Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Η ρητορεία της ευκολίας

Η γνωστή ηθοποιός κα. Νένα Μεντή δήλωσε σε συνέντευξή της στην "Ε", ότι αυτό, που ζούμε, είναι η χειρότερη χούντα. Και προσθέτει, ότι η ίδια την άλλη (χούντα) την έζησε πολύ καλά. Δικαίωμά της είναι να πιστεύει ό,τι αυτή επιθυμεί, όπως δικαίωμα του καθενός είναι να ονειρεύεται, ότι ζει στο στυγνότερο καθεστώς της υφηλίου, ότι επί χούντας ο κόσμος περνούσε καλύτερα κ.λπ. Αφ' ης στιγμής στην Ελλάδα η σκέψη αλλά και η έκφραση είναι ελεύθερη, τότε ο καθένας νομιμοποιείται να τα μεταχειρίζεται, όπως αυτός επιθυμεί.
Ωστόσο, το παράδοξο δεν είναι η άποψη της κας. Μεντή καθαυτή όπως και οι απόψεις προσώπων, που θεωρούνταν αρκούντως καταρτισμένα και μορφωμένα, ώστε να πιστεύουμε, ότι ουδέποτε θα ακούγαμε από το στόμα τους συγκρίσεις του σημερινού πολιτεύματός μας με αυτό, που κυβερνούσε τη χώρα την επταετία 1967-1974. Το αξιοσημείωτο στην περίπτωση αυτή είναι η ευκολία, με την οποία προσχωρούν αρκετοί διανοούμενοι και γενικά μορφωμένοι συμπολίτες μας σε ακραίες απόψεις, προκειμένου να εξωτερικεύσουν την οργή τους για τα τεκταινόμενα των τελευταίων μηνών στην Ελλάδα. Αρκετοί εξ αυτών βρίσκονταν σε ηλικία, όταν ξέσπασε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, που τους επέτρεπε να αντιληφθούν, τι είδους πολίτευμα είχε τότε η χώρα μας και τι υφίσταντο όσοι το αμφισβητούσαν ή απλά δεν ταίριαζαν με τα χνότα των πραξικοπηματιών. Κάποιοι, μάλιστα, εξ αυτών έχουν προσωπική εμπειρία από τη συμπεριφορά των εκπροσώπων της χούντας αυτής, ώστε να είναι σε θέση σήμερα να κάνουν τις απαραίτητες συγκρίσεις. Παρ' ολ' αυτά, διατείνονται, ότι έχουμε χούντα. Η ελεύθερα εκφραζόμενη αντίθεσή τους στην παρούσα κυβέρνηση, συχνά με ακραίους χαρακτηρισμούς, δεν έχει καμμία σημασία γι' αυτούς ούτε, επίσης, το εκλογικό τους δικαίωμα, η σωστή άσκηση του οποίου και εκ μέρους τους θα είχε συμβάλει εδώ και χρόνια, ώστε να αποφευχθεί ή έστω μετριαστεί η γενική κρίση. Η λογική έχει παραδώσει τη σκυτάλη στο θυμικό και αυτό κάνει κουμάντο στο νου πολλών συμπολιτών μας.
Προσωπικά περίμενα από κάποιους ανθρώπους, που άνοιξαν στη ζωή τους πέντε βιβλία παραπάνω από το μέσο Έλληνα και, κυρίως, βίωσαν την πραγματική χούντα στο πετσί τους, να καταδείξουν πόσο απείχε το πολίτευμα, που τυράννησε τη χώρα μας για επτά χρόνια (αλλά και άλλες φορές προπολεμικά), από αυτό, που ζούμε. Φαίνεται, όμως, ότι σε περιόδους γενικευμένης κρίσης η ρητορεία της ευκολίας κερδίζει οπαδούς ακόμα και από το στρατόπεδο όσων θεωρούνταν μορφωμένοι και, κυρίως, προσεκτικοί στις κρίσεις τους.

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

Η ρητορεία της ευκολίας

Η γνωστή ηθοποιός κα. Νένα Μεντή δήλωσε σε συνέντευξή της στην "Ε", ότι αυτό, που ζούμε, είναι η χειρότερη χούντα. Και προσθέτει, ότι η ίδια την άλλη (χούντα) την έζησε πολύ καλά. Δικαίωμά της είναι να πιστεύει ό,τι αυτή επιθυμεί, όπως δικαίωμα του καθενός είναι να ονειρεύεται, ότι ζει στο στυγνότερο καθεστώς της υφηλίου, ότι επί χούντας ο κόσμος περνούσε καλύτερα κ.λπ. Αφ' ης στιγμής στην Ελλάδα η σκέψη αλλά και η έκφραση είναι ελεύθερη, τότε ο καθένας νομιμοποιείται να τα μεταχειρίζεται, όπως αυτός επιθυμεί.




Ωστόσο, το παράδοξο δεν είναι η άποψη της κας. Μεντή καθαυτή όπως και οι απόψεις προσώπων, που θεωρούνταν αρκούντως καταρτισμένα και μορφωμένα, ώστε να πιστεύουμε, ότι ουδέποτε θα ακούγαμε από το στόμα τους συγκρίσεις του σημερινού πολιτεύματός μας με αυτό, που κυβερνούσε τη χώρα την επταετία 1967-1974. Το αξιοσημείωτο στην περίπτωση αυτή είναι η ευκολία, με την οποία προσχωρούν αρκετοί διανοούμενοι και γενικά μορφωμένοι συμπολίτες μας σε ακραίες απόψεις, προκειμένου να εξωτερικεύσουν την οργή τους για τα τεκταινόμενα των τελευταίων μηνών στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι εξ αυτών βρίσκονταν σε ηλικία, που τους επέτρεπε, όταν ξέσπασε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, να αντιληφθούν, τι είδους πολίτευμα είχε η χώρα μας για επτά χρόνια και τι υφίσταντο όσοι το αμφισβητούσαν ή απλά δεν ταίριαζαν με τα χνότα των πραξικοπηματιών. Κάποιοι, μάλιστα, εξ αυτών έχουν προσωπική εμπειρία από τη συμπεριφορά των εκπροσώπων της χούντας αυτής, ώστε να είναι σε θέση σήμερα να κάνουν τις απαραίτητες συγκρίσεις. Παρ' ολ' αυτά, διατείνονται, ότι έχουμε χούντα.




Δεν θα έδινα περισσότερη σημασία στην άποψη της κας. Μεντή, αν δεν διεπίστωνα την τακτική των ανθρώπων, που ασπάζονται την άποψη, ότι μας κυβερνά μια χούντα, οι οποίοι καταφέρονται με δριμείς χαρακτηρισμούς εναντίον όσων έχουν την αντίθετη άποψη. Η επίκληση τσιτάτων από διανοουμένους του παρελθόντος, προκειμένου να θεμελιωθεί η άποψη περί ολοκληρωτισμού στην Ελλάδα, είναι στην ημερησία διάταξη, ακόμα και όταν τα τσιτάτα αυτά αφενός αναφέρονται σε εντελώς διαφορετικές εποχές αφετέρου ευρίσκονται σε διάσταση με την κοινή λογική. Η ελεύθερα εκφραζόμενη αντίθεσή τους στην παρούσα κυβέρνηση δεν έχει καμμία σημασία γι' αυτούς ούτε, επίσης, το εκλογικό τους δικαίωμα, η σωστή άσκηση του οποίου θα είχε συμβάλει εδώ και χρόνια, ώστε να αποφευχθεί ή έστω μετριαστεί η γενική κρίση. Η λογική έχει παραδώσει τη σκυτάλη στο θυμικό και αυτό κάνει κουμάντο στο νου των συμπολιτών μας.


Προσωπικά περίμενα από κάποιους ανθρώπους, που άνοιξαν στη ζωή τους πέντε βιβλία παραπάνω από το μέσο Έλληνα και, κυρίως, βίωσαν την πραγματική χούντα στο πετσί τους, να καταδείξουν πόσο απείχε το πολίτευμα, που τυράννησε τη χώρα μας για επτά χρόνια (αλλά και άλλες φορές προπολεμικά), από αυτό, που ζούμε. Φαίνεται, όμως, ότι σε περιόδους γενικευμένης κρίσης η ρητορεία της ευκολίας κερδίζει οπαδούς ακόμα και από το στρατόπεδο όσων θεωρούνται μορφωμένοι και, κυρίως, προσεκτικοί στις κρίσεις τους.

Ναι στα φθηνά τουριστικά πακέτα, όχι στους φθηνούς τουρίστες!

Είχα την τύχη να επισκεφτώ τη Ζάκυνθο αρκετές φορές, ως κοντινό μου προορισμό, και μπορώ να πω, ότι δεν έμεινα και με τις καλύτερες των εντυπώσεων από την ποιότητα του τουρισμού της. Στα περισσότερα μέρη (Λαγανά, Αλυκές, Αλικανά κ.λπ.) κυριαρχούσαν οι Άγγλοι, χάρη στα οικονομικά (πολύ οικονομικά, όμως) πακέτα, που πουλούσαν οι ντόπιοι ξενοδόχοι. Στη θέα τους, σχηματιζόταν αμέσως η εντύπωση, ότι οι τύποι αυτοί δεν ήταν ακριβώς το είδος του ανθρώπου, που θα βάζαμε εύκολα στο σπίτι μας. Άξεστοι, φωνακλάδες και φασαριόζοι, μπαινόβγαιναν σε κατάσταση απόλυτης μέθης στα μπαράκια της περιοχής και συχνά διαπληκτίζονταν είτε μεταξύ τους είτε με ντόπιους. Ίδια εικόνα έδιναν στη Χερσόνησο στην Κρήτη, στην Κέρκυρα αλλά και αλλού ανά την Ελλάδα.
Δεν σκοπεύω να δικαιολογήσω τον ανεγκέφαλο συμπολίτη μου, που πρόσφατα μαχαίρωσε θανάσιμα ένα εξίσου ανεγκέφαλο Άγγλο τουρίστα. Όσο ηλίθια και αν ήταν η ενέργεια του θανόντα να σημαδέψει με λέιζερ το δράστη, άλλο τόσο - και ακόμα περισσότερο - φρικτή είναι η αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής. Η παρουσία, όμως, τουριστών, οι οποίοι παρενοχλούν τους ντόπιους, φέρνει ξανά στην επιφάνεια το θέμα της ποιότητας των τουριστών, που έρχονται στη χώρα μας. Αντιλαμβάνομαι, ότι, όταν κοντινές μας χώρες, όπως η Τουρκία και η Κροατία, προσφέρουν οικονομικότατα πακέτα για διακοπές σε χλιδάτα ξενοδοχεία, συμπεριλαμβανομένων και αρκετών ξεναγήσεων, απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε να παραμείνει ανταγωνιστική η χώρα μας, είναι η αναγκαστική προσφορά χαμηλότερων τιμών. Πλην, όμως, ακόμα και ένας πρωτάρης τουριστικός επιχειρηματίας γνωρίζει πολύ καλά, ότι υπάρχουν κατηγορίες τουριστών, με τις οποίες κανένας σώφρων επιχειρηματίας δεν συνεργάζεται. Κακά τα ψέμματα και χωρίς την παραμικρή πρόθεση ρατσισμού, οι Άγγλοι τουρίστες – αναφέρομαι στις νεαρές ηλικίες – αδιαφορούν για τις συνέπειες των πράξεών τους και συμπεριφέρονται, ως εάν να είναι οι κυρίαρχοι του σύμπαντος. Δεν χρειάζεται να μπω σε αποκρουστικές λεπτομέρειες της στάσης τους κατά τη διάρκεια των διακοπών τους. Αρκούμαι απλά να επισημάνω, ότι σε αρκετές χώρες του εξωτερικού με μεγάλη τουριστική κίνηση ο νεαρός Άγγλος τουρίστας απλά είναι ανεπιθύμητος και οι τουριστικοί πράκτορες στις χώρες αυτές δεν συνεργάζονται με αντίστοιχα αγγλικά πρακτορεία, που προωθούν τέτοιους τουρίστες. Αυτό συμβαίνει αφενός επειδή γνωρίζουν την απαράδεκτη συμπεριφορά τους και τα επεισόδια, που προκαλούν, αφετέρου επειδή οι συγκεκριμένοι τουρίστες δεν αφήνουν χρήματα στις περιοχές, που επισκέπτονται. Να μην κοροϊδευόμαστε, όσο και αν μας άρεσε η ανεμελιά, που βλέπαμε πιτσιρικάδες στους σακιδιούχους τουρίστες, η παρουσία του ήταν πολλαπλά επιζήμια για τον τουρισμό μας και λειτουργούσε δυσφημιστικά για όσους επέλεγαν ένα περισσότερο συμβατικό αλλά συμφερότερο οικονομικά τουρισμό και έβλεπαν με βδελυγμία τη συνύπαρξή τους στην ίδια χώρα με τους παραπάνω αντισυμβατικούς τουρίστες.
Ας μην μας παραξενεύουν, λοιπόν, περιστατικά όπως το παραπάνω! Χωρίς, το ξαναλέω, να δικαιολογώ τη δολοφονία του Άγγλου τουρίστα, δεν μπορούμε να κάνουμε τα στραβά μάτια σε ό,τι αφορά την ποιότητα των τουριστών. Αν, λοιπόν, επιθυμούν οι τουριστικοί πράκτορες αλλά και οι ξενοδόχοι μας τα φθηνά πακέτα, τουλάχιστον ας αρνηθούν τους φθηνούς τουρίστες. Αλλιώς η ιστορία θα επαναληφθεί.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Η υπόθεση Στρος-Καν έχει πολύ ψωμί, ακόμα. Αρχικά, όλα έδειχναν, ότι το εν λόγω πρόσωπο είχε αποπειραθεί να βιάσει μια καμαριέρα αφρικανικής καταγωγής. Μετά αποδείχθηκε, ότι η εν λόγω καμαριέρα δεν ήταν τόσο αθώα όσο έδειχνε. Και ο κ. Στρος-Καν αφέθηκε ελεύθερος με τον όρο να μην εγκαταλείψει τις Η.Π.Α., μέχρι να δικαστεί. Πάντως τα προγνωστικά, σύμφωνα με τα οποία θα καταδικαζόταν, έχουν ανατραπεί. Εκτός αν το αμερικανικό δικαστήριο τον καταδικάσει.


Η ιστορία αυτή θα μπορούσε να είναι άκρως διδακτική. Ένα ζάπλουτο πρωτοκλασάτο στέλεχος ενός διεθνούς οικονομικού οργανισμού με παρελθόν σεξουαλικών επιθέσεων κατηγορείται, ότι αποπειράθηκε να βιάσει μια καμαριέρα, που εργαζόταν στο ξενοδοχείο, όπου διέμενε. Η καμαριέρα αυτή αποδείχθηκε, ότι είχε σκοπό να τον παγιδεύσει. Όμορφος κόσμος αγγελικά πλασμένος, που λέει και ο λαός, όταν αποφασίζει να χρησιμοποιήσει το νου του.


Δεν υπάρχει αντίρρηση, ότι υπάρχουν πολλά μεγαλοστελέχη διεθνών οργανισμών και πολυεθνικών επιχειρήσεων, οι οποίοι έχουν σχηματίσει την πεποίθηση, ότι με το κύρος τους και τα λεφτά τους μπορούν να έχουν και να κάνουν ό,τι θέλουν. Πολλές από τις περιπτώσεις, που τέτοια πρόσωπα επιτέθηκαν σεξουαλικά σε τρίτα πρόσωπα, δεν έφτασαν έως τα δικαστήρια, είτε επειδή δεν το θέλησαν τα θύματα είτε επειδή υπήρξε ένας διακανονισμός ανάμεσα σε θύτη και θύμα. Κάθε περίπτωση έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Σαφώς και υπήρξαν περίπτώσεις, που ασκήθηκε αφόρητη πίεση, ενδεχόμενα και απειλές σε βάρος των θυμάτων, ώστε να μην ανοίξουν το στόμα τους, όπως και υπήρξαν περιπτώσεις, κατά τις οποίες το θύμα μίλησε ευθαρσώς χωρίς να φοβηθεί τις όποιες συνέπειες και πέτυχε, ώστε να καταδικαστεί το πρόσωπο, που του επιτέθηκε.


Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις, όπου το θύμα εκμεταλλεύτηκε την παρουσία ή την προσέγγιση του τάδε μεγαλόσχημου, ώστε να τον εκβιάσει. Κάθε θύμα πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη δέουσα προσοχή και κατανόηση, πλην, όμως, κάθε θύμα δεν ειναι απαραίτητα αθώο. Δεν εννοώ, ότι δικαιολογείται κάποια βίαιη επίθεση σε βάρος του αλλά ότι συχνά τέτοιες επιθέσεις γίνονται με τη συναίνεση του παθόντος/παθούσης, οπότε το στοιχείο της συμμετοχής άλλως συναίνεσης του θύματος αίρει τον άδικο χαρακτήρα μιας πράξης (η περίπτωση, κατά την οποία ο δράστης υπερβαίνει τα όρια της συναινέσεως του θύματος, είναι ένα άλλο θέμα).


Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Τυχαίο το απυρόβλητο της Εκκλησίας της Ελλάδος; Δε νομίζω.

Μάλιστα! Για μια, ακόμα, φορά η Εκκλησία της Ελλάδος θα παραμείνει στο απυρόβλητο. Η επίσκεψη του κ. Βενιζέλου στη Μονή Πετράκη απέδειξε, ότι το κράτος εξακολουθεί να μην επιθυμεί να επιβαρύνει ένα ζάπλουτο οργανισμό με τη μισθοδοσία των λειτουργών του, προτιμώντας αυτό να καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό. Και αυτό σε μια εποχή, που οι σώφρονες φωνάζουν για περικοπές στις κρατικές δαπάνες.
Σε μια χώρα πιστή στις αρχές του Ορθού Λόγου και του Διαφωτισμού μια τέτοια ενέργεια θα ξεσήκωνε θύελλα διαμαρτυριών. Στην Ελλάδα, όμως, που η πλειονότητα των κατοίκων της επαίρεται, ότι έχτιζε Παρθενώνες, όταν οι Φράγκοι ντύνονταν με αρκουδοτόμαρα και τρέφονταν με βελανίδια, όχι μόνο δεν αντέδρασαν οι περισσότεροι – η εξαίρεση των σκεπτικιστών, αθέων, αγνωστικιστών και λοιπών σκεπτομένων απλά επιβεβαίωσε τον κανόνα – αλλά, αντίθετα, οι ιερείς της Ιεράς Μητρόπολης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας έγιναν δεκτοί ως αγανακτισμένοι πολίτες (!!!) μετά βαΐων και κλάδων από τους ομόσταβλους συναισθηματικά συμπολίτες τους. Φυσικά, ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας παραμένει άγνωστη γη για τους αγανακτισμένους, οι οποίοι απαξιούν να τον συμπεριλάβουν στα αιτήματά τους, ίσως επειδή οι υποδυόμενοι τους εχθρούς του κράτους ιερωμένοι είναι φίλοι τους, αφού ο εχθρός του εχθρού μου, κατά το γνωστό γνωμικό, είναι φίλος μου.
Η μονομερής αυτή εξωτερίκευση της αγανάκτησης, ήτοι η εχθρότητα αποκλειστικά προς τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους του Κράτους και όχι προς τους λοιπούς στυλοβάτες των δεινών της κοινωνίας μας, όπως τους επικεφαλής των συνδικαλιστικών σωματείων των κρατικών οργανισμών (και οι ΔΕΚΟ μέσα σε αυτές) ή τον ανώτατο κλήρο, αποδεικνύει, ότι, όσο και αν βαυκαλιζόμαστε, ότι ανήκουμε στη Δύση, στην πραγματικότητα ο προσανατολισμός μας είναι καθαρά ανατολίτικος. Εντάξει, μάθαμε να πλενόμαστε μια δόση παραπάνω και δεν κλειδαμπαρώνουμε τις γυναίκες σπίτι, μέχρι να τις παντρέψουμε αυστηρά παρθένες με εκείνους τους άνδρες, που εμείς θα επιλέξουμε χωρίς να τις ρωτήσουμε, αλλά η αλλαγή στην εξωτερική εμφάνιση δεν προϋποθέτει και ανάλογες μεταρρυθμίσεις στη νοοτροπία. Τούτο προκύπτει τόσο από τις αντιδράσεις μας, όταν κυκλοφορεί, ότι κάποια αόρατη απειλή θα εξαφανίσει τη χώρα μας (θυμηθείτε τις αντιδράσεις μας για το Σκοπιανό προ 20ετίας αλλά και την απίστευτη τερατολογία περί ψεκασμών, Σοφών της Σιών κ.λπ.), αλλά και από την απουσία αυτών, όταν υπάρχει πολύ σοβαρότερο και, κυρίως, χειροπιαστό πρόβλημα. Εν προκειμένω, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν φορολογείται, απολαμβάνει ειδικό νομικό καθεστώς (οράτε νομικό παράδεισο), παραμένει απολύτως ανέλεγκτη (το μαύρο σκοτάδι έφαγε τα σάπια κοτόπουλα της «ΑΛΛΗΛΛΕΓΥΗΣ») και, το χειρότερο, επιμένει, τουλάχιστον σε επίπεδο ανώτατου κλήρου, να αναμιγνύεται σε καθαρά πολιτικά ζητήματα. Όποτε ετέθη θέμα υποβολής της στα ίδια βάρη με αυτά, που επιβάλλονται στους υπολοίπους εν Ελλάδι θνητούς, όπως είχε γίνει για παράδειγμα, με το νόμο Τρίτση, οι αντιδράσεις της συμπαρέσυραν και χιλιάδες πιστούς και οδήγησαν σε απόσυρση των μέτρων. Όποτε η κυβέρνηση αποφάσιζε να κάνει κάποια βήματα κοινωνικής και πνευματικής προόδου, η Εκκλησία της Ελλάδος ήταν απέναντί της και, μάλιστα, απειλούσε θεούς και δαίμονες. Το περιβόητο βιβλίο ιστορίας του Σταυριανού, που επρόκειτο να εισαγάγει τη διδασκαλία της Θεωριας της Εξέλιξης στα σχολεία, πολεμήθηκε ανηλεώς από την Εκκλησία και, τελικά, μπροστά στο φόβο του πολιτικού κόστους, η τότε κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου το απέσυρε. Αργότερα, η διαμάχη με τις ταυτότητες έβγαλε νικήτρια την κυβέρνηση του κ. Κωνσταντίνου Σημίτη αλλά οι περισσότεροι θυμούνται τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χριστόδουλο να έχει πιάσει παγκάρι στα Μ.Μ.Ε. και να εξαπολύει καθημερινά μύδρους κατά της τότε κυβέρνησης, στελέχη της οποίας, όπως ο νυν Υπουργός Οικονομικών, κ. Βενιζέλος, και ο τότε Υπουργός Παιδείας, κ. Ευθυμίου, αλληθώριζαν προς το ιερατείο, σαμποτάροντας έτσι τις όποιες προσπάθειες εκσυγχρονισμού των σχέσεων ανάμεσα στο κράτος και την Εκκλησία της Ελλάδος. Σε καμμία από τις παραπάνω περιπτώσεις δεν υπήρξε αντίδραση της κοινωνίας μας, πάντα με την εξαίρεση αρκετών στελεχών του ΚΚΕ, των ενώσεων αθέων, αγνωστικιστών αλλά και απλών πλην όμως σκεπτομένων ανθρώπων. Κανένας δεν αγανάκτησε με τα πλούτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, κανένας δεν έφριξε με το πρωτοφανές και προκλητικό προνομιακό καθεστώς, που απολαμβάνει ο οργανισμός αυτός, κανένας δεν έκλεισε δρόμους και δεν διαδήλωσε, ώστε να εκφράσει την αντίθεσή του στα νομικά οφέλη του, κανένας δεν κατέλαβε πλατείες, κανένας δεν μούντζωσε μητροπόλεις ούτε συγκεντρώθηκε έξω από αυτές, κανένας δεν χειροδίκησε κατά μητροπολιτών (είμαι κατά της βίας αλλά συγκρίνω καταστάσεις) κανένας δεν ωρυόταν «να καεί το μπ…. η αρχιεπισκοπή» και, γενικά, κανένας δεν δείχνει να ενοχλείται, που ένας οργανισμός, όπως η Εκκλησία της Ελλάδος, αρνείται να συνεισφέρει τον οβολό της σε μια δύσκολη εποχή.
Δεν τρέφω καμμία αμφιβολία, ότι οι περισσότεροι συμπολίτες μου, όταν ερωτώνται για την Εκκλησία της Ελλάδος, προτιμούν να απαντήσουν, ότι δεν ασχολούνται. Στην πραγματικότητα, αισθάνονται ικανοποιημένοι, που ανήκουν στην πλειοψηφία των χριστιανών ορθοδόξων – έστω και μόνο στα χαρτιά – και δεν ενοχλούνται με το ρόλο της Εκκλησίας σε κρατικές υποθέσεις ή με τα προνόμιά της, ίσως επειδή δεν επιθυμούν να αλλάξει κάτι πραγματικά σε αυτή τη χώρα. Ο πολύς κόσμος δείχνει να ικανοποιείται, όταν όλα βαίνουν καλώς στη ζωή του. Εφόσον ο δρόμος του διορισμού στο ελληνικό δημόσιο είναι ανοικτός, χάρη στο πολιτικό βύσμα, οι ρυθμοί εργασίας είναι εξωφρενικά χαλαροί και κανένας δεν διανοείται να μας ενοχλήσει να γίνουμε περισσότερο αποδοτικοί, διότι οι συνδικαλιστές θα κάνουν τη δουλειά τους – ξέρετε τι είδους δουλειά είναι αυτή – εφόσον όλο και κάποιος επίορκος εφοριακός ή υπάλληλος της πολεοδομίας θα κάνει τα στραβά μάτια στις παρανομίες μας, εφόσον θα φωνάξουμε στον αστυνομικό, ώστε να μας σβήσει την κλήση για παράνομη στάθμευση και σε όποιον μας κάνει παρατήρηση, που πετάξαμε τη γόπα κάτω κ.λπ. κ.λπ., τότε δεν υπάρχει λόγος να φωνάζουμε για τους παπάδες, οι οποίοι, σε τελική ανάλυση, κάποια στιγμή θα μας φανούν χρήσιμοι, αφού όλο και κάποιος γάμο, κάποια κηδεία, κάποιο τρισάγιο ή κάποια λειτουργία θα κάνουμε. Όσο για τις παρεμβάσεις των ιερωμένων σε εκπαιδευτικά θέματα αλλά και τις φωνές τους για ορισμένα βιβλία, όπως αυτό του κ. Μίμη Ανδρουλάκη, ο πολύς κόσμος δεν ασχολείται με τους «κουλτουριάρηδες, που έχουν λύσει το πρόβλημα της ζωής τους και μας το παίζουν έξυπνοι», επειδή δεν ενδιαφέρεται για τίποτε άλλο παρά για την υλική ευημερία του. Απόλυτα εξηγήσιμα πράγματα για ένα λαό με ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά αλλεργίας στο βιβλίο παγκοσμίως!
Φυσικό επακόλουθο της παραπάνω ενέργειας του κ. Βενιζέλου αλλά και της λογικής (ή μάλλον της απουσίας της), που διακατέχει το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας μας, είναι να περνούν αδιαμαρτύρητα τα όποια σκανδαλώδη υπέρ της Εκκλησίας της Ελλάδος μέτρα. Τυχαίο με βάση τα παραπάνω δεδομένα; Δε νομίζω.

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Το αληθινό πρόσωπο ορισμένων αγανακτισμένων

Ομολογώ, ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του κ. Ανανιάδη «ΣΚΙΕΣ ΣΤΟ ΝΕΡΟ», η παρουσίαση του οποίου ματαιώθηκε χτες στον Πειραιά, λόγω κατάληψης του χώρου, όπου θα γινόταν η σχετική εκδήλωση, από αγανακτισμένους πολίτες, οι οποίοι επέλεξαν αυτό τον τρόπο αντίδρασης στο άκουσμα της είδησης, ότι ένας εκ των παρουσιαστών του βιβλίου ήταν ο βουλευτής Α’ Πειραιώς και Νήσων, κ. Δημήτριος Καρύδης. Καλά – καλά δεν είχα κατά νου το όνομα του συγγραφέα. Συνεπώς, δεν μπορώ να κρίνω, αν το συγκεκριμένο βιβλίο είναι αξιόλογο ή αν η εκδήλωση άξιζε τον κόπο.
Στέκομαι στη ματαίωση της εκδήλωσης αυτής, η οποία είχε προγραμματιστεί από τους αγανακτισμένους πολίτες Πειραιά, όπως προκύπτει και από το ιστολόγιό τους (διαβάστε, τι λέει ο 15ος ομιλητής). Αν επισκεπτείτε τη συγκεκριμένη σελίδα, μην σταθείτε στο λεξιλόγιο, το οποίο μπορεί να μην έχει το βίαιο χαρακτήρα άλλων ανάλογων ιστότοπων αλλά μυρίζει από χιλιόμετρα μακρυά επεισοδιακή κατάληξη και φασισμό. Ναι, η ματαίωση της παρουσίασης ενός βιβλίου, λόγω της κατάληψης του χώρου από ταραχοποιούς, είναι εξίσου αποκρουστική και φασιστική με την απαγόρευση κυκλοφορίας του ή την καύση του από διαφωνούντες. Ούτε, φυσικά, αποτελεί δικαιολογία η παρουσία ενός βουλευτή στη συγκεκριμένη παρουσίαση. Κατ’ αρχάς, δεν επρόκειτο για πολιτική συγκέντρωση αλλά για λογοτεχνική βραδιά. Και, μεταξύ μας, και πολιτική συγκέντρωση να ήταν, κανένας δεν νομιμοποιείται να την ματαιώσει, ενεργώντας βίαια. Δεν με ενδιαφέρει, φυσικά, αν ένας εκ των ομιλητών ήταν βουλευτής και εξ ορισμού, σύμφωνα με τη λογική των αγανακτισμένων, συνυπαίτιος για την οικονομική κρίση, που μαστίζει τη χώρα. Η ματαίωση της παρουσίασης του βιβλίου είναι ένα αντικειμενικό γεγονός, πάει και τελείωσε.
Υπάρχει και ο αντίλογος, ότι οι αγανακτισμένοι δεν στράφηκαν κατά του συγγραφέα αλλά κατά του βουλευτή, ότι ουσιαστικά δεν ήταν στις προθέσεις τους να ματαιωθεί η παρουσίαση αυτή, ότι ο βουλευτής φταίει, που ήθελε να παρασταθεί κ.λπ.. Πιθανότατα θα σας πουν, ότι έχουν βιβλία στα σπίτια τους και λατρεύουν τη λογοτεχνία. Τα ίδια πάνω κάτω θα σας έλεγαν και οι ναζιστές, που έκαιγαν βιβλία στη Γερμανία τις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ότι, δηλαδή, δεν ήταν κατά της λογοτεχνίας αλλά προστάτευαν τα ήθη και έθιμα του έθνους από τη διαβρωτική επιρροή των εχθρών της χώρας τους. Και οι οπισθοδρομικοί συμπολίτες μας, που έκαψαν αντίτυπα του βιβλίου του κ. Μίμη Ανδρουλάκη «Μν» προ ετών στην Πλατεία Αριστοτέλους, στη Θεσσαλονίκη, θα διαρρήξουν τα ιμάτιά τους ισχυριζόμενοι, ότι δεν έχουν κάτι προσωπικό με το συγγραφέα του βιβλίου αυτού αλλά προστατεύουν την κοινωνία μας από τα βλάσφημα έργα. Υπάρχουν δεκάδες δικαιολογίες, για να ντυθεί ιδεολογικά και να νομιμοποιηθεί μια βίαιη ενέργεια, δόξα να έχει ο Γιαραμπής!
Μια κοινωνία, που αναζητεί δικαιολογίες, ώστε να βασιστεί σε αυτές και να νομιμοποιήσει τις έκνομες και βίαιες ενέργειές της, έχει πάρει το δρόμο του φασισμού, όσο και αν δεν το παραδέχεται, όπως και πολλοί άρρωστοι, άλλωστε, δεν παραδέχονται, ότι πάσχουν από οποιαδήποτε ασθένεια. Το ξαναλέω, ότι, όσες διαφωνίες και αν υπάρχουν είτε με το πρόσωπο, που θα παρασταθεί σε μια δημόσια εκδήλωση, είτε με το περιεχόμενο του λόγου του, κανένας δεν δικαιούται να διακόψει αυτή την εκδήλωση. Όσο πιο γρήγορα γίνει αυτό αντιληπτό, τόσο πιο εύκολα θα αποφύγουμε τη διολίσθηση σε φασιστικές ατραπούς. Εκτός αν δεν υπήρξαμε ποτέ δημοκρατική κοινωνία και η οικονομική κρίση έδωσε την ευκαιρία σε πολλά μέλη της να δείξουν το αληθινό τους πρόσωπο.
Ομολογώ, ότι ο κ. Ν. Ανανιάδης μου ήταν άγνωστος, μέχρι που ματαιώθηκε η παρουσίαση του βιβλίου του "ΣΚΙΕΣ ΣΤΟ ΝΕΡΟ" σε κάποια αίθουσα στον Πειραιά από αγανακτισμένους, επειδή ανάμεσα στους παρουσιαστές του βιβλίου αυτού ήταν και ο βουλευτής Πειραιώς, κ. Καρύδης. Δεν γνωρίζω καν το περιεχόμενο του βιβλίου του και ειλικρινά καρφί δεν μου καίγεται, αν είναι αξιόλογο ή αν δεν αξίζει να σπαταλήσω τα λεφτά μου, για να το αγοράσω.


Με ενδιαφέρει και με ενοχλεί, που στο όνομα της αγανάκτησης μια ομάδα αγανακτισμένων πολιτών κατέλαβε ένα χώρο και ματαίωσε την παρουσίαση ενός βιβλίου. Πρόκειται για μια ενέργεια, την οποία θεωρώ εξίσου απαράδεκτη με την απαγόρευση ή την καύση ενός βιβλίου, καταστάσεις όχι ανοίκειες στη χώρα μας μέχρι και πριν από μερικά χρόνια. Μη βιαστείτε να επικαλεστείτε την αγανάκτηση, που νοιώθει πολύς κόσμος για την αναισθησία των βουλευτών μας, διότι δεν επρόκειτο για πολιτική συγκέντρωση αλλά για μια παρουσίαση βιβλίου, η οποία ματαιώθηκε, επειδή κάποια πρόσωπα δεν αναγνωρίζουν σε ένα βουλευτή το δικαίωμα να κυκλοφορεί ανάμεσά μας άλλως πιστεύουν, ότι νομιμοποιούνται να ασκούν πάσης φύσεως βία εναντίον των βουλευτών.

Οι διανοούμενοι, που μας αξίζουν

Στην αρχή ήταν ορισμένοι πανεπιστημιακοί, κάποιοι εξ αυτών συνταξιούχοι, που ξεσπάθωσαν εναντίον του Μνημονίου, χαρακτηρίζοντάς το ως αντισυνταγματικό και αξιώνοντας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κ. Παπούλια, να παραιτηθεί, επειδή δεν εμπόδισε την ψήφισή του βάσει των προβλεπομένων από το Σύνταγμα αρμοδιοτήτων του. Τα ίδια πρόσωπα δεν δίστασαν να συμπράξουν με τη «ΣΠΙΘΑ» και τους ακροδεξιούς υπερπατριώτες, που συγκεντρώθηκαν σε αυτή, και να πλειοδοτήσουν σε κινδυνολογίες, τύπου «θα μας βγάλουν στο σφυρί και την Ακρόπολη».
Κάποια άλλα πρόσωπα με ιδιαίτερη επιστημονική κατάρτιση δήλωσαν αργότερα, ότι η επιστροφή στη δραχμή και η κήρυξη του χρέους μας ως επαχθούς, ώστε να αρνηθούμε να το πληρώσουμε, είναι η καλύτερη λύση για την Ελλάδα. Επικαλέστηκαν, μάλιστα, ιστορικά προηγούμενα, προκειμένου να ισχυροποιήσουν την άποψή τους.
Αργότερα, εμφανίστηκαν διάφοροι διανοούμενοι, οι οποίοι αυτοπροσδιορίστηκαν ως αγανακτισμένοι και, στη συνέχεια, δεν δίστασαν να δικαιολογήσουν πιθανά έκτροπα, ευχόμενοι ακόμα και καταστροφές, τις οποίες θεωρούν ως απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε να αλλάξει κάτι σε αυτή τη χώρα. Τα ίδια πρόσωπα έκριναν, επίσης, ότι ο διάλογος και η οποιαδήποτε ειρηνική προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων αυτής της χώρας είναι αδύνατη χωρίς την προσφυγή στη βία.
Ο λόγος ενός διανοούμενου είναι αναντίρρητα χρήσιμος σε μια κοινωνία, η οποία έχει ανάγκη από μια ισχυρή διανόηση. Κακά τα ψέμματα, ο σκεπτόμενος άνθρωπος είναι εκείνος, που καλείται να ξεκολλήσει το κάρο από τις λάσπες της στασιμότητας και να προτρέψει τον λαό να προχωρήσει προς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Βέβαια, στην Ελλάδα του ξερολισμού οι διανοούμενοι αγνοούνταν ανέκαθεν και οι όποιες εξαιρέσεις απλά επιβεβαίωσαν, ότι ένας χαμηλού μορφωτικού επιπέδου λαός δεν μπορεί πάντοτε να εκτιμήσει τον ορθό λόγο. Αλλά αυτό δεν μείωσε τη χρησιμότητά τους.
Ωστόσο, ο λόγος ενός διανοουμένου πρέπει να διέπεται από τη λογική και να βασίζεται σε επιχειρήματα, που αυτός έχει διαμορφώσει από τη μελέτη του σε συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο. Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι οι παραπάνω διανοούμενοι απέφυγαν να μελετήσουν προσεκτικά τα θέματά τους, πράγμα που αποδεικνύεται όχι μόνο από τον ισχυρό αντίλογο, που αναπτύχθηκε από εξίσου καταρτισμένα πρόσωπα (οι κ.κ. Μανιτάκης και Τσακυράκης αντέκρουσαν με πειστικά επιχειρήματα τις ενστάσεις των κ.κ. Κασιμάτη και Μπέη για το Μνημόνιο), αλλά και από την ανευθυνότητα, με την οποία επιχειρηματολόγησαν (δεν θυμάμαι, ποιος ήταν εκείνος ο οικονομολόγος, που δήλωσε, ότι δεν τρέχει και τίποτα, αν πτωχεύσει η Ελλάδα, αφού έχει ξαναπτωχεύσει στο παρελθόν). Δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες, φωνές, όχι απαραίτητα προερχόμενες από το κατεστημένο, προέβαλαν αντίθετα επιχειρήματα από τους ανωτέρω διαμορφωτές της κοινής γνώμης και παρέθεσαν ουκ ολίγα στοιχεία, από τα οποία προέκυψε, ότι οι κινδυνολογίες και καταστροφολάγνες φωνές έσφαλαν.
Στα πλαίσια της Δημοκρατίας επιβάλλεται να ακούγονται όλες οι φωνές, ακόμα και οι πιο ακραίες. Ωστόσο, προκαλεί θυμηδία η εμμονή ορισμένων ανθρώπων, οι οποίοι έχουν κρίση και μυαλό, να διατυπώνουν επιπόλαιες απόψεις, μόνο και μόνο για να δείξουν την αγανάκτησή τους με την κρατούσα κατάσταση ή τη συμμόρφωσή τους προς συγκεκριμένη ιδεολογική κατεύθυνση. Δεν είναι κακή η υιοθέτηση συγκεκριμένης ιδεολογίας. Όμως, η προσκόλληση σε αυτή οδηγεί σε αβάσιμες πληροφορίες και θεωρίες, οι οποίες όχι μόνο αποπροσανατολίζουν τον κόσμο αλλά, επιπλέον, τον φανατίζουν, σε βαθμό ώστε να κυριαρχεί μια επικίνδυνη κατάσταση διαμορφωμένη από την έντονη παραπληροφόρηση, στην οποία περισσεύει η βία και απουσιάζει παντελώς ο σκεπτικισμός. Διαβάζω ανθρώπους, τους οποίους θεωρώ σοβαρούς, να κραυγάζουν, που η κυβέρνηση επέτρεψε στους δανειστές μας να κατάσχουν, αν απαιτηθεί, την πολιτιστική μας κληρονομία ή ότι χάσαμε την ευκαιρία να δανειστούμε με μηδενικό επιτόκιο από τη Ρωσία ή την Κίνα και συμπεραίνω, ότι αυτό δεν είναι έργο μόνο της δικής μας αμάθειας αλλά και των επιτηδείων, που εκμεταλλεύονται, ως εάν να ήταν οι χειρότεροι δημαγωγοί, την ιδιότητά τους και τη δίψα του κόσμου να ακούσει θεωρίες συνωμοσίας και μαντζούνια για πάσα νόσο. Και αυτό είναι το χειρότερο σύμπτωμα της παρατεταμένης και γενικευμένης κρίσης της ελληνικής κοινωνίας, να κυριαρχεί, δηλαδή, μια αρλουμπολογία, όπου ο καθένας επικαλούμενος την επιστημονική του αυθεντία ή την ευρεία μόρφωσή του διασπείρει τις ιστορίες του και προσελκύει τους απελπισμένους, που αρνούνται ή αδυνατούν να κρίνουν σωστά, με αποτέλεσμα την ένταση της κρίσης αυτής.
Η παραπάνω ιστορία ίσως αποδεικνύει την πικρή αλήθεια, ότι τελικά στην Ελλάδα επικρατούν εκείνοι οι διανοούμενοι, που μας αξίζουν, αμετροεπείς, επιπόλαιοι, ανεύθυνοι, κινδυνολόγοι και έτοιμοι να πουλήσουν στους ανόητους ιθαγενείς τις χάντρες και τα καθρεφτάκια τους σαν αμύθητο θησαυρό ή έστω ως μαγικό φάρμακο, που θα δώσει λύση στα προβλήματά τους. Οι υπόλοιποι απλά μένουν στο σκοτάδι ή λοιδορούνται από τους φίλους των εύκολων λύσεων, οι οποίοι προτιμούν την αγανάκτηση από τον προβληματισμό.


Υ.Γ. Αυτό τον καιρό πληροφορούμαι, ότι το νέο βιβλίο του κ. Βασιλείου Μαρκεζίνη πουλάει σαν τρελλό. Το βιβλίο βρίθει κινδυνολογίας και υπερπατριωτικών υπερβολών (διαβάστε την πρόσφατη κριτική-κεραυνό του κ. Βασιλάκη στην ARB και θα καταλάβετε) αλλά αυτό ουδόλως πτοεί τους αναγνώστες του, οι οποίοι απλά επιβεβαιώνουν τα παραπάνω.


Υ.Γ2. Ματαιώθηκε η παρουσίαση ενός βιβλίου στον Πειραιά υπό την απειλή βανδαλισμών από τους αγανακτισμένους. Κανένας από τους παραπάνω διανοουμένους δεν έκρινε σκόπιμο να αντιδράσει.

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Η δικαίωση του Χαρίλαου Φλωράκη

Το ΚΚΕ υποστηρίζει, θεωρητικά τουλάχιστον, το λαό. Έχει καταψηφίσει το σύνολο των αντιλαϊκών νομοσχεδίων, που κατατίθενται προς ψήφιση στη Βουλή. Είναι το μοναδικό κόμμα, το οποίο έχει καταθέσει μια σοβαρή και εμπεριστατωμένη πρόταση για το χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους. Στέκεται σθεναρά στο πλευρό των εργαζομένων και αγωνίζεται, ώστε να μην περικοπούν τα εργασιακά τους δικαιώματα. Ωρύεται, όταν απολύεται κόσμος από τη δουλειά του (δεν πράττει, βέβαια, το ίδιο, όταν πρόκειται για εργαζομένους στην Τυποεκδοτική ή στον «902» αλλά αυτό αποτελεί άλλο κεφάλαιο). Διαμαρτύρεται, όταν εργάτες χάνουν τη ζωή τους ή τραυματίζονται κατά την εργασία τους, συνεπεία απουσίας μέτρων ασφαλείας (και εδώ, βέβαια, έχει μια προτίμηση στις ιδιωτικές επιχειρήσεις). Γενικά, φαίνεται, ότι κρατάει αποστάσεις από το κεφάλαιο και το πολιτικό σύστημα. Πάνω κάτω την ίδια στάση κρατά και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αλλά και η Δημοκρατική Αριστερά.

To KKE, όπως και η ανανεωτική Αριστερά (λαμπρή εξαίρεση εδώ η Δημοκρατική Αριστερά) ανέκαθεν αρνούνταν να καταδικάσουν τη βία, όταν αυτή ξεσπούσε. Το Δεκέμβριο του 2008 η μεν παραδοσιακή Αριστερά επέρριψε ευθύνες για τις ταραχές στο κέντρο της Αθήνας σε παρακρατικούς, που επιθυμούσαν να αμαυρώσουν το κίνημα των νέων, και "καθάρισε" η δε ανανεωτική προσπάθησε να καρπωθεί οφέλη από τα γεγονότα αυτά, είτε δίνοντας ρεσιτάλ αμετροέπειας (ταυτίζοντας το νεκρό Αλέξη Γρηγορόπουλο με τον Αθανάσιο Διάκο) είτε προσπαθώντας να δικαιολογήσει την απίστευτη βία, που ασκήθηκε. Στα γεγονότα της περασμένης εβδομάδα στο Σύνταγμα, η στάση τους ήταν πανομοιότυπη. Απλά εδώ δεν υπήρχε νεκρός αλλιώς ένας Θεός ξέρει, με ποιο ιστορικό πρόσωπο θα ταυτιζόταν.

Ιστορικά, η εν Ελλάδι Αριστερά δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει βία, προκειμένου να πετύχει τους σκοπούς της. Φυσικά, υπήρξαν και περιπτώσεις, όπου η βία αυτή χρησιμοποιήθηκε για καθαρά αμυντικούς λόγους, αν λάβει κανείς υπόψη του την αντικομμουνιστική υστερία της εποχής. Αλλά σε αυτούς δεν εντάσσονται ούτε οι δολοφονίες αντιφρονούντων διαρκούσης της Κατοχής (αρκετά κατατοπιστική η "ΟΡΘΟΚΩΣΤΑ" του κ. Βαλτινού) ούτε οι δολοφονίες της ΟΠΛΑ αργότερα στη διάρκεια των Δεκεμβριανών ούτε οι εκκενώσεις ανταρτοκρατούμενων χωριών. Επίσης, η ελληνική Αριστερά δεν είχε κανένα ενδοιασμό να διαχωρίζει τη βία σε νόμιμη και παράνομη ανάλογα με το θύτη και τους σκοπούς του. Η πρόσφατη επανασταλινοποίηση του ΚΚΕ συνοδεύτηκε από υμνητικά σχόλια για τον πατερούλη Στάλιν, του οποίου οι διωγμοί δικαιολογήθηκαν ως αναγκαίο κακό. Η ανανεωτική Αριστερά υπήρξε περισσότερο δηκτική απέναντι στην τάση του ΚΚΕ να δικαιολογεί τη βία, όταν αυτή προερχόταν από την εκάστοτε ηγεσία της ΕΣΣΔ αλλά σταδιακά υιοθέτησε και αυτή την τακτική της νόμιμης βίας είτε αυτή αφορούσε τον Τσαουσέσκου είτε αργότερα τα επεισόδια σε διάφορες πορείες, με αποκορύφωμα τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008.
Προσφάτως η βουλευτής του, κα. Λιάνα Κανέλλη, δέχθηκε επίθεση με γιαούρτια από αγανακτισμένους. Προσοχή, δεν της επιτέθηκαν πρόσωπα, που πάσχουν από την παραδοσιακή αλλεργία προς καθετί, που θυμίζει Αριστερά στην Ελλάδα, αλλά αγανακτισμένοι πολίτες. Τί και αν η κα. Κανέλλη δεν ανήκει στο κυβερνόν κόμμα; Τί και αν έχει κατακεραυνώσει επανειλημμένως την κυβερνητική πολιτική; Ως βουλευτής και πολιτικός δέχθηκε τις «περιποιήσεις» των αγανακτισμένων συμπολιτών μας, οι οποίοι έχουν βρει απάγκιο στη βία. Και μη βιαστείτε να δικαιώσετε τους αγανακτισμένους, που επιτέθηκαν σε μια ιδιοκτήτρια ενός περιοδικού, για τη διαχείριση εκ μέρους της του οποίου έχουν ακουστεί πλείστα όσα αρνητικά σχόλια. Οποιοσδήποτε βουλευτής αυτού του κόμματος και αν ήταν, θα δεχόταν την ίδια επίθεση, αφ' ης στιγμής βρέθηκε στο διάβα των αγανακτισμένων.
Το περιστατικό αυτό αποδεικνύει μια δυσάρεστη παρανυχίδα του κινήματος των αγανακτισμένων πολιτών. Οι πολιτικοί παύουν να κρίνονται ως μονάδες και γίνονται ένα αντιπαθητικό σύνολο, εναντίον του οποίου ξεσπούν αλύπητα οι οργισμένοι πολίτες. Δεν γίνεται ένας διαχωρισμός σε πολιτικούς, που προσέφεραν – υπάρχουν και τέτοιοι, για όποιον επιθυμεί να ψάξει μακρυά από συναισθηματισμούς – και πολιτικούς, που έβλαψαν τον τόπο. Όλοι είναι ίδιοι, για να θυμηθούμε την ανόητη αυτή γενίκευση, όλοι έχουν βλάψει τον τόπο – η γενίκευση καλά κρατεί – και όλοι αξίζουν το χειρότερο.
Μόνο που μέσα από αυτή τη γενίκευση διαμορφώνεται μια αντίληψη εντελώς φασιστική. Εξαλείφεται η κριτική σκέψη και προάγεται η γενίκευση και η κατηγοριοποίηση των ανθρώπων σε βλαβερούς και ωφέλιμους με βάση την ιδιότητά τους και όχι τις ικανότητές τους. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, δεν εξετάζεται η προσφορά ή η αντίσταση ενός πολιτικού ή ενός κόμματος. Όλοι οι πολιτικοί περνούν από το μικροσκόπιο του αγανακτισμένου όχλου και όλοι βγαίνουν ελαττωματικοί με την ίδια ευκολία, που οι ναζιστές μια εποχή κατέτασσαν στους υπανθρώπους του Εβραίους με μόνο γνώμονα την καταγωγή τους. Για τους αγανακτισμένους δεν έχει καμμία σημασία, αν το ΚΚΕ (ή ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) αντιστάθηκε και αντιστέκεται σε επαχθή μέτρα και αντιλαϊκές πολιτικές. Εφόσον βρίσκεται στο «μπ…» τη Βουλή και απολαμβάνει και αυτό και οι βουλευτές του τα οφέλη, που προβλέπει ο νόμος, αυτό αποτελεί υπεραρκετό λόγο, ώστε να μπει στο στόχαστρο των θολωμένων μυαλών, που στα πρόσωπα των πολιτικών βλέπουν ένα στόχο προς εξόντωση. Δεν έχει καμμία σημασία, που το Ελληνικό Δημόσιο, μέρος του οποίου είναι και πάρα πολλοί εκ των αγανακτισμένων, κοστίζει πολλά περισσότερα χρήματα απ’ όσα όλοι οι βουλευτές και οι υπάλληλοι της Βουλής. Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα οπλίζει το χέρι κάθε τραμπούκου και νομιμοποιεί τις επιθέσεις του κατά των πολιτικών ανεξαρτήτως της ιδεολογικής τους κατεύθυνσης.
Από την πρακτική αυτή δικαιώνεται και ο μακαρίτης ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο οποίος έλεγε με το απαράμιλλο ύφος του «όταν κατουράς στη θάλασσα, τα βρίσκεις στο αλάτι». Με άλλα λόγια, η ελληνική Αριστερά, παραδοσιακή και ανανεωτική, λούζεται αυτή τη στιγμή τη βία, στην οποία προέτρεπε κάποτε τα μέλη της και αργότερα αρνούνταν – και αρνείται – να καταδικάσει. Η στιγμή, που η βία θα στρεφόταν και εναντίον της, ήλθε και, μάλιστα, σε μια κρίσιμη εποχή, όπου η ιδεολογία των πολιτικών δεν διαφοροποιεί τη συμπεριφορά των αγανακτισμένων απέναντί τους. Εννοείται, βέβαια, ότι δεν δικαιολογώ αυτή τη μορφή βίας και κατακρίνω κάθε μορφή της ανεξάρτητα από το φορέα ή το θύμα της. Αλλά δεν παραβλέπω, ότι η ελληνική Αριστερά έπεσε θύμα των προτροπών και των υπεκφυγών της.
Νομίζω, ότι ήλθε η ώρα, ώστε το σύνολο του πολιτικού κόσμου να καταδικάσει το φαινόμενο της βίας, ειδικά σε μια εποχή, όπου οι συνθήκες ευνοούν το ξέσπασμά της. Αρκεί να αντιληφθεί, ότι δεν έχει, πλέον, την πολυτέλεια να επικαλείται πρακτικές, οι οποίες ήδη έχουν αρχίσει να στρέφονται εναντίον του.