Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Μάταιες αυξήσεις και παράλογες περικοπές

Διαβάζω στην "Ε" σήμερα, ότι στο Γραφείο του Πρωθυπουργού προβλέπονται 105 θέσεις εργασίας μετακλητών υπαλλήλων, οι οποίες, μάλιστα, αυξήθηκαν πρόσφατα κατά 20, προκειμένου να αντιμετωπιστούν "μελλοντικές ανάγκες".
Όταν ακούω για μελλοντικές ανάγκες μιας υπηρεσίας στη χώρα μας, ο νους μου πάει αναπόφευκτα στο βόλεμα ημετέρων, ιδίως αν η υπηρεσία, όπου προβλέπεται η αύξηση των θέσεων αυτών, προδίδει ιδιαίτερα ελκυστικό καθεστώς. Σε μια χώρα, όπου υπάρχουν κραυγαλέες ελλείψεις σε προσωπικό σε υπηρεσίες, όπως νοσοκομεία, ΟΚΑΝΑ, ή εμφανίζεται το φαινόμενο της ανισοκατανομής του προσωπικού σε άλλες υπηρεσίες (πρόσφατα διάβαζα, ότι σε κάποιο σχολείο της Κοζάνης υπηρετούν 19 γυμναστές, ενώ σε άλλα σχολεία δεν υπάρχει ούτε ένας), ακούγεται ευτράπελη η αύξηση του προσωπικού μιας υπηρεσίας, όπως το Γραφείο του Πρωθυπουργού πολλώ δε μάλλον η επίκληση μελλοντικών αναγκών, τη στιγμή που η ανάγκη πάταξης της διασπάθισης του δημοσίου χρήματος φαντάζει επιτακτική.
Την ίδια στιγμή, διαβάζω στην ίδια παραπάνω εφημερίδα, ότι επίκειται το κλείσιμο του Ελληνικού Προξενείου στο Αννόβερο, το οποίο, εξ όσων γνωρίζω από φιλικά μου πρόσωπα, που έχουν εργαστεί εκεί, εξυπηρετεί τουλάχιστον 35.000 Έλληνες, που ζουν στην ευρύτερη περιοχή, μετά το κλείσιμο του αντίστοιχου Προξενείου στο Ντόρτμουντ. Σε παλαιότερη ανάρτησή μου είχα αναφερθεί στην περίπτωση υπαλλήλου σε Ελληνική Πρεσβεία, ο οποίος ήταν συμβασιούχος και είχε μείνει απλήρωτος για αρκετό καιρό. Επρόκειτο για ένα περιστατικό, το οποίο αποδεικνύει, ότι σε μια εποχή, που η χώρα μας έχει ανάγκη προώθησης των συμφερόντων της στο εξωτερικό, το κράτος αμελεί συστηματικά να βελτιώσει την εικόνα του μέσω των πρεσβειών και προξενείων του. Και το επικείμενο κλείσιμο του Προξενείου στο Αννόβερο πιστοποιεί ακριβώς αυτή την τάση του Ελληνικού Δημοσίου.
Δυσκολεύομαι να σκεφτώ, ότι υπήρχε ανάγκη να αυξηθεί το προσωπικό του Γραφείου του Πρωθυπουργού, ώστε να καλυφθούν αόριστες "μελλοντικές ανάγκες". Και σίγουρα δεν με πείθει το κλείσιμο ενός, ακόμα, Προξενείου με το πρόσχημα της εξοικονόμησης χρημάτων.

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Στο έλεος των συγκρατουμένων τους και της κοινωνίας

Με την είσοδό τους στις φυλακές Τριπόλεως ο κρατούμενος, που ομολόγησε τη δολοφονία της 11χρονης σε κάποιο χωριό της Αρκαδίας δέχθηκε επίθεση από συγκρατούμενό του. Κρίνοντας από το νόμο των φυλακών, φοβάμαι, ότι δεν θα είναι και η τελευταία. Πριν από κάποια χρόνια, ανάλογες επιθέσεις είχε δεχθεί και ο γνωστός Μανώλης Δουρής στη φυλακή, όπου κρατούνταν.
Ένα σημαντικό κομμάτι των Μ.Μ.Ε. έχει αποδοθεί τα τελευταία χρόνια σε μια προσπάθεια να περάσει στην κοινή γνώμη την άποψη, ότι για ορισμένα αδικήματα πρέπει να επανέλθει η θανατική ποινή. Δεν είναι δύσκολο να ψηθεί ο κόσμος για κάτι τέτοιο. Αρκεί η παράθεση ανατριχιαστικών λεπτομερειών του τάδε εγκλήματος, κάποιοι συγγενείς και περίοικοι της οικογένειας του θύματος, που οδύρονται για το θανατικό και φωνάζουν, ότι ο δράστης πρέπει να θανατωθεί και το γλυκό έδεσε. Και, βέβαια, στην εποχή της τεχνολογίας, δεν λείπουν και οι υπέρμαχοι της θανατικής ποινής στο Διαδίκτυο. Κανένας από τους παραπάνω φωνασκούντες, όμως, δεν παραθέτει στην επιχειρηματολογία του, ότι η χώρα μας έχει υπογράψει διεθνείς συμβάσεις, με τις οποίες αποδέχθηκε την κατάργηση της θανατικής ποινής αλλά μπροστά στο λαϊκισμό αυτά είναι ψιλά γράμματα. Κάποιοι, μάλιστα, θα επικαλεστούν το επικείμενο δημοψήφισμα στην Ελβετία για την επαναφορά της θανατικής ποινής, αγνοώντας, ότι αυτό αποσύρθηκε.Και αφού ένα κομμάτι της κοινωνίας μας αποδέχεται την αναγκαιότητα επαναφοράς της θανατικής ποινής, είναι επόμενο, ότι στο άκουσμα του παραπάνω κρατουμένου οι υποστηρικτές της θανατικής ποινής απλά θα σφυρίξουν αδιάφορα για την τύχη, αν δεν υπαινιχθούν, ότι του αξίζει να δεινοπαθήσει στη φυλακή.
Η πείρα έχει διδάξει, ότι ο νόμος των φυλακών είναι ιδιαίτερα αμείλικτος σε ό,τι αφορά τους δράστες στυγερών εγκλημάτων σε βάρος ανηλίκων. Εκτός από την περίπτωση του Μανώλη Δουρή, υπήρξαν και άλλοι υπόδικοι αλλά και καταδικασθέντες για εγκλήματα σε βάρος ανηλίκων, που ένοιωσαν την οργή της φυλακής. Πρόκειται για ένα ιδιότυπο κώδικα, σύμφωνα με τον οποίο στον πάτο των εγκληματιών, που κρατούνται στη φυλακή, βρίσκονται, όσοι κατηγορούνται ή έχουν καταδικαστεί για αδικήματα σε βάρος ανηλίκων, ίσως επειδή ο ανήλικος θεωρείται περισσότερο ευάλωτος.
Ακόμα και έτσι, όμως, ο μόνος αρμόδιος για το σωφρονισμό ενός κρατουμένου είναι η πολιτεία, η οποία προβλέπει τις ποινές για το αδίκημα, που ο κρατούμενος έχει διαπράξει, ορίζει τους χώρους κράτησης, ρυθμίζει τη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης και εκτελεί τις δικαστικές αποφάσεις. Περαιτέρω, η πολιτεία μεριμνά για την προσωρινή κράτηση των προσώπων εκείνων, που έχουν διαπράξει αξιόποινες πράξεις αλλά δεν έχουν, ακόμα, καταδικαστεί. Από αυτό τον κανόνα δεν εξαιρείται κανένας κρατούμενος, ακόμα και ο πιο στυγνός εγκληματίας.
Θα έπρεπε, συνεπώς, το κράτος να έχει φροντίσει για την προστασία των δικαιωμάτων των προσώπων, που κατηγορούνται για τόσο ειδεχθή εγκλήματα, ήτοι να μεριμνά για την προστασία της ζωής τους μέσα στα σωφρονιστικά καταστήματα, αφού είναι γνωστή τοις πάσι η στάση των τροφίμων των φυλακών απέναντι στους κρατουμένους για εγκλήματα σε βάρος ανηλίκων. Αλλά στη χώρα μας η πολιτεία έχει αφήσει στην τύχη τους όσους κρατούνται στις φυλακές της, πολλές εκ των οποίων χτίστηκαν το 19ο αιώνα (Φυλακές Κέρκυρας, Πρεβαντόριο Αμφίσσης), χωρίς να τους διαχωρίζει σε τελέσαντες εγκλήματα σε βάρος ανηλίκων ή ενηλίκων. Και ακόμα χειρότερη είναι η στάση της υποκριτικής μας κοινωνίας, η οποία καταδικάζει, πριν επιληφθούν τα δικαστήρια, τον κάθε φερόμενο ως δράστη ενός εγκλήματος, κατάσταση που οδηγεί στην πλήρη αδιαφορία για τα δικαιώματα των κρατουμένων.
Από μια κοινωνία, όμως, που δίνει βήμα στους υποστηρικτές της λαϊκής δικαιοσύνης, όπως αυτή εκφράζεται μέσω των παραπάνω απόψεων, και, κυρίως, στους οπαδούς της θανατικής ποινής, δεν θα έπρεπε να περιμένουμε κάτι διαφορετικό, χωρίς αυτό να αποτελεί παρηγοριά.

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

Βιβλία : "Το μηδέν και το άπειρο", του Άρθουρ Καίσλερ

Στα τέλη της δεκαετίας του '30 έλαβαν χώρα οι διαβόητες "Δίκες της Μόσχας", όπου δικάστηκαν και καταδικάστηκαν στην εσχάτη των ποινών τα περισσότερα μέλη του τότε Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Ήταν η εποχή, που η προσωπική εξουσία του δυνατού άνδρα της χώρας αυτής, του Ιωσήφ Στάλιν, παγιωνόταν, σαρώνοντας όσους θεωρούσε δυνάμει αντιδραστικούς.
Ο Άρθουρ Καίσλερ έζησε τα γεγονότα της μεσοπολεμικής περιόδου ως δημοσιογράφος και απέκτησε μια γνώση για τα τεκταινόμενα της εποχής εκείνης ιδιαίτερα πολύτιμη. Στις εμπειρίες του από τα γεγονότα στην τότε Ε.Σ.Σ.Δ. βασίζεται και το βιβλίο του "ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ". Πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ο Νικολάι Ρουμπασώφ, ανώτατο κομματικό στέλεχος με πλούσια διαδρομή στο Κόμμα, ο οποίος φυλακίζεται με την κατηγορία, ότι σχεδίασε τη δολοφονία του Στάλιν. Στο κελλί του προβαίνει σε μια αναδρομή του κομματικού παρελθόντος του και αναζητεί τα αίτια, εξαιτίας των οποίων το Κόμμα έφτασε να θέλει να απαλλαγεί από τα καλύτερα στελέχη του. Η κατάληξη αυτής της ενδοσκόπησης θα είναι η σκιαγράφηση των δικών του ευθυνών αλλά και η αφοσίωση, με την οποία θα αποδεχθεί το ρόλο του θύματος και θα θυσιαστεί για το Κόμμα.
Ο Ρουμπασώφ θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε από τα στελέχη του Κόμματος, το οποίο, αν και αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι στην επανάσταση, εντούτοις κατηγορήθηκε, ότι σχεδίαζε τη δολοφονία του Στάλιν - κατηγορία ιδιαίτερα προσφιλής στα σταλινικά χρόνια - και εκτελέστηκε. Αποτελεί την παλαιά φρουρά του Κόμματος, η οποία με την κατάρτιση και την αφοσίωσή της βοήθησε να επικρατήσει η επανάσταση και πάλεψε για να περάσει αυτή τα σύνορα της χώρας του. Πιστός στο κόμμα, δεν είχε τον παραμικρό ενδοιασμό να κρατήσει για τον εαυτό του τις όποιες αμφιβολίες σχετικά με την ορθότητα της κομματικής γραμμής. Αν κρατήσει κανείς την τυφλή πίστη στο Κόμμα και αφαιρέσει όλα τα υπόλοιπα συστατικά του χαρακτήρα του Ρουμπασώφ, τότε έχει στη διάθεσή του τη νέα γενιά κομματικών στελεχών, η οποία βοήθησε να σαρωθούν τα περισσότερα από τα παλαιά κομματικά στελέχη. Κάπως έτσι ο Ρουμπασώφ συνειδητοποιεί με πικρία, ότι στελέχη, όπως αυτός, ήταν, πλέον, άχρηστα στο καθεστώς, όπως αυτό αναμορφωνόταν από το Στάλιν, ο οποίος δεν αρκούνταν στην τυφλή υπακοή αλλά επιθυμούσε να απαλλαγεί από την παλαιά φρουρά του κόμματος, σε όποια βαθμίδα και αν αυτή ευρίσκετο, ώστε να εδραιώσει την προσωπολατρεία του. Και μπροστά σε αυτή την ανάγκη η προσφορά του Ρουμπασώφ στο Κόμμα δεν μετρούσε.
Ο Ρουμπασώφ εμφανίζεται τόσο ως θύτης όσο και ως θύμα. Η αναδρομή του στο παρελθόν του φέρνει στο νου στιγμές, κατά τις οποίες δεν δίστασε να θυσιάσει πρόσωπα με προσφορά στο Κόμμα, είτε επειδή έτσι είχε τεθεί από το κόμμα είτε επειδή ελάφραινε με αυτό τον τρόπο τη θέση του. Και εδώ ο Ρουμπασώφ συμβολίζει τον αξιωματούχο του Κόμματος, ο οποίος στην προσπάθειά του να κρατηθεί στη θέση του σε ένα ανελεύθερο καθεστώς κατηγορεί ευθέως πρόσωπα, ότι δεν είχαν συμμορφωθεί με την κομματική γραμμή, ενώ εγνώριζε, ότι αυτό δεν είναι αληθές, μέχρι να συντριβεί και αυτός από τις μυλόπετρες του Κόμματος.
Το πιο πικρό συμπέρασμα του Ρουμπασώφ είναι η συνειδητοποίηση του λόγου, για τον οποίο απέτυχε η επανάσταση να περάσει τα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης. Η επιθυμία του Κόμματος να ελέγξει με πυγμή τα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης, η μονολιθική αντίληψη, ότι το Κόμμα είναι ο μόνος φορέας της αλήθειας αλλά και η αδιαλλαξία, με την οποία αντιμετώπιζε τα λοιπά αριστερά κόμματα της Γηραιάς Ηπείρου αποτέλεσαν την αιτία, που η επανάσταση στάθηκε αδύνατο, τουλάχιστον προπολεμικά, να επεκταθεί και σε άλλες χώρες. Μια σκληρή αλήθεια, την οποία ο συγγραφέας σκιαγραφεί με πιστότητα.
Ο Ρουμπασώφ απέχει από τον απεχθή ήρωα, που κατέχει εξουσία στα ανελεύθερα καθεστώτα. Μέσα από την υποχρέωσή του να υιοθετήσει την άκαμπτη κομματική γραμμή γνωρίζουμε έναν άνθρωπο, ο οποίος τρέφει μέσα του αρκετές αμφιβολίες, αν το Κόμμα είναι αλάθητο, αλλά γνωρίζει πολύ καλά, ότι δεν έχει περιθώρια απόκλισης. Είναι ο τραγικός ήρωας, που γνωρίζει, ότι βαδίζει στον ίδιο δρόμο με τα πρόσωπα, τα οποία θυσίασε, για να κρατηθεί στη θέση του. Ξέρει, ότι το τέλος του είναι προδιαγεγραμμένο και γι' αυτό η αρχική επιθυμία του να υπερασπιστεί τον εαυτό του κάμπτεται μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα, ήτοι την αναπόφευκτη εξόντωσή του. Γνωρίζει, ότι δεν έπραξε κάτι αντίθετο προς το συμφέρον του Κόμματος αλλά η θυσία του είναι μονόδρομος. Στο δράμα του ο θάνατός του αποτελεί τη μόνη κάθαρση.
Μουντό και τραγικό αλλά συνάμα διαφωτιστικό για τη σκοτεινή εποχή, στην οποία αναφέρεται, το βιβλίο συνδυάζει τη δημοσιογραφική γραφή με τον καθαρά συγγραφικό λόγο, ώστε να μην κουράζει, καθηλώνοντας τον αναγνώστη και υποδεικνύει, ότι όσο καλές και αν είναι οι προθέσεις μιας επανάστασης, είναι πολύ δύσκολο αυτή να αποφύγει τον εκτροχιασμό προς αντιδημοκρατικές πρακτικές.

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Οι φωτιές στα δάση και εμείς

Κάθε χρόνο η ίδια ιστορία! Δάση καίγονται και το κράτος δείχνει ανήμπορο να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή. Κάποτε κάηκε η Παντέλη, αργότερα το Μαίναλο, μετά ολόκληρη σχεδόν η Ηλεία, όπου θρηνήσαμε και αρκετούς νεκρούς, φέτος ήλθε η σειρά της Καρύστου και του δάσους της Πρέβελης, του χρόνου δεν ξέρω ποια δασική έκταση έχει σειρά. Ακούστηκαν οιμωγές για την απώλεια του πρασίνου σε κάθε πρόσφορο μέσο, ακούστηκαν υποσχέσεις, ότι θα οργανωθεί καλύτερα η δασοπροστασία, ότι θα προσληφθούν πυροσβέστες, για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα κ.λπ. κ.λπ., πράγματα, που όσοι ζουν στη χώρα μας και παρακολουθούν τα τεκταινόμενα κάθε καλοκαιριού, όταν δυναμώνουν οι άνεμοι, τα έχουν μάθει απέξω και ανακατωτά.
Δεν αξίζει να σκεφτόμαστε, ότι τέτοιες πυρκαγιές συμβαίνουν και σε άλλες χώρες της Μεσογείου (η Κορσική κατακαίγεται σχεδόν κάθε χρόνο, το ίδιο και η Ισπανία). Εκεί, όμως, έχουν η δασική έκταση, η οποία καίγεται, δεν υπάρχει περίπτωση να οικοπεδοποιηθεί. Και αν, τέλος πάντων, γίνει κάτι τέτοιο, αυτό δεν μπορεί να αποτελεί πρόκριμα για ανάλογες ενέργειες στην Ελλάδα. Και, εντέλει, είναι απαράδεκτο να λαμβάνουμε υπόψη μας τα απαράδεκτα φαινόμενα, που συμβαίνουν σε άλλες χώρες, για να δικαιολογήσουμε την κακοδαιμονία μας.
Συμφωνώ, ότι το κράτος είναι ο μεγαλύτερος εμπρηστής. Η αδιαφορία του για την προστασία των δασών αλλά και για την οργάνωση της δασοπυρόσβεσης είναι δεδομένες. Το Κτηματολόγιο, που θα μπορούσε να δώσει λύση στο χαρακτηρισμό των δασικών περιοχών, έχει κολλήσει. Το φαινόμενο ντόπιοι ψηφοφόροι να κόβουν δέντρα για να μετατρέψουν ολόκληρες περιοχές σε βοσκοτόπια και οικόπεδα έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις και η φύλαξη των δασών είναι ανύπαρκτη, για να μην αναφερθούμε σε περιπτώσεις, όπου ολόκληρα δάση μετατρέπονται σε σκουπιδότοπους, με αποτέλεσμα οι πυρκαγιές να ξεσπούν εκεί με μεγαλύτερη ευκολία.
Αλλά και εμείς οι ίδιοι οι πολίτες δεν πάμε πίσω σε αδιαφορία, τουλάχιστον η πλειονότητά μας. Όταν η Ηλεία καιγόταν προ τριετίας, υπήρξε το φαινόμενο κάποιοι ντόπιοι να παρακολουθούν αρειμανίως από το καφενείο του χωριού τους τη φωτία, που κατέκαιγε το διπλανό χωριό. Μετά από κάποια ώρα, η φωτιά είχε κατακάψει και το δικό τους χωριό. Όσοι ντόπιοι έφτιαξαν αντιπυρικές ζώνες γύρω από τα χωριά τους, αντί να κάθονται και να χαζεύουν τις διπλανές φωτιές, τα έσωσαν. Ή, μήπως, μας χαλάει ένα σπιτάκι μέσα στο δάσος ή ένα βοσκοτόπι στη θέση του δάσους; Λόγω της δουλειάς μου έχω παρακολουθήσει αρκετούς κατηγορουμένους για παράνομη αποψίλωση δασών, οι οποίοι, αν και δεν έχουν κάποιο μορφωτικό υπόβαθρο, εντούτοις έχουν εντρυφήσει στη δασική μας νομοθεσία καλύτερα και από τους αρμόδιους δασάρχες, ώστε να δύνανται να προβαίνουν ατιμώρητοι σε κόψιμο δέντρων και εν γένει δασικής βλάστησης. Φυσικά τιμωρούνται με ποινές φυλάκισης αλλά συνεχίζουν.
Οι υπαίτιοι των πυρκαγιών, φυσικά, παραμένουν ατιμώρητοι, εκτός από κάποιους ανόητους, που δεν είχαν την πρόνοια να κρυφτούν μετά το παράπτωμά τους, ή αναζητούνται στη σφαίρα του φανταστικού. "Η χούντα καίει τα δάση", υποστηριζόταν κατά τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Άλλοτε κατηγορούνταν οι Τούρκοι για τις πυρκαγιές στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και υπήρξαν κάποια στοιχεία γι' αυτό (κάτι αναφέρει ο δημοσιογράφος Σταύρος Λυγερός στο πρόσφατο πόνημά του "Σταυροφόροι χωρίς σταυρό") αλλά αυτή η διαπίστωση μάλλον υπήρξε η καλύτερη δικαιολογία για τις προθέσεις ορισμένων κατοίκων των νησιών αυτών. Και μην ξεχνάμε τους έχοντες δαιμονικές διαστάσεις οικοπεδοφάγους, που αναρτούν πινακίδες με τηλέφωνα για οικόπεδα μέσα σε καμμένες περιοχές, τα οποία πωλούν και, όμως, καμμία αρμόδια αρχή δεν τους αναζητεί!
Προσωπικά, λοιπόν, όταν ακούω πολλά λόγια από κάθε μέσο περί εκπονήσεως νομοσχεδίων για την αντιμετώπιση των πυρκαγιών, κλείνω τ' αυτιά μου ερμητικά, διότι είμαι παραπάνω από δύσπιστος σε αυτά, με βάση όσα παρακολουθώ στη χώρα μου από τότε, που άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου. Ταυτόχρονα, εύχομαι το επόμενο καλοκαίρι να μην επικρατήσουν δυνατοί αέρηδες, μήπως και τη γλυτώσουν τίποτε δάση.

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Βιβλία : "Δεκαέξι", του Αύγουστου Κορτώ

Για τον Αύγουστο Κορτώ (ψευδώνυμο του Πέτρου Χατζόπουλου) οι συστάσεις περιττεύουν. Στα 31 του χρόνια έχει ήδη αφήσει δείγματα του απαράμιλλου λογοτεχνικού ταλέντου του με μια σειρά από βιβλία, που έχουν συζητηθεί, χωρίς, όμως, να έχουν κάνει τις τρελλές πωλήσεις, πράγμα που οδηγεί στην πικρή διαπίστωση, ότι, αν ο εν λόγω λογοτέχνης ήταν αλλοδαπός, τότε τα βιβλία του θα έκαναν περισσότερες εκδόσεις στην παθιασμάνη με την ξενομανία χώρα μας.
Το νέο πόνημά του με τίτλο "ΔΕΚΑΕΞΙ" (Εκδόσεις "Καστανιώτη") είναι το πιο φιλόδοξο μυθιστόρημά του. Λίγο καιρό μετά το θάνατο του Στάλιν, ένας διαπρεπής όσο και φιλοσταλινικός μουσουργός, ο Πιότρ Ραμπίνοβιτς, αυτοκτονεί, αφήνοντας ως τελευταίο έργο του μια συμφωνία με τον τίτλο "ΔΕΚΑΕΞΙ", η οποίο θεωρείται υπεύθυνη για το κύμα αποσκιρτήσεων και εν γένει αναταραχών στην τότε Ε.Σ.Σ.Δ. αλλά και τις συμμάχους χώρες της. Η Κα Γκε Μπε, υποπτευόμενη, ότι ο αυτόχειρ καλλιτέχνης ήταν κατάσκοπος των Αμερικανών, αναθέτει στον προστατευόμενό του, Αλεξέι Σαμοϊλένκο, να αναζητήσει τι κρύβεται πίσω από τη συμφωνία αυτή. Ο Σαμοϊλένκο ταξιδεύει ανά την Ευρώπη προς ανεύρεση της αλήθειας, που κρύβεται πίσω από τη συμφωνία αυτή. Αυτή, όμως, η αναζήτηση θα τον φέρει αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα, της οποίας ένα μέρος ο ίδιος δεν γνώριζε, ενώ ένα άλλο μέρος επέμενε να το παραβλέπει.
Από την αρχή διαπιστώνει κανείς, ότι ο συγγραφέας είναι τέρας ευρυμάθειας, αφού ένας καταιγισμός πληροφοριών κυριαρχεί στο εν λόγω βιβλίο. Η εικόνα και το πνεύμα της μετασταλινικής και όχι, ακόμα, αποσταλινοποιηθείσας Ε.Σ.Σ.Δ. δίδεται σχεδόν με απόλυτη πιστότητα από το συγγραφέα, ο οποίος φροντίζει, ώστε ο κεντρικός του ήρωας να είναι πλασμένος κατ' εικόνα και ομοίωση των φοβισμένων και πειθήνιων υπηκόων της χώρας αυτής, ενώ και οι υπόλοιποι χαρακτήρες αναλύονται σε βάθος και με βάση τα χαρακτηριστικά των χωρών, στις οποίες ζουν, αλλά και των αξιωμάτων και του παρελθόντος τους. Οι κρυφές σκέψεις του Σαμοϊλένκο παραμένουν βυθισμένες στα τρίσβαθα του υποσυνειδήτου του, ενώ οι προκλητικές δηλώσεις του αυτόχειρα μέντορά του τον τρομάζουν και τον κάνουν να ανησυχεί για το μέλλον του σε μια χώρα, όπου άπαντες θεωρούνταν δυνάμει ύποπτοι για ανατρεπτική δράση. Και, βέβαια, κυριαρχεί ο χαρακτηριστικός για τον εν λόγω συγγραφέα χειρισμός της γλώσσας, η οποία στα χέρια του μετατρέπεται σε γυναίκα στα χέρια ενός πανέξυπνου και βιτσιόζου εραστή, ο οποίος άλλοτε τη θωπεύει με πάθος άλλοτε την αντιμετωπίζει με υπέρμετρο σέβας και κάποτε τη μαστιγώνει βίαια, για να βγάλει από μέσα της ό,τι αυτός θέλει.
Ο αγώνας για την εξασφάλιση της αγάπης αποτελεί και το νόημα του εν λόγω βιβλίου. Η αγάπη άλλοτε εμφανίζεται απαγορευμένη και η μορφή της δίδεται με υπαινιγμούς και άλλοτε το αντικείμενό της είναι κάποιο πρόσωπο χαμένο, του οποίου το χαμό ο αποστολέας της αγάπης θρηνεί. Το συναίσθημα αυτό αποτελεί και την κινητήρια δύναμη των κεντρικών προσώπων του βιβλίου, τα οποία το έχουν στερηθεί αλλά και δεν μπορούν για αντικειμενικούς λόγους να το εξωτερικεύσουν. Και, έτσι, η αγάπη παραμένει κλεισμένη μέσα τους, ανήμπορη να ξεσπάσει και να ξεχυθεί προς όσους οι ήρωες αυτοί θέλουν να αγαπήσουν.
Ωστόσο, υπάρχουν στιγμές, που η γλώσσα του συγγραφέα κουράζει. Ο μακροπερίοδος λόγος του με τις πάμπολλες, σε αρκετές περιπτώσεις, δευτερεύουσες προτάσεις επηρεάζει σε αρκετές περιπτώσεις τον ειρμό της ανάγνωσης και αναγκάζει τον αναγνώστη σε πισωγυρίσματα, ώστε να αντιληφθεί το νόημα του βιβλίου. Ακόμα, δεν αφήνει και τις καλύτερες εντυπώσεις στον αναγνώστη το λεξιλόγιο των ηρώων του βιβλίου, αφού δυσκολεύεται κανείς να φανταστεί πρόσωπα της δεκαετίας του '50 να εκφράζονται όπως οι σημερινοί άνθρωποι. Η δε φιλόδοξη ιστορία του βιβλίου μοιάζει απίστευτη, λόγω των απιθανοτήτων, που περιέχει και οι οποίες, όσο και αν το απίθανο γοητεύει στη λογοτεχνία, θα κάνουν αρκετούς αναγνώστες να μειδιάσουν ειρωνικά.
Συμπερασματικά, ο συγγραφέας συνεχίζει να δείχνει δείγματα του σπουδαίου λογοτεχνικού ταλέντου του αλλά πιστεύω, ότι και αυτή την φορά δεν μπόρεσε να κάνει την υπέρβαση εκείνη, που θα τον εκτόξευε και έξω από τα στενά σύνορα της χώρας μας.

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Και μυαλό δεν πρόκειται να βάλουν

Οι φετινές διακοπές τελείωσαν, τουλάχιστον για το γράφοντα, ο οποίος πασχίζει να συνηθίσει τη ζωή στο χώρο εργασίας του. Δεν παραπονούμαι για ό,τι έζησα αυτό το καλοκαίρι, απεναντίας γέμισαν οι μπαταρίες μου, ώστε να υπομείνω μια, ακόμα, απαιτητική επαγγελματική περίοδο.
Για πολλοστή φορά, όμως, βίωσα την απαράδεκτη αντίληψη, με την οποία έχει διαποτιστεί ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας μας, το οποίο ασχολείται με τις τουριστικές υπηρεσίες. Περνώντας τις διακοπές μου σε ένα νησί του Αιγαίου, το οποίο βιοπορίζεται, κατά κύριο λόγο, από τον τουρισμό, περίμενα, ότι οι ντόπιοι θα είχαν συνειδητοποιήσει, ότι οφείλουν να διαφοροποιηθούν από τη μεγάλη μάζα των απασχολούμενων με τον τουρισμό συμπατριωτών μας και να αποφύγουν τα λάθη τους, που έγιναν η αιτία αρκετοί αλλοδαποί να διαγράψουν τη χώρα μας από τους προορισμούς των διακοπών τους, δεδομένης και της τουριστικής ανάπτυξης της κατά πολύ φθηνότερης έναντι ημών γείτονος Τουρκίας, η οποία έχει ήδη αποσπάσει ένα μεγάλο κομμάτι από τον τουριστικό πληθυσμό, που κάποτε βλέπαμε στα μέρη μας.
Αντ' αυτού, συνειδητοποίησα, ότι οι κάτοικοι του συγκεκριμένου νησιού είχαν επιλέξει την πατροπαράδοτη κουτοπόνηρη τακτική, εις τρόπον ώστε να νεύρα των επισκεπτών του νησιού αυτού να είναι τσιτωμένα σε περίοδο, που έπρεπε να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Πολλά από τα ενοικιαζόμενα δωμάτια είναι άθλια και απέχουν από το σημείο, στο οποίο υποτίθεται, ότι έπρεπε να βρίσκονται, εκείνο, τουλάχιστον, που οι ιδιοκτήτες τους διατείνονταν, τα περισσότερα εστιατόρια σερβίρουν φαγητό ικανό να τσακίσει ακόμα και τα πιο γερά στομάχια, και όλ' αυτά παρέχονται σε τιμές αρκετά υψηλές για την ποιότητά τους. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής είναι να δοκιμάζονται άγρια οι αντοχές και ανοχές των επισκεπτών και να αδειάζουν τάχιστα τα πορτοφόλια τους.
Φυσικά, οι εν λόγω νησιώτες απέχουν από τη λογική άλλων - δυστυχώς λίγων - περιοχών της Ελλάδος, όπου κυριαρχεί η λογική, ότι τον τουρίστα πρέπει να τον χαϊδεύεις, ώστε να σε προτιμήσει και στο μέλλον. Ούτε, βέβαια, περνάει από το μυαλό τους, ότι με τη συμπεριφορά τους αυτή δυσφημίζουν όχι μόνο τον τόπο τους αλλά και ολόκληρη τη χώρα. Και, όταν κάποια στιγμή χάσουν και όσους τουρίστες έχουν αυτή τη στιγμή, τότε θα τα βάλουν με το κράτος, που δεν προωθεί τον τουρισμό στο εξωτερικό, με τα τουριστικά πρακτορεία, που λυμαίνονται τους επαγγελματίες και πιέζουν για ακόμα χαμηλότερες τιμές, με τους δημοσιογράφους, που γράφουν κραυγαλέες ανακρίβειες για τις υπηρεσίες τους κ.λπ. αλλά όχι με τον εαυτό τους.
Ένα, δυστυχώς, πράγμα είναι σίγουρο. Ότι, ακόμα και σε περίοδο οικονομικής κρίσης, όπου οι τιμές των παρεχομένων στη χώρα μας υπηρεσιών παραμένουν στα ύψη, χωρίς να απαντά ανάλογη άνοδος στην ποιότητά τους. Και αυτό αποδεικνύει ένα, μόνο πράγμα. Ότι στις περίεργες μέρες, που ζούμε, οι βιοποριζόμενοι από τον τουρισμό συμπολίτες μας δεν προτίθενται, τουλάχιστον η πλειονότητά τους, να βάλουν μυαλό.

Σάββατο, 7 Αυγούστου 2010

Λίγο πριν τις διακοπές

Φεύγω για τις διακοπές μου. Την κάνω χαλαρά από την καθημερινότητα της δουλειάς και της πόλης μου, αναζητώντας εκείνη την αλλαγή παραστάσεων, που θα μου δώσει, όταν μπει ο Σεπτέμβριος, την απαιτούμενη ώθηση, ώστε να συνεχίζω να είμαι αποδοτικός. Μέσα μου νοιώθω ως ένας μάλλον προνομιούχος μέσα στο πλήθος των αδυνατούντων να πάνε φέτος διακοπές, αφού ο προάγγελος της οικονομικής κρίσης έχει ενσκήψει και αμφιβάλλω, αν θα είναι εξίσου ήπιος ο διάδοχός του στη ζωή μας.
Ακόμα και ο προορισμός μου κάπου στο Αιγαίο ίσως του χρόνου φαντάζει εξίσου απλησίαστος με ένα ταξίδι στην Παταγονία. Προσπαθώ να αντιληφθώ αυτή την αίσθηση, ότι τα επόμενα έτη πιθανότατα θα βλέπω τις φωτογραφίες των παλαιότερων διακοπών μου στα πλείστα όσα υπέροχα - και συνεχώς κακοποιούμενα - μέρη της Ελλάδος, που είχα την τύχη να επισκεφτώ, και θα με καταπλακώνει η κατάθλιψη και κάτι με πιάνει. Ήδη οι περισσότεροι από τους φίλους και γνωστούς μου έχουν διαγράψει από το φετινό τους καλοκαίρι τη λέξη "διακοπές" κάποιοι δε από αυτούς ακόμα και την ιδέα των διακοπών.
Τακτοποιώ τις επαγγελματικές μου εκκρεμότητες, συγκεντρώνω τα πράγματα, που θα πάρω μαζί μου, επιλέγω τα βιβλία, που θα μου κρατήσουν συντροφιά στις διακοπές, φτιάχνω το πρόγραμμά μου και ξεχύνομαι στο ρυθμό του ταξιδιού μου.
Καλό καλοκαίρι σε όλους!

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Ιστορίες καλοκαιρινής τρέλλας

Ας πούμε, ότι ανήκετε σε εκείνους τους προνομιούχους, που εξασφάλισαν τα απαραίτητα χρήματα, ώστε να κάνουν διακοπές και, μάλιστα, σε κάποιο νησί του Αιγαίου. Μεγαλεία, δηλαδή, για τους χαλεπούς καιρούς, που ζούμε! Έχετε κλείσει δωμάτια, έχετε αγοράσει τα εισιτήρια για σας και ενδεχόμενα για το μεταφορικό σας μέσο και μετράτε ανάποδα σαν τους φαντάρους τις μέρες, που απομένουν, για να την κάνετε με ελαφρά πηδηματάκια από την καθημερινότητα.

Είστε τόσο ενθουσιασμένοι, που θα πάτε διακοπές, που το λέτε στους φίλους σας. Και αυτοί, όλως τυχαίως, ψάχνουν, που θα πάνε διακοπές και, παρεμπιπτόντως, αναζητούν παρέα. Α, θα έλθουμε και εμείς, λένε με χαρά. Και είναι 5-6 άτομα αυτά, που το λένε. Δεν σας ρωτούν καθόλου, απλά φορτώνονται. Εσείς, ευγενικοί σε βαθμό ανοησίας, για να το πούμε κόσμια, δεν μπορείτε να τους αρνηθείτε και δέχεστε να έλθουν μαζί σας. Μέσα σας τάζετε λαμπάδα ίσαμε το μπόι σας σε όλους τους αγίους το εορτολογίου μας, μήπως και δεν βρουν ούτε εισιτήρια ούτε δωμάτια οι φίλοι σας.

Όμως, φευ, αυτοί βρίσκουν απ' όλα. Φάρδος απροσμέτρητο και εύχεστε να είχατε δαγκώσει τη γλώσσα σας αλλά τώρα δεν μπορείτε να κάνετε πίσω. Σκέφτεστε να μαζέψετε τους συνεκδρομείς σας, ώστε να καταστρώσετε κάποιο πρόγραμμα διακοπών. Λαμβάνετε την απάντηση από τους φίλους σας, ότι δεν υπάρχει λόγος να προγραμματίζουμε από τώρα, τι θα κάνουμε στις διακοπές, αφού σκοπός των διακοπών είναι να χαλαρώσουμε. Σκέφτεστε από μέσα σας, ότι άλλο χαλάρωση και άλλο χύμα στο κύμα αλλά σας τρώει και πάλι η ευγένεια.

Και έρχεται η μέρα, που φτάνετε στον προορισμό σας. Τα δικά σας δωμάτια είναι όμορφα αλλά, για κακή σας τύχη, τα δωμάτια των φίλων σας είναι από μέτρια έως χάλια. Δεν τολμάτε, όμως, να τους πείτε, ότι, αφού έκλεισαν τελευταία στιγμή τα δωμάτια, δεν θα έπρεπε να περιμένουν πολυτέλειες. Τους συναντάτε για την πρώτη εξόρμησή σας και βλέπετε κάτι βούζες περιποιημένες, σημάδι ότι η κακή κατάσταση των δωματίων αποτέλεσε κάζους μπέλλι και κάποιοι τις έπαιξαν. Προσπαθείτε να φτιάξετε το κέφι αλλά κάποια μούτρα αρνούνται να σηκωθούν, ακόμα και βίντσι να χρησιμοποιήσετε. Μάλιστα, σα να πιάνουν τ' αυτιά σας κάτι σε μουρμούρα.

Καταπίνετε το φαρμάκι και προτείνετε τον τόπο, όπου θα κολυμπήσετε. Πλακώνουν οι ερωτήσεις. Είναι οργανωμένη η παραλία, έχει βότσαλο ή άμμο, υπάρχει ντουσιέρα και αποδυτήρια για μετά, έχει κανένα μπαράκι ή εστιατόριο εκεί γύρω. Όποια απάντηση και αν δώσετε, η γκρίνια είναι εξασφαλισμένη, αφού κάποιοι από την παρέα σας την έχουν στο τσεπάκι τους. Θα κολλάει η άμμος στα πόδια μας, χωρίς ομπρέλλες θα καούμε, αν ήθελα μπαράκια στην παραλία, θα πήγαινα στη Μύκονο κ.λπ. κ.λπ. Η σύντροφος σας σκουντάει διακριτικά αλλά με νόημα. Τι θέλαμε και τους πήραμε μαζί μας, είναι το νόημα της χειρονομίας της. Τώρα είναι αργά, λέει το βλέμμα σας, και παίρνετε το δρόμο για την παραλία.

Εκεί λύνεται ο ασκός του Αιόλου. Η παραλία είναι απαράμιλλου κάλλους αλλά παραμένει (ευτυχώς) ανοργάνωτη, ήτοι δεν έχει ούτε ξαπλώστρες ούτς ομπρέλλες ούτε μπαράκια και εστιατόρια. Που μας φέρατε στην εξορία, λέει κάποιος γκρινιάρης της παρέας, δήθεν για πλάκα. Κάποια κοπέλα πλακώνει στα μουρμουρητά το φίλο της, ότι έπρεπε να επιμείνει να πάτε σε οργανωμένη παραλία. Αποφασίζετε να μείνετε εκεί. Συντάσσονται με βαριά καρδιά οι υπόλοιποι αλλά βλέπετε, ότι η παρέα είναι σα χύτρα έτοιμη να σκάσει.

Τέλος πάντων, περνάει η μέρα και η πείνα έχει αρχίσει να θερίζει τα στομάχια. Κάνετε το σφάλμα να ρωτήσετε, τι τραβάει η όρεξη της παρέας. Πιτόγυρα, πετάγεται ο αρχιανοργάνωτος της παρέας, για να εισπράξει την πληρωμένη απάντηση κάποιου άλλου, ότι πιτόγυρα τρώτε και στην πόλη σας, οπότε καλό θα είναι να αναζητήσετε κάποιο μαγαζί με ντόπιες λιχουδιές. Κατά σύμπτωση, το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει ανοίξει ούτε ένα βιβλίο για το νησί αυτό αλλά θεωρεί αυτονόητο, ότι οι υπόλοιποι θα έχουν. Αρχίζει η περιπλάνηση στα εστιατόρια του νησιού. Το ένα είναι γεμάτο, δεν έχει να καθήσετε, φεύγετε. Το άλλο είναι άδειο αλλά έχετε ακούσει, ότι έχει πολύ καλή κουζίνα. Το άδειο εστιατόριο δεν έχει καλό φαΐ, πετάγεται ο πολέμιος των πιτόγυρων και αρνείται να πατήσει το πόδι του εκεί. Βρίσκετε ένα τρίτο αλλά οι τιμές είναι τσιμπημένες. Τσιγκουνιές θα κάνουμε τώρα, ακούγεται κάποιος από την παρέα, οπότε κάνετε την καρδιά σας πέτρα και μπαίνετε μέσα.

Το φαΐ είναι μέτριο αλλά οι τιμές στα ύψη. Πάω να κάνω φασαρία, πετάγεται ο ταραχοποιός της παρέας, δεν είναι φαγητό αυτό. Εσείς δεν ασπάζεστε την άποψή του, γιατί σκοπός των διακοπών είναι να χαλαρώσετε, απλά δεν θα ξαναπατήσετε στο εν λόγω μαγαζί. Ναι, τέτοια κάνεις και σε βρίσκει μπόσικο ο κάθε απατεώνας εστιάτορας, απαντάει κάποιος άλλος σκόπιμα δυνατά, ώστε να ακουστεί. Πληρώνουμε και φεύγουμε, εμμένετε και τα μουρμουρητά πληθαίνουν στην παρέα. Στην επιστροφή στα δωμάτια, κάποιοι αρνούνται να σας χαιρετήσουν. Ραντεβού το βράδυ, απαντάτε και μέσα σας έχετε σκυλομετανοιώσει, που τους αφήσατε να σας κουβαληθούν.

Το βράδυ αρχίζει νέος κύκλος φαγωμάρας. Πάμε για ποτό, λέει ο ένας, πεινάω, λέει κάποιος άλλος. Η σολομώντειος λύση είναι όσοι πεινούν να πάνε για φαγητό και όσοι θέλουν ποτό να πάνε για ποτό. Μια παρέα είμαστε, κάποιοι πρέπει να υποχωρήσουν, ακούγεται μια φωνή. 2-3 άτομα από την παρέα συμφωνούν μαζί της. Όλως τυχαίως, αυτά τα άτομα είναι τα πλέον ανυποχώρητα και εκείνοι, που γκρινιάζουν περισσότερο. Δεν γίνεται αυτό, λέτε, πρέπει να χωριστούμε, ώστε κανένας να μην πιέζεται. Το αποτέλεσμα της παρέμβασής σας είναι γκρίνια και μούτρα κατεβασμένα. Έστω και έτσι χωρίζεται στα δύο η παρέα, από τη μια οι πεινασμένοι και από την άλλη οι χορτάτοι.

Και εκεί, που νομίζετε, ότι ηρέμησε η φάση, αρχίζει νέο πατιρντί. Βλέπετε ένα ωραίο μπαράκι πάνω στο κύμα, το οποίο σας έχουν συστήσει κάποιοι φίλοι, που είχαν έλθει στο νησί πριν από εσάς. Μπακουρομάγαζο, βγάζει το πόρισμά του κάποιο πρόσωπο, δεν μπαίνω σε μπακουρομάγαζα, κραυγάζει κάποια κοπέλα. Υποχωρείτε και αναζητείτε άλλο μπαρ. Να ένα άλλο με ωραίο φωτισμό και διάκοσμο και δύο εντυπωσιακές δίμετρες να σας υποδέχονται στην είσοδο. Μήπως δεν έχει κόσμο, να πάει κάποιος μέσα να δει, πετάγεται κάποιος. Εσάς δεν σας ενδιεφέρει κάτα βάθος, αν το μαγαζί έχει μέσα κόσμο, το μόνο, που θέλετε, είναι να πιείτε το ποτό με την ησυχία σας. Αμ δε! Αν δεν δω κόσμο στο μαγαζί, δεν μπαίνω μέσα, πετάγεται η ίδια παραπάνω κοπέλα. Πάει και αυτο το μαγαζί, χώρια τα βλέμματα - μαχαιριές, που εκτοξεύουν οι δίμετρες σε σας. Παρακάτω έχει ένα κλαμπ, που παίζει εκκωφαντική μουσική. Εδώ μου αρέσει, λέει κάποιος από την παρέα. Μα δεν θα ακούμε ο ένας τον άλλο, αντιτείνετε. Ωχ, μωρέ, ξενερώσαμε το πρωί στην ερημιά, που μας πήγες, θέλουμε φασαρία, σας απαντούν. Νέες γκρίνιες! Υποχωρείτε εκ νέου και μπαίνετε στο μαγαζί.

Τα ποτά βγαίνουν μπόμπες και εσείς δεν ακούτε, τι λέει ο διπλανός σας. Κάποια κοπέλα δεν έχει πάψει να τρώγεται, που μπήκατε σε αυτό το κλαμπ. Στόχος της μουρμούρας της είναι ο σύντροφός της, ο οποίος σας σφάζει με το βλέμμα του, σα να είσαστε εσείς εκείνος, που φαγώθηκε να πάτε στο μαγαζί αυτό. Κάτι παλιόφατσες καρφώνουν την κοπέλα σας, αδιαφορώντας, αν αυτή συνοδεύεται. Η, μέχρι τότε, ήρεμη σύντροφός σας αρχίζει να φορτώνει. Παύει να σας κρατάει το χέρι και μια σειρά από σπασμούς συνταράσσει το ήρεμο, έως πρότινος, πρόσωπό της. Θυμάται, ότι με τα ποτά η σερβιτόρα δεν έφερε ξηροκάρπια. Πιάνει κάποιος από την παρέα την κουβέντα σας και ξεσπάει και αυτός κατά του μαγαζιού.

Εσπευσμένη έξοδος από το μαγαζί με νεύρα τσιτωμένα και διάθεση στο ναδίρ! Όλοι τα έχουν με όλους και με όλα και εσείς στη μέση να κάνετε τον κυματοθραύστη. Μια σπίθα αρκεί να φέρει την καταστροφή, όπως έλεγε το παλιό διαφημιστικό σποτ. Και η σπίθα έρχεται από τους, πρώην πια, πεινασμένους, οι οποίοι σας βρίσκουν και λένε με ενθουσιασμό, πόσα ωραία μπαράκια βρήκαν στο δρόμο, μέχρι να σας βρουν και γιατί επιλέξατε αυτό το αίσχος. Αυτό ήταν! Τώρα δεν ξέρετε από που σας έρχονται τα καντήλια. Όλοι φωνάζουν και βρίζουν δυνατά και κανένας δεν ακούει κανένα. Ως και η σύντροφός σας ωρύεται για τα γεγονότα της ημέρας.

Και είναι μόλις η πρώτη ημέρα των διακοπών σας. Και είναι αργά, για να σκεφτείτε, ότι κακώς δεν αρνηθήκατε την προσφορά των φίλων σας να έλθουν μαζί σας.

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Η στενή αντίληψη των διαμαρτυρομένων επαγγελματιών

Η απεργία είναι αναφαίρετο δικαίωμα του εργαζομένου. Κανένας άνθρωπος με στοιχειώδη σεβασμό προς τις ατομικές ελευθερίες δεν το αμφισβητεί. Όταν ένας εργαζόμενος δεν έχει τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε να προσφέρει την εργασία του, ή όταν νοιώθει, ότι απειλούνται κάποια δικαιώματά του, τότε δικαιούται να απεργήσει. Τίποτα το μεμπτόν έως εδώ!
Στη χώρα μας το δικαίωμα στην απεργία πέρασε από σαράντα κύματα, μέχρι να καθιερωθεί και να θεσπιστούν νόμοι, οι οποίοι να το προστατεύουν. Οι πρώτες προσπάθειες για απεργία έτυχαν της βίαιης καταστολής από τις δυνάμεις ασφαλείας και όσοι συνελήφθησαν καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης, χωρίς να υπολογίζουμε τη σωματική βία, που υπέστησαν. Έκτοτε η στάση της εξουσίας απέναντι στην απεργία μαλάκωσε, οι απεργίες έγιναν περισσότερες και οι εργαζόμενοι μπόρεσαν να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους αποτελεσματικότερα. Και εδώ όλα καλά!
Εδώ και μερικά χρόνια, όμως, η απεργία έχει μεταφερθεί από το πεδίο της καθαρής αντιπαράθεσης μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών στο επίπεδο της επέκτασης των απεργιακών κινητοποιήσεων και των εν γένει διαμαρτυριών για επαγγελματικά ζητήματα και σε μορφές αγώνα, οι οποίες έχουν δυσμενείς συνέπειες προς τους τρίτους, που δεν συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις αυτές. Έτσι, τα τελευταία χρόνια είδαμε αγρότες να κλείνουν οδικές αρτηρίες της χώρας, ώστε να εκβιάσουν την κυβέρνηση να υιοθετήσεις τις θέσεις τους, υπαλλήλους της Δ.Ε.Η. να κατεβάζουν τους γενικούς διακόπτες, προκαλώντας συσκότιση σε ολόκληρες περιοχές και ιδιοκτήτες φορτηγών Δ.Χ. να κλείνουν τους συνοριακούς σταθμούς της χώρας, αποκλείοντας τους λοιπούς οδηγούς από την είσοδο και έξοδό τους από την Ελλάδα. Και αν μου ξέφυγαν κάποιες άλλες κατηγορίες εργαζομένων, αυτό δεν έγινε λόγω μεγαλύτερης συμπάθειας προς αυτές αλλά επειδή δεν υπάρχει λόγος να αναφερθούμε σε κάθε περίπτωση. Η τακτική είναι η ίδια.
Άλλωστε, αυτό, που σχολιάζουμε, είναι η τάση των διαμαρτυρομένων εργαζομένων να προκαλούν ταλαιπωρία σε τρίτους, που δεν συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις τους. Αυτό οφείλεται τόσο στην ιδέα, ότι, όσο περισσότεροι βασανιστούν από τις κινητοποιήσεις αυτές, τόσο μεγαλύτερη πίεση προς την εργοδοσία, ιδίως αν αυτή είναι το Ελληνικό Δημόσιο, θα ασκηθεί, όσο και στην αδιαφορία, αν κάποιοι τρίτοι υποστούν τις συνέπειες της απεργίας αυτής. Η σύγχρονη ιστορία της απεργίας στην Ελλάδα βρίθει από μειωτικές αναφορές προς όσους αντιδρούν, που οι απεργοί και πάσης φύσεως διαμαρτυρόμενοι προσβάλουν τα δικαιώματα των τρίτων, όπως αυτά της ελεύθερης διακίνησης, της ανάπτυξης της προσωπικότητας, απόρροια του οποίου είναι και η επαγγελματική ανάπτυξη κ.λπ. Και, κυρίως, είναι γεμάτη από την άρνηση των διαμαρτυρομένων να σκεφτούν εναλλακτικές μορφές κινητοποίησης, ώστε να μην ταλαιπωρούνται, όσοι δεν συμμετέχουν σε αυτές.
Είναι, λοιπόν, τουλάχιστον υποκριτικό να κοπτόμαστε για τα δικαιώματά μας, όταν την ίδια στιγμή αδιαφορούμε επιδεικτικά και λοιδορούμε το δικαίωμα των τρίτων να μην μας υποστηρίζουν ανεχόμενοι τις τακτικές μας. Και, το χειρότερο απ' όλα, η παραπάνω κατάσταση φανερώνει μια επιλεκτική ευαισθησία, η οποία περιορίζεται στο στενο επαγγελματικό/συντεχνιακό συμφέρον και ξεφεύγει από το γενικότερο καλό, που θα έπρεπε να είναι ο στόχος της κοινωνίας μας.

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Για να μην ξεχνάμε

Αύριο συμπληρώνονται 74 χρόνια από την κατάλυση της Δημοκρατίας και την επιβολή της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, μια επονείδιστη αναμφίβολα πράξη, η οποία έτυχε της αμέριστης συμπαράστασης του τότε βασιλιά Γεωργίου του Β', χωρίς την οποία είναι αμφίβολο, αν θα είχε εγκαθιδρυθεί. Πρόκειται για μια ιστορία, που αποδεικνύει α) το βλαπτικό ρόλο της βασιλείας στην Ελλάδα αλλά και β) τον τυχοδιωκτισμό ενός πολιτικού, ο οποίος πέρασε από πλείστα όσα πολιτικά μορφώματα, μέχρις ότου πετύχει αυτό, που ποθούσε, ήτοι την κατάκτηση της εξουσίας.
Ελάχιστοι θυμούνται τα περιστατικά της εποχής εκείνης. Πολλοί, όμως, σπεύδουν να υιοθετήσουν με καμάρι τα υποτιθέμενα οφέλη, που παρέσχε στους εργαζομένους ο Ιωάννης Μεταξάς, κυρίως την καθιέρωση του 8ώρου αλλά και την ίδρυση του Ι.Κ.Α. Σε χαλεπούς, μάλιστα, καιρούς για το πολίτευμά μας, δεν σπανίζουν οι επιτήδειοι, που επιχειρούν τη σύγκριση ανάμεσα στους σημερινούς πολιτικούς ηγέτες και σε πρόσωπα πάσχοντα από αλλεργία στο άκουσμα της Δημοκρατίας, ώστε να αποδείξουν, ότι οι δεύτεροι ήταν καλύτεροι από τους πρώτους.
Επειδή, λοιπόν, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια και το καλοκαίρι δεν ενδείκνυται για ιστιοπλοΐα στο Διαδίκτυο, ιδού ένα δείγμα του πόσο φιλεργατική υπήρξε η πολιτική του Μεταξά.

Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

Η πιασάρικη αντίληψη περί ομοφυλοφίλων

Ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω, γιατί οι ρόλοι των ομοφυλοφίλων στην Ελλάδα παρουσιάζονται, με ελάχιστες εξαιρέσεις, σαν "κραγμένες" αδελφές. Πρόκειται για τακτική, η οποία ξεκίνησε από τα χρόνια της ακμής του λαϊκού ελληνικού κινηματογράφου, όπου γνωστοί ηθοποιοί έπαιξαν τέτοιους ρόλους. Στη συνέχεια, πέρασε στην τηλεόραση και εσχάτως τη βλέπουμε και σε πιο σοβαρές δουλειές, όπως στον πρόσφατο κατά Ιωάννη Χουβαρδά Ορέστη, όπου ο Φρύγας εμφανίστηκε κατ' αυτό τον τρόπο(ο οποίος Φρύγας είναι ευνούχος και οι ευνούχοι δεν ήταν απαραίτητα ομοφυλόφιλοι. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία).
Η τακτική αυτή είναι ενδεικτική της άποψης, που ως λαός έχουμε για τους ομοφυλοφίλους άνδρες. Απηχεί την άποψη, ότι οι ομοφυλόφιλοι είναι έντονα εκδηλωτικοί, συχνά γραφικοί και υπερβαίνοντες τα όρια του γελοίου και στερούνται σοβαρότητας και δυναμισμού. Εκφράζεται, έτσι, η άρνηση του ενδεχόμενου ένας ομοφυλόφιλος άνδρας να είναι διαφορετικός από αυτή τη μανιέρα, εις τρόπον ώστε να μη γίνεται αντιληπτή η σεξουαλική του ταυτότητα. Διδεται το έναυσμα να αρχίσει ο, δήθεν, φυσιολογικός, ήτοι ο μη εκφράζων, κατά την άποψη της πλειονότητας, ομοφυλοφιλικές τάσεις, κόσμος να τους περιθωριοποιεί ή, στην καλύτερη περίπτωση, να τους αντιμετωπίζει ως κωμικές φιγούρες, που σκορπούν γέλιο και να μην τους εμπιστεύεται εν γένει. Και, βέβαια, παγιώνεται η αρνητική εικόνα των ομοφυλοφίλων στην Ελλάδα.
Από το λεγόμενο σοβαρό θέατρο, όμως, περίμενα μια διαφορετική αντιμετώπιση του εν λόγω φαινομένου. Κυρίως, όμως, πίστευα, ότι ένας σκηνοθέτης με βαρύνουσα θεατρική άποψη θα απέφευγε να παρουσιάσει μια τόσο στερεότυπη και συνάμα ρατσιστική εικόνα ενός ομοφυλόφιλου, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, μετρίασε τη δραματική στιγμή του ανωτέρω έργου, σκορπώντας αταίριαστο για δράμα γέλιο. Αλλά, απ' ό,τι φαίνεται, η εικόνα του κουνιστού και λυγιστού "τοιούτου" συνεχίζει να κυριαρχεί στη σκηνή της ελληνικής δημιουργίας.