Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

Πότε υπερασπιστές και πότε πολέμιοι της ανεξαρτησίας

Τώρα, που ο καπνός από τη διαμάχη ανάμεσα στη Γεωργία και τη Ρωσσία για τα μάτια της Νότιας Οσετίας δείχνει να έχει καταλαγιάσει, είναι, νομίζω, ώρα για μια προσπάθεια για ψύχραιμη αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού. Φυσικά, το παρόν ιστολόγιο εκφράζει τις απόψεις του υποφαινόμενου και μόνο, όπως έχουν διαμορφωθεί εδώ και μερικές ημέρες, βάσει των εξελίξεων στην πολύπαθη παραπάνω περιοχή. Και λέω τα παραπάνω, διότι τα Μ.Μ.Ε., διεθνή και ημεδαπά, έχουν σπεύσει να υπερασπιστούν είτε τον κ. Πούτιν είτε τον κ. Σαακασβίλι, ανάλογα με τις συμπάθειές τους. Και, φυσικά, δεν παρεξηγώ τις όποιες συμπάθειες μπορεί να τρέφει κάποιος, απλός πολίτης ή δημοσιογράφος σε Μ.Μ.Ε. με μεγάλη επιρροή, είτε στους Ρώσσους είτε στους Γεωργιανούς, πλην, όμως, είναι χρήσιμο να δούμε την όλη κατάσταση όσο το δυνατό πιο αποστασιοποιημένα. Χώρια, που ενημέρωση με εμφανείς συμπάθειες δε θεωρείται ενημέρωση.
Από τη μια πλευρά, λοιπόν, έχουμε μια πραγματικότητα διαμορφωμένη στο εσωτερικό της Γεωργίας, έστω στα σύνορά της με τη Ρωσσία. Συγκεκριμένα, η Νότια Οσετία αποτελεί τμήμα της επικράτειας της Γεωργίας, ωστόσο οι 70.00, περίπου, κάτοικοί της, που μόνο κατά το 1/3 είναι Γεωργιανοί, αισθάνονται φυλετικά και εθνοτικά Ρώσσοι και κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρετούσαν σε συντάγματα Ρώσσων και όχι Γεωργιανών. Βέβαια, διατηρούν τη δική τους γλώσσα αλλά ήδη από την τσαρική εποχή και στα πλαίσια μια πανρωσσικής αντιλήψεως πολλές από τις εθνότητες, που κατοικούσαν στην Τσαρική Ρωσσία εδιώχθησαν και η γλώσσα τους δεν διδασκόταν. Η έλευση του κομμουνισμού και η δημιουργία της Σοβιετικής Ενώσεως έδωσε ελπίδες στους λαούς, που κατοικούσαν σε αυτή, ότι θα προστατευόταν η γλώσσα και η εν γένει κουλτούρα τους. Πλην, όμως, η ευρύτερη περιοχή της Οσετίας εντάχθηκε στη Ρωσσία με ό,τι συνέπειες είχε αυτό για του Οσέτιους.
Ως λαός, οι Οσέτιοι εμφανίζονται το πρώτον κατά το Μεσαίωνα στις πεδιάδες του ποταμού Ντον και κατά το 13ο αιώνα, εποχή, κατά την οποία οι ορδές των Μογγόλων προελαύνουν καίγοντας τα πάντα στο πέρασμά τους, καταφεύγουν στις παρυφές του Καυκάσου για να γλυτώσουν.
Με την επικράτηση των Μπολσεβίκων και επί ημερών Λένιν, η Οσετία χωρίζεται σε Βόρεια Οσετία, η οποία αποτελεί τμήμα της Ρωσσικής Σοβιετικής Δημοκρατίας, και σε Νότια Οσετία, η οποία προσαρτάται στην τότε Σοβιετική Δημοκρατία της Γεωργίας. Η κατάσταση αυτή διατηρείται και επί Στάλιν. Τα κίνητρα παραμένουν νεφελώδη. Υπάρχει η άποψη ότι ο Λένιν και ο Στάλιν επιθυμούσαν να πατάξουν τον εθνικισμό, τον οποίο θεωρούσαν ως αντισοσιαλιστικό στοιχείο. Άλλη άποψη λέει ότι ο Στάλιν διατήρησε την κατάσταση αυτή, διότι επιθυμούσε κατ’ αυτό τον τρόπο να ενισχύσει τη Σοβιετική Δημοκρατία της Γεωργίας, που ήταν και ο τόπος καταγωγής του (Τζουγκασβίλι ήταν το πραγματικό του επώνυμο, φανερά γεωργιανό επώνυμο). Υπάρχει και τρίτη άποψη, σύμφωνα με την οποία ο Λαβρέντι Μπέρια, δεξί χέρι του Στάλιν επί πολλά χρόνια, Γεωργιανός και αυτός στην καταγωγή, επιθυμούσε την ενίσχυση της ιδιαίτερης πατρίδας του. Και για τις τρεις απόψεις μπορούν να διατυπωθούν πλείστες ενστάσεις. Πρώτον, η πάταξη του εθνικισμού δια της εκτοπίσεως αφορούσε, κυρίως, τις ολιγάριθμες, σε σύγκριση με τη ρωσσική, εθνότητες, ήτοι τους Έλληνες της περιοχής κοντά στην Κριμαία, τους Γερμανούς, που κατοικούσαν κυρίως στη κοιλάδα του Βόλγα, τους Ουκρανούς, τους Ινγκουσέτιους και άλλους πολλούς. Ουδεμία εκτόπιση Ρώσσων, στα πλαίσια της πάταξης του «αντισοσιαλιστικού εθνικισμού», έλαβε χώρα κατά την εποχή των σταλινικών διώξεων. Ναι μεν εδιώχθησαν και Ρώσσοι ως «αντιδραστικοί», «προδότες» και υπό άλλες ιδιότητες (αρκετά περιγραφικός ο Σολζενίτσιν στο «ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΓΚΟΥΛΑΓΚ») αλλά όχι ως Ρώσσοι, ο εθνικισμός των οποίων έπρεπε να παταχτεί. Επίσης, ουδεμία άλλη μέριμνα περί της ανάπτυξης της Σοβιετικής Δημοκρατίς της Γεωργίας μαρτυρείται είτε επί Λένιν είτε επί Στάλιν, ενός ανθρώπου, που πολλοί βιογράφοι του τον περιγράφουν ως ένα εντελώς απάνθρωπο ον, που είναι αμφίβολο αν αγαπούσε έστω την ιδιαίτερη πατρίδα του. Και, προφανώς, ουδεμία σχετική μέριμνα περί της αναπτύξεως της Γεωργίας ελήφθη από τον Μπέρια.
Με την πάροδο των χρόνων, η Βόρεια Οσετία χαρακτηρίζεται ως αυτόνομη δημοκρατία ενταγμένη στη Ρωσσία. Τούτο, φυσικά, δίδει τη δυνατότητα στην ανάπτυξη της κουλτούρας της αλλά και στη σύσφιξη των σχέσεών της με τη Ρωσσία. Η Νότια Οσετία είχε χαρακτηριστεί ως αυτόνομη περιφέρεια χωρίς, όμως, να πάψει να θεωρείται έδαφος της Σοβιετικής Δημοκρατίας της Γεωργίας. Τούτο, φυσικά, δημιούργησε μια τεταμένη ατμόσφαιρα, η οποία απλά δεν εκτονώθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ενόσω η Ε.Σ.Σ.Δ. παραμένει ενωμένη.
Η διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως το 1991 οδηγεί στην ανεξαρτητοποίηση της Γεωργίας. Νωρίτερα, το 1988, ιδρύεται το Λαϊκό Μέτωπο της Νότιας Οσετίας, το οποίο ζητεί από το Ανώτατο Σοβιέτ την ανακήρυξη της περιοχής σε αυτόνομη δημοκρατία, αίτημα, που, όμως, δεν γίνεται δεκτό, ενώ καθίστανται παράνομες οι όποιες άλλες αξιώσεις για ανεξαρτητοποίηση. Το 1990, οι Οσέτιοι προβαίνουν σε διενέργεια δικών του εκλογών, τις οποίες η (ακόμα) Σοβιετική Δημοκρατία της Γεωργίας δεν αναγνωρίζει. Η Νότια Οσετία παραμένει έδαφος της Γεωργίας αλλά στις 28.11.1991 διακηρύσσει την ανεξαρτησία της από τη Γεωργία, ακολουθώντας το παράδειγμα της Αμπχαζίας, που, επίσης, αποτελούσε τμήμα της Γεωργιανής επικράτειας. Η ανεξαρτησία αυτή, όμως, δεν αναγνωρίστηκε από κανένα κράτος πολλώ δε μάλλον από την ίδια τη Γεωργία, η οποία έστειλε στρατεύματα στην περιοχή, που κατέπνιξαν το κίνημα της ανεξαρτησίας στην περιοχή και οδήγησαν χιλιάδες κατοίκους στην εξορία, χώρια που κόστισε τη ζωή 1.000 ανθρώπων. Ακολούθησε κατάπαυση του πυρός και δημιουργία ειρηνευτικής δύναμης στην περιοχή αποτελούμενης από Ρώσσους, Γεωργιανούς και Νότιο-Οσέτιους, χωρίς, όμως, να ικανοποιηθεί το αίτημα των κατοίκων της Νότιας Οσετίας για απόσχιση από τη Γεωργία.
Εν έτει 2003, η κατάσταση στη Γεωργία ήταν τραγική. Σύσσωμη η αντιπολίτευση κατηγορούσε τον Πρόεδρο της χώρας και παλαιό υπουργό εξωτερικών της Ε.Σ.Σ.Δ., Έντβαρντ Σεβαρτνάντζε, για διαφθορά και αδυναμία να αντιμετωπίσει τη φτώχεια και τον καλπάζοντα πληθωρισμό. Στις 2.11.2003 προκηρύχθηκαν προεδρικές εκλογές, τις οποίες κέρδισε το κόμμα του Σεβαρτνάντζε. Οι φωνές, όμως, για νοθεία του εκλογικού αποτελέσματος οδήγησαν στην Επανάσταση των Ρόδων, που οδήγησαν στην ανατροπή του καθεστώτος Σεβαρτνάντζε στις 23.11.2003 και την ανάδειξη του Μιχαήλ Σαακασβίλι ως του νέου προσώπου της πολιτικής σκηνής της Γεωργίας. Ελάχιστοι τότε είδαν ότι ο αμερικανοτραφείς και υποστηριζόμενος από τις Η.Π.Α. Σαακασβίλι αποτελούσε ένα πρόσωπο, με το οποίο οι Η.Π.Α. επιθυμούσαν να δημιουργήσουν πιέσεις στη Ρωσσία, ώστε η τελευταία να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Οι κατηγορίες του Σαακασβίλι για διαφθορά και άλλα δεινά κατά του καθεστώτος Σεβαρτνάντζε μπορεί να μην είχαν κάποια βάση, πλην, όμως, η εκλογή του τον Ιανουάριο του 2004 στο ύπατο αξίωμα της Γεωργία με ποσοστό της τάξεως του 96% έκανε πολλούς να θυμηθούν τα ποσοστά των καθεστώτων του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού και να μιλήσουν για μια νέα εποχή ανελευθερίας στη Γεωργία. Και, φυσικά, ελάχιστοι είχαν αντίρρηση ότι οι σκεπτόμενοι ως Ρώσσοι, στην πλειοψηφία τους, τουλάχιστον, κάτοικοι της Νότιας Οσετίας δεν επρόκειτο να δουν να γίνεται δεκτό το αίτημά τους για απόσχιση από τη Γεωργία ή έστω για αυτονόμησή τους.
Φυσικά, τα οικονομικά προβλήματα της Γεωργίας συνέχισαν να υφίστανται και επί Σαακασβίλι και ο αρχικός ενθουσιασμός των υπηκόων της χώρας αυτής άρχισε να φθίνει ραγδαία. Στις εθνικές εκλογές του Ιανουαρίου του 2008, ο Σαακασβίλι κέρδισε εκ νέου, πλην, όμως, τη φορά αυτή οι φωνές για εκλογική νοθεία ήταν εντονότερες από ποτέ. Ωστόσο, οι παρατηρητές του Συμβουλίου της Ευρώπης και το ΟΑΣΕ είχαν αντίθετη άποψη και παρά την πορεία 10.000 διαδηλωτών στην Τιφλίδα με αίτημα την επανάληψη των εκλογών, το εκλογικό αποτέλεσμα παρέμεινε ως είχε.
Με πρόσχημα την τήρηση της συνταγματικής τάξεως, γεωργιανές δυνάμεις, καταφανώς εξοπλισμένες με όπλα αμερικανικής προελεύσεως και εκπαιδευμένες από Αμερικανούς στρατιωτικούς, βομβάρδισαν περιοχές της Νοτίου Οσετίας. Αποτέλεσμα ήταν να χάσουν τη ζωή τους 5.000 άνθρωποι, στη συντριπτική πλειοψηφία τους άμαχοι(ελάχιστοι ήταν οι Ρώσσοι στρατιώτες και αυτοί ανήκαν στην ήδη από καιρό εγκατεστημένη εκεί ειρηνευτική δύναμη), ενώ η πρωτεύουσα Τσχινβάλι υπέστη εκτεταμένες καταστροφές. Φυσικά, οι Ρώσσοι αντέδρασαν και εισέβαλαν στη Νότια Οσετία με πρόσχημα την προστασία των εκεί ρωσσικών πληθυσμών.
Όλα τα ανωτέρω δημιουργούν πολλούς προβληματισμούς. Από τη μια πλευρά, είναι αναφαίρετο δικαίωμα μιας χώρας να επιδιώκει με κάθε τρόπο την ενότητά της, άλλως τη μη απόσχιση εδαφών αυτής προς όφελος τρίτων χωρών. Καλώς ή κακώς, η Νότια Οσετία αποτελεί τμήμα της γεωργιανής επικράτειας και ο σεβασμός της εδαφικής ακεραιότητας μιας χώρας αποτελεί βασικό δικαίωμά της.
Από την άλλη, ωστόσο, πλευρά, τα 2/3 των κατοίκων της Νότιας Οσετίας αισθάνονται Ρώσσοι. Και αυτό αποτελεί έκφραση του αναφαίρετου δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού. Αν δεχθούμε ότι η Νότια Οσετία πραξικοπηματικά κατέστη τμήμα της τότε Σοβιετικής Δημοκρατίας της Γεωργίας(που δεν υπάρχουν και ιδιαίτερες αμφιβολίες περί αυτού), τότε μήπως οφείλουμε να κρίνουμε με επιείκεια και την όποια επιθυμία των κατοίκων της να αποσχιστούν από τη Γεωργία και να ενωθούν με τη Ρωσσία, τερματίζοντας μια κατάσταση 70 και πλέον ετών, ή έστω την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος αυτονομίας, που, όπως συνήθως συμβαίνει, αποτελεί τον προθάλαμο της πλήρους ανεξαρτησίας;
Εδώ ,οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η Γεωργία απέτυχε να αγκαλιάσει τους φιλορώσσους κατοίκους της Νότιας Οσετίας. Η αποτυχία του Σαακασβίλι να τους πάρει με το μέρος του οφείλεται προφανώς και στη φιλοαμερικανική στάση του, η οποία προκαλεί αλλεργία στη ρωσσική κυβέρνηση αλλά και στις μάλλον περιορισμένες πολιτικές αρετές του. Διότι είναι παράλογο, ούσα πάμφτωχη χώρα και χωρίς πολεμική πείρα και επαρκή εξοπλισμό, να διατηρείς δυνάμεις στο Ιράκ αλλά να επιθυμείς την ίδια στιγμή να πολεμήσεις και εντός της χώρας σου. Χώρια, που το «άδειασμα» του Σαακασβίλι προς όσους θεωρούσε συμμάχους και δεν το βοήθησαν, όπως δημόσια ανακοίνωσε, δεν προδίδει ιδιαίτερη ευστροφία. Και χώρια, που ο γεωργιανός εθνικισμός, όπως καλλιεργήθηκε από τον πρώτο Πρόεδρο της ανεξάρτητης Γεωργίας, Ζβίαντ Γκαμσαχούρντια, οδήγησε τους περισσότερους Γεωργιανούς στην πεποίθηση ότι δεν μπορεί να υπάρξει απόσχιση της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας, οι κάτοικοι των οποίων ,όμως, δεν αναγνωρίζονταν ως Γεωργιανοί.
Από την άλλη πάλι πλευρά, η Ρωσσία φωνάζει ότι οι κάτοικοι της Νότιας Οσετίας είναι Ρώσσοι και για το λόγο αυτό εισέβαλε στη Νότια Οσετία, ώστε να τους προφυλάξει. Από πού και ως πού, όμως, ταυτίζεται η επιθυμία της Ρωσσίας να προφυλάξει τους κατοίκους της Νότιας Οσετίας από τα στρατεύματα της Γεωργίας με την ισοπέδωση του Πότι και του Γκόρι, που είχαν ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους και πολλοί άμαχοι; Και μήπως θα πρέπει να κατηγορήσουμε και τη Ρωσσία για υποδαύλιση των παθών στη Νότια Οσετία, καθόσον επί σειρά ετών η Ρωσσία εξέδιδε ρωσσικά διαβατήρια στους κατοίκους της επαρχίας αυτής, χωρίς άλλες προϋποθέσεις; Μπορείτε να φανταστείτε την Ελλάδα να εκδίδει ελληνικά διαβατήρια στους Έλληνες την καταγωγή Αλβανούς υπηκόους, αυτούς, που με περισσή περιφρόνηση αποκαλούμε «Βορειοηπειρώτες»; Την επομένη ημέρα σύσσωμη η διεθνής κοινότητα θα μας είχε «σταυρώσει» και, φυσικά, θα είχαμε χάσει το όποιο δίκιο μας.
Περαιτέρω, τόσο οι Η.Π.Α. όσο και η Ρωσσία δείχνουν μια απροκάλυπτη διπροσωπία στο ζήτημα της Νότιας Οσετίας. Από τη μια πλευρά επικαλούνται τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και του αυτοπροσδιορισμούς των λαών είναι αναφαίρετο και πρέπει να προστατεύεται. Πλην, όμως, οι μεν Η.Π.Α. αρνούνται να αναγνωρίσουν την όποια απόσχιση ή αυτονόμηση της Νότιας Οσετίας, με πρόσχημα την ενότητα μιας ειρηνικής χώρας, που όλως τυχαίως είναι η Γεωργία, εκ των πιστότερων συμμάχων της, τη στιγμή, που αγκάλιασε την ιδέα της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου, ενός κάθε άλλο παρά βιώσιμου μορφώματος, η δε Ρωσσία επιδιώκει την ανεξαρτητοποίηση της Νότιας Οσετίας, τη στιγμή, που έχει ισοπεδώσει την Τσετσενία, μια επαρχία της, αποτελούμενη κατά 93% από Τσετσένους, ήτοι πρόσωπα, που αισθάνονται κάθε άλλο παρά Ρώσσοι και επιθυμούν διακαώς την ανεξαρτησία τους από τη Ρωσσία. Μάλιστα, οι αγριότητες των Ρώσσων στρατιωτών σε βάρος αμάχων Τσετσένων έχουν προκαλέσει τη διεθνή κατακραυγή (ιδιαίτερα περιγραφική στο θέμα αυτό είναι η δολοφονηθείσα δημοσιογράφος Άννα Πολιτκόφσκαγια στο βιβλίο της «Η ΡΩΣΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΥΤΙΝ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΞΥ). Χώρια, που οι Ρώσσοι φωνάζουν για το εκλογικό αποτέλεσμα στη Γεωργία, που έφερε ξανά το Σακασβίλι στην εξουσία, τη στιγμή, που ουκ ολίγος κόσμος φωνάζει για το αντίστοιχο εκλογικό αποτέλεσμα στη Λευκορωσσία, όπου ο φανερά φιλορώσσος Αλεξάντερ Λουκασένκο συνεχίζει να κυβερνά με ποσοστά αποδοχής, που θυμίζουν άλλα καθεστώτα άλλων εποχών αλλά η Ρωσσία εκεί κάνει πως δεν ακούει.
Συμπερασματικά, αδυνατώ να ανεύρω κάποιο οργανισμό, ο οποίος να μπο-ρεί να εγγυηθεί την ειρήνη στην περιοχή του Καυκάσου. Και, εκ του λόγου αυτού, αδυνατώ να επαινέσω είτε τον κ. Σαακασβίλι για τις όποιες ενέργειές του στο θέμα της Νότιας Οσετίας είτε τον κ. Πούτιν για τις αντίστοιχες δικές του. Κρίμα για το Γενικό Γραμματέα του Ο.Η.Ε., κ. Μπαν Κι Μουν, που δείχνει στο ξεκίνημα, ακόμα, της θητείας του να αδυνατεί να διαχειριστεί την κρίση στην ευαίσθητη αυτή περιοχή αλλά και οποιαδήποτε άλλη κρίση. Μακάρι να βγω ψεύτης!


tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=15432&m=A25&aa=1 (το παρελθόν της Νότιας Οσετίας)

www.lifo.gr/blogs/u2334/11158 (λίγα, ακόμα, λόγια για τη Νότια Οσετία και τη διπροσωπία Η.Π.Α. και Ρωσσίας)

www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=861649&lngDtrID=245 (για την τελευταία εκλογική νίκη του Σαακασβίλι και τις κατηγορίες σε βάρος του)

athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=902038 (η αμφισβήτηση του αριμού των νεκρών κατοίκων της Νότιας Οσετίας από εκπρόσωπο του Παρατηρητηρίου ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW)

www.ekathimerini.gr/4Dcgi/4Dcgi/_w_articles_civ_12_17/08/2008_281495 (περί Καυκάσου, από τον κ. Βλάση Αγτζίδη)


www.enet.gr/online/online_text/c=111,id=88892328 (λίγες, ακόμα, πληροφορίες για τη Νότια Οσετία)

Δεν υπάρχουν σχόλια: