισμό του, ακριβώς επειδή όραμά του ήταν να φτιάξει προβληματισμένους μαθητές και όχι προβληματικούς ανηλίκους.


Και, όμως, οι περισσότεροι από τους συμμαθητές μου δεν θέλησαν να μάθουν από τις προσπάθειες αυτού του ανθρώπου. Και υπάρχουν και πολλοί άλλοι συνέλληνες, οι οποίοι, ενώ είχαν την τύχη να έχουν φωτισμένους ή έστω φιλότιμους εκπαιδευτικούς, εντούτοις αγνόησαν επιδεικτικά τις όποιες διδαχές τους και παρέμειναν πεισματικά κλεισμένοι στον ταπεινό μικρόκοσμό τους, αγνοώντας πάσα νουθεσία για άνοιγμα των οριζόντων τους και εμμένοντας στην φθηνή καθημερινότητά τους. Δεν αναφέρομαι μόνο σε εκείνους τους μαθητές, των οποίων οι οικογένειες πάλευαν σκληρά για τον επιούσιο - και οι οποίες στο παρελθόν ήταν ακριβώς εκείνες, που φρόντιζαν περισσότερο για τη μόρφωση των παιδιών τους αλλά στον κυκεώνα των μύδρων εναντίον του κράτους και των επίβουλων ξένων φαίνεται, ότι το έχουμε ξεχάσει - αλλά και σε εκείνους, που ζούσαν σε οικογένειες με εξασφαλισμένους μισθούς και λυμένο το πρόβλημα της επιβίωσης. Σε όποια κατηγορία και αν ανήκαν οι παραπάνω συμμαθητές μου, η σχέση τους με το διάβασμα παραμένει προβληματική.


Θυμήθηκα την παραπάνω ιστορία απ' το σχολείο αυτό τον καιρό, που ακούγονται πανταχόθεν φωνές - ενίοτε και υστερικές κραυγές αλλά δεν θα τα χαλάσουμε στην ένταση - για τα αίτια της εν γένει κρίσης, που διάγουμε ως χώρα και κοινωνία, πρόξενος των οποίων θεωρείται, πάντα από τις ίδιες φωνές, το κράτος και μόνο αυτό, ενίοτε και οι ξένες δυνάμεις, φανερές και κρυμμένες, που μας θέλουν πιόνι τους. Και αναρωτήθηκα, αν παίρναμε ως λαός έστω και ένα 10% απ' όσα πάσχισαν να μας μάθουν όσοι φωτισμένοι εκπαιδευτικοί μας δίδαξαν, θα είχαμε φτάσει σε αυτό το σημείο;

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Δις εκτεθειμένος

Δεν είναι κακή η συμπαράσταση στο φίλο, ειδικά όταν ο τελευταίος βιώνει δύσκολες στιγμές. Σε αυτές, ακριβώς τις καταστάσεις φαίνεται η ποιότητα μιας φιλίας.


Δεν γνωρίζω προσωπικά ούτε τον απερχόμενο, λόγω της καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας κ. Ψωμιάδη, ούτε τον τιμητή του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, κ. Άνθιμο, ώστε να κρίνω το ποιον και τις συνθήκες, που διαμόρφωσαν τη φιλία τους. Συνεπώς, καλόπιστα δέχομαι, ότι είναι φίλοι και ο δεύτερος εξ αυτών αποφάσισε να εξωτερικεύσει αυτό το αίσθημα δημοσίως, εκφράζοντας την αμέριστη συμπαράστασή του στον πρώτο. Στα πλαίσια αυτού του αισθήματος σέβομαι και την άποψη του Σεβασμιωτάτου, ότι ο κ. Περιφερειάρχης είναι συμπαθής. Καλώς ή κακώς ένα σημαντικό ποσοστό των συνελλήνων βρίσκει στο πρόσωπο του κ. Περιφερειάρχη ένα γνήσιο εκπρόσωπο της μικροπολιτικής ζωής του τόπου μας με όλα τα αρνητικά και τα θετικά του.


Θα σταθώ, όμως, επικριτικά στην επιλογή, όμως, ενός δημοσίου προσώπου να πλέξει δημοσίως το εγκώμιο ενός άλλου δημοσίου προσώπου, επικαλούμενο τη φιλία τους, όταν το τελευταίο αυτό πρόσωπο φέρει μια καταδικαστική απόφαση εξαιτίας ενός σοβαρότατου αδικήματος. Πρόκειται για μια πρακτική αποκάθαρσης του κ. Περιφερειάρχη στο όνομα της φιλίας, με σκοπό τη συσκότιση της πραγματικότητας. Το λαϊκό παιδί με το γνήσιο πατριωτισμό και τις σταθερές απόψεις εμφανίζεται γενικά και αόριστα ως το θύμα των συνεπειών των πράξεών του, οι οποίες, δήθεν, δεν του αξίζουν. Ο θύτης, φυσικά, δεν κατονομάζεται, ώστε να καλλιεργηθεί το έδαφος για την ανάπτυξη θεωριών συνωμοσίας. Οι δε αντιστάσεις των πολλών στην καταδικαστική αυτή απόφαση δεν οφείλονται, σύμφωνα με την άποψη του Σεβασμιωτάτου, στην ουσία του πράγματος, ήτοι στην κοινή πεποίθηση, ότι ο κ. Περιφερειάρχης κινούνταν στα όρια της νομιμότητας εδώ και χρόνια, αλλά στις μειωμένες αντιδράσεις αλληλεγγύης του λαού συνεπεία της οικονομικής κρίσης (!!!!).


Προσωπικά, δεν περιμένω από τον Σεβασμιώτατο να καταδικάσει τον κ. Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας, αν κρίνει, ότι έτσι πλήττεται η φιλία τους. Ώφειλε, όμως, να αποφύγει τους δημοσίους επαίνους προς τον καταδικασθέντα φίλο του. Διότι έτσι όχι μόνο δεν προστάτευσε τον κ. Περιφερειάρχη αλλά και εξέθεσε και τον ίδιο του τον εαυτό.

Τα σχέδια ενός επίδοξου πρωθυπουργού και μια φοβική κοινωνία

Όποτε ακούω κάποιο πρόσωπο να καταφέρεται εναντίον των αλλοδαπών, που διαβιούν στη χώρα μας, νοιώθω την ανάγκη να το ρωτήσω, αν ποτέ του χρειάστηκε κάποιο μετανάστη για κάποια εργασία. Να του τσαπίσει και σπείρει το χωράφι, να του χτίσει κάποια οικοδομή ή να φροντίσει τους ηλικιωμένους γονείς του! Διότι, εξ όσων γνωρίζω, κανένας Έλληνας δεν κάνει, πλέον, αυτές τις εργασίες. Για την ακρίβεια, δεν καταδέχεται να καταπιαστεί με αυτές.


Γνωρίζω, ότι δεν πρόκειται να πάρω απάντηση. Όμως, εύκολα μαντεύω, ότι όχι μόνο οι περισσότεροι ξενοφοβικοί συμπατριώτες μας χρησιμοποίησαν, έστω ένα μετανάστη, στις παραπάνω εργασίες ή και άλλες αλλά το πιο πιθανό είναι, ότι τον έδιωξαν απλήρωτο ή του έδωσαν λιγότερα από τα προβλεπόμενα ή τα συμφωνηθέντα. Μή ρωτήσετε, αν τον ασφάλισαν! Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται.


Στην πραγματικότητα, δεν είναι το άμεσα ζητούμενο σε αυτή την ιστορία. Σημασία έχει, ότι για μια, ακόμα, φορά ένα αμιγώς ξενοφοβικό και ρατσιστικό κόμμα ποντάρει στις ανασφάλειες, που κυκλώνουν την κοινωνία μας, ελέω οικονομικής κρίσης, για να αλιεύσει μερικές ψήφους, βασιζόμενο στην προθυμία του νεοέλληνα να αναζητήσει αποδιοπομπαίους τράγους για τα δεινά της κοινωνίας μας αλλά και στην απροθυμία του να συνυπάρξει με ανθρώπους, τους οποίους κρίνει διαφορετικούς και κατώτερους από αυτόν.


Σε μια υγιή οικονομικά και ηθικά κοινωνία ο κ. Καρατζαφέρης θα αποτελούσε μια γραφική φιγούρα με μερικές δεκάδες, το πολύ, πιστούς, οι οποίοι θα εκτόνωναν τα κοινωνικά και εθνικά απωθημένα τους σε κλειστές συγκεντρώσεις χωρίς περαιτέρω συνέπειες. Στην ελληνική κοινωνία, όμως, το φαινόμενο Καρατζαφέρη πρέπει να προσεχθεί. Διότι, όσο και αν το όραμα του κ. Καρατζαφέρη να καταλάβει την εξουσία φαντάζει απίθανο να υλοποιηθεί, ωστόσο τα λόγια του βρίσκουν γόνιμο έδαφος στους ολοένα περισσότερους απελπισμένους ανθρώπους. Και όσο λιγότεροι ενοχλούνται από τις ανοησίες περί απελάσεως 1,7 εκ. αλλοδαπών ή της βύθισης πλοίων, που μεταφέρουν μετανάστες, τόσο περισσότερο θα πρέπει να προβληματιζόμαστε για την αδιαφορία της κοινωνίας μας στις λαϊκιστικές και συνάμα ρατσιστικές κορώνες του κ. Καρατζαφέρη και του κάθε επίδοξου κλώνου του.

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Πρώτα να μάθουμε να κάνουμε σωστό διάλογο

Ομολογώ, ότι δεν έχω προλάβει να παρακολουθήσω το ντοκυμανταίρ "Debtocracy", ώστε να κρίνω, αν έχουν δίκιο οι υποστηρικτές του, που το παρουσιάζουν ως τη λύση στο δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας μας, ή οι πολέμιοί του, που θεωρούν, ότι απλά λαϊκίζει και δεν δίνει καμμία λύση στο πρόβλημα αυτό. Σίγουρα θα έχει κάποια θετικά στοιχεία και ενδεχόμενα θα υπάρχουν και δεδομένα του, τα οποία τίθενται υπό αμφισβήτηση.


Δεν χρειάζεται, όμως, να έχει παρακολουθήσει κανείς το παραπάνω ντοκυμανταίρ, ώστε να διαπιστώσει την απουσία ψυχραιμίας, με την οποία οι δύο πλευρές βάλλουν η μια εναντίον της άλλης - με αρκετές εξαιρέσεις, που, όμως, δεν είναι ο κανόνας - σχετικά με την αξία του εν λόγω πονήματος. Από τη μια πλευρά, έχουμε τους "λαϊκιστές", "συριζαίους" και "άσχετους" και από την άλλη τους "βολεμένους", "νοικοκυραίους" και "υπερασπιστές του Δ.Ν.Τ.", για να πιάσουμε μόνο μερικά από τα κόσμια σχόλια. Και οι δύο παρατάξεις έχουν στήσει τα ταμπούρια τους και τα βόλια πάνε σύννεφο ένθεν κακείθεν.


Είναι κοινός παρονομαστής των περισσοτέρων συζητήσεων στην Ελλάδα οι προσωπικές επιθέσεις και οι ειρωνείες, ειδικά όταν οι χρήστες τους στερεύουν από επιχειρήματα ή όσα διαθέτουν δεν πείθουν. Οι βλαβερές αυτές συνήθειες καταδεικνύουν, πόσο ελάχιστο σεβασμό προς την αντίθετη άποψη αλλά και την έννοια του διαλόγου έχουν όσοι προσβάλλουν το συνομιλητή τους, ειδικά αν αυτός συμβαίνει να έχει αντίθετη από τη δική τους άποψη. Επίσης, αποδεικνύουν, ότι απουσιάζει εκείνη η στοιχειώδης παιδεία, που επιβάλλει να σεβόμαστε την αντίθετη άποψη και να επιχειρούμε να την καταρρίψουμε, αν κρίνουμε σκόπιμο, με επιχειρήματα και όχι με ad hominem επιθέσεις.


Συνεπώς, αν κάτι αποδεικνύεται από το εν λόγω πόνημα, πέρα από τα συμπεράσματα για την αξία του, είναι η παντελής απουσία ικανής αγωγής, ώστε ο μέσος Έλληνας, πάντοτε με κάποιες εξαιρέσεις, να προβεί σε μια σοβαρή συζήτηση με ανταλλαγές επιχειρημάτων και σεβασμό προς τον εκφραστή της αντίθετης γνώμης. Και, πάντα κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι πιο σημαντικό να μάθουμε, επιτέλους, να τηρούμε τις βασικές αρχές του διαλόγου από το να κάνουμε διάλογο με σοβαρά μεν επιχειρήματα αλλά αδυνατώντας να σεβαστούμε την άποψη, που δεν μας κάνει.

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Κατ' εικόνα και ομοίωση των ψηφοφόρων του

Ο Περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας, κ. Παναγιώτης Ψωμιάδης, είναι ένας πολιτικός, που ανέκαθεν προτιμούσε τα παχιά και παρηγορητικά λόγια από τη σκληρή αλήθεια. Διαθέτει μια σπάνια για εκπρόσωπο της συνομοταξίας του αυτογνωσία, που τον βοήθησε εγκαίρως να καταλάβει, ότι δεν επρόκειτο να αξιωθεί υπουργιλίκια και θώκους με πανελλαδική εμβέλεια, γι' αυτό και φρόντισε, ώστε να παγιώσει τη θέση του ως τοπικού πολιτικού άρχοντα. Πάντα παρών σε πάσης φύσεως κοινωνικές εκδηλώσεις, έτοιμος να κάνει δηλώσεις τονωτικές για το τοπικιστικό αίσθημα των ψηφοφόρων του, με ικανότητα στην επαγγελματική τακτοποίηση της πολυπληθούς επαγγελματικής του πελατείας και πάντα κοντά στο πιο οπισθοδρομικό και φοβικό αλλά συνάμα σίγουρο ψηφοθηρικά στοιχείο της Θεσσαλονίκης, έδρεψε πολιτικές δάφνες περιορισμένης, έστω, εμβέλειας αλλά ικανές να του χαρίσουν την εκτίμηση ενός σημαντικού μέρους της κοινωνίας, στην οποία πολιτεύεται.


Στην πραγματικότητα, όμως, δεν είναι ο κ. Ψωμιάδης, που διαμόρφωσε αυτό το πολιτικό σκηνικό αλλά ο ίδιος ο ελληνικός λαός, τουλάχιστον η πλειοψηφία του. Το ποιόν του κ. Ψωμιάδη ήταν δεδομένο. Ένας άνθρωπος, του οποίου το πολιτικό όραμα έφτανε έως την καθιέρωσή του σε τοπικό πολιτικό επίπεδο με κολακείες και διορισμούς των "δικών του παιδιών", έδειχνε ξεκάθαρα, ότι δεν μπορούσε να δώσει λύσεις στα πρόβλήματα της περιοχής. Και αποδείχθηκε, με μια σειρά σκανδάλων, ότι, εκτός από αδύναμος, ο κ. Ψωμιάδης ήταν και επικίνδυνος.


Ωστόσο, ο κ. Ψωμιάδης κατάφερε για 20 χρόνια να μεσουρανήσει πολιτικά στη Θεσσαλονίκη, καταλαμβάνοντας διάφορα αξιώματα. Και το πέτυχε, επειδή ήταν ό,τι επιθυμεί ο μέσος ψηφοφόρος της χώρας μας, δηλαδή ένας μέσος, λαϊκός άνθρωπος χωρίς κάτι ξεχωριστό, πέρα από την παθολογική του αγάπη για αυτοπροβολή και, πρωτίστως, χωρίς την επιθυμία να αλλάξει κάτι στην παθογένεια του τόπου. Σε ένα οπισθοδρομικό τόπο, ο κ. Ψωμιάδης εξέφραζε αυτή τη συντήρηση με τον καλύτερο τρόπο, καίγοντας τα βιβλία του κ. .Μίμη Ανδρουλάκη, πράξη στην οποία είχε στο πλευρό του ένα πολύ μεγάλο μέρος της πόλης του.την ίδια πόλη, όπου το άκουσμα της λέξης "Αθήνα" προκαλεί αλλεργία, ο πρώτος, που (υποδυόταν, ότι) πάθαινε αλλεργία, ήταν ο κ. Ψωμιάδης και έσπευδε μαζί του το ίδιο μεγάλο κομμάτι της Θεσσαλονίκης να φταιρνιστεί. Σε μια κάποτε πολυπολιτισμική και ανεκτική Θεσσαλονίκη, ο κ. Ψωμιάδης δεν καταδέχθηκε να συμπεριλάβει στο ψηφοδέλτιό του ούτε εβραϊκής καταγωγής συμπολίτες μας ούτε ομοφυλοφίλους και έτσι ικανοποιούνταν τα φοβικά συναισθήματα των ψηφοφόρων του. Σε μια πόλη, της οποίας η Νομαρχία έπασχε οικονομικά, ο κ. Ψωμιάδης διόριζε αβέρτα κόσμο και οι ίδιοι οι ψηφοφόροι του τον προσεταιρίζονταν, προκειμένου να διοριστούν και αυτοί. Η ίδια κοινωνία, που ποτέ της δεν θέλησε να κοιτάξει στο αμαρτωλό παρελθόν της, διότι την ενδιέφερε να τακτοποιήσει τις μικροδουλειές της, ανέδειξε το συγκεκριμένο πολιτικό και όσοι πολιτεύτηκαν με όραμα γι' αυτή την περιοχή, τους έφαγε το πολιτικό σκοτάδι, επειδή δεν επιθυμούσαν να χαϊδέψουν αυτιά και συνειδήσεις.


Το προδιαγραφόμενο πολιτικό τέλος του κ. Ψωμιάδη θα μπορούσε να αποτελέσει μια πρώτης τάξεως αφορμή να επανακαθορίσουν οι ψηφοφόροι, τι είδους πολιτικούς θέλουν. Δυστυχώς, όμως, οι χρόνιες παθογένειες της κοινωνίας μας όχι μόνο δεν εγγυώνται, ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο αλλά, αντίθετα, προϊδεάζουν, ότι θα συνεχιστεί η παραγωγή πολιτικών τύπου ανάλογου με αυτό του κ. Ψωμιάδη

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Τα όρια της βίας

Καθημερινά πληθαίνουν τα κρούσματα οργισμένων πολιτών, που καλούν σε ανυπακοή, αντίσταση, κάθοδο στους δρόμους και άλλα παρόμοια. Κοντά στους συνήθεις υπόπτους κα. Παπαρρήγα αλλά και κ.κ. Μίκη Θεοδωράκη, Λαζόπουλο, Τσίπρα, Αλαβάνο, Σαμαρά, Καρατζαφέρη και άλλους προστέθηκαν πρόσφατα οι κ.κ. Γιανναράς και Κούνδουρος και η λίστα θα μακρύνει και άλλο με το πέρασμα του χρόνου, σημάδι ότι η κρίση στην Ελλάδα είναι βαθειά.


Κοινός παρονομαστής όλων των παραπάνω προσώπων είναι η οργή για τα δεινά αυτού του τόπου. Αρκετοί από αυτούς φωνάζουν εδώ και καιρό να αντισταθεί ο λαός, μερικοί έχουν εντείνει τη φωνή τους από την εποχή, που ψηφίστηκε το Μνημόνιο. Κανένας, όμως, από αυτούς δεν αναφέρεται είτε στον τρόπο αντίδρασης στην κυβερνητική πολιτική και τους πολιτικούς, που οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή κατάσταση, είτε στην εφικτή εναλλακτική λύση, που προτείνουν, ώστε η Ελλάδα να ξεπεράσει την κρίση.


Και, φυσικά, τίθεται το θέμα, μέχρι ποια σημείο δέχονται οι παραπάνω, ότι πρέπει να φτάσει αυτός ο ξεσηκωμός, στον οποίο προτρέπουν. Εξ όσων γνωρίζω, ουδείς εξ αυτών έχει θέσει κάποια όρια στη λαϊκή αντίδραση ή στα μέσα, που θα χρησιμοποιηθούν σε αυτή. Όταν, μάλιστα, μερικοί εξ αυτών τάσσονται αναφανδόν υπέρ του αγώνα των κατοίκων της Κερατέας ή εύχονται φωναχτά να γίνει η Πλατεία Συντάγματος Πλατεία Ταχρίρ, χωρίς να υπολογίζουν κάποιες βασικές παραμέτρους, τότε μάλλον το συμπέρασμα είναι δυσάρεστο.


Στην πραγματικότητα, κανένα από τα παραπάνω πρόσωπα δεν επιθυμεί να καταδικάσει το φαινόμενο της βιαιοπραγίας σε βάρος πολιτικών, επειδή η όλη κριτική τους στο πολιτικό σύστημα βασίζεται στην αποδοχή της βίας ως μέσου για την ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης. Κανένα, επίσης, από τα παραπάνω πρόσωπα δεν παραδέχεται, ότι η βία αποτελεί μια άκρως φασιστική μέθοδο, η οποία μπορεί να υπηρετεί αρχικά, δήθεν, ευγενείς σκοπούς αλλά στην πορεία είναι εύκολο να εκτραπεί και να οδηγήσει σε ολοκληρωτικές λύσεις, με στόχο αρχικά τον αφανισμό των πολιτικών, αργότερα όσους διαφωνούν με τους βιαιοπραγούντες και ακόμα πιο μετά μερικούς από τους ίδιους τους βιαιοπραγούντες. Η ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα και πολλοί εκ των θιασωτών της βίαιης ανατροπής γνωρίζουν από ιστορία, επομένως θα περίμενε κανείς να αποστρέφονται μια μέθοδο, η οποία ιστορικά έχει καταλήξει σε αιματοχυσίες και, πάντως, δεν έχει επιλύσει κανένα πρόβλημα εξ όσων υπόσχεται να λύσει.


Ξέρω, οι καιροί είναι δύσκολοι και ο πολύς κόσμος δεν μπορεί να ανεχθεί την προκλητική στάση του συνόλου, σχεδόν, των Ελλήνων πολιτικών. Όμως, με την εκ φύσεως επιπόλαιη βία κανένα πρόβλημα δεν επιλύεται. Και ένας λαός, που εκ πεποιθήσεως βιάζεται και θέλει λύσεις "εδώ και τώρα", λες και η έξοδος από ένα τεράστιο πρόβλημα απέχει δύο βήματα, είναι το μόνο βέβαιο θύμα, αν επικρατήσει η λογική των παραπάνω φωνασκούντων.