Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Δ.Ν.Τ. και ευθύνες

Μπήκαμε υπό τον έλεγχο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, λοιπόν. Ομολογώ, ότι δεν γνωρίζω, τι είδους ρόλο θα διαδραματίσει στα της χώρας μας ο οργανισμός αυτός αλλά σίγουρα δεν πρόκειται για κάτι αμελητέο. Η δε ανακοίνωση του κ. Πρωθυπουργού από το Καστελλόριζο ήταν σαφέστατη και κατέδειξε την κρισιμότητα της κατάστασης.
Ειλικρινά, δεν μπορώ να προδικάσω, ότι η έλευση του Δ.Ν.Τ. στη ζωή μας θα βελτιώσει την κατάσταση της χώρας μας. Όσοι είδαν πρόσφατα στην τηλεόραση την εκπομπή του κ. Θεοδωράκη για την κατάσταση στην Ουγγαρία μετά την προσφυγή της στο Δ.Ν.Τ. θα αντελήφθησαν, ότι μόνο ρόδινη δεν πρόκειται να είναι η κατάσταση για τα επόμενα χρόνια.
Ωστόσο, σίγουρα δεν συμμερίζομαι τις απόψεις, που ήδη έχουν αρχίσει και ακούγονται για τους προκατόχους του κ. Γ.Α.Π., ότι, δηλαδή, αυτοί, σε αντίθεση με αυτόν, κατάφεραν να μην καταφύγουν στο Δ.Ν.Τ. Διότι, στην πραγματικότητα, αυτό, που έκαναν οι προκάτοχοι του κ. Πρωθυπουργού, ήταν να παρατείνουν την οικονομική ρευστότητα μιας χώρας, η οποία από καταβολής της ως κρατικού μορφώματος δεν έπαυσε ποτέ να δανείζεται αφειδώς και με καταχρηστικούς όρους, χωρίς ποτέ ουσιαστικά να διαμορφώσει εκείνες τις συνθήκες, που θα καθιστούσαν είτε την οικονομία της αυτάρκη είτε την ίδια αξιόπιστη.
Δεν σκοπεύω να βγάλω λάδι τον κ. Πρωθυπουργό, ο οποίος προεκλογικά ισχυριζόταν, ότι "υπάρχουν λεφτά", προκειμένου να κερδίσει την ψήφο του κόσμου. Αντικειμενικά, έχει τεράστιο μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση αυτή, δεδομένου ότι από το 1985 και μετά υπηρέτησε στα διάφορα κυβερνητικά σχήματα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ουδέποτε εναντιώθηκε στην οικονομική πολιτική τους. Αλλά η ευθύνη δεν είναι μόνο δική του. Απλά έλαχε σε αυτόν να κληθεί να λάβει μια σοβαρή απόφαση. Η συνέχεια θα δείξει, αν έπραξε ορθά ή αν υπήρχε και άλλος δρόμος.

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Βιβλία : "Πετρέλαιο", του Άπτον Σίνκλαιρ

Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Μπάνι Ρος παρακολουθεί την επιχειρηματική και οικονομική άνοδο του πατέρα του. Η αξία του πετρελαίου έχει αποκαλυφθεί και όσοι το αντελήφθησαν εγκαίρως, όπως ο πατέρας του Μπάνι, σπεύδουν να το εκμεταλλευτούν με οποιοδήποτε κόστος. Ώσπου ο Μπάνι γνωρίζει τον Πολ, ένα αγροτόπαιδο, που το έχει σκάσει από το καταπιεστικό σπίτι του και έχει μια νοοτροπία διαφορετική από αυτή, με την οποία ο Μπάνι είναι μεγαλωμένος. Μακρυά από το κυνήγι του χρήματος και κοντά στους ανθρώπους, που τους εκμεταλλεύονται οι πλούσιοι, ο Πολ επηρεάζει βαθειά το Μπάνι, ο οποίος θα επιδοθεί στην αναζήτηση της αλήθειας και στην προσπάθεια να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης των εργατών, ενώ γύρω του ο αγώνας για περισσότερα χρήματα και οι διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος θεριεύουν και συγκρούονται ανηλεώς.
Γνωστότερο ίσως από τη διασκευή του στη βραβευμένη ταινία "ΘΑ ΧΥΘΕΙ ΑΙΜΑ", το βιβλίο αυτό του Αμερικανού συγγραφέα Άπτον Σίνκλαιρ με τίτλο "ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ" αποτελεί μια τοιχογραφία των Η.Π.Α. στην προ οικονομικού κραχ εποχή. Αυτοδημιούργητοι επιχειρηματίες, που πλούτισαν εκμεταλλευόμενοι το πετρέλαιο, στήνουν αυτοκρατορίες πάνω στο μόχθο χιλιάδων εργατών, τη στιγμή που οι ζυμώσεις στο χώρο των τελευταίων είναι έντονες και προετοιμάζουν τη σύγκρουσή τους με το κεφάλαιο. Εκατομμύρια χορεύουν γύρω από μια κλειστή κάστα πλουσίων πετρελαιάδων, ανερμάτιστων σταρ του Χόλλυγουντ, κινηματογραφικών παραγωγών και λοιπών κοσμικών, οι οποίοι διασκεδάζουν με κάθε πιθανό τρόπο, ενώ στην αντίπερα όχθη, κομμουνιστές και σοσιαλιστές υφίστανται τις συνέπειες της κεφαλαιοκρατίας, χωρίς, ωστόσο, να κατεφέρουν να συσπειρωθούν ενάντια στον κοινό εχθρό.
Ο κεντρικός ήρωας είναι τέκνο ενός αυτοδημιούργητου πετρελαιά. Ζει την επιχειρηματική και οικονομική άνοδο του πατέρα του, διαπιστώνει, ότι οι μέθοδοι πλουτισμού του μόνο νόμιμοι δεν είναι και αρχίζει να έρχεται σε σύγκρουση με αυτόν. Αναζητει την αλήθεια ανάμεσα στον κόσμο του, όπου το χρήμα βασιλεύει, και τον κόσμο των εργατών και των εν γένει μη προνομιούχων, στον οποίο η εξαθλίωση κυριαρχεί. Αντιλαμβάνεται τα μέσα, με τα οποία η κυρίαρχη τάξη καταπιέζει τα κατώτερα στρώματα αλλά διχάζεται ανάμεσα στις αντιλήψεις των κομμουνιστών, οι οποίοι εμπνέονται από την πρόσφατη τότε (το βιβλίο γράφτηκε την περίοδο 1926-1927) επανάσταση στη Ρωσσία, και τις απόψεις των σοσιαλιστών, οι οποίοι προσδοκούν στην κατάληψη της εξουσίας με ειρηνικά μέσα. Μέσα από τη σύγκρουση αυτή επιτυγχάνει την απαιτούμενη αυτογνωσία. Αντιλαμβάνεται, ότι σκοπός του είναι να υπηρετήσει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Ξεπερνά την αμφιβολία του σχετικά με το τί είναι αληθινό, ενώ γύρω του το εργατικό κίνημα γιγαντώνεται και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί της εξουσίας γίνονται ολοένα και πιο σκληροί. Το τέλος του βιβλίου δείχνει την αισιόδοξη διάθεση του συγγραφέα, ο οποίος αφήνει να εννοηθεί, ότι κάποια στιγμή το εργατικό κίνημα θα νικήσει, έστω και αν η πραγματικότητα ήταν διαφορετική και άκρως οδυνηρή.
Το σοβαρο ύφος του συγγραφέα διαδέχεται η ειρωνεία σχετικά με τις συνήθειες της μεγαλοαστικής τάξης, ενώ δεν λείπουν και οι βολές για το διχασμό του εργατικού κινήματος. Η γη της επαγγελίας, όπως την οραματίστηκαν τα εκατομμύρια των μεταναστών, μόνο ειδυλλιακή δεν φαντάζει, αφού οι συνθήκες εργασίας περιγράφονται ως άθλιες, ενώ οι εκπρόσωποι του εργατικού κινήματος υφίστανται απίστευτες διώξεις και κακουχίες και, βέβαια, οι εργάτες δεν έχουν ιδιαίτερα εργασιακά δικαιώματα. Την ίδια στιγμή, το πετρέλαιο έχει καταστήσει τους ανθρώπους άπληστους, είτε αυτοί είναι οι επιχειρηματίες, που το εκμεταλλεύονται, είτε είναι οι απλοί ιδιοκτήτες των εκτάσεων, που στο υπέδαφός τους έχουν πετρέλαιο, η θρησκοληψία καθιερώνεται ως ένας, ακόμα, εκμεταλλευτής των ανησυχιών του κόσμου. Ευθείς βολές ρίχνει ο συγγραφέας και κατά της κινηματογραφικής βιομηχανίας και της επιλογής της να παράγει και χρηματοδοτεί ταινίες με αφελή και ανάλφρη πλοκή, που κανένα προβληματισμό δεν γεννούν. Μέσα από αυτές τις καταστάσεις ο Μπάνι διεκδικεί για τον εαυτό του το δικαίωμα να αντιληφθεί την πραγματικότητα και να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του και, ιδίως, τα χρήματά του, ώστε να βοηθήσει τους εκπροσώπους του εργατικού κινήματος, χωρίς να υπολογίζει τις αντιδράσεις της οικογένειάς του και του περίγυρού του. Ο γάμος του με την εβραϊκής καταγωγής σοσιαλίστρια κοπέλα επισφραγίζει τη ρήξη του με την τάξη του και ο θάνατος του πατέρα του του επιτρέπει να εκμεταλλευτεί τα χρήματα της κληρονομίας του, ώστε να υπηρετήσει τους σκοπούς της εργατικής τάξης, όπως αυτος τους οραματίζεται.
Άλλοτε σκληρό και άλλοτε ειρωνικό, το βιβλίο αυτό απεικονίζει τη διαμάχη ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργατική τάξη αλλά και τον αγώνα του ανθρώπου να αγωνιστεί για ένα καλύτερο κόντρα σε όλες τις αντιξοότητες και, κυρίως, απέναντι στους κατασταλτικούς μηχανισμούς της εξουσίας αλλά και την ανηλεή κριτική της τάξης του.

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Με αφορμή μια επέτειο

Πριν από 65 χρόνια, το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας κατέρρευσε. Η συντετριμμένη αυτή χώρα βρήκε το κουράγιο να ορθοποδήσει ξανά αλλά και να καταστεί μια άκρως υπολογίσιμη δύναμη σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας παγκοσμίως. Κυρίως, όμως, βρήκε το κουράγιο να διδαχθεί από τα παθήματα του ναζισμού και να παλέψει, ώστε να τα ξερριζώσει και να τα περιθωριοποιήσει, παγιώνοντας την αντίληψη, ότι ο ναζισμός και η δικτατορία εν γένει μόνο δεινά μπορούν να επιφέρουν.
Πριν από 36 χρόνια κατέρρευσε άλλο ένα καθεστώς, λιγότερο επαχθές για την κοινωνία αλλά τραυματικό για τη χώρα μας. Τα κατάλοιπά του ήταν σαφώς λιγότερα από αυτά του πιο πάνω καθεστώτος αλλά σε καμμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν αμελητέα. Και, όμως, σήμερα υπάρχουν αρκετά πρόσωπα, που εξακολουθούν να πιστεύουν, ότι η χούντα έκανε καλό στην Ελλάδα. Δεν μιλάω μόνο για περιθωριακούς ακροδεξιούς από αυτούς, που συνωστίζονται σε κανάλια περιωρισμένης εμβέλειας αλλά και για πρόσωπα, που ευρίσκονται εντός του ελληνικού κοινοβουλίου. Και, βέβαια, ουδέποτε ελήφθη μια σοβαρή προσπάθεια, ώστε να εξαλειφθούν τα όποια κατάλοιπα της επταετούς χούντας.
Σήμερα, που συμπληρώνονται αισίως 43 χρόνια από την αποφράδα εκείνη ημέρα, που μπήκε για επτά χρόνια "στο γύψο" η Δημοκρατία στην Ελλάδα, φρονώ, ότι είναι άκρως επίκαιρο να αναλογιστούμε, αν, πράγματι, έχουμε εκτιμήσει τη δημοκρατία ως πολίτευμα ή αν εξακολουθούμε να αλληθωρίζουμε προς ένα αποτρόπαιο και αντιδημοκρατικό καθεστώς, το οποίο, όπως πιστεύουν αρκετοί συνέλληνες, έκανε, τάχα μου, καλό στη χώρα μας. Κυρίως, όμως, οφείλουμε να σκεφτούμε, με ποιο τρόπο τέτοιου είδους αντιλήψεις θα παύσουν να δηλητηριάζουν την ιστορία και την πολιτική ζωή του τόπου μας, ιδίως σε δύσκολες μέρες, όπως είναι οι σημερινές, όπου τα συστατικά για την καλλιέργεια μιας τέτοιας πεποίθησης αφθονούν.

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

Αντιεξουσιαστής και εργαζόμενος στο Δημόσιο;

Πριν από μερικά χρόνια, επ' ευκαιρία της σύλληψης του αντιεξουσιαστή κ. Γιάννη Δημητράκη για τη ληστεία στην Εθνική Τράπεζα στο κέντρο της Αθήνας, είχε αναφερθει η περίπτωση ενός συνεργού του, ο οποίος εργαζόταν ως συμβασιούχος σε κάποια υπηρεσία του Δημοσίου. Με κάθε επιφύλαξη για την ορθότητα της ειδήσεως αυτής, ο εν λόγω συνεργός, όταν ρωτήθηκε μετά τη σύλληψή του, πως είναι δυνατό να δηλώνει ταυτόχρονα αντιεξουσιαστής και συμβασιούχος του Ελληνικού Δημοσίου, απάντησε, ότι δεν θεωρεί τις δύο αυτές έννοιες ασύμβατες.
Εδώ και λίγες ημέρες, η σύλληψη των φερόμενων ως μελών του "ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ" κυριαρχεί στα δελτία των ειδήσεων αλλά και στην εν γένει ειδησεογραφία. Εις εκ των καταζητούμενων για τη συμμετοχή τους στην αντιεξουσιαστική αυτή οργάνωση φέρεται, ότι εργαζόταν ως συμβασιούχος στο Ελληνικό Δημόσιο.
Σκέφτομαι, με τις πενιχρές μου γνώσεις περί πολιτικής, ότι ο πραγματικός αντιεξουσιαστής βδελύσσεται πάσα μορφή εξουσίας και αποφεύγει κάθε σχέση μαζί της, είτε αυτή αφορά τους μηχανισμούς καταστολής, που χρησιμοποιεί η εξουσία, προκειμένου να επιβάλλει την τάξη, είτε αυτή αφορά τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ως εκφραστή της βούλησης της εξουσίας. Δεν επιθυμεί να ενταχθεί σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας, τουλάχιστον μετά την ενηλικίωσή του, καταδεικνύοντας, έτσι, τη συνέπεια στις αντιλήψεις του. Και με βάση αυτή τη συνέπεια επιτίθεται στο κράτος και τους εκφραστές του.
Και αναρωτιέμαι, αν, πράγματι, τα παραπάνω πρόσωπα εργάζονταν στο Δημόσιο, χωρίς να με ενδιαφέρει η μορφή της εργασιακής σχέσης τους, τότε πως μπορούν να αυτοχαρακτηρίζονται ως αντιεξουσιαστές και με ποια λογική επιτίθενται στο κράτος τη στιγμή, που απολαμβάνουν τα όποια οφέλη του; Και, άραγε, πώς θα τους υπερασπιστούν, όσοι με συνέπεια εκπροσωπούν τον αντιεξουσιαστικό χώρο;
Απλά εκφράζω μια απορία.

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Μια απεχθέστατη λέξη

Είναι εκείνη η λεξούλα, που όσο περνάει ο χρόνος τόσο την ακούμε από περισσότερα στόματα. Δεν ειναι καινούργια αλλά πλάστηκε εδώ και αρκετά χρόνια. Είναι μειωτική/υβριστική για μια συγκεκριμένη ομάδα επαγγελματιών. Κάποτε την άκουγε κανείς μόνο από πρόσωπα, που αποδεδειγμένα είχαν ταραγμένες σχέσεις με την εξουσία. Την εξεστόμιζαν κυρίως οι καταδιωγμένοι κομμουνιστές και εν γένει αριστεροί ήδη από τα χρόνια του Ελευθερίου Βενιζέλου, εκφράζοντας έτσι την αποδοκιμασία τους για τα δεινά, που υφίσταντο λόγω της ιδεολογίας τους. Την άκουγες, επίσης, από πρόσωπα, που εξέφραζαν αντιεξουσιαστικές τάσεις, χωρίς να εντάσσουν τον εαυτό τους στο χώρο της Αριστεράς.
Οι παραπάνω κατηγορίες προσώπων εξακολουθούν, μέχρι και σήμερα, να εξστομίζουν την παραπάνω λέξη. Φυσικά, ελάχιστη αντιεξουσιαστική δράση παρατηρείται στη σημερινή Αριστερά, η οποία, κατά ένα σημαντικό κομμάτι της, έχει ενταχθεί στο κοινοβουλευτικό σύστημα - επομένως αποτελεί και αυτή τμήμα της εξουσίας - αλλά το λεξιλόγιο άλλων εποχών εξακολουθεί να στοιχειώνει αρκετούς εκ των πιστών της.
Ωστόσο, η λεξούλα αυτή έχει κυριεύσει και τμήματα του πληθυσμού της Ελλάδος, τα οποία όχι μόνο δεν εντάσσονται σε κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες αλλά ασμένως τοποθετούνται στην κατηγορία των νομοταγών πολιτών. Είναι τα ίδια πρόσωπα, που, όταν βλέπουν τα δελτία των ειδήσεων και τα μαύρα μαντάτα, που αυτά κομίζουν, ωρύονται, ότι δεν υπάρχει κράτος αλλά με την ίδια ένταση θα ξεστομίσουν την περιβόητη λέξη, όταν τους γράψει κάποιος τροχονόμος, επειδή πάρκαραν πάνω στη ράμπα διάβασης αναπήρων ή οδηγούσαν το παπάκι τους χωρίς κράνος. Πρόκειται για τις ίδιες φάτσες, που φωνάζουν, ότι η αστυνομία καθόταν με σταυρωμένα χέρια, όταν πέρσυ το Δεκέμβριο γίνονταν οι ταραχές στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος, αλλά άπαξ και δεχθούν την παραμικρή παρατήρηση από αστυνομικό, λόγω παράνομης συμπεριφοράς, σπεύδουν να του προσάψουν τη λεξούλα, στην οποία αναφέρομαι.
Πρόκειται, γενικά, για πρόσωπα, στα γονίδια των οποίων δεν υπάρχει ίχνος αντίστασης και απέχθειας προς την εξουσία. Είναι απόλυτα ενταγμένα στο σύστημα και ίσως λαχταρούν να βρεθούν και αυτά σε θέση ισχύος, ώστε να αποκτήσουν λίγη εξουσία. Κατά βάση, δεν επιθυμούν να αλλάξει κάτι σημαντικό στη ζωή τους, επομένως καμμία σκέψη περί ανατροπής της εξουσίας δεν περνάει από το νου τους. Και, όμως, έχουν υιοθετήσει τη γνωστή αυτή λέξη, απλά και μόνο για να ξεσπάσουν σε βάρος της εξουσίας, της οποίας είναι πιστό και αναπόσπαστο τμήμα.
Να γιατί απεχθάνομαι τη λέξη "μπάτσος"!

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Η περαιτέρω υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης

Καταργείται, λοιπόν, η βάση του "10" για την εισαγωγή στην ανώτατη εκπαίδευση, σύμφωνα με το αναμενόμενο νομοσχέδιο, που η κα. Υπουργός Παιδείας θα φέρει στη Βουλή. Διάχυτη είναι η άποψη, ότι το μέτρο αυτό αποτελεί την κατάληξη της προβληματική συγκατοίκησης της Υπουργού κας. Διαμαντοπούλου με τον Υφυπουργό κ. Πανάρετο, ο οποίος ναι μεν δείχνει να κατέχει το θέμα της δημόσιας εκπαίδευσης, πλην, όμως, εμμένει ενίοτε να λειτουργεί αυτόνομα και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την προϊσταμένη του. Δεν εννοώ, ότι δεν δικαιούται να εκφράζει τη δική του άποψη αλλά ότι οφείλει να ευθυγραμμίζεται με την πολιτική του Υπουργείου Παιδείας, όπως αυτή εκπορεύεται από την ανωτέρω προϊσταμένη του, κάτι που δεν δείχνει και πολύ πρόθυμος να πράξει.
Ανεξάρτητα από αυτή την κατάσταση, οφείλω να σταθώ στη λογική της κατάργησης της βάσης του "10", η οποία προσωπικά με βρίσκει αντίθετο και φανερώνει μια απαράδεκτη λογική για την ανώτατη υπηρεσία της χώρας μας, η οποία είναι επιφορτισμένη με την δημόσια εκπαίδευση.
Η αλήθεια είναι, ότι η Ελλάδα έχει ένα από τα πιο δημοκρατικά συστήματα εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση, πράγμα που εξασφαλίζει σε χιλιάδες νέους τη δυνατότητα να σπουδάσουν. Η ραγδαία αύξηση των εισακτέων στις ανώτατες σχολές αλλά και η αύξηση του αριθμού των πανεπιστημιακών σχολών συνετέλεσε στην αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων στη χώρα μας, κατάσταση κάθε άλλο παρά συνηθισμένη στις περισσότερες χώρες του εξωτερικού. Σε αυτό βοήθησε και η νοοτροπία των περισσοτέρων γονέων, που αντιμετώπιζαν με δέος την προοπτική των σπουδών των παιδιών τους και για το λόγο αυτό πρόθυμα υποβάλλονταν σε πάσης φύσεως θυσίες, κυρίως οικονομικής φύσεως, προκειμένου να υποστηρίξουν τα τέκνα τους προς αυτή την κατεύθυνση.
Ωστόσο, η αύξηση των εισακτέων στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη αύξηση του μορφωτικού επιπέδου των εισαχθέντων, απόρροια της ολοένα και περισσότερο υποβαθμιζόμενης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η οποία σταδιακά μετατράπη σε προπανεπιστημιακό εφαλτήριο χωρίς να παρέχει την παραμικρή παιδεία. Αποτέλεσμα ήταν η ύπαρξη μαθητών με ελάχιστες ή και ανύπαρκτες γνώσεις, οι οποίοι, ωστόσο, εισάγονταν σε πανεπιστημιακές σχολές, έστω και αυτές, που ήταν στον πάτο του μηχανογραφικού τους. Ακόμα, όμως, και στις λεγόμενες δημοφιλείς σχολές διάχυτη είναι η εντύπωση, ότι το επίπεδο των εισαχθέντων σε αυτές δεν διαθέτει ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο. Συνέπεια αυτής της πραγματικότητας, λοιπόν, είναι η είσοδος στην αγορά εργασίας προσώπων με ελάχιστη ή και ανύπαρκτη κατάρτιση, τα οποία καλούνται να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις της αγοράς αυτής, με αποτελέσματα συχνά κάθε άλλο παρά ενθαρρρυντικά.
Περαιτέρω, η αθρόα ίδρυση πανεπιστημιακών τμημάτων, κυρίως στις μικρές πόλεις της Ελλάδος, δημιούργησε μια στρατιά φοιτητών και σπουδαστών, οι οποίοι εισάγονταν στις σχολές αυτές με πολύ χαμηλή βαθμολογία, επιπέδου "3", το οποίο και αντικατόπτριζε και το μορφωτικό τους επίπεδο. Κανένας, άλλωστε, νέος δεν επιθυμεί να περάσει τα φοιτητικά του χρόνια σε μια σχολή χαμένη στις εσχατιές της ελληνικής επαρχίας, οπότε ήταν λογικό και οι βάσεις εισαγωγής στις σχολές αυτές να είναι πολύ χαμηλές. Οι περισσότερες, μάλιστα, από τις σχολές αυτές δεν παρείχαν καμμία κατοχύρωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των φοιτητών τους. Αποτέλεσμα αυτού του τραγέλαφου ήταν η ύπαρξη αμόρφωτων πτυχιούχων, τα πτυχία των οποίων κανένα επαγγελματικό αντίκρυσμα δεν είχαν στην αγορά εργασίας.
Υποστηρίχθηκε η άποψη, ότι η κατάργηση της βάσης του "10" θα βοηθούσε περισσότερα παιδιά να εισαχθούν στα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα και, έτσι, να ανταγωνιστούν τα ιδιωτικά κολλέγια, τα οποία ήδη έχουν αρχίσει να κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Με όλο το σεβασμό αλλά αυτή η άποψη αποδεικνύει και την έλλειψη αντίληψης της πραγματικότητας των στοχαστών της. Και τούτο, διότι ο νέος, που θα αποτύχει να εισαχθεί στη σχολή, που επιθυμεί περισσότερο, λόγω χαμηλής βαθμολογίας, και θα εισαχθεί σε κάποια σχολή με βάση χαμηλότερη από "10", εφόσον διαθέτει οικογένεια με χοντρό πορτοφόλι ή έστω αποφασισμένη να στερηθεί πράγματα, προκειμένου να σπουδάσει το παιδί της, δεν θα διστάσει να το στείλει στο κολλέγιο αυτό, το οποίο θα του υποσχεθεί πτυχίο ανάλογο με αυτό, που θα του έδινε η σχολή της πρώτης προτίμησής του. Περισσότερο δείχνει το μικροκομματικό ενδιαφέρον της κυβέρνησης για την κομματική πελατεία της στις μικρές πόλεις, όπου οι όποιες ανώτατες σχολές είχαν ξεμείνει από φοιτητές, ελέω της βάσης του "10", και οι εκεί ψηφοφόροι είχαν, κατ' επέκταση, ξεμείνει από τα κέρδη, που αποκόμιζαν από τους φοιτητές.
Θα έπρεπε, λοιπόν, η κα. Υπουργός Παιδείας να ξεκινήσει την όλη προσπάθειά της από την αναβάθμιση του ρόλου της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ώστε να παρέχεται η απαιτούμενη παιδεία και μόρφωση στους μαθητές. Αντ' αυτού, όμως, εμμένει να να διοχετεύει στα πανεπιστήμιά μας αμόρφωτους νέους, οι οποίοι αποφοιτούν εξίσου αμόρφωτοι τις περισσότερες φορές, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση τόσο της δημόσιας εκπαίδευσης όσο και της αγοράς εργασίας στη χώρα μας.

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Στο όνομα της παραβατικότητας και της μαγκιάς

30 και κάτι νεκροί και ακόμα περισσότεροι τραυματίες κατά την έξοδο του Πάσχα αλλά και την επιστροφή! 4 νεκροί και 10 τραυματίες από βεγγαλικά! Δεκάδες στα νοσοκομεία από υπερβολικό φαγοπότι τη Λαμπρή!
Κάθε χρόνο το τέλος των πασχαλινών εορτών βρίσκει κάποιους συνέλληνες να έχουν αποδημήσει ή νοσηλευτεί εξαιτίας των παραπάνω λόγων. Δεν πρόκειται για πρόσωπα, που απεβίωσαν ή αρρώστησαν εξαιτίας πολεμικών συνθηκών ή εν γένει απρόβλεπτων αιτιών αλλά για συμπολίτες μας, που εν γνώσει τους, ότι πραγματοποιούν κάτι, το οποίο ενδέχεται να τους βλάψει, αποφάσισαν να το πραγματοποιήσουν. Κοινώς, γνώριζαν τις πιθανές συνέπειες της αποκοτιάς τους. Ακόμα περισσότερο, ουδείς υποχρέωσε τα παραπάνω πρόσωπα να συμμετάσχουν στις παραπάνω καταστάσεις.
Είμαστε λαός των άκρων, που ξέρει να ζει τη ζωή του στην ένταση, διαβάζαμε στα λαϊφστάιλ περιοδικά των αρχών της δεκαετίας του '90, σε μια προσπάθεια να αναβιβαστούν τα πλείστα όσα ελαττώματά μας σε προτερήματα και εν γένει μαγκιά, η οποία, υποτίθεται, μας ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους λαούς. Χρειάζεται, πράγματι, απύθμενη άγνοια και σοβαρά αποθέματα εθελοτυφλίας για να αποδεχθεί κανείς μια τέτοια άποψη. Και μαζί απαιτείται και υπέρμετρη έπαρση, οφειλόμενη σε διάχυτες στην κοινωνία μας αντιλήψεις περί ανώτερου λαού, προκειμένου να γίνουν πιστευτές τέτοιες ασυναρτησίες.
Φυσικά, όλες αυτές οι εξυπνάδες έχουν σκοπό να νομιμοποιήσουν την άκρατη επιθυμία του νεοέλληνα να παραβεί το νόμο σε κάθε περίσταση αλλά και να αποδείξει, πόσο αγνοεί, στο όνομα της ασυδοσίας, τις πιθανές συνέπειες των πράξεών του. Σε ένα λαό, όπου έχει αναχθεί σε υπέρτατη αξία η παρανομία σε κάθε πτυχή της ζωής του αλλά και η ελευθερία να πράττει ό,τι του καπνίσει, είναι επόμενο να έχουμε αυτό τον ιδιότυπο συνδυασμό παραβατικότητας και ασυδοσίας στο όνομα ορισμένων συνηθειών, που υποτίθεται, ότι αποτελούν είτε αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσής μας είτε χούι, που δεν μπορούμε, τάχα μου, να το αποβάλουμε.
Μόνο που η μαγκιά και η παραβατικότητα δεν πρόκειται να επαναφέρουν στη ζωή όσους χάθηκαν στο όνομά τους. Αλλά τί ανάγκη έχει από τέτοιους προβληματισμούς ο τσίφτης λαός μας;

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Πικρή γεύση σε γιορτινές μέρες

Αυτές οι μέρες στιγματίστηκαν από ένα άσχημο συμβάν, αυτό του διαμελισμού ενός ανθρώπου από το Αφγανιστάν αλλά και του σοβαρού τραυματισμού μελών της οικογένειάς του. Δε νομίζω, ότι υπάρχει άνθρωπος, που θέλει να λέγεται, άνθρωπος, που να μη συγκινήθηκε από την ιστορία αυτή.
Ωστόσο, αν κάτι άφησε άσχημη γεύση σε αυτή την ιστορία, αυτό είναι :
.- Η μικρόνοια εκείνων των προσώπων, που τοποθέτησαν τη βόμβα αυτή. Σε μια εποχή, που πληθαίνουν οι εικόνες εξαθλιωμένων συνανθρώπων μας, οι οποίοι ψάχνουν στα σκουπίδια για φαγώσιμα, καύσιμα ή και είδη ρουχισμού, όσοι επιμένουν, ότι με τις βόμβες απαντούν σε όσα τους απασχολούν, είναι απλά ανεγκέφαλοι, που αποδέχονται το ενδεχόμενο να σκοτωθεί ή έστω τραυματιστεί σοβαρά κάποιος από τους συνανθρώπους μας αυτούς αλλά δεν κάνουν κάτι, ώστε να το αποτρέψουν.
.- Η αδιαφορία του κράτους απέναντι στους πρόσφυγες. Όταν προέρχεσαι από μια χώρα, η οποία εδώ και 30, τουλάχιστον, χρόνια, βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση και καταφεύγεις σε μια τρίτη χώρα, υποτίθεται, ότι θα έπρεπε να υπάρχει κάποια μέριμνα για σένα. Ήτοι να υπάρχει κάποιο κέντρο ή κάποια αρχή, που θα σε παραλαμβάνει κατά την έλευσή σου στην Ελλάδα, θα σου εξασφαλίζει κατάλυμα και θα εξετάζει το αίτημά σου για πολιτικό άσυλο. Η εικόνα μεταναστών, που περιφέρονται άστεγοι και πένητες αναζητώντας στους σκουπιδοντενεκέδες τρόφιμα ή οτιδήποτε άλλο χρήσιμο, δεν ποιεί καμμία τιμή στη χώρα μας. Και δείχνει, με όλο το σεβασμό, που γράφουμε τις συνθήκες για την προστασία των προσφύγων.
.- Η άκρα του τάφου σιωπή της πολιτείας αλλά και της Εκκλησίας της Ελλάδος στο θέμα αυτό. Ένα κράτος, που αδιαφορεί για τις συνθήκες, που έχει υπογράψει σχετικά με την προστασία των προσφύγων, αλλά και για τις στοιχειώδεις ανθρωπιστικές αρχές, θα μπορούσε να φροντίσει για την άμεση αποκατάσταση της οικογένειας αυτής, ήτοι την κάλυψη της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των πληγέντων μελών της τραγικής αυτής οικογένειας αλλά και την αποδοχή του αιτήματός της για χορήγηση πολιτικού ασύλου. Η κάλυψη της περίθαλψης αυτής θα μπορούσε να αναληφθεί και από την Εκκλησία της Ελλάδος. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν το έχουμε, ακόμα, δει.
.- Ο καιροσκοπισμός εκείνου του τηλεοπτικού καναλιού, που έσπευσε να βάλει τον τραγικό πατέρα και σύζυγό να βάζει τις φωνές με τα ταπεινά ελληνικά του για το κακό, που τον βρήκε, ώστε να τσιμπήσει (το κανάλι) λίγη παραπάνω τηλεθέαση. Δέχομαι, ότι θα μπορούσε ο τραγικός πατέρας και σύζυγός να αποφύγει αυτή την έκθεση στις τηλεοπτικές κάμερες αλλά πόσες αντοχές, άραγε, να έχει ένας άνθρωπος πρόσφυγας, ανέστιος, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα και χρήματα και, εσχάτως, χωρίς ένα μέλος της οικογένειάς του; Ένα σωστό Ε.Σ.Ρ. θα μπορούσε να πατάξει το αναίσχυντο κανάλι, που έσπευσε να εκμεταλλευτεί την οδύνη του ανθρώπου αυτού.
Με τί καρδιά να ευχηθείς "Χριστός ανέστη";