Δημοφιλείς αναρτήσεις

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2008

Συμπολίτες δεύτερης κατηγορίας

Μια ανταλλαγή απόψεων με τον καλό ιστολόγο Λάμπρο Τσουκνίδα μου έδωσε το έναυσμα για μια σκέψη αναφορικά με μια κατηγορία συμπολιτών μας, οι οποίοι τυγχάνουν να μην έχουν την ελληνική ως μητρική γλώσσα τους. Μιλάω για τους δίγλωσσους, που κατοικούν στην περιοχή του Νομού Φλωρίνης και στην Επαρχία Αριδαίας του Νομού Πέλλης. Ομιλούν μια γλώσσα με σλαβικά στοιχεία, η οποία είναι περισσότερο γνωστή ως σλαβομακεδονική και αναφέρεται από την οργάνωση EBLUL (EUROPEAN BUREAU FOR THE LESSER-USED LANGUAGES, ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΟΜΙΛΟΥΜΕΝΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ) ως μια από τις λιγότερο ομιλούμενες γλώσσες και για το λόγο αυτό χρήζουσα προστασίας. Λεπτομέρειες μπορείτε να δείτε στο www.eblul.org/index.php?option=com_content&task=view&id=118&Itemid=56 .
Η συγκεκριμένη ομάδα γνώρισε την αλλοπρόσαλη πολιτική του νεότερου ελληνικού κράτους σε όλο το μεγαλείο της. Αρχικά, μια συντακτική ομάδα, επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου, προέβη εν έτει 1925 στη σύνταξη ενός αναγνωστικού στη σλαβομακεδονική γλώσσα, το οποίο θα διδασκόταν στα σλαβόφωνα παιδιά των παραπάνω περιοχών της Ελλάδος. Πρόκειται για το ABECEDAR, το οποίο κάποιοι κύκλοι π.χ. ο γνωστός ιστότοπος bulgarmark, το χαρακτηρίζουν ως μια προσπάθεια της Ελλάδος να απομακρύνει τους βουλγαρόφωνους πληθυσμούς από το βουλγαρική επιρροή. Το αξιόλογο αυτό πόνημα, όμως, απεσύρθη προτού καν διανεμηθεί (λεπτομέρειες doncat.blogspot.com/2006/11/to-abecedar.html). Δε γνωρίζω, τι έπαιξε ρόλο σε αυτό. Η αντιπαλότητα, ιδίως εκείνα τα χρόνια, ανάμεσα στους νεοεγκατασταθέντες πρόσφυγες από τη Μικρασία και τους δίγλωσσους ντόπιους, καθόσον οι ελληνόφωνοι ή βλαχόφωνοι ντόπιοι δεν είχαν ιδιαίτερες προστριβές και μέχρι μια εποχή εν γένει τριβές με τους πρόσφυγες, η επιθυμία των κυβερνήσεων Βενιζέλου να ενισχύσει το ιδιαίτερα δυναμικό και προοδευτικό στοιχείο των προσφύγων, η αντιμακεδονική πολιτική του Κ.Κ.Ε., που δεν αναγνώριζε τη Μακεδονία ως ελληνικό έδαφος, τουλάχιστον έως το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, η προσπάθεια της Βουλγαρίας πριν το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο να προσεταιριστεί το δίγλωσσο πληθυσμό των περιοχών αυτών, παρουσιάζονται ως μερικοί από τους λόγους, για τους οποίους το παραπάνω αναγνωστικό απεσύρθη. Μαζί, όμως, με αυτό αποσύρθηκε και η προοδευτική αντιμετώπιση των δίγλωσσων από το ελληνικό κράτος(Λεπτομέρειες οράτε στη διεύθυνση www.ekathimerini.gr/4Dcgi/4Dcgi/_w_articles_civ_14_18/11/2007_249257 ), η οποία, την εποχή της Δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά έφτασε μέχρι και το σημείο να αποστέλλει δια της βίας τα παιδιά, των οποίων η μητρική γλώσσα ήταν η σλαβομακεδονική, σε υποχρεωτικές κατασκηνώσεις, κυρίως στη Νότια Ελλάδα, όπου διδάσκονταν την ελληνική γλώσσα και, το κυριότερο απ' όλα, απαγορευόταν να ομιλούν τη σλαβομακεδονική . Και όποιος μαθητής η μαθήτρια καταλαμβανόταν να ομιλεί τη μητρική του γλώσσα, έπιπτε ράβδος αλύπητη.
Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, ο Νομός Φλωρίνης αλλά και η Επαρχία Αριδαίας του Νομού Πέλλης δοκιμάστηκαν, όπως και το σύνολο της ελληνικής επαρχίας, από τη μετανάστευση. Η απουσία κάποιου ικανού αστικού κέντρου στις περιοχές αυτές αλλά και οι καθαρά αγροτικές δομές τους, που δεν υπόσχονταν κάποιο μέλλον στους νέους ανθρώπους των περιοχών αυτών, οδήγησαν τους περισσότερους από αυτούς στη φυγή είτε προς τα μεγάλα αστικά κέντρα της ημεδαπής είτε προς την αλλοδαπή. Την ίδια στιγμή, η σλαβομακεδονική γλώσσα ήταν υπό διωγμόν. Ο φόβος του χωροφύλακα οδηγούσε πολλούς ανθρώπους όχι μόνο να αποφεύγουν να την ομιλούν αλλά, επίσης, να μην τη μιλάνε στα παιδιά τους. Σλαβομακεδονικά άσματα απαγορεύτηκαν δια ροπάλου και πανηγύρια, όπου ακούγονταν σλαβομακεδονικά τραγούδια, διαλύονταν και όσοι τα τραγουδούσαν έμπλεκαν με τη Δικαιοσύνη.
Η διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας και η ανάδειξη του εθνικισμού του κράτους των Σκοπίων ή πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ως προσπάθειας δημιουργίας ενός ενδόξου παρελθόντος με σημαντικές και μη αποκρυπτόμενες αλυτρωτικές βλέψεις, σε συνδυασμό, φυσικά, με την υστερία, που μας κατέλαβε ως λαό σε βάρος των Σκοπιανών κυρίως στο πρώτο μισό της τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα, μας θύμισε την κατάσταση των παραπάνω περιοχών της χώρας μας. Θυμηθήκαμε το ποσοστό ανεργίας τους αλλά και τις διώξεις, που υφίσταντο οι δίγλωσσοι των περιοχών αυτών προ μερικών, ακόμα, ετών. Έγιναν γνωστές οι εργασίες "αποκατάστασης", που διενεργούσαν στις εκκλησίες των περιοχών αυτών διάφορα συνεργεία, υπό την επίβλεψη του τότε παντοδύναμου Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη, τα οποία φρόντιζαν, ώστε να απαλείφονται οι σλαβομακεδονικές επιγραφές από τις τοιχογραφίες των εκκλησιών αυτών. Και διαπιστώσαμε ότι όλα αυτά είχαν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μηχανισμό, που μπορούσε να εκραγεί, αν δεν λαμβάναμε τα απαραίτητα μέτρα.
Τελικά, παρά το γεγονός ότι ιδιαίτερα μέτρα δεν ελήφθησαν, καμμία έκρηξη δε συνέβη. Καμμία ομάδα ντόπιων δε στασίασε πολλώ δε μάλλον δε ζήτησαν την απόσχισή τους από την Ελλάδα, ώστε να συνενωθούν με το νεοσύστατο γειτονικό κράτος. Διότι, πολύ απλά, μπορεί κανείς να αυτοπροσδιορίζεται όπως επιθυμεί, και ας μην αρέσει αυτό στους περισσότερους από εμάς, αλλά δεν πρόκειται να αφήσει μια χώρα, όπου μπορεί να μην απολαμβάνει ιδιαίτερης ευμάρειας αλλά, τουλάχιστον, είναι πιο άνετα οικονομικά απ' ό,τι στη γείτονα χώρα.
Και αυτό, φυσικά, αποτελεί ένα σημείο, το οποίο θα έπρεπε να είχε προσέξει η χώρα μας τα προηγούμενα χρόνια. Δηλαδή, όφειλε να θεσπίσει μια σειρά από μέτρα, τα οποία θα επέτρεπαν την οικονομική άνθηση των περιοχών αυτών. Αυτή θα δημιουργούσε θέσεις εργασίας, θα απορροφούνταν εκατοντάδες άνεργοι και, φυσικά, οι όποιες ακραίες κραυγές ακούστηκαν εκεί, διότι ακούστηκαν και αυτές, ανεξάρτητα της αιτίας τους, θα πνίγονταν στη γενική αποδοχή και απόλαυση της ευμάρειας.
Ας πάρουμε το παράδειγμα των μουσουλμάνων συμπολιτών μας στη Ρόδο. Εκεί ζουν περίπου 4.000 μουσουλμάνοι, οι οποίοι απασχολούνται στην ανθηρή τουριστική οικονομία του νησιού αυτού και το εμπόριο και, φυσικά, έχουν αποκομίσει αρκετά χρήματα, ώστε να μην ασχολούνται με τις προσπάθειες προσεταιρισμού, τις οποίες επιχειρεί η Τουρκία. Το αντίθετο γίνεται στη Θράκη, όπου το βιοτικό και μορφωτικό επίπεδο των περισσότερων μουσουλμάνων συνελλήνων μας είναι χαμηλότατο, εξαιτίας της αποτυχημένης πολιτικής της χώρας μας τα προηγούμενα χρόνια, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι πολιτικοί, που επισκέπτονται την περιοχή, να γίνονται δεκτοί με επευφημίες (θυμηθείτε το δευτεροκλασσάτο πολιτικό κ. Γιλντιρίμ Ακτουνά, προ δεκαετίας).
Με τα παραπάνω, φυσικά, δε λέγω ότι πρέπει η Ελλάδα να δώσει οικονομικά κίνητρα στους αλλόγλωσσους συμπολίτες μας, ώστε να πάψουν να ασχολούνται με τη γλώσσα και την πολιτιστική κληρονομία τους. Αλλοίμονο, όσο και αν δεν μας αρέσει, πρέπει να μάθουμε να αναγνωρίζουμε στους μη έχοντες την ελληνική ως μητρική γλώσσα το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού. Απλά, θεωρώ, και δεν λέω κάτι πρωτάκουστο, ότι η οικονομική ανάπτυξη μιας περιοχής σε συνδυασμό με τη στήριξη εκ μέρους μας των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων αποτελεί μια προτεραιότητα μιας χώρας, που θέλει να θεωρείται ευνομούμενη. Και, φυσικά, απομακρύνει το ενδεχόμενο αυτοί οι πληθυσμοί να πέσουν θύμα του προσεταιρισμού κάποιας κακόβουλης γείτονος χώρας (όσο και αν εμείς τυρβάζουμε περί καλής γειτονίας, δεν συμμερίζονται την άποψη αυτή όλοι οι γείτονές μας), αφού η οικονομική τους άνεση θα απομακρύνει από τη σκέψη τους το ενδεχόμενο επηρεασμού από αυτή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: