Δημοφιλείς αναρτήσεις

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Η διαφορά είναι στην πιθανότητα νομής της εξουσίας

Θα θυμάται αρκετός κόσμος, ότι στις εκλογές του 1996 η ήττα της Ν.Δ. ήταν βαρειά, αφού δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί ούτε την αλλαγή προσώπων στην ηγεσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αφού ο Πρωθυπουργός κ. Κώστας Σημίτης δεν υπήρξε, κατά γενική ομολογία, ιδιαίτερα συμπαθής στους κόλπους του εν λόγω κόμματος, ούτε τη γενική δυσαρέσκεια για τους χειρισμούς της τότε κυβέρνησης στο θέμα των Ιμίων. Το ίδιο άσχημο κλίμα διαμορφώθηκε και μετά το αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών του 2000, όταν, ενώ στις αρχικές δημοσκοπήσεις προηγούνταν η Ν.Δ., τελικά τις έχασε και, μάλιστα, πανηγυρικά.
Και στις δύο περιπτώσεις, υπήρχαν όλα τα εχέγγυα για τη διάλυση της Ν.Δ., αφού στις μεν εκλογές του 1996 οι εν γένει άτσαλοι χειρισμοί του τότε προέδρου της κ. Έβερτ οδήγησαν σε τρομερή πόλωση τα στελέχη της με άλλα να υπεραμύνονται των ενεργειών του και άλλα - τα περισσότερα, είναι αλήθεια - να βάλλουν ευθέως εναντίον του, ενώ η ήττα στις εκλογές του 2000 πιστώθηκε εξ ολοκλήρου στον μετέπειτα πρωθυπουργό, κ. Κώστα Καραμανλή, η πολιτική του οποίου αλλά και η εμμονή του σε νέα αλλά άπειρα στελέχη - λέγε με Άρη Σπηλιωτόπουλο - ξεσήκωσε τους λεγόμενους "βαρώνους", ήτοι τα πεπειραμένα στελέχη της Ν.Δ.
Παρόμοιες εγγυήσεις περί διάλυσης υπήρχνα και στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. την επομένη των εθνικών εκλογών τόσο του 2004 όσο και του 2007. Στην πρώτη περίπτωση, άρχισε ο πόλεμος ανάμεσα στους εκσυγχρονιστές, οι οποίοι υποστήριξαν την αναγκαιότητα της πολιτικής Σημίτη, χωρίς, είναι αλήθεια, να μπορέσουν να δικαιολογήσουν το ξεσάλωμα της τετραετίας 2000-2004 αλλά και την ιστορία του Χρηματιστηρίου, και τις λοιπές ενδοπαρατάξεις, οι οποίες χρέωσαν στον επί 8ετία πρωθυπουργό την ήττα του ΠΑ.ΣΟ.Κ., καλύπτοντας επιμελώς τις δικές τους ευθύνες αλλά και την υπέρ το δέον συμμετοχή τους στις ποικίλες ατασθαλίες της παραπάνω τετραετίας. Στη δεύτερη περίπτωση, ενώ υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις, ώστε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. να κερδίσει τις εκλογές, δεδομένης της κάθε άλλο παρά επιτυχημένς πολιτικής της Ν.Δ. σε αρκετούς τομείς και με τις μνήμες από τις καταστροφικές πυρκαγιές στην Ηλεία να είναι ακόμα νωπές, παρ' όλ' αυτά κατάφερε να υποστεί τη μεγαλύτερη εκλογική ήττα από καταβολής του. 2-3 ώρες, μάλιστα, μετά την οριστικοποίηση της ήττας αυτής, το σημαίνον στέλεχος των εκσυγχρονιστών, κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, κήρυττε το δικό του αντάρτικο, καταλογίζοντας ευθέως στον κ. Παπανδρέου το εκλογικό αποτέλεσμα εκείνων των εκλογών.
Σήμερα, παρ' όλους του διθυράμβους για την πτώση των ποσοστών του δικομματισμού, εντούτοις ο τελευταίος παραμένει κραταιός, όχι όσο τη δεκαετία του '80, βέβαια, αλλά πατάει αρκετά γερά στα πόδια του και το ίδιο συμβαίνει και με τους φορείς του. Στη μεν Ν.Δ. ήταν υπεραρκετή η παραίτηση του κ. Έβερτ από την προεδρία της, ώστε να εκτονωθεί η όλη ένταση, ενώ, στη συνέχεια, ο περιορισμός των "βαρώνων" από το μετέπειτα πρωθυπουργό οδήγησε σε μια εσωτερική ομαλότητα το κόμμα αυτό, αφού εξέλειπαν οι αντιδραστικές φωνές ή, τουλάχιστον, δεν είχαν πια την ίδια διαβρωτική δύναμη. Στο δε ΠΑ.ΣΟ.Κ. η ήττα του 2004 χρεώθηκε στον εκσυγχρονισμό και τους φορείς του, πολλοί εκ των οποίων τον απαρνήθηκαν με χαρακτηριστική ευκολία και ο πρώην πρωθυπουργός κ. Σημίτης κατέστη ο αποδιοπομπαίος τράγος της σοσιαλιστικής παράταξης, με συνέπεια να καταστεί δυνατή η συσπείρωση των ψηφοφόρων του εν λόγω κόμματος, ενώ το αντάρτικο του κ. Βενιζέλου προσέκρουσε στην απροθυμία των περισσοτέρων ακολούθων του να έλθουν σε πραγματική ρήξη με τον πρέδρο του κόμματος, ο οποίος, ας μην ξεχνάμε, είχε και έχει αρκετά ερείσματα στη λαϊκή βάση, ελέω επωνύμου, αλλά και στην αδυναμία των οποίων μηχανισμών προπαγάνδιζαν την ακαταλληλότητα του κ. Παπανδρέου ως αρχηγού του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να καταστούν πιστευτοί. Η ήττα του κ. Βενιζέλου στις ενδοκομματικές διαδικασίες του αφαίρεσε το όποιο πνεύμα αντιλογίας και τον κατέστησε εκ νέου πειθήνιο στέλεχος, πάντα πρωτοκλασσάτο αλλά χωρίς φυγόκεντρη τάση.
Και στις δύο περιπτώσεις, η σοβαρή πιθανότητα νομής της εξουσίας στο άμεσο μέλλον αποτέλεσε το ερέθισμα, ώστε να ξυπνήσουν τα συσπειρωτικά αντανακλαστικά των στελεχών των δύο μεγάλων κομμάτων, βοηθούσης, βέβαια, και της αδυναμίας των μικρότερων κομμάτων να προτείνουν λύσεις στα προβλήματα της χώρας. Κακά τα ψέμματα, και οι δύο μεγάλες παρατάξεις διαθέτουν αφενός έμπειρα περί την άσκηση της εξουσίας στελέχη, τα οποία γνωρίζουν τους απαιτούμενους τρόπους συγκέντρωσης αρχικά των στελεχών και μετά των ψηφοφόρων στο κομματικό μαντρί. Και ποιός, άραγε, καλύτερος τρόπος, από την απειλή απομάκρυνσης της εξουσίας από τον ορίζοντα των κομμάτων αυτών, υπάρχει, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερο και με βαθειές ρίζες πελατειακό σύστημα;
Η πρόσφατη αποτυχία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να μετουσιώσει τις περσυνές επιτχυίες του στις δημοσκοπήσεις σε ψήφους στις πρόσφατες ευρωεκλογές προκάλεσε μια αλυσίδα αντιδράσεων. Υπήρξαν στελέχη, που δήλωσαν δημοσίως, ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν συνεπαγόταν την αποτυχία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αφού στις προηγούμενες ευρωεκλογές είχαν μικρότερο ποσοστό, άλλοι προτίμησαν να επιρρίψουν ευθύνες στις συνιστώσες του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ενώ άλλα στελέχη επέλεξαν την γκρίνια στο παρασκήνιο. Η παραίτηση του κ. Αλαβάνου από την προεδρία της κοινοβουλευτικής ομάδος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. συνοδεύτηκε από δηλώσεις, που ελάχιστα απέχουν από το να χαρακτηριστούν ως μπηχτές κατά του προέδρου του κόμματος, κ. Τσίπρα. Και, βέβαια, με αυτά τα δεδομένα, πολλοί φοβούνται, ότι η Ανανεωτική Αριστερά κινδυνεύει να επανέλθει στην εποχή, που τη διοικούσαν λαμπρά στελέχη μεν αλλά έβλεπαν τη Βουλή με το τηλεσκόπιο.
Συμπεραίνω προσωπικά, ότι η απομάκρυνση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από τα περσυνά του υψηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις τον απομάκρυνε και από την προοπτική νομής ή έστω συννομής της εξουσίας και, εξ αυτού, υπήρξε η αιτία καλλιέργειας αυτής της ενδοπαραταξιακής έντασης. Βέβαια, δεν παραγνωρίζω, ότι οι διάφορες συνιστώσες του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχουν αρκετές διαφορές μεταξύ τους, πράγμα, που έγινε αντιληπτό και από τον τρόπο αντιμετώπισης των προσφάτων κρίσεων στην Ελλάδα, όπου ένας πλουραλισμός απόψεων έγινε παραπάνω από αντιληπτός. Και προφανώς η πολυφωνία είναι το θεμέλιο ενός δημοκρατικού πολιτεύματος, πλην, όμως, όταν αυτή οδηγεί σε απροθυμία των διαφορετικών φωνών να συμφωνήσουν σε ενδοκομματικά ζητήματα, τότε τίθεται ζήτημα διαχείρισης πολιτικής. Εν προκειμένω, οι όποιες διαφωνίες υπήρχαν για την πολιτική, που αρχικά χάραξε ο κ. Αλαβάνος και, εν συνεχεία, ακολούθησε ο κ. Τσίπρας, είχαν υποχωρήσει εν όψει και των δημοσκοπήσεων, που έφερναν το ΣΥ.ΡΙΖ.Α. τρίτο κόμμα στις προτιμήσεις του κόσμου. Μια τέτοια πιθανότητα υπήρξε ισχυρό αφροδισιακό για μια παράταξη, που πλήρωσε τις συνέπειες του δικομματισμού αλλά και τα δικά της σφάλματα με πολύχρονη απουσία από τα έδρανα της Βουλής, και οδήγησε αρκετά στελέχη της να καταπιέσουν τις όποιες αντιρρήσεις είχαν για την πολιτική του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Όταν,όμως, τα ποσοστά αυτά κατρακύλησαν, λύθηκε, πλέον, ο ασκός του Αιόλου και ξεχύθηκαν οι αντίθετες με την πολιτική της ηγεσίας φωνές, διαλύοντας την όποια ομοψυχία. Μια από τις συνέπειες αυτής της κατάρρευσης της ομοφωνίας ήταν τα αποτελέσματα των πρόσφατων ευροεκλογών. Η τελευταία (;) είναι η παραίτηση του κ. Αλαβάνου.
Προσωπικά, έχω επικρίνει αρκετές φορές τις τακτικές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε αρκετά θέματα από αυτό το ιστολόγιο και φρονώ, ότι δεν είχε ούτε τη σύνεση ούτε την εμπειρία να καλλιεργήσει σοβαρά την προοπτική συμμετοχής του στην άσκηση της εξουσίας. Θεωρώ, όμως, ότι είχε τα φόντα να αποτελέσει ένα σημαντικό αντίπολο στο δικομματισμό, αφού και καταρτισμένα στελέχη διαθέτει και την κούραση του κόσμου από το δικομματισμό μπορούσε να αφουγκραστεί. Και η Ελλάδα χρειάζεται μια πραγματική Ανανεωτική Αριστερά, η οποία να μπορεί να σταθεί στα πόδια της, αρκεί να καλλιεργήσει μέσα της με σοβαρότητα την προοπτική συμμετοχής της στην εξουσία. Γιατί μια ευκαιρία, όπως η περσυνή, που ενεφάνιζε το ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως τρίτο κόμμα στις δημοσκοπήσεις, πιστεύω, ότι δύσκολα θα ξανάρθει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: