Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τετάρτη 21 Μαΐου 2008

Για μια πραγματική αντιμετώπιση του προβλήματος

Με αφορμή τα σωστά στο σύνολό τους μέτρα, που πρότεινε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για την προστασία των δανειοληπτών, επιθυμώ να δηλώσω ότι θα ήθελα ανάμεσα στα μέτρα αυτά να δω και την προσπάθεια του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να δημιουργήσει μια ομάδα προσώπων, η οποία θα έχει ως κύριο έργο της την ενημέρωση των πολιτών για την αποφυγή εκ μέρους τους λήψεως καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, που αποτελούν, κατά την ταπεινή μου άποψη, εντελώς αχρείαστα δάνεια.
Διότι καλό είναι να τεθούν υπό έλεγχο οι αμφιλεγόμενες πρακτικές των τραπεζών προς άγρα δανειοληπτών και, στη συνέχεια, προς λήψη των οφειλομένων ποσών αλλά υπάρχει και ο πολίτης, που τρέχει να πάρει δάνεια, που, στην πραγματικότητα, δεν τα χρειάζεται.
Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν, λοιπόν, για το ΣΥ.ΡΙΖ.Α.(αλλά και για άλλα κόμματα)! Ενημέρωση των πολιτών ότι δε χρειάζονται τραπεζικά δάνεια με το παραμικρό και, μαζί με αυτό, πιέσεις προς την Πολιτεία, ώστε να χτυπήσει τις τράπεζες για τις αμφιλεγόμενες πρακτικές τους στην αναζήτηση δανειοληπτών και, μετά, στην είσπραξη των χρημάτων τους! Θα το κάνει ή θα αρκεστεί στις καταγγελίες για τη δράση των τραπεζών, η οποία, εντέλει, βασίζεται ακριβώς στους μαθημένους στις περιττές δαπάνες συνέλληνες; Διότι, όταν εκλείψει η τάση του νεοέλληνα να απλώνει τα πόδια του πέρα από το πάπλωμα, τότε οι τράπεζες δεν θα έχουν λόγο να πουλήσουν τα χρήματά τους.

Τρίτη 20 Μαΐου 2008

ΜΗΤΣΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ 1924-2008

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος δεν ανήκε στην κατηγορία εκείνων των λογοτεχνών, που τα βιβλία τους φιγουράρουν στη λίστα με τα ευπώλητα των 50 και άνω εκδόσεων. Πιθανότατα πολλοί από τους θαμώνες των βιβλιοπωλείων να μην τον έχουν ακουστά.
Όμως , ο συγκεκριμένος λογοτέχνης υπήρξε μια από τις σπουδαιότερες και μορφές της σύγχρονης λογοτεχνίας μας. Το έργο του υπήρξε πολυσχιδές. Διηγήματα, μυθιστορήματα, ταξιδιωτικά, μεταφράσεις(κυρίως ρώσσων συγγραφέων), βιογραφίες(των Τολστόι, Χέρτσεν και άλλων σπουδαίων μορφών της ρωσσικής λογοτεχνίας) και άλλα πολλά συνθέτουν την κληρονομία, που αφήνει ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος. Η διαμονή του για πολλά χρόνια στην τότε Σοβιετική Ένωση, λόγω εκπατρισμού του για τις αριστερές ιδέες του, οι οποίες του κόστισαν και μια τρις εις θάνατον καταδίκη το 1953, τον έφερε σε επαφή με τη ρωσσική γλώσσα και λογοτεχνία. Στην Ελλάδα είχε ξεκινήσει σπουδές στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, τις οποίες εγκατέλειψε το τελευταίο έτος, λόγω του εκπατρισμού του. Στη Σοβιετική Ένωση σπούδασε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο της Μόσχας και ήλθε σε επαφή με τους κλασσικούς ρώσσους συγγραφείς, οι οποίοι και αποτέλεσαν ένα από τα κυριότερα θέματά του.
Η ζωή του υπήρξε περιπετειώδης. Στα νεανικά του χρόνια οργανώθηκε στο Ε.Α.Μ. και μέσα από τους αγώνες για την αποτίναξη του γερμανικού ζυγού ζυμώθηκε ιδεολογικά αλλά, παράλληλα, διαμόρφωσε στάση ζωής και έργου. Τα δεινά της ζωής του, η εξορία του, η ερήμην καταδίκη τους εις θάνατον από τον μετεμφυλιακό κράτος, η μετάβασή του αρχικά στη Ρουμανία και από το 1956 στη Ρωσσία και οι πολιτικές διαμάχες της εποχής του σφράγισαν τη ζωή του αλλά και αποτυπώθηκαν στο έργο του.
Ο διακριτικός αυτός λογοτέχνης απεβίωσε χτες, 19 Μαΐου 2008, νικημένος από την επάρατη νόσο. Αφήνει πίσω του ένα σπουδαίο έργο. Και, κυρίως, την ιδιότητά του ως πολυγράφου αλλά και άκρως διακριτικού και σεμνού λογοτέχνη, συνδυασμός μάλλον δυσεύρετος στις μέρες μας.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

Όταν οι παρανομίες κοστίζουν

Ήταν, αν θυμάμαι καλά, το έτος 2002, όταν ξέσπασε το περίφημο σκάνδαλο με τα «φρουτάκια» ή «κουλοχέρηδες», τις γνωστές μηχανές, που ρίχνεις κέρμα μέσα και ανάλογα με το συνδυασμό των φρούτων, που σου βγάζουν, κερδίζεις ή χάνεις(συνήθως το δεύτερο). Το τότε κυβερνόν κόμμα είχε συστήσει μια επιτροπή για την αντιμετώπιση του παρανόμου τζόγου, ο οποίος είχε πάρει διαστάσεις επιδημίας, με κόσμο να βγαίνει στην τηλεόραση και να διηγείται πως έχασε το σπίτι του παίζοντας στο καζίνο και οπουδήποτε αλλού και ψυχολόγους να μιλάνε για σύνδρομο εξάρτησης πολλών συνελλήνων. Το σκάνδαλο προκλήθηκε από το γεγονός ότι ο τότε βουλευτής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Αχαΐας (και αποτυχών υποψήφιος με το ΛΑ.Ο.Σ. στις τελευταίες εθνικές εκλογές), κ. Αλέξανδρος Χρυσανθακόπουλος, ενώ ήταν μέλος της επιτροπής, που είχε τότε συστηθεί, προκειμένου να αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό, κατελήφθη να παίζει «φρουτάκια» σε κεντρική καφετέρια των Πατρών, η οποία, μάλιστα, ανήκε σε ένα εκ των προσώπων, που συνέδεσαν το όνομά τους αλλά και την περιουσία τους (άδικα, κατά τη γνώμη μου, διότι δραστηριοποιούνταν και σε άλλους τομείς) με την τάση του νεοέλληνα για τα τυχερά παιχνίδια.
Τα επακόλουθα αυτής της ιστορίας είναι λίγο-πολύ γνωστά. Ο εν λόγω βουλευτής διεγράφη από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η πίεση της κοινής γνώμης, ώστε να βρεθεί μια λύση στο πρόβλημα των τυχερών παιχνιδιών οδήγησε την τότε κυβέρνηση στην ψήφιση ενός εκτρωματικού νόμου, του υπ’ αριθμ. 3037/2002, με τον οποία κηρύχθηκε παράνομη η κατοχή και εκμετάλλευση κουλοχέρηδων από ιδιοκτήτες καφετεριών και άλλων καταστημάτων πλην των καζίνων.
Μόνο, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ελληνικό κράτος έδειξε για μια, ακόμα, φορά ότι είναι θιασώτης της παραδοσιακής ινδιάνικης ιατρικής «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι». Επειδή, λοιπόν, σε πολλές καφετέριες αλλά και σφαιριστήρια υπήρχαν παιχνίδια συμβατικά, όπως πάκμαν, τέτρις και άλλα ηλεκτρονικά παίγνια, με τα οποία σκοτώναμε τις ώρες μας (και το χαρτζιλίκι μας) όντες έφηβοι και τα οποία με κάποιο μηχανισμό μετατρέπονταν σε «φρουτάκια», ο ανωτέρω νόμος απαγόρευσε την κατοχή και χρήση τέτοιων μηχανών από ιδιοκτήτες καταστημάτων ψυχαγωγίας. Η απόλυτη παράνοια, δηλαδή! Την πράξη αυτή επεκρότησαν τότε όλα τα κόμματα της Βουλής μας, πράγμα, το οποίο δείχνει ότι, προκειμένου να χαϊδέψουμε τα αυτιά του κοσμάκη, δε βαριέσαι, ας κάνουμε μια, ακόμα, παρανομία.
Παρανομία; Ω, ναι, διότι μια οδηγία της Ε.Ε., η υπ’ αριθμ. 98/34/Ε.Κ., επιβάλλει, στα πλαίσια, προφανώς, της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων και παροχής υπηρεσιών, την εκμετάλλευση των παραπάνω μηχανών σε δημόσιους χώρους. Τουλάχιστον, έτσι ερμηνεύεται η οδηγία αυτή από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγαν ιδιοκτήτες ηλεκτρονικών παιχνιδιών, τα οποία απαγορεύτηκαν, βάσει του Ν. 3037/2002. Η απόφαση αυτή εξεδόθη στις 26.10.2006. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο την τιμωρία της χώρας μας με πρόστιμο, ύψους 9.636 ευρώ για κάθε ημέρα, από την έκδοση της αποφάσεως αυτής, που η χώρα μας δε θα επιτρέπει τη λειτουργία και εκμετάλλευση των μηχανών αυτών σε δημόσιους χώρους και 38.000 για κάθε μελλοντική μη συμμόρφωση της Ελλάδος.
Φυσικά, μπροστά στο φόβο επιβολής ενός νέους προστίμου αλλά και με πιθανό ένα νέο διασυρμό της Ελλάδος (αν και η δημοσίευση και εφαρμογή αυτού του νόμου ήταν από μόνη της αρκετή, ώστε να αφήσει τις χειρότερες εντυπώσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση), η κυβέρνηση μελετά την επαναφορά των μηχανών αυτών σε καταστήματα ψυχαγωγίας αλλά όχι ως τυχηρά παίγνια. Πως τώρα θα γίνει αυτό, δε γνωρίζω.
Το σίγουρο είναι ότι για ακόμα μια φορά καταφέραμε να αφήσουμε άσχημες εντυπώσεις, διότι η απαγόρευση των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, σε μια προσπάθεια περιορισμού του παρανόμου τζόγου, οδήγησε στο κλείσιμο και την οικονομική καταστροφή εκατοντάδες ιδιοκτήτες σφαιριστηρίων, τα οποία συνέβαινε να έχουν «κουλοχέρηδες» σε μια εποχή, όμως, που η χρήση τους επιτρεπόταν. Γυρίσαμε, έτσι, σε μια εποχή, όπου τα «φλιμπεράδικα» είχαν μέσα μόνο μπιλιάρδα και τα παλαιά φλιμπεράκια, σα να είχαμε γυρίσει 30 χρόνια πίσω. Βέβαια, σιγά-σιγά η κυβέρνηση μπροστά στην κατακραυγή για το ατόπημά της επέτρεψε τη λειτουργία ηλεκτρονικών παιχνιδιών στα καταστήματα ψυχαγωγίας αλλά η κακή εντύπωση και η προχειρότητά της είχαν ήδη αφήσει το στίγμα τους.
Και για μια, ακόμα, φορά αναρωτιέμαι, αν, τελικά, χρειαζόμαστε ένα κράτος-χωροφύλακα, το οποίο θα επεμβαίνει και θα απαγορεύει ό,τι του φωνάζει η «κοινή γνώμη», χωρίς πρωτύτερα να δει τις συνέπειες. Και επειδή, πλέον, ανήκουμε στην Ε.Ε. και δεν μπορούμε ως κράτος να παρανομούμε και να μη λογαριάζουμε κανένα, καλύτερα θα είναι στο μέλλον να δούμε προσεκτικότερες κινήσεις.

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Κούλογλου συνέχεια

Επειδή τελευταία διάβασα, με αφορμή την επερχόμενη διακοπή της συνεργασίας του κ. Κούλογλου με την ΕΡΤ, διάφορα για την πολιτεία του κ. Κούλογλου, ήτοι ότι :
1) «Έδινε» αναρχικούς, όντας φοιτητής και μέλος της ΕΚΚΕ, στην Αστυνομία τη δεκαετία του ’70, ως κοινός χαφιές και διαπνεόταν από έντονο αντικομμουνισμό,
2) Ότι ουσιαστικά αντέγραψε ντοκυμανταίρ αγορασμένα από ξένα τηλεοπτικά δίκτυα στο κοντινό παρελθόν και
3) Ότι ήταν υπερβολικό οι εκπομπές του να κοστίζουν από 30.000 ευρώ εκάστη, έχω να παρατηρήσω τα κάτωθι :
1) Αν, πράγματι, υπήρξε χαφιές της Αστυνομίας, αυτό δεν το γνωρίζω. Σε διάφορους Διαδικτυακούς τόπους έπαιξε αυτή η είδηση και στη συνέχεια αναμεταδόθηκε σε πολλά ιστολόγια (π.χ. troktiko.blogspot.com), τα οποία, όμως, συχνά έχουν προβάλει άρθρα, των οποίων η ορθότητα αμφισβητείται. Και, σίγουρα, δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να εκλήθη πολλώ δε μάλλον να προσήχθη ως μάρτυς (και γνωρίζετε πολύ καλά με τι τρόπο γίνονταν εκείνα τα χρόνια οι «προσαγωγές» αριστερών στην Αστυνομία). Αν, μάλιστα, συνέβησαν πράγματι όσα κατέθεσε (οράτε στο troktiko.blogspot.com), ήτοι μια σειρά από ενέργειες εγκληματικές, τότε δε βρίσκω προσωπικά κάτι το μεμπτό στην κατάθεση του κ. Κούλογλου. Όσον αφορά τη, δήθεν, αντικομμουνισμό του, όταν σε εκπομπή του παρουσιάζει τα δεινά της Κούβας, ως επακόλουθο της πολιτικής του Κάστρο, ή της πορείας του Νίκου Ζαχαριάδη, πιστεύω ότι παρέθεσε στοιχεία, που αποδεικνύουν ότι ο Κομμουνισμός ως κίνημα έκανε σοβαρά λάθη στη διακυβέρνηση των χωρών, όπου κυριάρχησε ή προσπάθησε να κυριαρχήσει, και στόχος του δεν ήταν απαραίτητα να κατηγορήσει το ΚΚΕ. Και, εντέλει, από ένα κόμμα, όπως το ΚΚΕ, που στο 80 χρόνια ύπαρξής του στην Ελλάδα, ουδέποτε έκανε μια αυτοκριτική και ουδέποτε κατάφερε να κρατήσει τα εκλεκτότερα μυαλά του στο χώρο του, χώρια εκείνους, που άφησε να πεθάνουν (Μπελογιάννης, Πλουμπίδης και άλλοι), το τελευταίο που, προσωπικά, δικαιολογώ είναι η εκτόξευση βολών κατά όσων δεν ασπάζονται το λόγο του.
2) Είναι γεγονός ότι πολλά από τα ντοκυμανταίρ και τις εκπομπές του κ. Κούλογλου, που προέβαλε η κρατική τηλεόραση, αποτελούν αντιγραφή από αντίστοιχα ξένα ντοκυμανταίρ. Όμως, αυτά τα ντοκυμανταίρ εμπλουτίστηκαν με νέα στοιχεία, και παρουσιάστηκαν με άλλο τρόπο, ήτοι μπορεί να είχαμε αντιγραφή αλλά δεν είχαμε πιστή απομίμηση. Και, σε τελική ανάλυση, προτιμώ να βλέπω ένα ντοκυμανταίρ, το βασικό θέμα μπορεί να έχει αποτελέσει την έμπνευση ενός ελληνικού ντοκυμανταίρ, παρά μια μεταγλώττιση ενός ξένου ντοκυμανταίρ, που προδίδει και αδυναμία ή απροθυμία του δικού μας σταθμού να παραγάγει μια δική του εκπομπή.
3) Για τα γυρίσματα ενός ντοκυμανταίρ σήμερα απαιτούνται ιδιαίτερα μεγάλα ποσά, καθόσον εμπλέκονται πολλά πρόσωπα για όλη τη διαδικασία, πολλά ταξίδια, όταν τα γυρίσματα πρέπει να γίνουν στην αλλοδαπή και, φυσικά, αρκετές απρόβλεπτες δαπάνες π.χ. έξοδα βίζας, όταν χρειάζεται να ταξιδέψει κανείς σε χώρες, που αξιώνουν από μας βίζα, ώστε να εισέλθουμε σε αυτές.
Σε τελική ανάλυση, τα ιδεολογικά και οικονομικά πιστεύω του καθενός μου είναι αδιάφορα, εφόσον αυτό, που μου προσφέρει στην τηλεόραση, το χαρτί ή οπουδήποτε αλλού, με καλύπτει ενημερωτικά και ιστορικά και δεν προσβάλλει την αισθητική ή την όποια μνήμη μου. Όπως αποδέχομαι την ποίηση του Ρίτσου, ο οποίος είχε υμνήσει το Στάλιν και τα σοβιετικά τανκς, που μπήκαν χορεύοντας στην Πράγα το 1968 σε αντίθεση με τα όποια ανθρωπιστικά μηνύματα του κομμουνισμού ή το θέατρο του Χάινερ Μύλλερ στην πρώην Ανατολική Γερμανία, όπου η επί σειρά ετών επιβίωσή του σε ηγεμονική θέση στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ δεν θα μπορούσε να είναι άνευ παραχωρήσεων έτσι αποδέχομαι και την ενημέρωση, που μου προσέφεραν οι εκπομπές του κ. Κούλογλου.

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

Βιβλία : ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ, του ΖΑΝ ΜΑΡΙ ΡΟΥΑΡ

Ομολογώ ότι δε γνώριζα το Γάλλο συγγραφέα και ακαδημαϊκό Ζαν Μαρί Ρουάρ, πρόσφατο πόνημα του οποίου είναι η νουβέλα «ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ» (Εκδ. ΠΟΛΙΣ). Πρόκειται για ένα βιβλίο, που έχει ήδη σχολιαστεί από πολλούς βιβλιοκριτικούς στα έντυπα Μ.Μ.Ε. και έχει αποσπάσει ευμενείς κριτικές. Πρόκειται για μια ιστορία, κεντρικός ήρωας της οποίας είναι ο Τζιμ Γκόρντον, γόνος μιας ευκατάστασης και ευυπόληπτης οικογένειας του Νόρφολκ, μιας μικρής πόλης κάπου στον αμερικανικό νότο στη δεκαετία του ’30. Οι προερχόμενοι από τις ευκατάστατες λευκές οικογένειες νέοι του Νόρφολκ, μαζί και ο νεαρός Τζιμ συνηθίζουν να πηγαίνουν στη συνοικία των μαύρων και να ζητούν ερωτικές περιπέτειες με μαύρες κοπέλες. Ο Τζιμ πηγαίνει, πράγματι, με μια μαύρη κοπέλα, την Άντζελα, πλην, όμως, η επαφή του αυτή τον κάνει να την ερωτευτεί, πράγμα, που πολύ σύντομα προκαλεί σκάνδαλο στην άκρως συντηρητική και ρατσιστική κοινωνία του Νόρφολκ. Όταν τους ανακαλύπτουν, ο μεν Τζιμ στέλνεται στο Βοστώνη για σπουδές η δεν Άντζελα κλείνεται σε ένα οίκο ανοχής στη Μπέθληχεμ (Βηθλεέμ θα ήταν η σωστή μετάφραση αλλά ο μεταφραστής προτίμησε να την εμφανίσει, όπως θα την έλεγε ένας αμερικανός, ώστε να αποφευχθούν οι συγχύσεις με τη Βηθλεέμ των Γραφών), μια γειτονική πόλη. Αρκετό καιρό αργότερα, ο Τζιμ επιστρέφει στο Νόρφολκ παντρεμένος με μια λευκή κοπέλα και όλα μοιάζουν να έχουν αλλάξει στη ζωή του. Αλλά το πάθος του για την Άντζελα δεν έχει κοπάσει. Σύντομα θα βρεθούν ξανά μαζί και με περισσότερες προφυλάξεις. Μόνο που το σμίξιμό τους αυτό θα ταράξει για τα καλά την κοινωνία του Νόρφολκ και οι συνέπειές του θα είναι τρομερές.
Πρόκειται για ένα βιβλίο απλογραμμένο και καλογραμμένο συνάμα, που διαβάζεται απνευστί και δεν κουράζει καθόλου ακόμα και τον αμύητο αναγνώστη. Οι συνθήκες, που επικρατούσαν στον αμερικανικό νότο τη δεκαετία του ’30, ο παραγκωνισμός των μαύρων και το αίσθημα ανωτερότητας των λευκών, ακόμα και με τη συνδρομή της θρησκείας, η απροκάλυπτη προστασία του Νόμου προς τους λευκούς ρατσιστές μετά από κάθε παράπτωμά τους σε βάρος των μαύρων, η νοοτροπία ανοχής των μαύρων στα ρατσιστικά ξεσπάσματα των λευκών και η ματιά των νότιων λευκών προς τους βόρειους λευκούς, που επιβουλεύονται τις αρχές και την ελευθερία τους, παρουσιάζονται με πειστικό τρόπο και δείχνουν τις φυλετικές διαφορές στην Αμερική της εποχής εκείνης.
Εκεί, που πιστεύω ότι χωλαίνει το βιβλίο, είναι στην σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Ο Τζιμ ,κεντρικός ήρωας του βιβλίου, εμφανίζεται πειστικά ως ο άβουλος και καλοθρεμμένος νέος, που κάποια στιγμή συνειδητοποιεί τις φυλετικές διακρίσεις, που, μέχρι τότε, τις θεωρούσε ως ένα φυσιολογικό γεγονός, αδυνατεί να επαναστατήσει κατά των γονέων του, παντρεύεται μια γυναίκα, που ουσιαστικά αδυνατεί να αγαπήσει και, στη συνέχεια, κατορθώνει, ώστε να γίνει εχθρός τόσο των λευκών όσο και των μαύρων. Η μεταστροφή του, όμως, αναφορικά με τα αισθήματά του προς του μαύρους, όταν κάνει έρωτα για πρώτη φορά με την Άντζελα, παρουσιάζεται με ελλιπή τρόπο και αφήνει την απορία στον αναγνώστη πως είναι δυνατό μια κατάσταση ευκαιριακή να αλλάξει το χαρακτήρα κάποιου. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες εμφανίζονται ελλιπείς, όπως η Άντζελα, της οποίας η μεταστροφή ως προς τα συναισθήματά της για το Τζιμ δεν εξηγείται πειστικά, ή ο μιγάδας Άρτσιμπαλντ, ο μοναδικός μαύρος, που έχει κάποια φιλοδοξία στη ζωή του, οι οποίοι συμπρωταγωνιστούν με το Τζιμ στο βιβλίο αυτό. Η ιστορία, που πλέκει ο Τζιμ, προκειμένου να σμίξει με την Άντζελα μετά την επιστροφή του από τη Βοστώνη, φαντάζει τόσο απίθανη με τόσα πρόσωπα να ανακατεύονται στην κάλυψη του παρανόμου ζευγαριού, που πολλοί αναγνώστες θα αναρωτηθούν πως είναι δυνατό ένα τέτοιο μπλέξιμο. Και η ροή του βιβλίου είναι ομοιόμορφη χωρίς διακυμάνσεις και με έλλειψη δράσης, όπως θα περίμενε κανείς σε ένα βιβλίο, που αναφέρεται στο ρατσιστικό νότο των Η.Π.Α. τη δεκαετία του ’30.
Ίσως, όμως, αυτές οι αδυναμίες του έργου, που πολλοί δεν θα τις εκλάβουν ως τέτοιες, να είναι το αποτέλεσμα της οικονομίας στην έκφραση, στην οποία προέβη ο κ. Ρουάρ, που έχει ως αποτέλεσμα, την εύκολη και καθόλου κουραστική ανάγνωσή του. Σε μια εποχή, που είναι συνηθισμένο φαινόμενο η έκδοση πολυσέλιδων βιβλίων, που συχνά μόνο με τον όγκο και τη λεπτομέρειά τους τρομάζουν το μέσο αναγνώστη, η έκδοση ενός ολιγοσέλιδου αλλά περιεκτικού βιβλίου μπορεί να δημιουργεί παράπονα περί, δήθεν, μη επαρκούς σκιαγράφησης χαρακτήρων και σύντομων αναφορών σε γεγονότα, αλλά δεν παύει να κερδίζει φίλους, που προτιμούν ένα ευανάγνωστο και ολιγοσέλιδο βιβλίο από ένα δυσανάγνωστο και ίσως βαρετό βιβλίο, το οποίο παρεμπιπτόντως έχει και πάρα πολλές σελίδες. Κενά στην τριτοπρόσωπη αφήγηση του βιβλίου δεν υπάρχουν και ο συγγραφέας, όντας ουδέτερος παρατηρητής της μικρής κοινωνίας του Νόρφολκ αφήνει ελεύθερο το χλευασμό του για τη συντηρητική και ρατσιστική νοοτροπία των λευκών, τον κυρίαρχο στο νότο προτεσταντισμό, που δικαιολογεί βάσει των Γραφών τις φυλετικές διακρίσεις, την ταπεινότητα των μαύρων, που, εκτός του Άρτσιμπαλντ, κατά το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου υπομένουν παθητικά τη μοίρα τους και τη διεφθαρμένη διοίκηση, η οποία προτιμά να κάνει τα στραβά μάτια στα σοβαρότατα εγκλήματα των λευκών σε βάρος των μαύρων. Και το πικρό τέλος, όπου ο Τζιμ αδυνατεί εγκαταλελειμμένος αλλά και διωκόμενος απ’ όλους να ανεύρει τη λύτρωσή του και να δει τα πιστεύω του να πραγματοποιούνται, θα θυμίσει σε πολλούς ότι οι πρωτοπόροι στους κοινωνικούς αγώνες συνήθως δεν αναγνωρίστηκαν, όσο ζούσαν. Αλλά έριξαν το σπόρο της αλλαγής και της κατάργησης του καθεστώτος των φυλετικών διακρίσεων.

Πέμπτη 15 Μαΐου 2008

Η κουλτούρα απόρριψης του διαλόγου

Άρχισαν πάλι οι καταλήψεις σε διάφορες πανεπιστημιακές σχολές, με αφορμή τις δηλώσεις του Υπουργού Παιδείας κ. Στυλιανίδη. Με το καλημέρα 20 σχολές τελούν υπό κατάληψη και έπεται συνέχεια.
Φυσικά, δε θα συμφωνήσω με το ύφος του κ. Στυλιανίδη περί σοκ, που χρειάζονται τα δημόσια πανεπιστήμια. Μπορεί να επιθυμούσε να δώσει μια ώθηση στις διοικήσεις των πανεπιστημίων μας αλλά ο τρόπος του ήταν απαράδεκτος για ένα άνθρωπο, που ως Υπουργός Παιδείας οφείλει, πάνω απ' όλα, να συμπεριφέρεται πρωτίστως ως φορέας παιδείας.
Όμως, οι φοιτητικές αυτές οργανώσεις τόσο πολύ απεχθάνονται το διάλογο και το λόγο εν γένει, ώστε με το καλημέρα να αποφασίζουν για κατάληψη της σχολής τους; Δεν θα μπορούσαν, άραγε, να σταθούν στα λεγόμενα του κ. Υπουργού και να τα αντικρούσουν ένα-ένα; Δε νομίζω ότι ο κ. Υπουργός είπε τις μεγάλες κουβέντες, που λίγοι καταλαβαίνουν. Και δε θα ήταν δύσκολο να τον αντικρούσουν αρκετοί φοιτητές.
Μήπως είναι η λογική των παιδιών αυτής της γενιάς, που, όπως και οι της δικής μου γενιάς, πριν αρχίσει να ισιώνει ο σβέρκος μας από τις καρπαζιές της ζωής, έμαθαν να τους γίνονται όλα τα χατίρια και όταν κάτι δεν τους άρεσε, άρχιζαν να αντιδρούν υπερβολικά; Θα δεχόμουν μια εκδήλωση της αγωνιστικότητος των φοιτητικών παρατάξεων, αν έβλεπα κάποιες διατυπωμένες θέσεις, που πρόδιδαν ανθρώπους με όραμα και πίστη στις δυνατότητες της δημόσιας παιδείας. Αντί γι' αυτό, όμως, βλέπω φοιτητικές οργανώσεις με ελάχιστα επιχειρήματα και οράματα αλλά μπόλικα τσιτάτα και πρόθεση να μετέλθουν των πιο αντιδραστικών μέσων, προκειμένου να επιτύχουν σκοπούς, που κάθε άλλο παρά εξυπηρετούν την παιδεία. Και όταν μιλάω για παιδεία, εννοώ προφανώς και τη διαπαιδαγώγηση αυτών των παιδιών μέσα από το Πανεπιστήμιο, πράγμα, όμως, το οποιο ελάχιστα εξυπηρετούν οι καταλήψεις, οι εκφοβισμοί καθηγητών και οι, συνεπεία αυτών, βανδαλισμοί και λεηλασίες των σχολών.
Κάποιοι θα μου πουν ίσως ότι γενικεύω. Πιθανότατα, διότι πρόλαβα να περατώσω τις ακαδημαϊκές μου σπουδές λίγο πριν ξεσπάσουν οι κυλιόμενες καταλήψεις, που ταλανίζουν την ανώτατη εκπαίδευσή μας. Βλέπω, όμως, μια εκδήλωση βίαιας αντίδρασης από ορισμένους φοιτητές ως το μόνο τρόπο απάντησης στις άκομψες δηλώσεις του κ. Υπουργού Παιδείας. Και αναρωτιέμαι, πότε, άραγε, δοκιμάστηκαν άλλοι τρόποι αντιμετώπισης του κ. Υπουργού, ώστε, αν αυτοί απέτυχαν, να δοκιμαστούν άλλοι περισσότερο δυναμικοί;
Τώρα, λοιπόν, θα υποστούμε, αν και το απεύχομαι, το φαινόμενο να καταλαμβάνονται μια-μια οι σχολές των πανεπιστημίων μας χωρίς ουσιαστικό λόγο, μόνο και μόνο για αντίπραξη στα λεγόμενα ενός Υπουργού, ο οποίος μπορεί να είχε αγαθές προθέσεις, όταν εξέφρασε τις δηλώσεις, που πυροδότησαν το κλίμα, αλλά με το ύφος του έχασε κάθε δίκιο. Και από την άλλη θα δούμε τους γνωστούς και καθόλου άγνωστους εκπροσώπους ορισμένων γνωστότατων φοιτητικών παρατάξεων, αντί να αγωνίζονται πραγματικά για τη δημόσια και δωρεάν παιδεία, να προβαίνουν σε καταλήψεις, πορείες με συνθήματα γενικόλογα και, ίσως, τραμπουκισμούς σε βάρος καθηγητών, που αρνούνται να ενδώσουν στα αιτήματά τους.Επειδή η κουλτούρα της βίας έχει εξοβελίσει το διάλογο από τη ζωή μας.

Τετάρτη 14 Μαΐου 2008

Η αποπομπή Κούλογλου

Η εκπομπή «ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ» ήταν ένας από τους ελάχιστους λόγους, για τους οποίους καθόμουν χωρίς δισταγμό να παρακολουθήσω τηλεόραση. Πιστεύω ότι επρόκειτο για μια εκπομπή ποιοτικότατη, που κατεδείκνυε το ρόλο υπερασπιστή της ποιότητας, που καλείται να παίξει η δημόσια τηλεόραση, στον αντίποδα της ιδιωτικής τηλεόρασης, που έχουμε στη χώρα μας (με την εξαίρεση του ΣΚΑΪ, προς το παρόν). Φυσικά, δεν αρνούμαι ότι και στην ιδιωτική τηλεόραση υπάρχουν αξιόλογες εκπομπές, όπως οι «ΓΚΡΙΖΕΣ ΖΩΝΕΣ», οι «ΦΑΚΕΛΛΟΙ» (εδώ ίσως υπάρξουν ενστάσεις από πολλούς αλλά φρονώ ότι η εν λόγω εκπομπή διακρίνεται για τη σοβαρότητά της) αλλά αποτελούσαν σταγόνα στον ωκεανό της ευτέλειας, που έχει εισβάλλει στην ιδιωτική τηλεόραση (πάντα με την εξαίρεση του ΣΚΑΪ, προς το παρόν).
Αίφνης, στις 12.5.2008, ο κ. Κούλογλου, παρουσιαστής και ψυχή της ανωτέρω εκπομπής, πληροφορείται, σε συνάντηση, που είχε με τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΕΡΤ, κ. Παναγόπουλο, και το Γενικό Διευθυντή Τηλεόρασης, κ. Γόντικα, ότι δε θα συνεχίσει και την επόμενη χρονιά την εκπομπή του αυτή αλλά και την εκπομπή «ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΒΡΑΔΥΑ». Είχε προηγηθεί μια επιστολή του κ. Κούλογλου προς τη Διοίκηση της ΕΡΤ, με την οποία παραπονούνταν ότι η ΕΡΤ δεν του χορηγούσε επιστολή, ώστε να προβεί στην έκδοση δημοσιογραφικής βίζας για την Κίνα. Με την ίδια επιστολή του ο κ. Κούλογλου ζητούσε από την ΕΡΤ να του γνωστοποιήσει, αν αυτή επιθυμούσε να συνεχιστεί η συνεργασία τους και προέβαλε ως λόγο της μη χορηγήσεως της ανωτέρω επιστολής το γεγονός ότι η Διοίκηση της ΕΡΤ δεν είχε, πιθανότατα, βρει της αρεσκείας της το ρεπορτάζ του για τη γενιά των 700 ευρώ και την ακρίβεια, την οποία του είχαν ζητήσει να μην προβάλει.
Οι εκπομπές του κ. Κούλογλου αποτελούσαν ένα λόγο, για τον οποίο πολλοί πολέμιοι της ελληνικής τηλεοράσεως έκαναν κάποια έκπτωση στις ενημερωτικές τους πεποιθήσεις. Η ακροαματικότητά τους δεν υπερέβαινε το 6% αλλά αυτό φαντάζει μικρό ποσοστό μόνο σε όσους έχουν συνηθίσει τα ποσοστά τηλεθέασης των κουτσομπολίστικων μεσημεριανών εκπομπών και των αγώνων των μεγάλων συλλόγων μας ή των εθνικών μας ομάδων στα δημοφιλέστερα αθλήματα και κρίνουν βάσει αυτών. Επιπλέον, η προσεκτική διασταύρωση των πληροφοριών της δημοσιογραφικής ομάδος του κ. Κούλογλου αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση, όταν συχνά ζούμε στη χώρα μας το φαινόμενο να βγαίνουν στη φόρα ειδήσεις, χωρίς προηγουμένως να έχει εξακριβωθεί η ορθότητά τους. Η θεματική των εκπομπών του μπορεί συχνά να συντάρασσε τους έχοντες ευαίσθητα στομάχια ή νεύρα ή άκαμπτες πολιτικές πεποιθήσεις αλλά δεν μπορεί να του καταλογίσει κανείς σκοπιμότητες. Τέλος, η εκπομπή αυτή, λόγω της προτιμήσεως του κοινού, έστω στα ποσοστά, που προανέφερα, είχε προσελκύσει, αν πιστέψω τα λεγόμενα του κ. Κούλογλου στην παραπάνω επιστολή του, το ενδιαφέρον πολλών διαφημιστών, οι οποίοι προέβαλαν ουκ ολίγα διαφημιστικά μηνύματα στα διαλείμματα των επεισοδίων, που σημαίνει ότι η ΕΡΤ είχε κέρδη από την προβολή των εκπομπών αυτών.
Και η στάση της κυβέρνησης; Ο Υπουργός Τύπου κ. Ρουσόπουλος δήλωσε ότι «οι πολιτικές παρεμβάσεις του τύπου, που είχαμε συνηθίσει στο παρελθόν, δεν υπάρχουν επί αυτής της κυβερνήσεως». Δηλαδή, οι κυβερνήσεις του παρελθόντος παρενέβαιναν στο πρόγραμμα της δημόσιας τηλεόρασης, ενώ εμείς όχι. Μήπως κάποιος δεν λέει την αλήθεια; Όχι για τις προηγούμενες κυβερνήσεις ή για την ακρίβεια το κόμμα, που κυβερνούσε μέχρι πρότινος, αυτό κρίθηκε από τους εκλογείς και βολοδέρνει ως αξιωματική αντιπολίτευση. Η ΕΡΤ ακόμα δεν έχει κάνει κάποια ανακοίνωση. Από το κυβερνών κόμμα αξίζει να σταθώ και να επαινέσω τη δήλωση της κας. Πιπιλή, δημοσιογράφου και νυν βουλευτού του κυβερνώντος κόμματος, η οποία εξέφρασε την υποστήριξή της προς τον κ. Κούλογλου.
Δε θα μείνω στις διακρίσεις των εκπομπών του κ. Κούλογλου στο εξωτερικό. Αυτές είναι γνωστές σε όλους και η ίδια η ΕΡΤ, ως έχουσα την τιμή να προβάλει από τη συχνότητά της τις εκπομπές αυτές, φρόντισε να τις επιδεικνύει. Άλλωστε, όταν μια εκπομπή επιβιώνει για 12 χρόνια στη δημόσια ελληνική τηλεόραση, τότε προφανώς δεν είναι «της σειράς». Ούτε θα φέρω αντιρρήσεις σε όσους κατηγορούν τον κ. Κούλογλου για έλλειψη αντικειμενικότητας και χρήση πηγών αμφιβόλου εγκυρότητας. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός να κρίνει κάποιο δημόσιο πρόσωπο και την άποψή του. Και αν κάποιοι ενοχλήθηκαν από την 12ετή προβολή των εκπομπών του κ. Κούλογλου, ας αναρωτηθούν γιατί, άραγε, η εκπομπή αυτή επεβίωσε δύο διαφορετικών κυβερνήσεων και συνέχισε να παρέχει ποιοτική ενημέρωση για θέματα, που δεν τα συναντάμε καθημερινά στη ζωή μας.
Φρονώ, όμως, ότι όποια και αν ήταν η άποψη του κ. Κούλογλου για θέματα, όπως η γενιά των 700 ευρώ ή τα μεταλλαγμένα προϊόντα και οι παρενέργειες από την κατανάλωσή τους, θέμα, για το οποίο επικρίθηκε όσον αφορά τα πρόσωπα, των οποίων την άποψη προέβαλε, δεν έπαυε να είναι μια άποψη τεκμηριωμένη και εμπεριστατωμένη. Και δέχομαι, ίσως από επαγγελματική διαστροφή, ότι ένα τεκμήριο δεν μπορεί να είναι πάντοτε αμάχητο αλλά η προβολή του δίνει το δικαίωμα στον καθένα από μας, εφόσον το αμφισβητεί, να το σχολιάσει. Και, εν πάσει περιπτώσει, όταν μια εκπομπή έχει μια υψηλή για ενημερωτική εκπομπή και για τα δεδομένα της δημόσιας τηλεόρασης ακροαματικότητα (δεν παρακολουθούν όλοι τις εκπομπές του κ. Κούλογλου), τότε η πολιτεία οφείλει να την περιφρουρήσει και να τη στηρίξει.
Και, σε κάθε περίπτωση, όταν πληρώνουμε αυτή την ΕΡΤ υποχρεωτικά όλοι οι Έλληνες φορολογούμενοι, τότε οφείλουμε να αξιώνουμε από αυτή όχι μόνο να φροντίζει το πρόγραμμά της αλλά και να στηρίζει και κρατάει τους άξιους δημοσιογράφους της. Θα δεχόμουν την αποχώρηση του κ. Κούλογλου για οικονομικούς λόγους. Επαγγελματίας είναι ο άνθρωπος, δεν μπορεί να δουλεύει χωρίς να λαμβάνει αυτό, που πιστεύει ότι του αξίζει. Και δεν φημίζεται για κακοπληρώτρια η ΕΡΤ σε ό,τι αφορά τους δημοσιογράφους, που παρουσιάζουν εκπομπές ενημερωτικού χαρακτήρα.
Και όταν, εντέλει, στηρίζεις εκπομπές για τη φραπελιά και τους εξωγήινους ή χρηματοδοτείς κάθε χρόνο το πανηγύρι, που λέγεται Γιουροβίζιον (το παρακολουθώ με ενδιαφέρον αλλά δε δέχομαι να σπαταλά η ΕΡΤ τόσα χρήματα για μια υποβαθμισμένη τραγουδοπανήγυρη) ή χρηματοδοτείς σειρές, που ποτέ δεν προβλήθηκαν, όπως αυτή για τη ζωή του Διονυσίου Σολωμού, τότε είναι τουλάχιστον υποτιμητικό για όσους παρακολουθούν το πρόγραμμά σου να αποπέμπεις το συντελεστή δύο επιτυχημένων κατά γενική ομολογία εκπομπών. Γιατί δείχνει ότι πέρα από το «ξάφρισμα» της τσέπης μας, που υφιστάμεθα υποχρεωτικά, δεν σε ενδιαφέρει η ποιότητα των εκπομπών σου πολλώ δε μάλλον το κοινό σου.

Υ.Γ. Απέφυγα να χρησιμοποιήσω το φορτισμένο όρο «λογοκρισία», αν και ο κ. Κούλογλου τον υπαινίχθηκε. Δεν υπάρχουν, προς το παρόν, στοιχεία για κάτι τέτοιο, ενώ οι θεωρίες, που ήδη έχουν αρχίσει να κάνουν το γύρο του Διαδικτύου, είναι επιμελώς αστήρικτες. Αν, όμως, ισχύει κάτι τέτοιο, τότε απλά δικαιώνονται όσοι πιστεύουν ότι η ΕΡΤ μας αγνοεί επιδεικτικά και μας αντιμετωπίζει απλά και ανερυθρίαστα ως υποχρεωτικώς καταβάλλοντες το περιβόητο τέλος υπέρ της.