Δημοφιλείς αναρτήσεις

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Η νόσος της οπισθοδρομικότητας


            Υπήρχε μια εποχή, τη δεκαετία του ’80, που η ελληνική κοινωνία φάνηκε, ότι θα ξεκολλούσε από την οπισθοδρομικότητα παλαιοτέρων εποχών και θα κοιτούσε μπροστά στο μέλλον. Ήταν η εποχή, που για πρώτη φορά κυβερνούσε την Ελλάδα ένα μη δεξιό (τουλάχιστον τότε) κόμμα και όλα έδειχναν, ότι προετίθετο να φέρει ένα καινούργιο αέρα στα ήθη και έθιμα της χώρας. Η θέσπιση του πολιτικού γάμου, το συναικετικό διαζύγιο, η κατάργηση της προίκας και οι λοιπές τομές στο οικογενειακό μας δίκαιο, η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και ορισμένα άλλα μέτρα χαιρετίστηκαν ως ενδείξεις, ότι κάτι θα άλλαζε στην ελληνική κοινωνία.

            Την ίδια εποχή, η απόρριψη ορισμένων παραδόσεων άρχισε να παίρνει μορφή χιονοστιβάδας. Η παρθενιά και η προίκα της γυναίκας έπαψαν να αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση, για να την παντρευτεί ο υποψήφιος γαμπρός. Αυξήθηκε το ποσοστό των γυναικών που τελείωναν το σχολείο, σπούδαζαν στο πανεπιστήμιο και μπορούσαν, πλέον, να κάνουν επαγγελματική καρριέρα μακρυά από τα στενά όρια της κουζίνας και του νοικοκυριού. Η Αριστερά απενοχοποιήθηκε και εκδόθηκαν νέες μελέτες για τα γεγονότα του Μεσοπολέμου και της περιόδου ανάμεσα στην έναρξη του Β’ Π.Π. και την πτώση της χούντας.

            Μέχρι που ήλθε η σφαλιάρα με το βιβλίο Ιστορίας του Σταυριανού και η αποκρουστική εικόνα της παλιάς Ελλάδος εμφανίστηκε ξανά ισχυρή. Μια ολόκληρη κοινωνία παρακολούθησε απαθής ένα διαπρεπή επιστήμονα να διασύρεται από μια δράκα σκοταδιστών ρασοφόρων και μια κυβέρνηση να αγαλλιάζει στη θέα των υποψηφίων ψηφοφόρων με τους σταυρούς και το μένος για τη Θεωρία της Εξέλιξης και να προσφέρει θυσία στο χριστεπώνυμο πλήθος τον παραπάνω επιστήμονα και το βιβλίο του. Αργότερα, η ίδια κυβέρνηση προτίμησε να «πουλήσει» στεγνά εκείνο τον υπουργό, ο οποίος επεχείρησε να βάλει χέρι στην εκκλησιαστικά περιουσία, παρά να επιχειρήσει την απαραίτητη ρήξη με ένα οπισθοδρομικό οργανισμό. Η δε πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών συνέχισε τη ζωή της αδιαφορώντας για την ισχύ της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η ίδια πλειοψηφία απέφυγε επιμελώς να ορθώσει το ανάστημά της, όσες φορές η Εκκλησία έκρινε σκόπιμο να επιβάλει τις απόψεις της επί παντός επιστητού. Έτσι, όταν ο «μακαριστός» Χριστόδουλος διοργάνωνε τις αλήστου μνήμης λαοσυνάξεις, απαιτώντας με ύβρεις την επαναφορά της εγγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, οι περισσότεροι Έλληνες πολίτες είτε ψήφισαν στις εκκλησίες το αίτημα για τη διενέργεια δημοψηφίσματος είτε επικαλούνταν το αμίμητο «έχουμε πιο σοβαρά προβλήματα από τις ταυτότητες και η θρησκεία αποτελεί μια από τις παραδόσεις μας». Η ίδια άκρα του τάφου σιωπή (εξαιρούνται οι συνήθεις ύποπτοι) επεκράτησε, όταν ιεράρχες αντιτάχθηκαν στην ανέγερση αποτεφρωτηρίου, στο σύμφωνο συμβίωσης κ.λπ. ή επαίνεσαν τη Χ.Α. ή παραστάθηκαν σε κηδείες χουντικών και τους επιδαψίλευσαν τιμές.

            Φυσικά, ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στις πολιτικές προτιμήσεις αυτής της πλειοψηφίας του λαού μας. Η Βουλή γέμισε ευλαβείς και αλλεργικούς στην πρόοδο βουλευτές, που με πρώτη ευκαιρία προσεταιρίζονται ιερείς και εκκλησιαστικούς παράγοντες, ενώ ανατριχιάζουν στο άκουσμα των λέξεων «ομοφυλοφιλία», «αλλοδαποί», «Μακεδόνες το έθνος» και άλλες, που προκαλούν αρνητικές αντιδράσεις και ξυπνούν πάθη και προκαταλήψεις δεκαετιών. Ποτέ οι εν λόγω βουλευτές δεν θα φέρουν προς ψήφιση στη Βουλή κάποιο νομοσχέδιο, το οποίο θα αναγνωρίζει μειονότητες και θα αποδίδει δικαιώματα σε περιθωριοποιημένους ανθρώπους. Ποτέ δεν θα δείτε τους εν λόγω βουλευτές σε στέκια ομοφυλοφίλων να αξιώνουν ισότητα και ισοπολιτεία για όλους. Οι βουλευτές αυτοί θα αναζητήσουν με πάθος κάθε διαδικτυακή αρλούμπα, που κάνει λόγο για σχέδια εξόντωσης του έθνους ή ξεπούλημα του εθνικού μας πλούτου για ένα ξεροκόμματο, αλλά όλως τυχαίως θα τους διαφύγει η είδηση για την τρανς μαθήτρια νυχτερινού σχολείου των Αθηνών, που βίωσε σειρά διακρίσεων από καθηγητές και συμμαθητές της. Οι ίδιοι βουλευτές και πολιτικοί θα υποστηρίξουν με πάθος τα προνόμια των υπαλλήλων της Βουλής αλλά, αν ακούσουν κάποιον να κάνει λόγο για κατάργηση των μαθητικών παρελάσεων ή περιορισμό της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών σε όσους μαθητές ακολουθούν κλασσικές σπουδές, θα του επιτεθούν με τους χειρότερους χαρακτηρισμούς, κλαψουρίζοντας ότι με τέτοιες απόψεις χάνονται οι παραδόσεις μας και η ελληνικότητά μας και αναρωτώμενοι για τα κίνητρα των εκφραστών τέτοιων ιδεών. Επίσης, με τις πρώτες απειλές από την Εκκλησία της Ελλάδος, σε περίπτωση που τεθεί θέμα επέκτασης του συμφώνου συμβιώσεως και στα ομόφυλα ζευγάρια, θα λουφάξουν σαν τρομαγμένοι λαγοί και θα θυμηθούν ξαφνικά, ότι οι ομοφυλόφιλοι αποτελούν μειοψηφία, που δεν μπορεί να επιβάλει τα δικά της στην πλειοψηφία, ή ότι υπάρχουν και σοβαρότερα θέματα, που πρέπει να λυθούν. Σε κάθε περίπτωση, θα επικαλεστούν ό,τι είναι δυνατό, για να μη χάσουν ούτε μια πολυπόθητη ψήφο. Ακόμα και όσα κόμματα εμφανίζονται ως ριζοσπαστικά και προοδευτικά στο ξεκίνημά τους, από τη στιγμή που θα μπουν στη Βουλή και θα δουν τα ποσοστά τους να παίρνουν την ανιούσα, κολλάνε την ασθένεια της οπισθοδρομικότητας και ξεχνούν τις περισσότερες δεσμεύσεις τους. Κάπως έτσι, λοιπόν, παραμένουν σε ισχύ διατάξεις-όνειδος για κάθε πολιτισμένη χώρα και κρίσιμα θέματα, όπως ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας, έχουν παραπεμφθεί στις καλένδες.

            Αυτοί οι βουλευτές και πολιτικοί δεν είναι ουρανοκατέβατοι αλλά έχουν εκλεγεί και υποστηριχθεί από ένα οπισθοδρομικό στην πλειοψηφία του λαό, ο οποίος προτιμά χίλιες φορές ένα πολιτικάντη, που χαϊδεύει αυτιά, υπόσχεται λαγούς με πετραχήλια, σκυλοβρίζει τους κακούς ξένους και τους σκοτεινούς εχθρούς, που τάχαμου απεργάζονται το κακό μας, και ωρύεται για τον κίνδυνο να χαθούν οι προαιώνιες παραδόσεις μας, παρά ένα λογικό άνθρωπο που θα τους πει, τι κούφια λόγια είναι αυτές οι παροχολογίες και συνωμοσιολογίες και πόσο κάλπικες και βλαβερές είναι ορισμένες παραδόσεις μας. Είναι ο ίδιος λαός, που πιστεύει, ότι προόδευσε, επειδή έπαψε να φτύνει στο δρόμο, ακολουθούσε, μέχρι πρότινος, την τελευταία λέξη της μόδας στο ντύσιμο, μιλάει μια ξένη γλώσσα (με προφορά γκρηκ-καμάκι της δεκαετίας του ‘60), πήγε στο πανεπιστήμιο (αλλά δεν έμαθε να χρησιμοποιεί το μυαλό του), έχει δικό του αυτοκίνητο (ή, τουλάχιστον, είχε μέχρι πρόσφατα) και κινητό τελευταίας τεχνολογίας και έως πριν λίγα χρόνια πήγαινε σε χαϊλάτα μέρη για διακοπές. Στην πραγματικότητα, παραμένει ένας βαθύτατα εχθρικός με την πρόοδο άνθρωπος, ο οποίος φωτογράφιζε ομοφυλοφίλους στη Μύκονο, για να σπάει πλάκα με τους φίλους του, κολάκευε σκοταδιστές πολιτικούς, μήπως και τον βολέψουν στο Δημόσιο ή να κάνει τη δουλίτσα του π.χ. νομιμοποιήσει το αυθαίρετό του, μοστράριζε το πτυχίο του και υποδυόταν το μορφωμένο αλλά δεν είχε παρακολουθήσει μια κινηματογραφική ταινία της προκοπής ούτε είχε ανοίξει ένα βιβλίο στη ζωή του, θεωρούσε την Ελλάδα ως τον ομφαλό της γης και είχε αναγάγει σε επιστήμη την παραγωγή στερεοτύπων για όλους τους λαούς της γης (ενδεικτικά «αδελφές αγγλάρες» ή «ναζί γερμαναράδες»), έβριζε και καταριόταν τους παπάδες αλλά σε γάμους, γιορτές και βαφτίσεις δεν είχε κανένα πρόβλημα να ασπαστεί τη δεξιά τους, και δήλωνε υποστηρικτής των αδυνάτων της γης και έβριζε τους Δυτικούς ως αποικιοκράτες αλλά δεν τον χαλούσαν οι διακρίσεις σε βάρος των μουσουλμάνων συμπολιτών μας ούτε είχε πρόβλημα να εκμεταλλευτεί τον αλλοδαπό, που τσάπιζε το χωράφι του ή φρόντιζε την υπέργηρη μητέρα του. Αυτός ο ελληναράς θεωρεί, ότι, επειδή αποτελεί την πλειοψηφία στη χώρα μας, νομιμοποιείται να επιβάλλει τις απόψεις του και πιστεύει, πως όσοι διαφοροποιούνται από το κυρίαρχο ιδεολογικό/πολιτιστικό/κοινωνικό ρεύμα, το κάνουν μόνο και μόνο για φιγούρα και προσωπική ανάδειξη. Αξίζει, επίσης, να θυμηθούμε το καλοκαίρι των αγανακτισμένων, προ διετίας, όταν κυριάρχησαν οι φωνές περί αλλαγής του πολιτικού σκηνικού της χώρας (πολύ σωστά) αλλά έλλειψαν οι φωνές, που μίλησαν για τα δικαιώματα των αλλοδπών και των εθνικών μειονοτήτων στη χώρα μας, την ανάγκη σεβασμού των ατομικών ελευθεριών όλων ανεξαιρέτως των κατοίκων της χώρας μας, την προστασία του περιβάλλοντος ή το χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας. Ναι μεν ζητήθηκαν αλλαγές στα πολιτικά πρόσωπα, που νέμονται την εξουσία, αλλά όχι στη νοοτροπία μιας ολόκληρης κοινωνίας παρέμεινε στο απυρόβλητο. Το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών το επιβεβαιώνει με το χειρότερο τρόπο. Όταν ο «μακαριστός» ωρυόταν «όπισθεν ολοταχώς», ήξερε πολύ καλά, ότι οι περισσότεροι Έλληνες θα του έδιναν δίκιο. Η απουσία σθεναρών αντιδράσεων τον δικαίωσε.

            Δυστυχώς, η νόσος της οπισθοδρομικότητας παραμένει η πιο διαδεδομένη στη χώρα μας. Το κακό είναι, ότι κανένα, απολύτως, εκ των κομμάτων της Βουλής δεν θεωρεί προτεραιότητά του να την επισημάνει, πέρα από μερικές αποσπασματικές προτάσεις και νομοσχέδια, και να αξιώσει τη σωστή αντιμετώπισή της. Ακόμα χειρότερα, το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας δεν ενοχλείται από αυτή τη νόσο. Πολλοί, μάλιστα, δείχνουν να την απολαμβάνουν και να τη θεωρούν προτέρημα.

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Το φιλόξενο λιμάνι της Ν.Δ.


Όταν ο Κωνσταντινος Καραμανλής δήλωνε την πρόθεσή του να συμφιλιωθεί η παράταξη, της οποίας τότε ηγούνταν, με την Αριστερά στην Ελλάδα και να διαρρήξει τους δεσμούς του με το αμαρτωλό παρελθόν της Δεξιάς, πολύς κόσμος σίγουρα θα απογοητεύτηκε, όταν κατά την ορκομωσία της πρώτης κυβερνήσεως Καραμανλή είδαν ανάμεσα στα μέλη της τον πάλαι ποτέ εκλεκτό του παλατιού αλλά και της χούντας, Δημήτριο Μπίτσιο, αλλά και το Σόλωνα Γκίκα.

Για τους νεότερους, ο πρώτος, υφυπουργός Εξωτερικών στην πρώτη κυβέρνηση Καραμανλή αλλά και διευθυντής του πολιτικού γραφείου του βασιλιά και αντιπρόσωπος της Ελλάδος, αρχικά επί προδικτατορικών κυβερνήσεων και μεταγενέστερα επί χούντας, στον Ο.Η.Ε. είχε δηλώσει στα τέλη του '60 ανερυθρίαστα, ότι «ουδείς πολιτικός κρατούμενος υπάρχει εν Ελλάδι», σε μια εποχή που στο Συμβούλιο της Ευρώπης είχαν ήδη φτάσει οι πρώτες καταγγελίες για την ύπαρξη πολιτικών κρατουμένων στη χώρα μας, οι οποίες οδήγησαν αργότερα την Ελλάδα στην αποχώρησή της από αυτό. Ο δεύτερος, υπουργός δημόσιας τάξης την περίοδο 1974-1976 και τακτικός αρθρογράφος του χαλαρά φιλοχουντικού «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» επί επταετίας, δήλωνε, ότι «η επανάστασις (ασχολίαστο!) ήτο προϊόν αδηρίτου εθνικής ανάγκης» και προέτρεπε τον κόσμο να ψηφίσει υπέρ του Συντάγματος του 1968, ενώ είχε και ενεργό ρόλο στη δημιουργία του προδικτατορικού παρακράτους αλλά και μεταπολιτευτικά στην απαλλαγή ή καταδίκη με αστείες ποινές πολλών δικασθέντων αστυνομικών με συμμετοχή σε βασανιστήρια επί χούντας. Δεν αναφέρομαι, φυσικά, στους άνδρες των Σωμάτων Ασφαλείας και τους πάσης φύσεως συνεργάτες της χούντας, που παρέμειναν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, στις υπηρεσίες τους παρά την αποδεδειγμένη σχέση τους με τους πρωτεργάτες του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 ή τιμωρήθηκαν με ποινές-χάδια. Η ρήξη με ό,τι θύμιζε παλαιότερα τη Δεξιά, είχε μείνει κενό γράμμα και ο αρχικός ενθουσιασμός είχε παραχωρήσει τη θέση του στη δυσπιστία.

            Αργότερα και, συγκεκριμένα, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 άρχισε η απορρόφηση των στελεχών της Εθνικής Παράταξης, ενός εθνικιστικού, φιλοβασιλικού και έντονα αντικομμουνιστικού μορφώματος, κομμάτι του οποίου διατηρούσε άριστες σχέσεις με τους έγκλειστους απριλιανούς και είχε εκλέξει πέντε βουλευτές  στις εκλογές του 1977. Μετά την ψηφοφορία για την ανάδειξη Προέδρου της Δημοκρατίας, το 1980, τέσσερις από τους πέντες βουλευτές μεταγράφτηκαν στη Ν.Δ. Πλέον ήταν ηλίου φαεινότερον, ότι ο κυριότερος εκπρόσωπος της Δεξιάς στην Ελλάδα δεν είχε κανένα ενδοιασμό να στεγάζει πρόσωπα, που δεν έτρεφαν ακριβώς άριστες σχέσεις με το πολίτευμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

             Ακολούθησε η περίοδος της προεδρίας του Ευαγγέλου Αβέρωφ, στη διάρκεια της οποίας ιδρύθηκαν οι περιβόητοι «Κένταυροι» και οι «Ρέιντζερς», ομάδες που θύμιζαν έντονα την αλήστου μνήμης προδικτατορική ΕΚΟΦ. Η ηγεσία της Ν.Δ. ελάχιστα ενοχλήθηκε από την παρουσία και το «έργο» των συγκεκριμένων ομάδων και απόδειξη αποτελεί το γεγονός, ότι αρκετά στελέχη τους έγιναν αργότερα υπουργοί. Αποκορύφωμα της δράσης των ομάδων αυτών ήταν η δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα στις αρχές του 1991 από το γνωστό στέλεχος της ΟΝΝΕΔ Πατρών, κ. Ιωάννη Καλαμπόκα, πράξη για την οποία ακόμα και σήμερα αρκετά στελέχη της Ν.Δ. δεν κρύβουν τον ενθουσιασμό τους.

            Επίσης, κανένας δεν μπορεί να ξεχάσει τους βουλευτές της Ν.Δ., που, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, περιχαρείς έκαναν δηλώσεις στις τηλεοπτικές κάμερες λίγο πριν την αναχώρησή τους για το Λονδίνο, όπου θα τελούνταν ο γάμος του πρίγκηπα Παύλου μετά της κας. Μαρί Σαντάλ-Μίλλερ. Κοινοβουλευτική δημοκρατία είπατε ; Αβασίλευτη δημοκρατία είπατε;

            Φυσικά, τιμητική θέση στο παρόν κείμενο έχει ο σημερινός πρωθυπουργός. Αρχικά, ως βουλευτής Μεσσηνίας συμμετείχε, με ομάδα ακροδεξιών οπαδών της Ν.Δ., σε επεισόδια στην Καλαμάτα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ενώ μεταγενέστερα, τόσο ως υπουργός εξωτερικών στην κυβέρνηση Μητσοτάκη όσο και ως πρόεδρος της ΠΟΛ.ΑΝ. είχε δώσει ρεσιτάλ εθνικισμού (δεν ήταν ο μόνος, βέβαια), την εποχή της έξαρσης του Μακεδονικού. Αργότερα και ενώ η εκλογική δύναμη της ΠΟΛ.ΑΝ. είχε σβήσει, στήριξε το πασίγνωστο «ΔΙΚΤΥΟ 21», την ίδρυση του οποίου είχε χαρακτηρίσει ως «πολυσήμαντο γεγονός». Από τα πεπραγμένα της συγκεκριμένης ομάδος αξίζει να περιοριστούμε στο ρόλο της στην υπόθεση Οτσαλάν, τις δηλώσεις της περί αποκατάστασης του κύρους των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας αλλά και την προτροπή προς την τότε κυβέρνηση να παρέμβει στο Χόλλυγουντ, για να μην παραχαράσσεται η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Πρωτοκλασάτα στελέχη της, όπως οι κ.κ. Λαζαρίδης και Κρανιδιώτης, βρίσκονται σήμερα στο πλευρό του κ. Πρωθυπουργού.

            Όπως, λοιπόν, προκύπτει, ο κυριότερος εκπρόσωπος της ελληνικής Δεξιάς ουδέποτε έπαυσε να αποτελεί είτε φυτώριο είτε καταφύγιο ακροδεξιών και ποτέ δεν είδε με σοβαρότητα την προοπτική να αποβάλει όλα εκείνα τα ακραία στοιχεία, που συνέδεσαν το όνομα του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου με απόψεις και πρακτικές ελάχιστα συμβατές με τη μοντέρνα δημοκρατία. Όσο σκληρό και αν ακούγεται, η σύμπλευση κεντρώων και κεντροδεξιών με ακροδεξιούς ουδέποτε θεωρήθηκε παράδοξο στη Ν.Δ., με αποτέλεσμα στελέχη με απέχθεια στον ολοκληρωτισμό και αρκετά φιλελεύθερες απόψεις να συνυπάρχουν επί μακρόν με πρόσωπα, τα οποία δεν έκρυβαν τις προτιμήσεις τους σε λιγότερο δημοκρατικές μορφές πολιτεύματος. Ακόμα και οι πιο μετριοπαθείς δεξιοί πρόεδροί της, όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αλλά και ο κ. Κωνσταντίνος Καραμανλής (ο νεότερος), απέφυγαν επιμελώς να εκκαθαρίσουν το κόμμα από τα παραπάνω στοιχεία.

            Ήταν επόμενο, λοιπόν, να ανθίσουν, μέσα σε ένα τόσο ευνοϊκό κλίμα αρκετά «λουλούδια» με απέχθεια σε βασικές αρχές της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας και συμπεριφορές, που θύμιζαν την προδικτατορική ΕΡΕ, ήτοι συχνά αρρωστημένος αντιαριστερισμός, βίαιες συμπεριφορές εναντίον όσων θεωρούνταν εχθροί της παράταξης (οι Κένταυροι και Ρέιντζερς, που λέγαμε παραπάνω), αναγωγή του έθνους και της πατρίδος σε υπέρτατα αγαθά μη επιδεχόμενα αμφισβήτησης, νοσταλγία για το παρελθόν και δη την εποχή εκείνη, που η Δεξιά τρομοκρατούσε όσους θεωρούσε ασυμβίβαστους με την κοσμοθεωρία της ή, ακόμα χειρότερα, εποχές, που η χώρα βρίσκόταν στο γύψο. Ήταν, επίσης, επόμενο να βρουν καταφύγιο πολιτικά πρόσωπα προερχόμενα από την ακροδεξιά, καθόσον εγνώριζαν, ότι οι πολιτικές απόψεις τους θα ήταν ευπρόσδεκτες και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα συγκέντρωναν ιδιαίτερη εχθρότητα. Οι πρώην βουλευτές του ΛΑ.Ο.Σ., κ.κ. Γεωργιάδης, Βορίδης και Πλεύρης ήταν ενδεικτικές περιπτώσεις της φιλοξενίας, που προσέφερε τη Ν.Δ. σε ανθρώπους, οι οποίοι κάποτε είτε κυνηγούσαν με αυτοσχέδια τσεκούρια αντιφρονούντες είτε πρότειναν στη Βουλή τη στείρωση όσων καταδικάζονταν για παιδεραστία.

            Ας μη μας προκαλούν εντύπωση οι κορώνες του κ. Κρανιδιώτη ή οι δηλώσεις των κ.κ. Πολύδωρα και Μπαλτάκου περί ενδεχομένου συμμαχίας της Ν.Δ. με τη Χρυσή Αυγή! Ούτε υπάρχει λόγος να τις θεωρούμε ασύμβατες με ό,τι, δήθεν, είχε στο μυαλό του είτε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είτε ο σημερινός νέστορας της πολιτικής, κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Ουδέποτε τόσο ο ιδρυτής της Ν.Δ. όσο και οι επίγονοί του είχαν την πρόθεση να διαμορφώσουν ένα κεντροδεξιό ή έστω σύγχρονο δεξιό κόμμα, στο οποίο δεν θα είχαν θέση ακραία στοιχεία παρά προτίμησαν να κάνουν τα στραβά μάτια στην είσοδο και παραμονή τέτοιων στοιχείων στο κόμμα τους έστω για ψηφοθηρικούς λόγους. Μια ματιά στην ιστορία του κόμματος αυτού θα σας πείσει.

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Ποιός νοιάζεται για τους Ρομά;

Ο δάσκαλός μου στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού μας είχε διηγηθεί την ιστορία με τους "γύφτους", που έφτιαξαν τα καρφιά, με τα οποία σταύρωσαν το Χριστό. Την είχε, μάλιστα, επαναλάβει άλλες 4-5 φορές, για να την εμπεδώσουμε, και εμείς κάθε φορά κατανεύαμε φρικαρισμένοι. Φυσικά, εκείνη την εποχή κανένας μας δεν είχε διαμορφώσει την κατάλληλη αντίληψη, ώστε να ρωτήσει τον, μακαρίτη πλέον, δάσκαλό μας, πως στην ευχή είχαν βρεθεί Ρομά στην Ιουδαία της ρωμαϊκής εποχής και γιατί οι Ρομά της σύγχρονης εποχής ευθύνονται για τα υποτιθέμενα κρίματα ενός προγόνου τους. Ποιός από εμάς θα τολμούσε, άραγε, να αμφισβητήσει τότε τον άνθρωπο, που στα παιδικά μάτια μας αποτελούσε την επιτομή της γνώσης;
Η ιστορία της 4χρονης Μαρίας από τον καταυλισμό των Φαρσάλων μου θύμισε αυτή την ιστορία και τον αντίκτυπό της στην ελληνική κοινωνία. Δεν πιστεύω, ότι η παραπάνω ιστορία αποτελούσε έμπνευση του παραπάνω εκπαιδευτικού. Άλλωστε, στην Ελλάδα υπάρχει μια μακρά παράδοση στις προκαταλήψεις απέναντι σε όσους είναι διαφορετικοί. Έτσι, λοιπόν, στο παρελθόν οι παλιοί διηγούνταν στους νεότερους, ότι οι Εβραίοι άρπαζαν παιδιά, για να τους πάρουν το αίμα, ή ότι οι Ιεχωβάδες έχουν χριστιανικές εικόνες κάτω από τα χαλιά τους, ώστε να τις πατήσουν οι ευσεβείς χριστιανοί, όταν επισκεφτούν τα σπίτια  τους. Γιατί, λοιπόν, να γλυτώσουν οι καταφρονεμένοι Ρομά από το μένος μιας απαίδευτης και μισαλλόδοξης κοινωνίας;
Δεν παύει να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι οι προκαταλήψεις του μεγαλύτερου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας για τους Ρομά παραμένουν βαθιά ριζωμένες. Η ιστορία της 4χρονης Μαρίας ήταν η αφορμή, για να βγουν ξανά στην επιφάνεια. Έτσι, λοιπόν, από την περασμένη Παρασκευή κυριαρχεί η αντίληψη, ότι οι Ρομά έχουν ροπή στο έγκλημα, δέρνουν τα παιδιά τους και τα εμποδίζουν να πάνε σχολείο, κλέβουν ό,τι βρουν μπροστά τους και είναι τεμπέληδες ολκής. Μη ρωτήσετε, αν έγινε κάποια σοβαρή και με επιστημονικά κριτήρια έρευνα από τους υποστηρικτές αυτής της άποψης! Το πιο πιθανό είναι, ότι θα εισπράξετε την απάντηση, ότι "το λέει όλος ο κόσμος" ή "άνοιξε τα στραβά σου και κοίτα, πόσοι από δαύτους έχουν συλληφθεί για κάθε είδους έγκλημα".
Κανένας από τους παραπάνω συμπολίτες μας δεν ενδιαφέρεται να μάθει, υπό ποιες συνθήκες μεγαλώνουν οι περισσότεροι Ρομά στη χώρα μας, αν έχουν πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση, όταν, βέβαια, δεν προκύπτουν αντιδράσεις ορισμένων γονέων των λαϊκών (μη Ρομά, δηλαδή) παιδιών, όπως συνέβη προ ετών στο Εξαμίλι αλλά και πιο πρόσφατα στο Χαλάνδρι, αν έχουν ευκαιρίες έχουν να τελειώσουν το σχολείο και ποια πρόσβαση έχουν μετά στην αγορά εργασίας. Ούτε, βέβαια, ενοχλείται κάποιος από τους παραπάνω συμπολίτες μας, αν οι Έλληνες Ρομά αντιμετωπίζουν πληθώρα διακρίσεων παντού ή αν γίνονται οι πρώτοι, που συλλαμβάνονται και κατηγορούνται για οποιοδήποτε αδίκημα, ή αν αντιμετωπίζονται σε κάθε δημόσια υπηρεσία ως πολίτες Β' κατηγορίας.
Μα εισπράττουν ένα σωρό χρήματα από το κράτος και δεν τα αξιοποιούν σωστά, ενώ υπάρχουν και αρκετά ευεργετικά γι' αυτούς μέτρα, θα απαντήσει κάποιος. Κατ' αρχάς, η χρηματοδότηση μιας κοινωνικής ομάδος με ανύπαρκτο μορφωτικό επίπεδο δεν οδηγεί στη βελτίωση της καθημερινότητάς της, αν αυτή η ομάδα δεν διαθέτει το αναγκαίο υπόβαθρο για την αξιοποίηση αυτών των βοηθημάτων. Περαιτέρω, δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό αυτών των ανθρώπων ζουν σε συγκεκριμένες περιοχές - γκέττο, συνεπεία της φτώχειας και του αποκλεισμού τους από την εκπαίδευση και την αγορά εργασίας, οπότε τα οικονομικά βοηθήματα δεν βοηθούν πουθενά.
Φυσικά, κανένας δεν αρνείται, ότι υπάρχουν Έλληνες Ρομά με πλούσιο ποινικό μητρώο, πλην, όμως, θα ήταν τουλάχιστον άστοχο να μιλήσει κανείς για φυσική προδιάθεση της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδος στο έγκλημα. Στην πραγματικότητα, ο Έλληνας Ρομά, που ζει σε μια υποβαθμισμένη περιοχή και δεν έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει σχολείο και αργότερα να ανεύρει μια αξιοπρεπή εργασία, έχει τις ίδιες πιθανότητες να επιδείξει παραβατική συμπεριφορά με τον Έλληνα λαϊκό, ο οποίος ζει σε μια εξίσου υποβαθμισμένη περιοχή, δεν πηγαίνει σχολείο και αδυνατεί να ανεύρει μια αξιοπρεπή εργασία. Αυτό, που σπρώχνει ένα άνθρωπο στο έγκλημα, δεν είναι οι καταβολές του αλλά το περιβάλλον όπου ζει. Οι περιοχές - γκέττο, όπου ζουν οι περισσότεροι Ρομά στη χώρα μας, είναι γειτονιές χωρίς την παραμικρή υποδομή, ξεχασμένες από το ελληνικό κράτος και μαστιζόμενες από φτώχεια και πρωτοφανή βία. Σε ένα τέτοιο κλίμα, είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγει κανείς από μια προδιαγεγραμμένη αρνητική πορεία. Αν κάνουμε τις συγκρίσεις με τους κατοίκους των γκέττο των αμερικανικών (και όχι μόνο αυτών) μεγαλουπόλεων, θα κατανοήσουμε, πόσο δύσκολο είναι για ένα άνθρωπο, αποκλεισμένο πρακτικά απ' όσα οι περισσότεροι λαϊκοί απολαμβάνουμε, να μην καταλήξει άλλος ένα στιγματισμένο και σεσημασμένο στις αρχές πρόσωπο.
 Θα ήταν πολύ εύκολο να μιμηθεί η χώρα μας μοντέλα ενσωμάτωσης των Ρομά στην κοινωνία, τα οποία ακολούθησαν δυτικοευρωπαϊκές χώρες π.χ. η Σουηδία, ώστε να δώσει ένα τέλος στις διακρίσεις σε βάρος τους στην Ελλάδα. Αλλά προφανώς η αντιμετώπιση των προβλημάτων της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδος δεν εντάσσεται στις προτεραιότητες του ελληνικού κράτους. Συνεπώς, αναπόφευκτα πολύ σύντομα θα ξαναδούμε πηχιαία ρεπορτάζ για εγκληματίες Ρομά, θα ξανακούσουμε κραυγές για τη, δήθεν, έξη τους στην παρανομία και τη φυγοπονία και πολλά άλλα συναφή. Μετά, θα αφεθούν ξανά στη μοίρα τους, μέχρι το επόμενο έγκλημα κάποιου εξ αυτών, που θα τους επαναφέρει στην επικαιρότητα κ.ο.κ.

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Το λάθος του κ. Ρουπακιώτη

Βγήκε στην τηλεόραση ο πρώην υπουργός δικαιοσύνης, κ. Ρουπακιώτης, και δήλωσε, ότι "η κυβέρνηση πιεζόταν. Οι ελληνοεβραϊκές οργανώσεις ήρθαν εδώ στο υπουργείο Δικαιοσύνης κατ' επανάληψη και σε άλλα υποργεια. Οι αμερικανοελληνικές εβραϊκές οργανώσεις ήρθαν στο Υπουργείο. Τι κάνετε; Ο πρόεδρος και κύριος πρωθυπουργός πήγε στην Αμερική και θα τους έβλεπε. Και εκεί υπάρχουν λόμπις, Υπάρχουν διαπλοκές. Υπάρχουν διασυνδέσεις. Κάτι πρέπει να τους πει."
Με το καλημέρα, το Διαδίκτυο έπιασε φωτιά και, ως είθισται, δημιουργήθηκαν διάφορα στρατόπεδα. Το ένα υποστήριξε, ότι ο κ. Ρουπακιώτης ασπάζεται θεωρίες συνωμοσίας και δη αυτή, που θέλει τους Εβραίους να αποφασίζουν για τα πάντα στη χώρα μας (ξέρετε, η περιβόητη Δήλωση Κίσσινγκερ κ.λπ.) και είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στη χώρα μας. Το άλλο δήλωσε, ότι ο κ. Ρουπακιώτης είπε την αλήθεια. Ξεκαθαρίζω, ότι λατρεύω την πολυφωνία και θεωρώ απόλυτα θεμιτή την έκφραση διαφορετικών απόψεων.
Ξεκινώ με το πραγματικό γεγονός της ανησυχίας της Ε.Ε. και των φορέων αυτής αλλά και πολλών ανθρωπιστικών οργανώσεων στον κόσμο για την άνοδο της Χ.Α. στη χώρα μας. Δεν είναι λίγο, άλλωστε, να εισέρχεται σε κοινοβούλιο ευρωπαϊκής χώρας ένα ανοικτά νεοναζιστικό κόμμα σε μια δοκιμασμένη από το Β' Π.Π. ήπειρο και ένα χρόνο μετά τις τελευταίες εκλογές στη χώρα αυτή να έχει διπλασιάσει τα ποσοστά του. Η Έκθεση Μούιζνιεκς προ μερικών μηνών έκανε ευθεία αναφορά στην αύξηση των εγκλημάτων μίσους και στον ολοένα περισσότερο εμφανιζόμενο λόγο μίσους, χωρίς να κρύβει, ότι θεωρεί τη Χ.Α. υπεύθυνη και για τα δύο. Ανάλογες παρατηρήσεις έχουν υποβάλει και άλλοι οργανισμοί και χώρες και από τους ίδιους οργανισμούς και χώρες δεν έχουν λείψει οι παραινέσεις προς την κυβέρνηση να προβεί στη λήψη των απαραίτητων μέτρων για την πάταξη της δράσης της Χ.Α.
Ωστόσο, υπάρχει μια παγία αρχή στο διάλογο, σύμφωνα με την οποία ο υποστηρικτής ενός επιχειρήματος οφείλει να παράσχει τις απαιτούμενες αποδείξεις, για τη βασιμότητα αυτού. Ο κ. Ρουπακιώτης, δικηγόρος στο επάγγελμα, γνωρίζει αυτό τον κανόνα καλύτερο από τον περισσότερο κόσμο και ώφειλε να τον σεβαστεί. Αλλά απέφυγε επιμελώς να προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Στο επίμαχο βίντεο δεν επικαλείται κανένα σχετικό δημοσίευμα και κανένα έγγραφο ή ρεπορτάζ. Τίποτα, απολύτως!
Έπειτα, η ειδική αναφορά του κ. Ρουπακιώτη στις αμερικανοεβραϊκές οργανώσεις, στις οποίες ο κ. Πρωθυπουργός "κάτι έπρεπε να πει", χτύπησε πολύ άσχημα, διότι με αυτό τον τρόπο, έθεσε σε κίνηση τα αντισημιτικά αντανακλαστικά μιας κοινωνίας, το μεγαλύτερο κομμάτι της οποίας είναι βαθιά πεπεισμένο, ότι οι Εβραίοι κάνουν το πραγματικό κουμάντο στην Ελλάδα. Με τον τρόπο, που επέλεξε ο κ. Ρουπακιώτης, ουσιαστικά απομόνωσε τις αμερικανοεβραϊκές οργανώσεις από το σύνολο των ξένων χωρών και οργανισμών, που έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για την άνοδο της Χ.Α. και έχουν ζητήσει από την ελληνική κυβέρνηση να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την αντιμετώπισή της, και ενεφάνισε την ελληνική κυβέρνηση ως ενεργούσα κατόπιν υποδείξεων και διαμαρτυριών των αμερικανοεβραϊκών οργανώσεων, όταν, στην πραγματικότητα, υπήρξαν υποδείξεις και διαμαρτυρίες από πάρα πολλές χώρες και οργανισμούς για το ίδιο θέμα, χωρίς κανένας να αποκλείει το ενδεχόμενο να ξύπνησε από μόνη της η ελληνική κυβέρνηση και να αποφάσισε, επιτέλους, να βάλει χέρι στο εν λόγω κόμμα, δραττόμενη της ευκαιρίας της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα..
Θα ρωτήσετε, αν είναι τόσο κακό, να παραδεχθούμε, ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις κινούνται για την επίλυση ορισμένων θεμάτων μόνο κατόπιν προτροπής από τα ξένα. Όχι, δεν είναι κακό. Δυστυχώς, στην πραγματικότητα η χώρα μας έχει κινηθεί για την αντιμετώπιση πολλών θεμάτων μόνο κατόπιν προτροπής (για να το θέσω κομψά) από τους ξένους και, συνήθως, με την απειλή προστίμου, το οποίο κάποιες φορές πρώτα πλήρωσε και μετά αποφάσισε να λάβει μέτρα. Ωστόσο, μεγάλη βαρύτητα έχει τόσο ο τρόπος, που εκφράστηκε ο κ. Ρουπακιώτης, όσο και η χρονική στιγμή, που επέλεξε να εκφραστεί ως ανωτέρω. Ήδη έγινε αναφορά στην ειδική μνεία του κ. Ρουπακιώτη στις αμερικανοεβραϊκές οργανώσεις, εις τρόπον ώστε να φαίνεται, ότι η ελληνική κυβέρνηση ενέργησε κατόπιν αποκλειστικά δικών τους ενεργειών. Η παραπάνω αναφορά έλαβε χώρα σε μια εποχή, που ο ρατσισμός στην Ελλάδα χτυπάει κόκκινο και ο αντισημιτισμός λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις. Όταν, λοιπόν, την τελευταία τριετία έχουν τεράστια πέραση οι θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες οι ξένοι κυβερνούν την Ελλάδα και η παραδοσιακή άποψη, ότι "οι Εβραίοι κρύβονται πίσω απ' όλα", έχει ενισχυθεί, ένας πρώην υπουργός δικαιοσύνης, ο οποίος προέρχεται από την Αριστερά και δη από την παλαιά και πιο μορφωμένη φουρνιά αυτής, οπότε υποτίθεται, ότι έχει μάθει να επιλέγει προσεκτικά τα λόγια του, οφείλει να είναι περισσότερο προσεκτικός, όταν εκφράζεται δημοσίως, ώστε να μην γεννώνται παρεξηγήσεις.
Μα είναι δυνατό να ασχολούμαστε με ένα τόσο ασήμαντο θέμα στις μέρες μας, θα αναρωτηθείτε. Η απάντηση είναι, ότι πρέπει να ασχοληθούμε και με αυτό, διότι τονώνει την κάθε άλλο παρά μη δημοφιλή αντισημιτική ρητορεία στις μέρες μας. Ήδη η επίμαχη ρήση του κ. Ρουπακιώτη φιγουράρει στον ιστότοπο της Χ.Α. αλλά και σε άλλους εθνικιστικούς ιστοτόπους σε ύφος "τα λέγαμε εμείς", ενισχύοντας ζημιογόνες συμπεριφορές. Συνεπώς, η ενασχόληση με αυτή και η εντεύθεν κριτική είναι επιβεβλημένες.
Προφανώς δεν είναι στις προθέσεις του γράφοντος να βαφτίσει ρατσιστή ένα πρώην υπουργό, που  πιστώθηκε με την αποτυχία του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, χωρίς να φταίει ο ίδιος. Ωστόσο, ακριβώς επειδή δεν επρόκειτο για κάποιο αμόρφωτο πολιτικάντη από αυτούς, που αφθονούν στην ελληνική ιστορία, περίμενα από το εν λόγω πρόσωπο να είναι περισσότερο προσεκτικός στα λόγια του και να μη δίνει τροφή στους εν Ελλάδι συνωμοσιολόγους.

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Αν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι......

Δολοφονείται ένας 34χρονος στο Κερατσίνι, έπειτα από επίθεση, που δέχθηκε από μέλη της Χ.Α. Μια ανθρώπινη ζωή έχει χαθεί στο βωμό του ναζισμού. Ο φερόμενος ως δράστης συλλαμβάνεται, ομολογεί την πράξη του και δηλώνει στέλεχος της Χ.Α.Ξεσπά κύμα διαμαρτυριών και διαδηλώσεων σε ολόκληρη τη χώρα.
Όταν χάνεται μια ανθρώπινη ζωή βίαια και από ανθρώπινο χέρι, η πιο λογική και δίκαιη ενέργεια είναι η καταδίκη του συμβάντος και η αξίωση για απονομή δικαιοσύνης. Έπειτα από αιώνες αγώνων για την ανάδειξη του δικαιώματος στη ζωή ως του υπέρτερου εννόμου αγαθού, δεν θα έπρεπε να υπάρχει άλλος δρόμος εκτός από την απερίφραστη διαμαρτυρία για την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής, που μιλούσε για μια κοινωνία απαλλαγμένη από τον επελαύνοντα ναζισμό. Σε μια χώρα, που γνώρισε από πρώτο χέρι τις θηριωδίες του γερμανικού στρατού και των συνεργατών του, η άνοδος των ποσοστών του πιο αντιδημοκρατικού και με χαλαρά ναζιστικές απόψεις κόμματος μεταπολιτευτικά και οι ουκ ολίγες παράνομες πράξεις του θα έπρεπε να έχουν κατεβάσει χιλιάδες κόσμο στους δρόμους, προκειμένου να παταχθεί η δράση του.
Αίφνης, όμως, πέρα από τις πορείες διαμαρτυρίας ήδη από τις πρώτες πρωινές ώρες και τις εκδηλώσεις πένθους και συμπαράστασης, κυρίως στο Διαδίκτυο, μερίδα συμπολιτών επεστράτευσε το, δήθεν, επιχείρημα, ότι ναι μεν οι πράξεις της Χ.Α. είναι καταδικαστέες αλλά υπάρχει και η βία της ακροαριστεράς, που κανένας δεν καταδικάζει. Άλλοι θυμήθηκαν τους νεκρούς της "ΜΑΡΦΙΝ" και άλλοι τα στελέχη του ΠΑΜΕ, που τρομοκρατούν όσους αντιδρούν στις αποφάσεις του. Έως και η ιδιότητα του φονευθέντος ως μέλους της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. αναφέρθηκε με ουκ ολίγα υπονοούμενα για την ευθύνη του στην επίθεση, που δέχθηκε (!!!). Η θεωρία των δύο άκρων βρήκε και πάλι πρόσφορο έδαφος σε μια χώρα, όπου η στρεψοδικία τείνει να καταστεί το εθνικό μας άθλημα. Στο τέλος, η συζήτηση ξέφυγε από το ζητούμενο, ήτοι τη δολοφονία ενός συνανθρώπου μας από στέλεχος της Χ.Α., και κατέληξε στη βία της Αριστεράς και στον υποτιθέμενο στόχο της περί ανατροπής του πολιτεύματος.
Τα πράγματα είναι απλά. Η καταδίκη μιας δολοφονίας είναι μονόδρομος, αν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι και να σεβόμαστε τις αρχές του πολιτεύματός μας, και αυτή πρέπει να γίνεται ευθέως και χωρίς υπεκφυγές και αναδιπλώσεις, που θυμίζουν το παλιό ανέκδοτο για τους "άλλους", που βασανίζουν τους μαύρους. Η επίκληση της βίας της "άλλης πλευράς"και των τυχόν ευθυνών της για την είσοδο της Χ.Α. στη Βουλή δεν μπορούν να σταθούν ως αντεπιχείρημα σε μια συζήτηση για την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής από ενέργειες οπαδών της Χ.Α. Να το πω αλλιώς, συνιστά χοντράδα, όταν έχει χαθεί μια ανθρώπινη ζωή, να γίνεται λόγος για άλλες, παρόμοιες ενέργειες, για τις οποίες, δήθεν, ευθύνεται η Αριστερά, λες και βρισκόμαστε σε ποδοσφαιρικό αγώνα και το ζητούμενο είναι να πατσίσουν οι δύο παρατάξεις στο τελικό αποτέλεσμα. Επίσης, δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ότι μια παράνομη πράξη της μιας πλευράς (μεταξύ μας, ουδέποτε απεδείχθη, ότι η Αριστερά κρύβεται πίσω από τα γεγονότα της "ΜΑΡΦΙΝ") επ' ουδενί νομιμοποιεί μια παράνομη πράξη της άλλης πλευράς και, συνεπώς, η στρεψόδικη αντίληψη, ότι και οι άλλοι τα ιδια κάνουν είναι όχι μονο καταδικαστέα αλλά και ανεπιθύμητη.
Δεν ξέρω, πόσα, ακόμα, χρόνια θα περάσουν, μέχρι να αποφασίσουμε, ότι η ανθρώπινη ζωή ειναι η υπέρτατη αξία και ο βίαιος και από ανθρώπινη ενέργεια χαμός της συνιστά καταδικαστέα πράξη χωρίς δεύτερη σκέψη. Πολύ φοβάμαι, ότι, μέχρι να γίνει αυτό κατανοητό, θα θρηνήσουμε και άλλα θύματα.

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Για την παιδεία αλλά χωρίς παιδεία

Το Δεκέμβριο του 2008, κάποιες θεατρικές παραστάσεις στην Αθήνα διεκόπησαν για μερικά λεπτά, προκειμένου κάποια νέα παιδιά να ανεβούν στο σανίδι και να εκφράσουν τη διαμαρτυρία τους για το θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου και κάποια άλλα θέματα. Αρκετός κόσμος τότε θεώρησε λογική την κίνηση των παιδιών αυτών. Άλλοι μίλησαν για απαράδεκτη παρέμβαση σε μια παράσταση και αναφέρθηκαν στο δικαίωμα των συντελεστών να περαιώσουν ανενόχλητοι ένα έργο, για το οποίο έχουν κοπιάσει. Άλλοι πάλι έκριναν απαράδεκτο να αναζητεί ο κόσμος τρόπους ψυχαγωγίας, όταν γύρω μας η κρατική αυθαιρεσία χτυπάει κόκκινο. Κάθε πλευρά είχε τα επιχειρήματά της και ο διάλογος εντός και εκτός Διαδικτύου καλά κράτησε για αρκετές μέρες, όχι, όμως, χωρίς παρεκτροπές ένθεν κακείθεν. Κατά πάσα πιθανότητα, όμως, δεν υπήρξαν αντιδράσεις εκ μέρους των συντελεστών των διακοπεισών παραστάσεων.
Το συγκεκριμένο φαινόμενο θα είχε ξεχαστεί, αν δεν ερχόταν να μας το θυμίσει ένα παρόμοιο αλλά με διαφορετική κατάληξη περιστατικό. Αυτή τη φορά, υποψήφιοι θύτες ήταν μια ομάδα γονέων, κηδεμόνων και εκπαιδευτικών, η οποία ζήτησε να ανεβεί στη σκηνή του Θεάτρου Πέτρας, όπου ο τραγουδοποιός, κ. Σωκράτης Μάλαμας, θα έδινε συναυλία, και να κάνουν μια παρέμβαση - διαμαρτυρία για τις επερχόμενες αλλαγές στην εκπαίδευση. Όμως, εισέπραξαν αρνητική απάντηση. Επεχείρησαν, λοιπόν, να εισβάλουν στο Θέατρο, με αποτέλεσμα να έλθουν σε σύγκρουση με την ασφάλεια ("μπράβους", κατά τη συντάκτρια της επιστολής, που παρακάτω θα δείτε). Τελικά, μερικοί εξ αυτών κατόρθωσαν να μπουν και να ανοίξουν το πανό με τα συνθήματά τους. Ως επιστέγασμα αυτής της πράξεώς τους, ένα εκ των μελών αυτής της ομάδος συνέταξε αυτή την επιστολή, η οποία αναρτήθηκε σε εκπαιδευτικό-ενημερωτικό ιστότοπο. Η επικεφαλίδα αυτής της επιστολής τα λέει όλα : "Η ξεφτίλα του Μάλαμα".
Αξίζει, βέβαια, να αναρωτηθούμε, τι είδους παιδεία θέλει για τα νέα παιδιά τόσο η συντάκτρια της εν λόγω επιστολής όσο και η ομάδα, που θεώρησε κεκτημένο δικαίωμά της να μπουκάρει σε ένα χώρο, όπου εδίδετο συναυλία, χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει την άδεια του ίδιου του καλλιτέχνη. Επίσης, έχει σημασία να δούμε, πως αντιμετωπίζεται ένας καλλιτέχνης, ο οποίος μόνο αναίσθητος πολιτικά και κοινωνικά δεν μπορεί να θεωρηθεί απ' όσους έχουν παρακολουθήσει έστω μια συναυλία του, από τη συντάκτρια της ανωτέρω επιστολής, μόνο και μόνο επειδή διεφώνησε με την επιθυμία της ομάδος, στην οποία αυτή ανήκε.
Προσωπικά με τρομάζει η αντίληψη ορισμένων ανθρώπων, που θεωρούν, ότι έχουν κάθε δικαίωμα να διακόπτουν οποιαδήποτε παράσταση επικαλούμενοι έστω μια υπαρκτή και σοβαρή αιτία. Καλώς ή κακώς, κάθε πράγμα έχει τον καιρό του και μια μουσική ή θεατρική παράσταση ή οποιαδήποτε άλλη παράσταση επιτελεί κάποιους βασικούς σκοπούς και για το λόγο αυτό πρέπει να κυλάει αδιατάρακτα. Μια διαμαρτυρία μπορεί να λάβει χώρα οπουδήποτε αλλού και όχι απαραίτητα ως ουρά μιας άλλης εκδήλωσης, στην οποία πρωταγωνιστεί ένας επώνυμος καλλιτέχνης. Επίσης, δεν βρίσκω ιδιαίτερα παρήγορη την άποψη, ότι ένας αγανακτισμένος άνθρωπος, ο οποίος ταυτόχρονα δηλώνει, ότι κόπτεται για την παιδεία, νομιμοποιείται να αγνοεί τα πάντα και, εν προκειμένω, την άρνηση ενός καταξιωμένου καλλιτέχνη να αποδεχθεί το αίτημά του. Με την ίδια λογική προ καιρού, είδαμε τον κ. Νταλάρα να δέχεται βροχή από μπουκάλια από ομάδα αγανακτισμένων συμπολιτών μας για τους γνωστούς λόγους. Και τότε περίσσεψαν οι δικαιολογίες περί δίκαιης οργής για την εύνοια, με την οποία αντιμετώπισε η πολιτική εξουσία της χώρας τον κ. Νταλάρα και τη σύζυγό του. Για το ύφος της επίμαχης επιστολής τα σχόλια περιττεύουν. Το ίδιο και για την επιλογή ενός εκπαιδευτικού ιστότοπου να δημοσιεύσει αυτή την άκρως "διδακτική" επιστολή!
Είναι χρήσιμο να αντιληφθούμε δύο πράγματα. Πρώτον, πάνω στη σκηνή μόνοι άρχοντες είναι οι συντελεστές μιας παράστασης, διότι αυτοί έχουν κατακτήσει το σχετικό δικαίωμα με ποτάμια ιδρώτα, που έχουν χύσει, και ατελείωτες εργατοώρες σε στούντιος, προκειμένου να προσφέρουν αυτο, για το οποίο εκατοντάδες και μερικές φορές χιλιάδες άνθρωποι έρχονται να απολαύσουν. Αυτοί μόνοι νομιμοποιούνται να κρίνουν, αν κάποιος ή κάποιοι θα προβάλουν κάποια αιτήματα ή θα σηκώσουν πανό ή θα διαμαρτυρηθούν καθ' οιονδήποτε τρόπο για γεγονότα της επικαιρότητας. Κανένας καλλιτέχνης δεν υποχρεούται να υιοθετήσει τον τρόπο μιας οποιασδήποτε ομάδος, αν διαφωνεί με αυτόν, και κανένας καλλιτέχνης δεν θα κριθεί από τη στάση του απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές. Κανένα δικαίωμα του κοινού δεν υπερέχει από αυτό του καλλιτέχνη να παρουσιάσει το έργο του χωρίς διακοπές και παρατράγουδα. Έτσι απλά! Σαφώς και υπάρχουν καλλιτέχνες με περισσότερες ανοχές σε τέτοιες παρεμβάσεις, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον κ. Θανάση Παπακωνσταντίνου, ο οποίος προ ετών δέχθηκε να μεταφέρει στο κοινό μια ανακοίνωση υπέρ των συλληφθέντων για συμμετοχή στην οργάνωση "Πυρήνες της Φωτιάς". Αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται, ότι ο κ. Μάλαμας και οποιοσδήποτε άλλος καλλιτέχνης αρνηθεί να δεχθεί τέτοιες παρεμβάσεις στην παράστασή του έχει άδικο ή, ακόμα χειρότερα, είναι "ξεφτίλας". Και, δεύτερον, περιμένω από ανθρώπους, που, δηλώνουν, ότι νοιάζονται για την κατάντια της δημόσιας εκπαίδευσης, όχι μόνο να σεβαστούν το δικαίωμα ενός καλλιτέχνη να αξιοποιήσει αυτός, κατά τον τρόπο που κρίνει σκόπιμο, το χώρο και το χρόνο της παρουσίασης του έργου του αλλά και να αντιληφθούν, ότι πρώτοι αυτοί οφείλουν να διαφυλάσσουν τις αρχές εκείνες, στις οποίες πρέπει να βασίζεται η δημόσια εκπαίδευση, μια εκ των οποίων είναι ο σεβασμός στην αντίθετη άποψη και η αποφυγή βιαίων συμπεριφορών και μειωτικών χαρακτηρισμών σε βάρος ενός προσώπου, το οποίο απλά αρνήθηκε να ικανοποιήσει την επιθυμία τους.
Δεν περιμένω να γίνει αντιληπτο, ότι το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, που επικαλείται η πιο πάνω επιστολογράφος, έχει τα όριά του και αυτά σταματούν εκεί, που αρχίζουν τα όρια του αντιστοίχου δικαιώματος κάποιων άλλων προσώπων. Διαπιστώνω μόνο με θλίψη, ότι άνθρωποι, που δηλώνουν, ότι κόπτονται για την παιδεία, μετέρχονται συμπεριφορές, οι οποίες μόνο κοπτόμενους για την παιδεία πολίτες δεν θυμίζουν, και αυτές οι συμπεριφορές κερδίζουν ολοένα περισσότερο έδαφος.

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Προφάσεις εν αμαρτίαις

Την τελευταία διετία στη χώρα μας, ολοένα και περισσότερος κόσμος ανακαλύπτει, ότι υπάρχει ένας χρυσος κανόνας στην πολιτική, σύμφωνα με τον οποίο ένα πολιτικό πρόσωπο, εκλεγμένο ή διορισμένο, οφείλει να μην αποδέχεται κανενός είδους εξυπηρέτηση από ιδιώτες. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν βρίσκω κάτι μεμπτό στην ξαφνική επιφοίτηση αυτών των συμπολιτών μας. Για την ακρίβεια, ενθυμούμενος τα γέλια, με τα οποία πολλοί εξ ημών υποδέχθηκαν και αποδέχθηκαν τη γελοία δικαιολογία του Ευάγγελου Γιαννόπουλου, ότι ήταν αδύνατο η προ 20ετίας κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να πέσει εξαιτίας ενος κ.....σπιτου, θεωρώ, ότι η αρνητική αντίδραση έστω μέρους του εκλογικού σώματος στην είδηση, ότι προϊστάμενος κρατικού οργανισμού αποδέχθηκε μια οποιασδήποτε φύσεως εκδούλευση και, συνεπώς, παραιτήθηκε, συνιστά ένα θετικό βήμα για μια κοινωνία εθισμένη επί δεκαετίες στην απαθή αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων.
Η ιστορία έχει ως εξής : Ο κ. Στέλιος Σταυρίδης διορίστηκε πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ, ενός οργανισμού αρμοδίου για τις αποκρατικοποιήσεις. Πριν το διορισμό του, είχε διατελέσει στέλεχος και υποψήφιος βουλευτής της "ΔΡΑΣΗΣ" και ακόμα παλαιότερα στέλεχος της Ν.Δ., όταν και συμμετείχε στις διαδικασίες εκποίησης της "ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ" στον ιταλικό όμιλο "Καλτσεστρούτσι". Ως στέλεχος της "ΔΡΑΣΗΣ" στηλίτευσε τις πρακτικές των δύο μεγάλων κομμάτων σε πολλά θέματα, από την παιδεία έως τη διαχείριση της κρατικής περιουσίας. Μέχρι που βρέθηκε επικεφαλής ενός κρατικού οργανισμού επί κυβερνήσεως Σαμαρά, οπότε, πέρα από τα αρνητικά σχόλια που ακούστηκαν απ' όσους θυμήθηκαν το παρελθόν του, κλήθηκε να αποδείξει, ότι κόμιζε κάτι καινούργιο στα πολιτικά ήθη του τόπου.
Η μεγάλη δοκιμασία γι' αυτόν ήταν η εκποίηση ποσοστού του ΟΠΑΠ, διαδικασία την οποία ο κ. Σταυρίδης χρεώθηκε όντας πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ. Υποψήφιος αγοραστής εμφανίστηκε ο Όμιλος Μελισσανίδη, επικεφαλής του οποίου ήταν ένα πρόσωπο με ύποπτο παρελθόν, το οποίο περιελάμβανε από εμπλοκή σε υποθέσεις λαθρεμπορίου μέχρι εκβιασμό σε βάρος δημοσιογράφου. Δεν ξέρω, αν μέτρησε για τον κ. Σταυρίδη το προφίλ του κ. Μελισσανίδη αλλά, τελικά, η διαδικασία μεταβίβασης του 33% του ΟΠΑΠ ολοκληρώθηκε και ο Όμιλος Μελισσανίδη ήταν ο αγοραστής.
Λίγο καιρό αργότερα, μια εφημερίδα της Κεφαλλονιάς αποκαλύπτει, ότι ο κ. Σταυρίδης μετέβη στο εν λόγω νησί, όπου διατηρεί επιχείρηση, με το ιδιωτικό αεροσκάφος του κ. Μελισσανίδη, του ίδιου, δηλαδή προσώπου, που είχε αγοράσει το παραπάνω ποσοστό του ΟΠΑΠ. Ξεσπά κύμα αντιδράσεων και ο κ. Σταυρίδης αναγκάζεται να παραιτηθεί. Στη συνέχεια, ο ίδιος προβαίνει σε σειρά δηλώσεων, όπου κάνει λόγο για υποκρισία και δηλώνει, ότι άλλοι επικεφαλής δημοσίων οργανισμών, που είχαν κάνει χειρότερα από αυτόν, δεν υπέστησαν καμμία συνέπεια. Αρκετοί υποστηρικτές του έκριναν, ότι "φαγώθηκε" ένας από τους ελάχιστους επιτυχημένους διοικητές κρατικών οργανισμών, επειδή "ενόχλησε πολλούς η πώληση του 33% του ΟΠΑΠ".
Δεν θα μπω στη διαδικασία να κρίνω την ορθότητα των όρων της σύμβασης μεταβίβασης του ΟΠΑΠ (θα αρκεστώ μόνο να αντιγράψω την καταγγελία του ευρωβουλευτή, κ. Σκυλακάκη, ότι "Ο ΟΠΑΠ δεσμεύθηκε σε δύο συμβάσεις που οι νέοι αγοραστές καταγγέλουν ως σκανδαλωδώς ασύμφορες. Ο κοινός παίκτης και στις δύο συμβάσεις διώκεται από τη δικαιοσύνη σε βαθμό κακουργήματος για τις δύο προκάτοχες συμβάσεις με τον ΟΠΑΠ. Η νέα σύμβαση έγινε αποδεκτή από το ΤΑΙΠΕΔ (με την αποχή του στην κρίσιμη συνέλευση όπου για λόγους που ποτέ δεν εξήγησε δεν χρησιμοποίησε όλες τις μετοχές του δημοσίου στην κρίσιμη ψηφοφορία), μερικές μέρες πριν την αποκρατικοποίηση και παρά το γεγονός ότι στο διαγωνισμό υπήρχε μια μόνο προσφορά. Στον ίδιο τον διαγωνισμό του ΟΠΑΠ υπήρχε μια μόνο προσφορά καθώς οι άλλοι ενδιαφερόμενοι είχαν απομακρυνθεί από την αδιαφάνεια στη διαδικασία. Επί εβδομάδες οι παλαιότερες συμβάσεις του ΟΠΑΠ δεν ήταν στη διάθεση των επενδυτών που έφυγαν. Μόνο ο επενδυτής με ισχυρό φίλοκυβερνητικο παράγοντα στην κοινοπραξία έμεινε στη διαδικασία"). Θα σταθώ, όμως, σε δύο θέματα γύρω απο τη συγκεκριμένη υπόθεση. Το πρώτο αφορά την επιλογή του κ. Σταυρίδη και, κατ' επέκταση, της κυβέρνησης να καθήσει στο ίδιο τραπέζι με ένα επιχειρηματία, σε βάρος του οποίου έχουν ακουστεί πολλά και διάφορα, πολλώ δε μάλλον να συναινέσει στη μεταβίβαση σε αυτόν του ανωτέρω ποσοστού. Σαφώς και τη στιγμή, που έγινε η επίμαχη μεταβίβαση, ο κ. Μελισσανιδης διέθετε λευκό ποινικό μητρώο, πλην, όμως, χρέος του επικεφαλής ενός δημοσίου οργανισμού είναι να προσέχει τα πρόσωπα, με τα οποία συναλλάσσεται, προκειμένου να μη γεννώνται υποψίες γύρω από τις συνθήκες διαπραγμάτευσης και περαίωσης μιας συναλλαγής. Προτού βιαστείτε να μιλήσετε για αφορητη ηθικολογία, αξίζει να σταθούμε σε κάποια πράγματα. O κ. Μελισσανίδης έχει ένα αρκετά ύποπτο παρελθόν και σε περίπτωση μηνύσεως σε βάρος του για τα αδικήματα της λαθρεμπορίας και πλαστογραφίας (σε βαθμό κακουργήματος η δεύτερη) όχι μόνο έτυχε σκανδαλώδους εξυπηρέτησης από την ελληνική δικαιοσύνη, με εννέα αναβολές, μέχρι που παραγράφηκε το έγκλημα της λαθρεμπορίας, αλλά, όταν, τελικά, συζητήθηκε η υπόθεση, το Ελληνικό Δημόσιο δεν παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων και ο ίδιος, παρά την κατηγορηματική κατάθεση του προϊσταμένου της υπηρεσίας, που του είχε υποβάλει πρόστιμο, και την πρόταση του Εισαγγελέως της έδρας για την ενοχή του κατηγορουμένου, απαλλάχθηκε για το εναπομείναν αδίκημα της πλαστογραφίας. Όταν βοά η χώρα για το μέγεθος της διαπλοκής των κυβερνήσεων με επιχειρηματίες ύποπτης αξιοπιστίας, η επιλογή του κ. Σταυρίδη αλλά και της κυβέρνησης να συνδιαλλαγούν με τον κ. Μελισσανίδη και, τελικώς, να του μεταβιβάσουν το 33% του ανωτέρω οργανισμού δικαιώνει όσους ομιλούν για αδιαφανείς διαδικασίες και υπόγειες συνεννοήσεις με αρεστούς στην εκάστοτε κυβέρνηση επιχειρηματίες. Φυσικά, τίθεται και το ερώτημα, γιατί δεν προτιμήθηκαν άλλοι υποψήφιοι αγοραστές, οι οποίοι σίγουρα υπήρχαν, δεδομένου ότι ο ΟΠΑΠ φέρεται να είναι κερδοφόρος οργανισμός. Επιπλέον, υπάρχει και η εμπλοκή, ως νομικού συμβούλου του κ. Μελισσανίδη, του κ. Φαήλου Κρανιδιώτη, ο οποίος τυγχάνει συγχρόνως σύμβουλος του κ. Πρωθυπουργού. Εν ολίγοις, αντί ο κ. Σταυρίδης να φροντίσει, ώστε να μη γεννηθούν υποψίες για τον τρόπο, που έλαβε χώρα η επίμαχη μεταβίβαση, κατάφερε να δικαιώσει όσους πιστεύουν, ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Ελλάδος.
Το δεύτερο αφορά την επιλογή του κ. Σταυρίδη να αποδεχθεί την εξυπηρέτηση του κ. Μελισσανίδη να τον μεταφέρει ο τελευταίος στην Κεφαλλονιά με το ιδιωτικό του αεροσκάφος. Έστω, λοιπόν, ότι  ο κ. Σταυρίδης είναι "καθαρός" και εγνώριζε παλαιόθεν τον κ. Μελισσανίδη διό και απεδέχθη, στα πλαίσια αυτής της γνωριμίας, την πρόταση του τελευταίου να τον "πετάξει" στην Κεφαλλονιά! Μια στιγμή! Ο κ. Σταυρίδης είναι πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ την εποχή, που έγινε η μεταβίβαση του 33% του ΟΠΑΠ στον Όμιλο Μελισσανίδη. Το ΤΑΙΠΕΔ, επί προεδρίας κ. Σταυρίδη, αναλαμβάνει να οργανώσει τη διαδικασία μεταβίβασης του συγκεκριμένου ποσοστού, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την ανεύρεση της πιο συμφέρουσας προσφοράς για την πώληση του εν λόγω ποσοστού, και καταλήγει, ότι αυτά τα χαρακτηριστικά συγκεντρώνει η προσφορά του κ. Μελισσανίδη, στον οποίο και, τελικά, αυτό μεταβιβάζεται. Ο κ. Μελισσανίδης είναι ένας επιχειρηματίας με αμφιβόλου νομιμότητος επιχειρήσεις, ο οποίος προέβη στην ανωτέρω εξαγορά. Μετά από λίγο καιρό, ο κ. Σταυρίδης επιβαίνει στο ιδιωτικό αεροπλάνο του κ. Μελισσανίδη, προκειμένου να μεταβεί στην Κεφαλλονιά, όπου διατηρεί επιχείρηση. Προσοχή! Δεν επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο της γραμμής αλλά σε αυτό του κ. Μελισσανίδη. Ο ίδιος επιχειρηματίας, που στηλίτευε τις πρακτικές των δύο μεγάλων κομμάτων, στις οποίες εντάσσονται και οι απροκάλυπτες εκδουλεύσεις επιχειρηματιών σε πολιτικά πρόσωπα, εκλεγμένα ή διορισμένα, έκανε ακριβώς ό,τι έκαναν οι προκάτοχοί του και, μάλιστα, λίγο μετά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του 33% του ΟΠΑΠ στον κ. Μελισσανιδη. Λησμόνησε, με άλλα λόγια, ότι υποχρέωση ενός προσώπου, το οποίο ασκεί πολιτική εξουσία, είναι να κρατάει αποστάσεις από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και δη από τις επιχειρήσεις, των οποίων προΐστανται πρόσωπα υπόπτου παρελθόντος και συναλλασσόμενα με το κράτος, διαφορετικά κινδυνεύει να κατηγορηθεί για μεροληψία υπέρ του επιχειρηματία, από τον οποίο δεν κράτησε αποστάσεις, ειδικά όταν ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας δεν αποκρύπτει τις στενές σχέσεις του με την κυβέρνηση, που τοποθέτησε τον κ. Σταυρίδη στη θέση του προέδρου του ΤΑΙΠΕΔ. Φυσικά, περιττεύει να θυμίσουμε, ότι σε οποιαδήποτε σοβαρή χώρα της Δύσης ο κ. Σταυρίδης δεν θα τολμούσε καν να ψελλίσει τις δικαιολογίες, που επικαλέστηκε.
Όσο, λοιπόν, και αν επικαλείται τα ήθη και έθιμα του εμπορικού χώρου ο κ. Σταυρίδης, δεν παύει να πιστώνεται με σοβαρή ανακολουθία λόγων και έργων, οι επιπτώσεις της οποίας στο Ελληνικό Δημόσιο είναι, ακόμα, άγνωστες. Επίσης, όσο αν μυρίζει κήρυγμα, πρέπει κάποια στιγμή να γίνει κατανοητό, όχι μόνο στην κοινωνία μας αλλά και στον πολιτικό κόσμο μας, ότι το κράτος και οι λειτουργοί του οφείλουν να τηρούν αποστάσεις ασφαλείας από τον επιχειρηματικό κόσμο, αν επιθυμούν πραγματικά να ασκούν τον απαιτούμενο έλεγχο νομιμότητος στον τελευταίο (και όχι μόνο σε αυτόν). Τα περί υποκρισίας απλά αποτελούν προφάσεις εν αμαρτίαις.

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Οι λάτρεις του Μεταξά δεν ντρέπονται, πλέον

Για μια, ακόμα, χρονιά, επ' ευκαιρία της επετείου του πραξικοπήματος της 4ης Αυγούστου του 1936, βγήκαν στην επιφάνεια υμνητικά κείμενα και απόψεις γύρω από την πολιτεία του Ιωάννη Μεταξά, το φερόμενο ως ιδρυτή του ΙΚΑ και τον εμπνευστή του σύγχρονου κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα, τον γνήσιο πατριώτη που είπε το "ΟΧΙ" στον κατακτητή, που ανόρθωσε την ελληνική οικονομία, που πήγε την Ελλάδα στα διεθνή δικαστήρια και πέτυχε τη διαγραφή του χρέους της, που επέλεξε το σωστό στρατόπεδο για τη χώρα, τις παραμονές του Β' Π.Π., και προετοίμασε άψογα τη χώρα γι' αυτόν και άλλα πολλά. Πρόκειται για κείμενα, τα οποία κυκλοφορούν εδώ και πολλά χρόνια, αρχικά σε έντυπη μορφή και μεταγενέστερα σε ηλεκτρονική, και επιχειρούν να εξωραΐσουν την εικόνα ενός πολιτικού, ο οποίος υπήρξε επιλογή του τότε βασιλέως, Γεωργίου του Β', αλλά και αποτέλεσμα της αδυναμίας βενιζελικών και αντιβενιζελικών να σχηματίσουν βιώσιμη κυβέρνηση, για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, προτού καταλήξει να κηρύξει επίσημα την αναστολή αρκετών άρθρων του Συντάγματος, τα οποία αφορούσαν τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες, να διαλύσει τη Βουλή (με τη σύμπραξη του Γεωργίου του Β') και να εγκαινιάσει μια πενταετία διωγμού και κατατρεγμού κάθε αντίθετης φωνής και μπόλικης γελοιότητος με τις εκδηλώσεις του Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν γνωρίζω την αρχική μορφή των κειμένων αυτών αλλά δεν απαιτείται ιδιαίτερη φαντασία, για να γίνει αντιληπτό, ότι με τα χρόνια εμπλουτίζονται με καινούργια κατορθώματα του συγκεκριμένου πολιτικού.
Φέτος ένοιωσα, ότι αυτά τα κείμενα κέρδισαν έδαφος. Ολοένα περισσότερος κόσμος θεωρεί, ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ο Μεταξάς είναι μια αδικημένη από την επίσημη, "αριστεροκρατούμενη" (έτσι την αποκαλούν και έτσι σας τη μεταφέρω) ιστορία, ένας άνθρωπος που ακολούθησε φιλεργατική πολιτική και επί των ημερών του η Ελλάδα γνώρισε σπουδαία ανάπτυξη σε κάθε τομέα. Ο ίδιος κόσμος προβαίνει, βέβαια, σε συγκρίσεις του με τους σημερινούς "προδότες" πολιτικούς, για να θυμηθούμε ένα από τα πιο γνωστά γνωμικά, που ακούστηκαν πρόπερσυ στις πλατείες, τους οποίους θεωρεί κατώτερους από τον "πατριώτη" και "έντιμο" Μεταξά.
Οι οπαδοί της συγκεκριμένης άποψης δίνουν σημαντικό βάρος στην επιλογή του Μεταξά να συμμαχήσει με τους Άγγλους, στο "ΟΧΙ" του συγκεκριμένου πολιτικού και στην προετοιμασία της χώρας, ενόψει του επικειμένου τότε πολέμου, την οποία βρίσκουν αρίστη. Παρέλκει να αναφέρουμε, ότι ο Μεταξάς ήταν απόλυτα εξαρτημένος από την Αγγλία και δεν είχε το περιθώριο να απομακρύνει την Ελλάδα από την αγγλική σφαίρα επιρροής, ως, επίσης, για τον ίδιο λόγο αδυνατούσε να δεχθεί την πρόταση του Γκράτσι. Φυσικά, χρεώνεται με την άψογη αντιμετώπιση της ιταλικής εισβολής αλλά ο πολύς κόσμος λησμονεί, ότι ο γερμανικός στρατός πέρασε χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση από τα βόρεια σύνορα της χώρας. Ούτε λόγος, φυσικά, για την απαγόρευση διενέργειας εκλογών και λειτουργίας πολιτικών κομμάτων, τους διωγμούς πολιτικών, που αρνήθηκαν να συνεργαστούν μαζί του, αλλά και χιλιάδων αντιφρονούντων, την απαγόρευση των απεργιών, τον ασφυκτικό έλεγχο της αστυνομίας, τη δημόσια καύση ανεπιθύμητων βιβλίων, στα πρότυπα της ναζιστικής Γερμανίας, και την απαγόρευση διδασκαλίας, μεταξύ άλλων, του Επιταφίου του Περικλή (για προφανείς λόγους). Οι γενικολογίες και ανιστορικές αναφορές στον υποτιθέμενο ιδρυτή του Ι.Κ.Α. και τάχαμου εμπνευστή του 8ώρου, μαζί με ολίγη από πατριωτική στάση τις παραμονές του Β' Π.Π. αρκούν, για να φιλοτεχνηθεί ένα ελκυστικό πορτραίτο ενός δικτάτορα.
Αν κάτι προκαλεί εντύπωση, αυτό δεν είναι η άγνοια της ιστορίας, η οποία αποτελεί διαχρονική πληγή της ελληνικής κοινωνίας, αλλά η τάση πολλών συμπολιτών μας να μη διστάζουν να δηλώνουν, πλέον, άφοβα δημοσίως, ότι έλκονται από προσωπικότητες, οι οποίες προβάλλονται ως χαρισματικές και ταυτόχρονα τρέφουν ελάχιστο σεβασμό για τη δημοκρατία και τα παρεπόμενά της, ήτοι το σεβασμό στα ατομικά, πολιτικά και συλλογικά δικαιώματα. Αυτές οι προσωπικότητες, σύμφωνα με τους υμνητές τους, διέθεταν σιδηρά πυγμή και, συνεπώς είχαν τη δυνατότητα να δώσουν λύσεις στα προβλήματα της χώρας. Η αξιολόγησή τους δεν γίνεται βάσει του σεβασμού, που επέδειξαν στον κοινοβουλευτισμό και τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες των πολιτών, αλλά με γνώμονα τις λύσεις, που, δήθεν, έδωσαν στα ανωτέρω προβλήματα. Πρόκειται, ουσιαστικά, για τον εξωραϊσμό της πολιτείας του αναδεικνυόμενου πολιτικού, σε πείσμα της ιστορίας και της λογικής. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, ο αναδεικνυόμενος πολιτικός ξεπλένεται από τα αμαρτήματά του με την υπερπροβολή των τυχόν θετικών στοιχείων του και την αποσιώπηση ή υποβάθμιση των ατοπημάτων του, υπερτονίζεται η κρισιμότητα της στιγμής, που τον ώθησε να λάβει ακραία μέτρα, και επισημαίνεται η αξία των μέτρων αυτών για την αντιμετώπιση μελλοντικών καταστάσεων, στις οποίες εναπλάκη η χώρα. Συχνότατα, επιχειρείται η σύγκριση του πολιτικού αυτού με τους σημερινούς πολιτικούς, όπου η επίκληση της θετικής του συνεισφοράς, συνήθως μη ανταποκρινόμενης στην πραγματικότητα, και η ταυτόχρονη απόκρυψη των μελανών σελίδων της πολιτείας του αποσκοπεί στην ανάδειξη του συγκεκριμένου πολιτικού ως υπέρτερου των σημερινών.
Για πολλά χρόνια, οι περισσότεροι πιστεύαμε, ότι η ελληνική κοινωνία είχε ξεπεράσει τις πολιτικές αναταράξεις, που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα, και είχε ασπαστεί, πλέον, την άποψη, ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία, μ' όλες τις κακοποιήσεις της από τα κόμματα εξουσίας, αποτελεί το καλύτερο και ιδανικότερο πολίτευμα. Αρκούσε μια γενικευμένη κρίση, για να αποδειχθεί, πόσο καλά είχε κρυφτεί πίσω από την επίπλαστη ευημερία της εποχής της παντοδυναμίας του δικομματισμού η αλλεργία σε καθετί, που θυμίζει δημοκρατία, και η λατρεία για πολιτικούς με ελάχιστες ή και ανύπαρκτες ανοχές προς αυτή. Τέλος, αρκούσε η ίδια κρίση, για να εγκαταλείψουν χιλιάδες συμπολίτες μας κάθε ντροπή όχι μόνο για τις πολιτικές τους προτιμήσεις αλλά και για τα πραγματικά πολιτικά ινδάλματά τους. Η αποδοχή των υμνητικών για το Μεταξά κειμένων από ολοένα περισσότερο κόσμο το αποδεικνύει με το παραπάνω.

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Αυτή γουστάρουν, αυτή εμπιστεύονται

Στην αρχή, υποστηρίχθηκε, ότι η ψήφος στη Χρυσή Αυγή ήταν ψήφος διαμαρτυρίας στο προβληματικό πολιτικό (και όχι μόνο αυτό) κατεστημένο της Ελλάδας και, όταν το συγκεκριμένο κόμμα άρχιζε να δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο, ο κόσμος θα το βδελυσσόταν και αυτό θα επέστρεφε στα παλιά, ταπεινά ποσοστά του. 
Μετά ήλθε το χαστούκι ενός εκ των πλέον προβεβλημένων στελεχών της Χ.Α. σε μια βουλευτίνα του Κ.Κ.Ε. και όχι μόνο περίσσεψαν οι δικαιολογίες, ότι καλώς τα έπαθε η εν λόγω βουλευτίνα, αλλά και τα ποσοστά του εν λόγω κόμματος πήραν την ανιούσα. 
Ακολούθησαν οι ύμνοι προς τη χούντα και η αναπαραγωγή όλων εκείνων των μύθων, που ήθελαν την Ελλάδα να ευημερεί την επταετία 1967-1974, να έχει μηδενικό χρέος, να κυριαρχεί η αξιοκρατία, οι χουντικοί να πεθαίνουν πτωχοί πλην έντιμοι και πολλά άλλα απ' όσα κυκλοφορούν εδώ και χρόνια σε λαθρόβια έντυπα και εσχάτως σε πιο δημοφιλή έντυπα, ιστολόγια και εκπομπές. Και πάλι τα ποσοστά της Χ.Α. συνέχισαν τον ανήφορο. 
Μετά, ήλθαν τα μπινελίκια και οι εν γένει καφρίλες των βουλευτών του εν λόγω κόμματος στη Βουλή, σε βάρος συναδέλφων τους. Αλλά και πάλι οι υποστηρικτές της Χ.Α. δεν πτοήθηκαν και συνέχισαν να την πριμοδοτούν με ποσοστά, που την έφεραν στην τρίτη θέση στις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος. 
Στη συνέχεια, άρχισαν τα συσσίτια μόνο για Έλληνες άνα τρίμηνο, όπου μοιράζονταν πλουσιοπάροχα τρόφιμα, όπως μια σακκούλα πατάτες, 1-2 κρεμμύδια άντε και κανένα πεπόνι για τους τυχερούς. Αυτός ο αισχρός αποκλεισμός συνανθρώπων μας, που έλαχε να μην είναι Έλληνες, αλλά και το γεγονός, ότι ένα κόμμα, το οποίο έλαβε κρατική επιχορήγηση της τάξεως των 850.000 ευρώ, περίπου, χωρίς να συνυπολογίζονται οι αποζημιώσεις των βουλευτών του, αντιμετωπίστηκε με επιχειρήματα, τύπου "η Χ.Α. κάνει κοινωνικό έργο", όταν φορείς, όπως η Εκκλησία, οι Δήμοι, ορισμένα κόμματα και άλλοι φορείς, διοργανώνουν διανομές τροφίμων και συσσίτια σε καθημερινή βάση, χωρίς να διαχωρίζουν τους αναξιοπαθούντες σε Έλληνες και ξένους. Φυσικά, τα ποσοστά της Χ.Α. εκτινάχθηκαν περαιτέρω.
Κάποια στιγμή, αναρτήθηκε μια ανακοίνωση της Χ.Α. για τη θέση της γυναίκας και τα άτομα με ειδικές ανάγκες, η οποία δεν είχε να ζηλέψει κάτι από αντίστοιχες απόψεις του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία.  Κανενός εκ των ψηφοφόρων της το αυτί δεν ίδρωσε. Δεν μπορώ να φανταστώ άνθρωπο με ειδικές ανάγκες, που ψηφίζει το συγκεκριμένο κόμμα. Γυναίκες, όμως, μπορώ να φανταστώ. Πολλές, πάρα πολλές, και ας τους υπόσχεται η Χ.Α. ένα λαμπρό μέλλον μέσα σε μια κουζίνα και μακρυά από την ισότητα των δύο φύλων!
Φυσικά, ούτε λόγος για ενόχληση των ψηφοφόρων από την καθαρά ναζιστική ιδεολογία της Χ.Α.! Οι ίδιοι άνθρωποι, που η χώρα τους όχι απλά κατελήφθη από τις δυνάμεις του Άξονα αλλά υπέφερε τα πάνδεινα από αυτές, τώρα ασμένως στηρίζουν ένα κόμμα, το οποίο υμνεί ακριβώς εκείνες τις δυνάμεις και υβρίζει το πολίτευμα, μιλώντας για πραξικόπημα του 1974 (κ. Χρήστος Παππάς στις 17 Ιουλίου του 2013), και επιχειρηματολογεί, ότι η εξόντωση των Εβραίων δεν συνιστούσε Ολοκαύτωμα (κ.κ. Ηλίας Κασιδιάρης και Μιχάλης Αρβανίτης, τον περασμένο Ιούνιο).
Ας το πάρουμε, λοιπόν, απόφαση!
Οι ψηφοφόροι της Χ.Α. δεν ενδιαφέρονται, αν το κόμμα αυτό έχει προτάσεις για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως ζητημάτων της χώρας. Απλά γουστάρουν να βλέπουν τους βουλευτές του να βρίζουν, να απειλούν και να σαπίζουν στο ξύλο αλλοδαπούς, αριστερούς, ομοφυλόφιλους, καλλιτέχνες και όσους δεν ανταποκρίνονται στις σταθερές του κόμματός τους, να δείχνουν με τον πιο ποταπό τρόπο την περιφρόνησή τους στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα των κατοίκων αυτής της χώρας, να ωραιοποιούν το χουντικό παρελθόν μιας χώρας, η οποία πλήρωσε ακριβά τέτοια πολιτειακά πειράματα,  να κατηγορούν τους κακόβουλους ξένους και τους "προδότες" ντόπιους συνεργάτες τους, που απεργάζονται την καταστροφή της χώρας, την εκποίηση του εθνικού μας πλούτου και την αλλοίωση της ιστορίας, των ηθών και εθίμων μας, και, τέλος, να αποδεικνύουν, πόσο απεχθάνονται τη δημοκρατία (ακόμα και αυτή, την προβληματική, που έχουμε σε αυτό τον τόπο) και τις κατακτήσεις της. Οι ίδοι αυτοί συμπολίτες μας δεν αποφάσισαν εν μια νυκτί να  στηρίξουν τη Χ.Α., μέσα στην απελπισία τους αλλά είχαν το σχετικό αντιδημοκρατικό υπόβαθρο. Αρκούσε η κατάρρευση του δικομματισμού, για να το αποδείξουν. Και δεν "κολλώνουν" να το δείχνουν κάθε φορά, που η Χ.Α. ασχημονεί καθ' οιονδήποτε τρόπο.
Καλό θα είναι, λοιπόν, να αποβάλουμε την αυταπάτη, ότι, όσο περισσότερο ασχημονεί η Χ.Α., τόσο περισσότεροι πιστοί της θα την εγκαταλείπουν. Διότι οι ψηφοφόροι της αυτή γουστάρουν, αυτή εμπιστεύονται και αυτή ψηφίζουν, όπως και αν λειτουργεί.

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Ο δυσάρεστος πλην απαραίτητος ρόλος της δημοσιογραφίας

Ένας Γερμανός δημοσιογράφος, ονόματι Μάρτενς, ζητάει να πάρει συνέντευξη από τον κ. Τσίπρα. Το επιτελείο του τελευταίου εγκρίνει το συγκεκριμένο δημοσιογράφο και τον προσκαλεί σε δήλη μέρα και ώρα να προσέλθει στην Κουμουνδούρου για το σκοπό αυτό. Πράγματι, ο κ. Μάρτενς προσέρχεται και αρχίζει η συνέντευξη. Στην πορεία, η συνέντευξη διακόπτεται. Οι φήμες για τα αίτια της διακοπής οργιάζουν. Η "ΑΥΓΗ" σπεύδει να δικαιολογήσει τον κ. Τσίπρα. Μέχρι που έρχεται η απάντηση του κ. Μάρτενς, σύμφωνα με την οποία η αιτία της διακοπής της συνέντευξης ήταν η ερώτηση γύρω από το νόημα μιας δήλωσης του κ. Τσίπρα τον Ιούνιο του 2012.
Στη χώρα μας αποτελεί παγία πρακτική να αποφεύγουν οι πολιτικοί να εκτίθενται στον τύπο. Συνήθως, επιλέγουν τα πρόσωπα εκείνα, στα οποία θα παραχωρήσουν συνέντευξη. Πολύ πριν αναλάβει ο κ. Τσίπρας την προεδρία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ο μακαρίτης Μιλτιάδης Έβερτ δήλωνε, τις παραμονές των βουλευτικών εκλογών του 1996, ότι δεν επιθυμούσε να μιλήσει σε αντιπολιτευόμενες εφημερίδες, ενώ ο νυν πρωθυπουργός αποφεύγει επιμελώς τις συνεντεύξεις σε αντιπολιτευόμενα μέσα. Δεν σπανίζουν, βέβαια, τα αυστηρά και ενίοτε χολερικά άρθρα για τους πολιτικούς μας αλλά αυτά, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αποτελούν προϊόν πληροφοριών και προσωπικών εκτιμήσεων του εκάστοτε δημοσιογράφου.
Δυστυχώς, οι περισσότεροι πολιτικοί μας αποφεύγουν να αποδεχθούν κάτι στοιχειώδες σε κάθε πολιτισμένη χώρα, ήτοι ότι ρόλος ενός δημοσιογράφου είναι να γίνεται δυσάρεστος σε κάθε συνεντευξιαζόμενο. Να του κάνει ζόρικες ερωτήσεις! Να του δείχνει, ότι δεν τον φοβάται. Να μην αφήνει κανένα εκπρόσωπο κάθε είδους εξουσίας σε χλωρό κλαρί! Να μην του χαρίζεται! Σκοπός του τύπου είναι να ελέγχει τα πάντα και, πρώτα απ' όλους, τους ίδιους τους πολιτικούς. Και τέτοιου είδους έλεγχος δεν επιτυγχάνεται με χαριεντισμούς και ανώδυνες ερωτήσεις.
Τί έγινε εν προκειμένω; Την αποχώρηση του κ. Μάρτενς ακολούθησε ένα άρθρο της "ΑΥΓΗΣ", σύμφωνα με το οποίο "αν οι Γερμανοί δημοσιογράφοι έχουν μάθει να φέρονται έτσι στους ψοφοδεείς μνημονιακούς που μας κυβερνούν, πρέπει να μάθουν ότι αυτά στον ΣΥΡΙΖΑ δεν περνάνε." Πέρα από το απαράδεκτο και ρατσιστικό τσουβάλιασμα όλων των Γερμανών δημοσιογράφων στην ίδια κατηγορία και το επιεικώς απαράδεκτο ύφος, γίνεται μια αναφορά σε μια δήλωση του κ. Μάρτενς πέρσυ τον Ιούνιο αναφορικά με τον κ. Τσίπρα, προκειμένου να καταδειχθεί, πόσο δίκιο είχε ο πρόεδρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που έδιωξε το συγκεκριμένο δημοσιογράφο. Μια στιγμή, όμως! Υποτίθεται, ότι το επιτελείο του κ. Τσίπρα είχε ελέγξει τον κ. Μάρτενς και τον είχε βρει κατάλληλο, για να του πάρει συνέντευξη. Συνεπώς, αποκλείεται να μην εγνώριζε την επίμαχη δήλωση.
Προσωπική μου εκτίμηση; Δεν αποκλείεται ο κ. Τσίπρας να μη θυμόταν, ότι είχε κάνει την επίμαχη δήλωση περί υποστολής της ελληνικής σημαίας από ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ. και παράδοσής της στην κα. Μέρκελ Αυτό είναι απολύτως ανθρώπινο. Αλλά το χειρίστηκε με φρικτό τρόπο και αυτός και οι συνεργάτες του. Αρχικά αποχώρησε από τη συνέντευξη και, στη συνέχεια, το επιτελείο του ανέλαβε όχι μόνο να αναζητήσει τον "πληροφοριοδότη" (στην εποχή του Διαδικτύου, για να μην ξεχνιόμαστε) αλλά και να καλύψει τον  κ. Τσίπρα με το παραπάνω, ιταμού ύφους, άρθρο. Στην πραγματικότητα, όμως, τον εξέθεσε. Η δήλωση του κ. Μάρτενς, που αναφέρεται στην "ΑΥΓΗ", είχε διατυπωθεί καιρό πριν από την επίμαχη συνέντευξη. Επομένως, ήταν αδύνατο να μην υπέπεσε στην αντίληψη των συνεργατών του προέδρου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όταν έλεγξαν το παρελθόν του συγκεκριμένου δημοσιογράφου. Και μπορεί αυτό το ατόπημα να μην κοστίσει ιδιαίτερα στη χώρα μας αλλά στο εξωτερικό, όπου η FAZ αντιμετωπίζεται με σεβασμό, η εικόνα, που άφησε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μόνο θετική δεν ήταν.
Κάθε πολιτικός, είτε βρίσκεται στην εξουσία είτε είναι υποψήφιος νομέας αυτής, οφείλει να σέβεται το ρόλο του τύπου και να αποφεύγει, ο ίδιος ή οι συνεργάτες του τυχόν υπαιγινμούς για τους σκοπούς ή την καταγωγή του δημοσιογράφου, στον οποίο ο πολιτικός αυτός παραχώρησε συνέντευξη. Στην εγχώρια πολιτική ζωή, όμως, τέτοιες αρχές αποτελούν περιττά στολίδια στο δρόμο είτε για την κατάκτηση της εξουσίας είτε για τη διατήρησή της.

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Η βολική μεταφορά της ευθύνης

Δεν χρειαζόταν η εμετική αναφορά της κας. Ζαρούλια στην υπόθεση της κόρης του κ. Δραγασάκη, για να γίνει κατανοητό, τι ακριβώς αντιπροσωπεύει το κόμμα, στο οποίο ανήκει η εν λόγω βουλευτίνα. Για την ακρίβεια, το να περιμένει κανείς από τη Χ.Α. να επιδοθεί σε ρεσιτάλ καλών τρόπων είναι σα να αξιώνει κανείς από ένα ελέφαντα να ασχοληθεί με το επαγγελματικό πατινάζ.
Ωστόσο, αν κάτι γίνεται αντιληπτό, με αφορμή το ανωτέρω περιστατικό, αυτό δεν είναι ούτε η σφοδρότητα και η χυδαιότητα της επίθεσης, που εξαπέλυσε η κα. Ζαρούλια προς ένα συνάδελφό της βουλευτή ούτε ο πολλαπλασιασμός αυτών των περιστατικών εκ μέρους των βουλευτών της Χ.Α. Αυτά είναι, δυστυχώς, αναμενόμενα. Όταν μισό εκ. συμπολίτες μας επέλεξαν να ψηφίσουν το συγκεκριμένο κόμμα, ήξεραν πολύ καλά, τι «άνθη» έστελναν στη Βουλή. Άλλωστε, η Χ.Α. ουδέποτε έκρυψε τις ταραγμένες σχέσεις της με το σαβουάρ βιβρ και τη λατρεία της προς τον τραμπουκισμό. 
Δυστυχώς, περίσσεψαν στο Διαδίκτυο αλλά και εκτός αυτού οι δικαιολογίες για την κα. Ζαρούλια, κυρίως με αφορμή την προηγοηθείσα αμέλεια ή απροθυμία του κ. Δραγασάκη να επαναφέρει στην τάξη άλλους συναδέλφους του. Κάποιοι, μάλιστα, δεν δίστασαν να κατηγορήσουν τον κ. Δραγασάκη για επιλεκτική ευαισθησία και, εντεύθεν, να αποφύγουν επιμελώς να καταδικάσουν την αήθη συμπεριφορά της κας. Ζαρούλια. Άλλοι θυμήθηκαν τους κ.κ. Στάθη Παναγούλη και Γιάννη Στάθα, αμφοτέρων βουλευτών του ίδιου κόμματος με αυτό, με το οποίο έχει εκλεγεί ο κ. Δραγασάκης,  και τις ατάκες τους περί εκτελεστικού αποσπάσματος (του πρώτου) ή της μειωτικής αναφοράς του πρώτου στο πρόβλημα υγείας του κ. Σόιμπλε (του δεύτερου), επειδή αμφότεροι δεν τιμωρήθηκαν για τις δηλώσεις τους.
Τα πράγματα είναι απλά, ή, τουλάχιστον, θα έπρεπε να είναι απλά. Όταν ένας βουλευτής δέχεται μια επίθεση, όπως αυτή που δέχθηκε ο κ. Δραγασάκης, η καταδίκη της είναι όχι μόνο επιβεβλημένη αλλά και μονόδρομος, αν επιθυμούμε να εκλείψουν τέτοια φαινόμενα. Μόνο με την απερίφραστη στηλίτευση τέτοιων φαινομένων μπορεί να καταστεί δυνατή η μη επανάληψή τους.
Από τη στιγμή, όμως, που μπαίνει στη μέση η λογική της δικαιολόγησης τέτοιων ελεεινών περιστατικών, τότε, πλέον, ανοίγει ο δρόμος όχι μόνο για τη νομιμοποίησή τους αλλά και για την ενθάρρυνση ακόμα περισσοτέρων να διαπράξουν παρόμοια ανομήματα. Η αντίληψη ότι ένας βουλευτής ή πολιτικός έσφαλε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στο παρελθόν διό και τώρα "δικαίως τα λούζεται", εκτός του ότι οδηγεί στο συμψηφισμό ανομοίων πραγμάτων, ουσιαστικά λειτουργεί ευεργετικά για το δράστη μιας τέτοιας, απαράδεκτης ενέργειας και μεταθέτει τη συζήτηση από το αποτέλεσμα στην υποτιθέμενη αιτία, αφήνοντας το πρώτο ανέγγιχτο. Δεν υπάρχει πιο ανόητο και συνάμα βολικό πράγμα από τη δικαιολόγηση μιας ad hominem επίθεσης - η οποία, εκτός από χυδαία, είναι και ψευδής - με σκοπό την αποφυγή της απόλυτης καταδίκης της. Και δεν υπάρχει πιο πρόσφορος τρόπος να πολλαπλασιαστούν τέτοιες επιθέσεις από την επίκληση διαφόρων δικαιολογιών, όπως η παραπάνω περί κακής ασκήσεως των καθηκόντων του θύματος αυτής της επίθεσης.
Σε μια σοβαρή κοινωνία, πολιτικοί και πολίτες αναλαμβάνουν τις απαιτούμενες πρωτοβουλίες για την καταδίκη τέτοιων φαινομένων και την περιθωριοποίηση των φορέων τους. Στη χώρα μας, όχι μόνο συζητήθηκε στα σοβαρά το δικαίωμα ενός μέλους του κοινοβουλίου να εκφράζεται ελεύθερα, ακόμα και να καθυβρίζει συναδέλφους της, αλλά και το βάρος της συζήτησης μετατέθηκε στις υποτιθέμενες ευθύνες του θύματος για την επίθεση αυτή. Πέρα από την τετριμμένη διαπίστωση, ότι η ανοχή σε τέτοιες πρακτικές είναι προς όφελος της Χ.Α., με την ίδια παθητική στάση πέφτει ακόμα περισσότερο νερό στο μύλο της χυδαιότητος. Και κάποια στιγμή, η χυδαιότητα αυτή θα πλήξει ακόμα περισσότερους, ίσως και εμάς, τους ίδιους, που μπροστά στην αήθη επίθεση μιας βουλευτίνας θυμηθήκαμε τη βολική μεταφορά της ευθύνης από το δράστη στο θύμα.

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Το πραγματικό πρόβλημα της χώρας

            Δεν απαιτούνται γνώσεις προηγμένης αεροναυπηγικής, για να γίνει αντιληπτό, ότι έχουμε πολιτικούς, πολλοί εκ των οποίων σε οποιαδήποτε ευνομούμενη χώρα όχι μόνο δεν θα είχαν επανεκλεγεί αλλά τώρα θα βρίσκονταν πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, καταδικασμένοι για απάτες και άλλα, συναφή εγκλήματα. Κάποιοι εξ αυτών δεν υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή παρά ελαφρά τη καρδία αποφασίζουν για το διασυρμό συνανθρώπων μας, που τους έλαχε να είναι φορείς βαρέων ασθενειών.
            Έχουμε δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι αποφασίζουν για την παράταση της προσωρινής κράτησης συνανθρώπων μας, ακόμα και όταν, σύμφωνα με το νόμο, το ανώτατο όριο αυτής έχει ολοκληρωθεί και οι συνάνθρωποί μας αυτοί πρέπει να αφεθούν ελεύθεροι. Γι’ αυτούς τους λειτουργούς, οι οποίοι κάποτε ορκίστηκαν να περιφρουρούν τη Δικαιοσύνη, ο νόμος μοιάζει περιττό στολίδι μιας κοινωνίας, η οποία πρέπει, κατ’ αυτούς, να αμυνθεί κατά παντός υποθετικού κινδύνου ακόμα και με πλάγια μέσα.
            Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι οι παραπάνω πολιτικοί και δικαστικοί. Όχι! Τους πολιτικούς τους «μαυρίζεις» στις εκλογές και τους στέλνεις σπίτι τους, όταν κρίνεις, ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους ή ενεργούν κόντρα στο κοινό συμφέρον. Οι κακοί δικαστικοί περνούν από πειθαρχικό και είτε ξηλώνονται και αποστέλλονται άναυλοι στο σπίτι τους είτε υφίστανται σοβαρές κυρώσεις, ώστε να μάθουν καλύτερα το νόμο και τις υποχρεώσεις τους.
            Το πραγματικό πρόβλημα αυτής της χώρας είναι οι φαύλοι εκείνοι πολίτες, οι οποίοι θεωρούν, ότι η δική τους ασφάλεια, όπως και αν την ορίζουν, υπερτερεί των όποιων δικαιωμάτων μιας οροθετικής πόρνης ή ενός κρατουμένου, που παραμένει στη φυλακή κατά παράβαση, όσων ορίζει ο νόμος για την προσωρινή κράτηση, και, συνεπώς, στο όνομα της δικής τους ασφάλειας όχι μόνο επιτρέπεται αλλά επιβάλλεται η διαπόμπευσή της. Οι ίδιοι αυτοί πολίτες όχι μόνο σφυρίζουν αδιάφορα στο άκουσμα της παράνομης παράτασης της προσωρινής κράτησης ενός συνανθρώπου τους αλλά τη θεωρούν επιβεβλημένη, επειδή το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι αναρχικός και επιδιώκει την ανατροπή του πολιτεύματος (μερικά από τα επιχειρήματα που διάβασα). Και αν δεν έχει, ακόμα, δικαστεί και ο νόμος προβλέπει, ότι μετά την πάροδο του ανωτάτου ορίου προσωρινής κράτησης ο κρατούμενος πρέπει να αφεθεί ελεύθερος, για τους συμπολίτες μας αυτούς ο κ. Σακκάς έχει κηρυχθεί ένοχος και ορθότατα παρέμεινε κρατούμενος για περισσότερο χρόνο απ’ όσο προβλέπει ο νόμος.  Προ ενός έτους, τα αυτά πρόσωπα θεωρούσαν σωστή την απόφαση του τότε Υπουργού Υγείας, κ. Λοβέρδου, να δίδονται στη δημοσιότητα τα στοιχεία των προσώπων, που έπασχαν από επικίνδυνες μεταδοτικές ασθένειες, διότι έτσι θα τιμωρούνταν ιερόδουλες, που ήταν φορείς των ασθενειών αυτών. Στο μυαλό αυτών των συμπολιτών μας δεν χωρούσε το ενδεχόμενο το νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας των οίκων ανοχής να πάσχει σφόδρα και, εκ του λόγου αυτού, ο έλεγχος των πορνών από τις αρμόδιες υπηρεσίες να είναι όχι απλά πλημμελής αλλά και σχεδόν ανύπαρκτος. Αρκούσε που ο τότε Υπουργός Υγείας με μια κατάπτυστη απόφαση πέταξε στην αρένα μερικές ανυπεράσπιστες πόρνες – όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο, μάλλον δεν αντιλαμβάνεται, ότι η πόρνη δεν έχει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του σώματός της καθώς και ότι η κοινωνία μας την τοποθετεί στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας – αφήνοντας το υπάρχον νομοθετικό καθεστώς εξίσου προβληματικό με πριν και τις πόρνες να σέρνονται από τα αφροδίσια νοσήματα.
            Λυπάμαι, αν στενοχωρώ κάποιους φίλους, αλλά αυτή η κατηγορία συμπολιτών μας είναι απείρως χειρότερη από τους κυβερνώντες μας. Διότι, αν οι τελευταίοι λειτουργούν ασύδοτα και αφήνουν τους υφισταμένους τους να δρουν επίσης ασύδοτα, το οφείλουν στους παραπάνω συμπολίτες μας, οι οποίοι επικροτούν κάθε παράνομη ενέργειά τους, κρίνοντάς την ως απαραίτητη για την ασφάλεια και ευημερία τους. Και ο νόμος και τα ατομικά δικαιώματα των προσώπων, που πλήττονται από τις κυβερνητικές και δικαστικές ατασθαλίες; Ας πάνε να κουρεύονται, σύμφωνα πάντα με αυτούς τους συμπολίτες μας, αρκεί αυτοί να νοιώθουν, ότι δεν απειλείται ο μικρόκοσμός τους!

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Μια εικόνα από το μέλλον

Απέμεναν δέκα λεπτά, μέχρι να τον φωνάξουν να εμφανιστεί.
Έλεγξε με τα δάχτυλά του τον κόμπο της πανάκριβης ιταλικής και νεανικής γραβάτας του. Ίσιωσε τη χωρίστρα του. 10 χρόνια είχε αποχωριστεί το εν χρω κούρεμα και ακόμα ένοιωθε κάπως παράξενα, που κάτι γαργαλούσε την παλάμη του, κάθε φορά που την ύψωνε πάνω από το κεφάλι του. Σκούπισε μηχανικά το πέτο και το μαντίλι του σακακιού του. Προς στιγμή, θυμήθηκε την πρότερη νιότη του, όταν σήκωνε το χέρι είτε για να χαιρετίσει με τον τρόπο, που τον είχαν μάθει στο κόμμα του, είτε για να δώσει το σύνθημα στους συντρόφους του να μπουκάρουν σε στέκια μεταναστών. Α, μια φορά είχε χτυπήσει και μια βουλευτή του ΚΚΕ σε τηλεοπτική εκπομπή. Την είχε γλυτώσει, επειδή η παθούσα δεν είχε υποβάλει έγκληση.
Έπιασε τον εαυτό του να λέει λόγια, όπως "βρωμιάρηδες", "λαθρομετανάστες" και άλλες πολλές με παρεμφερή απαξία. Οι λέξεις ξύπνησαν θύμησες απ' τα όχι και τόσο παλιά. Το σκοτεινό παρασκήνιο του θύμισε εποχές ένδοξες και ανδρειωμένες, όταν με άλλους συντρόφους του εξορμούσε στις γειτονιές των μεταναστών και κυνηγούσε όποιον σκουρόχρωμο έβρισκε μπροστά του ή απειλούσε ομοφυλοφίλους και καλλιτέχνες. Τα μάτια του στριφογύρισαν στις κόχες τους. Η ματιά του έπεσε στην καθαρίστρια, που πάλευε με μια μουντζούρα στον τοίχο. Μετανάστρια, συμπέρανε, από το δέρμα της επιδερμίδας της! Τόσα χρόνια στο κυνήγι, τους είχε μάθει και αυτοί τον είχαν, επίσης, μάθει. Το τρομαγμένο βλέμμα της τον γέμισε ευχαρίστηση. Τι ωραία που θα ήταν να της κολλήσω τη μάπα στον τοίχο, σκέφτηκε. Ένοιωσε την αδρεναλίνη να πετάγεται από κάθε πόρο του δέρματός του. 
Ένα νόημα του βοηθού σκηνοθέτη τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Σε πέντε λεπτά εμφανίζεσαι. Τι ηλίθιος, σκέφτηκε, θα τα τίναζα όλα στον αέρα για μια παρόρμηση. Σε λίγο, θα άρχιζε η συνέντευξή του, η οποία θα μεταδιδόταν σε πανελλήνιο δίκτυο και αυτός σκεφτόταν να τσακίσει τη μούρη μιας "λαθρομετανάστριας". Τα έβαλε με τον εαυτό του. Οι εποχές, που δρούσε με βάση το θυμικό του, είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Το κόμμα του, κάποτε περιθωριακό και με μερικές εκατοντάδες ψήφους πανελλαδικά, συγκέντρωνε, πλέον, το 20% και έπαιζε το ρόλο ρυθμιστή σε μια αποσαθρωμένη κοινωνία, που περίμενε από τους πάλαι ποτέ μαυροντυμένους και σωματώδεις τύπους, τους οποίους πάντοτε συνόδευαν κοπέλες σε όλες τις αποχρώσεις του ξανθού, να βάλει στη θέση τους τους κλέφτες πολιτικούς και να διαλύσει το σάπιο σύστημα. Συνάμα, όμως, μια δεκαετία στα βουλευτικά έδρανα είχε διδάξει αυτόν και το κόμμα του να συγκρατούν τα νεύρα τους. Κάτι ηλίθιοι, που επέμεναν στις παραδοσιακές μεθόδους της βίας και του τραμπουκισμού, είχαν εκδιωχθεί από το κόμμα και τώρα φυτοζωούσαν πουλώντας προστασία σε τριτοκλασάτα μπαράκια ή ξεφορτώνοντας κασόνια σε σούπερ μάρκετς. Ας πρόσεχαν, τόσο τους έκοβε, σκέφτηκε.  Όσοι κατάλαβαν, ότι έπρεπε να προσαρμοστούν, εγκατέλειψαν τις ακραίες κομμώσεις και προσαρμόστηκαν στις νόρμες των αστών, που έπρεπε να προσεταιριστούν. Τέρμα πια οι μπρατσαράδες με τις στενές μπλούζες και τα μουστάκια των οπλαρχηγών του '21! Τέρμα πια τα κουρέματα γουλί! Τέρμα τα άρβυλα και τα μαύρα τζιν! Κομμένοι και οι λεκτικοί αυτοσχεδιασμοί, που προκαλούσαν αλωπεκίαση σε όσους ακροατές γνώριζαν ελληνικά. Είμαστε εθνικιστές και ο καλός εθνικιστής δεν πρέπει να φωνάζει τις καταβολές του, είχε πει ο αρχηγός και οι λιγότερο ανεγκέφαλοι τον είχαν υπακούσει, όπως, άλλωστε, είχαν διδαχθεί από το πρώτο κιόλας λεπτό τους στο κόμμα. 
Δύο λεπτά, έκανε νόημα ο βοηθός σκηνοθέτη. Τώρα και αυτός και οι σύντροφοί του είχαν ντυθεί κοστούμια και γραβάτες, είχαν αφήσει το μαλλί τους να μεγαλώσει 2-3 πόντους, είχαν ιταλικά παπούτσια και βουρ  στα ΜΜΕ. Μερικοί έβαλαν και ζελέ στο μαλλί και έντυσαν το λόγο τους με 5-6 ελληνικούρες, για να δείχνουν μορφωμένοι και καλοί χρήστες της ελληνικής. Κάποιοι πήγαν σε γιατρούς, για να τους αφαιρέσουν τα τατουάζ με τις σβάστικες και τα ζιγκ χάιλ. Τώρα, που το σχέδιο συνεργασίας με τη Ν.Δ. είχε πάρει καλό δρόμο και το κόμμα είχε αποκτήσει ρόλο ρυθμιστή στα πολιτικά πράγματα, το πρόγραμμά του είχε τροποποιηθεί προς το ηπιότερο. Τώρα προείχε η βελτίωση της παιδείας, με σκοπό την εθνική και θρησκευτική διάπλαση των παίδων, με έμφαση στην αύξηση των ωρών διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και την προσθήκη μιας, ακόμα, ώρας θρησκευτικών αλλά και την αποκάθαρση της διδασκαλίας της ιστορίας "από αριστερές επιρροές". Στην οικονομία, οι κραυγές περί καταργήσεων των μνημονίων είχαν αντικατασταθεί από συνθήματα για αληθινή επαναδιαπραγμάτευση μαζί με σχέδιο περί αύξησης της εγχώριας αγροτικής παραγωγής και αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου της χώρας από Έλληνες, για να γίνει η χώρα αυτάρκης και να μην εξαρτάται από τους ξένους. Στην πολιτική, θα αποκάλυπταν όσους πολιτικούς είχαν προδώσει τη χώρα στα ξένα συμφέροντα και θα τους τιμωρούσαν αμείλικτα, ψηφίζοντας νόμους με αναδρομική ισχύ. Στον τομέας της εγκληματικότητας, είχαν ήδη εισηγηθεί την επαναφορά της θανατικής ποινής και την υιοθέτηση του μέτρου των καταναγκαστικών έργων ως μέσου σωφρονισμού των φυλακισμένων. Όσο για τους μετανάστες; Η πρόταση ήταν απλή, όσοι μπήκαν νόμιμα στη χώρα, θα παρέμεναν στη χώρα. Οι υπόλοιποι θα απελαύνονταν.
Ένα λεπτό! Κοίταξε από το παρασκήνιο τον παρουσιαστή. Ήταν ο καλύτερος σύμμαχός του και δεν φοβόταν, μήπως του κάνει κάποια κακή ερώτηση. Η αυτοπεποίθησή του είχε πάει στα ουράνια. Τα πόδια του είχαν βγάλει φτερά. Ούτε υπήρχε περίπτωση να του θυμίσει το παρελθόν του. Άλλωστε, η απάντησή του σε όσους κακεντρεχείς του θύμιζαν τη βίαιη νιότη του ήταν σταθερή. Επρόκειτο για νεανικά ατοπήματα, που όλοι έχουμε κάνει.
Μπαίνεις, μόλις σταματήσει να μιλάει ο παρουσιαστής, έκανε νόημα ο βοηθός σκηνοθέτη. Ο φέρελπις πολιτικός, ο πρώτος βουλευτής των εθνικιστών, που θα έπαιρνε υπουργικό αξίωμα, ο αγαπημένος χιλιάδων νέων, ο επιστήμονας, που συνδύασε την πολιτική με το σεξ απήλ και τον ανδρισμό, που έκανε τις γυναίκες να παραμιλούν στη θέα του, έπαιρνε τη θέση του δίπλα στον παρουσιαστή, που τον  προσφωνούσε :
"Κυρίες και κύριοι, υποδεχθείτε τον .............."
Το κοινό χειροκροτούσε εκστασιασμένο.
Καληνύχτα, Ελλάδα!

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Δεν αρκούν οι οικονομικοί δείκτες


Ακόμα θυμάμαι κάποια σχόλια και άρθρα προ καιρού, τα οποία ενεφάνιζαν μια ακμαία και ευημερούσα οικονομικά Τουρκία και τη συνέκριναν με την χειμαζόμενη Ελλάδα, για να καταλήξουν στο συμπέρασμα, ότι η οικονομική ευμάρεια είναι ο καλύτερος τρόπος για την παγίωση της ειρήνης σε μια χώρα. Μέχρι και κρίσεις, ότι η Τουρκία είναι περισσότερο δημοκρατική χώρα από την Ελλάδα είχαν ακουστεί.
Ελάχιστοι ελάμβαναν υπόψη, ότι πίσω από την απαστράπτουσα εικόνα του κέντρου και των καλών συνοικιών της Κωνσταντινούπολης και των πόλεων των μικρασιατικών παραλίων υπήρχαν γειτονιές εκατομμυρίων απόκληρων στις ίδιες αυτές πόλεις αλλά και πόλεις στη μικρασιατική ενδοχώρα, τις οποίες το τουρκικό οικονομικό θαύμα δεν είχε αγγίξει. Ελάχιστοι ελάμβαναν υπόψη, ότι η κυβέρνηση Ερντογάν είναι βαθύτατα οπισθοδρομική και ελάχιστα δημοκρατική και χωρίς σεβασμό στην ελευθερία του λόγου (72 πρόσωπα απασχολούμενα σε Μ.Μ.Ε. βρίσκονταν σε τουρκικές φυλακές το 2012, σύμφωνα με τους Δημοσιογράφους χωρίς Σύνορα), που επιχειρεί να λάβει μέτρα για την ηθική τάξη, τα οποία περιλαμβάνουν ως και την απαγόρευση του φιλιού στο μετρό. Ελάχιστοι θυμούνται τη δήλωση του πρωθυπουργού, κ. Ερντογάν, ότι επιθυμεί μια θρησκευόμενη νεολαία ή την εικόνα των μαντιλοφορεμένων συζύγων τόσο του κ. Ερντογάν όσο και των υπολοίπων υπουργών του. 
Δεν πιστεύω, ότι το σύνολο των διαμαρτυρομένων στην Πλατεία Ταξίμ είναι κεμαλιστές ή αντιτιθέμενοι στην ανέγερση εμπορικού κέντρου στην ίδια πλατεία και σε σημείο της, όπου υπάρχει πράσινο. Σίγουρα σε μια τέτοια ογκώδη διαδήλωση θα υπάρχουν και φτωχοί άνθρωποι, που διεκδικούν καλύτερο καταμερισμό του πλούτου ή έστω μέτρα ανακούφισης της φτώχειας τους, δημοκράτες με αίτημα για εκδημοκρατισμό της Τουρκίας, πολέμιοι του ισλαμισμού, έστω της μετριοπαθούς μορφής του, που, κατά δήλωση του κ. Ερντογάν, πρεσβεύει το ΑΚΡ, και πολλοί άλλοι. Σε ένα τέτοιο πλήθος είναι φύσει αδύνατο να υπάρξει ιδεολογική και πολιτική ομοιογένεια, ως, επίσης, είναι πολύ νωρίς, για να συμπεράνουμε, αν οι διαδηλωτές θα παραμείνουν και στη συνέχεια ενωμένοι ή θα διασπαστούν.
Δύο μόνο πράγματα είναι σίγουρα μετά τα γεγονότα στην Πλατεία Ταξίμ. Πρώτον, ότι ο Τούρκος ηγέτης είναι γυμνός και προσπάθησε να καλύψει τη γύμνια του επιστρατεύοντας την ίδια λύση, που χρησιμοποιούσαν οι προκάτοχοί του, οι ίδιοι, δηλαδή, που εφάρμοσαν εκείνη την πολιτική, την οποία αυτός δήλωνε, ότι θα ανατρέψει, δηλαδή τη βία. Και, δεύτερον, η οικονομική ευημερία δεν αφορά το μεγαλύτερο μέρος της τουρκικής κοινωνίας και, βέβαια, δεν αποτέλεσε ικανή προϋπόθεση, ώστε να κάνει ακόμα και όσους ωφελήθηκαν από αυτή, ανάμεσά τους και τους ευρισκόμενος πιο κοντά στις ευρωπαϊκές κατακτήσεις κατοίκους της Κωνσταντινούπολης και των πόλεων στα παράλια της Μικρασίας να ξεχάσουν την οπισθοδρομικότητα της κυβέρνησης Ερντογάν και την απόφασή της να καταργήσει τα ελάχιστα εκείνα θετικά στοιχεία, που άφησε ο κεμαλισμός, ήτοι το άθρησκο κράτος και την αδιαφορία για τα ήθη και έθιμα των πολιτών. 

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Με αφορμή μια επέτειο


            Χτες είχαμε την επέτειο από την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και, ως είθισται, δεν έλειψαν οι υπερβολικές αντιδράσεις πένθους για την απώλεια της Βασιλεύουσας, οι οποίες έφτασαν μέχρι του σημείου να ακουστούν τα γνωστά «πάλι με χρόνια με καιρούς» κ.ο.κ. Το φάντασμα της Μεγάλης Ιδέας εξακολουθεί να στοιχειώνει τη μνήμη πολλών συμπολιτών μας 91 χρόνια μετά τον ενταφιασμό της.

            Η πικρή αλήθεια είναι, ότι για πολύ κόσμο τα γεγονότα των τελευταίων στιγμών της Πόλης πριν την εκπόρθησή της παραμένουν νεφελώδη. Ο μύθος της Κερκόπορτας που κάποιος προδότης, ο οποίος πότε είναι εκχριστιανισμένος Οθωμανός και πότε κάποιος Έλληνας, που πρόδωσε το λαό του, άνοιξε, ή των κακών Δυτικών, οι οποίοι μας εκδικήθηκαν, που δεν ενδώσαμε στα αιτήματά τους στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, και δεν απέστειλαν βοήθεια, παραμένουν για πολύ κόσμο οι κύριες αιτίες της Άλωσης. Στο καπάκι, η Εκκλησία της Ελλάδος τιμά τη μνήμη του Γενναδίου Σχολαρίου, πρώτου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μετά την Άλωση, ο οποίος, κατά την επικρατούσα άποψη, διέσωσε το χριστιανισμό πείθοντας προς τούτο το Μωάμεθ το Β’, τον επονομαζόμενο Πορθητή, να τον ορίσει στην ως άνω θέση.

            Ωστόσο, έχει μεγάλη σημασία να δούμε, κατά πόσο ανταποκρίνονται οι παραπάνω ιστορίες στην πραγματικότητα εκείνης της εποχής. Επίσης, χρήσιμο είναι να γνωρίζουμε το ρόλο του Σχολαρίου κατά τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

            Υπήρχε τελικά Κερκόπορτα και προδοσία; Κατ’ αρχάς, αξίζει να συγκρίνουμε τις δύο δυνάμεις, που ήλθαν αντιμέτωπες εκείνη την εποχή. Από τη μια πλευρά, υπήρχε ο οθωμανικός στρατός, ο οποίος με ρεαλιστικές εκτιμήσεις αριθμούσε περί τις 80.000-100.000 τακτικούς με πλήρη εξοπλισμό και δυνατότητα άφθονου ανεφοδιασμού. Πίσω από αυτό το στρατό κρυβόταν η ιδιοφυία του Μωάμεθ του Β’, ο οποίος είχε φροντίσει να εξοπλίσει το στρατό του με σύγχρονα, για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, μέσα (π.χ. πλήρωσε τον Ουρβανό, για να κατασκευάσει το περιβόητο κανόνι του, το οποίο προκάλεσε τεράστια ζημία στα τείχη της Πόλης). Από την άλλη πλευρά, είχαμε μια αυτοκρατορία, που ψυχορραγούσε βουτηγμένη στην παρακμή και τις ταραχές ανάμεσα σε ενωτικούς και ανθενωτικούς και περιελάμβανε, πλέον, μόνο την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Περίπου 7.000 πολεμιστές , εκ των οποίων οι 2.000 ήταν ξένοι, στάθηκαν στις επάλξεις, για να αποκρούσουν τον οθωμανικό στρατό. Τα τείχη της πόλης ευρίσκοντο σε οικτρή κατάσταση, καθόσον δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να συντηρηθούν επαρκώς. Μια τέτοια δυσαναλογία σε ό,τι αφορά τον αριθμό των μαχίμων ήταν καταδικαστική για την πλευρά με το μικρότερο αριθμό, ενώ, αν σκεφτούμε, ότι είχαμε περάσει στην εποχή των τηλεβόλων όπλων, ο χρόνος πολιορκίας μιας πόλεως είχε συντομεύσει κατά πολύ.

            Άρα δεν υπήρξε κάποια προδοσία; Προσωπική μου άποψη είναι, ότι δε χρειαζόταν κάτι τέτοιο, για να πέσει η Πόλη, ειδικά στην κατάσταση στην οποία ευρίσκετο. Κακά τα ψέμματα, όλο και κάποιο τείχος θα κατέρρευσε ολοκληρωτικά ή κάποια πύλη θα υποχώρησε επιτρέποντας σε στίφη Οθωμανών να εισβάλουν στην Πόλη και να σπείρουν τον πανικό (σε επίπεδο στρατού ήταν ίσως το πιο επίφοβο σώμα της εποχής) . Ο μύθος αναφέρεται σε κερκόπορτες και προδοσίες, διότι ίσως είναι πολύ προτιμότερη για τη λαϊκή σοφία η απόδοση της Άλωσης σε παράγοντες, που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ή αντιμετωπιστούν ακόμα και με μέτρα άκρας συνέσεως και επιμελείας, παρά στην πραγματική αδυναμία των αμυνομένων να αποκρούσουν  οριστικά και αμετάκλητα τον οθωμανικό στρατό.

            Δεν φταίνε οι Δυτικοί για την πτώση της Πόλης; Σε καμμία περίπτωση! Κατ’ αρχάς, όπως προαναφέρθηκε παραπάνω, ανάμεσα στους υπερασπιστές της Πόλης υπήρχαν Γενουάτες υπό τον Ιωάννη Ιουστινιάνη, Βενετοί και άλλες εθνότητες. Η συντριπτική πλειοψηφία των Δυτικών, που πολέμησαν για τη Βασιλεύουσα, έδωσαν τη ζωή τους γι’ αυτή. Επίσης, την εποχή εκείνη, οι Οθωμανοί αποτελούσαν τον υπ’ αριθμ. 1 κίνδυνο για τη Δύση, ενώ η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε ελάχιστο προσδόκιμο, αν σκεφτούμε, ότι είχε απομείνει στην επικράτειά της μόνο η Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Κανένα δυτικό κράτος δεν θα ποντάριζε να αποστείλει σοβαρή βοήθεια σε ένα ανίσχυρο κράτος, αφαιρώντας δυνάμεις από άλλες εκτάσεις του. Ο αντίκτυπος από τις μάχες της Νικοπόλεως και της Βάρνας, όπου οι Δυτικοί υπέστησαν σοβαρές ήττες από τους Οθωμανούς, είχαν αποδείξει, ότι η συγκέντρωση δυνάμεων στις ήδη υφιστάμενες κτήσεις τους ήταν καλύτερη λύση από την αποστολή στρατού προς υποστήριξη μιας ημιθανούς αυτοκρατορίας.

            Φυσικά, αξίζει να αναφερθεί, ότι στο μεγαλύτερο διάστημα του 14ου αιώνα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ταλανίστηκε από εμφυλίους πολέμους ανάμεσα στους διεκδικητές του θρόνου. Πρωταγωνιστής αυτών των εμφυλίων ήταν ο Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος, ο οποίος εκθρονίστηκε τρεις φορές, αφού πρόλαβε με δικές του ενέργειες να μετατρέψει του Οθωμανούς σε ρυθμιστές των εσωτερικών της αυτοκρατορίας του, καταβάλλοντας σε αυτούς βαρύ φόρο υποτέλειας και παραχωρώντας τους πόλεις π.χ. Φιλαδέλφεια, για να κερδίσει την υποστήριξή τους. Αυτή η εξασθένηση ήταν αποκλειστικά έργο των Βυζαντινών και καμμία ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί στους Δυτικούς, επειδή μερικές δεκαετίες αργότερα η Πόλη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών.

            Ακόμα και αν η Εκκλησία δεν διεδραμάτιζε αρνητικό ρόλο κατά τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Άλωση ήταν δεδομένη : Αν λάβουμε υπόψη την αδυναμία των Βυζαντινών, προφανώς η Πόλη θα έπεφτε, ακόμα και αν η Εκκλησία ήταν σφόδρα ενωτική. Ωστόσο, η πικρή αλήθεια είναι, ότι η Εκκλησία επέσπευσε το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αρνούμενη έστω για λόγους ανάγκης να υπαναχωρήσει απ’ ό,τι θεωρούσε ως αρχές της. Για την ακρίβεια, ενώ ο Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος πάσχιζε να αποσπάσει τη βοήθεια των Δυτικών στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, υποσχόμενος την Ένωση των Εκκλησιών, η πλειοψηφία των ιερέων φρόντισε να φανατίσει το λαό, ώστε να μην αποδεχθεί αυτή την Ένωση, θεωρώντας ότι είναι προτιμότερο να πέσει η Πόλη στα χέρια των απίστων παρά των Λατίνων. Η υποδοχή που ο λαός επεφύλαξε στον Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο, όταν αυτός επέστρεψε από τη Δύση, ήταν ενδεικτική των προθέσεων της Εκκλησίας. Το τελευταίο πράγμα, που χρειαζόταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ήταν ο διχασμός του λαού. Δυστυχώς, με αυτό το πνεύμα βρήκε ο οθωμανικός στρατός την πολύπαθη Βασιλεύουσα κατά την έναρξη της τελευταίας πολιορκίας. Αποκορύφωμα αυτής της άρνησης της Εκκλησίας να συμπράξει στην άμυνα της Πόλης (λαμπρή εξαίρεση ο ενωτικός καρδινάλιος Ισίδωρος) ήταν οι χιλιάδες μοναχοί, που είχαν κλειστεί στις μονές τους αρνούμενοι να πολεμήσουν και κηρύσσοντας ότι η πτώση της Πόλης είναι θέλημα Θεού, τακτική ολέθρια σε μια κοινωνία αμόρφωτη και γαντζωμένη από τα Θεία.

            Ο Σχολάριος λειτούργησε ρεαλιστικά και χάρη σε αυτόν διατηρήθηκε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και μπήκαν οι βάσεις για τη μετέπειτα πορεία του υπέρ του έθνους : Ο Γεννάδιος (Γεώργιος) Σχολάριος λειτούργησε με βάση το προσωπικό του συμφέρον και μόνο. Από ενωτικός μετετράπη σε σφόδρα ανθενωτικό με την επιστροφή του Ιωάννη Η’ Παλαιολόγου από τη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας και επηρεασμένος από το μέντορά του, Μάρκο Ευγενικό, ο οποίος είχε αρνηθεί να υπογράψει τη σχετική συμφωνία. Σε εποχές που ήταν προς όφελος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας να επικρατήσει ηρεμία στο εσωτερικό της, ο Σχολάριος μαζί με άλλους κληρικούς φρόντιζε να δυναμιτίζει το κλίμα με αποκορύφωμα τα κηρύγματά του, ότι ήταν θέλημα Θεού να πέσει η Πόλη, στη διάρκεια της πολιορκίας της. Κατά την πτώση της, ο Σχολάριος συνελήφθη και σύρθηκε σκλάβος στην Αδριανούπολη, τότε πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου ήλθε σε συνεννόηση με το Μωάμεθ το Β’, ο οποίος του απένειμε τον τίτλο του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Εκτός του ότι σηκώνει πολλά ερωτηματικά, πως ακριβώς πέτυχε ο σκλάβος, πλέον, Σχολάριος να συναντηθεί με το Μωάμεθ, η προθυμία του να συνεργαστεί με εκείνο τον άνθρωπο, ο οποίος είχε δηώσει την Πόλη και καταλύσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όσο ρεαλιστική ή μάλλον ωμή κι αν θεωρηθεί, δείχνει ένα καιροσκοπισμό άνευ προηγουμένου. Φυσικά, ο Μωάμεθ δεν ήταν κάποιος ανόητος σουλτάνος, που δεν είχε αντιληφθεί το ποιόν του Σχολαρίου και τον εξανάγκασε τρεις φορές σε παραίτηση, όταν έκρινε, ότι δεν τον εξυπηρετούσε η παραμονή του στον πατριαρχικό θρόνο. Ωστόσο, τόσο η Πολιτεία όσο και η Εκκλησία εξακολουθούν να τον κατατάσσουν ανάμεσα στους άξιους Πατριάρχες η δε τελευταία τιμά τη μνήμη του στις 25 Αυγούστου.

            Ποια θα ήταν η τύχη της Βασιλεύουσας, αν τελικά είχε αποσταλεί βοήθεια από τους Δυτικούς ή η Εκκλησία τηρούσε διαφορετική στάση; Θεωρώ, ότι θα έπεφτε και πάλι είτε στα χέρια του Μωάμεθ του Β’ είτε σε αυτά κάποιου διαδόχου του. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι την εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, ήτοι 100 χρόνια μετά την Άλωση, ήταν η πιο ισχυρή δύναμη στην Ευρώπη και καμμία ευρωπαϊκή χώρα δεν είχε καταφέρει να την ανακόψει. Για την ακρίβεια, η Πόλη θα μπορούσε να έχει πέσει 50 χρόνια νωρίτερα, επί Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου, αν δεν είχε προηγηθεί η καταστροφική ήττα των Οθωμανών στη μάχη της Άγκυρας το 1402 από τους Μογγόλους του Ταμερλάνου και οι εμφύλιες διαμάχες, που ανάγκασαν τόσο το Μωάμεθ τον Α’ όσο και το Μουράτ το Β’, πατέρα του Πορθητή, να εγκαταλείψουν τα όνειρά τους για κατάληψη της Βασιλεύουσας, δίνοντας έτσι μερικά, ακόμα, χρόνια ζωής στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το γεγονός, όμως, ότι μέσα σε 30 χρόνια από την παραπάνω μάχη οι Οθωμανοί ήταν το ίδιο ισχυροί όπως και πριν αλλά και το γεγονός, ότι οι Βυζαντινοί δεν κατάφεραν να εκμεταλλευτούν, λόγω αδυναμίας τους, τις εμφύλιες διαμάχες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αποτέλεσμα να παραδώσουν όσες πόλεις είχαν καταφέρει να ανακαταλάβουν από τους Οθωμανούς στους Δυτικούς π.χ. Θεσσαλονίκη στους Βενετούς, δείχνει, ότι η πτώση της Πόλης ήταν αναπόφευκτη.

            Αξίζει, τελικά, να θρηνούμε ακόμα και σήμερα για την Άλωση και να τη μνημονεύουμε ως κομμάτι της ιστορίας μας; Η ιστορική μνήμη συνιστά δικαίωμα και όχι υποχρέωση, σε εποχές, που η ένταξη σε κάποιο συλλογικό υποσυνείδητο μοιάζει να μην απασχολεί ολοένα και περισσότερο κόσμο. Η πτώση της Πόλης ήταν δεδομένη με βάση τις πραγματικές συνθήκες της εποχής και θα ήταν τουλάχιστον άστοχο να θρηνούμε για την πτώση της και να ευχόμαστε να ξαναγίνει ελληνική, όταν στην πραγματικότητα ποτέ δεν υπήρξε ελληνική, καθότι οι Βυζαντινοί θεωρούσαν εαυτού Ρωμαίους και όχι Έλληνες, ειδικά αν θυμηθούμε την περιβόητη ρήση του Σχολαρίου «Είμαι χριστιανός, ως εκ τούτου δεν δύναμαι να είμαι Έλλην».

            Ένα πολύ μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας εξακολουθεί να ταυτίζει την ιστορική μνήμη και τον πατριωτισμό με αλυτρωτικές βλέψεις, που ελάχιστα απέχουν από τον μεγαλοϊδεατισμό, που χαρακτήριζε το ελληνικό κράτος μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή. Κανένας δεν εμποδίζει κανένα να θεωρεί κομμάτι της ελληνικής ιστορίας την Άλωση και να τιμά την επέτειό της, πλην, όμως, είναι τουλάχιστον άστοχο να επιχειρείται να μετατραπεί σε κομμάτι αυτής της ιστορικής μνήμης η λογική των χαμένων πατρίδων.     Προσωπικά θεωρώ, ότι είναι προτιμότερο να τιμάται η μνήμη του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου ως του αυτοκράτορα εκείνου, ο οποίος πολέμησε για μια ουσιαστικά χαμένη υπόθεση και επέλεξε να πέσει μαχόμενος παρά να παραδώσει την Πόλη στους Οθωμανούς.

            Εν κατακλείδι, οι συζητήσεις γύρω από την Άλωση μπορούν να συνεχιστούν επ’ άπειρον. Η ιστορία είναι ένας ζωντανός οργανισμός επιδεχόμενος αναθεωρήσεις, αλλαγές και απορρίψεις βάσει επιστημονικών δεδομένων, οπότε τίποτα δεν αποκλείει μετά από μερικά χρόνια να διατυπωθούν νέες θεωρίες για τα αίτια της Άλωσης. Το μόνο σίγουρο είναι, ότι, όσο ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας εξακολουθεί να ασπάζεται μύθους και δοξασίες γύρω από το θέμα αυτό και εξακολουθεί να πιστεύει για μαρμαρωμένους βασιλιάδες, κερκόπορτες και προδότες Δυτικούς, μια ουσιαστική και νηφάλια συζήτηση, 560 χρόνια μετά την Άλωση, δεν πρόκειται να λάβει χώρα.