Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

Ντιθ Πραν (1943-2008)

Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του '90, όταν είδα την ταινία "Κραυγές στη σιωπή". Ήταν μια εποχή, που το νέο ύφος των νεοσύστατων τότε ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών μάγευαν όσους από μας είμαστε αρκετά μεγάλοι την εποχή της απόλυτης κυριαρχίας της δημόσιας τηλεόρασης και δεν περνούσε ελεύθερη στιγμή μπροστά από την τηλεόραση χωρίς να είμαστε συντονισμένοι μπροστά από κάποιο ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό. Η δημόσια τηλεόραση τα είχε χρειαστεί για τα καλά τότε. Προσπαθούσε να κρατήσεις κοινό προβάλλοντας ταινίες περισσότερο "ψαγμένες", τις οποίες, όμως, ένα νεανικό μυαλό εκείνης της εποχής, σαν το δικό μου, δεν μπορούσε πάντα να συλλάβει.
Ώσπου αποφάσισα να παρακολουθήσω μια από αυτές. Και ήταν η ταινία "Κραυγές στη σιωπή", η οποία διηγούνταν την περιπέτεια ενός δημοσιογράφου από την Καμπότζη στα μέσα της δεκαετίας του'70, όταν οι συγκρούσεις των πιστών στο βασιλιά αυτής της χώρας δυνάμεων με τους Ερυθρούς Χμερ (κομμουνιστές αντάρτες) είχαν πάρει τέλος προς όφελος των τελευταίων, οι οποίοι και προέλαυναν προς την πρωτεύουσα Πνομ Πενχ. Ένας αμερικάνος δημοσιογράφος, ο οποίος είχε σταλεί στη χώρα αυτή για να καλύψει τον πόλεμο αυτό συνδέεται με δυνατή φιλία με ένα ντόπιο φωτογράφο-δημοσιογράφο, τον Ντιθ Πραν, τον οποίο, κατά την αποχώρηση όλων των δυτικών από την Πνομ Πενχ αποπειράται να πάρει μαζί του. Μαζί με την οικογένειά του. Πράγματι, καταφέρνει να σώσει την οικογένειά του αλλά όχι και τον ίδιο, ο οποίος ξεμένει σε μια χώρα έρμαιο των διαθέσεων των Ερυθρών Χμερ.
Την ιστορία της χώρα αυτής στα χρόνια της κυριαρχία των Ερυθρών Χμερ ελάχιστοι την γνωρίζουν. Κατά το χρονικό διάστημα 1975-1979 η χώρα αυτή κλείστηκε στα σύνορά της και επέτρεψε σε έναν άνθρωπο, τον Πολ Ποτ (ψευδώνυμο του Σαλόθ Σαρ, 1925-1998), ο οποίος ηγούνταν των Ερυθρών Χμερ, να τη μετατρέψει σε ένα απέραντο στρατόπεδο καταναγκαστικής αγροτικής εργασίας. Οι πόλεις άδειασαν δια της βίας από τον πληθυσμό τους, ο οποίος μεταφέρθηκε σε αγροκτήματα κρατικά, όπου εξαναγκάστηκαν σε πολύωρη εργασία στους αγρούς κάτω από τις πλέον αντίξοες συνθήκες. Η αιτιολογία ήταν ότι ο αστικός πληθυσμός της Καμπότζης δεν ήταν αρκετά μεγάλος, ώστε να δημιουργηθεί μέσα από αυτόν η εργατική τάξη, που ευαγγελιζόταν ο Μάρξ. Επηρεασμένοι από τις ιδέες του Μάο Τσε Τουνγκ, ο οποίος είχε εμπνευστεί την ιδέα ότι η μόνη πραγματική εργατική τάξη είναι αυτή των αγροτών, θεωρία, την οποία και εφάρμοσε κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης (1966-1976), χωρίς, όμω,ς να αδειάσει τις όχι και λίγες πόλεις της επικράτειάς του, οι Ερυθροί Χμερ εξιδανίκευσαν τη ζωή στους αγρούς, τη μετέτρεψαν σε βάση του πολιτεύματός τους και εκκένωσαν τις πόλεις της Καμπότζης, οι οποίες σύντομα μετετράπησαν σε πόλεις-φαντάσματα. Φυσικά, οι κάοτικοι των πόλεων χαρακτηρίστηκαν συλλήβδην ως αστοί, ακόμα και αν ανήκαν στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, που συσσωρεύονταν στις πόλεις της Καμπότζης αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο και υπέστησαν τα πάνδεινα από τους Ερυθρούς Χμερ. Η μερίδα τροφής, που τους αναλογούσε, ήταν δύο μπωλ σούπας ρυζιού την ημέρα. Αν λάβουμε υπόψη ότι οι Ερυθροί Χμερ θεωρούσαν ότι για τη σύσταση της κοινωνίας, που ευαγγελίζονταν, αρκούσαν 1 έως 2 εκατομμύρια άνθρωποι και ο τότε πληθυσμός της Καμπότζης ανήρχετο σε 7, περίπου, εκατομμύρια ανθρώπους, τότε αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος της απανθρωπιάς του επιτελείου του Πολ Ποτ. Όπως μπορεί εύκολα να αντιληφθεί κανείς πόσο γρήγορα άρχισαν να πεθαίνουν από την ασιτία και τις οικτρές συνθήκες διαβίωσης οι χιλιάδες ξεριζωμένοι "αστικοί εχθροί" του καθεστώτος.
Πολιτικοί του παλαιού καθεστώτος, οι οποίοι δεν είχαν προλάβει να εγκαταλείψουν τη χώρα, όταν κατέρρευσε το καθεστώς του βασιλιά Νοροντόμ Σιχανούκ, υπάλληλοι της κυβέρνησής του, ελεύθεροι επαγγελματίες, έμποροι και άλλοι χαρακτηρίστηκαν ως ταξικοί εχθροί και εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Η κατοχή περιουσιακών στοιχείων απαγορεύτηκε και η κατοχή ειδών, που θεωρούνταν πολυτελή, όπως ένα ρολόι χειρός, αποτελούσαν μια καλή δικαιολογία για να εγκαταλείψει κανείς μια ώρα αρχύτερα τον κόσμο αυτό. Οι διανοούμενοι χαρακτηρίστηκαν εχθροί του νέου καθεστώτος και είχαν και αυτοί την τύχη των ταξικών εχθρών. Αρκούσε, μάλιστα, να φέρεις δυτικότροπα γυαλιά για να εκτελεστείς με συνοπτικές διαδικασίες. Και επειδή τα όπλα και τα πολεμοφόδια του καθεστώτος των Ερυθρών Χμερ δεν υπήρχαν σε περίσσευμα, οι εκτελέσεις γίνονταν με σιδερένιες βέργες, με τις οποίες έπλητταν επανειλημμένως όσα πρόσωπα είχαν χαρακτηρίσει ως αναλώσιμα (προσάπτοντας κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες) μέχρι να τους αφαιρέσουν τη ζωή και στη συνέχεια, τους έθαβαν σε τάφους, τους οποίους είχαν νωρίτερα σκάψει οι ίδιοι οι μελλοθάνατοι. Φυσικά, το ενδεχόμενο να ταφεί κανείς χωρίς να έχει παραδώσει το πνεύμα δεν αποτελούσε κώλυμα ταφής. Ο βαρύτατα τραυματισθείς είχε την ίδια τύχη με τους ήδη μεταστάντες συγκατηγορουμένους του.
Πριν, ακόμα, από την εκτέλεσή τους οι μελλοθάνατοι φωτογραφίζονταν από συνεργείο των Ερυθρών Χμερ. Χιλιάδες από τις φωτογραφίες αυτές έπεσαν στα χέρια ανθρωπιστικών οργανώσεων, μετά την πτώση του καθεστώτος του Πολ Ποτ και ξεκίνησε μια διαδικασία αναγνώρισής τους από τους επιζώντες συγγενείς τους.
Ο ακριβής αριθμός των νεκρών του απάνθρωπου αυτού καθεστώτος δεν είναι ακριβής. Κυμαίνεται από 750.000 ζωές και φτάνει έως το 1,7 εκατομμύρια ζωές, δηλαδή το 1/3 του πληθυσμού. Η τακτική των Ερυθρών Χμερ πριν, ακόμα, επικρατήσουν σε όλη την Καμπότζη, ήταν να εκκενώνουν τις πόλεις και τα χωρία, που κατελάμβαναν και να στέλνουν τον πληθυσμό τους στα στρατοπεδά τους, τα οποία βρίσκονταν βαθειά μέσα στη ζούγκλα. Αυτοί οι άνθρωποι κυριολεκτικά χάνονταν από προσώπου γης και ελάχιστοι από αυτούς επέζησαν χωρίς και αυτοί να μπορούν να βεβαιώσουν τι απέγιναν οι υπόλοιποι ή που είναι θαμμένοι.
Ο Ντιθ Πραν επέζησε, άγνωστο πως και ούτε ενδιαφέρει. Κατάφερε να δραπετεύσει από το στρατόπεδο, όπου ήταν κλεισμένος και διέφυγε από τη χώρα βρίσκοντας καταφύγιο σε στρατόπεδο υποδοχής προσφύγων στην Ταϋλάνδη. Αργότερα, έφτασε στις Η.Π.Α., όπου ήταν εγκατεστημένη η οικογένειά του, και έζησε εκεί το υπόλοιπο της ζωής του, λαμβάνοντας το χρίσμα του πρεσβευτή καλής θελήσεως της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και ιδρύοντας αργότερα οργάνωση για τη διατήρηση της μνήμης του Ολοκαυτώματος της Καμπότζης, ενώ εργάστηκε ως φωτορεπόρτερ στους Τάιμς της Νέας Υόρκης.
Στις περισσότερες χώρες του κόσμου το δράμα της Καμπότζης δεν έγινε ποτέ γνωστό παρά σε μια χούφτα ανθρώπους, που αγωνίζονταν για την προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Στη χώρα μας, το δράμα αυτό έμεινε στην αφάνεια. Ίσως έφταιξε το γεγονός ότι τα πρόσωπα, που δρούσαν σε οργανώσεις για την προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, είχαν μια μάλλον επιλεκτική ευαισθησία σε ό,τι αφορά τις ομάδες εκείνες, που έχρηζαν προστασίας. Η ήδη υφιστάμενη τότε διαμαρτυρία τους για τον αποκλεισμό της Κούβας, για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την πολιτική κατάσταση στην Κεντρική και Λατινική Αμερική, οι πορείες για την Παλαιστίνη ήταν απόλυτα λογικές ενέργειες ανθρώπων, που θέλουν να εμφανίζονται ευαισθητοποιημένοι σε θέματα ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, πλην, όμως, η επιλεκτική αυτή ευασθητοποίηση έδωσε λαβή σε πλείστους όσους επικριτές τους να υποστηρίξουν ότι η ευαισθησία περίσσευε, όταν άνθρωποι σε όλη τη γη υπέφεραν εξαιτίας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής αλλά απουσίαζε, όταν οι Ερυθροί Χμερ, που προφανώς δεν υποκινούνταν από τις Η.Π.Α., εξολόθρευαν τους "αντιφρονούντες" της Καμπότζης. Για φανταστείτε σε μια χώρα το 1/3 να χαρακτηρίζεται έτσι! Έτσι, το μονοπώλιο της προστασίας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων από ανθρώπους με συγκεκριμένους προσανατολισμούς μας αφαίρεσε το δικαίωμα να μάθουμε νωρίτερα αλλά και πληρέστερα τι διαδραματίστηκε στην πολύπαθη αυτή χώρα.
Όλα αυτά τα θυμήθηκα σήμερα, όταν διάβασα ότι ο Ντιθ Πραν έφυγε από τη ζωή στις 30-3-2008 χτυπημένος από την επάρατη νόσο. Ήταν ένας από τους επιζώντες μιας φρίκης και οι εμπειρίες του αποτυπώθηκαν στην ταινία "Κραυγές στη σιωπή". Ο αγγλικός τίτλος της ταινίας είναι "KILLING FIELDS" και με αυτόν ο Ντιθ Πραν εννοούσε τους χώρους, όπου οι ανεπιθύμητοι του καθεστώτος του Πολ Πολ εκτελούνταν με συνοπτικές διαδικασίες. Και θεωρώ ότι ο Ντιθ Πραν είναι ένας άνθρωπος, που η περιπέτειά του στο απάνθρωπο καθεστώς του Πολ Ποτ μπορεί να αποτελέσει ένα καλό παράδειγμα για το τι πραγματικά λαμβάνει χώρα στους παραδείσους των διαφόρων συχνά σωτήρων του κόσμου μας. Και άνθρωποι με τέτοιες περιπέτειες υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί.

Το δικαίωμα της μη ανάρτησης σχολίων

Ένα από τα τεράστια πλεονεκτήματα του Διαδικτύου είναι η δυνατότητα, που έδωσε σε ανθρώπους, που για διάφορους λόγους δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να γράφουν στα ήδη υπάρχοντα έντυπα, που κυκλοφορούν στον κόσμο, να δημιουργήσουν την προσωπική σελίδα τους, και αργότερα ιστολόγιο, όπου μπορούσαν πλέον να αναρτούν τα άρθρα τους, να εκφράζουν τις απόψεις τους, να σχολιάζουν κάποια κακώς κείμενα της καθημερινότητας και τις εξελίξεις σε κάθε τομέα της ζωής. Πόσες φορές δεν αισθάνθηκα να χαζεύω με τις ώρες ένα σπουδαίο άρθρο κάποιου ιστολόγου, που η σκέψη του θα έμενε άγνωστη, αν το Διαδίκτυο δεν υπήρχε; Και πόση φαιά ουσία κατανάλωσα, προκειμένου να συνδιαλλαγώ με άλλον ιστολόγο, του οποίου οι απόψεις με έβρισκαν αντίθετο και, όμως, επέλεξα να ανταλλάξω απόψεις μαζί του, καθώς το ύφος του με έθελξε; Τι και αν στο τέλος βρεθήκαμε να έχουμε αντίθετες απόψεις;
Σε αυτό, βέβαια, συνέβαλε και η αλματώδης πρόοδος στην εγχώρια παραγωγή ιστολογίων. Από τη φύση τους τα ιστολόγια παρέχουν όχι μόνο τη δυνατότητα να αναρτώνται διάφορα σχόλια με ποικίλία περιεχομένου αλλά και το δικαίωμα στους πιθανούς αναγνώστες τους να σχολιάζουν τα γραφόμενα και τις απόψεις του ιστολόγου. Ο διάλογος με συγκεκριμένους ιστολόγους, των οποίων η ευρυμάθεια με συναρπάζει, μόνο κέρδος αποτέλεσε για μένα. Και πιστεύω και για πολλούς άλλους.
Τι γίνεται, όμως, όταν ένας ιστολόγος αποφασίζει να αφαιρέσει από το ιστολόγιό του τη δυνατότητα των αναγνωστών του να κρίνουν τα λεγόμενά του; Ήδη σε λίγα, για την ώρα, ιστολόγια απουσιάζει η γνωστή ένδειξη "ΣΧΟΛΙΑ"(COMMENTS). Το φαινόμενο αυτό δεν έχει, ακόμα τουλάχιστον λάβει μεγάλες διαστάσεις αλλά κανένας δεν είναι σίγουρος πως δεν θα συμβεί και αυτό.
Η απάντηση όσων ιστολόγων έκριναν σκόπιμο να αφαιρέσουν από τους αναγνώστες τους είναι ότι η ενασχόληση με τις απαντήσεις τους αφαιρεί πολύ χρόνο. Σε άλλες περιπτώσεις, δεν μπήκαν καν στον κόπο να δικαιολογήσουν την απόφασή τους να αφαιρέσουν την ένδειξη των σχολίων.
Καταρχάς, είναι δικαίωμα του κάθε ιστολόγου να αποφασίζει αν θα δέχεται σχόλια για τα άρθρα του. Αφενός δεν είναι υποχρεωμένος να απαντά στους επικριτές του αφετέρου η αφαίρεση των σχολίων φαντάζει στα μάτια πολλών ως μια λύση στο πρόβλημα της αποστολής ενοχλητικών μηνυμάτων, όπως και αν αντιλαμβάνεται κανείς αυτή την ενόχληση. Και, βέβαια, σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει η δυνατότητα επικοινωνίας με το διαχειριστή ενός ιστολογίου μέσω της ηλεκτρονικής διευθύνσεώς του (e-mail κατά την καθομιλουμένη).
Κατά την ταπεινή μου άποψη, όμως, το Διαδίκτυο είναι, εκτός από φορέας πολλών και διαφορετικών απόψεων, και φορέας διαλόγου και επικοινωνίας μεταξύ των περιηγητών του. Η ανταλλαγή απόψεων βοηθάει στην καλλιέργεια του διαλόγου και στη διάδοση των ιδεών.
Έπειτα, κατακρίνουμε συχνά τις εφημερίδες για τα άρθρα τους εκείνα, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Και περισσότερο απ' όλα κατακρίνουμε το γεγονός ότι ο γραπτός λόγος λειτουργεί ως μονόλογος, ήτοι ως μη διάλογος. Δεν είναι λίγες οι φορές εκείνες, κατά τις οποίες ουκ ολίγοι φίλοι του διαδικτύου έχουν διαμαρτυρηθεί ότι έχουν διαφωνήσει με γνωστούς δημοσιογράφους σχετικά με άρθρα τους σε κάθε λογής έντυπα και έχουν αποστείλει επιστολές διαμαρτυρίας στα εν λόγω έντυπα. Το παράπονό τους είναι ότι ουδέποτε τους απάντησε ο εν λόγω δημοσιογράφος. Συχνά, μάλιστα, οι ίδιοι δημοσιογράφοι αναρτούν τα ίδια άρθρα και στην προσωπική τους ιστοσελίδα ή σε κάποιο ιστολόγιο, που διαθέτουν. Και στην περίπτωση αυτή, απουσιάζει η ένδειξη "ΣΧΟΛΙΑ", με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η δυνατότητα του ενδιαφερομένου να επικοινωνήσει με τον δημιουργό του άρθρου.
Ξεκαθαρίζω ότι αναγνωρίζω στον καθένα το δικαίωμα να αναρτά τα σχόλιά του χωρίς να υποχρεούται να απαντά στα σχόλια των διαφόρων επικριτών του. Ωστόσο, όταν θέλουμε να δούμε το Διαδίκτυο ως ένα χώρο, όπου η διάδοση των ιδεών και η ελευθερία του διαλόγου είναι πλήρεις και ως αρχές απαράβατες(αρκεί να μην τις καταχράται κανείς), τότε οφείλουμε να αποδεχθούμε ως αναπόσπαστο στοιχείο του ιστολογείν και την ανάρτηση σχολίων. Εκτός αν νομίζουμε ότι με την ανάρτηση της ηλεκτρονικής μας διευθύνσεως λύνουμε και το πρόβλημα της επικοινωνίας, πράγμα με το οποίο προσωπικά διαφωνώ, αφού το νόημα της επικοινωνίας μέσω του Διαδικτύου είναι ακριβώς να είναι προσιτές σε όλους οι απαντήσεις όσων διαβάζουν ό,τι αναρτάται στα διάφορα ιστολόγια, αρκεί, βέβαια, αυτά ,που αναρτώνται, να μην ξεπερούν τα όρια της νομιμότητας. Άλλωστε, και τις διευθύνσεις των διαφόρων εντύπων, που κυκλοφορούν στη χώρα μας, μπορούμε εύκολα να τις ανακαλύψουμε, βρίσκονται στην πρώτη, μετά το εξώφυλλο, σελίδα κάθε εντύπου. Μόνο που η αποστολή μιας επιστολής στα έντυπα αυτά σπανίως φτάνει στον αποδέκτη της και ακόμα πιο σπάνια αναγιγνώσκεται από αυτόν. Και δεν είναι και λίγα τα παράπονα εκείνων των επιστολογράφων, που διαφωνούσαν με τα γραφόμενα κάποιου δημοσιογράφου και έστειλαν επιστολή διαμαρτυρίας, όπου ανέγραφαν και τους λόγους, για τους οποίους διαφωνούσαν με κάτι αλλά και την άποψη, την οποία θεωρούσαν σωστή και, τελικά, ουδέποτε δημοσιεύθηκε η εν λόγω επιστολή. Γιατί να ακολουθούμε τις τακτικές, που τόσο κατακρίνουμε στα έντυπα; Και αν, τέλος πάντων, ένα έντυπο πρέπει να έχει συγκεκριμένο αριθμό σελίδων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πρακτικά η δυνατότητα να δημοσιεύονται όλες ή έστω οι περισσότερες επιστολές των αναγνωστών, αυτή η δικαιολογία δεν υφίσταται για τα ιστολόγια. Χωρίς, φυσικά, να λησμονούμε ότι το Διαδίκτυο είναι, μεταξύ άλλων ,και φορέας διαλόγου μεταξύ των ανθρώπων. Ποιό, λοιπόν, το νόημα του ιστολογείν ,όταν αφαιρείται το δικαίωμα να σχολιάζει ένας τρίτος τα αναρτώμενα σε ένα ιστολόγιο; Βοηθάει το Διαδίκτυο η ύπαρξη ιστολογίων, όπου ο εκάστοτε ιστολόγος μονολογεί ως δάσκαλος παλαιάς εποχής;
Τα συμπεράσματα δικά σας!

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2008

Ψάχνοντας σε άλλα ιστολόγια

Η πρώτη μου εμπειρία με κάποιο ιστολόγιο ήταν με αυτό του κ. Νίκου Δήμου. Δεν ξέρω, αν ήταν ο πρώτος επώνυμος ιστολόγος, σίγουρα, όμως, ήταν εκείνος, του οποίου το ιστολόγιο γνώρισε τεράστια απήχηση, όπως, άλλωστε, και τα γραπτά του. Ανεξάρτητα από τις όποιες ενστάσεις έχω προς τα λεγόμενά του αλλά και τα επιχειρήματα, με τα οποία απαντούσε στους όποιους επικριτές του, δεν μπορώ παρά να παραδεχθώ την ευρυμάθειά του, την ευγένεια ψυχής αλλά και τη σταθερότητα στις απόψεις του, πράγμα, που τον οδήγησε σε πάμπολλες παραιτήσεις από διάφορα έντυπα.
Δεν είχε, όμως, μόνο φίλους ο κ. Δήμου. Είχε και πολλούς εχθρούς. Κάποιοι από αυτούς αντιμάχονταν τις απόψεις του με τρόπο ευγενικό και με επιχειρήματα, που προέδιδαν ανθρώπους με καλλιέργεια και διάθεση να κάνουν διάλογο. Κάποιων, μάλιστα, τα επιχειρήματα μου φαίνονταν περισσότερο ισχυρά και πειστικά από αυτά του κ. Δήμου, ο οποίος, συνήθως, δεν υποχωρούσε ούτε χιλιοστό από τις θέσεις του και ας μην έπειθε γι' αυτές, όμως αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμά του.
Το πρόβλημα αφορούσε εκείνους από τους εχθρούς του, οι οποίοι δεν δίσταζαν να τον υβρίσουν με ταπεινωτικές εκφράσεις. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι σε κάθε κείμενό του υπήρχαν 5-10, τουλάχιστον, απαντήσεις επισκεπτών του ιστολογίου του, οι οποίες είχαν αφαιρεθεί, προφανώς λόγω ανάρμοστου περιεχομένου. Και ο ίδιος το είχε δικαιολογήσει αυτό, αν και κατά την προσωπική μου άποψη δε χρειαζόταν, λέγοντας ότι δεν μπορεί να αφήσει τέτοιες απόψεις να λερώνουν το ιστολόγιό του και κανένα δικαίωμα στη, δήθεν, ελευθερία της έκφρασης δεν επέτρεπε να ακούγονται και να γράφονται τέτοια απρεπή σχόλια.
Βέβαια, αυτή η διαγραφή σχολίων από το ιστολόγιο του κ. Δήμου ουδόλως απέτρεψε τους επίδοξους υβριστές του να συνεχίσουν με άλλους τρόπους το θεάρεστο έργο τους. Σε διάφορα ιστολόγια αναρτήθηκαν άκρως απαράδεκτα- από απόψεως ύφους, σχόλια, σε βάρος του κ. Δήμου λ.χ. γινόταν σε κάποιο ιστολόγιο(ίσως το έχετε διαβάσει, δεν είναι ανάγκη και να το κατονομάσω) λόγος για το "γαμομπλόγκ του κ. Δήμου" ή σατύριζαν με τρόπο άκομψο την απόφασή του να κόψει το κάπνισμα. Και ναι μεν η σάτυρα αυτή δεν ήταν και εντελώς απρεπής, όμως τα σχόλια, που συνόδευαν το σχετικό άρθρο ενέπιπταν στο άρθρο του Ποινικού Κώδικα περί εξυβρίσεως και, μάλιστα, είχαμε και διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος κατά συρροή.
Σε άλλο ιστολόγιο, το οποίο πρόσφατα ανέβηκε στην επιφάνεια της επικαιρότητας, έκαναν την εμφάνισή τους μια σειρά από άρθρα, τα οποία ασχολούνταν με την πορεία του έργου της παρούσης κυβερνήσεως, τα ποσοστά προτίμησης των δύο μεγάλων κομμάτων αλλά και ειδήσεις, που, σύμφωνα με την άποψη του διαχειριστή του συγκεκριμένου ιστολογίου, δεν θα τις δούμε γραμμένες σε καμμία από τις εφημερίδες, που κυκλοφορούν στη χώρα μας. Πρόκειται για μια σειρά άρθρων, με το περιεχόμενο των οποίων μπορεί κανείς να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει, ανάλογα με τις πολιτικές ή κομματικές του πεποιθήσεις.
Ε, λοιπόν, στο συγκεκριμένο ιστολόγιο συχνά κυριαρχούν τα υβριστικά και ανώνυμα μηνύματα, όπου ο ανυποψίαστος περιηγητής των ιστολογίων θα ανακαλύψει ανεκτίμητα διαμάντια του προφορικού πορνογραφικού λόγου αλλά και ιδέες περί συνουσιών, που θα ενέπνεαν το Μαρκ Ντορσέλ να σκηνοθετήσει τσόντες απείρου κάλλους και νοσηρής φαντασίας, αν και το τελευταίο μάλλον παραπέμπει στις ταινίες "snuff", που αναφέρονται στην ταινία "9 χιλιοστά"(την έχουν προβάλει τόσες φορές τα ελληνικά τηλεοπτικά δίκτυα, που κοντεύω να τη μάθω απ' έξω).
Πραγματικά, αναρωτιέμαι μερικές φορές τι είναι εκείνο, που μας ωθεί να εκφράσουμε την αντίθεσή μας με ένα σχόλιο, που βλέπουμε στο διαδίκτυο με τρόπο απρεπή. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ασπαζόμαστε κάθε άποψη, που ακούμε, ούτε, βέβαια, να συμμετέχουμε σε ένα διάλογο, που δεν μας εκφράζει. Όμως, όταν καθήσουμε να ακούσουμε τον ομιλητή ή συνομιλητή μας, οφείλουμε, αν διαφωνούμε μαζί του και θέλουμε να εξωτερικεύσουμε αυτή τη διαφωνία μας, να το σεβαστούμε και να εκφράσουμε την αντίρρησή μας ευγενικά και σίγουρα με τρόπο, που να μην προσβάλλει. Ακόμα περισσότερο, όταν διαχειριζόμαστε ένα ιστολόγιο ή οποιαδήποτε σελίδα στο διαδίκτυο, δεν μπορούμε να δεχόμαστε το μειωτικό σχόλιο του καθενός, ο οποίος στο όνομα της ελευθερίας του λόγου, αποφασίζει να μας σκυλοβρίσει. Ποιά ελευθερία του λόγου μου επιβάλλει να υποστώ τις βωμολοχίες του κάθε αγενούς; Ποιά υποχρέωση έχω να αφήνω τα σκουπίδια των αισχρών να λεκιάζουν την αυλή μου; Με ποιά λογική θα αφήσω το ιστολόγιό μου να γεμίσει με αισχρόλογα του κάθε αμαθούς, που αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να εκφραστεί αλλιώς ;
Υπάρχει και το αντεπιχείρημα στα λεγόμενά μου ότι συχνά ένα άρθρο είναι τόσο συνταρακτικό και προκλητικό, που δεν μπορεί κανείς να το αφήσει αναπάντητο και δη με τρόπο μειωτικό. Και τούτο το έχω ακούσει κυρίως από ακραίους ανθρώπους και των δύο άκρων της πολιτικής. Και μάλιστα από ανθρώπους, που φημίζονται για τη μόρφωση και την κατάρτισή τους! Λυπάμαι αλλά δεν θα πάρω. Κανείς δεν με υποχρεώνει να ακούσω κάτι, το οποίο θεωρώ από αναληθές έως προσβλητικό, οπότε έχω τη δυνατότητα είτε να ανταπαντήσω, αν, βέβαια, επιθυμώ, αλλά κομψά ή, έστω, χωρίς πρόθεση να μειώσω τον άλλο είτε να αποχωρήσω. Κανείς δεν μου δίδει το δικαίωμα να βρίσω. Αν μια άποψη κρίνω ότι είναι εσφαλμένη ή απλά αντικείμενη στις πεποιθήσεις μου, δεν έχω παρά να επιχειρηματολογήσω, ώστε να πείσω για το δίκιο μου. Δεν δικαιολογώ κανένα υβριστή, όσο μορφωμένος και αν εμφανίζεται. Διότι, αν αρχίσει να χρησιμοποιεί μειωτικούς χαρακτηρισμούς, αυτόματα αδυνατώ να συνεχίσω την κουβέντα μαζί του.
Δεν επιθυμώ, λοιπόν, να δικαιολογήσω τον οποιονδήποτε υβριστή και δεν οφείλω να τον ακούσω, όταν αρχίσει να εκστομίζει τις χυδαιολογίες του. Και όταν μιλάω για χυδαιολογίες, μιλάω, φυσικά, για εκείνες τις κουβέντες, που ο μέσος άνθρωπος θεωρεί ως προσβλητικές.
Δεν επιθυμώ, βέβαια, να μετατρέψω τις απόψεις μου σε θέσφατο. Αλλοίμονο, δεν έχω τέτοια πρόθεση, όμως, με απασχολεί η χυδαιότητα, που κυριαρχεί στις μέρες μας και τρυπώνει παντού, αφού πάψαμε να κλείνουμε τα αυτιά μας, όταν την ακούμε να σχίζει με τα ρυπαρά νύχια της τον αέρα και να πασχίζει να τρυπώσει στην κοιλότητα των αυτιών μας. Και χαίρομαι που δεν είμαι ο μόνος, όπως διαπιστώνω και στην τακτική περιήγησή μου στο χώρο του διαδικτύου.

Ψάχνοντας σε άλλα ιστολόγια

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

Περί μέσων απεργίας

Διάβασα πρόσφατα μια επιστολή του κ. Θανάση Παπαγεωργίου, γνωστού ηθοποιού και σκηνοθέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στη νεφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ", με την οποία πρότεινε μια εναλλακτική μορφή αντίδρασης προς τις σχεδιαζόμενες αλλαγές της κυβέρνησης στα ασφαλιστικά ταμεία. Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω πρότεινε να απόσχουμε για μεγάλο χρονικό διάστημα από τα τυχηρά παίγνια, ώστε η κυβέρνηση να απωλέσει σημαντικά κέρδη από την αποχή αυτή. Και είναι γνωστό τοις πάσι ότι ως λαός έχουμε μια έφεση στα τυχηρά παίγνια. Επρόκειτο για μια πρόταση, η οποία έρχεται ως εναλλακτικός τρόπος αντίδρασης σε σχέση με τους επικρατούντες εδώ και καιρό τρόπους, όπως αποκλεισμοί δρόμων, πορείες και άλλα. Νομίζω, όμως, ότι με τον τρόπο αυτό ο κ. Παπαγεωργίου ήθελε να εκφράσει την αντίθεσή του με την πρακτική συγκεκριμένων επαγγελματικών κλάδων, όλως τυχαίως του δημοσίου τομέα, οι οποίοι, προκειμένου να εκφράσουν την αντίρρησή τους προς ένα νόμο, δεν διστάζουν να ενεργούν κατά τρόπο, που να πλήττουν όχι μόνο τα συμφέροντα του κράτους, που υπό προϋποθέσεις δεν είναι αθέμιτο, αλλά, επίσης και συχνά κυρίως, τα συμφέροντα των λοιπών επαγγελματικών ομάδων, οι οποίες συχνά δεν συμμερίζονται τις αντιδράσεις αυτών των κλάδων και, βέβαια, δεν συμφωνούν με αυτούς τους τρόπους διαμαρτυρίας. Η απάντηση στην επιστολή του κ. Παπαγεωργίου ήλθε μερικές ημέρες αργότερα, στην ίδια πάντα εφημερίδα. Ο γράφων έφερε αντιρρήσεις στα λεγόμενα του κ. Παπαγεωργίου, πράγμα σεβαστό σε μια χώρα, που θέλει να λέγεται δημοκρατική, αλλά κάποια αποστροφή του λόγου του μου προξένησε ένα δυσάρεστο συναίσθημα. Συγκεκριμένα, συνέκρινε τη γνωστή φράση, που ακούσαμε στο παρελθόν από το γνωστό, επίσης, ηθοποιό, Δημήτρη Χορν, ότι "ηθοποιός σημαίνει φως" με το σκοτάδι, που μαστίζει τους καιρούς μας και προέκρινε τους παραδοσιακούς τρόπους αντίστασης, ήτοι τις πορείες. Ομολογουμένως δεν πρότεινε περισσότερο βίαιους τρόπους αντίστασης αλλά πιστεύω ότι πολλοί άλλοι επίδοξοι απαντητές της επιστολής του κ. Παπαγεωργίου δεν θα δίσταζαν να τους προτείνουν. Εκείνο, που με θλίβει, είναι ότι οι περισσότεροι συνέλληνες εξακολουθούν να συμμερίζονται την άποψη περί υιοθετήσεως δραστικών μέτρων, ώστε να εκφράσουν έτσι την αντίρρησή τους προς ορισμένες επιλογές των εκάστοτε κυβερνώντων. Πρώτη θέση σε αυτές τις επιλογές έχει ,βέβαια, η πορεία και ο αποκλεισμός των δρόμων σε δεύτερη φάση. Ενίοτε υιοθετούνται και βιαιότεροι τρόποι αντίστασης, όπως το κατέβασμα των διακοπτών, που αποφάσισαν πρόσφατα οι κύριοι, που ηγούνται της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ (ή, πάντως, δεν έκαναν τίποτε για να το αποτρέψουν), η κατάληψη και καταστροφή των κτιρίων των ΑΕΙ (ποιος μπορεί να ξεχάσει τα σπασμένα γραφεία καθηγητών, τα λεηλατημένα εργαστήρια και, κυρίως, την απόρριψη του αιτήματος από την πλευρά των φοιτητικών οργανώσεων αλλά και από μερίδα καθηγητών να εισέλθει η αστυνομία στους χώρους, όπου έλαβαν χώρα τα ανωτέρω περιστατικά, ώστε να μην παραβιαστεί το άσυλο), ο εμπρησμός δημοσίων κτιρίων και αυτοκινήτων(και, ενίοτε, και ιδωτικών) αλλά και άλλοι τρόποι, οι οποίοι αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν. Κοινός παρονομαστής αυτών των τρόπων αντίδρασης είναι η επιθυμία των αντιδρώντων να γίνουν γνωστές οι ενέργειές τους αυτές, διότι "μόνο έτσι καταλαβαίνουν" (οι κρατούντες, προφανώς).
Δεν μπορώ, όμως, να καταλάβω για ποιο λόγο θα πρέπει ο υπόλοιπος κόσμος να υφίσταται την ταλαιπωρία, που προκαλούν στους δρόμους και την καθημερινή ζωή εν γένει οι όποιοι απεργοί. Γιατί, άραγε, ο επαγγελματίας να βλέπει το εμπόρευμά του, το οποίο πρέπει να συντηρηθεί σε ψυγείο, να καταστρέφεται από τις διακοπές ρεύματος; Ποιός θα τον αποζημιώσει; Γιατί ο φοιτητής, που επιθυμεί να τελειώσει τις σπουδές του, ώστε να φύγει για το στρατό ή για συνέχιση των σπουδών του στην αλλοδαπή, να πρέπει να υπομείνει καταλήψεις με συγκεχυμένα συχνά αιτήματα, οι αποφάσεις για τις οποίες λαμβάνονται με τρόπο βίαιο και κάθε άλλο παρά δημοκρατικό; Γιατί ο οδηγός ταξί να πρέπει να παραμείνει ακινητοποιημένος στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας, ώστε να ικανοποιηθεί το αίτημα των όποιων απεργών να κλείσουν το δρόμο, που επέλεξαν, γιατί θέλουν έτσι να αντιδράσουν στην όποια κυβερνητική πολιτική; Γιατί ο γράφων να υποστώ το μαρτύριο, όπως και άλλοι συνομήλικοί μου κατά τη μεγάλη απεργία της ΔΕΗ στις αρχές της περασμένης δεκαετίας (εκείνος ο κ. Μπάκουλης, τότε επικεφαλής της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, μου είχε γίνει τρομερά αντιπαθής) να διαβάζω κάτω από το φως των κεριών, επειδή είχε κοπεί το ρεύμα; Και όλα αυτά τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά. Ο καθένας σας μπορεί να προσθέσει πολλά περισσότερα.
Εκείνο, που θέλω να ξεκαθαρίσω, είναι ότι δεν είμαι αντίθετος στο δικαίωμα στην απεργία. Είμαι ,όμως, αντίθετος στην εκδήλωση της απεργίας με τρόπο, που να επηρεάζει αρνητικά το δικαίωμα του άλλου, που ανήκει σε άλλο επαγγελματικό κλάδο, να εργαστεί. Δεν μπορούν, άραγε, να βρεθούν εναλλακτικές λύσεις;
Άκουγα τις προάλλες κάποιο ραδιοφωνικό σταθμό στην Αθήνα, όπου ο δημοσιογράφος (δεν θυμάμαι το όνομά του) επέκρινε τους εργαζομένους στη ΔΕΗ για την επιλογή τους να κατεβάζουν τους γενικούς, ώστε να μένει η χώρα, έστω κατά μικρά διαστήματα, χωρίς ηλεκτιρκό ρεύμα. Απόρησε, γιατί οι απεργοί δεν επέλεξαν άλλο τρόπο διαμαρτυρίας και πρότεινε, συγκεκριμένα, οι απεργοί να καταλάβουν τα ταμεία της ΔΕΗ, όπου εκδίδονται οι λογαριασμοί κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος. Τότε και ζημία δεν θα έκαναν στον πολύ κόσμο και η συγκεκριμένη μορφή αντίδρασης θα κέρδιζε πολλούς υποστηρικτές.
Δυστυχώς, όμως, στη χώρα μας υιοθετούμε ασμένως τις πιο ακραίες λύσεις. Ίσως έχει να κάνει με την προβολή, της οποίας τυγχάνουν αυτές οι ακραίες αντιδράσεις από τα Μ.Μ.Ε. Δεν είναι τυχαίος ο διαγκωνισμός πολλών απεργών μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, όταν τις δουν, αλλά και η σπουδή τους να κάνουν δηλώσεις. Και απορεί κανείς αν το ζητούμενο είναι να μας πάρουν τα κανάλια ή να δράσουμε αποτελεσματικά και κατά τρόπο, που να μην πλήττει πρόσωπα και κλάδους, που, σε τελική ανάλυση, δεν φταίνε τίποτα να υφίστανται τις παρενέργειες μιας απεργίας.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, λείπει και η απαιτούμενη νηφαλιότητα, ώστε να γίνει μια συζήτηση για πιθανούς άλλους τρόπους δράσης από την πλευρά των απεργών. Όταν, τυχόν, τίθεται η υιοθέτηση μιας εναλλακτικής μορφής απεργίας, τότε κατακλύζονται τα κανάλια από δηλώσεις τύπου "μας περιορίζουν το δικαίωμα στην απεργία" και άλλα συναφή. Και κανείς από τους συμμετέχοντες στην απεργία δεν έχει, συχνά, τον καθαρό νου να δει ότι μια απεργία μπορεί να είναι αποτελεσματική και χωρίς να εκφράζεται με ακραίο τρόπο.
Η άποψη του αντιλέγοντος στην επιστολή του κ. Παπαγεωργίου είναι ότι στην Ιστορία μόνο με μεγάλους αγώνες κατακτήθηκαν κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα. Συμφωνώ απόλυτα, μόνο που τότε τα ήθη και έθιμα ήταν σαφώς λιγότερο ήμερα από σήμερα, με αποτέλεσμα τέτοιοι τρόποι αντίδρασης να φαντάζουν συνηθισμένοι και πάντως όχι ακραίοι, χώρια που δεν υπήρχαν τότε άλλοι τρόποι για να καταστήσει κανείς γνωστή την αντίδρασή του σε κάτι και, κυρίως, τα τότε Μ.Μ.Ε. ήταν σαφώς πιο εχθρικά προς αυτές τις κινητοποιήσεις. Σήμερα, όμως, που υπάρχουν πολλαπλά μέσα αντίδρασης (ποιος μπορεί να ξεχάσει τη μεγαλειώδη συγκέντρωση μπροστά από τη Βουλή την επομένη της θέσης υπό έλεγχο της μεγάλης πυρκαγιάς, που αποτέφρωσε το μεγαλύτερο μέρος της Πάρνηθας, η οποία ξεκίνησε από διάφορα ιστολόγια), η επιμονή σε παλαιούς τρόπους εκδήλωσης του δικαιώματος του απεργείν φαντάζει εσφαλμένη.
Ίσως να είμαι υπερβολικά ατομιστής, ώστε να μη λογαριάζω τις ανάγκες κάποιων ανθρώπων, οι οποίοι θεωρούν ότι δεν έχουν άλλο μέσο αντίδρασης προς την όποια δυσμενή γι' αυτούς κυβερνητική αλλαγή. Όμως δεν μπορώ να αναγνωρίσω ότι το δικαίωμα κάποιου να απεργήσει πρέπει να γίνεται σε βάρος του δικαιώματός μου να συνεχίσω να εργάζομαι.

Ξεκινώντας....

Ξεκινώ, λοιπόν και εγώ την περιήγησή μου στο χώρο του ιστολογείν. Συμπαθάτε με για τον κάπως αδόκιμο όρο αλλά θεωρώ ότι διαθέτουμε τόσες ωραία γλώσσα, που είναι αμαρτία να καταλήγουμε να χρησιμοποιούμε με τόση επιμονή ξένες λέξεις πολλώ δε μάλλον, που μιλάμε για μια λέξα,η η οποία δεν χρησιμοποιείται δα και τόσα χρόνια, ώστε να έχει επικρατήσει στη ζωή μας, όπως λ.χ. το ραντάρ.
Δε διεκδικώ το αλάθητο για την άποψή μου αυτή, όπως και για όσες θα αναρτήσω στο μέλλον από αυτό το ιστολόγιο. Δέχομαι την κριτική όλων, αρκεί να είναι καλόπιστη και θα προτιμούσα τα σχόλια να μην είναι ανώνυμα. Διότι καλή η ανωνυμία και προστατεύεται από το Νόμο αλλά όταν καταλήγει να προστατεύει τον υβριστή, τότε καλύτερα να το κλείσουμε το κατάστημα μια ώρα αρχύτερα και απλά να συμμετέχουμε σε ήδη υφιστάμενα ιστολόγια, όπου ίσως οι δημιουργοί τους έχουν περισσότερες αντοχές και ανοχές συνάμα στη χυδαιότητα, που κατακλύζει συχνά πολλά επώνυμα ιστολόγια (μια ματιά σε διάφορα ιστολόγια πείθει).

Ας μην ξεκινάμε απαισιόδοξα, λοιπόν! Ώρα καλή στην πρύμνη μας!