Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Βιβλία : "ΣΜΙΘ", της Βασιλικής Ηλιοπούλου

Χρόνος : Καλοκαίρι γύρω στα 1955. Περιοχή : Κάποιο χωριό κοντά στην Αθήνα, ίσως προσδιορίσιμο απ' όσους γνωρίζουν την τοπιογραφία του Αττικού Λεκανοπεδίου. Πρωταγωνιστές : Μια τριμελής οικογένεια χτυπημένη από τα σύνδρομα του μεταμφυλιακού κράτους. Ο πατέρας εργάζεται ως υπάλληλος αλλά υφίσταται τον έλεγχο της αστυνομίας, λόγω των φρονημάτων του και αντιμετωπίζεται με καχυποψία από τους γείτονές του. Η μητέρα έχει έλθει για καλοκαίρι στο χωριό με το μοναχοπαίδι της οικογένειας, τον Άρη, από την Κοζάνη, όπου εργάζεται ως δασκάλα (μια τοποθέτηση δυσμενής και ενδεικτική του αριστερού παρελθόντος της). Ο Άρης, το παιδί, μπαίνει σταδιακά στην εφηβεία του, προσπαθώντας να κατανοήσει τον περίγυρό του. Και ένα περίστροφο, τύπου "ΣΜΙΘ(ΕΝΤ ΓΟΥΕΣΟΝ)", το οποίο αποτελεί το μυστικό της οικογένειας και το στοιχείο, που τη συνδέει με το παρελθόν της.
Η σκηνοθέτης Βασιλική Ηλιοπούλου χτίζει το νέο μυθιστόρημά της "ΣΜΙΘ" (Εκδόσεις "ΠΟΛΙΣ") με τα παραπάνω στοιχεία και με φόντο την ατμόσφαιρα μιας μικρής κοινωνίας λόγα χρόνια μετά τον εμφύλιο. Τα πάντα μυρίζουν μετεμφυλιακή Ελλάδα. Η οικογένεια των πρωταγωνιστών, που περνάει μόνο τα καλοκαίρια μαζί αλλά αγωνίζεται να ξεπεράσει την ήττα της αριστερής παράταξης και τα προβλήματα, που αυτή δημιούργησε στο ζευγάρι, μοχθώντας για την επανένταξή της στην καθημερινότητα. Και η μικρή κοινωνία, που βλέπει καχύποπτα την οικογένεια αυτή, από την αστυνομία έως τις κυρίες, που διοργανώνουν χοροεσπερίδες για φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Ο μικρόκοσμος της μεταμφυλιακής κοινωνίας χτίζεται με μαεστρία από την συγγραφέα, η οποία δημιουργεί με πειστικότητα το κλίμα της εποχής με ήρωες, που στερούνται αλλά ονειρεύονται, που ζουν τον απόηχο του Εμφυλίου και την ήττα τους αλλά παλεύουν να σταθούν στα πόδια τους και μιλούν και σκέφτονται, όπως οι άνθρωποι της εποχής τους (είναι σεσημασμένη η πρακτική αρκετών λογοτεχνών μας να γράφουν βιβλία εποχής, όπου οι ήρωες εκφράζονται και σκέφτονται, όπως οι σημερινοί άνθρωποι, κυρίως αυτοί των λάιφσταϊλ Μ.Μ.Ε.). Το περίστροφο της οικογενείας, που έχει δώσει το όνομά του στον τίτλο του βιβλίου αυτού, συμβολίζει το παρελθόν της αλλά και την ήττα της. Η τελική του τύχη συμβολίζει την απόφαση της οικογένειας αυτής να κοιτάξει μπροστά της και να ζήσει ήρεμα και χωρίς το βραχνά των πολιτικών καταβολών της.
Μια ευχάριστη έκπληξη από ένα εκδοτικό οίκο, ο οποίος σταδιακά κερδίζει αναγνωστικό κοινό χάρη στα πολύ καλά βιβλία, που εκδίδει. Και μια ένδειξη, ότι κάτι καλό κινείται στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας.

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Το αύριο στη χώρα της επανάστασης

Ας υποθέσουμε, ότι η εξέγερση, που οραματίζονται τα κόμματα της εκπροσωπούμενης στο ελληνικό κοινοβούλιο Αριστεράς αλλά και οι λοιποί φωνασκούντες συνέλληνες λαμβάνει χώρα στην Ελλάδα. Οι πολιτικοί αποπέμπονται, δικάζονται με συνοπτικές διαδικασίες και συνθήκες έκτακτου στρατοδικείου (αυτό, δηλαδή, που ονειρεύονται οι ξεσηκωμένοι συμπολίτες μας) και είτε κλείνονται στη φυλακή είτε εκτελούνται (άλλο τρελλό όνειρο όσων ξεχνούν, ότι η χώρα μας έχει υπογράψει διεθνείς συνθήκες περί καταργήσεως της θανατικής ποινής) ή λυντσάρονται και πάντως χάνουν την εξουσία τους.
Γεννάται αμέσως το ερώτημα, ποιος θα κυβερνήσει αυτό τον τόπο. Οι υποψήφιοι να αναλάβουν την εξουσία είναι είτε οι εκπρόσωποι της ελληνικής Αριστεράς είτε οι ξεσηκωμένοι έλληνες ανεξαρτήτως πολιτικών αποχρώσεων. Φαντάζομαι, ότι θα προκηρυχθούν εκλογές όσο και αν στο νου αρκετών κυριαρχεί είτε η λογική της δικτατορίας του προλεταριάτου είτε αυτή της δικτατορίας των ξεσηκωμένων. Πάντως είτε οι μεν είτε οι δε θα ανέλθουν στην εξουσία.
Τί είδους διακυβέρνηση της χώρας, όμως, μας περιμένει; Η παραδοσιακή Αριστερά (το Κ.Κ.Ε., δηλαδή) οραματίζεται την επιστροφή στη λογική του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας και της κρατικοποίησης των πάντων, άποψη που πιστεύει, ότι εφαρμόστηκε με επιτυχία στην πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., ώστε να παύσει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο (η εκμετάλλευση ανθρώπου από εργάτη ή γραφειοκράτη εξαιρείται). Η λεγόμενη ανανεωτική Αριστερά θα καταπολεμήσει την αντίληψη, ότι έχουμε οικονομική κρίση, με το επιχείρημα ότι αυτή είναι τεχνητή, για να ωφεληθεί το μεγάλο κεφάλαιο, και θα καταπολεμήσει την ανεργία με την πρόσληψη χιλιάδων ανέργων στο Ελληνικό Δημόσιο. Έτσι θα λύσει, ως δια μαγείας, τα οικονομικά προβλήματα της χώρας μας.
Όσο για τους επαναστατημένους νεοέλληνες, αυτούς, δηλαδή, που μέχρι πρότινος συνωστίζονταν στα κομματικά γραφεία των εκπροσώπων των δύο μεγάλων κομμάτων, προκειμένου να πάρουν την επιδότηση για την ανεδαφική επαγγελματική ιδέα τους ή να διορίσουν το παιδί τους στο Δημόσιο ή ακόμα και να τους σβήσουν την κλήση της Τροχαίας, όταν δεν πληρώνονταν αδρά για δουλειά 3-4 ωρών την ημέρα και δεν ξόδευαν τα λεφτά τους σαν απόγονοι του Ρότσιλντ, η λύση στο πρόβλημα της Ελλάδας εξαντλείται στην καθαίρεση, πολιτική και ίσως βιολογική, των πολιτικών, που βούλιαξαν αυτή τη χώρα. Ίσως ζητήσουν την επαναδιαπραγμάτευση των όρων του Μνημονίου, αν και αγνοούν στην πλειονότητά τους, τί εστί Μνημόνιο, ίσως κάποιοι από αυτούς να ζητήσουν να διενεργηθεί δημοψήφισμα για το αν πρέπει να λάβουν την ελληνική ιθαγένεια τα παιδιά των αλλοδαπών μεταναστών, που ζουν στη χώρα μας και μετά σιγή.
Απλά ανατριχιάζω στη σκέψη των παραπάνω ενδεχομένων.

Μια γενιά κακομαθημένων μηδενιστών

Ο παππούς μου περπάτησε δύο μέρες ποδαρόδρομο, μέχρις ότου φτάσει στην πόλη. Ήταν 8 χρονών παιδί και στην πόλη θα πήγαινε σχολείο και θα δούλευε στο καφενείο ενός θείου του. Κοιμόταν σε μια σοφίτα πάνω σε δύο σανίδες, που τις είχε στερώσει σε κάτι παλιοκαρέκλες, πήγαινε τα πρωινά στο σχολείο, το μεσημέρι και το απόγευμα δούλευε στο καφενείο και το βράδυ διάβαζε τα μαθήματά του. Σκληρές εποχές και ο παππούς μου είχε να μαζέψει και λεφτά για τα μικρότερα αδέλφια του, που τον ακολούθησαν αργότερα στην πόλη.
Κάποια στιγμή έδωσε εξετάσεις για το πανεπιστήμιο και μπήκε στη Νομική Αθηνών. Γράφτηκε αλλά που χρόνος για παρακολουθήσεις, αφού τα οικονομικά του ήταν άθλια και είχε και να συντηρήσει τα αδέλφια του και τη μητέρα του. Έπαισε δουλειά στην τοπική Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών (Ε.Α.Σ.)και όποτε έβρισκε χρόνο ανέβαινε στην Αθήνα για παρακολουθήσεις και εξετάσεις.
Έφτασε ένα μάθημα πριν το πολυπόθητο πτυχίο ο παππούς μου και τότε ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Επιστράτευση, προέλαση στην Αλβανία, εισβολή των Γερμανών, Κατοχή και το πτυχιο παραπέμφθηκε στις ελληνικές καλένδες. Στο μεταξύ, ο παππούς μου παντρεύτηκε και απέκτησε παιδί μεσούσης της Κατοχής, οπότε ο αγώνας για τον επιούσιο υπήρξε αρκούντως ζόρικος, πλέον.
Μετεμφυλιακή Ελλάδα! Ο παππούς μου έχει, πλέον, τρία παιδιά, η γιαγιά μου δεν εργάζεται και τα αδέλφια του έχουν αποκατασταθεί επαγγελματικά. Εργάζεται στην Ε.Α.Σ. και παράλληλα κρατάει και τα λογιστικά βιβλία δύο εταιρειών, για να τα φέρει βόλτα. Δύσκολες εποχές και ο παππούς μου δουλεύει ωα και τα καλοκαίρια, για να μην στερηθεί η οικογένειά του τίποτα.
Δικτατορία και ο ένας γιός του παππού μου φεύγει για σπουδές στην Ιταλία, όπου οργανώνεται στο αντιδικτατορικό Π.Α.Κ. Του αφαιρείται η ιθαγένεια και η οικογένεια του παππού μου μπαίνει στο μάτι της Ασφάλειας με τον παππού μου να σέρνει το λάβαρο. Παντρεύεται η κόρη του - και μητέρα μου - με ένα αξιωματικό της πολεμικής αεροπορίας και η οικογένεια του παππού μου περνάει από κόσκινο, χώρια οι κομμένες καλημέρες στη γειτονιά. Ο άλλος του γιός μετατίθεται σε τάγμα ανεπιθυμήτων, όπου και περνάει όλη τη θητεία του, επειδή εξέφρασε σε μια παρέα εφέδρων τις πολιτικές του πεποιθήσεις, οι οποίες κάθε άλλο παρά συμβατές ήταν με την τότε πολιτική κατάσταση, και αποκτά και αυτός φάκελλο στην ασφάλεια. Χρειάστηκε να πέσει η χούντα, ώστε να ηρεμήσιε λιγάκι ο παππούς μου και να έχει, πλέον, να παλέψει μόνο για τον επιούσιο.
Ο παππούς μου έζησε για αρκετά, ακόμα, χρόνια και έως και την τελευταία ημέρα της ζωής του εργαζόταν. Βίωσε ένα πόλεμο και αρκετές άλλες περιπέτειες σε μια χώρα, η οποία ποτέ της δεν φημιζόταν για τη φιλοξενία της προς τους κατοίκους της. Πάλεψε να αναστήσει μια οικογένεια και να σπουδάσει τα παιδιά του σε μια εποχή, που ελάχιστοι έφταναν έως την πόρτα του πανεπιστημίου. Έζησε μια οικονομική καταστροφή, αυτή που έφερε η Κατοχή με τον πληθωρισμό να φτάνει σε ιλιγγιώδη ύψη. Είδε τη Δικτατορία των Απριλιανών να διώκει το ένα παιδί του, να ξαποστέλνει το άλλο σε τάγμα με μαχαιροβγάλτες και πάσης φύσεως εγκληματίες και την οικογένειά του να μπαίνει στη μπούκα του κανονιού με ό,τι αυτό συνεπαγόταν για τον ίδιο.
Όσο, όμως, τον θυμάμαι, ποτέ του δεν βαρυγκόμησε, ποτέ του δεν βλαστήμησε την τύχη του, που αναγκάστηκε να δουλέψει μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του - κάπου στα εβδομηνταφεύγα - και ποτέ του δεν το έβαλε κάτω. Και μιλάμε για ένα άνθρωπο, που ούτε προσωπική ζωή είχε ούτε διακοπές είχε πάει ούτε ξεκουράστηκε ποτέ του παρά δούλευε ακατάπαυστα. Βίωσε όλες τις παραπάνω κακουχίες στο πετσί του και, όμως, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την κακή του μοίρα.
Σκέφτομαι τον παππού μου αυτές τις μέρες, που η απαισιοδοξία στη χώρα μας έχει χτυπήσει κόκκινο. Καταλαβαίνω κάποιους μεσήλικες, που βλέπουν το πορτοφόλι τους να συρρικνώνεται και τις οικογενειακές υποχρεώσεις τους να τρέχουν αλλά δεν μπορώ να χωνέψω τους μηδενιστές 20ρηδες και 30ρηδες, που φωνάζουν, ότι δεν υπάρχει μέλλον αραχτοί από την καφετέρια, όπου νωρίτερα πλήρωσαν τον καφέ τους 5 ευρώ, ή από τον υπολογιστή τους, όπου ξεσπούν τη ζοχάδα τους με τις ώρες. Και δεν τους φταίει τόσο η κακοδαιμονία της Ελλάδος όσο το γεγονός, ότι δεν μπόρεσαν να πάνε διακοπές ή ο καφές έχει φτάσει στα ύψη (αλλά πρόθυμα κάθονται στην καφετέρια, που τον χρεώνει τόσο ακριβά). Μιλάμε για εκείνη τη γενιά ανθρώπων, που δεν έζησαν την παραμικρή στέρηση, που η ζωή τους δεν σκιάστηκε από πολέμους και πολιτικά ταραγμένες εποχές, που οι γονείς τους ξεσκίστηκαν να τους τα παράσχουν όλα, που είχαν τη δυνατότητα να σπουδάσουν, που πήγαν διακοπές σε πανάκριβα μέρη και τους αγόρασαν αυτοκίνητο από τα 20 τους χρόνια, που πλήρωναν την κακομαγειρεμένη υποψία μερίδας φαγητού στα χλιδάτα εστιατόρια 30 και 40 ευρώ και το ποτό - "μπόμπα" 12 ευρώ, για να πουλήσουν "μούρη", που τα 'σπαγαν στα σχολεία και τα πανεπιστήμιά τους φωνάζοντας γενικόλογα συνθήματα και ψάχνοντας, στην ουσία, ευκαιρία για κοπάνα διαρκείας, που έγιναν η πιο υπέρβαρη νεολαία της Ευρώπης και από τις πιο υπέρβαρες παγκοσμίως, που σπαταλούσαν τα λεφτά των γονέων τους σε ανοησίες πάσης φύσεως και θεωρούσαν, ότι η αποταμίευση είναι για τα κορόιδα και τους τσιγκούνηδες, αφού πάντα θα υπήρχε κάποιο γονέας έτοιμος να ξηλωθεί, για να καλύψει τα παράλογα έξοδά τους, που δεν αντιστάθηκαν ούτε στιγμή στη ζωή τους, τουλάχιστον με πράξεις, και σήμερα αραδιάζουν τσιτάτα παρμένα από τις πιο μίζερες σελίδες και έντυπα, ώστε να δικαιολογήσουν την άρνησή τους να αγωνιστούν με έργα, ώστε να αλλάξει αυτή η άσχημη κατάσταση, που επικρατεί στην Ελλάδα.
Σκεφτείτε, δηλαδή, να επακολουθούσε και πόλεμος!

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

Η μισή αλήθεια του κ. Πάγκαλου

Κανέναν, πλέον, δεν πρέπει να εκπλήσσει ο κ. Πάγκαλος. Η δήλωσή του περί κακών οικονομικών του ελληνικού κράτους, λόγω αθρόων προσλήψεων στο Δημόσιο τα παρελθόντα έτη, είναι ενδεικτική ενός εκρηκτικού χαρακτήρα, ο οποίος έμαθε να συμπεριφέρεται κατά τρόπο ισοπεδωτικό και απρόβλεπτο και χωρίς ποτέ να υπολογίζει τις συνέπειες των λεγομένων του. Ούτε ψεύδεται, όταν λέει, ότι το Ελληνικό Δημόσιο ζημιώθηκε από τις αθρόες προσλήψεις χιλιάδων βυσματούχων ψηφοφόρων. Τα παρελθόντα έτη είδαμε πλήθος κόσμου να προσλαμβάνεται στο Δημόσιο με μόνο προσόν του την κομματική προσήλωση και υποταγή, με ό,τι ζημία αυτό συνεπάγετο για τον κρατικό κορβανά.
Αν, όμως, ο κ. Πάγκαλος ήθελε να πει την πλήρη αλήθεια, τότε οφειλε να παραδεχθεί κάτι βασικό. Ότι, δηλαδή, το Ελληνικό Δημόσιο προσέλαβε χιλιάδες κόσμου, ώστε να μπορεί ανενόχλητο στη συνέχεια να ασχοληθεί με το κάθε άλλο παρά θεάρεστο έργο της διασπάθισης του δημοσίου χρήματος. Με τόσο κόσμο να έχει βρει επαγγελματική αποκατάσταση στο Δημόσιο, το έργο των κυβερνώντων ήταν πανεύκολο και τα αποτελέσματα τα βλέπουμε αυτό τον καιρό.
Δεν θα έβγαζε λάδι ο κ. Πάγκαλος τους ψηφοφόρους, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία έσπευσαν να παρακαλέσουν στα κομματικά γραφεία για μια θεσούλα στο Δημόσιο και στην πράξη στήριξαν ένα απαράδεκτο κρατικό μηχανισμό. Απεναντίας, θα κατεδείκνυε σε όλο της το μεγαλείο την ευθύνη του απλού ψηφοφόρου, ο οποίος ούτε τόσο αθώος, όσο θέλουν να τον παρουσιάσουν οι λαϊκιστές των Μ.Μ.Ε., είναι ούτε τόσο αμέτοχος, ώστε να μην αντιλαμβάνεται, ότι με τόσους αντιπαραγωγικούς υπαλλήλουν θα γλυτώσει η χώρα από την κατάρρευση (η οποία μπορεί να μην έχει, ακόμα, έλθει αλλά, αν δεν ληφθούν μέτρα, θα έλθει).
Αλλά ο κ. Πάγκαλος θέλησε, ως συνήθως, να βγάλει την ουρά του απ' έξω, όπως, άλλωστε, και όλης της κυβέρνησής του σε ό,τι αφορά τις δικές της ευθύνες στη διαιώνιση του πελατειακού εν Ελλάδι συστήματος αλλά και στην κατασπατάληση κρατικών πόρων σε ανεδαφικά σχέδια και προσωπικές βλέψεις. Και είπε τη μισή αλήθεια. Η οποία είναι χειρότερη απ' ό,τι η ακέραιη αλήθεια.

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Λαός με κατά περίσταση χρησιμοποιούμενο νου

Το μορφωτικό επίπεδο της πλειονότητας των νεοελλήνων είναι τραγικά χαμηλό. Αυτό δεν αποτελεί δα και κάποια τρανταχτή ανακάλυψη. Οι αιτίες είναι πολλές και ξεκινούν από την αλλεργία του νεοέλληνα προς κάθε γνωστικό αντικείμενο και φτάνουν έως την ανοργανωσιά της ελληνικής εκπαίδευσης. Οι όποιες προσπάθειες έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, ώστε να αλλάξει αυτή η κατάσταση, έχουν προσκρούσει στην απροθυμία των αρμοδίων φορέων να υλοποιήσουν τις απαιτούμενες αλλαγές στην εκπαίδευση αλλά σκοντάφτουν και στην προαναφερθείσα αλλεργία. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι είμαστε από τους τελευταίους λαούς στην Ευρώπη στην ανάγνωση βιβλίων, ακόμα και αν τα προσφέρουν τζάμπα ή σε χαμηλές τιμές οι εφημερίδες μας, ενώ και η πλειονότητα των ημεδαπών χρηστών του Διαδικτύου αρέσκεται στο "κατέβασμα" μουσικής και ταινιών ή στην παρακολούθηση κουτσομπολίστικων η δήθεν ειδησεογραφικών ιστότοπων παρά στην αναζήτηση ιστοσελίδων με γνωστικά αντικείμενα της προκοπής.
Αυτή τη δικαιολογία της έλλειψης μόρφωσης προφασίζεται αυτή η πλειονότητα, όταν πλήττεται από μια κατάσταση, η οποία απαιτεί κάποια γνώση και, κυρίως, τη χρήση της κοινής λογικής. Απαντά και ως άγνοια νόμου, την οποία επικαλούνται οι περισσότεροι νεοέλληνες, όταν θέλουν να δικαιολογήσουν, ότι την πάτησαν σε κάτι. Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα και φανερώνουν ακριβώς αυτή την άρνηση στη σκέψη και την κοινή λογική αλλά και στο νόμο. Φυσικά, ο νεοέλληνας δεν θα παραδεχθεί, ότι φταίει αυτός και το ξερό (και συχνά άδειο) κεφάλι του, παρά θα αποδοθεί σε εκτόξευση ύβρεων προς το κράτος, που δεν τον προστατεύει και τον αφήνει έρμαιο του κάθε επιτήδειου.
Ωστόσο, ο ίδιος νεοέλληνας αποδεικνύεται, ότι διαθέτει μπόλικο μυαλό, όταν πρόκειται να εξαπατήσει τρίτους, κυρίως το κοιμώμενο Ελληνικό Δημόσιο. Συγκεκριμένα, δεν θα διστάσει να φοροδιαφύγει, επικαλούμενος χίλιες δύο δικαιολογίες, θα ανεύρει τις απίστευτες πατέντες, ώστε να νομιμοποιήσει το αυθαίρετό του, θα χτυπήσει πόρτες βουλευτικών γραφείων, για να σβήσει την κλήση της Τροχαίας και θα δώσει ρεσιτάλ ψεύδους, όταν καταλάβει δασική έκταση. Εκεί το επίπεδό του αυτόματα ανεβαίνει και η διάνοιά του εκτοξεύεται στα ύψη. Και εδώ θα επικαλεστεί τη δικαιολογία, ότι όλοι τα ίδια κάνουν.
Οι πολλοί δικαιολογούν αυτή την κατάσταση με το σκεπτικό, ότι δεν μπορούμε να έχουμε τέτοιες απαιτήσεις από το νεοέλληνα, ακριβώς επειδή δεν φταίει αυτός, που το επίπεδό του είναι χαμηλό. Πρόκειται για το οξύμωρο σχήμα, όπου από τη μια γίνεται επίκληση της αμορφωσιάς του νεοέλληνα, ώστε να δικαιολογήσουμε το χαΐρι του ή, μάλλον, την απουσία του, και από την άλλη κανένας δεν καταδικάζει την παραβατικότητα του νεοέλληνα στην καθημερινότητά του, ακριβώς επειδή του αποδίδει το ακαταλόγιστο, λόγω της αμορφωσιάς του. Φυσικά, αυτή η πρακτική έχει ως θύμα της μια ολόκληρη χώρα, όπου κανένας δεν καταδικάζει και δεν πατάσσει αυτή την κατάσταση, ακριβώς επειδή δεν αναγνωρίζουμε ευθύνες στον κατά περίσταση άσχετο νεοέλληνα. Και αυτή η ατιμωρησία συντελεί στη διαιώνιση μιας απεχθούς κατάστασης, όπου άλλοτε γίνεται επίκληση της άγνοιας, ώστε να καταστρατηγηθούν νόμοι και να ικανοποιηθούν τα μικροσυμφέροντα των νεοελλήνων, και άλλοτε γίνεται χρήση της κουτοπονηριάς για τους ίδιους ακριβώς σκοπούς.
Για τους παραπάνω λόγους έχω πάψει να προφασίζομαι την απουσία μόρφωσης και εν γένει παιδείας στους νεοέλληνες, ώστε να δικαιολογήσω την κακοδαιμονία της χώρας μας. Και φρίττω, όταν διαπιστώνω, ότι πρόσωπα με ιδιαίτερο μορφωτικό επίπεδο σπεύδουν να δικαιολογήσουν τον «κοσμάκη», που διαπράττει καθημερινά παραπτώματα, επειδή αυτός (ο «κοσμάκης») είναι ανενημέρωτος και αμόρφωτος και, εκ του λόγου αυτού, δήθεν, δεν φταίει.

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

Ακροβολιστές του νόμου και της λογικής

Δεν είναι η πρώτη φορά, που κάποια συγκεκριμένη κοινωνική ή επαγγελματική ομάδα στην Ελλάδα βάλλει κατά ενός μέτρου, προβάλλοντας το δικαίωμα της επιλογής της και χαρακτηρίζοντας το μέτρο αυτό ως απολυταρχικό, φασιστικό ή οπως αλλιώς κρίνει. Σε μια χώρα, όπου ακόμα και αρχηγοί πολιτικών κομμάτων δεν έχουν διστάσει να δηλώσουν ευθαρσώς, ότι ένας νόμος πρέπει να καταργηθεί (κ. Αλέκος Αλαβάνος) ή ένας πολυπροβεβλημένος ιεράρχης λέγει από άμβωνος "Έωμεν τους νόμους καθεύδειν" (Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος την εποχή της αναταραχής ένεκα της κατάργησης της αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες) και αποθεώνονται, θα ήταν αξιοπερίεργο να μην ακούγαμε αρνητικές τοποθετήσεις για την απαγόρευση του καπνίσματος στους κλειστούς χώρους.
Επειδή, όμως, θεωρώ, ότι οι καλλιτέχνες και λοιποί διανοούμενοι, ως πρόσωπα με ιδιαίτερη καλλιέργεια και δη μεγαλύτερη από αυτή, που διαθέτει η πλειονότητα των κατοίκων της χώρας μας, οφείλουν να στηλιτεύουν πρακτικές, όπου η επιλογή κάποιων ανθρώπων αποβαίνει σε βάρος της υγείας κάποιων συνανθρώπων τους, και όχι να μηχανεύονται τρόπους, για να την ανατρέψουν, αξίζει να σταθούμε στις απόψεις ορισμένων εξ αυτών, όπως αυτές διατυπώθηκαν στην πρόσφατη συνάντησή τους στο βιβλιοπωλείο "ΙΑΝΟΣ".
Έτσι, λοιπόν, ακούστηκε ο καθηγητής Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Γιάννης Πανούσης, να υποστηρίζει, ότι "οποτε στην Ιστορία εμφανίστηκε ο νομοθέτης να θέλει το καλό μας, ήταν αυταρχικό καθεστώς". Προφανώς στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, που έχουν εφαρμόσει πριν από εμάς την καθολική απαγόρευση του καπνίσματος στους κλειστούς χώρους, επικρατούν καταπιεστικά καθεστώτα, τα οποία δεν σέβονται τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών και δη το δίκαίωμά τους να επιλέξουν να καπνίσουν μπροστά μας, δίπλα μας ή γύρω από εμάς, ακριβώς επειδή είναι δικαίωμά τους.
Ακολούθησε η γνωστή συγγραφέας κα. Ζυράννα Ζατέλη, η οποία είπε, ότι «το τσιγάρο είναι απόλαυση. Επιτρέψτε μας να έχουμε κάποιες αδυναμίες διότι το να ζούμε σαν άρρωστοι για να πεθάνουμε υγιείς δεν βρίσκω να έχει κάποιο νόημα» και «είναι δυνατό να πάει κάποιος να ακούσει τον Μικρούτσικο, τον Κραουνάκη και να μην μπορεί να καπνίσει; Είναι γάμος χωρίς γαμπρό ή νύφη». Δεν αρνούμαι τις αδυναμίες κανενός ανθρώπου, άλλωστε οι αδυναμίες είναι σύμφυτες με την ανθρώπινη υπόσταση. Ωστόσο, η καλή συγγραφέας ουδόλως στέκεται στις συνέπειες αυτών των αδυναμιών της στους τρίτους, που θα έχουν την τιμή να βρεθούν στον ίδιο χώρο με αυτή, όταν θα ανάψει το τσιγάρο της. Αν δε για την ίδια είναι αρρώστια το να ζει κανείς χωρίς τσιγάρο, αυτό αποτελεί προσωπική της πεποίθηση, την οποία δεν αντιλαμβάνομαι, γιατί πρέπει να τη συμμεριστούς οι τρίτοι μη καπνιστές. Όσο για την σύνδεση μιας συναυλίας των κ.κ. Μικρούτσικου και Κραουνάκη με το τσιγάρο, εδώ αναζητείται η λογική.
Τη σκυτάλη πήρε ο συνθέτης και πρώην Υπουργός Πολιτισμού κ. Θάνος Μικρούτσικος, ο οποίος δήλωσε, ότι «δεν επιτρέπω σε κανέναν να με σώσει. Ούτε στην κυβέρνηση ούτε σε κανέναν. Να δοθεί η δυνατότητα της επιλογής, ώστε όλοι να έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε τα λάθη μας. Πρόκειται για μέτρο απολυταρχικό, μέτρο φασιστικό, ένα μέτρο που -τουλάχιστον στην Ελλάδα- πάρθηκε σε κάποια διαδρομή με κανό. Και επειδή γνωρίζω τον πρωθυπουργό μας και είναι τύπος της γυμναστικής, περιμένω το επόμενο νομοσχέδιο να κάνουμε υποχρεωτικά όλοι pilates". Πρόκειται για την κλασσική μικροαστική επιθετική λογική, ότι δεν θα μου επιβάλει το κράτος εμένα, τί να κάνω. Απαντά, μεταξύ άλλων, στους αυτοκινητιστές, που αρνούνται να φορέσουν ζώνη, στους δικυκλιστές, που δεν γουστάρουν να φορέσουν κράνος, και στους καπνιστές, που επιλέγουν να καπνίσουν όπου τους καπνίσει. Τα δε σχόλια για τον κ. πρωθυπουργό θυμίζουν πειραγμένο εραστή, ο οποίος δεν βρίσκει ανταπόκριση από την κοπέλα, που φλερτάρει, και της επιτίθεται με πλήθος απαράδεκτων χαρακτηρισμών, καταδεικνύοντας ένα όχι ακριβώς αξιοζήλευτο επίπεδο. Αναρωτιέμαι, αν ο κ. Μικρούτσικος θα προέβαινε σε τέτοιες δηλώσεις, στην περίπτωση που κατείχε ακόμα κάποιο κυβερνητικό θώκο.
Ο κ. Σταμάτης Κραουνάκης είχε αρκετή έμπνευση και δήλωσε, ότι «τόσο καπνό που πίνω μέσα μου άμα τον είχα ταξιδέψει, θα 'χα γυρίσει όλη τη Γη» και «καπνίζω, σφυρίζω, μουγκρίζω και βρίζω που ένα τσιγάρο που είχα το κόψαν και αυτό...». Ωραίες εμπνεύσεις για μια ποιητική βραδυά η για τον ύμνο των καπνιστών αλλά επί της ουσίας ουδέν από ένα συνθέτη με σπάνια κουλτούρα, η οποία εξαντλήθηκε στο ξεδίπλωμα του στιχουργικού του ταλέντου στη συνάντηση αυτή και δεν αναφέρθηκε στους παθητικούς καπνιστές.
Τη θύμηση του Αδόλφου Χίτλερ, που "που απαγόρευσε το κάπνισμα και κάπνιζε ανθρώπους μέσα στους φούρνους" έφερε στο νου του βουλευτού του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κ. Γρηγόρη Ψαριανού η καθολική απαγόρευση του καπνίσματος. Στη συνέχεια, ζήτησε την αποποινικοποίηση φυσικών ουσιών ("φούντες και μαύρα" κατά δήλωσή του) αλλά και στην άρνηση καταβολής διοδίων, όπου δεν υπάρχει αυτοκινητόδρομος. κατέληξε δε με το σύνθημα «Δεν θα μας τρελάνουν αυτοί. Θα τους τρελάνουμε εμείς». Από ένα πολιτικό, όμως, ο οποίος έχει εκφραστεί με ιδιαίτερη αντιπάθεια για τους ομοφυλοφίλους, που εργάζονται σε ενημερωτικά συγκροτήματα, αλλά και μπερδεύει εντελώς ανόμοια πράγματα, όπως το κάπνισμα με το Χίτλερ, δεν μπορώ να περιμένω κάτι περισσότερο, παρεκτός ότι θα συνεχίσει να γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του το νόμο περί απαγόρευσης του καπνίσματος.
Άφησα για το τέλος το συγγραφέα Ηρακλή Λογοθέτη, ο οποίος υποστήριξε, ότι "πρόκειται για μια επιχείρηση εξορθολογισμού των παθών. Γνωρίζουμε ότι σε όλα τα αυταρχικά προτάγματα επιβάλλονται καθολικοί νόμοι. Η ίδια η καθολίκευση είναι εκ φύσεως άδικη γιατί πλήττεται η ιδιαιτερότητα, η ανορθογραφία, το πάθος, η εξτρεμιστική απόλαυση. Πλήττει τους ακροβολιστές της ύπαρξης". Λάθος! Πλήττεται ο αυταρχισμός όσων δεν εννοούν να σεβαστούν την επιθυμία των μη καπνιστών να μην αναπνέουν τον καπνό από τα καπνιστικά σύνεργα των καπνιστών. Η ιδιαιτερότητα θα επλήττετο, αν ο καπνιστής στερούνταν κάποιων θεμελιωδών δικαιωμάτων του. Οι δε ακροβολιστές της ύπαρξης φαντάζουν ως υπέροχο λεκτικό εύρημα αλλά, όταν αγνοούν την ιδιαιτερότητα όσων δεν καπνίζουν, τείνουν περισσότερο σε ακροβολιστές του νόμου και της λογικής.
Μόνο θλίψη, λοιπόν, μου προκάλεσαν οι παραπάνω τοποθετήσεις ορισμένων ανθρώπων, οι οποίοι, προτάσσοντας την καλλιτεχνική τους ιδιότητα, προτιμούν να διδάσκουν την ανυπακοή στο νόμο, ώστε να απολαμβάνουν καλύτερα αυτό, που μόνο αυτοί θεωρούν ιδιαιτερότητά τους. Διότι η μόνο ιδιαιτερότητα, που δείχνουν να αναγνωρίζουν, είναι η ιδιότητά τους ως καπνιστές υπεράνω του νόμου.

Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

Το εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσών BBC

Προ μηνών είχα ασχοληθεί με την υπόθεση της πρώην δικαστικού κας. Μαργαριτη, η οποία είχε καταγγείλει τη λειτουργία οίκου ανοχής σε χώρο, όπου στεγάζονται δικαστήρια, ως, επίσης, τη διασπάθιση κονδυλίων, τα οποία προορίζονταν για την αποκατάσταση σεισμοπαθών. Επρόκειτο για μια ιστορία, η οποία έκανε το γύρο του Διαδικτύου και απέκτησε εκατοντάδες υποστηρικτές, οι οποίοι επαινούσαν το BBC, που προέβαλε την είδηση αυτή, και σχολίαζαν αρνητικά - για να το πούμε κομψά - τα ημεδαπά Μ.Μ.Ε., που "έθαψαν" την εν λόγω είδηση.
Πρόσφατα, το BBC είχε και πάλι την τιμητική του. Με αφορμή την επίσκεψη του κ. Πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη επ' ευκαιρία της έναρξης Δ.Ε.Θ., ο γνωστός μόνιμος ανταποκριτής του εν λόγω τηλεοπτικού σταθμού, κ. Μάλκολμ Μπράμπαντ, έκανε ένα ρεπορτάζ, όπου ο ιατρός ακτινολόγος κ. Πραπεβέζης - ή όπως αλλιώς λέγεται, μια και κυκλοφορούν αρκετές εκδοχές του ονόματός του - εμφανίζεται να εκτοξεύει ένα παπούτσι προς τον κ. Πρωθυπουργό, ενώ δίπλα του το τηλεοπτικό συνεργείο του BBC "τραβάει" τα τεκταινόμενα.
Κατ' αρχάς, δεν υπάρχει κάτι το αξιοκατάκριτο στο ρεπορτάζ αυτό. Όνειρο κάθε τηλεοπτικού δημοσιογράφου είναι να πετύχει κάποιο τρανταχτό περιστατικό έστω ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν τη γένεσή του, ώστε να το κινηματογραφήσει και προβάλει αργότερα. Και το BBC φημίζεται για τα ρεπορτάζ και την κατάρτιση των εργαζομένων του, ώστε να αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για Μ.Μ.Ε. ,οπως καλή ώρα τα δικά μας.
Από την άλλη πλευρά, όμως, η παρουσία ενός τηλεοπτικού σταθμού σε ένα χώρο, τη στιγμή που λαμβάνει χώρα κάποιο περιστατικό, όπως το ανωτέρω, σπάνια είναι συμπτωματική. Κατ' αρχάς, το εν λόγω κανάλι έχει μια μακρά προϊστορία σε ρεπορτάζ αμφιλεγόμενης ορθότητας, όπως αυτό με την παραπάνω πρώην δικαστικό, όπου εντελώς συμπτωματικά, η πορεία της κυρίας αυτής προς το Μέγαρο Μαξίμου, όπου κατευθυνόταν, για να διαμαρτυρηθεί στον τότε πρωθυπουργό, διεκόπη από άνδρες της ασφαλείας, εντελώς συμπτωματικά και πάλι. Ανάλογες συμπτώσεις και, μάλιστα, τόσες μαζεμένες στο ίδιο κανάλι θυμίζουν τα επίκαιρα, που προβάλλονταν σε ολοκληρωτικά καθεστώτα και παρουσίαζαν τους λεγόμενους θετικούς ήρωες των χωρών αυτών να επιτελούν φιλανθρωπικό έργο παρουσία τηλεοπτικών συνεργείων. Όσον αφορά την ιστορία της κας. Μαργαρίτη, αυτή απεδείχθη μάλλον αβάσιμη, αφού ουδείς εξ όσων ασχολήθηκαν με αυτή ανεύρε κάτι, ενώ το ρεπορτάζ για τον κ. Πραπεβέζη απεδείχθη στημένο.
Τα παραπάνω γεγονότα πιστοποιούν με το χειρότερο τρόπο, ότι σε μια εποχή, όπου τίποτα δεν μένει κρυφό, αρκετά τα παραδοσιακά Μ.Μ.Ε. συνεχίζουν να καταφεύγουν σε πρακτικές αύξησης της θεαματικότητάς τους, έστω και αν αυτές οδηγούν σε κάλπικα ρεπορτάζ και ψεύτικες ειδήσεις. Και αν στο παρελθόν η αδυναμία της πλειονότητας των ανθρώπων να αναζητήσουν την αλήθεια διευκόλυνε αυτή την τάση των μέσων αυτών, στις μέρες μας, όπου μια προσεκτική αναζήτηση στο Διαδίκτυο μπορεί να βγάλει "λαυράκια" στο φως της δημοσιότητας, μια "στημένη" είδηση αποτελεί μεγίστη προσβολή στη νοημοσύνη ενός αναγνώστη/τηλεθεατή και παντός αποδέκτη των ειδήσεων των παραδοσιακών Μ.Μ.Ε. Και αν, πάλι, η πρακτική αυτή μπορεί να έχει κάποια ελαφρυντικά σε ένα μέσο, το οποίο διαθέτει προσωπικό με ανύπαρκτη κατάρτιση, η υιοθέτηση τέτοιων πρακτικών από το BBC προβληματίζει για την πορεία όχι μόνο του εν λόγω ενημερωτικού συγκροτήματος αλλά και τη στάση των θεωρούμενων ως σοβαρών ενημερωτικών συγκροτημάτων απέναντι στο φαινόμενο των "φτιαχτών" ειδήσεων.
Έπειτα από αυτά, μάλλον δεν θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο, ότι η τακτική αυτή του BBC - όπου BBC μπορείτε να βάλετε και οποιοδήποτε άλλο θεωρούμενο σοβαρό ειδησεογραφικό δίκτυο - μάλλον δεν ξεκίνησε πρόσφατα αλλά είναι τόσο παλιά όσο και η παραδοσιακή δημοσιογραφία. Είναι κρίμα, όμως, ένα μετρημένο δίκτυο, που φημιζόταν για το επίπεδο των εργαζομένων και συνεργατών του, να πέφτει στο επίπεδο αυτό.
Υ.Γ. Δεν αντιλέγω, ότι ακόμα και έτσι το BBC είναι εμφανώς καλύτερο από τα δικά μας Μ.Μ.Ε. Αλλοίμονο, όμως, αν κλείνουμε τα μάτια μας σε τέτοια φαινόμενα παραπληροφόρησης, ειδικά όταν προέρχονται από δίκτυα, όπως το εν λόγω.

Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

Ανασχηματισμός - Ανέκδοτο

Ακούγοντας τα αποτελέσματα του σημερινού ανασχηματισμού, αυθόρμητα ήλθε στο νου μου εκείνο το ανέκδοτο με τους κρατουμένους σε μια φυλακή σε ένα ξερονήσι, οι οποίοι κυκλοφορούσαν ρακένδυτοι και ταλαιπωρημένοι, ώσπου τους μάντρωσαν στο προαύλιο του στρατοπέδου, για να τους μιλήσει ο διοικητής του στρατοπέδου. Μαζεύτηκαν, λοιπόν, οι δόλιοι κρατούμενοι και άκουσαν, μεταξύ άλλων, το δοικητή τους να λέει : "Σήμερα θα αλλάξετε ρούχα". Οι κρατούμενοι, μήνες τώρα με τις ίδιες τριμμένες, ξεσκισμένες και πενταβρώμικες στολές, πέταξαν από τη χαρά τους και άρχισαν να πανηγυρίζουν. Και άκουσαν έκπληκτοι το διοικητή να τους λέει : "Εσύ με το διπλανό σου, εσύ με το μπροστινό σου και εσύ με τον πισινό σου"!!!!

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

Σοφιστείες για την ακύρωση ενός χρήσιμου μέτρου

Δεν έχω πρόβλημα με κάποιον καπνιστή μόνο και μόνο επειδή καπνίζει. Οι περισσότεροι φίλοι μου καπνίζουν, κάποιοι εξ αυτών είναι μανιώδεις εραστές αυτής της βλαβερής συνήθειας εδώ και πολλά χρόνια. Γνωρίζουν πολύ καλά, ότι με το κάπνισμα επιβαρύνουν τον οργανισμό τους αλλά συνεχίζουν με δική τους ευθύνη. Ούτε τρέφω τη φιλοδοξία να διοργανώσω αντικαπνιστική εκστρατεία. Ο καθένας είναι υπαίτιος για τη διαχείριση της υγείας του και η άποψή μου μπορεί να εισακουστεί από κάποιους κοντινούς μου καπνιστές αλλά επ' ουδενί λόγω μπορεί να επιβληθεί. Και, φυσικά, ο καθένας δικαιούται να επιλέγει εκείνους τους τρόπους εκτόνωσης ή απόλαυσης, που γουστάρει.
Η κατάσταση αλλάζει, όταν ο καπνιστής εισέρχεται ένα κλειστό χώρο και αρχίζει να εκδηλώνει την παραπάνω τάση του. Εκεί, όσα μηχανήματα καθαρισμού της ατμόσφαιρας και αν υπάρχουν, όσο μεγάλος και αν είναι αυτό ο κλειστός χώρος, η υγεία μου επιβαρύνεται από το κάπνισμα των τρίτων και αυτοί οφείλουν να σβήσουν το τσιγάρο τους ή παν έτερο σχετικό εξάρτημα. Εκεί, πλέον, δεν μπορούμε να μιλάμε για δικαίωμα ή γούστο του καπνιστή, εφόσον αυτός συνυπάρχει στον ίδιο κλειστό χώρο με πρόσωπα, τα οποία δεν καπνίζουν και ενοχλούνται με τον καπνό. Στην περίπτωση αυτή, ο καπνιστής όχι μόνο παραβιάζει το νόμο αλλά, επίσης, προβαίνει και σε καταστρατήγηση του δικαιώματός μου να απολαμβάνω την ημέρα μου ή να εκτελώ την εργασία μου χωρίς να υπομένω τον καπνό του, ο οποίος απλά με βλάπτει και αποδεδειγμένα.
Εσχάτως υποστηρίζεται από καπνιστές, ότι είναι περίεργο το κράτος να νοιάζεται ξαφνικά για την υγεία μας και να επιβάλει κυρώσεις για τους καπνιστές. Πρόκειται για μια λογική ατομιστική και ωφελιμιστική, με σκοπό να ακυρωθεί ένα σημαντικό μέτρο και προέρχεται από ανθρώπους, οι οποίοι, προκειμένου να υπερασπιστούν το δικαίωμά τους να καπνίζουν όπου λάχει, βάλλουν κατά του μέτρου αυτού με αυτή την ανόητη δικαιολογία. Διότι, κακά τα ψέμματα, το κάπνισμα ευθύνεται για μια σειρά από ασθένειες, οι οποίες είναι άκρως σοβαρές και χρήζουν αντιμετώπισης από κάποιους φορείς, που επιλαμβάνονται θεμάτα υγείας. Και οι φορείς αυτοί επιβάλλουν την καταβολή κάποιων ποσών, τα οποία προέρχονται από ασφαλιστικά ταμεία με τη σχετική επιβάρυνσή τους. Είναι ορθή, λοιπόν, η απαγόρευση αυτό στο μέτρο ,που προστατεύει το κοινωνικό συμφέρον, όπως αυτό εξειδικεύεται στην ανάγκη να περιοριστούν οι βλαβερές συνήθειες κάποιων συμπολιτών μας αλλά και στο ζήτημα της λιγότερης επιβάρυνσης των ασφαλιστικών ταμείων μας.
Σε κάθε περίπτωση, το παθητικό κάπνισμα, που υφίσταται ο μη καπνιστής εξαιτίας την συνήθειας του καπνιστή να καπνίζει σε κλειστούς χώρους, συνιστά λόγο επιβάρυνσης της υγείας και επιτάσσει τη θέσπιση μέτρων για την απαγόρευσή του. Και εφόσον υπάρχουν ιατρικές μελέτες, που αποδεικνύουν τα παραπάνω, προτιμώ να δώσω βάση σε αυτές παρά στην όποια επιχειρηματολογία των οπαδών του καπνίσματος σε όλους τους χώρους, οι οποίοι δικαιούνται να γεμίζουν με πίσσα τα δικά τους πνευμόνια αλλά υποχρεούνται και να σέβονται τα δικαιώματα των τρίτων μη καπνιστών.
Μα έτσι γεννάται ρατσισμός σε βάρος των καπνιστών, υποστηρίζεται από τη συνωμοταξία των φίλων της νικοτίνης. Συγγνώμη αλλά όσοι υποστηρίζουν την άποψη αυτή αποδεικνύουν, ότι δεν γνωρίζουν τίποτα περί της έννοιας του ρατσισμού πολλώ δε μάλλον δεν έχουν βιώσει πραγματικό ρατσισμό, ωστε να την υποστηρίζουν. Ο υφιστάμενος το ρατσισμό βιώνει ένα αποκλεισμό από συγκεκριμένους χώρους και συγκεκριμένες επαγγελματικές θέσεις, ενώ δεν έχει μια σειρά δικαιωμάτων αυτονόητων σε κάποια άλλα πρόσωπα. Ο καπνιστής καμμία τέτοια στέρηση δεν υφίσταται, αφού μπορεί ευχερώς να εισέλθει και παραμείνει σε ένα χώρο, όπου απαγορεύεται το κάπνισμα με την προϋπόθεση, ότι δεν θα καπνίσει. Αυτό συνιστά σεβασμό στο νόμο και τα δικαιώματα των άλλων και δεν περιορίζει κάποιο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου, άλλωστε, προϋποθέτει την τήρηση κάποιων ορίων, εντός των οποίων ασκείται. Και η εξάσκηση του δικαιώματος να καπνίζει κανείς έχει ως όριο το σεβασμό στην επιθυμία των τρίτων να μην αναπνέουν τον καπνό από τα σύνεργα του καπνιστή. Για ποιο ρατσισμό, επομένως, μιλάμε;
Δεν περιμένω από τους αρειμανίους καπνιστές της ημεδαπής να αλλάξουν γνώμη και να σεβαστούν το συνάνθρωπό τους, ο οποίος δεν καπνίζει ούτε είναι υποχρεωμένος να ανεχθεί τις συνέπειες αυτής της κακής συνήθειάς τους. Αυτό θα ήταν αυτονόητο σε μια χώρα, όπου ο πολίτης γεννιέται και πεθαίνει έχοντας διδαχθεί από μικρό παιδί, ότι η τήρηση του νόμου αποτελεί πάγια επιταγή της κοινωνίας, στην οποία ζει, και δεν πρέπει να παρεκλίνει από αυτή ούτε μια στιγμή. Έχω, όμως, στη χώρα μας, όπου ο νόμος παραμένει κενό γράμμα μπροστά στην έλλειψη παιδείας των πολλών, την αξίωση από το κράτος να φροντίσει, ώστε το μέτρο να τηρηθεί στο έπακρο.

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Ένας αμφιλεγόμενος μεταστάς

Ο θάνατος του πρώην Μητροπολίτη Φλωρίνης Αυγουστίνου (Καντιώτη) έδωσε αφορμή για πλήθος σχολίων. Τα περισσότερα από αυτά εστίασαν, όπως είναι φυσικό μετά από ένα θάνατο, στα θετικά του εν λόγω ιερέα, ο οποίος στήριξε με όλες του τις δυνάμεις την υπόθεση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή αλλά και απέφυγε να αναμιχθεί στα σκάνδαλα, που ταλάνισαν την Εκκλησία της Ελλάδος τα τελευταία χρόνια. Χάραξε μια μοναχική πορεία, η οποία εκτιμήθηκε από πολύ κόσμο, που εκτίμησε την εντιμότητά του αλλά και την υποστήριξή του προς τους φτωχούς και κατατρεγμένους της κοινωνίας. Δεν λείπει, βέβαια, και η άποψη, ότι ιεράρχες, όπως ο ανωτέρω, χρειάζονται σήμερα στη χώρα μας, για να τονώνουν το κουράγιο του λαού και να στηρίζουν την Ορθοδοξία.
Για την εντιμότητα του πρώην Φλωρίνης έχουν γραφτεί δεκάδες κείμενα. Η αλήθεια είναι, ότι ουδέποτε ακούστηκε το όνομά του σε υποθέσεις διασπάθισης ιερών κονδυλίων, ουδέποτε επεδίωξε ανώτατα αξιώματα και ποτέ δεν κατηγορήθηκε για συμμετοχή στα γνωστά παιχνίδια εξουσίας, που συνηθίζονται στην Εκκλησία της Ελλάδος. Απεναντίας, ελάχιστοι μπορούν να αρνηθούν την εκ μέρους του οργάνωση συσσιτίων κατά την περίοδο της Κατοχής αλλά και το ιδιαίτερο φιλανθρωπικό έργο της Μητροπόλεώς του. Κυρίως, όμως, στέκονται στην κριτική, που εξαπέλυε κατά προσώπων με ισχύ, χωρίς να υπολογίζει τις πιθανές συνέπειες.
Ωστόσο, πίσω από τον αδέκαστο υποστηρικτή της Ορθοδοξίας, των ταπεινών και καταφρονεμένων κρυβόταν ένας άνθρωπος με όχι ιδιαίτερα τιμητικό παρελθόν και κάθε άλλο παρά προοδευτικές ιδέες. Υπήρξε στρατιωτικός ιερέας σε μια εποχή φορτισμένη πολιτικά, ενώ εξελέγη Μητροπολίτης Φλωρίνης από τη γνωστή αριστίνδην Σύνοδο του 1967, όταν η χούντα θέλησε με τρόπο πραξικοπηματικό να παρέμβει στα εσωτερικά της Εκκλησίας της Ελλάδος. Οι επιθέσεις του αλλά και ο αφορισμός του σκηνοθέτη Θεόδωρου Αγγελόπουλου, όταν ο τελευταίος γύριζε την ταινία "Το μετέωρο βήμα του πελαργού", καθώς και των ηθοποιών της ταινίας άφησαν εποχή και κατέδειξαν ένα σκληρό και οπισθοδρομικό πρόσωπο του εν λόγω ιεράρχη. Ίδια στάση τήρησε και για τις καρναβαλικές εκδηλώσεις του Αμύνταιου και του Ξινού Νερού. Όσο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, διορίστηκε Μητροπολίτης Φλωρίνης επί χούντας και ουδέποτε έβαλε κατ' αυτής, ενώ διακρίθηκε για τις απαράδεκτες επιθέσεις του κατά δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων και πολιτικών αρχόντων όχι για πολιτικά και πολιτειακά ζητήματα αλλά για θρησκευτικά και προσωπικά. Και, βέβαια, φρόντισε, ώστε να ξηλώσει από τη μητρόπολή του οτιδήποτε θύμιζε το σλαβικό στοιχείο.
Στην πραγματικότητα, ο μεταστάς, πλέον, πρώην μητροπολίτης υπήρξε επιζήμιος στην περιοχή του. Τα θετικά, που του πιστώνονται, είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, πράγματα αυτονόητα για ένα ιεράρχη και, σε κάθε περίπτωση, δεν αρκούν για να τον διακρίνουν θετικά. Ο σκοταδιστικός του ρόλος στην περιοχή έγινε η αιτία να χωριστεί ο πληθυσμός της μητρόπολης σε πιστούς και μη, διάκριση εντελώς ανόητη σε μια εθνικά ευαίσθητη περιοχή, όπου έπρεπε να επικρατεί σύμπνοια και, σε κάθε περίπτωση, δεν υπήρχε λόγος διχασμού. Τα συσσίτια, που φημολογείται, ότι διοργάνωνε επί Κατοχής, ναι μεν αποτελούν σημαντικό έργο αλλά αντισταθμίζονται από τη θητεία του ως στρατιωτικού ιερέα, όταν και κατηγορήθηκε, ότι μαρτυρούσε στις στρατιωτικές αρχές όσα μάθαινε από κρατουμένους αντάρτες κατά την εξομολόγηση. Όσο για τη διαβόητη αντίστασή του κατά των αρχών, εκκλησιαστικών και πολιτικών, αυτή κυμάνθηκε σε επίπεδο ενδοεκκλησιαστικών διαφορών, χωρίς ποτέ να μεμφθεί τον Ιερώνυμο (Κοτσώνη) για τον τρόπο, με τον οποίο εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος - άλλωστε και ο μεταστάς είχε τοποθετηθεί στη Μητρόπολη Φλωρίνης από την αριστίνδην Συνοδο - ενώ απείχε επιδεικτικά από πάσα κριτική προς τις εκάστοτε κυβερνήσεις αναφορικά με την οικονομική πολιτική τους, περιοριζόμενος σε αυστηρά προσωπικά ζητήματα, που άγγιζαν τα όρια της αδιακρισίας. Και, φυσικά, η αλλεργία του προς τον πολιτισμό και την πολιτιστική ιδιαιτερότητα της μητρόπολής του έγινε η αιτία διωγμών και ταλαιπωριών αρκετών ανθρώπων στην περιοχή του, επειδή έτυχε να σκέφτονται διαφορετικά από αυτόν, ακόμα και να έχουν άλλη μητρική γλώσσα από αυτόν.
Είναι λογικό ο θάνατος ενός ανθρώπου να δίνει την αφορμή, λόγω σεβασμού προς την απώλειά του, να προβληθούν αποκλειστικά τα θετικά του. Δεν μπορεί, όμως, να αποτελεί λόγο διαστρέβλωσης της σκληρής και σκοταδιστικής πραγματικότητας, που χαρακτήριζε μια ολόκληρη μητρόπολη την εποχή της παντοδυναμίας του θανόντος.

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Βιβλία : "ΤΟ ΝΟΡΒΗΓΙΚΟ ΔΑΣΟΣ" του Χαρούκι Μουρακάμι

Για τον Ιάπωνα συγγραφέα Χαρούκι Μουρακάμι δεν χρειάζονται πολλές συστάσεις. Αποτελεί ένα από τους πιο πολυδιαβασμένους Ιάπωνες συγγραφείς και τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές ξένες γλώσσες, προκαλώντας το ενδιαφέρον αρκετών βιβλιόφιλων. Στη χώρα μας έχουν μεταφραστεί μόνο δύο βιβλία του, το "ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΥΛΙ" και το "ΝΟΡΒΗΓΙΚΟ ΔΑΣΟΣ" και αμφότερα σημείωσαν εκδοτική επιτυχία.
Στο "ΝΟΡΒΗΓΙΚΟ ΔΑΣΟΣ"(Εκδόσεις "ΩΚΕΑΝΙΔΑ") η ιστορία ξεκινάει στα τέλη της δεκαετίας του '80 σε ένα αεροπλάνο, όπου ο επιβάτης Τόρου Βατανάμπε ακούει το τραγούδι των Μπητλς "Norvegian Wood"(από εκεί και ο τίτλος του βιβλίου), το οποίο ξυπνάει μέσα του μια σειρά αναμνήσεων από τα χρόνια, που ήταν φοιτητής στο Τόκιο. Κεντρικά πρόσωπα των αναμνήσεών του αυτών είναι η Ναόκο, της οποίας το τραγούδι αυτό ήταν το αγαπημένο, και η Μιντόρι, μια αυθόρμητη και γεμάτη ζωντάνια κοπέλα, η οποία τον είχε προσεγγίσει, ωθώντας τον να διαλέξει ανάμεσα σε αυτή και το παρελθόν του. Οι αναμνήσεις ξεχύνονται και τον φέρνουν πίσω στο παρελθόν, όταν έπρεπε να κατανοήσει τα πρόσωπα, τα οποία συναναστρεφόταν, να συμφιλιωθεί με το χαμό κάποιων από αυτά και να βρει το σθένος να συνεχίσει τη ζωή του.
Ο Τόρου Βατανάμπε είναι ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Μέτριος μαθητής με μέτριες φιλοδοξίες και μέτριες κοινωνικές επαφές, απέχει από τις εξελίξεις της ιαπωνικής κοινωνίας και, ειδικότερα, από τα κοινά του πανεπιστημίου του, προτιμώντας να εργάζεται και να αφιερώνει τον ελεύθερο χρόνο του στο διάβασμα - ίσως το μόνο σημείο, όπου ξεφεύγει από το μέσο όρο. Μοναχικός και πιστός στις αρχές του, δεν ατενίζει τη ζωή με ιδιαίτερο κουράγιο αλλά δεν επιλέγει και να αποχωρήσει από αυτή, όπως χαρακτηριστικά πράττουν αρκετά πρόσωπα στο βιβλίο, ευθεία αναφορά στο πρόβλημα αυτοκτονιών αλλά και ψυχολογικών προβλημάτων, που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος στην Ιαπωνία. Από τη ζωή του περνούν πρόσωπα, που επιλέγουν είτε τον ένα είτε τον άλλο δρόμο και αυτός προσπαθεί να τους κατανοήσει.
Κυρίως, όμως, ο Τόρου Βατανάμπε μοιάζει μοιρασμένος ανάμεσα σε δύο γυναίκες, που στοιχειώνουν τα φοιτητικά του χρόνια. Η Ναόκο είναι η εύθραυστη οπτικά αλλά και ψυχολογικά κοπέλα, η οποία αδυνατεί να βαδίσει στους ρυθμούς της σύγχρονης ιαπωνικής κοινωνίας, και η Μιντόρι, η οποία έχει αποδεχθεί τους κανόνες του παιχνιδιού και παίζει σε αυτό χωρίς άγχος. Η προσέγγιση είτε της μιας είτε της άλλης κοπέλας θα σηματοδοτήσει το μέλλον του πρωταγωνιστή.
Υπάρχουν στιγμές, που το βιβλίο ξεχειλίζει από τρυφερότητα. Η ανάγκη των ηρώων του για ανθρωπιά και κατανόηση είναι ολοφάνερη, το ίδιο και η μοναξιά, χαρακτηριστικό των ανθρώπων των ανεπτυγμένων κοινωνιών. Σε όλα τα παραπάνω βοηθάει τα μάλα και η γλώσσα του βιβλίου, η οποία ρέει υπέροχα. Υπάρχουν στιγμές, που οι περιγραφές του συγγραφέα απογειώνουν τον αναγνώστη κυριολεκτικά. Οι δε ήρωες είναι χαρακτηριστικά πρόσωπα όχι μόνο της ιαπωνικής κοινωνίας προ 40ετίας αλλά και κάθε άλλης σύγχρονης δυτικής κοινωνίας, όπου οι μοναχικοί και αδύναμοι συνυπάρχουν με τους δυναμικούς και αμοραλιστές και ο καθένας, στο τέλος, χαράσσει το δικό του δρόμο.
Τρυφερό και θαυμάσιο, ίσως λίγο υπερτιμημένο αλλά συναρπαστικό και γεμάτο αγάπη για τους μοναχικούς ήρωες, που δυσκολεύονται στη σύγχρονη κοινωνία, το βιβλίο αυτό βυθίζει τον αναγνώστη στα προβλήματα της καθημερινότητας των ηρώων του, αναδεικνύοντας, όμως, την αγάπη ως την κινητήριο δύναμή τους και το μέσο, για να συνεχίσουν το δρόμο τους.

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Μύρισε Φθινόπωρο

Το τέλος του καλοκαιριού σκορπίζει μια θλίψη σε πολύ κόσμο. Σημαίνει το τέλος της θερινής ραστώνης. Παύουν, πλέον, οι δικαιολογίες, ότι είναι καλοκαίρι και μπορούμε να αφήσουμε στις άκρη τις όποιες υποχρεώσεις μας. Τα κεφάλια μπαίνουν μέσα και ο νους πασχίζει να συγκεντρωθεί στα καθημερινά και τρέχοντα. Τα χαμόγελα του καλοκαιριού σβήνουν και τη θέση τους παίρνουν τα αγχωμένα βλέμματα και τα προβληματισμένα μυαλά.
Οι παραλίες αδειάζουν σιγά σιγά από κόσμο. Τα θερινά καταστήματα κατεβάζουν ρολά. Οι τουριστικοί προορισμοί ερημώνουν. Μπορεί οι θερμοκρασίες να παραμένουν αρκετά υψηλές αλλά κανένας δεν κάνει τόσο κέφι να κολυμπήσει, όταν οι εκκρεμότητες αρχίζουν πάλι να χορεύουν μπροστά στα μάτια του και να σαρώνουν την ανεμελιά του θέρους. Μια μελαγχολία πλανάται πάνω από τις, μέχρι πρότινος, γεμάτες παραλίες.
Μύρισε Φθινόπωρο.