Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

Μια συγγενική διαμάχη

Παρακολουθώντας την πρόσφατη διαμάχη ανάμεσα στον Γάλλο συγγραφέα Μισέλ Ουελμπέκ και τη μητέρα του, Λυσί Σεκαλντί, αισθάνθηκα για μια, ακόμα, φορά τυχερός, που γεννήθηκα σε μια οικογένεια δεμένη και, κυρίως, αγαπημένη. Ο Γάλλος συγγραφέας-φαινόμενο, που έδωσε νέα ώθηση στη γαλλική λογοτεχνία με βιβλία, όπως τα Στοιχειώδη Σωματίδια, Η Πλατφόρμα (για την οποία ταλαιπωρήθηκε στις αίθουσες των δικαστηρίων, λόγω της προκλητικής στάσης του, μέσα από το βιβλίο αυτό απέναντι στο Ισλάμ), Η Δυνατότητα μιας Νήσου και άλλα, αλλά και προκάλεσε αρκετούς με το δύσκολο έως αντιπαθή χαρακτήρα του, δεν είχε την ίδια τύχη με το γράφοντα. Σε ηλικία 6 ετών, όπως γράφει στην ηλεκτρονική του σελίδα, οι γονείς του τον εγκατέλειψαν, για να ζήσουν τη ζωή τους ελεύθερη από την υποχρέωση να τον ανατρέφουν. Ο Ουελμπέκ τους αντιπάθησε τόσο, που ενήλικος πλέον άλλαξε το επώνυμό του σε «Ουελμπέκ», που ήταν το επώνυμο της γιαγιάς του. Οι γονείς του προσπάθησαν να έλθουν σε επικοινωνία μαζί του πολλά χρόνια αργότερα αλλά ο Ουελμπέκ απέφυγε κάθε επικοινωνία μαζί τους.
Τώρα, η μητέρα του, 83 ετών, πλέον, εξέδωσε ένα βιβλίο της, στο οποίο περιγράφει τον υιό της με τα μελανότερα χρώματα. Τεμπέλης, ατάλαντος, που ευνοείται από τη γενικότερη ρηχότητα της εποχής, είναι μερικοί από τους χαρακτηρισμούς, που του αποδίδει. Απειλεί ότι έτσι και αυτός την ξαναπιάσει στο βρωμόστομά του, θα του σπάσει τα δόντια με το μπαστούνι της.
Ουσιαστικά, ο Ουελμπέκ πληρώνει την αναφορά του στη μητέρα του στο βιβλίο του «ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ ΣΩΜΑΤΙΔΙΑ». Εκεί, οι δύο ήρωες του βιβλίου, ο Μπρουνό και ο Μισέλ, έχουν εγκαταλειφθεί από τη μητέρα τους, η οποία θέλησε να ζήσει τη σεξουαλική της επανάσταση. Το όνομα της μητέρας των παιδιών αυτών είναι Σεκαλντί και αποτελεί ευθεία αναφορά του Ουελμπέκ στη μητέρα του αλλά και ευθεία βολή κατά αυτής.
Προφανώς, ο θυμός του Ουελμπέκ για την εγκατάλειψή του από τους γονείς του είναι δικαιολογημένος. Ο χαρακτηρισμός της μητέρας του ως «τσούλας» μπορεί να φαντάζει βαρύς αλλά δεν είναι απόλυτα άτοπος. Η απουσία της κατά τα παιδικά του χρόνια ήταν δυσαναπλήρωτη και η φροντίδα της γιαγιάς του, για την οποία μιλάει με τρυφερά λόγια ο συγγραφέας-πράγμα, που είναι ομολογουμένως σπάνιο για όσους τον ξέρουν και διαβάζουν τα βιβλία του-δεν μπόρεσε να την καλύψει.
Καλό θα ήταν ,όμως, να μη βιαστούμε να κατηγορήσουμε τον Ουελμπέκ για τη στάση του απέναντι στη μητέρα του. Περισσότερο, αξίζει να σταθούμε σε όσα αναφέρει στην προσωπική του ιστοσελίδα, όπου δεν διστάζει να αναφέρει ότι «Μέχρι το θάνατό μου θα μείνω ένα εγκαταλελειμμένο παιδί που ουρλιάζει από το φόβο και το κρύο, πεινασμένο για χάδια», σημείο ότι η απουσία μητρικής φροντίδας θα το στοιχειώνει για πάντα.
Όσον αφορά την επίθεση της μητέρας του κατ’ αυτού με το βιβλίο της με τίτλο «Η ΑΘΩΑ» (“L’ INNOCENTE”,στα γαλλικά), αυτή έχει ακόμα πολύ ψωμί. Βέβαια, η Σεκαλντί δυσκολεύτηκε να βρει εκδότη για το βιβλίο της, αφού όσο αντιπαθής και αν είναι ο Ουελμπέκ στον πολύ κόσμο, δεν παύει να είναι ο συγγραφέας εκείνος, στις πλάτες του οποίου στηρίζεται η ελπίδα του λογοτεχνικού κοινού και, ιδίως, των Γάλλων εκδοτών για μια καλύτερη εικόνα της γαλλικής λογοτεχνίας. Και, εκ του λόγου αυτού, απέφυγαν να εκδώσουν το βιβλίο της. Τελικά, ο εκδοτικός οίκος Scali εδέχθη να εκδώσει το βιβλίο της.
Και μετά την έκδοση; Ήδη ένας κριτικός της Λιμπερασιόν το χαρακτηρίζει κακογραμμένο. Αυτό, όμως, δεν θα το εμποδίσει να έχει υψηλές πωλήσεις.
Μόνο, που η προσπάθεια της Σεκαλντί να αποκαταστήσει το όνομά της είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Η προσπάθειά της να κατακρημνίσει τον Ουελμπέκ από το βάθρο, όπου σημαίνοντες άνθρωποι της Γαλλίας τον έχουν τοποθετήσει για το λογοτεχνικό του ταλέντο, συνοδεύτηκε από σχόλια επιπέδου κουτσομπολίστικης μεσημεριανής τηλεοπτικής εκπομπής αλλά όχι από ουσιαστικές παρατηρήσεις για τη γραφή του. Αναφέρεται, λόγου χάρη, ότι ο Ουελμπέκ κρύβει την πραγματική του ηλικία αλλά αδυνατεί να δώσει μια επαρκή εξήγηση γιατί να το κάνει αυτό. Τη δε αναγνώριση του ταλέντου την αποδίδει στη γενικότερη ρηχότητα της εποχής μας, εξήγηση διόλου πειστική.
Τελικά, αυτό, που η Σεκαλντί κατάφερε με τα λεγόμενά της, ήταν να δικαιολογήσει πλήρως την αντιπάθεια, που ο Ουελμπέκ τρέφει προς αυτή. Και, φυσικά, να στρέψει ακόμα περισσότερο κόσμο να διαβάσει τα βιβλία του, ιδίως «ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ ΣΩΜΑΤΙΔΙΑ», όπου, βέβαια, η ζωή της μητέρας των δύο πρωταγωνιστών του βιβλίου μπορεί να είναι ήσσονος σημασίας σε σχέση με τη ζωή αυτών αλλά οι γαργαλιστικές λεπτομέρειες, που δίνει ο Ουελμπέκ γι' αυτή, θα κεντρίσουν το ενδιαφέρον πολλών. Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να αναρωτιόμαστε, αν από την αναμέτρηση αυτή θα ηττηθεί η Σεκαλντί. Απλά μπορούμε να περιμένουμε να δούμε, αν η ήττα της θα είναι και συντριπτική.

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

ΦΥΛΑΚΑΣ ΣΤΗ ΣΙΚΑΛΗ, του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ

Γραμμένο τη δεκαετία του ’50, το κλασσικό, πλέον, μυθιστόρημα του αόρατου, ελλείψει ουσιαστικών πληροφοριών για τη ζωή του, Τζερόμ Ντέιβιντ Σάλιντζερ «ΦΥΛΑΚΑΣ ΣΤΗ ΣΙΚΑΛΗ» (Εκδόσεις "Επίκουρος") μπορεί να είναι γνωστό σε πολλούς ως το ανάγνωσμα, που θρυλείται ότι διάβαζε ο Μαρκ Τσάπμαν, πριν δολοφονήσει το Τζων Λέννον το 1980 αλλά αυτή η συγκυρία μάλλον το αδικεί κατάφωρα.
Ήρωας του βιβλίου αυτού είναι ο Χόλντεν Κώλφηλντ, ο οποίος διώκεται από ένα, ακόμα, σχολείο, στο οποίο φοιτούσε, λόγω χαμηλών βαθμών. Βρίσκεται λίγο πριν το τέλος της εφηβείας του και αισθάνεται μια απέχθεια για τον περίγυρό του. Θεωρεί τους περισσότερους συμμαθητές του αλλά και όλους, σχεδόν, τους καθηγητές του «κάλπηδες», ήτοι ψεύτικους, προσποιητούς. Με την οικογένειά του δεν έχει και τόσο καλές σχέσεις και μόνο τη μικρότερη αδελφή του, τη Φοίβη, φαίνεται να αγαπάει. Η αποβολή του από το σχολείο του λίγο πριν τις εορτές του και, συνεπώς, λίγο πριν ενημερωθούν οι γονείς του γι’ αυτή, του δίδει την ευκαιρία να πάει στη Νέα Υόρκη και να ζήσει την ελευθερία του σε μια μεγαλούπολη μακρυά από υποχρεώσεις.
Ο χαρακτήρας του βιβλίου αυτού θα μπορούσε να θεωρηθεί αντιήρωας. Δεν έχει κάποιες φιλοδοξίες ή μάλλον η μόνη του φιλοδοξία είναι να προσέχει τα παιδιά, που παίζουν σε ένα τεράστιο χωράφι σπαρμένο με σίκαλη, από το να πλησιάσουν στο γκρεμό, που υπάρχει στο τέλος του χωραφιού αυτού, και να μην τα αφήσει να πέσουν σε αυτό (εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου αυτού), δεν γνωρίζει τι θα κάνει στο μέλλον, δεν έχει φίλους, όλοι, σχεδόν, μαζί και οι γονείς του, φαντάζουν «κάλπηδες» στα μάτια του. Όμως, οι συνήθεις αντιήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας έχουν ταπεινά ένστικτα, είναι κακοί και συχνά μοχθηροί αλλά και φθονεροί, βλάπτουν τον περίγυρό τους και προκαλούν ιδιαίτερη αντιπάθεια στον αναγνώστη. Όμως, ο Χόλντεν Κώλφηλντ δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιήρωας πολλώ δε μάλλον δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αντιπαθής. Η ματιά του είναι καθαρή και χωρίς ταπεινά κίνητρα. Δεν εύχεται το κακό κανενός, η έλλειψη φιλοδοξιών εκ μέρους του δεν οφείλεται σε τεμπελιά αλλά σε απροθυμία να «συμβιβαστεί». Με άλλα λόγια, επιθυμεί να ζήσει τη ζωή του ,όπως αυτός τη θέλει λίγο πριν η εφηβεία του αποτελέσει παρελθόν. Η επιστροφή του στο πατρικό του σπίτι θα σημάνει ακριβώς αυτό το τέλος της εφηβείας του.
Υ. Γ. Προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι το εν λόγω βιβλίο εξεδόθη εν έτει 1978 στην ελληνική γλώσσα από τον εκδοτικό οίκο «ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ» και, έκτοτε, δεν έχει επανεκδοθεί. Όσες κριτικές και αν ψάξετε στο Διαδίκτυο, όσες προσφορές του βιβλίου αυτού και αν βρείτε στα βιβλιοπωλεία, ηλεκτρονικά και μη, η μόνη έκδοση του βιβλίου αυτού στα ελληνικά είναι αυτή του 1978. Αυτή έχουν διαβάσει και κρίνουν όλοι οι βιβλιοκριτικοί και αυτό πωλείται σε όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας. Και έπειτα αναρωτιέμαι, αν είναι τυχαίο, που οι πολλοί στη χώρα μας το γνωρίζουν μόνο ως το ανάγνωσμα, που ο δολοφόνος του Τζων Λέννον διάβαζε, πριν τον σκοτώσει!

Παιδί-θαύμα αλλά...

Είναι, 19, μόλις, χρονών και θα διδάσκει φυσική στους φοιτητές του Πανεπιστημίου Κονκούκ της Σεούλ της Νοτίου Κορέας! Η Αλία Σαμπούρ, περσικής καταγωγής, γεννηθείσα το Φεβρουάριο του έτους 1989 στις Η.Π.Α., θα γίνει η νεότερη καθηγήτρια, που θα διδάξει σε Πανεπιστήμιο παγκοσμίως, εκθρονίζοντας το Σκωτσέζο μαθηματικό Κόλιν ΜακΛόριν, που κατείχε το σχετικό ρεκόρ για περίπου 3 αιώνες. Φυσικά, κατέκτησε και τη σχετική θέση στο βιβλίο Γκίνες ( για περισσότερες λεπτομέρειες, οράτε www.enet.gr/online/online_fpage_text/dt=03.05.2008,id=48147976). Παιδί-θάυμα αναμφίβολα, η Αλία Σαμπούρ, έγινε δεκτή το Πανεπιστήμιο του Στόουνι Μπρουκ (STONY BROOK, πλήρης ονομασία : Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στο Στόουνι Μπρουκ, STATE UNIVERSITY OF NEW YORK AT STONY BROOK) σε ηλικία μόλις 10 ετών. Πήρε το πτυχίο της από εκεί σε ηλικία 14 ετών. Στη συνέχεια, ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Ντρέξελ, απ’ όπου έλαβε το μεταπτυχιακό τίτλο της εν έτει 2006 στην Επιστήμη των Υλικών και τη Μηχανική.
Παράλληλα, κατέχει μαύρη ζώνη στο ταε κβον ντό από την ηλικία των 9 ετών. Επίσης, σε ηλικία 11 ετών έδωσε ρεσιτάλ, εκτελώντας άψογα το Κονσέρτο για Κλαρινέτο ενός άλλου παιδιού-θαύματος, του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Έπαιξε σε συναυλίες μαζί με τους Σμας Μάουθ αλλά και τον Κινέζο πιανίστα, επίσης παιδί-θαύμα παλαιότερα, Λανγκ-Λανγκ.
Αν από τη μια πλευρά το εντυπωσιακό βιογραφικό της νεαρότατης Αλία Σαμπούρ εντυπωσιάζει (η ιστοσελίδα της είναι : www.aliasabur.com/ και θα εντυπωσιαστείτε), από την άλλη πλευρά είναι απορίας άξιο τι είδους παιδικά χρόνια διάγουν τα παιδιά-θαύματα. Ακούγοντας για παιδιά, που από νεαρότατη ηλικία εντυπωσιάζουν με τη νοημοσύνη και την ωριμότητά τους και την, εξ αυτών, φοίτησή τους σε πανεπιστήμια της αλλοδαπής αλλά και την απόκτηση πανεπιστημιακών τίτλων από πολύ μικρή ηλικία, αναρωτιέται κανείς, αν αυτά τα παιδιά πρόλαβαν να ζήσουν αυτά, που οι συνομήλικοί τους ζουν. Πρόλαβαναν, άραγε, να παίξουν με τους φίλους τους; Έζησαν ως έφηβοι τα ερωτικά σκιρτήματα, που οι περισσότεροι από μας ένοιωσαν σε αυτή την ηλικία; Πέρασαν εκείνα τα ατελείωτα καλοκαίρια σε παραλίες και βουνά και πάντως μακρυά από το σχολείο τους και τα μαθητικά βιβλία τους; Εν ολίγοις, τι είδους παιδικά χρόνια είχαν;
Παρακολουθώντας τη ζωή κάποιων παιδιών-θαυμάτων, όχι τόσο για τα διανοητικά τους επιτεύγματα αλλά για την επιτυχία τους στον κινηματογράφο, όπως ο Μακόλει Κάλκιν (ο πιτσιρικάς στην ταινία «Μόνος στο σπίτι» και τις συνέχειες αυτής), ή στο τραγούδι, όπως η Μπρίτνεϋ Σπίαρς, διαπιστώνει ότι αυτά τα παιδιά μπαίνουν από πολύ νωρίς σε μια σειρά από υποχρεώσεις, για να καλλιεργήσουν και να αναδείξουν το ταλέντο τους. Συχνά, οι ίδιοι οι γονείς τους τα αναγκάζουν να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα, το οποίο όχι μόνο είναι άγνωστο στους συνομηλίκους τους αλλά ίσως και υπέρμετρα σκληρό και, ως εκ τούτου, αντιπαιδαγωγικό. Παιδιά, που θα έπρεπε να παίζουν ελεύθερα με τους φίλους τους, κλείνονται σε ένα στούντιο, σε ένα γραφείο ή οπουδήποτε αλλού, συχνά υπό την «καθοδήγηση» των γονέων τους και τραγουδούν, υποδύονται, μελετούν, όλα σε ρυθμούς εντατικούς και άγνωστους σε παιδιά προεφηβικής ηλικίας. Φυσικά, δεν αγνοώ το γεγονός ότι ένα παιδί-θαύμα μπορεί να ασχολήθηκε με το αντικείμενο, στο οποίο είχε κλίση χωρίς πίεση από το οικογενειακό περιβάλλον του, όπως ο Γεχουντί Μενουχίν, παιδί-θαύμα και αυτός στα νιάτα του και μεγαλωμένο σε ένα στερημένο οικονομικά περιβάλλον, αλλά τούτο δεν αναιρεί ότι ένας από τους ρόλους ενός γονέα είναι να στρέφει το παιδί του και σε δραστηριότητες, με τις οποίες ασχολούνται και τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του. Φρονώ ότι ένας γονέας, αν δεν προτρέπει το παιδί του να βγει έξω να παίξει ή δεν το παίρνει μαζί του σε επισκέψεις σε φίλους, που και αυτοί έχουν μικρά παιδιά, για να το γνωρίσει με αυτά και να το βοηθήσει να δημιουργήσει φιλίες και παρέες, δεν έχει πάρει στα σοβαρά το ρόλο του ως γονέας. Πιθανότατα να αδιαφορεί ή να θεωρεί ότι πρέπει ένα παιδί να είναι ελεύθερο να επιλέγει αυτά, που του αρέσουν. Όταν ,όμως, η προτίμηση ενός παιδιού προς μια δραστηριότητα καταλήγει να γίνεται μονομανία, τότε προφανώς ο σωστός γονέας πρέπει να επεμβαίνει.
Με αυτά δεν θέλω, φυσικά, να κατηγορήσω τους γονείς της Αλία Σαμπούρ είτε ότι παραμέλησαν το παιδί τους και το άφησαν να ακολουθήσει την κλίση του, χωρίς να του καλλιεργήσουν την κοινωνικότητα. Δεν γνωρίζω την οικογένεια Σαμπούρ και προφανώς και τη στάση της στις τάσεις της κόρης τους, μέχρι σήμερα. Η τύχη, όμως, πολλών παιδιών-θαυμάτων, τα οποία έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης των γονέων τους ή, στην καλύτερη περίπτωση, στερήθηκαν τις χαρές, που ζουν τα υπόλοιπα παιδιά και δεν έζησαν σαν όλα τα φυσιολογικά παιδιά με παιχνίδι, ξενοιασιά και απουσία αυστηρού προγραμματισμού στη ζωή τους, μου γεννά προβληματισμούς. Μακάρι η Αλία Σαμπούρ να τους διαψεύσει!

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Στο όνομα του ελέγχου της εξουσίας

Δε νομίζω ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος, που δεν έφριξε ακούγοντας στις ειδήσεις ή διαβάζοντας σε κάποιο έντυπο την ιστορία, που έλαβε χώρα πρόσφατα στην Αυστρία. Ένας πατέρας (;;) είχε κλείσει σε ένα υπόγειο την κόρη του επί 24 χρόνια, τη βίαζε και είχε αποκτήσει μαζί της 7 παιδιά. Ολόκληρη η κοινωνία την μικρής τους πόλης δεν είδε ούτε άκουσε τίποτε. Από ένα τυχαίο γεγονός, αποκαλύφθηκε η φρίκη και ο πατέρας συνελήφθη και ομολόγησε το έγκλημά του.
Αρκετό μελάνι έχει ήδη χυθεί και αρκετή φαιά ουσία έχει καταναλωθεί σε μια προσπάθεια να γίνει κάποια αντιστοιχία με όσα διαδραματίζονται στη χώρα μας. Δεν μιλάω, φυσικά, για περιστατικά ανάλογα, όπως αυτό, που έλαβε χώρα πρόσφατα στο Μαραθιά, όπου μια μητέρα με έντονα ψυχολογικά προβλήματα κρατούσε κλεισμένα τα δύο τέκνα της σε ένα στάβλο αλλά για την παρουσίαση του ονοματεπώνυμου και της φωτογραφίας του δράστη του αποτρόπαιου αυτού εγκλήματος. Τονίστηκε, και πολύ σωστά, η αποτυχία της ελληνικής πολιτείας να προστατέψει τους φερόμενους ως διαπράξαντες κάποια αδικήματα στην υπόθεση Ζαχόπουλου αλλά και το αλλοπρόσαλλο φαινόμενο κάποιος να καταθέτει στον αρμόδιο Εισαγγελέα και να κατονομάζεται αλλά και να βλέπουμε το πρόσωπό του, ενώ όταν του απαγγέλλονταν κατηγορίες μετατρεπόταν στον άγνωστο Χ, του οποίου γνωστά στοιχεία παρέμεναν μόνο η ηλικία και το επάγγελμά του. Ή μόνο η ηλικία, αν μιλάμε για την πρώην συνεργάτιδα του κ. Ζαχόπουλου.
Εκείνο, το οποίο τονίστηκε ιδιαίτερα, ήταν το γεγονός ότι όταν κάποιος διώκεται, τότε αυτή η δίωξη αποτελεί ένα δημόσιο γεγονός. Και ως τέτοιο δεν πρέπει να μένει κρυφό. Διότι αλλιώς δεν θα μπορεί να υπάρξει επαρκής έλεγχος των αρχών, που ασκούν την ανάκριση και τη δίωξη του προσώπου αυτού.
Μόνο που μένει ένα ερώτημα αναπάντητο : Τι θα συμβεί, άραγε, όταν ο διωκόμενος και αργότερα κατηγορούμενος, του οποίου το πρόσωπο και πιθανότατα και άλλες ιδιότητές του θα έχουν βγει στη φόρα, αθωωθεί; Θα έχει προηγηθεί σαφώς μια προβολή ή διαπόμπευση, αν προτιμάτε, του ιδίου στους τηλεοπτικούς σταθμούς αλλά και στα έντυπα πάσης φύσεως. Όλοι θα το βλέπουν ως τον εγκληματία, το τέρας, το κάθαρμα, ανάλογα με τις συναισθηματικές διακυμάνσεις του καθενός αλλά και τη φύση του αδικήματος, που διέπραξε. Και όταν βγει η αθωωτική απόφαση; Μήπως ζούμε σε μια ανεπτυγμένη κοινωνία, όπου έχουμε μάθει να αποδεχόμαστε την ετυμηγορία ενός δικαστηρίου με σεβασμό; Μπορώ να δεχθώ ότι κάποιες αποφάσεις των δικαστηρίων μας εγείρουν πολλά ερωτήματα αναφορικά με την ορθότητά τους αλλά δεν μπορώ να παραβλέψω ότι αυτά τα ερωτήματα συχνά εγείρονται από πρόσωπα, τα οποία δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στη δικογραφία, οπότε δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να γνωρίζουν, αν συνέτρεχαν ελαφρυντικές περιστάσεις ή υπήρχαν στοιχεία, από τα οποία προέκυπτε η αθωότητα του κατηγορουμένου. Και δεν ασπάζομαι τη λογική του περί δικαίου αισθήματος για λόγους, που παρακάτω θα αναφέρω.
Προ 13 ετών, ίσως και περισσότερων, μια νοσοκόμα τσεχικής καταγωγής, η Θεοδώρα Σουφχάρα, κατηγορήθηκε ότι σκότωσε το 9χρονο παιδί της και κακοποιούσε σεξουαλικά τα παιδιά της. Τα Μ.Μ.Ε. ασχολήθηκαν με την υπόθεση αυτή, προβάλλοντας μια γυναίκα-τέρας, μια σύγχρονη «Μήδεια», πήραν συνεντεύξεις από πρόσωπα, τα οποία ανέφεραν ότι στα χέρια της κας. Σουφχάρα πέθαναν κάποιοι ασθενείς, τους οποίους αυτή φρόντιζε αλλά και άλλα πολλά δυσμενή γι’ αυτή. Επρόκειτο για ένα πρόσωπο, το οποίο είχε ήδη συλληφθεί από τις αρχές, άρα, αν ακολουθήσουμε την ανωτέρω λογική, θα καταλήξουμε ότι επρόκειτο για ένα δημόσιο γεγονός, το οποίο δεν έπρεπε να μείνει κρυφό.
Τελικά και μετά από ένα ιδιαίτερα δύσκολο δικαστικό αγώνα, η κα. Σουφχάρα αθωώθηκε. Είχε ήδη, όμως, χάσει την επιμέλεια του άλλου τέκνου της, λόγω καταδικαστικής απόφασης σε βάρος της για παραμέληση εποπτείας ανηλίκου. Και, το χειρότερο απ’ όλα, είχε διασυρθεί πανελληνίως για τις πράξεις, που της αποδίδονταν. Ήταν αθώα για τη Δικαιοσύνη αλλά ένοχη στα μάτια του κόσμου. Και τότε δεν υπήρχε ο νόμος περί προσωπικών δεδομένων.
Φυσικά και είμαι υπέρ της άποψης ότι πρέπει να υπάρχει διαφάνεια των ενεργειών της πολιτείας, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα του ελέγχου αυτής αλλά και των οργάνων της. Δεν γνωρίζω, όμως, γιατί πρέπει να δίδονται στη δημοσιότητα τα ονόματα όσων κρατούνται, ανακρίνονται ή προφυλακίζονται από την πολιτεία. Και η δημοσιότητα αφορά τα Μ.Μ.Ε., των οποίων ο χειρισμός υποθέσεων, όπως οι παραπάνω, υπήρξε συχνά εσφαλμένος. Αφορά, όμως, και εμάς τους ίδιους, που αδυνατούμε να δεχθούμε ότι κάποιος, που κρατήθηκε, φυλακίστηκε και αργότερα αθωώθηκε, μπορεί να είναι αθώος. Αν αφορά σε κάτι η προστασία των προσωπικών δεδομένων, αυτό είναι η αξιοπρέπεια του καθενός μας. Τι νόημα, όμως, θα έχει, όταν προβάλλεται το πρόσωπό μας ή το όνομά μας στα Μ.Μ.Ε., προτού καν μας απαγγελθούν κατηγορίες ή και αν, ακόμα, απαγγελθούν κατηγορίες σε βάρος μας, εμείς είμαστε ακόμα αθώοι ή, τουλάχιστον, δεν υπάρχει καταδικαστική απόφαση σε βάρος μας; Το τεκμήριο της αθωότητας, δυστυχώς, θα έχει πάει περίπατο στο όνομα της διαφάνειας και, κυρίως, της επιθυμίας μας να δει ο κόσμος ποιο είναι το «κτήνος».

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ: Γλώσσα μετ' εμποδίων, του Νίκου Σαραντάκου

«Συμβολή στη χαρτογράφηση του γλωσσικού ναρκοπεδίου», αποκαλεί την προσπάθειά του ο Νίκος Σαραντάκος. Τίτλος αυτής «ΓΛΩΣΣΑ ΜΕΤ’ ΕΜΠΟΔΙΩΝ» (Εκδόσεις 21ου), τίτλος πραγματικά επιτυχημένος, αν σκεφτεί κανείς τις δυσκολίες, που αντιμετωπίζουμε, όταν θέλουμε να εκφραστούμε στα ελληνικά.
Με σπουδές χημικού μηχανικού και αγγλικής φιλολογίας και εργαζόμενος εδώ και χρόνια στη μεταφραστική υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Νίκος Σαραντάκος έχει μας απασχολήσει με τις ανησυχίες του για την ελληνική γλώσσα είτε με επιστολές σε εφημερίδες είτε, περισσότερο, με την ιστοσελίδα του www.sarantakos.gr , όπου καταγράφει τις παρατηρήσεις του για τη γλώσσα μας. Μέρος αυτών των παρατηρήσεων έχει περιληφθεί στο παραπάνω βιβλίο.
Το βιβλίο ασχολείται με τους μύθους για την ελληνική γλώσσα, όπως το περιβόητο πρόγραμμα HELLENIC QUEST, το οποίο σε πρόσφατη ομιλία του ο Υπουργός Παιδείας, κ. Στυλιανίδης, ανέφερε ως υπαρκτό, επισύροντας τη μήνη πολλών δημοσιογράφων, όπως του κ. Πάσχου Μανδραβέλη. Όλους τους καταρρίπτει με ισχυρά επιχειρήματα ο κ. Σαραντάκος. Σε άλλο σημείο, ασχολείται με τους «νεοκαθαρευουσιάνους», όπως τους αποκαλεί, και με την επέλαση τύπων, που υποτίθεται ότι τους συναντούσαμε στην αρχαία ελληνική, όπως τις γενικές π.χ. μετέρχομαι τρομοκρατικών ενεργειών. Αλλού, καταρρίπτει με πειστικά επιχειρήματα τους μύθους περί, δήθεν, πραξικοπηματικής καθιερώσεως του μονοτονικού, η ψήφιση του οποίου μας γλύτωσε, κατά το συγγραφέα, από ένα επιπλέον άγχος κατά τη γραφή.

Σε αρκετά σημεία στόχος του κ. Σαραντάκου γίνεται ο κ. Μπαμπινιώτης και το λεξικό του. Δεν αρνείται τη χρησιμότητά του αλλά στέκεται στην επιμονή του να αναζητεί την ετυμολογία πολλών λέξεων, μάλιστα πολλές φορές ισχυρίζεται αρκετά πειστικά ότι η άποψη του κ. Μπαμπινιώτη για κάποιες λέξεις δεν είναι σωστή (οράτε κροκόδιλος, τσηρώτο και άλλα παράδοξα). Περισσότερο φαίνεται να αποδέχεται το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, αν και παραδέχεται ότι δεν το έχει διαβάσει επισταμένως.
Η κυριότερη άποψη του κ. Σαραντάκου είναι αυτή, που ασπάζονται πολλοί γλωσσολόγοι. Ότι, δηλαδή, οι εσφαλμένοι γραμματικά τύποι, που συναντάμε καθημερινά και ίσως χρησιμοποιούμε και εμείς εσφαλμένα, ειδικά τα τριτόκλιτα ουσιαστικά διαμπερής, διεθνής κ.λπ., ενδέχεται να επικρατήσουν με την εσφαλμένη τους διατύπωση, όπως «το διαμπερή(ς) διαμέρισμα», που συναντάμε. Μάλιστα, φέρνει κάποια παραδείγματα, όπως την καθιέρωση του «παν μέτρον άριστον» στην καθομιλουμένη από τα χρόνια ήδη του Μεγάλου Βασιλείου (παραθέτει και το σχετικό απόσπασμα του κειμένου του), τη στιγμή, που αρχικά η φράση, όπως διατυπώθηκε από τον Κλεόβουλο το Ρόδιο, ήταν «μέτρον άριστον». Ή αλλού επισημαίνει ότι η φράση «ο πάτερ Τάδε» απαντά και σε κείμενα του Παπαδιαμάντη αλλά και του Κόντογλου.
Όσο και αν διαφωνεί κανείς με κρίσεις, όπως η αμέσως προηγούμενη, φρονώ ότι το βιβλίο του κ. Σαραντάκου είναι άκρως ενδιαφέρον όσον αφορά τη χαρτογράφηση της ελληνικής γλώσσας. Η γραφή του είναι απολαυστική και σε πολλά σημεία κωμική, όπως το σημείο, όπου υποτίθεται ότι οι Έλληνες ναυτικοί, που έφτασαν στις Φιλιππίνες, άρχισαν να κουβεντιάζουν μεταξύ τους και από διάλογό τους προήλθε το όνομα του γενάρχη των αρχαίων Φιλιππινέζων, Σι Μαλάκα (μη γελάτε, έτσι λέγεται). Αποφεύγει να στολίσει με δυσμενή σχόλια όσους διατείνονται τα αντίθετα από αυτόν, κατ’ εξαίρεση του κανόνα, που διέπει πολλά άλλα βιβλία, και περιορίζεται απλά να αντικρούσει τα επιχειρήματά τους. Τα επιχειρήματά του είναι ισχυρά, οι πηγές, που επικαλείται είναι προσιτές στον καθένα, ώστε να διακριβωθεί η ορθότητα των επιχειρημάτων του και θεωρώ ότι κάποιος, που ενδιαφέρεται να ομιλεί και να γράφει σωστά την ελληνική γλώσσα, θα ανακαλύψει τρόπους, ώστε να ομιλεί καλύτερα ελληνικά, ίσως, μάλιστα, να διαπιστώσει, ότι καθημερινά κάνει πολλά σφάλματα στο γραπτό και προφορικό λόγο του (ο γράφων το ανακάλυψε αυτό).

Η συνειδητή εκδορά μας

Χρόνια πολλά σε όλους, Χριστός Ανέστη!

Μετά από λίγες ημέρες ξεκούρασης επανήλθα στο ιστολόγιό μου, έχοντας κατά νου την πρόσφατη εξόρμηση πολλών συνελλήνων σε διάφορα μέρη της χώρας μας και την, εξ αυτής, γκρίνια για τις υψηλές τιμές. Την τιμητική της είχε για άλλη μια χρονιά η Κέρκυρα, όπου οι τιμές ενός δωματίου σε ξενοδοχείο ή του φαγητού σε ένα εστιατόριο, αν πιστέψω τα δελτία ειδήσεων, έφτασαν στα ύψη. Και, βέβαια, η μόνιμη επωδός στο στόμα τόσο των εκδρομέων όσο και των εκφωνητών στα δελτία ειδήσεων ήταν η ίδια : Ακρίβεια. Φυσικά, δεν ήταν μόνο μια πασχαλινή εκδρομή στην Κέρκυρα ακριβή, όπως ακούστηκε στα δελτία ειδήσεων. Σαφώς και θα υπήρχαν και άλλα μέρη ακριβά.
Μια απορία : Πώς είναι δυνατό να γκρινιάζουμε για την ακρίβεια στις τιμές των υπηρεσιών ενός τουριστικού προορισμού και, όμως, να εξακολουθούμε να τον επισκεπτόμαστε; Πήγαμε μήπως εκεί εν αγνοία μας για τις υψηλές τιμές; Δε νομίζω, άλλωστε εδώ και χρόνια βοά η Ελλάδα ότι σε συγκεκριμένες περιοχές της οι τιμές των παρεχόμενων υπηρεσιών έχουν φτάσει στα ύψη.
Μάλλον αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ότι ο Έλληνας δεν έχει διαμορφώσει σωστή καταναλωτική συνείδηση. Ή μάλλον δεν έχει διαμορφώσει καταναλωτική συνείδηση. Εννοώ ότι κάθε σώφρων καταναλωτής, προτού προβεί σε μια αγορά ή οργανώσει τις διακοπές του, προβαίνει σε μια έρευνα αγοράς και βλέπει που είναι ακριβά και που είναι φτηνότερα και αναλόγως πράττει. Και αν, κάποτε, αναγκαζόμαστε να ξοδέψουμε αρκετά χρήματα, προκειμένου να αγοράσουμε ένα κατάλογο του Ε.Ο.Τ., όπου θα βρίσκαμε όλα (έτσι έλεγε ο Ε.Ο.Τ.) τα ξενοδοχεία και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια της Ελλάδος, τώρα μπορούμε με μια απλή έρευνα στο Διαδίκτυο να βρούμε ό,τι τραβάει η ψυχή μας. Και, κυρίως, να δούμε τις τιμές των προσφερόμενων υπηρεσιών προσωρινής κατάλυσης.
Ξέρω, υπάρχει ο ισχυρισμός ότι και οι ακριβοί προορισμοί στη χώρα μας αποτελούν μέρος της ελληνικής επικράτειας και καλό είναι να πάει κανείς εκεί έστω μια φορά στη ζωή του. Συγγνώμη αλλά θα διαφωνήσω. Έχω πάει σε μέρη της Ελλάδος, όπου οι τιμές ήταν στο Θεό, ακόμα και σε μέρη, τα οποία δεν φαντάζεται κανείς ότι είναι όχι απλά ακριβά αλλά πανάκριβα και έχω ορκιστεί να μην ξαναπατήσω εκεί. Δεν καυχιέμαι για τη, δήθεν, καταναλωτική συνείδησή μου, απλά θεωρώ ότι έχω μάθει από τα παθήματα της τσέπης μου και μπορώ να προστατεύσω τον εαυτό μου (και την τσέπη μου, φυσικά). Δόξα τω Θεώ, η Ελλάδα έχει πολλά οικονομικά μέρη να επισκεφτεί κανείς, αρκεί να ψάξετε λίγο παραπάνω. Και, είπαμε, το Διαδίκτυο είναι μια άκρως προσιτή λύση. Και για τους τεχνοφοβικούς ή τους μη εξοικειωμένους με την τεχνολογία, ο Ε.Ο.Τ. εκδίδει ακόμα καταλόγους με τα ξενοδοχεία και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια όλης της χώρας. Λίγη ώρα να αφιερώσει κανείς και θα βρει προσφορές, που δεν θα τις φανταζόταν.
Εδώ έρχεται στο νου μου μια ιστορία, την οποία θα μεταφέρω με πάσα επιφύλαξη ως προς τη βασιμότητά της. Προ ετών στο Βερολίνο, αυξήθηκε η τιμή του καφέ στις καφετερίες της πόλης. Αμέσως, η πλειοψηφία των Βερολινέζων αντέδρασε και αποφάσισε να μην πατήσει στα καφέ της πόλης για μια εβδομάδα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι ιδιοκτήτες των καφετεριών έπαθαν τέτοια ζημία, που αποφάσισαν να επαναφέρουν τις παλαιές τιμές.
Αυτή η ιστορία δείχνει τι μπορεί να πετύχει κανείς, αν αποφασίσει να σταματήσει να καταναλώνει ένα προϊόν, του οποίου η τιμή έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη ή, στην περίπτωση, για την οποία μιλάμε, αν πάψει να επισκέπτεται μέρη, όπου η αισχροκέρδεια είναι ορατή στις τιμές των ξενοδοχείων και του φαγητού. Και, κυρίως, όπως ένας καλός ιστολόγος είπε, πέραν από την ατομική μας στάση, μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα ισχυρό καταναλωτικό κίνημα που δεν θα λέει απλά «όχι εκεί» αλλά θα κατευθύνει τον τουρίστα που να πάει, θα πιστοποιεί το συγκεκριμένο τόπο και θα πηγαίνουμε διακοπές σε αυτόν.
Μέχρι τότε, απλά θα πηγαίνουμε ασυναίσθητα διακοπές εκεί, που πάνε οι πολλοί (ή οι «χάι», ανάλογα με τα γούστα του καθενός) και θα πληρώνουμε το ξενοδοχείο σας πεντάστερο ξενοδοχείο στο Παρίσι (μπορεί και ακριβότερο από εκεί) ή τη μπριζόλα σε τιμή αστακού. Και επιστρέφοντας στο σπίτι μας θα βγάζουμε τα σώψυχά μας για την ακρίβεια, που βιώσαμε στις διακοπές μας.

Και πάλι χρόνια πολλά σε όλους, Χριστός Ανέστη!

Πέμπτη 24 Απριλίου 2008

Το μυστηριώδες Μ.

Στα μεταφηβικά μου χρόνια πήγα να αγοράσω το "ΓΙΟΥΓΚΕΡΜΑΝ" σε ένα βιβλιοπωλείο. Ήξερα ότι ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού λεγόταν Καραγάτσης αλλά εκείνο το Μ. πριν το επώνυμο με προβλημάτιζε. Μιχάλης, Μανώλης ή κάτι άλλο, σκεφτόμουν. Τελικά, το διέπραξα το λαθάκι μου και ζήτησα από τον υπάλληλο του βιβλιοπωλείου το "ΓΙΟΥΓΚΕΡΜΑΝ" του Μιχάλη Καραγάτση.
Με πήρε αρκετό καιρό μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι το επώνυμο "Καραγάτσης"δεν ήταν παρά το λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δημητρίου Ροδόπουλου, ο οποίος το εμπνεύστηκε, φημολογείται, από το γεγονός ότι, όταν ήταν μικρός, καθόταν στη σκιά ενός καραγατσίου (γνωστού και ως "φτελιά η πεδινή") και διάβαζε. Το Μ. όμως, με ζόρισε λιγάκι παραπάνω, μέχρι που, τελικά, έμαθα ότι η πιο πιθανή εκδοχή είναι ότι προέρχεται από το Μίτια, ρωσσικό όνομα, που αποτελεί το χαϊδευτικό του Ντμίτρι (η ρωσσική εκδοχή του "Δημήτρης"), με το οποίο ακούγεται ότι προσφωνούσαν τον Καραγάτση οι φίλοι του, λόγω της αγάπης, που αυτός έτρεφε προς το Ντοστογιέφσκυ.
(Αφιερωμένο σε εκείνους, που έχουν απορίες και διστάζουν να ρωτήσουν, όπως διστάζει, ακόμα, ο γράφων, όταν δεν γνωρίζει κάτι)