Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Υπεραπλουστεύσεις και αλλεργίες


            Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο το πρόσφατο άρθρο του κ. Κασιμάτη για την άνοδο της Χ.Α. όσο και τη φιλολογία, που αναπτύχθηκε γύρω από αυτό. Αναμφίβολα σε περιόδους, κατά τις οποίες αναπτύσσονται αντιδημοκρατικά – για να το πούμε κομψά – κόμματα και πρακτικές, ο προβληματισμός γύρω από τα θέματα αυτά είναι πάντοτε χρήσιμος, ιδιαίτερα αν προέρχεται από μια εκ των ελαχίστων δυνατών πενών, που έχουν απομείνει στην ελληνική δημοσιογραφία.
             Μόνο που ο κ. Κασιμάτης προτίμησε να ακολουθήσει την εύκολη οδό της αποδόσεως ευθυνών αποκλειστικά στα κόμματα της Αριστεράς για το φαινόμενο της πολιτικής βίας, τακτική η οποία οδήγησε και στη νομιμοποίηση της βίας της Χ.Α., ξεκινώντας, μάλιστα, το επίμαχο άρθρο του με την απόδοση ευχαριστιών στο κόμμα αυτό. Στην πορεία του κειμένου αυτού, μάλιστα, παραθέτει και τις ζητωκραυγές του πλήθους των κατοίκων της Αργολίδος προς τα Τάγματα Ασφαλείας μετά τις εκεί σφαγές του ΕΛΑΣ.

            Κατ’ αρχάς, κανένας λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να παραγνωρίσει τις ευθύνες της Αριστεράς στη γιγάντωση του φαινομένου της πολιτικής βίας. Τα τελευταία χρόνια, τα κόμματα της Αριστεράς είτε αρνούνταν πεισματικά να καταγγείλουν τα φαινόμενα βίας είτε έσπευδαν ενίοτε να καρπωθούν οφέλη από αυτά. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την ανόητη παρομοίωση του νεκρού Αλέξη Γρηγορόπουλου με τον Αθανάσιο Διάκο ή το χαρακτηρισμό των συγκεντρώσεων των αγανακτισμένων πέρσυ στις πλατείες ως «νέας Εκκλησίας του Δήμου»; Και στις δύο περιπτώσεις, είχαμε ξεκάθαρη αποφυγή της καταδίκης του φαινομένου της βίας, που ταλάνισε τότε την κοινωνία μας. Ταυτόχρονα, υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις, κατά τις οποίες στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κατέθεσαν υπέρ π.χ. κατηγορουμένων για συμμετοχή στη 17Ν ή απέφυγαν να καταδικάσουν τους προπηλακισμούς βουλευτών, που ψήφισαν τις δανειακές συμβάσεις. Επίσης, το άθλιο φαινόμενο των μούντζων προς τη Βουλή ή των συνθημάτων, τύπου «να καεί το μπ…. η Βουλή» δεν επικρίθηκε από μεγάλη μερίδα της Αριστεράς, όπως, επίσης, δεν σχολιάστηκε το γεγονός ότι αυτές οι πρακτικές ξεκίνησαν από ομάδες ακροδεξιών, που είχαν, μάλιστα, καταλάβει μέρος της Πλατείας Συντάγματος και σε αρκετές περιπτώσεις έδωσαν ανενόχλητοι τον παλμό στις παραπάνω συγκεντρώσεις. Φυσικά, δεν μπορούν να περάσουν στα κρυφά και ορισμένες πρακτικές κάποιων αριστερών νεολαιών στα πανεπιστήμιά μας ή συνδικαλιστικών οργανώσεων προσκειμένων στην Αριστερά σε χώρους εργασίας. Όσα δε στελέχη της Αριστεράς κατεδίκασαν αυτές τις πρακτικές αλλά και ορισμένα σοβαρά παραπτώματα αυτού του πολιτικού χώρου, όπως ο μακαρίτης Λεωνίδας Κύρκος ή ο κ. Περικλής Κοροβέσης , έγιναν στόχος αρκετών ομοϊδεατών τους.
            Ωστόσο, αντί ο κ. Κασιμάτης να προβεί σε μια αναλυτικότερη προσέγγιση του φαινομένου της βίας, προτίμησε να επιρρίψει ευθύνες αποκλειστικά στην Αριστερά και να ταυτίσει τη βία της με αυτή, που ασκεί η Χ.Α. Στην πραγματικότητα, το φαινόμενο της βίας είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα και με τη συμμετοχή εκπροσώπων των δύο μεγάλων κομμάτων. Ο γράφων έζησε στα εφηβικά του χρόνια, στις αρχές του ’90, τις συσκοτίσεις εξαιτίας της απόφασης των προσκειμένων στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. συνδικαλιστών της Δ.Ε.Η. να κατεβάζουν τους διακόπτες του ηλεκτρικού και να βυθίζουν στο σκοτάδι ολόκληρη τη χώρα και θυμάται πολλούς εμπόρους να κλαίνε από απελπισία για το χαμένο τους εμπόρευμα. Επίσης, θυμάμαι πολύ καλά ομάδες συνδικαλιστών των δύο μεγάλων κομμάτων να κλείνουν τους δρόμους και να απειλούν υπουργούς και βουλευτές, αν δεν ικανοποιούνταν τα αιτήματά τους. Ακόμα και σε πανεπιστημιακούς χώρους η συμπεριφορά πολλών φοιτητών προσκείμενων στις νεολαίες των δύο μεγάλων κομμάτων δεν ήταν τόσο δημοκρατική (όσοι σπούδασαν σε ελληνικές πανεπιστημιακές σχολές με υψηλή βάση εισαγωγής, θα θυμούνται, πόσο «σύννομα» λειτουργούσαν οι εκεί φοιτητικοί σύλλογοι, στους οποίους είχαν την πλειοψηφία οργανώσεις προσκείμενες στα δύο μεγάλα κόμματα). Συμφωνώ, ότι η βία εκείνη δεν είχε σχέση π.χ. με τον περσυνό ξυλοδαρμό του κ. Χατζηδάκη αλλά το φαινόμενο δεν ξεκίνησε από την Αριστερά. Απλά η τελευταία εκμεταλλεύτηκε τα ίδια όπλα, που μέχρι πρότινος χρησιμοποιούσαν οι εκπρόσωποι και ψηφοφόροι των δύο μεγάλων κομμάτων, ως, επίσης, το γενικευμένο καθεστώς ατιμωρησίας, που κυριάρχησε τα τελευταία χρόνια και οδήγησε μεγάλες μερίδες της κοινωνίας μας στις παραβατικές συμπεριφορές, εν γνώσει τους ότι δεν επρόκειτο να υποστούν καμμία συνέπεια γι’ αυτές.
            Περαιτέρω, σαφώς και έγιναν προσπάθειες τόσο του Κ.Κ.Ε. όσο και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είτε να ξεσηκώσουν τους πολίτες σε κινητοποιήσεις πάσης φύσεως είτε να καρπωθούν οφέλη από την οργή του κόσμου. Όσο, όμως, και αν τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα δείχνουν, ότι ο μεγάλος ωφελημένος των περιστάσεων υπήρξε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., εντούτοις το φαινόμενο των αγανακτισμένων και της εν γένει λαϊκής οργής της τελευταίας τετραετίας παραήταν πολυσύνθετο και εκτεταμένο και ξεπέρασε κατά πολύ ό,τι επιθυμούσαν ορισμένα στελέχη των κομμάτων της Αριστεράς. Μέσα στους αγανακτισμένους των πλατειών πέρσυ ή τους οργισμένους του Δεκεμβρίου του 2008 ήταν δύσκολο να διακρίνει κανείς την πολιτική προέλευση ορισμένων προσώπων, που πετούσαν πέτρες σε αστυνομικούς, έσπαγαν και έκαιγαν περιουσίες. Στα πλήθη των πλατειών πέρσυ υπήρχαν αρκετά πρόσωπα με φανερή αποστροφή για τη Δημοκρατία, οι οποίοι όχι μόνο προέτρεπαν τον κόσμο να μουντζώνει και προπηλακίζει πολιτικούς αλλά κανένας δεν τα εμπόδιζε να επιδεικνύουν τα πραγματικά αισθήματά τους για τη Δημοκρατία. Και δεν ήταν αριστεροί. 
Με άλλα λόγια, μόνη η προτροπή ενός κομματιού της ελληνικής Αριστεράς προς το λαό για ξεσηκωμό άλλως η αποφύγη εκ μέρους της τής καταδίκης ορισμένων ακραίων συμπεριφορών, που παρατηρήθηκαν από το Δεκέμβριο του 2008 έως και σήμερα, δεν θα αρκούσε, για να προκαλέσει τα πρόσφατα φαινόμενα των πλατειών και των προπηλακισμών πολιτικών προσώπων και, επομένως, η απόδοση τέτοιων ευθυνών στα κόμματα της Αριστεράς οδηγεί στη δαιμονοποίησή τους, κάτι που ξεπερνάει κατά πολύ τις πραγματικές ευθύνες τους, και, εντεύθεν, σε απλοϊκά συμπεράσματα, τα οποία απέχουν από το να δώσουν μια ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα, ποιος ευθύνεται για την έξαρση της πολιτικής – και όχι μόνο αυτής – βίας.
Εκ των ανωτέρω λόγων, λοιπόν, η ταύτιση της βίας, που ασκούν ορισμένα πρόσωπα, που διατείνονται, ότι ανήκουν στην Αριστερά, ή η αποφυγή ορισμένων στελεχών της Αριστεράς να καταδικάσουν τη βία και τους φορείς της, με τη συμπεριφορά των στελεχών της Χ.Α. είναι όχι απλά ατυχής αλλά και αδύνατη. Από τη μια πλευρά, όσο παράδοξο και αν ακουστεί, τα κόμματα της Αριστεράς ουδέποτε εξέφρασαν συνολικά την αποστροφή τους προς τις αρχές της Δημοκρατίας και του κράτους δικαίου οι δε ακραίες περιπτώσεις ορισμένων στελεχών π.χ. του κ. Μαΐλη περί μη αναγνώρισης του Συντάγματός μας ή ορισμένων στελεχών του Π.Α.Μ.Ε. (το οποίο σε πολλές περιπτώσεις δεν κατάφερε να περάσει τη δική του γραμμή, όπως στο εργοστάσιο της "ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗΣ" στο Βελεστίνο) δεν αρκούν για το σχηματισμό της πεποιθήσεως, ότι πρόκειται περί «σοσιαλφασιστικών» κομμάτων. Ας θυμηθούμε, ότι τα κόμματα της Αριστεράς συμμετείχαν στις οικουμενικές κυβερνήσεις της περιόδου 1989-1990, χωρίς να αμφισβητήσουν το πολίτευμα της χώρας. Αντίθετα, τα στελέχη της Χρυσής Αυγής δεν σταματούν να ομιλούν περί του «σάπιου κοινοβουλευτισμού» (η ορολογία αυτή δεν είναι περιοριστική) και να υποκαθιστούν το κράτος επιβάλλοντας κυρώσεις της δικής τους επιλογής σε βάρος όσων δεν ταιριάζουν με τις απόψεις τους. Σε γενικές γραμμές, δεν κρύβουν την απέχθειά τους τόσο για τις αρχές ενός δημοκρατικού πολιτεύματος όσο και για τα συνταγματικά ή δια διεθνών συμβάσεων κατοχυρωμένα δικαιώματα όσων κατοικούν στη χώρα αυτή.
Φυσικά, η επίκληση των Ταγμάτων Ασφαλείας εκ μέρους του κ. Κασιμάτη δεν αντέχει σε κριτική. Εκτός του ότι τα περιστατικά, που συγκλόνισαν το Νομό Αργολίδος έλαβαν χώρα το 1944 και όχι το 1943 και αναγνωρίζονται ακόμα και από αριστερούς ιστορικούς, τα Τάγματα Ασφαλείας σκόρπισαν το θάνατο σε ολόκληρη την κατεχόμενη Ελλάδα και υπήρξαν συχνά πιο σκληροί ακόμα και από τους Γερμανούς. Ο κ. Κασιμάτης, όμως, προτίμησε να αναφερθεί στη μοναδική, ίσως, περίπτωση, εκκαθαριστικών ενεργειών του ΕΛΑΣ πανελλαδικά, με αποτέλεσμα να εμφανίσει τα Τ.Α. ως υπόδειγμα νομιμότητας, ενέργεια επιεικώς ανιστόρητη από ένα δημοσιογράφο, ο οποίος δεν θεωρείται αμόρφωτος.
Φυσικά, δεν είναι στις προθέσεις του γράφοντος να απαλλάξει την Αριστερά από τις ευθύνες της. Δεν θεωρεί, όμως, ως καλύτερη δυνατή μέθοδο τον αντιαριστερισμό του κ. Κασιμάτη, που με μια υπεραπλουστευτική λογική ταυτίζει τη βία της Αριστεράς (όπου ως αριστεροί αντιμετωπίζονται το σύνολο των ταραχοποιών σε πορείες και καταλήψεις των τελευταίων ετών), η οποία όχι απλά δεν είναι ένα ενιαίο κόμμα αλλά αποτελείται από τρία κόμματα με μεγάλες διαφορές στην ιδεολογία τους, με αυτή, που ασκεί ένα αμιγώς αντιδημοκρατικό κόμμα.
Όσο υπεραπλουστευτική, όμως, και αν φαντάζει η προσέγγιση στο φαινόμενο της πολιτικής βίας, που επεχείρησε ο κ. Κασιμάτης, άλλο τόσο απαράδεκτη ήταν η επιστολή διαμαρτυρίας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. προς την «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», με αφορμή το ανωτέρω επίμαχο άρθρο. Σε ένα δημοκρατικό καθεστώς η κριτική σε ένα κόμμα, ακόμα και αν ενέχει στοιχεία υπερβολής η απλοϊκότητας, είναι επιβεβλημένη και κατοχυρωμένη. Εφόσον, λοιπόν, έκριναν στο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ότι το άρθρο αυτό του κ. Κασιμάτη έχρηζε απάντησης, όφειλαν να αντικρούσουν τα επιχειρήματα, που παρέθετε ο εν λόγω δημοσιογράφος. Δεν θα ήταν δύσκολο να το πράξουν. Αντ’ αυτού, όμως, αρκέστηκαν σε μια επιστολή διαμαρτυρίας, δίνοντας έτσι λαβή σε όσους πιστεύουν, ότι τα κόμματα της Αριστεράς δεν έχουν συνηθίσει στην κριτική, βάσιμη ή επιπόλαιη. Παρεμπιπτόντως, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχει ανεχθεί πολύ χειρότερα σχόλια, όπως αυτό, χωρίς να αντιδράσει. Δεν σκοπεύω να υποδείξω σε ένα κόμμα, που διαθέτει πληθώρα σωφρόνων προσώπων, τρόπους αντιμετώπισης των επικριτικών γι’ αυτό δημοσιευμάτων πολλώ δε μάλλον να υποστηρίξω, ότι, εφόσον έχει δεχθεί κριτική από το Χ έντυπο, οφείλει να υπομείνει στωικά την κριτική από το Ψ έντυπο. Εν προκειμένω, όμως, όσα ελαττώματα και αν καταλογίζει κανείς στο επίμαχο άρθρο, ο συντάκτης του είχε κάθε δικαίωμα να διατυπώσει την άποψή του και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όπως και κάθε άλλο πολιτικό κόμμα, την υποχρέωση να σεβαστεί αυτή την κριτική αλλά και το δικαίωμα, αν κρίνει σκόπιμο, να την αποδομήσει. Αντ’ αυτού, όμως, δήλωσε, ότι «δεν θα αφήσουμε αναπάντητα τα ολοκληρωτικού τύπου κηρύγματα ενάντια στη δημοκρατία και τους κοινωνικούς αγώνες που προωθούν τέτοιου είδους δημοσιεύματα.» Περιττεύει κάθε σχόλιο επ’ αυτού.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, καταλήγω, λοιπόν, στο ταπεινό συμπέρασμα, ότι από τη μια πλευρά έχουμε ένα ολοένα εντεινόμενο αντιαριστερισμό, όπου τα κόμματα της Αριστεράς μετατρέπονται στον αποδιοπομπαίο τράγο μιας προβληματικής κοινωνίας και ενός εξίσου προβληματικού κράτους, και από την άλλη πλευρά υπάρχει μια Αριστερά της οποίας ένα κομμάτι δείχνει αλλεργικό στην κριτική. Για μια κοινωνία, που γυρεύει απελπισμένα τρόπους επίλυσης των προβλημάτων της, αμφότερα τα ανωτέρω φαινόμενα είναι ανησυχητικά και δεν προδιαθέτουν κανένα για νηφάλιες προσεγγίσεις των προβλημάτων αυτών και, εντεύθεν, επαρκείς προτάσεις για την αντιμετώπισή τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: