Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Μια επέτειος, ένας δικτάτορας και η μνήμη ενός λαού


Εδώ και κάποια χρόνια, έχει ανοίξει μια συζήτηση με θέμα τον τρόπο εορτασμού του «ΟΧΙ» και τα οφέλη της κοινωνίας μας από αυτόν. Κοντά σε αυτό το θέμα υπάρχουν και κάποια άλλα μικρότερα θέματα, που σχετίζονται με την επέτειο αυτή και αφορούν π.χ. το αντικείμενο του εορτασμού ή το πρόσωπο του Μεταξά.
Έχουν υποστηριχτεί διάφορες απόψεις γύρω από την εν λόγω επέτειο και ό,τι σχετίζεται με αυτή, διαφορετικές και ενίοτε αντικρουόμενες μεταξύ τους πλην, όμως, απαραίτητες σε μια κοινωνία, που θέλει να σέβεται την ελευθερία του λόγου. Βέβαια, κάποιες εξ αυτών (όχι όλες) είναι ενδεικτικές του τρόπου σκέψης ολόκληρων γενεών συμπολιτών μας, όπως αυτός έχει διαμορφωθεί τόσο από το προβληματικό εκπαιδευτικό μας σύστημα όσο και από την απροθυμία τους να ανοίξουν ένα βιβλίο ή να παρακολουθήσουν μια εκπομπή για το έπος του ‘40. Αξίζει, πιστεύω, να τις δούμε, προκειμένου να τις αξιολογήσουμε και να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα.
Έχουμε και λέμε, λοιπόν :
Στις 28 Οκτωβρίου κάθε χρόνου γιορτάζουμε την επέτειο του «ΟΧΙ» : Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 ο Μεταξάς απάντησε στο τελεσίγραφο του Ιταλού πρέσβη στην Αθήνα, Γκράτσι με τη φράση "Alors, c'est la guerre", την οποία ο θρύλος συμπύκνωσε στη φράση «ΟΧΙ». Στη συνέχεια, την ίδια μέρα η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στη χώρα μας. Προσωπικά, δεν γνωρίζω άλλη χώρα, η οποία να εορτάζει την είσοδό της στον πόλεμο και όχι το πέρας του. Πέραν αυτού του παραδόξου, με αυτή την επέτειο δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο, τι ακριβώς εορτάζουμε. Την είσοδό μας στον πόλεμο; Την γενναιότητα του στρατού μας; Την αντίσταση στο φασισμό και το ναζισμό; Εκτός του ότι δεν έχει, ακόμα, λοιπόν, αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο αυτού του εορτασμού, η εν λόγω εκδήλωση με την πάροδο των χρόνων ταυτίστηκε ουσιαστικά με την πολιτική πράξη του Μεταξά να αρνηθεί την υποταγή της Ελλάδος στις δυνάμεις του Άξονα, πράξη που οδήγησε στην κάθε άλλο παρά συμβατή με την ιστορία εξιδανίκευσή του.
Με τις μαθητικές και στρατιωτικές παρελάσεις τηρούμε μια παράδοση : Μόνο που η παράδοση των μαθητικών και στρατιωτικών παρελάσεων είναι μεταξικής έμπνευσης και αποσκοπούσε στην εδραίωση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Συνεπώς, σήμερα φαντάζει ως ένας αναχρονιστικός θεσμός, που δεν έχει καμμία θέση σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, και καμμία σχέση δεν έχει με την πολιτική και πολιτιστική παράδοσή μας.
Οι μαθητές διδάσκονται από τέτοιες εκδηλώσεις : Διαφωνώ. Η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών αγνοεί παντελώς τις συνθήκες, υπό τις οποίες η Ελλάδα οδηγήθηκε στον πόλεμο με την Ιταλία καθώς και τις συνθήκες, που επικρατούσαν τότε στην Ελλάδα. Οι ίδιοι μαθητές αντιμετωπίζουν την επέτειο αυτή ως μια μέρα ανάπαυλας από το σχολείο, ενώ στους σχολικούς εορτασμούς κυριαρχεί ένα κλίμα βαρεμάρας και χαβαλέ, όπου αναπαράγονται ομιλίες και εθιμοτυπικά παλαιότερων ετών και το μόνο, το οποίο δεν προβάλλεται, είναι η ιστορία της περιόδου εκείνης κατά τρόπο κατανοητό και πλήρη.
            Στην πραγματικότητα, η παρέλαση ομοιόμορφα ενδεδυμένων μαθητών και με ομοιόμορφο βηματισμό συνιστά εκδήλωση μιλιταρισμού, η οποία δεν ενδείκνυται για ανθρώπους, που βρίσκονται στο στάδιο διαμόρφωσης της προσωπικότητάς τους, ή για κοινωνίες, οι οποίες θέλουν να θεωρούνται δημοκρατικές και να καλλιεργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε κάθε άνθρωπος να διαμορφώνει τα ατομικά του χαρακτηριστικά και να μη μετατρέπεται σε μια άμορφη και εύκολα χειραγωγούμενη μάζα.
            Επίσης, οι μαθητές μας διδάσκονται, ότι ο Μεταξάς είπε το «ΟΧΙ» αλλά αγνοούν, ποιοι πολέμησαν στα βουνά της Ηπείρου, ως, επίσης, τι συνέβη επί Κατοχής στην Ελλάδα αλλά και τα αίτια του Εμφυλίου.
Υπάρχει εθνική και κοινωνική ανάγκη να εορτάζεται το «ΟΧΙ» : Με αυτό τον τρόπο, που εορτάζεται σήμερα; Ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι, τι είδους εθνική υπερηφάνεια αντλούν πολλοί συμπολίτες μας στη θέα μαθητών με ομοιόμορφο ντύσιμο και ομοιόμορφο βηματισμό, τη στιγμή που οι ίδιοι παρελαύνοντες αγνοούν την ιστορία του ελληνοϊταλικού πολέμου και το πρόσωπο του Μεταξά.
         Θεωρώ, ότι ο εορτασμός του «ΟΧΙ» θα αποκτούσε πραγματικό νόημα, αν διδασκόταν ως πράξη αντίστασης σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού, χωρίς να εξαιρείται ο Μεταξάς. Με αυτό τον τρόπο, θα αποκτούσε μια αναμφίβολη ηθική αξία και θα ξέφευγε από τα στενά πατριωτικά πλαίσια εορτασμού του, σύμφωνα με τα οποία εορτάζεται η αντίστασή μας στο δικτάτορα Μουσολίνι, μόνο και μόνο επειδή ο στρατός του τελευταίου εισέβαλε στην Ελλάδα, χωρίς την παραμικρή αναφορά σε όσα εκπροσωπούσε ο φασισμός.
Ο Μεταξάς ήταν ένας πραγματικός πατριώτης σε αντίθεση με τους σημερινούς πολιτικούς : Δεν είναι καινούργια άποψη αλλά εσχάτως άρχισε να αποκτά περισσότερο και εξίσου φανατικό με τους παλαιούς θιασώτες της κοινό. Η σκληρή πραγματικότητα, όμως, είναι, ότι ο Μεταξάς έχει τόση σχέση με τον πατριωτισμό όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο (το οποίο, άλλωστε, εκτιμούσε ιδιαιτέρως ο εν λόγω «πατριώτης»). Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του αποστρεφόταν τον κοινοβουλευτισμό (συμμετοχή του στο πραξικόπημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη και, κυρίως, πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου 1936) και τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έρχονταν σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις του. Η ηγετική του θέση στους Επίστρατους, που διακρίθηκαν στις απηνείς διώξεις βενιζελικών, αλλά και οι διώξεις κομμουνιστών και συντηρητικών πολιτικών, που δεν συμφωνούσαν με την πολιτική του στη διάρκεια της δικτατορίας του, ήταν ενδεικτικές ενέργειες ενός πολιτικού με φανερά ολοκληρωτική αντίληψη. Αν προσθέσουμε τη μεταμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος, μέσω της Ε.Ο.Ν., σε μηχανισμό προπαγάνδας υπέρ του καθεστώτος, αφού πρώτα εξεδιώχθησαν όσοι εκπαιδευτικοί αρνήθηκαν να συμμορφωθούν, την απαγόρευση διεξαγωγής εκλογών, τη διάλυση της ΓΣΕΕ κ.λπ., τότε θα διαπιστώσουμε, πόσο εκτός πραγματικότητας είναι ο χαρακτηρισμός του Μεταξά ως πατριώτη.
            Επίσης, η σύγκριση του Μεταξά με τους σημερινούς πολιτικούς είναι επιεικώς άστοχη. Ο Μεταξάς ήταν ένας δικτάτορας, που διορίστηκε στην πρωθυπουργία από το Γεώργιο το Β’ και επικαλούμενος έκτακτες ανάγκες διέλυσε τη Βουλή, χωρίς να προκηρύξει εκλογές, ανέστειλε πολλά άρθρα του τότε Συντάγματος και κατέστησε τον εαυτό του απόλυτο πολιτικό άρχοντα της Ελλάδας. Οι σημερινοί πολιτικοί εξελέγησαν με νόμιμες διαδικασίες και καθένας έχει τη δυνατότητα να τους κρίνει και επικρίνει, χωρίς να κινδυνεύει να συλληφθεί, δικαστεί και καταδικαστεί ως «αντιδραστικός». Επιτρέπεται η λειτουργία πολιτικών κομμάτων και η διενέργεια εκλογών και τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα ασκούνται ελεύθερα και πάντως χωρίς τους περιορισμούς της μεταξικής περιόδου. Σαφώς και απέχουμε από το να χαρακτηριστούμε υποδειγματική δημοκρατία. Αλλά και ουδεμία σχέση έχει το πολίτευμά μας με αυτό, που είχε εγκαθιδρύσει ο Μεταξάς.
Η άρνησή του να συνθηκολογήσει με την Ιταλία δικαιώνει το Μεταξά : Με τη διαφορά ότι ο Μεταξάς δεν λειτουργούσε αυτόνομα αλλά ήταν δέσμιος της βρεττανικής εξωτερικής πολιτικής, όπως και όλοι, σχεδόν, οι πρωθυπουργοί της χώρας έως τα Δεκεμβριανά, οπότε ουσιαστικά και λόγω χρονικής συγκυρίας δεν είχε πολλά περιθώρια αποκλίσεων από την πολιτική αυτή. Ακόμα, όμως, και αν τον κρίνουμε θετικά γι’ αυτή του την άρνηση, αυτός δεν απαλλάσσεται για τα πεπραγμένα του καθεστώτος του.
Ο Μεταξάς είχε προετοιμάσει την άμυνα της χώρας : Το αποτέλεσμα του ελληνοϊταλικού πολέμου δικαιώνει αναμφίβολα το Μεταξά (και μας ωθεί να παρακάμψουμε την οικτρή οργάνωση του ιταλικού στρατού)σε ό,τι αφορά την προετοιμασία της χώρας στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Όμως, σε ό,τι αφορά τα ελληνοβουλγαρικά και ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα, η μέριμνά του δεν ήταν η καλύτερη δυνατή. Αναλυτικότερα, στην περιοχή των ελληνοβουλγαρικών συνόρων υπήρχαν ήδη από την εποχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οχυρά για την προστασία της χώρας από την από βορράν εισβολή, τα οποία ενισχύθηκαν την εποχή του Μεσοπολέμου και έμειναν γνωστά ως Γραμμή Μεταξά λόγω του καθοριστικού ρόλου, που ο εν λόγω πολιτικός διαδραμάτισε στην ανέγερσή τους. Ωστόσο, δεν είχαν ανεγερθεί με σκοπό την απόκρουση της εισβολής των δυνάμεων του Άξονα αλλά για να αποφευχθεί ελληνοβουλγαρική σύρραξη, καθόσον η Βουλγαρία δεν ανεγνώριζε τις συνθήκες του 1912 και 1913, αξίωνε τα εδάφη, που της ανεγνώριζε η μηδέποτε εφαρμοσθείσα Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (η «Μεγάλη Βουλγαρία»)και δεν είχε υπογράψει το Βαλκανικό Σύμφωνο Φιλίας, διατηρώντας, έτσι, σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου μια εχθρική στάση απέναντι στην Ελλάδα. Η ανέγερσή τους είχε λάβει χώρα, προτού η Βουλγαρία προσχωρήσει στον  Άξονα, ώστε να μιλήσει κανείς για προνοητικότητα του Μεταξά (η Βουλγαρία προσεχώρησε στον Άξονα στις 1.3.1941).
Ακόμα, επειδή η αντίδραση μιας χώρας σε μια πολεμική εισβολή κρίνεται εκ του αποτελέσματος, η δια περιπάτου προέλαση του γερμανικού στρατού, ο οποίος, συνάντησε αντίσταση μόλις τριών ημερών στη Γραμμή Μεταξά, και η ακόμα πιο άνετη εισβολή από τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα, όπου ο Μεταξάς δεν είχε προνοήσει να κατασκευάσει κάποια σοβαρά οχυρωματικά έργα, μάλλον δεν δικαιώνει τους πιστούς της άποψης, ότι ο Μεταξάς είχε προετοιμάσει την άμυνα της χώρας για να αποκρούσει την εισβολή των δυνάμεων του Άξονα. Η δε άποψη, ότι δεν περίμενε κανείς την τόσο γρήγορη συνθηκολόγηση της Γιουγκοσλαβίας, δεν αποτελεί σοβαρή δικαιολογία.
Δεν υπάρχει άσπρο-μαύρο στην ιστορία και πρέπει να αναγνωρίσουμε τη θετική συμβολή του Μεταξά στην έκβαση του ελληνοϊταλικόυ πολέμου : Η ιστορία είναι, δυστυχώς, καταδικαστική για το Μεταξά, ένα δικτάτορα, ο οποίος γύρισε τη χώρα αρκετά χρόνια πίσω με την αλλοίωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, την απαγόρευση της άσκησης βασικών ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων και τις διώξεις χιλιάδων αντιφρονούντων, αρκετοί από τους οποίους πέθαναν από τις κακουχίες (Παπαναστασίου, Μιχαλακόπουλος κ.λπ.). Όσο και αν δικαιώθηκε για την απόφασή του να πολεμήσει τους Ιταλούς, τα καταγεγραμμένα αμαρτήματά του είναι πάρα πολλά, για να μιλήσουμε για ενδιάμεση γκρίζα κατάσταση και όχι για ένα σχεδόν απόλυτο μαύρο.
Ο Μεταξάς ήταν φιλογερμανός αλλά πολέμησε τους Ιταλούς: Όλοι, σχεδόν, οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος έως και τα Δεκεμβριανά ήταν αγγλόφιλοι, διότι η χώρα ευρισκετο στην αγγλική σφαίρα επιρροής. Οι σπουδές του Μεταξά στη Γερμανία διαμόρφωσαν τον ολοφάνερο θαυμασμό του για καθετί γερμανικό, πλην, όμως, η πολιτική, που ακολούθησε, ήταν αμιγώς φιλοαγγλική και οι μόνες σχέσεις με τη Γερμανία ήταν η οικονομική συνεργασία μεταξύ των χωρών, που ούτως ή άλλως προϋπήρχε, και η επιρροή του ναζισμού στη διαμόρφωση του εν γένει εκπαιδευτικού συστήματος και ορισμένων τελετουργικών π.χ. την καθιέρωση του ναζιστικού χαιρετισμού. Επίσης, εν έτει 1938 ο Μεταξάς είχε προτείνει στους Άγγλους την υπογραφή αμυντικής συμμαχίας. Ανάλογη συμφωνία δεν είχε καν προτείνει στη Γερμανία. Για τέτοιο φιλογερμανισμό μιλάμε.
Αν ο Μεταξάς ήταν δικτάτορας, γιατί ο στρατός πολέμησε πρόθυμα τους Ιταλούς; Διότι ο στρατός μας πολεμούσε υπέρ βωμών και εστιών και όχι για να διατηρήσει ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, το οποίο απαγόρευε την κριτική εναντίον του και δεν είχε λάβει κανένα ουσιαστικό μέτρο για την εξάλειψη της φτώχειας στη χώρα μας (για το μύθο περί της ίδρυσης του Ι.Κ.Α. από το Μεταξά, διαβάστε αυτό). Επίσης, η σπουδή των Ελλήνων να καταταγούν, για να πολεμήσουν, δεν αθωώνει το βίο και την πολιτεία του Μεταξά.
Ο Μεταξάς προέβλεψε την κυριαρχία των Συμμάχων γι’ αυτό και απέφυγε να συμμαχήσει με τις δυνάμεις του Άξονα : Μόνο που η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και όχι σε εικασίες. Από κανένα, απολύτως, στοιχείο δεν αποδεικνύεται, ότι ο Μεταξάς προέβλεψε την ήττα των Γερμανών και, εκ του λόγου αυτού, αποφάσισε να σεβαστεί τις δεσμεύσεις του απέναντι στους Βρεττανούς. Σημειωτέον, ότι, εν έτει 1940 οι Γερμανοί είχαν ήδη ενσωματώσει την Αυστρία, είχαν καταλάβει Τσεχοσλοβακία, Πολωνία, Νορβηγία, Δανία, Βέλγιο και Γαλλία, νικούσαν τους Συμμάχους, είχαν εξασφαλίσει τη μη εμπλοκή της ΕΣΣΔ στον πόλεμο με το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ, προέλαυναν σε όλη τη Δυτική Ευρώπη, είχαν τσακίσει το βρεττανικό ναυτικό, που ήταν το μεγάλο όπλο της κυριότερης αντιπάλου του Άξονα και τίποτα δεν προϊδέαζε, ότι οι Σύμμαχοι θα ανέκαμπταν.
Ο Μεταξάς αποτελεί κομμάτι της νεότερης ιστορίας μας : Αυτό δεν αμφισβητείται και εξυπακούεται, ότι η αποσιώπηση όσων έλαβαν χώρα κατά την περίοδο της εξουσίας του δεν βοηθάει στην κατανόηση της ιστορίας μας. Αρκεί να δίδεται η κατάλληλη και σύμφωνη με τις ιστορικές πηγές ερμηνεία.
Στην Ελλάδα η ιστορία αντιμετωπίζεται με έντονο συναισθηματισμό : Δεν διαφωνώ. Μόνο που με το ίδιο μειονέκτημα πιστώνονται και οι πιστοί της άποψης, ότι ο Μεταξάς ήταν ένας πραγματικός πατριώτης, επειδή είπε το «ΟΧΙ» στους Ιταλούς, η οποία αποσιωπά τα εγκλήματα της δικτατορίας του. Μια ψύχραιμη αποτίμηση των ιστορικών πηγών καταδεικνύει τον ολοκληρωτισμό του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου 1936, την οποία κανένα «ΟΧΙ» δεν αναιρεί.
Δεν περιμένω να αλλάξει ο τρόπος αντίληψης των πολλών γύρω από τον τρόπο εορτασμού της επετείου της κήρυξης του ελληνοϊταλικού πολέμου ή έστω το πρόσωπο του Μεταξά. Σε εποχές γενικευμένης σύγχυσης οι ψύχραιμες και τεκμηριωμένες ιστορικές θεωρήσεις είναι είδος πολυτελείας. Και πολύ φοβάμαι, ότι με τέτοιες αντιλήψεις ίσως είμαστε καταδικασμένοι να ξαναζήσουμε καταστάσεις, οι οποίες πιστεύαμε μέχρι πρότινος, ότι δεν θα επαναλαμβάνονταν.
 
Υ.Γ. Οφείλω να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου προς όσους φίλους και γνωστούς συμμετείχαν σε πρόσφατη διαδικτυακή συζήτηση με το ανωτέρω θέμα, η οποία μου έδωσε το έναυσμα για το παρόν κείμενο καθώς και αρκετές ιδέες.

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

31 χρόνια μετά


           Κορναρίσματα και κωδωνοκρουσίες μέχρι πρωίας, κηδειόχαρτα των σεσημασμένων δεξιών και το σύνθημα «Αλλαγή» να τρυπάει αυτιά και συνειδήσεις, είναι μόνο μερικές από τις αναμνήσεις ενός παιδιού, που μεγάλωνε στην ελληνική επαρχία τη μέρα, που το ΠΑ.ΣΟ.Κ. κέρδισε για πρώτη φορά βουλευτικές εκλογές. Για τους μεγαλύτερους όλο αυτό το κακόγουστο τσίρκο σηματοδοτούσε τον πόθο πολλών για εξουσία και προνόμια και το φόβο των σωφρόνων για διάλυση του κράτους και της κοινωνίας. Βλέπετε, οι τελευταίοι είχαν μια όχι και τόσο ελκυστική εικόνα του ιδρυτού του εν λόγω κόμματος από τα χρόνια της προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου.
            Όπως, δυστυχώς, συμβαίνει συχνά στα λημέρια μας, οι σώφρονες ήταν εκείνοι, που δικαιώθηκαν. Με το καλημέρα, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. μετετράπη σε ένα, ακόμα, συντηρητικό κόμμα με μόνο μέλημά του τη διατήρηση ου μην και αύξηση της κομματικής του πελατείας δια της ικανοποιήσεως των απαιτήσεών της, ενώ στα χρόνια της εξουσίας του πρόλαβε να κάνει στροφή 180 μοιρών σε ό,τι αφορά τη στάση του απέναντι στο κεφάλαιο, την τότε Ε.Ο.Κ. και το ΝΑΤΟ. Τα ζιβάγκο και οι ασκήσεις επαναστατικής γυμναστικής αντικαταστάθηκαν από πανάκριβα κοστούμια και τα Πακέτα από την τότε Ε.Ο.Κ., αφήνοντας κάποιους λίγους πεισματάρηδες να φωνάζουν «Έξω οι βάσεις» στις πύλες της αμερικανικής βάσης της Νέας Μάκρης. Όσο για τις τομές του; Για κάθε αναφορά στο νόμο-πλαίσιο για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ υπήρχαν ουκ ολίγες βολές για τους ΠΑΣΠίτες, οι οποίοι εξασφάλιζαν διδακτορικά και θέσεις διδακτικού προσωπικού με κατεβασμένα χέρια. Σε κάθε βολή κατά της πλουτοκρατίας η άλλη πλευρά απαντούσε κατακρίνοντας την κρατικοποίηση της ΠΕΙΡΑΪΚΗΣ ΠΑΤΡΑΪΚΗΣ» και το όργιο (ένα από τα πολλά, δηλαδή) διορισμών ημετέρων εκεί. Κάθε μνεία του νόμου για τις συνδικαλιστικές ελευθερίες ακυρωνόταν στη θέα του «θεάρεστου» έργου του Μπάκουλη και των κ.κ. Σταμούλου, Κολλά και άλλων συνδικαλιστών, που δυσφήμισαν ανεπανόρθωτα το συνδικαλιστικό κίνημα. Κάθε καταγγελία σε βάρος της Δεξιάς αντιμετωπιζόταν με τη μνεία της Προμέτ, του Σκανδάλου Κοσκωτά, της υπόθεσης Καλκάνη και άλλων δυσωδών ιστοριών.
              Αναντίρρητα ο Ανδρέας Παπανδρέου υπήρξε ένας μάγος της ψυχολογίας και του λαϊκισμού. Κρατούσε στα ύψη τα ποσοστά του ΠΑ.ΣΟ.Κ. με αλχημείες, που θα έκαναν οποιονδήποτε έντιμο και ορθολογιστή πολιτικό να φρίξει. Διαχειριζόταν με τους συνεργάτες του τα οικονομικά του κράτους με την ίδια σωφροσύνη, που ένας μεθυσμένος σκορπά τα λεφτά του σε νυχτερινές απολαύσεις. Ήξερε να εκμαυλίζει συνειδήσεις. Αλλά είχε βρει πρόθυμο ακροατήριο. Το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας μας αποδέχθηκε τους διπλασιασμούς των μισθών των Δ.Υ., τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, την κρατικοποίηση επιχειρήσεων, την επιβάρυνσή τους με διορισμούς ημετέρων και την καταλήστευση των πόρων τους από τις διορισμένες διοικήσεις τους, ως και την άλωση συνδικαλιστικών οργανώσεων και αγροτικών συνεταιρισμών με την σιωπηρή προσμονή ενός νηπίου, το οποίο βλέπει γύρω του να βρέχει καραμέλες και παιχνίδια και σιωπά, μήπως πάρει και αυτό κανένα δωράκι, και ας γνωρίζει, ότι δεν δικαιούται προς τούτο. Πικρή αλήθεια αλλά αλήθεια!
     Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου πέθανε, άφησε πίσω ένα κόμμα με στελέχη αποφασισμένα να ακολουθήσουν τη γραμμή του, ακόμα και αν οι διάδοχοί του στην προεδρία του κόμματος είχαν, έστω υποθετικά, άλλες προθέσεις. Το αποτέλεσμα ήταν, ότι η κατηφόρα συνεχίστηκε, ίσως με μικρότερη ταχύτητα, αλλά συνεχίστηκε. Οι ατάκες περί εκσυγχρονισμού έμειναν κενό γράμμα, οι προτροπές «πάμε» πετάχτηκαν στον κάλαθο των αχρήστων. Οι εξομολογήσεις την επομένη των εκλογών του 2004 και του 2007 δεν έπεισαν κανένα και όχι άδικα, όπως αποδείχθηκε. Όταν ήλθε η ώρα της υπαγωγής της χώρας στο Δ.Ν.Τ., ένα μεγάλο ποσοστό των ΠΑΣΟΚων του παρελθόντος ανακάλυψαν ξαφνικά, ότι τους είχαν εξαπατήσει και αποχώρησαν αγανακτισμένοι. Κάποιοι από αυτούς μίλησαν για χούντα και μούντζωναν τη Βουλή πέρσυ. Το πλοίο βούλιαζε και το πλήρωμα  έτρεχε να βρει πιο φιλόξενο αμπάρι. Οι ουρές και τα δάκρυα μπροστά από το φέρετρο του Ανδρέα Παπανδρέου είχαν λησμονηθεί.
            Έχουν γραφτεί ατελείωτες αράδες γύρω από το φαινόμενο ΠΑ.ΣΟ.Κ. Αναμφίβολα η Ν.Δ. ήταν εκείνη, που μ’ όλα στα σφάλματά της προετοίμασε τη χώρα για την είσοδό της στην Ε.Ε., αλλά, στο τέλος, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. επωφελήθηκε από τις παροχές της. Δεν χωρεί, επίσης, αμφιβολία, ότι το πελατειακό κράτος δεν αποτελεί ΠΑΣΟΚική πατέντα αλλά είναι τόσο παλιό όσο και η εποχή του Κωλέττη. Ούτε είναι δυνατό να παραβλέψει κανείς την ολέθρια για τη χώρα πενταετία της διακυβέρνησης του κ. Κωνσταντίνου Καραμανλή του νεότερου ή τις κρατικοποιήσεις της κυβερνήσεως Καραμανλή του 1ου. Σε μια κοινωνία, όμως, η οποία θέλει να ασπάζεται τις αρχές του ορθολογισμού και να καταλογίζει ευθύνες ξεχωριστά σε κάθε πρόσωπο ή ομάδα προσώπων, το κόμμα, που κυβέρνησε μεταπολιτευτικά την Ελλάδα περισσότερο από κάθε άλλο, όχι μόνο δεν είναι άμοιρο ευθυνών αλλά είναι το κατεξοχήν υπεύθυνο για τα δεινά αυτού του τόπου στις μέρες μας.
            Τί απομένει, λοιπόν, από το κόμμα, που σημάδεψε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο τη μακρότερη περίοδο ειρήνης και Δημοκρατίας στην Ελλάδα; Κάπου ανάμεσα στα χιλιάδες πλαστικά σημαιάκια με τον πράσινο ήλιο, τα αμέτρητα ρουσφέτια και τη δυσωδία των σκανδάλων, ξεχωρίζω την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, την κατάργηση του πολυτονικού και της καθαρεύουσας, την ευημερία, που απόλαυσαν πολλές μεσοαστικές οικογένειες (μαζί και του γράφοντα), εξαιτίας των διπλασιασμών των μισθών και της θέσπισης επιδομάτων στους Δ.Υ. και η πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα ελευθερία του λόγου και της τέχνης. Πολύ λίγα για 22 χρόνια διακυβέρνησης και για να μπει θετικό πρόσημο!

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Στο όνομα των χρηστών ηθών


            Θα τολμούσε ο διευθυντής του BBC να επικαλεστεί τα χρηστά ήθη των Βρεττανών, για να κόψει τη σκηνή με το φιλί μεταξύ δύο ανδρών στη σειρά «Ο πύργος του Ντάουντον»; Φυσικά όχι, διότι την ίδια τύχη θα είχε και το κεφάλι του μετά τη σωρεία επιστολών διαμαρτυρίας που θα κατέκλυζε το σταθμό αυτό. Το ίδιο θα συνέβαινε και σε πολλές άλλες χώρες, οι οποίες δεν τρέμουν στην ιδέα της εξαφάνισης των ηθών και εθίμων τους από μέσα, όπως η τηλεόραση.
            Μόνο που οι ανωτέρω χώρες διαθέτουν δύο στοιχεία μη υπαρκτά στην Ελλάδα, τουλάχιστον στον απαιτούμενο βαθμό. Πρώτον, διαθέτουν θεσμούς, οι οποίοι εμπνέουν εμπιστοσύνη στις κοινωνίες αυτές, τουλάχιστον περισσότερη απ’ ό,τι στη δική μας, και επιβάλλουν σε πρόσωπα σε θέσεις-κλειδιά διαφόρων οργανισμών να συμμορφώνονται με το νόμο και να μην ενεργούν κατά τη δική τους βούληση και επικαλούμενοι αόριστες έννοιες. Δεύτερον, ένα σημαντικό τμήμα των εκεί κοινωνιών διαθέτει τη στοιχειώδη μόρφωση και παιδεία, ώστε να αξιώνει να μην παρεμβαίνει κανένας αυτόκλητος προστάτης των χρηστών ηθών της.
            Βέβαια, οι ξένες κοινωνίες δεν είναι τόσο ιδανικές όσο φανταζόμαστε. Η γερμανική «ΜΠΙΛΝΤ» και η αγγλική «ΣΑΝ» ξεπερνούν σε νοσηρή φαντασία συχνά και την χειρότερη ελληνική κιτρινοφυλλάδα και διαθέτουν εκατομμύρια αναγνώστες στις χώρες τους, ενώ δεν λείπουν και στο εξωτερικό οι θρησκόληπτοι και εν γένει φανατικοί όλων των αποχρώσεων. Ωστόσο, ακόμα και αν βρεθεί κάποιος ευφάνταστος συντάκτης του κίτρινου τύπου ή κάποιος θρησκόληπτος ή φανατικός στις χώρες αυτές και επικαλεστεί την προστασία των ηθών και εθίμων της χώρας του, προκειμένου να απαιτήσει την απαγόρευση δημοσιοποίησης ενός προϊόντος της ελευθερίας του λόγου, οι προσπάθειές του δεν θα καρποφορήσουν. Κανένας πολίτης στις χώρες αυτές δεν θα τολμήσει να πάρει το νόμο στα χέρια του, για να επιβάλει την προστασία των χρηστών ηθών της κοινωνίας, στην οποία ζει. Διότι η τήρηση του νόμου θεωρείται στις χώρες αυτές προτιμότερη από την υστερική  υπεράσπιση των κανόνων εκείνων, που έχουν βαφτιστεί παράδοση, ώστε οι περισσότεροι να ασχολούνται με την τήρηση του πρώτου και να αδιαφορούν για τη δεύτερη και σε κάθε περίπτωση οι υποστηρικτές των ηθών και εθίμων των λαών αυτών να μην τυγχάνουν τόσης αποδοχής ή έστω ανοχής, ώστε να διακόπτουν οποιαδήποτε προβολή, παράσταση ή έκθεση οποιουδήποτε έργου.
            Και τί γίνεται με τους τηλεθεατές, που θα σκανδαλιστούν στη θέα του φιλιού μεταξύ δύο ανδρών, θα ρωτήσει κανείς. Με κάθε σεβασμό προς τις αντοχές και ανοχές του καθενός, κανένας δεν υποχρεούται να παρακολουθήσει ένα έργο αντίθετο προς τις αρχές του αλλά, επίσης, κανένας δεν δικαιούται να επιβάλει στους τρίτους τις δικές του αρχές σε ό,τι αφορά τα προϊόντα της διανόησης, που αυτοί θα απολαύσουν. Υπάρχει συγκεκριμένος οργανισμός, ο οποίος είναι αποκλειστικά αρμόδιος για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση προβολής ταινιών ή σειρών, που αντικειμενικά μπορεί να θίξουν το κοινό αίσθημα, και εναπόκειται στο ζημιωθέντα τηλεοπτικό σταθμό να προσφύγει στα αρμόδια Δικαστήρια, προκειμένου να ζητήσει την άρση των όποιων κυρώσεων. Αν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη η ήδη υφισταμένη νομολογία των ελληνικών Δικαστηρίων, όπως η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για πανομοιότυπη περίπτωση στην ελληνική σειρά «Κλείσε τα μάτια σου», η οποία απόφαση έκρινε, ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση κλονισμού των χρηστών ηθών του κοινού από το φιλί μεταξύ ανδρών και, εντεύθεν, επιβολής προστίμου σε βάρος του τηλεοπτικού σταθμού, τότε καθίσταται σαφές, πόσο παράτυπα ενήργησε ο βαρυνόμενος με το κόψιμο της επίμαχης σκηνής υπάλληλος.
            Για κακή μας τύχη, όμως, ζούμε σε ένα κράτος, του οποίου οι κυβερνώντες αναδεικνύονται με μόνα προσόντα τους τα τσιτάτα περί του έθνους μας και των εθίμων του, που, δήθεν, κινδυνεύουν (από ποιους, άραγε;), και την ικανοποίηση των απαιτήσεων της κομματικής τους πελατείας, ως, επίσης, σε μια κοινωνία αναδεικνύουσα βουλευτές με τα παραπάνω κριτήρια αποκλειστικά. Έτσι, το κόψιμο μιας σκηνής, όπως αυτής του φιλιού μεταξύ δύο ανδρών, δεν προκάλεσε παρά ελάχιστες αντιδράσεις. Διότι είναι ενέργεια απόλυτα συμβατή με τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας του κράτους και της κοινωνίας μας. 

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Εν μέρει προοδευτικός δεν γίνεσαι


            Ο προοδευτισμός ενός ανθρώπου κρίνεται από το σύνολο των λόγων και των πράξεών του. Αποτελεί μια συνειδητοποιημένη στάση ζωής, ο φορέας της οποίας επιλέγει να διαφοροποιηθεί από τη μάζα και να προβάλλει εκείνες τις ιδέες, που θα συμβάλουν θετικά στην κοινωνία και τον πολιτισμό μας. Ο ίδιος φορέας στέκεται επικριτικός απέναντι στους σκοταδιστές και τους αδιάφορους, έχοντας πάντα μια γνώση των προσώπων και των καταστάσεων, που κρίνει και επικρίνει. Λειτουργεί σαν οίστρος, που υπενθυμίζει στον κόσμο την υποχρέωσή του να απομακρυνθεί από βλαβερές αντιλήψεις και να ανοίξει τους ορίζοντές του.
            Από χτες έχει πάρει φωτιά το Διαδίκτυο, με αφορμή τη δήλωση του Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης Παύλου, με την οποία καταδικάζει τη Χρυσή Αυγή και τις ενέργειές της έξω από το θέατρο «ΧΥΤΗΡΙΟ» αλλά και σε βάρος των μεταναστών. Διαβάζω για φωτισμένο ιεράρχη, ο οποίος διαφοροποιήθηκε από το σύνολο των ιερέων, που είτε επέλεξαν να υποστηρίξουν τη Χ.Α. είτε τηρούν σιγήν ιχθύος για τα πεπραγμένα της, για παράδειγμα προς μίμηση και άλλα συναφή.
            Κατ’ αρχάς, αποδέχομαι, ότι ο σεβασμιώτατος αποτελεί ίσως το μοναδικό ανώτατο ιερέα της Εκκλησίας της Ελλάδος και ένα από τους ελάχιστους ιερωμένους της, που αντιτάχθηκε ανοικτά στο λόγο και τις πρακτικές της Χ.Α. Θεωρώ, μάλιστα, ότι επετέλεσε εκείνο το ελάχιστο εκείνο καθήκον ενός υπηρέτη της θρησκείας, το νόημα της οποίας συμπυκνώνεται στη φράση «αγαπάτε αλλήλους». Μέχρι εδώ, όλα μοιάζουν καλώς καμωμένα.
            Μόνο που πάνω στη βιασύνη τους οι περισσότεροι να επαινέσουν τον ανωτέρω ιερωμένο, ξέχασαν το πρώτο μέρος της δήλωσής του, στο οποίο «στολίζει» τους συντελεστές της επίμαχης παράστασης και εντάσσει τους υποστηρικτές της στο «λόμπυ Τατσόπουλου-Ρεπούση» (δική του έκφραση). Στην ίδια δήλωσή του ο εν λόγω ιερωμένος αναφέρει, ότι «η δεύτερη πληροφορία που είχαμε είναι ότι οι συντελεστές του, θα επεδίωκαν την σύγκρουση με την Εκκλησία για καθαρά διαφημιστικούς και εισπρακτικούς λόγους», ότι «παρουσίασαν σαν τέχνη, την χυδαιότητα του εσωτερικού τους κόσμου» και μερικά ακόμα σχόλια, που όχι μόνο δεν διακρίνονται για την κοσμιότητά τους («θλιβερά ανθρωπάρια» και «γυναικάρια») αλλά πόρρω απέχουν από την εικόνα, που θα έπρεπε να παρουσιάζει ένας προοδευτικός ιερωμένος.
            Με αυτό, λοιπόν, το σκέλος της δήλωσής του ο σεβασμιώτατος προέβη στα κάτωθι ατοπήματα : Δαιμονοποίησε τόσο τον κ. Τατσόπουλο όσο και την κα. Ρεπούση (ό,τι, δηλαδή, πράττει και το υπόλοιπο, σιωπηλό απέναντι στο φαινόμενο της Χ.Α., κομμάτι της Εκκλησίας). Ενέταξε στον κύκλο τους (!!!) όσους συγκεντρώθηκαν έξω από το «ΧΥΤΗΡΙΟ», για να υποστηρίξουν το σκηνοθέτη, κ. Λαέρτη Βασιλείου, και τους λοιπούς συντελεστές της παράστασης, των οποίων, μάλιστα, τα κίνητρα ανακάλυψε και ανέλυσε και ανεύρε, ότι ήταν καθαρά διαφημιστικά και εισπρακτικά. Χαρακτήρισε χυδαίους τους ίδιους συντελεστές αλλά και ανθρωπάρια και γυναικάρια (ουδέν σχόλιον!). Τέλος, αναφέρθηκε στη δυνατότητα των λεγεώνων των αγγέλλων του Χριστού να ρίξουν φωτιά και να κάψουν τους συντελεστές. Αλλά δεν το κάνει (ο Χριστός), διότι δεν είναι αυτό το πνεύμα του.       
                 Θα μου πείτε, ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός, άρα και του Σισανίου και Σιατίστης, να ασκεί κριτική σε ό,τι τον βρίσκει αντίθετο. Θα συμφωνήσω, υπό την προϋπόθεση, ότι τηρούνται οι κανόνες της κριτικής, ήτοι ο ασκών αυτή έχει γνώση του αντικειμένου, το οποίο κρίνει, και ασχολείται με το αντικείμενο καθαυτό. Συντρέχουν, εν προκειμένω, αυτοί οι κανόνες; Όχι, ο σεβασμιώτατος δεν έχει παρακολουθήσει την εν λόγω παράσταση παρά βασίστηκε στο λόγο τρίτων προσώπων, ελάχιστα αξιόπιστων, αν κρίνω από το περιεχόμενο της κριτικής του. Συν τοις άλλοις, ο ίδιος κρίνων ιεράρχης αρκέστηκε σε μειωτικούς χαρακτηρισμούς σε βάρος των συντελεστών και απειλές περί αγγελικών λεγεώνων, που καίνε όσους προσβάλλουν το Χριστό, χωρίς να ασχοληθεί με το περιεχόμενο του έργου (το οποίο, αν παρακολουθούσε, θα καταλάβαινε, ότι ελάχιστη σχέση έχει με ό,τι του διεμήνυσαν οι άγνωστοι πληροφοριοδότες του). Λυπάμαι πολύ αλλά αυτό δεν έχει καμμία σχέση με ό,τι ονομάζεται κριτική. Είναι λίβελλος δια στόματος ανθρώπου με κάθε άλλο παρά προοδευτική αντίληψη των πραγμάτων.
            Ήταν, δηλαδή, υποχρεωμένος ο ανωτέρω ιεράρχης να βρει της αρεσκείας του το “CORPUS CHRISTI”; Σε καμμία περίπτωση! Όφειλε, όμως, να διατηρήσει την ψυχραιμία του, ειδικά αν σκεφτεί κανείς τον πνευματικό του ρόλο, και να περιοριστεί στην κριτική του στο έργο καθαυτό. Για να μην επαναλαμβανόμαστε, δεν έπραξε ούτε το ένα ούτε το άλλο.
            Δεν είναι στις προθέσεις μου να υποβαθμίσω την εκ μέρους του παραπάνω ιερωμένου καταδίκη του φαινομένου της Χ.Α., ενέργεια ευρισκόμενη σε πλήρη αντίθεση με την εκκωφαντική σιωπή ή την αδιάντροπη συνεργασία λειτουργών της Εκκλησίας της Ελλάδος με το συγκεκριμένο κόμμα διο και επαινετέα. Η ένστασή μου βρίσκεται στον τρόπο, με τον οποίο ο σεβασμιώτατος αντιμετωπίζει την ελευθερία του λόγου στη χώρα μας. Από τον τρόπο του αυτό προκύπτει, ότι η στάση του απέναντι στο δικαίωμα αυτό δεν είναι ακριβώς αυτή, που περιμένει κανείς από ένα προοδευτικό άνθρωπο. Και από αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό κρίνεται, δυστυχώς, και όλος ο λόγος του. 

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Η Δημοκρατία και οι "μάπες"

Ας πούμε, ότι η θεατρική παράσταση "CORPUS CHRISTI" είναι ένα μπάζο! Δεν αποκλείω κάποιοι εκ των θεατών, που παρακολούθησαν το ανωτέρω έργο, να έκριναν, ότι σπατάλησαν τζάμπα και βερεσέ τα ωραία τους ευρώ για το εισιτήριο της εν λόγω παράστασης. Δεν αποκλείω πάλι κάποιοι άλλοι να τη βρήκαν του γούστου τους. Όντας κάτοικος επαρχίας δεν έχω τη δυνατότητα να παρακολουθώ τέτοια δρώμενα εκ του σύνεγγυς, ώστε να σχηματίσω πλήρη πεποίθηση γι' αυτά. Αν, λοιπόν, κάποιος, που είχε την τύχη να παρακολουθήσει το ανωτέρω έργο, μου πει, ότι δεν του άρεσε, οφείλω να σεβαστώ την άποψή του. Αν κάποιος άλλος δηλώσει, ότι βγήκε εκστασιασμένος από το "ΧΥΤΗΡΙΟ" και συγκρίνει την επίμαχη παράσταση με τις λαμπρότερες στιγμές του ελληνικού θεάτρου, πάλι την ίδια υποχρέωση θα έχω.
Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε παρακολουθήσει αμέτρητες "μάπες" στη ζωή μας. Κάποιες τις χρυσοπληρώσαμε και ακόμα κλαίμε με μαύρο δάκρυ τα λεφτά μας. Αλλά ήταν επιλογή μας να τις παρακολουθήσουμε. Ούτε μας έσυραν κοπαδιαστά να τις δούμε με το ζόρι ούτε μας απείλησαν, ότι θα υποστούμε δυσμενείς συνέπειες, αν δεν συμμορφωθούμε με τα υποδείξεις. Επίσης, δεν μας έταξαν λαγούς με πετραχήλια, αν παρακολουθούσαμε την παράσταση αυτή.
Διότι, όσο προβληματικό και αν είναι το πολίτευμα της Ελλάδος μας, τουλάχιστον δεν μας απαγορεύει να παρακολουθούμε, να διαβάζουμε και να λέμε ό,τι επιθυμούμε ούτε, βέβαια, μας επιβάλλει τις δικές του καλλιτεχνικές επιλογές. Το μεγαλύτερο, ίσως, αγαθό της κοινωνίας μας είναι η ελευθερία μας να επιλέξουμε τα ερεθίσματα εκείνα, που είτε θα μας βοηθήσουν να διαμορφώσουμε την προσωπικότητά μας, ανάμεσα στα οποία εντάσσονται και τα προϊόντα της διανόησης, είτε θα συμβάλουν στην περαιτέρω μόρφωσή μας ή απλά θα μας βοηθήσουν να περάσουμε 2-3 ευχάριστες ώρες. Μπορείτε να φανταστείτε μια κοινωνία, όπου η εξουσία ή ο "λαός" θα υπαγόρευαν τα πολιτιστικά αγαθά, που θα διακινούνταν; Η Κινέζα συγγραφέας, κα. Γιουνγκ Τσανγκ στο δημοφιλές κάποια εποχή στη χώρα μας μυθιστόρημά της "ΑΓΡΙΟΚΥΚΝΟΙ" γράφει, ότι την εποχή της Πολιτιστικής Επανάστασης (1966-1976) τα μόνα πολιτιστικά δρώμενα, που επιτρέπονταν στην Κίνα τότε, ήταν κάποιες επαναστατικές όπερες, που είχε συγγράψει η σύζυγος του Μάο Τσε Τουνγκ. Βρίσκετε ελκυστική αυτή την προοπτική;
Λυπάμαι, αν δυσαρεστήσω πολύ κόσμο, αλλά αυτό το πολίτευμα, που εσχάτως πάρα πολύς κόσμος χλευάζει και το συγκρίνει με τη χούντα (απλά ασχολίαστο), είναι πολύ προτιμότερο απ' οποιοδήποτε άλλο, στο οποίο κάποιο προϊόν της διανόησης δεν πρόκειται να βρει το δρόμο προς το θέατρο ή το τυπογραφειο ή σε οποιοδήποτε μέσο συντελέσει στη διάδοση αυτού και του περιεχομένου του, με μόνο κριτήριο το χαρακτηρισμό του ως κακού/βλάσφημου/παρακμιακού/καιγωδενξερωτιάλλο από τις "μάζες" ή την "πεφωτισμένη" ηγεσία. Διότι, τουλάχιστον, στο δικό μας πολίτευμα δύναμαι να επιλέξω εγώ ακόμα και τη καλλιτεχνική "μάπα", για την οποία θα ξοδέψω τα ωραία μου λεφτάκια ή έστω τον πολύτιμο χρόνο μου. Και η, κατ' εμέ, επιβεβλημένη βελτίωση του πολιτεύματος αυτού δεν πρέπει να οδηγήσει σε οποιαδήποτε απαγόρευση της κυκλοφορίας των πάσης φύσεως πολιτιστικών αγαθών. Στο μέτρο, πάντα, που δεν θίγουν συγκεκριμένα έννομα αγαθά τρίτων!

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Κομμάτι της κοινωνίας μας


Ακούγοντας χτες το βουλευτή της Χρυσής Αυγής, κ. Παναγιώταρο, να βρίζει τους συντελεστές και υποστηρικτές της θεατρικής παράστασης «CORPUS CHRISTI» σε άψογα «γαλλικά», συνειδητοποίησα, ότι βλέπω την αντίδραση ενός σημαντικού κομματιού της ελληνικής κοινωνίας στην καθημερινότητά του.
Είναι οι ίδιοι Έλληνες, που βρίζουν χυδαία όσους δεν ταιριάζουν στην κοσμοθεωρία τους.
Είναι οι ίδιοι, φοβικοί, ρατσιστές συμπολίτες μας, οι οποίοι αποθεώνουν τον εμετικό και διχαστικό λόγο των κ.κ. Τράγκα, Λαζόπουλου, Χάρρυ Κλυνν, Ζουράρι και διαβάζουν μετά μανίας «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ», «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ» ή άλλα έντυπα ή ιστοτόπους αναλόγου περιεχομένου, που απορρίπτουν μετά βδελυγμίας τη διαφορετικότητα και τη διαφορετική αλλά τεκμηριωμένη θεώρηση των πραγμάτων.
Είναι οι ίδιοι ελληναράδες, που έβριζαν χυδαία τον κ. Σκορτσέζε για την ταινία «Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ» και πλημμύρισαν από αγαλλίαση στο άκουσμα της απαγόρευσης της προβολής της, ή τον κ. Γκουρογιάννη για το βιβλίο του «ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΗΝ ΠΡΑΣΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ», ή τον Αυστριακό σκιτσογράφο για τα χιουμοριστικά κόμικς για τη ζωή του Χριστού κ.λπ.
Είναι ο μικροαστός, που πιστεύει, ότι όλο το σύμπαν συνωμοτεί, για να αφανίσει τον ελληνισμό από προσώπου γης και θεωρεί, ότι η απάλειψη της αναφοράς του θρησκεύματος στις ταυτότητες, η εκπομπή του «ΣΚΑΪ» για το 1821, το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού της κας. Ρεπούση (που δεν το έγραψε μόνη της αλλά άντε τώρα να τον πείσεις) αλλά και το νέο βιβλίο Γραμματικής των Ε’ και ΣΤ’ τάξεων του Δημοτικού και άλλα πολλά περιστατικά αποτελούν μέρος του σχεδίου, που κάποτε, δήθεν, αποκάλυψε ο κ. Κίσσινγκερ.
Είναι οι ίδιοι τύποι, που κομπάζουν, ότι σκυλόβρισαν τον τροχονόμο, που πήγε να τους κόψει κλήση, ή τον υπάλληλο της εφορίας, ο οποίος τους βεβαίωσε κάποια φορολογική παράβαση, ή τον δημοτικό αστυνομικό, επειδή τους ζήτησαν να απομακρύνουν τα τραπεζοκαθίσματά τους από το πεζοδρόμιο.
Είναι εκείνος ο συμπολίτης μας, ο οποίος κρυβόταν επιμελώς πίσω από τα δύο μεγάλα κόμματα επί σειρά ετών, βολευόταν ενδεχομένως με τις εξυπηρετήσεις τους και δήλωνε την πίστη του προς αυτά αλλά στην πραγματικότητα, έτρεφε για τη Δημοκρατία άσβεστη αντιπάθεια.
Είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, που δήλωνε δειλά στο παρελθόν και ολοφάνερα την τελευταία διετία, ότι η χούντα ωφέλησε τον τόπο, ο Μεταξάς ήταν ένας αληθινός πατριώτης, που είπε το «ΟΧΙ» στον κατακτητή, σε αντίθεση με τους σημερινούς «νενέκους». Ο ίδιος άνθρωπος νοσταλγεί με καημό εκείνα τα υπέροχα χρόνια, από την εποχή του Μεταξά έως την πτώση της χούντας, όταν ο κόσμος δεν πεινούσε και κοιμόταν με ανοικτά παράθυρα (!!!).
Είναι εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας μας, το οποίο εδώ και δεκαετίες έκρυβε τα πραγματικά του αισθήματα για τον κοινοβουλευτισμό αλλά αποκαλύφθηκε τώρα χάρη στην εν γένει κρίση, αφού δεν υπήρχε, πλέον, λόγος να κρατάει τα προσχήματα.
Το ερώτημα είναι : Όσοι απεχθανόμαστε αυτό τον τρόπο σκέψης και δράσης, τι κάνουμε;

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Ο πόλεμος των δρώμενων

            Παρακολουθούσα χτες, με αφορμή την πορεία στο κέντρο της Αθήνας και την επίσκεψη της κα. Μέρκελ στην Ελλάδα, κάτι τύπους με ναζιστικές στολές και περιβραχιόνια να έχουν ξαμολυθεί άλλοι καβάλα σε τζιπάκια και άλλοι πεζοί, για να τα «χώσουν» με ναζιστικούς χαιρετισμούς στην καγκελάριο της Γερμανίας. Έβλεπα, επίσης, και κάτι άλλα «παλληκάρια», που με στρατιωτικές στολές και ανάλογο βηματισμό φώναζαν, μεταξύ άλλων, συνθήματα κατά της ανωτέρω πολιτικού. Υπήρχαν και άλλοι, πολλοί περισσότεροι, που κυκλοφορούσαν στο κέντρο της Αθήνας με εμετικά πανώ σε βάρος της κα. Μέρκελ αλλά και των πολιτικών μας ή από κάποια διαδικτυακή εφαρμογή ταύτιζαν την εν λόγω πολιτικό και όλους τους Γερμανούς με το ναζισμό και τα σύμβολά του. «Πόλεμο έχουμε», έλεγαν. Και σαν κερασάκι στην άνοστη τούρτα τους προσέθεσαν και το κάψιμο της σημαίας με τη σβάστικα. Όχι, δεν την έκαψαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την είσοδο της Χ.Α. στη Βουλή.
            Περιττεύει να πω, ότι τα παραπάνω θεάματα ήταν η αποθέωση όχι μόνο του κιτς αλλά και της ηλιθιότητας. Ήταν ένα κακόγουστο πανηγυράκι, όπου οι παραπάνω συντελεστές εκτέλεσαν με περηφάνεια το «νούμερό» τους και, στη συνέχεια, ίσως πήγαν για καφεδάκι με τους φίλους τους, για να διηγηθούν το κατόρθωμά τους, ή επέστρεψαν στη θαλπωρή της οικίας τους. Και στις δύο περιπτώσεις, θα ένοιωθαν, ότι επετέλεσαν με συνέπεια το επαναστατικό τους καθήκον και πολέμησαν τον εχθρό. Άλλωστε, κατά δήλωσή τους, «πόλεμο έχουμε».
            Ας με συμπαθήσουν οι ανωτέρω επαναστάτες αλλά, όπως τα θυμάμαι από κάποιους προγόνους μου αλλά και άλλους, μη συγγενείς μου, που έζησαν πολέμους και αντιστάσεις και κάποιοι από αυτούς έδωσαν και τη ζωή τους στην υπόθεση αυτή, πόλεμος σημαίνει να ζεις αποστερημένος από κάθε βολή, κυνηγημένος από θεούς και δαίμονες. Να τρέχεις άρρωστος, πεινασμένος, ρακένδυτος, κατάκοπος και κάτω από τις πιο ακραίες καιρικές συνθήκες, για να αποφύγεις τους διώκτες σου. Να μην ξέρεις, τι θα σου ξημερώσει και αν πρέπει να εμπιστευτείς τους ανθρώπους, στους οποίους θα κονέψεις. Να μην μπορείς να δεις τους οικείους σου και τους φίλους σου και να αδυνατείς να απολαύσεις εκείνα τα απλά πράγματα, που χαιρόσουν, προτού βγεις στο κλαρί. Να περνάς μέρες ατελείωτες σε υπόγες, γιάφκες και ραχούλες και να μην μπορείς να ξεμυτίσεις από το φόβο, ότι θα σε μπουζουριάσουν και δεν θα σε ραίνουν με ροδοπέταλα εκεί, που θα κρατηθείς. Να βλέπεις να σε παρατηρούν άγνωστοι και να τρέμεις, ότι είναι σπιούνοι ή μυστικοί αστυνομικοί, που σε κατασκοπεύουν και η καρδιά σου να χορεύει κάτω από το στήθος σου. Να έχεις αποδεχθεί όλα τα παραπάνω ως ενδεχόμενα να σου συμβούν και, όμως, να προχωράς στο στόχο σου να πολεμήσεις όσους βλάπτουν εσένα και την κοινωνία, στην οποία ζεις. Να τα παίζεις όλα για όλα και να ξέρεις, ότι, αν νικήσεις, η γη, που θα παραλάβεις, δεν θα είναι απλά καμμένη αλλά κατεστραμμένη και, μέχρι να την ξανακάνεις κατάλληλη να παράγει τροφή, θα σε κόψει και σένα και όλους αυτούς, για τους οποίους πολέμησες, η μαύρη στέρηση.
            Όσοι θέλουν, λοιπόν, να πολεμήσουν όποιον θεωρούν εχθρό τους, ας αφήσουν τα εύπεπτα και κακόγουστα δρώμενα και ας επεξεργαστούν τρόπους, ώστε να πολεμήσουν ό,τι πραγματικά βλάπτει αυτό τον ταλαιπωρημένο τόπο. Τα υπόλοιπα είναι κακόγουστα δρώμενα, που δεν οδηγούν πουθενά παρά μόνο στην εκτόνωση όσων δεν έχουν τη διάθεση να αγωνιστούν πραγματικά, μήπως αλλάξει, επιτέλους, κάτι προς το καλύτερο στα μέρη μας. Απλά πράγματα!