Δημοφιλείς αναρτήσεις

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Βιβλία :"ΜΙΚΡΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΥΝΟΡΩΝ" του Γκαζμέντ Καπλάνι

Οι ιστορίες των Ελλήνων μεταναστών ανά τη γη έχουν λίγο πολύ γίνει γνωστές είτε μέσα από τα αναρίθμητα μυθιστορήματα είτε από την προφορική παράδοση ή από επιστημονικές μελέτες σχετικά με τα αίτια της μετανάστευσης και τις συνθήκες διαβίωσης των συμπατριωτών μας, οι οποίοι εγκατέλειψαν τον τόπο τους, αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο στα ξένα. Πονεμένες ιστορίες, προκατάληψη σε βάρος των μεταναστών, βάσανα, νοσταλγία για την πατρίδα αλλά και προσαρμογή, προκοπή και αγάπη για τη νέα πατρίδα έχουν αποτυπωθεί σε δεκάδες βιβλία και έχουν γίνει τραγούδι, που μεταφέρεται από στόμα σε στόμα.
Ο Γκαζμέντ Καπλάνι δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Μπορεί οι περισσότεροι να τον μάθαμε ως δημοσιογράφο των "ΝΕΩΝ" αλλά, μέχρι να φτάσει σε αυτό το σημείο, πέρασε από μύρια βάσανα, ως οικονομικός μετανάστης στη χώρα μας και, μάλιστα, προερχόμενος από τη γείτονα Αλβανία με ό,τι αρνητικό συνεπάγεται αυτό στα μυαλά πάμπολλων συμπολιτών μας. Τις πρώτες του μέρες στην Ελλάδα αλλά και μια εισαγωγή στην ψυχολογία του οικονομικού μετανάστη κατέγραψε στο βιβλίο του "ΜΙΚΡΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΥΝΟΡΩΝ"(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΙΒΑΝΗ), όπου οι περιπέτειές του κατά την πρώτη του εβδομάδα στην Ελλάδα εναλλάσσεται με την καταγραφή των συναισθημάτων, που νοιώθει ο οικονομικός μετανάστης από τη στιγμή, που θα πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα μέχρι τη στιγμή, που θα τακτοποιηθεί οικονομικά, χωρίς, όμως, σε πολλές περιπτώσεις, να γίνει αποδεκτός από τον περίγυρό του.
Σε όλο το βιβλίο κυριαρχεί μια γλυκόπικρη διάθεση, όπου το κωμικό στοιχείο συνυπάρχει με το τραγικό και καταδεικνύουν τον παραλογισμό της Αλβανίας, από τον οποίο θέλησε να ξεφύγει ο συγγραφέας - χαρακτηριστική είναι η ιστορία της ξαδελφής ενός εκ των συντρόφων του συγγραφέα τις μέρες της εισόδου στην Ελλάδα, η οποία έχασε τη δουλειά της και εξορίστηκε, εξαιτίας μιας ..... πορδής-, αλλά και τον ελληνικό παραλογισμό, ο οποίος υποδέχθηκε τόσο αυτόν όσο και το σύνολο των οικονομικών μεταναστών της τελευταίας εικοσαετίας. Ο πόθος του συγγραφέα να ξεφύγει από την ειρκτή, στην οποία είχε μετατρέψει την Αλβανία ο Ενβέρ Χότζα (ακόμα και ο εκλεκτός του Κόμματος Ισμαήλ Κανταρέ δε διστάζει να το υπαινιχθεί στα βιβλία του), και να γνωρίσει τι υπάρχει παραέξω - άποψη, την οποία συμμερίζονταν και οι περισσότεροι συμπατριώτες του συγγραφέα - τσακίζεται αρχικά στη σκληρή πραγματικότητα του ελληνικού κράτους, το οποίο δεν είχε προετοιμαστεί για να υποδεχτεί οικονομικούς μετανάστες, για να μετατραπεί σταδιακά σε επιθυμία να προκόψει και να γίνει αποδεκτός στη νέα πατρίδα του. Ο ρατσισμός καραδοκεί σε κάθε βήμα, έτοιμος να ψέξει τον "κωλο-Αλβανό", που ήλθε απρόσκλητος στη χώρα μας, να του προσάψει τα χίλια μύρια εγκλήματα, που λαμβάνουν χώρα σε αυτή, να τον κατηγορήσει, που διεκδικεί δικαιώματα και γενικά να του θυμίζει κάθε στιγμή, ότι είναι ξένος και ότι χωρίς αυτόν θα κοιμόμαστε και πάλι με ανοικτά παράθυρα, όπως έλεγε προ ετών ο έγκλειστος, σήμερα, στη φυλακή αρχηγός ακροδεξιού κόμματος, κ. Γρηγόριος Μιχαλόπουλος. Και ο μετανάστης αγωνίζεται να επιβιώσει και να πείσει τους ντόπιους, ότι μπορούν να τον εμπιστευτούν και να το δουν σα δικό τους, παλεύοντας να κρατήσει ένα κομμάτι της πατρίδας του μέσα του, προτού δει τα παιδιά του να την απαρνούνται για χάρη της νέας πατρίδας, όσο και αν αυτή δεν τους δέχεται (μπόλικα τα παραδείγματα, όρεξη να έχετε να καταμετράτε).
Βέβαια, σκοπός του συγγραφέα δεν είναι να αγιοποιήσει το σύνολο των συμπατριωτών, του που μετανάστευσαν στην Ελλάδα, αφού οι αναφορές του σε πρόσωπα, τα οποία είδαν το άνοιγμα των συνόρων της Αλβανίας σα μια ευκαιρία να εκδηλώσουν παραβατικές συμπεριφορές, δεν απουσιάζουν, αλλά να διεκδικήσει το δικαίωμά του να συνυπάρξει μαζί μας και, κυρίως, να πατάξει το ρατσισμό, ο οποίος ακόμα και τώρα, 18 χρόνια μετά την είσοδό τους στην Ελλάδα, δεν έχει πάψει να τον κυνηγάει. Στηλιτεύει την ταλαιπωρία, που περιμένει του χιλιάδες μετανάστες μπροστά από τις υπηρεσίες, που εκδίδουν τις άδειες παραμονής, τα κυκλώματα, που εκμεταλλεύονται την αγωνία του μετανάστη για νομιμοποίηση, ώστε να του απομυζήσουν όσο το δυνατό περισσότερα χρήματα είτε εδώ είτε στην Αλβανία, χωρίς, όμως, να κρύβει την αγάπη του για τον τόπο, όπου τώρα προκόβει η οικογένειά του και μεγαλώνει το παιδί του. Και διαλύει την ψευδαίσθηση, ότι τώρα, που είναι μια αναγνωρίσιμη φιγούρα στην Ελλάδα, έχει κοπάσει η ρατσιστική διάθεση των συμπολιτών μας εναντίον του.
Ο λόγος του Γκαζμέντ Καπλάνι σηματοδοτεί την έναρξη μιας εποχής, όπου πρόσωπα γράφουν και συχνά σκέφτονται στην ελληνική γλώσσα, χωρίς αυτή να είναι η μητρική τους, με σημαντική αξία για τον πολιτισμό μας (όσο αδόκιμη και αν ακουστεί η σύγκριση, θυμηθείτε την προσφορά στην αγγλική λογοτεχνία του Πολωνού μετανάστη Τζόζεφ Κόνραντ). Και επισημαίνει, ότι δεν έχει πάψει να αγωνίζεται για το δικαίωμά του να βρει μια θέση στην κοινωνία μας, έχοντας, πλέον, τη δυνατότητα να αρθρώσει ένα στρωτό λόγο, ο οποίος θα φτάσει σε περισσότερα ευαίσθητα αυτιά.
Βιβλίο, που συγκινεί και προβληματίζει για τη μοίρα του οικονομικού μετανάστη στη χώρα μας, χωρίς να πλατειάζει και να κουράζει και με αρκετές πινελιές χιούμορ, διαβάζεται απνευστί και συνιστάται για όσους φρονούν, ότι ο ρατσισμός αφορά μόνο τους πρόσφατους μετανάστες στη χώρα μας.

4 σχόλια:

Pellegrina είπε...

Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο και γραμμένο σε ωραία ελληνικά. Επίσης δεν χάνει ποτέ την επικαιρότητά του, άσχετα αν οι συνθήκες ζωής των περισσότερων Αλβανών έχουν αλλάξει αρκετά, νομίζω, προς το καλύτερο. Πρώτον είναι ιστορία και μνήμη, και δεύτερον, η μετανάστευση δεν αφορά μόνο τους Αλβανούς.

περιούσιος είπε...

pellegrina

Συμφωνώ απόλυτα. Πάντως, μπορεί οι συνθήκες διαβίωσης αρκετών εκ των Αλβανών μεταναστών να έχουν αλλάξει προς το καλύτερο, πλην, όμως, η συμπεριφορά των αρχών απέναντί τους δεν έχει αλλάξει σχεδόν καθόλου, ήτοι κυριαρχεί η ίδια απαξίωση προς αυτούς.

Mihai είπε...

Bravo...

περιούσιος είπε...

@ Bravo

Καλώς ήλθατε στο ταπεινό μου ιστολόγιο!