Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Οι μικρές στιγμές της μεγάλης ευτυχίας

Μου έχει τύχει να με ρωτήσουν, τι αποτελεί απόλυτη ευτυχία για μένα. Είναι μια από εκείνες τις ερωτήσεις, που μπορεί να σε πιάσουν αδιάβαστο, αφού η πλειονότητα των συνανθρώπων μας δεν έχει μπει στη διαδικασία να ταξινομήσει εκείνα τα πράγματα, που την καθιστούν ευτυχισμένη πολλώ δε μάλλον να τα διευκρινίσει, ώστε να τα εκφράσει σε τρίτους, όταν τύχει να ερωτηθεί σχετικά. Και δε νομίζω, ότι αποτελεί έκπληξη η εμπλοκή, που παθαίνει αρκετός κόσμος, όταν του θέτουν την ερώτηση αυτή, και τελικά δεν απαντάει ή δίνει αγχώδεις απαντήσεις, ακριβώς επειδή θεωρεί, ότι πρέπει να δώσει κάποια απάντηση.
Έτυχε να αναλογιστώ αυτή την ερώτηση σήμερα, την ώρα, που απολάμβανα το μεσημεριανό μου καφεδάκι μακρυά από επαγγελματικές έγνοιες και παρέα με καλούς φίλους. Δεν ήταν, προφανώς, η πρώτη φορά, που έπινα καφέ μετά από καιρό ούτε η πρώτη φορά έπειτα από χρόνια, που έβλεπα αυτούς τους φίλους μου και τα θέματα, που συζητήσαμε, δεν ήταν κάτι το ξεχωριστό. Αν επιχειρούσα να χαρακτηρίσω κάπως τη μέρα αυτή, θα έλεγα, ότι επρόκειτο για ένα καθ' όλα συνηθισμένο μεσημέρι Κυριακής, το οποίο ελάχιστα διέφερε από άλλα κυριακάτικα μεσημέρια με φίλους, καφεδάκι και χαλαρή κουβεντούλα.
Και, όμως, συχνά η ευτυχία κρύβεται πίσω από απλά και καθημερινά πράγματα, τα οποία μπορεί να επαναλαμβάνονται με μια συχνότητα αρκετά μεγάλη αλλά δεν παύουν να χαρακτηρίζουν κάποιες όμορφες στιγμές μας. Και η ευτυχία μας δεν κρύβεται απαραίτητα πίσω από ασυνήθιστα πράγματα και σπάνιες κινήσεις αλλά μπορεί να υπάρχει και στα καθημερινά μικρά και συχνά επαναλαμβανόμενα πράγματα, που μπορεί να εκπέμπουν κάποια ρουτίνα αλλά, έστω και έτσι, μας χαρίζουν ευτυχισμένες στιγμές. Φυσικά, η επανάληψη των ίδιων πραγμάτων ίσως μετριάζει τα θετικά συναισθήματα, που μπορεί να νοιώθουμε εκείνες τις στιγμές αλλά αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα τον κανόνα, ιδίως όταν κάποιες στιγμές, που γεμίζουν τις ώρες μας, μας χαρίζουν αγαλλίαση και μας απομακρύνουν από τις σκοτούρες της ζωής.
Διότι ό,τι και αν κάνουμε, αν αυτό μας φέρνει μακρυά από τα βάσανα και τις εκκρεμότητες της καθημερινότητας, αρκεί, ώστε να νοιώσουμε χαρούμενοι, έστω προσωρινά. Και μας απαλλάσσει από το άγχος να αναζητήσουμε την ευτυχία στα ξεχωριστά και ασυνήθιστα και μόνο σε αυτά.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Βιβλία : "Το μυστικό της τελευταίας σελίδας", του Νίκου Χρυσού

Δεν είναι σπάνιες οι φορές, που ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας εκπλήσσει ευχάριστα με το πρωτόλειό του και αφήνει πολλές υποσχέσεις για το συγγραφικό του μέλλον.
Στην κατηγορία αυτή προσωπικά εντάσσω το Νίκο Χρυσό, του οποίου "ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΣΕΛΙΔΑΣ" (Εκδόσεις "ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ") μου άφησε άριστες εντυπώσεις. Ο πρωταγωνιστής του, Χρήστος Κάσιος, βιβλιοκριτικός, δημοσιογράφος, φανατικός βιβλιοφάγος και συλλέκτης παλαιών βιβλίων, βρίσκεται στα πρώτα του "-άντα" και αδυνατεί να συμφιλιωθεί με την εγκατάλειψή του από την κοπέλα του. Μια τυχαία κουβέντα σε μια παρουσίαση βιβλίου για μια λησμονημένη λογοτεχνική παρέα του παρελθόντος θα αποτελέσει το έναυσμα για την αναζήτηση των ιχνών της. Σύντομα, η αναζήτηση αυτή θα μετατραπεί σε εμμονή. Και παράλληλα με την καταβύθισή του στον κόσμο του βιβλίου, θα αρχίσει να αποδίδεται σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα ύμνο στο βιβλίο και τους βιβλιομανείς, χωρίς, ωστόσο, να καταφεύγει σε ωραιοποιήσεις. Πρόσωπα, που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην ανάγνωση βιβλίων αλλά απομονώθηκαν από τον υπόλοιπο κόσμο και το αντελήφθησαν, όταν πια ήταν πολύ αργά, εραστές της γνώσης αλλά και της ομορφιάς των λέξεων, μανιώδεις συλλέκτες βιβλίων και άδολοι στιχοπλόκοι συνθέτουν ένα κόσμο μαγικό αλλά και επικίνδυνο συνάμα, αφού ο κίνδυνος της απομόνωσής τους από τη ζωή ελλοχεύει σε κάθε σελίδα. Διότι η ζωή δεν είναι μόνο στα βιβλία ή, μάλλον, είναι πρωτίστως έξω από τα βιβλία. Και το βιβλίο εμφανίζεται ως το καταφύγιο των ευαίσθητων και καλλιεργημένων ψυχών αλλά και η πιθανή ειρκτή τους.
Παράλληλα, ο συγγραφέας δράττεται την ευκαιρία να στηλιτεύσει τη βιομηχανία της ενημέρωσης, ιδίως των μεγάλων εκδοτικών οίκων, που επιλέγουν τι θα εκδώσουν αλλά και των μύθων, που με περισσή ευκολία πλάθουν και τους καθιστούν πιστευτούς με την αγαστή συνεργασία πανεπιστημιακών και ανθρώπων, που (υποτίθεται ότι) ανήκουν στο χώρο των γραμμάτων. Η προθυμία ορισμένων ανθρώπων των γραμμάτων να συμμετάσχουν σε ένα παιχνίδι κατά της αληθινής γνώσης και ο συμβιβασμός τους με τους κανόνες του αντιπαρατίθενται στην επιθυμία του κεντρικού ήρωα να παραμείνει οπαδός της πραγματικότητας και αρνείται να συνδράμει στην οικονομική εκμετάλλευση των μύθων αυτών από τους μεγαλοεκδότες, κίνηση, την οποία συμβολίζει και η παραίτησή του από τον εκδοτικό όμιλο, στον οποίο εργάζεται. Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας σχολιάζει τη μοναξιά του σύγχρονου νέου ανθρώπου στις μεγαλουπόλεις αλλά και την κρίση των πρώτων "-άντα". Ο πρωταγωνιστής είναι τριγυρισμένος από φίλους και γνωστούς αλλά στην ουσία παραμένει μόνος και στη μοναξιά του κατεφεύγει και αναπολεί τη χαμένη του αγάπη, ενώ δεν δείχνει πρόθυμος να κάνει μια νέα αρχή, αναλογιζόμενος, παράλληλα, την ηλικία του και παραμένοντας απροσπέλαστος για όποιες γυναίκες ενδιαφέρονται γι' αυτόν.
Γραμμένο σε μια στρωτή γλώσσα, που ρέει υπέροχα, με αρκετά στοιχεία ποιητικότητας, που, όμως, δεν κουράζουν, με αρκετές αναφορές σε ποιήματα, με στροφές ποιημάτων ως επικεφαλίδες κάθε κεφαλαίου, οι οποίες σχετίζονται με το θέμα κάθε κεφαλαίου αλλά και παραπομπές σε λογοτέχνες και το έργο τους, θα μαγέψει τους βιβλιόφιλους. Η αναζήτηση της λησμονημένης λογοτεχνικής παρέας δίνεται με πειστικότητα, αν και μια κάποια ένσταση υπάρχει ως προς την αδυναμία λύτρωσης του αναγνώστη ως προς την τελική κατάληξη της αναζήτησης αυτής. Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι άψογα δομημένος και σύμφωνος με τους τριαντάρηδες της γενιάς του, με μια καλλιέργεια, βέβαια, περισσότερη από αυτή, που διαθέτουν οι συνομήλικοί του αλλά και με τις έγνοιες και το λεξιλόγιο της εποχής του, ενώ άρτια σκιαγραφημένοι δείχνουν και οι λοιποί χαρακτήρες του βιβλίου.
Πιθανότατα λάτρεψα το βιβλίο αυτό, επειδή βρίσκομαι στην ίδια ηλικία με τον πρωταγωνιστή του και ορισμένοι από τους προβληματισμούς του απασχολούν και μένα. Αλλά καμμία ταύτισή μου με οποιονδήποτε ήρωα δεν μου επιβάλλει την επιθυμία να ρουφήξω τις σελίδες οποιουδήποτε βιβλίου. Και αυτή η βουλιμική ανάγνωση των σελίδων αυτών προκλήθηκε ακριβώς από αυτή την σπουδαία γραφή του και την εξίσου σπουδαία ανάπτυξη του θέματός του. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Ειδικά στους βιβλιοφάγους!

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

Οι συνέπειες της μονοκρατορίας

Η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος στη χώρα μας υπήρξε πολύ ισχυρή ήδη από τις απαρχές του νεοελληνικού κράτους. Ανεξάρτητη από νωρίς από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ώστε να καλλιεργήσει την επιρροή της στο νεοελληνικό κράτος, άρχισε να εξοπλίζεται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις με προνόμια, που της έδωσαν αναμφισβήτητη δύναμη και κύρος, σε συνδυασμό με την πίστη του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, που φρόντιζε να της κληροδοτεί παντός τύπου ακίνητα. Και, βέβαια, αυτή η γιγάντωση των προνομίων και της περιουσίας της την κατέστησε αδιαμφισβήτητο ρυθμιστή καταστάσεων αλλά και φορέα, που είχε τη δυνατότητα να επηρεάζει κυβερνήσεις, αν έκρινε, ότι οι πολιτικές τους δεν τη συνέφεραν (θυμηθείτε την αποπομπή του αείμνηστου Αντώνη Τρίτση λίγο καιρό μετά τη δημοσίευση του νόμου για την εκκλησιαστική περιουσία, του οποίου ο εν λόγω πολιτικός υπήρξε εμπνευστής).
Φυσικά, ένας φορέας με αντίληψη και ισχύ μονοκράτορα δεν θα μπορούσε παρά να μην ασχολείται με το επίπεδο των προσφερόμενων υπηρεσιών των λειτουργών του και, γενικά, όσων αμείβονται από αυτόν. Διότι πώς αλλιώς μπορεί να αξιολογηθεί το φαινόμενο :
.- Εις εκ των ψαλτών της λειτουργίας της Πρώτης Ανάστασης αμέσως μετά το πέρας της λειτουργίας να εισέρχεται στο ιερό και να μιλάει στο κινητό του, ενώ η Δεξιά Πύλη του ιερού είναι ορθάνοιχτη, με αποτέλεσμα όχι μόνο να τον παρατηρεί το ποίμνιο να πηγαινοέρχεται χειρονομώντας αλλά και να ακούει την ελάχιστη σχέση έχουσα με το πνεύμα της Μεγάλης Εβδομάδος κουβέντα του,
.- Ο ιερέας του ενοριακού ναού να αρνείται να βγει στην κεντρική πύλη της εκκλησίας για να πει το "ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ", επειδή θέλει να εκφράσει με τον τρόπο αυτό τη δυσφορία του, που το ποίμνιό του δεν παραμένει στην εκκλησία μέχρι το πέρας της λειτουργίας της Αναστάσεως και
.- Ο επιφορτισμένος με το καθήκον της βάπτισης ιερέας να αναμένει να ετοιμάσουν οι γονείς τα παιδιά τους για τη βάπτιση κρατώντας με το ένα του χέρι τη μέση του και ακουμπώντας με το άλλο την κολυμπήθρα, σε μια πόζα, που θυμίζει περισσότερο συνοικιακό χασάπη και λιγότερο ιερωμένο, προτού τα βουτήξει με βάρβαρο τρόπο;
Προφανώς και έχει σοβαρότερα προβλήματα να επιλύσει η Εκκλησία της Ελλάδος από αυτά, που προανέφερα. Ωστόσο, σε μια εποχή, που η επιρροή της στον κόσμο δείχνει να μειώνεται, ειδικά στις μικρότερες ηλικίες, φαντάζει τουλάχιστον ανόητο αυτή να επαναπαύεται στα μεγαλεία (λέμε τώρα) παλαιότερων εποχών και να μη φροντίζει να καταστήσει τις υπηρεσίες της περισσότερο ελκυστικές αλλά και τη συμπεριφορά των λειτουργών της περισσότερο επαγγελματική. Εκτός αν επιθυμεί να δικαιώσει όσους απομακρύνονται από τους κόλπους της και της καταλογίζουν τα μύρια απαράδεκτα. Ή, ακόμα περισσότερο, μπορεί να θεωρεί, ότι αρκείται με ένα ποίμνιο χαμηλού διανοητικού και μορφωτικού επιπέδου, το οποίο αρκείται στον εκκλησιασμό του και δεν ενδιαφέρεται για τις παρασπονδίες της Εκκλησίας.
Αλλά τότε ίσως εμείς δεν έχουμε θέση σε αυτό τον οργανισμό.
Χρόνια πολλά σε όλους!

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

Η πίστη σε μια εποχή αμφισβήτησης

Σε μια εποχή έξαρσης του σκεπτικισμού, απόρροια της ευχερέστερης απ' ό,τι στο παρελθόν διακίνησης ιδεών, ο πρώτος στόχος των απανταχού αμφισβητιών είναι η θρησκεία. Ο ρόλος της στην ιστορία, οι σχέσεις της με την εκάστοτε εξουσία, το περιεχόμενο των φερομένων ως ιερών κειμένων της ως και η ίδια η ύπαρξη των ιδρυτών της μπαίνουν στο μικροσκόπιο, αμφισβητούνται και, συχνά απορρίπτονται ως αναληθή. Η επιρροή της στον κόσμο κρίνεται ως κάτι το περιττό, η ηθική παύει να αποτελεί προνόμιο και διδαχή αποκλειστικά του ιερατείου και των κειμένων των θρησκειών άλλως αναπτύσσεται μια τάση, σύμφωνα με την οποία η εκάστοτε κοινωνία μπορεί να είναι φορέας μιας δέσμης αντιλήψεων, που μπορούν να συνοψιστούν σε αυτό, που αποκαλούμε "ηθική", χωρίς να κρίνεται απαραίτητη η μεσολάβηση της θρησκείας πολλώ δε μάλλον να θεωρείται η θρησκεία ως αποκλειστικό φορέας της ηθικής. Και, φυσικά, τίθεται το αμείλικτο ερώτημα, ποια μπορεί να είναι σήμερα η ανάγκη της θρησκείας. Καίρια ερωτήματα, που κερδίζουν περισσότερους οπαδούς καθημερινά, σε μια εποχή, που τα εκκλησιαστικά σκάνδαλα συντρέχουν με τη διάχυση της γνώσης.
Απομένει το περί θείου αίσθημα, που υπάρχει σε αρκετό, ακόμα, κόσμο, απογυμνωμένο, όμως, από τα παραδοσιακά του στηρίγματα. Το πιο βασικό εξ αυτών, η Εκκλησία, δείχνει να χάνεται μέσα σε ένα κυκεώνα σκανδάλων και κακίστων ενεργειών, που απομάκρυναν αρκετό κόσμο από την επιρροή της και ανέδειξαν ακόμα περισσότερο μια αλαζονική και καθόλα ξένη προς το Θείο Λόγο ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία, τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους της. Οι θεωρίες του αθεϊσμού δείχνουν να κερδίζουν έδαφος σε μια κοινωνία, όπου οι παραδοσιακές αξίες μοιάζουν να καταρρέουν. Και ο φανατισμός των λειτουργών των επισήμων θρησκειών ή, τουλάχιστον, η ακραία ερμηνεία των φερομένων ως ιερών κειμένων τους σε μια εποχή, όπου ο Ορθός Λόγος φαίνεται να έχει περισσότερη ισχύ απ' ό,τι άλλες εποχές συντελεί στην περαιτέρω απομάκρυνση του κόσμου από τα θεία.
Πέρα από τη χρησιμότητα του σκεπτικισμού σε μια εποχή, που δείχνει, ότι επιδιώκει να αποβάλλει τις όποιες χρόνιες προκαταλήψεις της, το περί θείου αίσθημα δεν παύει να παραμένει ισχυρό σε αρκετό, ακόμα, κόσμο, ο οποίος ναι μεν γνωρίζει και βδελύσσεται τα στραβά και ανάποδα της Εκκλησίας και των επισήμων θρησκειών αλλά εξακολουθεί να εμπνέεται και να κερδίζει δύναμη από ορισμένα πρόσωπα, που ίδρυσαν και στήριξαν την κάθε θρησκεία. Και τούτο δεν προδίδει απαραίτητα αδυναμία, όπως συχνά παρουσιάζεται, αλλά πίστη σε ορισμένες αξίες, που δίνουν ένα νόημα στην καθημερινότητά μας ή, τουλάχιστον, αυτό πιστεύουν όσοι ασπάζονται μια θρησκεία, πεποιθήσεις, οι οποίες δεν αποκλείεται να συνυπάρχουν με το σκεπτικισμό και τα ρεύματα αμφισβήτησης της εποχής μας.
Ίσως σε αυτές τις περιπτώσεις βρίσκει την εφαρμογή της η ρήση του Αντρέι Ταρκόφσκυ, ότι "αν πιστεύεις, υπάρχει (προφανώς ο Θεός), αν δεν πιστεύεις, δεν υπάρχει". Πίσω από αυτή την ενδεχομένως απλουστευτική λογική κρύβεται η ελευθερία στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός μας, στοιχείο της οποίας μπορεί να είναι οι όποιες μεταφυσικές αναζητήσεις. Και αυτές δεν στηρίζονται απαραίτητα στην ύπαρξη και λειτουργία μιας επίσημης θρησκείας ως και στην υιοθέτηση του τυπικού της αλλά δύνανται να λειτουργούν αυτόνομα και με βάση το βίο και το λόγο του ιδρυτή της, πέρα από ακραίες ερμηνείες ορισμένων εκπροσώπων του ιερατείου, χωρίς να αποκλείουμε την ύπαρξη φωτισμένων ιερέων, που συγκεντρώνουν όσους πιστούς θέλουν να ακούσουν κάτι, που θα τους αγγίξει. Και η πίστη αυτή μπορεί μεν να διαμορφώνει την καθημερινότητα όσων είναι φορείς της αλλά λειτουργεί χωρίς εξαρτήσεις από την επίσημη θρησκεία, πέρα από την άσκηση κάποιων λατρευτικών καθηκόντων και, κυρίως, δεν στρέφεται κατά όσων δεν την ασπάζονται. Και αυτή η πίστη δεν έχει κανένα λόγο να φοβάται την εξέλιξη των αθεϊστικών κινημάτων και, κυρίως, να τα εχθρεύεται.
Απλές έως απλουστευτικές παρατηρήσεις, που εκφράζουν αποκλειστικά τον υποφαινόμενο, που, με αφορμή τις ημέρες του Πάσχα βρήκε την ευκαιρία να τις διατυπώσει.
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

Έαρ άνευ ευχών, με πολλή κατήφεια

Έφτασε Μεγάλη Τετάρτη και είναι η πρώτη φορά, που οι ευχές για "Καλό Πάσχα" και "Καλή Ανάσταση" έβγαιναν με το σταγονόμετρο από τα περισσότερα στόματα. Έμοιαζε σα να είχε πέσει μια επιδημία κατήφειας σε όλο τον κόσμο με συμπτώματα ανησυχητικά και κάθε άλλο παρά συνηθισμένα. Και εκεί, που άλλες εποχές, έως και πέρσυ, άκουγες τέτοιες μέρες τις γνωστές πασχαλινές ευχές, τώρα αυτές είχαν λιγοστέψει. Και, το χειρότερο, συνοδεύονταν από κατσούφικα πρόσωπα.
Δεν ξέρω, αν είμαι ο μόνος, που αισθάνθηκε κάπως έτσι σήμερα το πρωί, όταν βγήκα για τις καθημερινές εργασίες μου. Μπορώ, όμως, να πω, ότι άκουγα ελάχιστες ευχές στο δρόμο, τα καταστήματα και τις υπηρεσίες και τις περισσότερες από αυτές βεβιασμένες και άχρωμες, από εκείνες, που τις λες χωρίς, πραγματικά, να τις εννοείς, μια αγγαρεία, που απλά πρέπει να γίνει μέρες που είναι.
Ίσως να φταίει η οικονομική κρίση, που έχει γονατίσει τον κόσμο, αφού του έχει αφαιρέσει ή περιορίσει δραστικά το κυριότερο μέσο για την εκπλήρωση των αναγκών του. Πιθανότατα η ιεράρχηση των αναγκών μας να είναι, πλέον, τέτοια, που η έκφραση ευχών προς τρίτους να έχει στριμωχτεί κάπου προς το τέλος όσων έχουμε κατατάξει στις υποχρεώσεις μας, ενώ κυριαρχεί η επιθυμία μας να κερδίσουμε περισσότερα χρήματα ή να αγοράσουμε περισσότερα καταναλωτικά αγαθά. Και επειδή μια τάση για αποξένωση υπήρχε και προτού η αγορά βυθιστεί στην υφισταμένη οικονομική κρίση, αυτή ακριβώς η τάση αυξήθηκε, μόλις άρχισαν οι οικονομικές δυσκολίες των περισσοτέρων ή πολύς κόσμος υπέκυψε στον άκρατο καταναλωτισμό.
Μάλλον πλέον ούτε οι γιορτές αρκούν, ώστε να αναστρέψουν ένα ήδη αρνητικό κλίμα στην καθημερινότητά μας. Και αυτό δεν είναι το καλύτερο σημάδι για την κοινωνία μας, εκτός αν αυτή η δυσαρέσκεια αποτελέσει τον κινητήριο μοχλό, ώστε να εξελιχθούμε σαν άνθρωποι μέσα από την επισήμανση των στραβών και ανάποδων της χώρας μας και την προσπάθεια για την καταπολέμησή τους. Αλλά κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα, οπότε θα μας μείνει η κατήφεια να μας συντροφεύει αυτές τις μέρες.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

Πολιτιστική μελαγχολία

Στην Ελλάδα περηφανευόμαστε, ότι δώσαμε τα φώτα στην οικουμένη και καυχιόμαστε, ότι κάποτε εξήγαμε πολιτισμό στα πέρατα της γης. Θεωρούμε, μάλιστα, ότι είμαστε οι άξιοι κληρονόμοι των αρχαίων μας προγόνων και, εκ του λόγου αυτού, και της πολιτιστικής κληρονομίας τους.
Ο Ρός Ντέιλυ πρωτοήλθε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του '70 και δεν ξανάφυγε. Έχοντας μουσικές σπουδές στο ενεργητικό του στην Ιρλανδία, τη γενέθλια χώρα του, εμπλούτισε τις μουσικές του γνώσεις στην Κρήτη, όπου και μένει, μέχρι σήμερα. Μελέτησε και συνεχίζει να μελετάει την κρητική μουσική αλλά και αυτή της Ανατολής και στα πλαίσια αυτής της έρευνάς του ίδρυσε του μουσικό εργαστήριο "ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ", όπου εκτίθενται μουσικά όργανα απ' όλο τον κόσμο αλλά και διοργανώνονται μουσικά σεμινάρια με τη συμμετοχή μαθητών απ' όλο τον κόσμο. Πιθανότατα να είχε κατά νου, ότι μια χώρα, που οι κάτοικοί της έχουν έντονη την πεποίθηση, ότι προέρχονται από προγόνους με λαμπρά πολιτιστικά επιτεύγματα, θα το στήριζε στο σπουδαίο έργο του. Και η αλήθεια είναι, ότι τουλάχιστον η τοπική κοινωνία, όπου εδρεύει το παραπάνω εργαστήριό του, τον στήριζε επί σειρά ετών οικονομικά και ηθικά, για να μη μιλήσουμε για τους θαυμαστές της κρητικής μουσικής από το εξωτερικό, που αποτελούν βασικούς οικονομικούς αιμοδότες του θεσμού αυτού.
Έφτασε, όμως, η ώρα, που αυτή η οικονομική στήριξη κατέστη αδύνατη. Ο τοπικός δήμος δήλωσε αδυναμία να στηρίξει οικονομικά το εργαστήριο του Ρος Ντέιλυ και ο ίδιος ανέστειλε τη λειτουργία του μουσικού εργαστηρίου του. Το Υπουργείο Πολιτισμού, μάλιστα, αρνήθηκε να συνδράμει οικονομικά το θεσμό αυτό. Όχι, δε μιλάμε για κάποιο ξένο Υπουργείο Πολιτισμού αλλά για το δικό μας. Και δεν αποκλείεται, αν ήταν ξένο, να συνέτρεχε οικονομικά το μουσικό αυτό εργαστήριο.
Δε θυμάμαι ποιός είχε πει, ότι η σύγχρονη Ελλάδα μπορεί, στην παρούσα φάση, να εξαγάγει μόνο πολιτισμό. Είχα βρει αυτή την άποψη λιγάκι ακραία, ίσως επειδή θεωρούσα, ότι υπάρχουν και άλλα εξαγώγιμα προϊόντα στη χώρα μας. Αλλά και πάλι δεν είναι λίγο να θεωρείται το κυριότερο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας μας ο πολιτισμός, άλλωστε διαθέτουμε πλούσια και εγνωσμένης σημασίας πολιτιστική κληρονομία.
Δυστυχώς, όμως, πάσχουμε σε δύο τομείς. Πρώτον, διαθέτουμε ένα κράτος, το οποίο ασμένως επιχορηγεί αμφιβόλου πολιτιστικής και αισθητικής αξίας θεσμούς, όπως η Γιουροβίζιον (δεν έχω κάτι με το θεσμό και εύχομαι ο "SAKIS" να διαπρέψει αλλά όχι και να δαπανώνται τόσα χρήματα γι' αυτόν), χωρίς να λησμονούμε τις επιχορηγήσεις αποκλειστικά σε ημέτερους, που κάποιοι τους, βεβαίως, δεν αποκλείεται να αξίζουν τα μάλα αλλά διαιωνίζουν ένα καθεστώς υποταγής, που κάθε άλλο παρά συνάδει με τις επιταγές της πραγματικής δημοκρατίας. Φυσικά, το γεγονός και μόνο, ότι η πλειονότητα των υπαλλήλων, που εργάζονται σε μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους, ακόμα και μέσα στο Υπουργείο Πολιτισμού, είναι συμβασιούχοι, αποδεικνύει, ότι μόνο η αδιαφορία για τον πολιτισμό έχει εξασφαλίσει τη μονιμότητά της στο υπουργείο αυτό. Και, βέβαια, η μονόπλευρη προβολή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού έχει ως θύματά της θεσμούς, όπως το εργαστήριο του Ρος Ντέιλυ και το Μουσείο Ελευθεριάδη-Τεριάντ, για να θυμηθούμε τις πιο πρόσφατες και κραυγαλέες περιπτώσεις.
Φυσικά, για να μη βγάζουμε την ουρίτσα μας απ' έξω, να μην ξεχνάμε, ότι και εμείς πρωτοστατούμε στην απαξίωση αυτή του πολιτισμού μας. Πέραν του γεγονότος, ότι απαξιώνουμε τους αρχαιολογικούς μας χώρους και το σύνολο των πολιτιστικών θεσμών της χώρας μας (σκεφτείτε που πηγαίνουν οι περισσότερες εκδρομές των σχολείων της επαρχίας μας, όταν επισκέπτονται την Αθήνα), αρνούμαστε να εισφέρουμε τον οβολό μας για τη διάσωσή τους. Είτε τα ρίχουμε στο αδιάφορο κράτος, που εμείς, όμως, οικοδομήσαμε και αφήσαμε να θεριέψει η αδιαφορία του, είτε στον ωχαδερφισμό. Και σιγά μην ξέρουν οι περισσότεροι συνέλληνες το Ρος Ντέιλυ. Αν δεν τον περάσουν για ποδοσφαιριστή της Πρέμιερ Λιγκ.... Δεν βγαίνει, βλέπεις, σε κανένα πρωινάδικο ή σε καμμία κουτσομπολίστικη εκπομπή.
Και πόσο κοστίζει, ρε παιδιά, η διάσωση του θεσμού αυτού; Περίπου 45.000 ευρώ, σύμφωνα με τον ιδρυτή του! Πόσο κοστίζει ένας καφές στην Αθήνα ή στον κεντρικό πεζόδρομο της πόλης μου; Γύρω στα 4 ευρώ! Δεν μπορούν να βρεθούν, άραγε, 1.500 συνέλληνες να στερηθούν τον καφέ τους για μια ημέρα, προκειμένου να σωθεί ο "ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ";
Σκέφτομαι, ότι κάπου στη Μεγάλη Βρεττανία το "NATIONAL TRUST", το οποίο βασίζεται κυρίως στην ιδιωτική χρηματοδότηση, σώζει μνημεία της πολιτιστικής κληρονομίας του τόπου αυτού και δεν σας κρύβω, ότι ζηλεύω, που δεν έχουμε ανάλογες ευαισθησίες. Ή, μάλλον, θλίβομαι, που διαθέτουμε περισσότερο παχυδερμισμό από τους Βρεττανούς (και από πολλούς άλλους, γενικότερα).

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Ένα, ακόμα, αναμενόμενο περιστατικό

Τους θυμάμαι εκείνους τους ντροπαλούς και αμίλητους συμμαθητές μου να εισπράττουν σφαλιάρες και ποικίλα σχόλια από τους πιο ξεθαρρεμένους συμμαθητές τους, να τους καλούν σε πάρτυ, όπου τους έκαναν ρεζίλι, να τους κοροϊδεύουν οι γκόμενες κατάμουτρα, να τους γελοιοποιούν μέσα στην τάξη οι καθηγητές, αν τύχαινε και τους έπιαναν αδιάβαστους και, στο τέλος, αυτοί να στέκονται μόνοι τους σε μια άκρη του προαυλίου του σχολείου, χωρίς παρέες και χωρίς κουράγιο. Η απόρριψη αποτελούσε κομμάτι της καθημερινότητάς τους, η ντροπαλοσύνη τους έμοιαζε γαντζωμένη πάνω τους σαν αρρώστια ανίατη και η όλη κατάσταση θύμιζε αιώνια καταδίκη.
Όσοι από αυτούς είχαν κάποια ευφυΐα και επιμέλεια και μπόρεσαν να σπουδάσουν μακρυά από τον τόπο τους και, βέβαια, το επέτρεπαν τα οικονομικά των γονέων τους, χάθηκαν από την πόλη και τους συμμαθητές τους και όσοι επέστρεψαν, είχαν την αυτοπεποίθηση εκείνων, που δεν κρατούν κακία σε όσους τους ταλαιπώρησαν, αφού λογάριαζαν, ότι οι πραγματικές δυσκολίες της ζωής άρχιζαν μετά τις σπουδές. Όσοι, όμως, δε διέθεταν την τύχη αυτή, παρέμειναν σε περιοχές οικείες, όπου το δούλεμα και η περιθωριοποίησή τους συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση ή απλά μετετράπη σε απόλυτη αδιαφορία για το πρόσωπό τους, κατάσταση εξίσου άσχημη. Και αλλοίμονό τους, αν προσπαθούσαν να προσεγγίσουν τους βασανιστές τους και, ακόμα χειρότερα, τις κοπέλες, που τους συναναστρέφονταν! Η απόρριψη τότε έσκαγε ηχηρά στα μούτρα τους σαν κόλαφος αλύπητος.
Δεν γνωρίζω προσωπικά το νεαρό σπουδαστή του ΟΑΕΔ του Ρέντη, που αιματοκύλησε προχτές τη σχολή του. Άφησε, όμως, ένα μήνυμα, όπου εξέφραζε την πίκρα και το μίσος, που ενδεχόμενα θα εξέφραζαν και εκείνοι οι συνεσταλμένοι συμμαθητές μας απέναντι σε όσους τους είχαν λοιδορήσει και απορρίψει. Είχε βιώσει την απόρριψη στο πετσί του και, χωρίς να έχει την παραμικρή υποστήριξη, είχε στραφεί κατά των συμμαθητών του. Και αυτό ακριβώς προκύπτει από το μήνυμα, που άφησε πίσω του, προτού ξεκινήσει για το φονικό έργο του.
Δε χρειάζεται να βρεθεί σε οικονομική κρίση η κοινωνία μας, για να ξεσπάσουν τέτοια φαινόμενα, όπως άκριτα υποστήριξε ο κ. Αλέκος Αλαβάνος. Αρκεί μια ιδιαίτερη συστολή και εν γένει αδυναμία ενός προσώπου από τη μια πλευρά και μια ιδιαίτερη τάση για επίδειξη κακώς εννοούμενης μαγκιάς και τσαμπουκά από την άλλη, για να έχουμε φαινόμενα, όπως αυτό του μοναχικού σπουδαστή. Και υπάρχουν, δυστυχώς, επιστημονικές μελέτες, που αποδεικνύουν, ότι αυτό το φαινόμενο δεν ήταν παρά θέμα χρόνου να συμβεί.
Το θέμα είναι, αν υπάρχει μια πολιτεία ικανή να προλάβει τέτοια φαινόμενα. Και οι εξαγγελίες του κυβερνώντος κόμματος, ότι θα προβεί σε διορισμούς ψυχολόγων στα σχολεία φαντάζουν σαν κοροϊδίες σε αυτιά συνηθισμένα να ακούν υποσχέσεις, που δεν πρόκειται να εκπληρωθούν. Αν, μάλιστα, σκεφτούμε, ότι αυτή τη στιγμή το Υπουργείο Παιδείας έχει αφήσει απλήρωτους του ωρομισθίους καθηγητές και χωρίς συντήρηση αρκετά σχολεία, τότε νομίζω, οτι μπορούμε να απαισιοδοξούμε άφοβα. Και μη χειρότερα!

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Βιβλία : "ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΗ ΑΚΤΗ", του ΠΙΤΕΡ ΤΕΜΠΛ

Αποφάσισα να παραμείνω στα χωράφια της αστυνομικής λογοτεχνίας και η επιλογή μου να διαβάσω την "ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΗ ΑΚΤΗ" του Νοτιοαφρικανικής καταγωγής Πίτερ Τεμπλ, για την οποία έχει ήδη γράψει ο εξαιρετικός librofilo, απεδείχθη επιτυχημένη, καθόσον το συγκεκριμένο βιβλίο διαβάζεται απνευστί, παρά τον όγκο των 430 σελίδων του.
Κεντρικός ήρως του βιβλίου είναι ο αστυνόμος Τζο Κάσιν, ο οποίος, ύστερα από μια επεισοδιακή καταδίωξη ενός κατά συρροήν δολοφόνου, η οποία κόστισε τη ζωή ενός συνεργάτη του, έχει μετατεθεί στο γενέθλιο τόπο του, όπου τίποτα συγκλονιστικό δε συμβαίνει και ζει με τις ενοχές του για το χαμό του συνεργάτη του. Απομονωμένος από τον υπόλοιπο κόσμο, χωρισμένος από τη γυναίκα του και χωρίς να μπορεί να δει το γιό του, θα δει την ήσυχη ζωή της πόλης του να διαταράσσεται από τη δολοφονία ενός σημαίνοντα οικονομικού παράγοντα της περιοχής. Οι υποψίες πέφτουν σε τρεις νεαρούς Αβορίγινες, καθότι η πόλη έχει έντονο το στοιχείο αυτό. Η τοπική αστυνομία επιθυμεί να κλείσει η υπόθεση με τη σύλληψη των νεαρών αυτών. Ο υποψήφιος των τοπικών εκλογών, Αβορίγινας και αυτός, φωνάζει, ότι οι νεαροί αυτοί κατηγορούνται απλά και μόνο, λόγω του χρώματός τους. Και ο πρωταγωνιστής αποφασίζει να ξετυλίξει το κουβάρι αυτής της υπόθεσης, για να ανακαλύψει, τελικά, ότι πίσω από το φόνο αυτό κρύβονται κάποια καλά κρυμμένα μυστικά του παρελθόντος.
Πίσω από μια φαινομενικά ευημερούσα Αυστραλία, κρύβονται ένα σωρό προβλήματα, με τα οποία ασχολείται το βιβλίο αυτό. Ο ρατσισμός σε βάρος των Αβοριγίνων και η αστυνομική βία σε βάρος τους, η ανεργία και τα προβλήματα, που δημιουργεί, η αξιοποίηση των τουριστικών περιοχών εις βάρος του περιβάλλοντος, η σεξουαλική κακοποίηση των ανηλίκων και η ανθρώπινη μοναξιά δίνονται με παραστατικότητα από το συγγραφέα και αποτελούν το φόντο, στο οποίο κινείται ο μοναχικός και γεμάτος ενοχές πρωταγωνιστής. Σταδιακά μας αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας του Τζο Κάσιν και τα αίτια, που το διαμόρφωσαν και οι οικογενειακές του καταβολές. Διχασμένος ανάμεσα στην πεποίθηση, ότι οι Αβορίγινες είναι τα αποπαίδια της τοπικής κοινωνίας και την πίεση, που δέχεται άνωθεν για να κλείσει την υπόθεση με τη σύλληψη των τριών νεαρών Αβοριγίνων, ο πρωταγωνιστής βιώνει αυτή την σύγκρουση έντονα. Το τέλος αυτής της ιστορίας όχι μόνο συμπίπτει με την ανακάλυψη της αλήθειας για το έγκλημα αυτό αλλά και με την πλήρη ανακάλυψη του εαυτού του πρωταγωνιστή.
Δεν πρόκειται, βέβαια, για κλασσικό αστυνομικό μυθιστόρημα αλλά για ένα έντονο σχόλιο πάνω στη σύγχρονη κοινωνία και τα προβλήματά της, απόλυτα ενταγμένο στο ρεύμα των νεότερων συγγραφέων αστυνομικών βιβλίων, όπου το υπό εξιχνίαση έγκλημα συνυπάρχει με τους ποικίλους προβληματισμούς γύρω από την κοινωνία και τον άνθρωπο, χωρίς να λειτουργεί σε βάρος της άριστα δομημένης πλοκής.
Μια αρίστη επιλογή για τους φίλους της καλής λογοτεχνίας και ένα βιβλίο, που δικαιώνει εκείνους, που το τίμησαν με το παγκόσμιο βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Συγγραφέων Αστυνομικού μυθιστορήματος για το 2007.

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Εκπατρισμένη γλώσσα

Η επιμονή μου να καταφεύγω για ενημέρωση σε ένα παραδοσιακό Μ.Μ.Ε., όπως η εφημερίδα, δεν είναι απαραίτητα κακή, καθότι θεωρώ, ότι υπάρχουν, ακόμα, στη χώρα μας κάποια έντυπα, που προσπαθούν να διατηρήσουν ένα κάποιο επίπεδο ενημέρωσης. Σε αυτά εντάσσω και την εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ", η οποία θεωρώ, ότι πασχίζει να ξεχωρίσει από τις περισσότερες εφημερίδες της χώρας μας και να προσελκύσει κάποιο αναγνωστικό κοινό με επίπεδο.
Μόνο, που διαβάζοντας ένα άρθρο της για το γνωστό Ισραηλινό συγγραφέα 'Ααρον Άπελφελντ, ένοιωσα αυτή την εμμονή μου να διαβάζω την εν λόγω εφημερίδα να προδίδεται. Συγκεκριμένα, πέρα από την τακτική της "Ε" να αποφεύγει να τονίζει το κεφαλαίο "α", όπου χρειάζεται (και η οποία, βέβαια, αφορά το σύνολο, σχεδόν, των εντύπων της ημεδαπής), διάβασα, ότι ο παραπάνω συγγραφέας "Γεννήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1932 στην πόλη Τσέρνοβιτς της τότε Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας" και "...και κατέληξε το 1946 στην Παλαιστίνη, δύο χρόνια προτού το Ισραήλ ανακηρυχθεί ανεξάρτητο κράτος. Εκεί έμαθε τα γίντις ..."(για περισσότερα, οράτε www.enet.gr/?i=news.el.article&id=33396).
Ανακαλώντας τις πενιχρές ιστορικές μου γνώσεις, θυμήθηκα, ότι η έρμη η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία διαλύθηκε το 1918, μετά τις συνθήκες του Αγίου Γερμανού και του Τριανόν. Παρ' όλ' αυτά, η δημοσιογράφος του παραπάνω κειμένου επιμένει, ότι εν έτει 1932, όταν γεννήθηκε ο κ. Άπελφελντ, η εν λόγω αυτοκρατορία υφίστατο. Άρα να υποθέσω, ότι θα πρέπει οι απανταχού ιστορικοί να σκίσουν τα πτυχία τους και να αναθεωρήσουν τις όποιες γνώσεις τους για την Κεντρική Ευρώπη μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο;
Περαιτέρω, η δημοσιογράφος του παραπάνω άρθρου αναφέρεται στην εκμάθηση, εκ μέρους του κ. 'Απελφελντ, των "γίντις". Κατ' αρχάς, δεν ήταν καθόλου παράδοξο για τους Εβραίους, που κατοικούσαν στην Ευρώπη τα χρόνια του Μεσοπολέμου να μη γνωρίζουν τη γλώσσα των προγόνων τους. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι σπουδαιότεροι λογοτέχνες εβραϊκής καταγωγής δεν έγραφαν στη γλώσσα των προγόνων τους αλλά σε άλλες γλώσσες, κατά προτίμηση στη γερμανική, όπως ο Φράντς Κάφκα ή ο Πάουλ Τσέλαν. Όσοι, πάλι, Εβραίοι μιλούσαν "εβραϊκά", αυτά ήταν, κυρίως, ένα κράμα γερμανικών, σλαβικών και εβραϊκών λέξεων, που ήταν γνωστά ως "γίντις" και τα μιλούσαν οι Εβραίοι της Ανατολικής Ευρώπης. Δεν τα μιλούσαν, όμως, οι Εβραίοι της Ελλάδος (αυτοί της Θεσσαλονίκης μιλούσαν ένα κράμα εβραϊκών και ισπανικών, καθότι προέρχονταν από τους εκδιωχθέντες Εβραίους της Ισπανίας) ή οι Εβραίοι άλλων περιοχών του κόσμου. Πώς είναι, λοιπόν, δυνατό να διδάσκεται μια διάλεκτος της εβραϊκής γλώσσας σε ένα σχολείο στο μετέπειτα κράτος του Ισραήλ και όχι αυτή καθαυτή η εβραϊκή γλώσσα; Είναι σα να διδάσκουμε σε επαναπατριζόμενα ελληνόπουλα την π.χ. ποντιακή ή την τσακώνικη διάλεκτο (τυχαία τα παραδείγματα). Δεν αποκλείεται, βέβαια, να ταυτίστηκαν στη συνείδηση της συντάκτριας του παραπάνω άρθρου τα "γίντις" με τα "εβραϊκά", ολίσθημα αρκετά συνηθισμένο στην πράξη. Όταν, όμως, εργάζεσαι σε μια εφημερίδα, που επιδιώκει να κρατήσει κάποιο επίπεδο, είναι αμαρτία να αφήνεις να σου ξεφύγουν τέτοια λάθη. Χώρια, που αποδεικνύεις, ότι η επιμέλεια των κειμένων στην εφημερίδα σου είναι μάλλον ελλειπής.
Είναι κρίμα σε μια εποχή, που οι αναγνώστες των εφημερίδων λιγοστεύουν, οι συντάκτες τους να αποθαρρύνουν με την αμέλειά τους και άλλους. Αλλά ίσως τα μηνύματα των καιρών να μη φτάνουν ειδικά στ' αυτιά των συντακτών ορισμένων εφημερίδων.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Εντυπώσεις και ισοπέδωση

Υπέπεσε στην αντίληψή μου ένα άρθρο του κ. Νίκου Δήμου για την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη (περισσότερα www.lifo.gr/content/x6/1906), όπου είδα το γνωστό συγγραφέα και δοκιμιογράφο να προσάπτει ορισμένους χαρακτηρισμούς στο αντικείμενο του άρθρου του αυτού, όπως "μέτρια ηθοποιό", "εγωπαθή", "απολιτική", "γνωστή για τις πολλές ερωτικές περιπέτειές της" και "εθνική κοκότα". Βέβαια, σπεύδει ο κ. Δήμου να γνωστοποιήσει, ότι το τελευταίο παρατσούκλι ανήκει στον "Κολοσσό του Αμαρουσίου", κ. Κατσίμπαλη.
Όμως αυτός ο τελευταίος χαρακτηρισμός μάλλον δίνει και το στίγμα του στο όλο κείμενο του κ. Δήμου. Για να γίνω σαφής, δεν ανήκω στους καθ' έξιν πολέμιους του κ. Δήμου, οι οποίοι δεν είναι και λίγοι στο αχανές Διαδίκτυο. Απεναντίας, σέβομαι την κατάρτισή του, την επιθυμία του να μη δέχεται ως δεδομένους ορισμένους μύθους, που κυριαρχούν στη χώρα μας και το ήπιο και πολιτισμένο ύφος του. Μπορεί αρκετές από τις απόψεις του να μη με βρισκουν σύμφωνο αλλά αυτο δεν αποτελεί παρά τη συνέπεια της πολυφωνίας, που το Διαδικτυο επιτρέπει.
Και το παραπάνω άρθρο του κ. Δήμου ανήκει σε εκείνες τις περιπτώσεις, που διαφωνώ μαζί του. Αν επιθυμούσε να καταρρίψει το μύθο της Μελίνας Μερκούρη, θα μπορούσε να παραθέσει απτά παραδείγματα, που να αποδεικνύουν π.χ. τις μέτριες υποκριτικές της ικανότητες ή τις αδυναμίες της ως πολιτικού. Αντ' αυτού, όμως, ο κ. Δήμου κατέφυγε σε χαρακτηρισμούς αναφορικά με ζητήματα, που αφορούν την αυστηρά προσωπική της ζωή, για να δικαιολογήσει τον προβληματισμό, που του προκαλούν τα επειτειακά αφιερώματα στη Μελίνα Μερκούρη. Δικαίωμά του αναφαίρετο, θα πείτε, να μην εκτιμά την προσωπική ζωή ενός ανθρώπου. Καμμία αντίρρηση αλλά η εκτίμηση των προσωπικών ατασθαλιών ενός ανθρώπου ίσως μετράει, όταν επιθυμούμε να συνάψουμε διαπροσωπικές σχέσεις οποιουδήποτε επιπέδου μαζί του. Όταν κρίνουμε τη διαδρομή του, όμως, στο καλλιτεχνικό ή πολιτικό στερέωμα, εστιάζουμε ή, τουλάχιστον, έτσι κρίνω, ότι πρέπει, στην καλλιτεχνική ή πολιτική του προσφορά και μόνο και σαφώς δεν καταφεύγουμε σε χαρακτηρισμούς, που καμμία σχέση δεν έχουν με τους παραπάνω τομείς. Και ο κ. Δήμου, δυστυχώς, πέφτει σε αυτή την παγίδα. Ήτοι ναι μεν αμφισβητεί το μύθο της Μελίνας αλλά αντί να προσαγάγει κάποια αποδεικτικά στοιχεία, που να ενισχύουν τις θέσεις του, καταφεύγει σε γενικότητες, που προδίδουν και μια αταίριαστη για τον εν λόγω συγγραφέα πεζή διάθεση και αντίληψη. Διότι πώς αλλιώς μπορούν να εκληφθούν εκφράσεις, όπως οι παραπάνω;
Με άλλα λόγια, οι επιλογές, που κάνει ο καθένας στην προσωπική του ζωή, αφορούν αυτόν και μόνο αυτόν. Και δεν δίνουν το στίγμα ενός ανθρώπου με ξεχωριστή προσφορά στην τέχνη και τον εν γένει πολιτισμό μιας χώρας αλλά διαμορφώνουν εντυπώσεις ρηχές, που φανερώνουν μια κριτική αγγίζουσα τα όρια της ισοπέδωσης και του λαϊκισμού, στοιχεία, που δεν περιμένει κανείς από ένα πρόσωπο με την κατάρτιση του κ. Δήμου. Διότι αν η Μελίνα Μερκούρη υπήρξε απολιτική, τούτο ήταν αναφαίρετο δικαίωμά της. Αν ήταν κοσμική, τούτο το κατέκτησε με το υποκριτικό ταλέντο της και δεν είχε καμμία υποχρέωση να ακολουθήσει κάποιο αντισυμβατικό και μακρυά από τα φώτα της δημοσιότητας δρόμο. Και αν, τέλος, υπήρξε δραστήρια ερωτικά, τούτο αφορά αποκλειστικά την ίδια και δεν μπορεί να κριθεί η πολιτιστική και πολιτική της δράση από αυτό πολλώ δε μάλλον από το χονδροειδή χαρακτηρισμό, που της προσήψε ένας αποδεδειγμένα αθυρόστομος κύριος.
Στο τέλος του άρθρου του, βέβαια, ο κ. Δήμου διευκρινίζει, ότι τον απασχολεί αν η αληθινή Μελίνα Μερκούρη ήταν εκείνη, που γνωρίσαμε πριν την επταετία των Συνταγματαρχών ή μετά. Έτσι, όμως, σβήνεται η πολιτιστική προσφορά της Μελίνας Μερκούρη πριν το 1967 και εμφανίζεται μια Μελίνα φτιαγμένη αποκλειστικά σύμφωνα με τις οδηγίες του "Πυγμαλίωνά" της, Ζυλ Ντασσέν. Μόνο που η Γαλάτεια δε φημιζόταν για την προσωπικότητά της, όταν τη γνώρισε ο Πυγμαλίων, κάτι που δεν χαρακτήριζε την προ Ντασσέν Μελίνα. Και παραμένουν οι εντυπώσεις της υποβάθμισης της σπουδαίας αυτής προσωπικότητας μέσα από μιας σειρά από γενικόλογους χαρακτηρισμούς, που αφορούν περισσότερο την προσωπική της ζωή και λιγότερο τα υπόλοιπα και αυτό ενισχύεται και από την επιλογή του κ. Δήμου να στριμώξει κάπου στο τέλος του κειμένου του το ερώτημα, που τον απασχολεί.
Αν, τέλος πάντων, ο κ. Δήμου αναζητεί μια απάντηση στην απορία του, αυτή θα μπορούσε να είναι, ότι η αληθινή Μελίνα Μερκούρη είναι και αυτή προ της χούντας και αυτή μετά τη χούντα. Και θα μπορούσε να αποφύγει αυτή τη δημιουργία δυσμενών εντυπώσεων, αν το ερώτημά του προηγούνταν του "θαψίματος" της Μελίνας Μερκούρη.